© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Για το βιβλίο: Βασίλης Βασιλικός - Μένης Κουμανταρέας, “Νεανική Αλληλογραφία (1954-1960)”

[Επιμέλεια- Πρόλογος, Θανάσης Νιάρχος, Εκδ. Τόπος, 2014]

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η Νεανική Αλληλογραφία του Βασίλη Βασιλικού με τον Μένη Κουμανταρέα, από τις εκδόσεις Τόπος, με επιμέλεια και πρόλογο του Θανάση Νιάρχου, αρχίζει το 1954 και σταματά το 1960, όταν και οι δύο είναι νέοι και γεμάτοι όρεξη να κατακτήσουν τη ζωή που έχουν μπροστά τους, αλλά και την τέχνη που προηγείται και έπεται. Κίνητρο απλό είναι η χαρά της επικοινωνίας, αλλά και για να γεμίσουν το κενό του αποχωρισμού, όπως, περίπου, έλεγε ο Σεφέρης. Τα γράμματα μιλούν για πράγματα απλά, καθημερινά, αρκετά όμως από αυτά παρεκκλίνουν για να αποκτήσουν έναν ιδιαίτερο φιλολογικό ή ευρύτερα καλλιτεχνικό χαρακτήρα και να ικανοποιήσουν τον φιλεύρευνο αναγνώστη. Παρόμοια, με έντονη σπιρτάδα, που έτσι για τη σύγκριση αναφέρω, είναι τα γράμματα του Κώστα Ταχτσή προς τον Νάνο Βαλαωρίτη, τα οποία βρίθουν από φιλολογικές, λογοτεχνικές αστραπές και ύφος περιπαικτικό, ιδιαίτερα πληροφορητικό. Όπως εκείνοι, πιστεύω, δεν έγραφαν με την προοπτική μιας μελλοντικής δημοσίευσης, έτσι και οι τωρινοί συντάκτες των επιστολών δεν υποψιάζονταν τότε πως η δική τους αλληλογραφία θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας τώρα, ωστόσο, το είδε και οι ίδιοι έδωσαν την άδεια, υποθέτω.

Ο Κουμανταρέας άδικα και πρόωρα αποχώρησε από το στίβο και ίσως δεν πρόλαβε να απολαύσει την δημοσιευμένη νεανική του αλληλογραφία. Ο Βασιλικός όμως σίγουρα έχει πολλές ευκαιρίες να την απολαύσει, γελώντας, ίσως, ή στοχαζόμενος, απλώς, πάνω στις ανησυχίες που είχε και υπολογίζοντας, τέλος, πόσα από όσα ονειρεύτηκε πραγματοποιήθηκαν. Η ζωή του βέβαια είναι γνωστή. Οι πολιτικές περιπέτειες, τα βιβλία του, το πολυδιαβασμένο «Ζ», που από βιβλίο έγινε κινηματογραφική ταινία και σύνθημα στους τοίχους. Η ζωή του που έγινε σίριαλ. Τελευταία, μαζί με την σύζυγό του Βάσω Παπαντωνίου ασχολείται με το «Σπίτι» της Μαρίας Κάλας. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι έγινε πλούσιος με όσα κέρδισε στο δρόμο. Και ο Κουμανταρέας, επίσης, έζησε την εκδοτική επιτυχία και είδε τα έργα του να μεταφέρονται στην μεγάλη και στην μικρή οθόνη. Και οι δύο εν ολίγοις, έγιναν και διάσημοι και σπουδαίοι και υπήρξαν αγαπητοί και είναι (στον Ενεστώτα) και οι δύο.

Ξαναπιάνοντας το νήμα από το μακρινό 1954, παρατηρούμε ότι οι δύο συγγραφείς γράφουν μόνο για το παρόν. Σαν να θέλουν να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, τι διαβάζει, τι βλέπει, τι ακούει, γενικώς, όπως προκύπτει π.χ. από ένα γράμμα του Βασιλικού προς τον Κουμανταρέα: «Γράψε μου τι κάνεις; Πού δουλεύεις; Τι γράφεις; Πώς ερωτεύεσαι;» (10 Μαΐου 1955). Και άλλο: «Τι γίνεσαι, τι γράφεις, ποιους βλέπεις, τι μουσική ακούς, πόσα λεφτά ξοδεύεις για ταξί, τι διαβάζεις;» (Νέα Υόρκη, 8 Απριλίου 1960).

Ο Κουμανταρέας από την Αθήνα κάνει το ρεπορτάζ του. Στην Αθήνα έφτασε ο Δημήτρης Μητρόπουλος και έπαιξε Μπραμς. Στο εκτενές σχόλιό του για τον μεγάλο καλλιτέχνη, μιλάει και για την εκτέλεση και τον χαρακτήρα του, ο οποίος «δέχεται και αγαπά τις εκδηλώσεις του κόσμου … σαν εκδηλώσεις αγάπης για τη μουσική που παίζει, όμως στο βάθος περιφρονεί τη μάζα, το μεγάλο πλήθος, που του είναι αδιάφορο».

Αλλού ο Βασιλικός σχολιάζει με θαυμασμό τον Camus, τον ανδρισμό του, τον αλγερινό ουρανό και το μεσογειακό του κλίμα, αλλά και τον Ξένο του, που είναι έργο «άψογα γραμμένο και τελειώνει μ’ ένα allegro vivace τραγικό μαζί και υπέροχο». Για τον Sartre σημειώνει ότι «γράφει άσχημα … Κι ύστερα όλη η σκέψη του θυμίζει τις πίσω σκάλες των πολυκατοικιών για τα σκουπίδια».

Στις 30 Απριλίου του 1955 ο Κουμανταρέας στέλνει ένα γράμμα στον Βασιλικό, στο οποίο δίνει στοιχεία, τα οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει «γριφώδη» και στεναχωρείται που δεν μπορεί να ανοιχτεί περισσότερο. Του συμβαίνει μια «αλλαγή ξαφνική όπως ο κεραυνός». Είναι αναστατωμένος και μπερδεμένος, εξομολογητικός και αινιγματικός. Η απάντηση του Βασιλικού σ’ αυτό το γράμμα είναι καθησυχαστική με διευκρινιστικές ερωτήσεις του τύπου αν «έπεσε θύμα της συναισθηματικότητάς» του και ό,τι και αν είναι δεν θα τον πειράξει.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1955 ο Βασιλικός αυτοπεριγράφεται: «σήμερα είμαι ντυμένος άψογα. Φορώ μια μαύρη εφαρμοστή μπλούζα με πυργωτό γιακά κι ένα γκρι-bleu casmiri παντελόνι… Μαύρα παπούτσια, με καουτσούκ ευρωπαϊκό, γερά σαν αρβύλες. Τα μαλλιά μου πέφτουν σε μικρές αφέλειες πάνω στο μέτωπο που λάμπει από ένα εσωτερικό φως. Κι είμαι ολόκληρος ακμαίος, δυνατός, ίσιος - έτοιμος για την κατάκτηση του χρυσόμαλλου δέρατος… Αλίμονο όμως! … Μπαίνω στα 23 μου … κι αισθάνομαι κιόλας να με βαραίνει κάποιο παρελθόν, που όταν ήμουν αληθινός Ιάσονας -δηλαδή πριν δυο χρόνια- δεν το είχα στην πλάτη μου. Η σκέψη ότι βαραίνω με τρομάζει- εγώ που πάντα ήθελα να ’μουν πιο ανάλαφρος από ’να πούπουλο και πιο έτοιμος για εκτινάξεις από ένα βέλος στην τεντωμένη χορδή».

Η αυτοαναφορά εμπεριέχει κωμικά, κυρίως, στοιχεία με την προβολή της ομορφιάς και της κομψότητας, η οποία είναι αληθινή, δεν υπάρχει αντίλογος επ’ αυτού, όταν όμως μιλάει για το «εσωτερικό φως» και για «χρυσόμαλλο δέρας» είναι προφανές ότι αυτοσαρκάζεται, αφήνοντας αιχμές για την μελλοντική καταξίωση και αμέσως πιο κάτω, κάνει τη συναισθηματική ανατροπή σαν Καβάφης και εκφράζεται σαν κομψευόμενος ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα.

Στις 4 Νοεμβρίου του 1955, ο Βασιλικός επανέρχεται: «Η πορεία του ανθρώπου είναι αυτή: ανυπαρξία, συνείδηση πρώτη της ζωής, ανησυχίες της εφηβείας, αμφιταλάντεμα μεταξύ δύο δρόμων, ακολουθά τον ένα από τους δύο, ανησυχίες κι εμπόδια του δρόμου, συνήθεια που φέρνει την ωριμότητα, ωριμότητα που φέρνει τις παραξενιές και τα ηθελημένα καπρίτσια, αίσθηση της κοινωνικής ζωής, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, θρησκεία, γήρας. Τέλος. Δευτέρα Παρουσία…» (10 Μαΐου 1955). Μελλοντολογώντας και απομυθοποιώντας ή απλώς βάζοντας τα πράγματα στην φυσική τους κλίμακα δίνει το σύνολο της μακράς πορείας της ζωής.

Τελικώς, και οι δύο, με την άνεση της νιότης τους, με την καλλιτεχνική τους αδηφαγία, με την όρεξη να κατακτήσουν τη ζωή, με την αίσθηση ότι αυτοί διαφέρουν από το σύνολο, με τις σπουδές τους και τη σχετική οικονομική άνεσή τους, ξεχωριστοί και ωραίοι θα ήταν ίσως αντιπροσωπευτικά δείγματα του άγνωστου ακόμα τότε λάιφ στάιλ. Το βιβλίο διαβάζεται απολαυστικά.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Στα «Κάgιλα» [Στα Κάγκελα]

Τοπογραφία καὶ πάλι τοῦ Κλήματος






Ἕνα ἀπὸ τὰ ξεχωριστὰ μαγαζιὰ τοῦ Παλιοῦ μας τοῦ χωριοῦ ἦταν κι ἐκεῖνο τοῦ μπαρμπα-Παναὴ τοῦ Παλαιολόγου, ποὺ ἀργότερα, ὅταν χάθηκε, τὸ κράτησε ἡ θειὰ Εὐανθία, ἡ γυναίκα του μὲ τὸ γιό της τὸ Σταμάτη. Ἦταν χτισμένο σὲ περίοπτη θέση, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Κοινοτικὸ Γραφεο καὶ σὲ χῶρο, ὅπου παλιότερα στὸ ἐκεῖ οἰκόπεδο ὑπῆρχε ἀρχαία ὑπαίθρια καρούτα, ποὺ λειτούργησε ἴσαμε τὰ μέσα τοῦ 20ου αἰ.
Ὅμως τὸ μαγαζὶ αὐτὸ εἶχε ἕνα προνόμιο μοναδικό. Δηλαδὴ διέθετε μιὰν ὑπέροχη ταράτσα φραγμένη μὲ γερὴ σιδεριά, ἔργο τοῦ Γέρο-Κορφιάτη ἀπὸ τὴ Γλώσσα, γνωστὴ στὸ χωριὸ ὡς «τὰ κάgιλα». Ἀγνάντευε, λοιπόν, τὸ μαγαζὶ κατὰ τὸ Λουτράκι, τὴ Σκιάθο, «τοῦ πάgου», «τοὺ Πλαρουνήσ’», «τὸὺ Στρουgλό», «τοὺ Κασίδ᾿», ἀλλὰ κι «d᾿ Δασά σαπέρα”... Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶχε καθημερινὰ ἀρκετοὺς ἐπισκέπτες ποὺ ἔρχονταν νὰ ἀγναντέψουν, καὶ νὰ τὰ ποῦνε. Ἀλήθεια, τί;
Πρῶτα-πρώτα κοίταζαν πότε ἔρχεται τὸ καΐκι παλιότερα, κι ἀργότερα, τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς.
-Νάτου βρέ, ξιμπουκάρσι ἀπ᾿ τοῦ φανάρ᾿, ἀπ᾿ τοὺ Σκιάθου...λέγανε μεταξύ τους οἱ χωριανοί, συνεχίζοντας,
-Ἄdi νὰ δοῦμι πόσην ὥρα θὰ κάμ’μέχρι τοῦ Λουτράκ΄
Καὶ παρακολουθοῦσαν τὸ πλοῖο, ποὺ πότε ταξίδευε μὲ ἄνεση καὶ πότε, ἐπειδὴ εἶναι μπουγαζι ἡ θἀλασσα ἀπὸ Σκιάθο μέχρι τὸ Λουτράκι, μὲ σφοδρὴ θάλασσα.
-Νἄτου βρέ, ζ᾿ Καψμάδα εἶνι... Ἀκοίτα πὼς κλιέτι... Φουρτουνα κιαμέτ’
Ὅμως τὸ ἀγνάντεμα δὲν ἦταν μονάχα γιὰ τὴν «Εὐκαιρία» - ἔτσι λέγανε οἱ παλιότεροι τὸ καΐκι τῆς γραμμῆς, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀγναντέψουν τὸ γρύπο ποὺ καλάριζε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ χωριό, «Τς᾿ Κώστα»
-Νἄτους οὑ Χούλης Καλάρσι πάλι...Ἀκοιτα τὰ βαρέλια τἄριξι ἄνοιχτα κι ἄρχισι νὰ μαζεύει d’ καλάδα..», ἄκουγες.
Πράγματι, κάθε τόσο μέσα στὸ χειμώνα ἐρχόταν ἀπὸ τὴ Σκιάθο ὁ γρύπος καὶ καλάριζε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ χωριό, στὴν παραλία «στοῦ Κώστα» καὶ συγκεκριμένα «στὰ Καλάμια», ἀπέναντι ἀπὸ τὸ μποστάνι τοῦ μπάρμπα τοῦ Ἀναργυρου. Κι ἦταν ἕνα θέαμα ἀπὸ τὰ πιὸ μορφα γιὰ μᾶς τὰ παιδιά, καθὼς ἀγναντεύαμε τὸ καΐκι, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ φαινόταν σὰν παιχνίδι, τὰ βαρέλια ποὺ ἔριχνε μὲ τὴν καλάδα, «τοὺ κουλουκάϊκου» πίσω του καί, φυσικά, τὸ τσοῦρμο μέσα στὸ καΐκι. Ὅλα τους ἔμοιαζαν σὰν παραμυθένια...
Πολλὲς φορὲς κατέβαιναν οἱ Κληματιανοὶ στὸ γιαλὸ καὶ ἔπαιρναν ἀπ᾿ τὸ γρύπο φρέσκια μαρίδα μέσα σὲ «μπουέλα» (κουβάδες), γιὰ νὰ τὴ φᾶνε στὸ σπίτι μὲ λάχανα, χόρτα δηλαδή τοῦ ἀγροῦ. Μάλιστα, πολλὲς φορὲς τὰ ψάρια ποὺ φέρνανε στὸ χωριό, ἀκόμα σπαρταροῦσαν...
Ὅμως τὸ πιὸ θαυμάσιο ἀγνάντεμα ἀπὸ τὰ κάγκελα ἦταν τὰ θερινὰ τὰ βράδυα ὅταν βγαίνανε «στοὺ Bάgου»1 τὰ «γρί-γρί» κι οἱ λάμπες.
Τὰ γρι-γρὶ βγαίνανε τὸ σούρουπο στὸν «Παγκο» καὶ μόλις νύχτωνε ἄναβαν τὶς λάμπες τους. Κι ἦταν τὸ θέαμα ὑπέροχο, λές κι ἦταν μιὰ λιτανεία μέσα στὸ πέλαγο ποὺ στολίζει τὰ θερινὰ τὰ βράδυα. Κι ἄκουγες τότε στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας τὸν μονότονο ἦχο τῆς μηχανῆς, ποὺ ἔμοιαζε σὰν μιὰ μυστικὴ συνομιλία μὲ τοὺς ἤχους τῆς στεριᾶς.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ ἄρχιζαν νὰ βγαίνουν κι οἱ λάμπες, δηλαδή ο βαρκες τῶν ντόπιων ψαράδων, γιὰ νὰ καλαμαρέψουν κι ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ Αὐγούστου ἤ καὶ προτύτερα νὰ ζαργανέψουν. (Γιὰ τὸ ψάρεμα τῆς ζαργάνας ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὴν πρώτη βροχὴ μέσα στὸν Αὔγουστο, ὥστε νὰ χοτρίνουν οἱ ζαγράνες καὶ νὰ μὴν εἶναι λιανές).
Τότε, λοιπόν, ποὺ βγαίνανε στὸ πέλαγο οἱ λάμπες - τὶς ὀνόμαζαν ἔτσι γιατὶ εἶχαν προσαρμοσμένη στὴν πρώρη τῆς βαρκας μιὰ λάμπα, ἡ ὁποία δούλευε μὲ ἀσετυλίνη κι ἀργότερα μὲ γκάζι. Παλιότερα, ἀντὶ γιὰ ἀσετυλίνη χρησιμοποιοῦσαν δαδὶ ποὺ τὸ καίγανε πάνω σὲ ἕνα τρύπιο τηγάνι.
Ἀγνάντευαν, λοιπόν, οἱ Κληματιανοὶ τὶς βάρκες ποὺ ψάρευαν καὶ ὑπέθεταν ὅτι ἡ μιὰ εἶναι τοῦ τάδε ἤ ἄλλη τοῦ δεῖνα καὶ σχολίαζαν.
-Ἀιδέτους οὑ Γιουργός, θὰ φουρτουθεὶ ζαργάνα ἀπόψ᾿. Ἀκοίτα...δὲ κνιέτι. Θἄχ᾿ πράμα φαίνιτι....Βρέ, τὶ γένιτι!!!!
Ἤ, πάλι, ἄν βλέπανε νὰ μετακινοῦνται οἱ λάμπες λέγανε:
-Δὲν ἔχει ψάρ᾿ ἀπόψ᾿ ...Κατσπουδιὰ φάινιτι Οὔdι μιὰν ἀπόχ᾿ δὲ θὰ γιουμίσνι...
...Καὶ περνοῦσαν οἱ βραδυὲς τοῦ καλοκαιριοῦ, οἱ μέρες τῶν ἄλλων ἐποχῶν, τὰ χρόνια, μέχρι ποὺ ἦρθε μιὰ μέρα ποὺ ἐρήμωσαν τὰ κάγκελα, ἄλλαξαν χέρια κι ἀπόμειναν στὴ μνήμη μονάχα σὲ κείνους ποὺ νοσταλγικὰ τὰ φέρνουν στὸ νοῦ τους καὶ συγκινοῦνται. Σὰν αὐτὸν ποὺ σέρενει ἐτοῦτες τὶς γραμμές...
π. κ.ν. κ.


1 Ὁ Πάγκος εἶναι μιὰ θαλάσσια περιοχὴ σιμὰ στὸ Πλαροννήσι κι ἀπεναντι ἀπὸ τὰ «Σπάσματα»καὶ τὴν «Δάφνη» - τοπωνύμια τῆς περιοχῆς τοῦ Κλήματος πρὶν ἀπὸ τὴν Ἁρμενόπετρα.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΪΚΑ ΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ, 1

Προσπάθειες ἐξοικονομήσεως χρημάτων γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητοπολίτη μου κύριο Χρυσόστομο, εὐχετήριο ταπεινὸ γιὰ τὴν 14η ἐπέτειο τῆς ἐνθρονίσεώς του στὴν πάνσεπτο καὶ ἱστορικὴ Μητρόπολη Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων.
Στὴν ἱστορία τοῦ κάθε ναοῦ, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε καλά ὅτι προσμετρᾶται, ἐκτὸς τῶν διαφόρων προσπαθειῶν ποὺ καταβάλλονται γιὰ τὴν ἀνέγερσή του, κι ἡ οἰκονομικὴ συνδρομή, διὰ τῆς ὁποίας καὶ συνεχίζεται, ἡ κατὰ τὸ δυνατό, τελειοποίησή του.
Ἀπὸ τὶς ἄγνωστες μέχρι σήμερα προσπάθειες ποὺ γίνανε ὥστε νὰ στερεωθεῖ καὶ λαμπρυνθεῖ ὁ περικαλλὴς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, εἶναι καὶ τὰ ὅσα στὴ συνέχεια θ᾿ ἀναφερθοῦν: πρῶτα εἰς μνημόσυνον ὅλων ἐκείνων καί, στὴ συνέχεια, ὡς παραδειγματισμὸς τῶν νέων γενεῶν. Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτά, πιστεύω, πὼς πρέπει νὰ δημοσιοποιοῦνται καὶ μετ᾿ ἐμφάσεως νὰ τονίζονται.
Μεγάλες, λοιπόν, ἦταν οἱ θυσίες ποὺ γίνανε γιὰ νὰ ἀνεγερθεῖ ὁ ναὸς αὐτός. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κατεδαφίζεται τὸ ἑτοιμόρροπο παλιὸ κτίσμα, μέχρι καὶ τὸν ἐμπλουτισμὸ τοῦ νέου ἱεροῦ καθιδρύματος μὲ κάθε τί, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν εὐπρεπῆ λειτουργία του. Γιὰ ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἀνάλογη οκονομικὴ ἐνίσχυση, ὥστε νὰ κατορθώσει τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Συμβούλιο νὰ προβεῖ σὲ ἀνάλογες πράξεις.
Ἀπὸ τὶς πρῶτες, λοιπόν, προσπάθειες οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἔργου τῆς ἐκ βάθρων ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἦταν τὰ λεγόμενα «κυτία εἰσφορῶν». «Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας (τοῦ ἔτους 1890) [ἐλήφθησαν] ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου αἱ ἑξῆς συνδρομαί: Ἐκ διαφόρων προσφορῶν διὰ περιφορᾶς κυτίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ κατὰ Μάϊον δρχ. 80, 40 , Ἰούνιον 103, 45, Ἰούλιον 110, 30, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Αὐγούστου δρχ. 27. Διὰ κιβωτίων τεθειμένων ἐν τῶ Λιμεναρχείῳ δρχ. 37, ἐν τῷ οἰνοπωλείῳ Λ. Φαρμακίδου δρχ. 59, ἐν τῶ οἰνοπωλείῳ Θ. Βούλγαρη δρχ. 42. Ἐν ὅλῳ 508, 85. Ἔτι δὲ συνελέχθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τοῦ θεμελίου λίθου δρχ. 290 καὶ ἐκ τῆς πωλήσεως χειροτεχνημάτων τῶν κατασκευασθέντων ὑπὸ μαθητριῶν τοῦ Δημοτικοῦ Παρθεναγωγείου τῇ ἐπιμελείᾳ τῆς διευθυντρίας κ. Αἰκατερίνης Ἰωάννου δρχ. 660, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 1300, 85».
Πηγὴ ἐσόδων ἦταν ἐπίσης καὶ τὰ δέρματα τῶν ἀμνῶν, ποὺ τὶς μέρες τοῦ Πάσχα ἦσαν ἀρκετά, ἀφοῦ ἔθιμο ὑπῆρχε σὲ κάθε οἰκογένεια νὰ ἔχει τὸ δικό της τὸ ἀρνί, ποὺ τοὺς τὸ πωλοῦσαν οἱ γύρω βοσκοί, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔκαναν καὶ τὸν χασάπη.
«Πρὸς ὄφελος τοῦ ἀνοικοδομουμένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου συνελέγησαν, κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα δέρματα ἀρνίων 330, ἅτινα πωληθέντα ἀντὶ δρχ. 2 καὶ 25 λ. ἀπέδοσαν ἑπτακοσίας τεσσαράκοντα δύο δρχ. καὶ λεπτὰ πεντήκοντα. Πρὸς δὲ εἰσεπράχθησαν πλὴν τῶν 300, ἅς προσήνεγκον οἱ ἀδελφοὶ Ἀθανασιάδου ἐκ δωρεᾶς δρχ. 25 καὶ ἐκ διαφόρων εἰσφορῶν δρχ. 22, 50 ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 789, 80. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶνε ἀληθῶς μικρὸν κατώτερον τῶν προσδοκιῶν πάντων... Ἐλπίζομεν ὅτι οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται δὲν θὰ ὀκνήσωσι νὰ διατρανώσωσι τὴν γενναιοδωρίαν των πρὸς ἔργον τοσοῦτῳ μέγα καὶ ὅτι ἐν καιρῷ θὰ παράσχωσι ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως πᾶσαν δυνατὴν χρηματικὴν βοήθειαν».
Τέλος, ἄλλη πηγὴ ἐσόδων ἦταν ἡ περιφορὰ σ᾿ ὁλόκληρη τὴν πόλη τοῦ Τ. Σταυροῦ, μετὰ τὴν κατάδυσή Του τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος [Χριστοφόρος] κατέδυσε τὸν Σταυρὸν εἰς τὴν θάλασσαν, κρατούμενον διὰ ταινίας, ἀνασύρας δ᾿ αὐτὸν παρέδωκε εἰς τοὺς ἐπιτρόπους τοῦ ἀνοικοδομουμένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὑπὲρ τοῦ εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς περιφορᾶς τοῦ σταυροῦ δρχ. 1080».
Ὁ παλαιὸς ναὸς ἔπαυσε νὰ λειτουργεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 1889. Μάλιστα ἡ πανήγυρις τοῦ ἔτους 1890 ἔγινε στὴν Ἁγία Παρασκευή. «Τὴν ἐρχομένην Πέμπτην [6/12], μνήμην τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πανηγυρίζει ὁ ἐνταῦθα φερώνυμος καὶ νῦν ἀνοικοδομούμενος ἱερὸς ναός·ἡ ἑορτὴ θέλει τελεσθῇ διὰ πάσης ἐκκλησιαστικῆς λαμπρότητος ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς... ἡ ἀνοικοδόμησις τοῦ ναοῦ χρήζει ὡς γνωστὸν τῆς συνδρομῆς ἁπάντων τῶν συμπολιτῶν μας...».
Ὅσον ἀφορᾶ δὲ στὴν κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ ναοῦ αὐτὴ ἄρχισε σταδιακά. Ἔτσι, τὸ 1884 κατεδαφίστηκε τὸ καμπαναριό, ἐνῶ στὰ μέσα Μαρτίου τοῦ 1890 ἄρχισε σταδιακὰ κι ἡ κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ ναοῦ. «Ὡς γνωστὸν τὸ ἔργον τῆς κατεδαφίσεως καὶ ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἐν τῇ πόλει μας ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐκτεθὲν εἰς μειοδοσίαν κατεκυρώθη ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἐργολάβου Γρηγορίου Χ. Δημητρίου, [τὸ 1891 ἐργολάβος ἀνέλαβε ὁ Στυλιανὸς Μαργαρίτης] ἐφ᾿ καὶ συνετάχθη τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην [22-2-1890] ἐνώπιον τοῦ ἐνταθα Συμβολαιογραφου κ. Ἐλ. Ἀποστολίδου τὸ προσῆκον περὶ τούτου συμβόλαιον, μεταξὺ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ Α΄ Δημαρχιακοῦ Παρέδρου κ. Ἐμμ. Χύμου καὶ τοῦ, ὡς εἴρηται, ἐργολάβου. Ἡ τοῦ ἔργου ἔναρξις γενήσεται μετὰ ἔνα μῆνα [δηλ. γύρω στὶς 20 Μαρτίου], ἐντὸς δὲ δύω ἐτῶν ἡ τοῦ ὅλου ἔργου ἀποπεράτωσις, ὥστε, ὡς παρατηροῦσιν οἱ συμπολῖται μας, καὶ τὸ πολυθρύλητον τοῦτο ζήτημα ἐλύθη κατ᾿ εὐχὴν καὶ ὅσον οὕπω τίθεται εἰς πλήρη ἐνέργειαν».
Τελικὰ ἡ κατεδάφισις ἄρχισε, ὡς φαίνεται, μετὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1890, δηλαδή γύρω στὶς 9-10 Ἀπριλίου, «Ἀπὸ τῆς ἐρχομένης ἑβδομαδος, [δηλ. μᾶλλον ἀπὸ Δευτέρα 9 Ἀπριλίου] ἄρχεται ἡ κατεδάφισις καὶ ἡ ἐκ θεμελίων ἀνέγερσις τοῦ ἐνταῦθα ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου· ἡ σύγχρονος ἔναρξις τριῶν σπουδαιοτάτων τεχνικῶν ἔργων, τοὐτέστν ἡ κατεδάφισις τῆς πρὸς τὴν πόλιν πλευρᾶς τοῦ Φρουρίου, πιεζούσης αὐτὴν ὡς ἄλλος ἐφιάλτης, καὶ οὐ μικρὰν προξενούσης αὐτῇ ἀσχημίαν· ἡ διαπλατυνσις τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ ἡ κατεδάφισις τοῦ ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ ἐγηγερμένου Φρουρίου καὶ ἐκείνη ἡ τοῦ ναοῦ, εἰσίν ἔργα, ὁ χαλασμὸς τῶν ὁποίων θέλει ὁμολογουμένως ἀνακαινίσει καὶ σημαντικῶς ἐξωραΐσει τὴν πόλιν, ἥτις καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑλικὴν σπουδαίως θέλει ὠφεληθῇ».
Ἡ κατεδάφιση φάινεται πὼς τελέιωσε μέσα στὸν ἑπόμενο μῆνα, τὸν Μάϊο δηλαδή, γιατὶ τὴν Κυριακὴ 20 Μαΐου, ἔγινε ἡ θεμελίωσις τοῦ νέου ναοῦ ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Χαλκίδος Χριστοφόρο. «Ἡ περὶ ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου κοινὴ ἁπάντων τῶν συμπολιτῶν μας ἐπιθυμία ἄρχεται ἐκπληρωμένη· αὔριον [20/5] περὶ ὥραν 10 π. μ. θέλει τεθῇ ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ εὐκτηρίου οἴκου τοῦ Χριστεπωνύμου τῆς πόλεώς μας πληρώματος· ἐπὶ τούτῳ ἠ Δημοτοκἢ ἀρχὴ ἐξεδοτο τὸ προσῆκον πρόγραμμα, δι᾿ οὗ κανονίζονται τὰ τῆς τελετῆς τοῦ ἁγιασμοῦ ἐπὶ τῆ καταθέσει τοῦ θεμελίου λίθου καὶ παρακαλοῦνται πᾶσαι αἱ πολιτικαί, ἐκκλησιαστικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαί, καὶ οἱ πολῖται, ὅπως μετάσχωσι τῆς τελετῆς ταύτης, καθ᾿ ἥν ἐκ τοῦ ἐν τῷ Φρουρίῳ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς θέλει συνοδευθῇ δι᾿ ἐκκλησιαστικῆς πομπῆς ἡ ερὰ εἰκὼν τοῦ γίου Νικολάου καὶ μεταφερθῇ ἐν τῶ τόπῳ ἔνθα ἀνεγερθήσεται ὁ ναός».
Γιὰ τὴν ἱστορία σημιώνονται καὶ τὰ ὀνόματα τῶν Ἐκκλ. Ἐπιτρόπων τοῦ Ἁγίου Νικολάου: Ἐμμ. Βαβέας, Ἀντ. Μάτσας Π. Ν. Παῦλος καί, φυσικά, ὁ Ἐμμ. Χύμος.
 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Για το βιβλίο της Ζωής Κατσιαμπούρα “Μαθαίνεται η Ζωή;” (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η Ζωή Κατσιαμπούρα μετά τις Ιστορίες της Μανιάς έρχεται να μας πει και τις δικές της και αποδεικνύεται με τη δεύτερη αυτή εμφάνισή της στην πεζογραφία σαν έτοιμη από καιρό και θαρραλέα. Και μάλιστα με τις γνώσεις της από τις σπουδές της καταφέρνει να συγκεράσει τη συγγραφή της λογοτεχνίας με τη θεωρία της. Από την πρώτη σελίδα του βιβλίου της με τον τίτλο Μαθαίνεται η Ζωή; ήδη μας ενημερώνει πώς γράφεται το μυθιστόρημα. Δεν ξέρω αν θα καταλήξει σε μια θετική απάντηση, όσον αφορά τη ζωή, αλλά μου λύνει την απορία για το αν αυτός που μιλάει είναι ένας άλλος –«εγώ είναι ένας άλλος» έλεγε ο Ρεμπώ- δείχνοντας την απόσταση του εγώ από τον ήρωα, όπως μάθαμε και διδάξαμε σε μαθητές και συναδέλφους στην Επιμόρφωση: αυτός που γράφει είναι άλλος και δεν είναι αυτός που λέει «εγώ» μέσα στο μυθιστόρημα…

Βέβαια, εγώ που λέω «εγώ» μέσα στο βιβλίο, δεν είμαι εγώ, αλλά εγώ τα γράφω και τα φορτώνω στον ήρωά μου. Έρχεται λοιπόν, η Ζωή –η συγγραφέας, δηλαδή, μπαίνει στο εγώ των άλλων, προσπαθώντας να μας μάθει αν μαθαίνεται η Ζωή και παράλληλα και η συγγραφή:

«Αγαπητέ Λευτέρη, Το διάβασες! Σ’ ευχαριστώ! Τη γνώμη σου τη θεωρώ ειλικρινή για να παίρνω κουράγιο! Τα σχόλιά σου τώρα: Εννοείται ότι δικές μου είναι οι σκέψεις των ηρώων. Πώς αλλιώς; Εγώ είμαι η Μαντάμ Μποβαρύ και ο εραστής και ο Κάρολος. Εγώ διάλεξα το θέμα, εγώ επινόησα τους συνδυασμούς. Οι ιστορίες όμως δεν είναι δικές μου …». Τέλεια. Επομένως εγώ και εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, «hypocrite lecteur mon semblable, Mon Frère!» που έλεγε ο Baudelaire, λέμε ψέματα όταν λέμε πως δεν έχουμε καμία σχέση με τα διαδραματιζόμενα. Απλώς, κρυβόμαστε πίσω από το εγώ των άλλων κάνουμε ένα ρετούς στα γνωστά θέματα που μας έχουν συγκινήσει, σαν τον σκηνοθέτη που διαλέγει μια κούκλα πρωταγωνίστρια  για να ενσαρκώσει μια ηρωίδα υπαρκτή που καμιά σχέση δεν έχει φυσιογνωμικά με την πρωταγωνίστρια. Ε! έτσι και ο συγγραφέας κάνει ρετούς σε ό,τι θέλει.

Δεκαεννέα κείμενα. Όλα ένα κι ένα, σαν σκληρά αμύγδαλα στα δόντια, τα διαβάζεις και τρίζουν, σπαρταράς στα γέλια με τα περισσότερα. Είναι η εθνική κοινωνική, πολιτική, πνευματική μας ιστορία, η κακομοίρικη και η μίζερη, από τον καιρό των τσιφλικάδων - πόλεμοι, πραξικοπήματα, φτώχιες, διώξεις, εμφύλιος- μέχρι τη δεκαετία του 1960 που είναι η εποχή των μεγάλων προσδοκιών και ανακατατάξεων, των ψευδαισθήσεων των ελευθεριών, της αλλαγής των πραγμάτων των πολιτικών, των αμφισβητήσεων των αυθεντιών, του ευρωπαϊκού (διάβαζε αμερικάνικου) τρόπου ζωής, των συμπεριφορών και ονείρων, κομμένων και ραμμένων στα μέτρα που ο καθένας μας τα ονειρεύτηκε και τα παράγγειλε, όπως νόμιζε ότι θα του ταίριαζαν και θα τα φόραγε στο τέλος.

Η Κατσιαμπούρα πρώτα πρώτα έχει γνώσεις. Έχει παρατηρητικότητα. Έχει χιούμορ και πάνω απ’ όλα, έχει ταλέντο. Μάζευε υλικό στο μαγνητόφωνο (παλιάς κοπής συγγραφέας) και τώρα το σερβίρησε σε δεκαεννέα κούπες. Σπάμε κούπες, σκάμε στα γέλια. Μας κερνάει κρασί δυνατό, μπρούσκο. Δεν λέω «νέκταρ» γιατί αυτό θα ήταν πολύ της ρομαντικής σχολής, ενώ εδώ έχουμε ένα καθαρόαιμο, γκροτέσκο, δυνατό, κείμενο, γεμάτο από μυρωδιές χωριάτικες και λαϊκές, της εποχής που η Ελλάδα προσπαθεί να επικοινωνήσει με την εξ Ευρώπης παιδεία, τα νέα πολιτικά ρεύματα, τον εκσυγχρονισμό, βρε αδελφέ! Να γίνουμε κι εμείς Ευρώπη από τον καιρό του Κοραή… Να κάνουμε την περίφημη «Μετακένωση».

«Μαθαίνεται η ζωή»; Η απάντηση είναι…. Έκπληξη για το τέλος και άσκηση για το σπίτι.
Τα κείμενα του βιβλίου είναι μικρά και μεγάλα. Τα μεγάλα είναι ανάπτυξη του μικρού και ουσιαστικού και τα μικρά σύμπτυξη του μεγάλου και σημαντικού. Ένα μπαντονεόν, που ανοίγει παίρνει ανάσα και κλείνει. Όλα χαρακτηρίζονται από διειδυτικότητα στο βάθος του φαινομένου ή του γεγονότος που παρουσιάζουν και την έκταση που καταλαμβάνουν. Έτσι βλέπουμε στην επιφάνεια το στήσιμο του κωμικού τις περισσότερες φορές, σκηνικού, αλλά από πίσω κι από κάτω, από βάθος μέγα, αναδύονται νοοτροπίες, ιδέες, ήθη, συνήθειες, συμπεριφορές, καταπιεσμένα ένστικτα, καμπουφλαρισμένες επιθυμίες, που θέσαμε υπό ορθολογιστικό έλεγχο, που σχεδόν έχουμε ξεχάσει. Που νομίζαμε πως ξεμάθαμε, προσπαθώντας να μάθουμε τη ζωή και να γίνουμε μοντέρνοι.

Σήμερα ο κόσμος έχει γίνει ένα απέραντο ξενοδοχείο, έλεγε ο Σεφέρης, για να δείξει, εκτός των άλλων, ότι είμαστε όλοι ένοικοι και προσωρινοί, σ’ αυτό τον κόσμο, που δεν πρόλαβε να αλλάξει και να δικαιώσει τις προσδοκίες εκείνων που ήλπισαν και που αγωνίστηκαν και κάποιοι πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτή την αλλαγή. Και ο καιρός πέρασε και όλοι είδαμε πια τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι αλλαγές. Ωστόσο, το χιούμορ κάνει καλό στην υγεία και σοβαρολογώ (ο Μισέλ Πικολί έλεγε στην ταινία Ο Μιλού το Μάη: αποφάσισα να είμαι ευτυχής γιατί η ευτυχία κάνει καλό στην υγεία). Και το πικρό έχει την κωμική του εκδοχή και το απλό καθημερινό και αστείο, έχει γέλια σπαρταριστά, μέχρι δακρύων που μπορούν όμως εύκολα να μπερδευτούν με τα δάκρυα λύπης. Η αντίφαση, το οξύμωρο, η αντινομία, όπως και να το πω αυτό που χαρακτηρίζει τη ζωή μας, χαρακτηρίζει και τα διηγήματα.

Παίρνω για παράδειγμα το διήγημα, «Πλασιέδες και Λαμπράκηδες» για την ολιστική προσέγγιση των φαινομένων της ζωής. Έχει μέσα του όλα, όσα ανέφερα. Βρισκόμαστε στο 1960 και οι φτωχοί άνθρωποι και αριστερών πολιτικών αποχρώσεων δεν μπορούν, λόγω φρονημάτων, να φύγουν εργάτες στη Γερμανία, εννοείται ότι δεν μπορούν πουθενά να βρουν δουλειά και ούτε λόγος για να διοριστούν στο δημόσιο. Λίγο παλιότερα δεν μπορούσαν να μπουν ούτε στο πανεπιστήμιο ούτε δάσκαλοι να γίνουν. Και τότε τι να γίνουν; Έμποροι της Βενετίας, θα έλεγε ο Σαίξπηρ, στα ελληνικά συμφραζόμενα πλασιέ.

Έχουμε λοιπόν έναν πλασιέ που και τι δε λέει ο άνθρωπος. Λόγω επαγγέλματος, σαν τον παλιό πραματευτή, γυρίζει, βλέπει ακούει, μαθαίνει. Όλα όσα βλέπουν τα μάτια του και ακούνε τα αυτιά του δεν είναι άλλο από όσα θα έβλεπε ένας κινηματογραφιστής που θα γύρναγε τις γειτονιές για να αποτυπώσει στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής. Μιας ζωής που αγωνίζεται να επιβιώσει με τα ψέματα και να μπαλώσει τα πράγματα με όποιο τρόπο μπορεί θεμιτό ή και αθέμιτο, κάποιες φορές. Επομένως το βιβλίο απλώνεται σε ένα επίπεδο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, ηθικό, ταξικό, θρησκευτικό, φυσιολατρικό. Ανθρώπινο, με λίγα λόγια.

Λέει ο πλασιέ: Τι πουλάνε; «σεντόνια και κεντήματα ‘‘χειροποίητα’’, τι λέω τώρα, ως και βρακιά και γλυκά του κουταλιού και ‘‘μέλι αγνό’’ … πήγαινες από σπίτι σε σπίτι να πουλήσεις με δόσεις, βέβαια το ένα άλλο ένα. Πώς αλλιώς; … Αν έκανε το πράγμα τριάντα δραχμές, ας πούμε, και έβαζες δόση ένα τάλιρο τη βδομάδα, κι εσύ ο δοσάς κέρδιζες, γιατί από τις τριάντα δραχμές, οι είκοσι ήταν κέρδος, και εκείνη που πλήρωνε έτσι σου χρωστούσε χάρη, γιατί αγόραζε ό,τι ήθελε χωρίς να έχει λεφτά στο χέρι. Γιατί δεν μάζευαν τα φράγκα τους να πάνε να τα αγοράσουν στην Ερμού, στην Αιόλου, στην Αγίου Μάρκου; Ξέρω γω; Ντρέπονταν να πάνε στα μαγαζιά; Πώς θα έφευγαν από το σπίτι τους; Στο κάτω κάτω, ήταν και το άλλο, πώς θα ψήναν καφέ στον δοσά να πουν και καμιά κουβέντα; Να γκομενίσουν κιόλα κάποιες; Πολλές φορές τύχαινε να είναι ο άντρας στο σπίτι … άνοιγε η πελάτισσα και κλείνοντας το μάτι φώναζε δυνατά: ‘‘Όχι καλέ, δεν θέλουμε τίποτα, δεν αγοράζουμε εμείς’’… Ήξερες τότε ότι έπρεπε να περάσεις μετά, όταν θα έφευγε ο μαντρόσκυλος». Εδώ έχουμε ένα δυνατό κοινωνικό σχόλιο. Πρώτον, οι άντρες ποτέ δεν κατάλαβαν αν το σπίτι είχε ανάγκη από σεντόνια και πετσέτες. Δεύτερον, η γυναίκα που ξέρει τις ανάγκες επινοεί τρόπους για να τις ικανοποιήσει, χωρίς εκείνος να παίρνει είδηση και να γκρινιάζει (και όχι πάντα, βέβαια, με το απλό τρόπο, αλλά … Θυμάστε στο Ζερμινάλ του Ζολά, πώς εξασφάλισε ένα κομμάτι κρέας η γυναίκα του ανθρακωρύχου για τον άντρα της που έμπαινε στα έγκατα της γης να βγάλει κάρβουνο; Δεν άφησε την κόρη της να πάει στον μπακάλη. Πήγε η ίδια και το διαπραγματεύτηκε, η έμπειρη που ήξερε να το παζαρέψει. Διεθνής και πάντα επιτυχημένη η πατέντα.

Μετά ο δοσάς αλλάζει θέμα. Μιλάει για τις υπηρέτριες που ζουν στο υπόγειο του σπιτιού, οι οποίες «ξεπατρισμένες και μόνες, βρίσκαν παρέα στον πλασιέ να πουν μια κουβέντα … Δυο τρεις από αυτές τις είχα πελάτισσες τριάντα χρόνια. Έγινε η προίκα, έφυγαν από τη δουλειά τους, δεν είναι πια ‘‘υπηρεσία’’, μπήκαν καθαρίστρια σε υπουργείο, σε σπίτια και μαγαζιά… πιο ελεύθερη δουλειά, αλλά ο γαμπρός δεν ήρθε και οι προίκες στοιβάζονταν αμεταχείριστες». Τα φτωχά κορίτσια που ξενιτεύτηκαν και από υπηρέτριες αναβαθμίστηκαν σε καθαρίστριες (αλλάζουν οι σχέσεις εργαζόμενης και εργοδότη) για να φτιάξουν την προίκα και να παντρευτούν και πολύ καλά ξέρουμε τι συνέβαινε με αυτά τα κορίτσια και τα αρσενικά αφεντικά τους. Και ο πλασιέ, που έβλεπε τι γινόταν, που καταλάβαινε τη δυστυχία, που ήταν κι αυτός παιδί του λαού, εκεί, να της πουλήσει και κάτι ακόμα για την άχρηστη προίκα. Το συμφέρον πάνω από όλα.

«Στους Λαμπράκηδες, μη νομίζεις, φανταστήκαμε τον κόσμο αλλιώς, Ελεύθερες σχέσεις και ειλικρίνεια (το πρώτο ζητούμενο οι ελεύθερες σχέσεις). Ο Τάκης έφυγε από το χωριό σχεδόν διωγμένος από μια καψοσχέση, μισή κι ανέσωτη, κι εδώ, στην οργάνωση, έβρισκες τις κοπέλες τρυφερές και άνετες, διαθέσιμες… Μου άρεζαν οι μορφωμένες κι εγώ τους άρεζα, αλλά ‘‘σχέση’’ δεν προχώρησε μ’ αυτές. Δεν βαριέσαι. Κι αυτές που βρήκα στη ζωή μου κούκλες ήταν και τις σκέφτομαι με χαρά. Αλλά βαριόμουν σε λίγο καιρό, πιθανόν κι αυτές να με βαριόνταν, είχα και τις ελευθερίες μου τότε, ξέρεις, Παλαμιώτης που άφησε πίσω του τις ντροπαλές με τη μαντήλα και τα σκασμένα ποδάρια στη βόλτα της Κυριακής και ήρθε εδώ να βλέπει γυναίκες όμορφες και καλοβαλμένες και χαμογελαστές και ελεύθερες. Κατά του γάμου, μισός μισός ο λογαριασμός στην ταβέρνα, όχι σαχλαμάρες και κομπλιμέντα της σειράς… ‘‘Ναι μισά μισά στην ταβέρνα’’, μου είπε κάποτε η Μαρία ‘‘αλλά στο σπίτι περιμένεις να μαγειρέψω εγώ’’… Καλά παιδιά οι αριστεροί, αλλά αυτά που παντρεύονται καλύτερα».

Είπαμε ότι η χώρα αλλάζει, αλλά αλλάζει πιθηκίζοντας ξένες συμπεριφορές, γιατί οι Λαμπράκισσες και η Μαρία του αποσπάσματος και οι άλλες που του «άρεζαν» ή τους «άρεζε» δεν είναι παρά το κακέκτυπο μιας νεολαίας που μας έρχεται απέξω, απηχώντας τον Μάη του ’68, το φεμινιστικό κίνημα, την απελευθέρωση των ηθών και των σεξουαλικών σχέσεων, την ισότητα των φύλων στη διαχείριση των οικονομικών (στην ταβέρνα όμως, όχι και στο σπίτι). Μια μηχανιστική μεταφορά ιδεών της Δύσης στην Ελλάδα, «τις γνώμες σοφών από την Εσπερία», ενώ ακόμα – το ’60- επιβιώνει το νυφοπάζαρο της Κυριακής στο χωριό με τα κορίτσια με τις μαντήλες (σαν τις μπούργκες των μουσουλμανίδων) και τις σκασμένες φτέρνες. Αυτές οι τελευταίες με πάνε ντρίτα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, σ’ εκείνη τη σκηνή που ανασήκωσε τις φουστάνες της και φάνηκαν οι χοντρές εμβάδες της και οι τρύπιες κάλτσες της. Άλλα χρόνια ίδια δύστυχα όμως.

Και μετά έρχεται «η Χούντα, οι αληταράδες, οι κωλοφασίστες. Με συνέλαβαν. Έφαγα ξύλο για να αποκαλύψω σχέδια για κατάλυση του κράτους που δεν είχαμε… για ονόματα και διευθύνσεις που δεν έδωσα και αισθάνομαι ότι κέρδισα τον τίτλο του ανθρώπου, βρε!». Και αφού μας τον έστησε σαν ήρωα, χλαπ του δίνει μία και τον γκρεμίζει από το βάθρο. Και η Τασούλα η φοιτήτρια που μοιράζανε προκηρύξεις και παρίσταναν το ζευγαράκι… Το τερπνό μετά του ωφελίμου, ο σύντροφος, πλασιέ και Λαμπράκης. (Εδώ θυμάμαι τον Γιοκαρίνη «Είμαι άρχοντας και μην ξεχνάς, Μαρία, πριν δυο μήνες πασατέμπο και πορεία»).

«Με τους Λαμπράκηδες διάβασα και τα βιβλία του Κορδάτου για την Παλαιά Διαθήκη, ε, άκουσα τόσες φορές για το όπιο του λαού». Και για τη φύση «η οικειοθελότατη εργασία που αν κάτι το κάνεις από ανάγκη δεν μας αρέσει. Το ίδιο πράγμα, άμα το κάνεις για πλάκα, είναι σαν σπορ».

Αφήγηση σπαρταριστή, λεξιλόγιο που χρειάζεσαι και τον Μπαμπινιώτη, μερικές φορές (εκείνοι οι Δασκαλοπουλαίοι δε φτάνει που είναι φονιάδες είναι και γεμάτοι άγνωστες λέξεις, πανάθεμά τους: φοντς, πλοκό, γαλίκι, παρμάκες, φιλογούσαν, τζιαουνίζοντα), λεξιλόγιο που μας μεταφέρει στο χρόνο (αλήθεια γιατί λέγαμε «ψήνω καφέ» και όχι φτιάχνω; Στο φούρνο τον ψήναμε;), χαρακτήρες αδροί, δυναμικοί, αντιπροσωπευτικοί του είδους του ανθρώπου που θέλει να συμβαδίσει με τα μοντέρνα ρεύματα αλλά που το χούι του Παλάμα, του χωριού δηλαδή (όχι του ποιητή) του βγαίνει μπροστά. Έκθεση γεγονότων στα οποία παρουσιάζεται κωμικά καμουφλαρισμένο το δράμα της νεότερης Ελλάδας, της νιότης μας, δηλαδή, της προσπάθειας για «Μετακένωση» του αρχαίου μεγαλείου που έγινε ευρωπαϊκό και τώρα το θέλουμε πάλι πίσω. Ευρωπαϊκά μοντέλα στην ελληνική ψωροκώσταινα. Η Κατσιαμπούρα κάνει έργο αυτό που έλεγε ο Σεφέρης: «Δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες». Και ποια είναι η δουλειά του; Δουλειά του είναι να ακούει τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζει πώς συμπλέκονται με την ψυχή του και το σώμα του και να τα εκφράζει. Αυτό έκανε η Κατσιαμπούρα πήρε το υλικό ακατέργαστο από τη ζωή γύρω της και το έπλασε στα διηγήματά της. Με εκφραστική λιτότητα, χωρίς λεκτικές πιρουέτες, εστιάζοντας στην ουσία, μας έδωσε μια Ελλάδα με την ανθρωπιά της και την απανθρωπιά της.

Όλα ωραία, με πίκρα, με δάκρυ, με πόνο, με χιούμορ. Δεν ξέρω να απαντήσω στο ερώτημα αν «Μαθαίνεται η Ζωή». Το σίγουρο είναι ότι τρώγεται και ότι είναι γεμάτη εκπλήξεις. Κι αν εμείς που έχουμε φάει τα δύο τρίτα ή τα τρία τέταρτα, δεν απαντήσουμε, τότε κανείς δεν θα απαντήσει. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όλα γυρίζουν στον τροχό του χρόνου, όλα αλλάζουν, όλα ανατρέπονται, όλα αναθεωρούνται, ανακυκλώνονται και μας ξαφνιάζουν. Γηράσκω αεί διδασκόμενος και μέχρι τελευταίας πνοής μαθητευόμενος. Αν αυτά τα διηγήματα τα διαβάζαμε τότε στην εποχή που αναφέρονται, θα είχαμε κάτι να περιμένουμε από το μέλλον. Τώρα που είμαστε στο μέλλον, που η ζωή έκανε τον κύκλο της και τα άλεσε όλα, τώρα τι κάνουμε; Έχει έναν ωραίo στίχο ο Paul Εluard: Nous de l’ avenir pour en petit momen penson au passé. Εμείς από το μέλλον για μια στιγμούλα ας σκεφτούμε το παρελθόν (και πώς φτάσαμε ως εδώ, ας συμπληρώσουμε). Η Κατσιαμπούρα σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός βγάζει περιστέρια και λαγούς από το καπέλο της με αυτά τα διηγήματα, τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν επεισόδια ενός επιτυχημένου σίριαλ ευρείας κατανάλωσης.


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Αρή, σα dα χιόνια....»*

(Μιὰ περίεργη φράση μὲ ἐπικοινωνιακό, ὡστόσο, περιεχόμενο)


Μὲ τὸ χιονιὰ ποὺ μᾶς ἐπισκέφτηκε καί, μάλιστα, μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴ μέσα στὴ γενικὴ ἀπόγνωση ποὺ μᾶς συνέχει, νὰ λευκάνει σὲ κανοποιητικὸ βαθμὸ τὸ τοπίο καὶ νὰ τοῦ δώσει μιὰν ἄλλη ὄψη, αἰσίοδοξη καὶ χαριτωμένη, θυμήθηκα μιὰ φράση ποὺ λέγανε οἱ παλιὲς οἱ Κληματιανές.
Ὅταν εἶχαν καιρό, λοιπόν, ν᾿ ἀνταμώσουνε καὶ τύχαινε κάποιο γενονὸς ποὺ τοὺς ἔδινε τὴν εὐκαιρία νὰ βρεθοῦνε - ὅπως τὸ πανηγύρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ποὺ συναντιόντουσαν οἱ τοῦ Πάνω Κλήματος μὲ τοῦ Κάτω, τότε ἄκουγες νὰ λέει ἡ μιὰ νοικοκυρὰ στὴν ἄλλη: «Ἀρή, σὰ dα χιόνια πλιό!!!».
Ἄραγε, τί σήμαινε αὐτὴ ἡ παροιμιώδης φράση «σὰν τὰ χιόνια»; Μόνο δηλαδή, ὅταν ἔκανε χιονιὰ ἀντάμωναν;
Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅταν ἦταν μέρες ποὺ ὁ χιονιὰς ἔκλεινε τὸν κόσμο στὰ σπίτια του, τότε τὰ ἀτέλειωτα ἐκεῖνα ἀπομεσήμερα -γιατὶ πάντα τὰ πρωϊνὰ καὶ τὰ μεσημέρια ἦταν ἀφιερωμένα στὸ σπίτι, στὸ φαΐ, στὸ βόλεμα τῶν «ζῶν» ( ζώων, ὅπως τῆς γίδας τῆς προβατίνας, τοῦ μουλαριοῦ κ.λ.π.)- μαζεύονταν ὁ ἕνας στὸ σπίτι τοῦ ἄλλου καὶ «λακριντεύανι», ὄχι χωρὶς νὰ ἔχουν διαθέσιμα καὶ τὰ ἀνάλογα σερβιρίσματα, ὅπως καφές, «ζιστό» (κυρίως φασκόμηλο), ἀλλὰ καὶ καμμιὰ τηγανίτα μὲ τὸ πετιμέζι. Κυρίως οἱ νοικοκυρές, γιατὶ οἱ ἄντρες πηγαίνανε στὸ καφενέ νὰ ποῦνε τὰ δικά τους, νὰ παίξουν κανένα «σκαμπίλι», νὰ πιοῦν κανένα ρακὶ μὲ ξυδάτη ἐλιὰ καὶ λίγο παστό (τότε φτιάχνανε σχεδὸν ὅλα τὰ σπίτια).
Ἀνταμώνανε, λοιπόν, οἱ νοικοκυρές μὲ τὸ «κουφνάκ’(ι) τ’ς» ἡ καθεμιὰ περασμένο στὸ μπράτσο, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε τὸ «τσουράπ’» ποὺ πλέκανε, ἤ ἄλλο ἐργόχειρο, καὶ τὰ λέγανε, μέχρι νὰ σουρουπώσει, ν᾿ ἀναψει ἡ λάμπα καὶ νὰ παέι ἡ κάθε μιὰ στὸ σπίτι της, γιατὶ πέφτανε καὶ νωρίς γιὰ ὕπνο...
Ἀπό κεῖ, λοιπόν, φαίνεται νὰ προῆλθε αὐτὴ ἡ σχεδὸν λησμονημένη φράση «Σὰ dα΄χιόνια». Ποὺ ἦρθε στὸ νοῦ αὐτὲς τὶς μέρες, μέρες τοῦ χιονιᾶ, χαριτωμένες καὶ νοσταλγικές πάντα.
π. κ. ν. κ

* Ἔγραψα τὸ τίτλο χρησιμοποιώντας καὶ λατινικοὺς χαρκτῆρες, γιὰ νὰ ἀποδώσω, ὅσο γίνεται πιὸ πολύ, τὴ μουσικότητα τῆς λέξης. 

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Για το έργο της Μέλπως Αξιώτη “Η Κάδμω” (Φιλολογική Επιμέλεια - Επίμετρο - Σχόλια: Μαρία Κακαβούλια, εκδ. Κέδρος 2015)

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

Η Κάδμω είναι το τελευταίο έργο της Μέλπως Αξιώτη, αυτοβιογραφικό, συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ένα δύσκολο οδοιπορικό, βαθιά στοχαστικό, εξομολογητικό, παραπονεμένο, κύκνειο άσμα, γραμμένο το 1972. Η Αξιώτη ήταν από μάνα και πατέρα αρχόντισσα. Ο πατέρας Μυκονιάτης, η μητέρα Αθηναία. Ο προπάππος της Φιλικός, ο παππούς της είχε μεταφράσει ρώσους λογοτέχνες. Από αυτόν αγάπησε τη Ρωσία. Έζησε στη Μύκονο, σπούδασε, μετοίκισε στην Αθήνα, παντρεύτηκε, χώρισε, εντάχτηκε στο ΕΑΜ, ταξίδεψε στο εξωτερικό, όπου γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους, έζησε ζωή ταραγμένη, όπως ταραγμένη ήταν και η εποχή της και οι αγώνες στους οποίους πήρε μέρος, εννοώντας τη συμμετοχή της απαραίτητη για την αποκατάσταση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ηρωίδα έχει το όνομα του Κάδμου, του περιπλανώμενου βασιλιά της Θήβας, όπως ήταν και η ίδια η Μέλπω. Η υποχρεωτική εξορία της. Η απέλασή της από τη Γαλλία, η ζωή στο Ανατολικό Βερολίνο και στις άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, στους τόπους που οι ιδανικοί εραστές νόμισαν ότι επικρατούσε ο επί γης παράδεισος ήταν μια διάψευση μαζί με όλες τις άλλες που μπορεί να περιλαμβάνει η ζωή ενός ανθρώπου. Έζησε λοιπόν, εκεί, και αισθανόταν άχρηστη όπως και ο άλλος ο σύντροφος από την Ισπανία, ο πρώτος γραμματέας του κόμματος και τώρα πια παντελώς ανώνυμος. Το 1964 της επετράπη να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου τη δύσκολη εξορία ακολούθησε η δύσκολη προσαρμογή στα ελληνικά πράγματα. Τα πάντα έχουν αλλάξει, οι φίλοι έχουν αλλάξει και τα πράγματα είναι πια φθαρμένα και εγκαταλελειμμένα. Το χειρότερο από όλα είναι η αλλαγή του σαρκίου που υποφέρει από προϊούσα αμνησία και σωματική καχεξία.
Και τα δύο αυτά δεινά, η σωματική καχεξία και η αμνησία, είναι πανταχού παρόντα στην Κάδμω. Και εκείνο το «ου γαρ έρχεται μόνον» κάνει την εμφάνισή του στις λέξεις, όταν γράφει και διαπιστώνει «Πόσες λέξεις έπεσαν σε αχρησία». Όταν «σε κάθε βιβλίο, σε κάθε έργο αφήνεις λίγο από το αίμα σου». Στο σώμα: «Οι φλέβες στραγγίζουν. Γερνάς», «ένα ένα τα όργανά σου σ’ αφήνουν, σ’ αποχαιρετούν», «πέφτουν τα μαλλιά, τα δόντια, τρέμουν τα πόδια. Παλεύει το σώμα, αντιστέκεται», «είσαι μια κλεψύδρα που αδειάζει», «κάτι σκούρες κουκίδες στα χέρια… ένας πλισές στο λαιμό». Και οι μνήμες εφορμούν και αυτές αποσπασματικές. Η ζωή της γεμάτη δρόμους: στην Αριστοτέλους που δοκίμασε την πρώτη γραφή. Στην Τιμολέοντος, όπου πέθανε η φίλη της. Στην Κεφαλληνίας, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στην Γκουφιέ, εκείνη κάτω και η Μάρω, που εκτελέστηκε στην Καισαριανή, από πάνω. Ο άνθρωπος είναι μικρός, μεγάλα είναι μόνο τα έργα του, λέει. Πρόσωπα κατοικούν τη μνήμη της, αποσπασματικές εικόνες, πράγματα που αντιστάθηκαν στη λήθη. Την καταθλίβει η ιδέα που ο άνθρωπος, κάποια ώρα, γίνεται αντικείμενο, λέει, και η μνήμη της χάνεται στα εργαστήρια των ναζί, όπου έφτιαχναν τέτοια «αντικείμενα» ή στα ζώα που θυσιάστηκαν για να γίνει το δέρμα τους αντικείμενα. Όλα περνούν από το μυαλό της, όπως και εκείνος ο στίχος του Σεφέρη «Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι» και η Λουκία (εξαδέλφη της, για την οποία λέγεται πως γράφτηκε το ποίημα) είναι τώρα πια χώμα και σκόνη. Αυτή η θλιβερή κατάληξη ενός λαμπρού ανθρώπου, όποιου ανθρώπου, στο μηδέν και στο τίποτα, την απελπίζει.
Η Αξιώτη λογοτεχνικά ακολουθεί μια τεχνοτροπία που έχει ήδη αναπτυχθεί από τον 19ο αιώνα. Η Μαρία Κακαβούλια, που έχει την επιμέλεια του έργου και το σχολιασμό του, επισημαίνει πως παρόμοιο έργο είναι το «Ολόγυρα στη λίμνη» (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και ο μονόλογος της Φράου Άννας στη Λέσχη του Στρατή Τσίρκα. Η μελετήτρια ασχολείται εκτενώς με τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, αναφερόμενη σε έργα παρόμοιας τεχνοτροπίας. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός της Αξιώτη, σε δεύτερο πρόσωπο, διοχετεύτηκε στον εσωτερικό δραματικό μονόλογο, βασανιστικό και αποσπασματικό απευθυνόμενο στον εαυτό της. Τον εαυτό της έχει απέναντι και συνδιαλέγεται μαζί του, σαν να είναι άλλος, αξιοποιώντας όλους τους αφηγηματικούς ρόλους, Είναι λόγος προφορικός, γραπτά διατυπωμένος, στον οποίο συχνά έχει επέμβει με ποικίλες διαγραφές, απαλείψεις και διορθώσεις. Κάπου κάπου, βέβαια, χρησιμοποιεί και το τρίτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Σ’ αυτού του είδους την αφήγηση, οι κουβέντες της συγγραφέως είναι σκόρπιες, δείχνουν ότι δεν έχουν συνοχή και συνάφεια, κι όμως στο βάθος ο συνειρμός λειτουργεί σωστά. Διολισθαίνει σε όλες τις βαθμίδες του παρελθόντος, πετάει και φεύγει, για να επανέλθει, στο παρόν με ανανεωμένη τη μνήμη- «Σήμερα ήρθε το παρελθόν να σε συναντήσει»- επανέρχεται στα ίδια θέματα, συχνά με την ίδια διατύπωση. Γιατί η Κάδμω προσπαθεί με θραύσματα της μνήμης να ανασυστήσει το καταρρέον οικοδόμημα της ύπαρξής της. Της ύπαρξης ως σώμα και της ύπαρξης ως μυαλό. Περιπλανώμενη, βασανισμένη, μόνη, γερασμένη από την ξενιτιά και τη μοναξιά, χωρίς οικογένεια, χωρίς δικούς της ανθρώπους γύρω της, αισθάνεται την ψυχή της να στεγνώνει, απελπίζεται και έχει αυτοκτονικές τάσεις. Με αφετηρία τις Δύσκολες Νύχτες και το Θέλετε να χορέψομε Μαρία η ζωή της ξεκινούσε με όνειρα, αλλά οι περιπέτειες ανέτρεψαν αυτό που οι πολλοί θα θεωρούσαν φυσιολογική ζωή. Γιατί η ζωή που η ίδια επέλεξε επέβαλε τις δικές της πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές και το ρεύμα υπήρξε ανώμαλο. Έτσι μετά την περιπλάνηση στις χώρες του «ονείρου» και των ψευδαισθήσεων το κορίτσι που άνοιγε φτερά επέστρεψε ως Κάδμω με κομμένα φτερά. Όμως η Κάδμω, δεν το βάζει κάτω. Αγωνίζεται ταυτίζεται με τα βιβλία της. Η Κάδμω, γράφει η Κακαβούλια, ταυτίζεται με τα βιβλία της. Ζωή, συγγραφή και έρωτας είναι ισοδύναμα μεγέθη.
Το βιβλίο, πέρα από το πεζογράφημα και την λεπτομερώς επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη για την Κάδμω, περιέχει και το εξαιρετικό ως αφήγημα βιογραφικό της λογοτέχνιδας, η οποία «μας άφησε ένα έργο που συγκαταλέγεται στα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Πολύ ωραίο και το εξώφυλλο, η Κάδμω με τη βαλίτσα της.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Τοῦ πολιτισμοῦ, φεῦ, τοῦ χθεσινοῦ...

Εἶχαν τὴν εὐγενῆ καλωσύνη ἡ Βιολέτα Μπερδάνη-Θεολόγου καὶ ὁ γιατρὸς Παναγιώτης Γρ. Σταμούλης νὰ μοῦ στείλουν αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ φωτογραφία τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἴσως καὶ τοῦ τέλους τοῦ 1950, ποὺ ἐμφανίζει ἀνεπανάληπτες εἰκόνες -ἱστορικὲς θὰ ἔλεγα- τοῦ παλιοῦ τοῦ χωριοῦ μας, τοῦ ἀλώβητου ἀκόμη ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς ποὺ ἀκολούθησαν μὲ ὅλα τὰ γωστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ πλήγωσαν.
Τοὺς εχαριστῶ, λοιπόν, γιὰ τὴν εὐκαιρία ποὺ μοῦ ἔδωσαν νὰ πῶ δυὸ λόγια τιμῆς στοὺς παλιοὺς Κληματιανούς, ποὺ ἀγάπησαν, φρόντισαν καὶ περιποιήθηκαν τὸν τόπο τους μὲ τρόπο παραδειγματικό, καθὼς φαίνεται καί, δυστυχῶς, ξένο σὲ μᾶς ποὺ θέλουμε καὶ καλὰ καὶ σώνει νὰ ἐμφανιζόμαστε ὡς προοδευτικοί, σύγχρονοι καί, φυσικά, «in», κατὰ τὸ κοινῶς καὶ ἀπρεπῶς λεγόμενο.
Ἄς κοιταξει, λοιπόν, ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος τὸ πῶς ἦταν τὸ χωριό μας τότε. Πεντακάθαρο, νοικοκυρεμένο, φωτεινὸ καὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα ἀρχοντικό. Γιατὶ ἀρχοντιὰ δὲν εἶναι τὰ «κίτς» σπίτια καὶ ὁ μέσα τους διάκοσμος, ἀλλὰ τὸ ἁπλό, τὸ ἀπέριττο καὶ χρηστικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας καὶ τὸ ἐκτιμοῦμε, ὄχι ὡς μέσον προβολῆς τοῦ ναρκισσισμοῦ μας, ἀλλ᾿ ὡς τεκμήριο ποὺ προβάλλει τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν μορφιά, τὶς ὁποῖες ὑπηρετοῦμε καὶ τὶς χαιρόμαστε.
Αὐτὴ ἡ λησμονημένη φωτογραφία, λοιπόν, παρουσιάζει να συνήθη -γιὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, φυσικά- ὅμιλο γυναικῶν ποὺ ἐπιστρέφει ἀπὸ κάποιο κοινωνικὸ γεγονός. Ντυμένες οἱ νοικοκυρές μὲ τὴν παλιὰ καὶ ἀρχοντικὴ φορεσιά, ἀνεβαίνουν τὰ ἐπίσης καλοφτιαγμένα καὶ ἀριστοτεχνικὰ δομημένα καλτερίμια. Βλέπουμε, λοιπόν, νὰ φοροῦν τὴ «φστάνα» τὴν ποδιά, τὸ πουκάμισο τὸ κεντητό, τὸ μαντήλι καὶ τὰ πασούμια μὲ τὴ φιούμπα, μὲ τὴν ὁποία τὰ «γαρνίριζε» ὁ ἀξεπέραστος καλλιτέχνης ὑποδηματοποιός, ὁ μπάρμπα-Παντελὴς Χατζηνικολάου.
Πιὸ κάτω παρατηροῦμε μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴ βρύση μὲ τὴ λαΐνα στὸν ὤμο, εἰκόνα κι αὐτὴ λησμονημένη. Κι στερα τὰ σπίτια... Λευκά, πεντακάθαρα, νοικοκυρεμένα μὲ τὴν κρεβατιὰ ἔξω στὴ ρούγα τους. Τὰ σταφύλια, «οἱ σιδερίτες» ἤ καὶ τὰ «τραγανά» νὰ κρέμονται καὶ τὰ χαγιάτια τὰ ὁλοπέραστα νὰ στολίζουν τὰ λευκοντυμένα οἰκήματα.
Ἄν κάποιος παρατητήσει μὲ προσοχὴ τὸ δρόμο θὰ δε νὰ εἶναι πεντακάθαρος, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ σπίτια.
Δυστυχῶς, τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγκόνια μας δὲν θἄχουν τὴν εὐκαιρία νὰ χαροῦν τέτοιες στιγμές, ποὺ δὲν εἶναι διόλου στημένες. Εἶναι τόσο φυσικές, ὅσο φυσικὴ ἦταν ἡ συμπεριφορά, ἡ εὐγένεια, ἀκόμα κι ἐκείνο τὸ χαριτωμένο «λακριντί», ποὺ νοστίμιζε τὶς ὅποιες συνάξεις τους. Κι αὐτὰ ποὺ ἀναφέρω δὲν εἶναι ἀπότοκα κάποιου ρομαντισμοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ παραμένουν τεκμήρια ἀληθείας, ὅπως ἀληθινὴ καὶ γνήσια εἶναι ἡ φωτογραφία αὐτή.

π. κ. ν. κ.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Γιάννη Ρίτσου: Αρχαίο θέατρο

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το «αρχαίο θέατρο» λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς  και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη Ελλάδα. Η περίοδος 1956-1966 για τον Γιάννη Ρίτσο είναι κυρίως  η εποχή της Τέταρτης διάστασης. Ο  ποιητής σαν ηθοποιός βυθίζεται στο χρόνο και ασκεί κριτική σε όλους, σε όλα και στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι,  επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα και σε μια απόπειρα να φέρει το παρελθόν στο παρόν και να  καταργήσει τον ενδιάμεσο χρόνο, αναπαριστά την ιστορική συνέχεια..

 Ένα νέος που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρχαίο θέατρο, είναι ένα θέμα προσφιλές σε ποιητές και σε άλλων τεχνών καλλιτέχνες. Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι μια ρομαντική  σκηνή, που όμως λαμβάνει χώρα μεσημέρι (όχι νύχτα με φεγγάρι), με τον ήλιο, σαν φυσικό προβολέα  και καθρέφτη αιωνιότητας, μέσα στο θέατρο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ρίτσος δούλεψε ως ηθοποιός και ότι έγραψε ποιητικά κείμενα κατάλληλα να παρασταθούν θεατρικά. Το σκηνικό του «έργου» του λοιπόν είναι έτοιμο· του το παρέχει το αρχαίο θέατρο. Ο ηθοποιός είναι κι αυτός εκεί· ο «νέος Έλληνας», που είναι «ωραίος, όπως «εκείνοι», οι αρχαίοι, έτσι όπως μας τους έχει παραδώσει η αρχαία γλυπτική. Δεν διαφεύγει από το μάτι του ποιητή η ομορφιά, ιδεώδες του αρχαίου Έλληνα και έργο τέχνης του γλύπτη. Ο Ρίτσος μοιάζει να προεκτείνει τη ματιά του γλύπτη στη σύγχρονη εποχή σαν να επιδιώκει να δει στους σύγχρονους άντρες να ζωντανεύουν τα αγάλματα.
          Όλα είναι έτοιμα για την παράσταση και για το θαύμα.  Ο τόπος και ο χρόνος. Ο αφηγητής ποιητής,  ο θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του και η υπόθεση του έργου που είναι η «κραυγή» και η ηχώ της. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο γραμμένο με μια ιερατικότητα για να «μεταφέρει» τον αναγνώστη στην κατάλληλη περίσταση και να ακούσει κι εκείνος την «κραυγή».

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει στην επιμελημένη στίξη του ποιήματος την διακριτική καθοδήγηση του ποιητή στην απαγγελία. Ο ηθοποιός ελέγχει κατάλληλα τις αναπνοές του και ο Ρίτσος αυτό το ξέρει καλά.  Και αυτή η ελεγχόμενη ανάσα είναι που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον προετοιμαζόμενο «θαύμα». Πρέπει και αυτός να ακούσει την «κραυγή».
          Στην καρδιά του ποιήματος, μια παρένθεση δίνει οδηγίες, όπως ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό. Πρέπει να ακουστεί η «κραυγή» όχι αυτή που έβγαλε ο νέος αλλά εκείνη που έβγαλαν οι αιώνες, εκείνη που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής τη  ονομάζει «ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου» Κι εδώ, με μεγάλη μαεστρία ο ποιητής μας μεταφέρει το άκουσμα εξελισσόμενο από στίχο σε στίχο –κραυγή, ηχώ, ιαχή- σαν να επιδιώκει με αυτή την λεκτική μετατόπιση, από τη μια λέξη στην επόμενη, να δείξει το θρίαμβο του διθυράμβου. Και έχει σημασία αυτή η παρατήρηση γιατί η κραυγή ήρθε από τα βουνά·  είναι «ιαχή του διθυράμβου» που διέσχισε τους αιώνες,  για να «ανταποκριθεί» στο κάλεσμα και να δώσει το «παρών» στην νέα Ελλάδα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι δυο Ελλάδες, καταργώντας την απόσταση, γίνονται μία και συνεχής.
          Μπορεί να καταδίκασε με το χρησμό της η Πυθία τον αρχαίο κόσμο- «ουκέτι Φοίβος  έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην απέσβετο και λάλον ύδωρ»- και αργότερα και ο Καρυωτάκης πικραμένος παρατηρούσε την απέραντη σιγή των Φαιδριάδων :

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
5Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 Τρεις ποιητές συναντώνται σε παρόμοιο τόπο, ο ένας έρχεται από πολύ μακριά, ο Αισχύλος. Οι άλλοι δύο σχεδόν συνομήλικοι, με διαφορετική αίσθηση  αυτής της ελληνικής συνέχειας. Το ποίημα του Καρυωτάκη έχει τον σκεπτικισμό του. Μοιάζει να συνεχίζει τον απέλπιδα  χρησμό. Ωστόσο, εκείνος ο «αετός», του Δία, βεβαίως, «έσχισε τον αιθέρα», σαν μια διάψευση των λόγων. Σαν ο ποιητής να λέει άλλα και να εύχεται άλλα.
          Το αρχαίο θέατρο είναι ο καλύτερος τόπος για να διερευνηθεί κάτι τέτοιο, αφού εκεί μέσα ακούστηκε η φωνή των ποιητών, παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται. Εκεί μέσα, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία παράσταση. Έχει σημασία ότι τα δρώμενα του ποιήματος συμβαίνουν «κατά το μεσημέρι», όταν δηλαδή ο ήλιος, το σύμβολο της  αιωνιότητας, μεσουρανεί. Και ο χρόνος μεσουρανεί και η Ελλάδα, δεν είναι παρελθόν, αλλά μεσουρανεί επίσης.
          Ατού μεγάλο για να ακουστεί η «κραυγή» του αρχαίου κόσμου είναι η ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ανταποκρίνεται θετικά σε  κάθε πειραματισμό. Η έκπληξη όμως είναι ότι η «κραυγή» έχει απάντηση· έρχεται από τα γύρω βουνά, τα οποία είναι προγενέστερα  του αρχαίου κόσμου. Είναι αυτά που στέλνουν πίσω την αφομοιωμένη στα πέτρινα σπλάχνα τους ηχώ του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για κραυγή των βουνών. Αυτή η φαινομενικά αναίτια «απλή κραυγή» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση και αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο ποιητής. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε, για να μεταφέρει το μήνυμα, εν αγνοία του: «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη.

Γνωρίζοντας πάντα ότι τίποτα σε ένα έργο τέχνης δεν μπαίνει τυχαία, τίποτα και στο  ποίημα δεν είναι τυχαίο. Ο ρόλος της κάθε λέξης  είναι καλά μελετημένος, ζυγισμένος και υπολογισμένος. Η παρένθεση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο.  Ο ποιητής διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για κραυγή θαυμασμού. Το «θαυμασμό δεν τον ένιωσε διόλου». Ο νέος έχει τη συμπεριφορά του «τουρίστα» που βλέπει αλλά δεν νοιώθει. Είναι εξοικειωμένος με τα αρχαία μνημεία, ώστε να μην του κάνουν εντύπωση. Από την άλλη, πάλι, ο λόγος για τον «θαυμασμό» πάντα,  «κι αν τον ένιωθε σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε», πράγμα που παραπέμπει σε έναν ορθολογιστικό έλεγχο του αυθορμητισμού, ή ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος. Ορθολογισμός σημαίνει απομυθοποίηση. Ο νέος κραύγασε έτσι, για να εκφράσει τη νιότη του ή για να δοκιμάσει την ακουστική του χώρου, όπως οι αδιάφοροι τουρίστες. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Οι παράπλευρες πιθανότητες αποκλείονται. Μένει μόνο η ιαχή του διθυράμβου. Αυτήν ο ποιητής θέλει να αφήσει τελευταία. Την ιαχή του διθυράμβου, του θρησκευτικού τραγουδιού και του χορού του θεού του θεάτρου και της ποίησης,  του Διόνυσου- με κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη ίσως ότι επικοινωνεί με τους προγόνους του και  γίνεται συνέχεια της δικής τους ουσίας. 


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΙΕΡΕΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ἤ, Πῶς βιώνει ἕνας ἱερέας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς ἐνορίας του

Μνημόσυνο Ἀρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τοῦ ἀγαθοῦ πνευματικοῦ 


Ἔχω τὴν ταπεινὴ γνώμη ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ συγκινεῖ ἕναν ἐφημέριο εἶναι, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ ἱστορία τὴν ὁποία ἀποδέχεται, μόλις ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του σὲ μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότητα, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ κάθε νέος ἐφημέριος, γιατὶ ἕνα εἶναι σίγουρο νὰ γευτεῖ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ συνάντηση: τὸ βάρος μιᾶς πραγματικότητας ποὺ πέρασε μέν, ὡστόσο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της ἀνεξάλειπτη.
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Τί εἶναι, ἆραγε, ἡ ἱστορία; Τό ἐρώτημα πληγώνει ὅταν θελήσουμε νά τό ἀπαντήσουμε κυριολεκτικά. Γιατί ἡ λέξη στορία, “ἡ ὁποία παράγεται ἀπό τό ρῆμα οἶδα σημαίνει τήν γνῶσιν τῶν πάσης φύσεως συμβάντων καί φυσικά τήν ἔκθεσιν αὐτῶν πρός τούς μεταγενεστέρους” (Τάσος Ἀ. Γριτσόπουλος). Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ σταθεῖ κι ὁ κάθε ἐφημέριος ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα μὲ ἱστορία αἰώνων ἤ ἔστω καὶ μὲ πρόσφατο, ὀλιγόχρονο παρελθόν. Γιατὶ ἡ κάθε περίπτωση ἔχει τὴ γοητεία της, ἐπειδὴ καὶ στὶς δύο συνυπάρχει τὸ ρῖγος τῆς μνήμης: Μιᾶς μνήμης μὲ ἀρκετὴ ἤ κι ἐλάχιστη πατίνα τοῦ χρόνου. Μιὰ χρονικὴ διάρκεια μὲ πολλὰ ἤ καὶ λιγοστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ συνθέτουν τὴν ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς κοινότητας αὐτῆς.
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσει ὁ κάθε ἐφημέριος, εἶναι τὰ τεκμήρια ποὺ ἔχει στὴ διαθεσή του. Τεκμήρια ποὺ πιστοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἱστορία καὶ συνάμα ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους μιᾶς ἁλυσίδας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ χθὲς καὶ φθάνει ἴσαμε σήμερα καὶ συνεχίζει... Γιατὶ τὰ ἔσχατα κάθε ἐνοριακῆς κοινότητας εἶναι θέλημα Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε καὶ ρυθμίζει τὰ ὅσα συντελοῦνται καὶ συμβάινουν. Κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἶναι ποὺ κληρονομοῦνται στοὺς μεταγενέστρους, ὡς πολύτιμα περιουσιακὰ στοιχεῖα.
Στ᾿ ἀλήθεια, τὶ εἴδους μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα;
Ἀναμφίβολα τὰ ὅσα κληρονομεῖ κάποιος εἶναι καὶ ἀποτελοῦν τὰ πιστοποιητικὰ παρουσίας ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα αὐτὰ ποὺ κληρονομεῖ ὁ κάθε ἐφημέριος εἶναι τὰ τεκμήρια ὅσων κατὰ καιροὺς ἔχουν συναχθεῖ καὶ ἀρχειοθετηθεῖ. Μπορεῖ δηλαδή, νὰ εἶναι αὐτά, φωτογραφίες, ἐπιστολὲς, ἐνδύματα, ἱερὰ σκεύη καὶ βιβλία καὶ διάφορα σημειώματα, ποὺ ἀνήκανε σὲ παλιότερους ἐφημερίους, ἀλλὰ καὶ ἐνορίτες ποὺ τὰ ἀφιέρωσαν.
Ὡστόσο, ἐκεῖ ποὺ πληγώνεται περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ δακρύζει, εἶναι γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν στὶς ἀρχαῖες τὶς ἐνορίες, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ σήμερα νὰ ψυχορραγοῦν ἤ ἄλλες νὰ εἶναι ἔρημες καὶ σιωπηλές (βλ. ἐνορία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου). Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς σὲ ὅλες αὐτὲς ὑπάρχει ἀκόμα ἡ παλαιὰ αἴγλη καὶ ἡ νοσταλγία ποὺ ἀνεβαίνει ἀπό τὸ βάθος τοῦ χρόνου μέσα σὲ μιὰ ὀμίχλη, σ᾿ ἕνα σύθαμπο -λές κι εἶναι βαρὺ χειμωνιάτικο πρωϊνό- μέσα στὸ ὁποῖο δυσδιάκριτα ἀναδύονται πρόσωπα καὶ γεγονότα. Πρόσωπα ποὺ τὰ φωτίζουν ἰσχνὰ ἁγιοκέρια καὶ γεγονότα μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρμολύπης πάνω τους. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ἀποτυπωθεῖ σὲ φωτογραφίες, ἀκόμα καὶ σὲ σκίτσα. Ὅμως ἔχουν σημαδευτεῖ ἀπὸ μιὰ παρουσία ὁλόφωτη καὶ περίεργα ζωντανή. Παρουσία, ποὺ τὴ συναντᾶς σὲ κηροσταγμένα παλαίτυπα Εὐαγγέλια ἤ Εὐχολόγια, σὲ παλιωμένα ἄμφια, σὲ Ἀντιμήνσια μὲ τὸ ἐκτύπωμα τῶν χεριῶν πάνω τους σὲ ἱδρωμένες ἄκρες, ἀλλὰ καὶ σὲ κεῖνα τὰ πολύχρονα σφραγισμένα σεντούκια, ποὺ ὅταν τὰ ἀνοίγεις αἰσθάνεσαι νὰ ὀσμίζεσαι κλεισμένες ἀνάσες, οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς συγκινοῦν, ἀλλὰ καὶ διδάσκουν. Μάλιστα, ἄν κοιτάξεις μὲ προσοχὴ καὶ φαντασία πίσω ἀπὸ τὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ τὰ μαυρισμένα ἄμφια, θὰ δεῖς λαμπροφωτισμένους Χριστουγεννιάτικους Ὄρθρους καὶ μυρωμένες Πασχαλιές. Συνάμα θὰ καταλάβεις, γιατὶ σὲ κάποιες εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν πυκνώσει οἱ κηλίδες ἀπὸ κηροστάγματα. Καὶ τότε θὰ προσέξεις πὼς ἀπὸ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνασταίνονται χαρὲς περίσσιες, ἀλλὰ καὶ φαρμακωμένα περιστατικά, καθὼς στὶς σελίδες αὐτὲς ἀφοροῦν εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ λέγονται στὸ Γάμο, στὴ Βάπτιση ἤ στὴν Κηδεία, ἀλλὰ καὶ στὸ Μνημόσυνο Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ φανερώνουν καὶ θυμίζουν ἕναν ἄλλο κόσμο, ταπεινὸ καὶ συνάμα εὐαίσθητο κόσμο, ἀνθρώπινο, μὲ τὸ μεγαλο προνόμιο τῆς πτωχείας ὡς οἰκόσημο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι ὅλα ἔργα στολισμένα μὲ ἀπέριττη ὀμορφιά, δίχως ἔπαρση καὶ ξιπασμό, χωρὶς ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή. Ἔγνοια τους, βλέπεις, δὲν ἦταν νὰ διασώσει ὁ καθένας τὴν ὅποια του στιγμὴ διακονίας -πρὸς τί, ἄλλωστε;- ἀλλὰ νὰ παραδώσει στοὺς μεταγενέστερους μαθήματα νοικοκυροσύνης καὶ ἁγνῆς ἀρχοντιᾶς. Ἔστω καὶ μέσα στοὺς μισοφωτισμένους, ὑγροὺς καὶ ταπεινοὺς ἐκείνους ναούς, πού, ὡστόσο, εὐωδίαζαν ἁγιοσύνη καὶ ἱεροπρέπεια, ἀλλὰ καὶ στὰ μικροκαμωμένα ἐκεῖνα σπιτια, ποὺ ἐπίσης εὐωδίαζαν ἀπὸ τὰ φυλαγμένα γιὰ τὸ χειμώνα κυδώνια καὶ τὰ μῆλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ καμμένα τὰ ξύλα τῆς παραστιᾶς.
Μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀποδείξεις γράφεται, λοιπόν, ἡ ἱστορία. Προπάντων ἡ ἱστορία τῶν ἐνοριῶν, ποὺ καλεῖται, ὄχι μονάχα νὰ σεβαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσει ὁ κάθε ἐφημέριος. Κυρίως νὰ βιώσει, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸ νὰ καταλάβει τοὺς κόπους καὶ τὶς θυσίες τῶν προκατόχων του καὶ νὰ διδαχτεῖ ἀπ᾿αὐτές. Διαφορετικὰ θὰ περάσει ὁ καιρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν κάθε τί, ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς ἕνα ἐφαλτήριο προόδου καὶ πνευματικῆς ἀνάτασης. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα, ἡ ἱστορία εἶναι μάθημα, τὸ πρῶτο μάλιστα μάθημα ποὺ καλεῖται ὁ κάθε ἐφημέριος νὰ διδαχτεῖ, ἀφοῦ μέσα του εἶναι ταμιευμένη ἡ Πίστη τῶν πατέρων του, ἀλλὰ καὶ δικιά του πίστη, ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει καὶ νὰ προβάλει μὲ εὐθύνη καὶ ἀψευδῆ παρρησία.

Ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης
π. κ. ν. κ.


Related Posts with Thumbnails