© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Μνήμη Σταματίου Π. Παλαιολόγου





πως νάφερα στ βιβλο μου γι τ Κλμα, νας π τος χρους σναξης τν παιδιν τ θεριν πβραδα ταν τ «κγκελα», πο βρσκονταν ξω π τ μαγαζ τς θεις Εανθας. ταν δ τπος ατς νας ξστης πο γνντευε κατ τ πλαγος, φραγμνος, λγω το ψους πο εχε μ κγκελα, γι᾿ ατ κα νομασα του.

Σημεο παρατρησης τν πλοων πο φθαναν στ Λουτρκι πγαιναν στν ντικρυν τ Σκιθο τ «κγκελα» ταν νας π τος χρους πο προτιμοσαν ν πισκεφτον ο Κληματιανο. Γιατ κα τ βρδυ εχε μι πανοραμικ θα, καθς φανονταν τ «γρ-γρ» στν «Πγκο», κοντ στ Πλαροννσι δηλαδ, φωτισμνη Σκιθος πναντι, λλ κα τ χωρι τς Βρειας Εβοιας. μως σ’ μς τ παιδι ρεσε πολ ν πηγανουμε κε, πειδ παζαμε μ τ Σταμάτη, τόν γι τς θεις Εανθας, πανξυπνο νθρωπο, λλ νπηρο.

Παζαμε λοιπν μ τόν Σταμτη χαρτι, τ λεγμενα «σκαμπλια», κυρως δ «μτο», παιχνδι μ τ ποο ποιος κρδιζε χτυποσε τν ντπαλ του στ μτη δυνατ μ τ χαρτι πο κρατοσε. καϋμνος Σταμτης δν βλεπε καλ κι τσι τν κερδζαμε πντα, γι’ ατ κα τν χτυποσαμε στ γαμψ τ μτη του κα λοι γελοσαμε, κμα κι κενος.

μως ατ πο θ μενει μσα μας χαραγμνο βαθει κα νεξτηλα εναι τ ξς:

Σταμτης ταν σπουδαιτατος παραμυθς. Δηλαδ μπνεταν διφορες στορες, τς ποες φηγετο σ μς, τ μικρ παιδι, μ θαυμσιο τρπο, λς κα τς διβαζε. Κουνοσε λοιπν τ κεφλι -ταν τς ναπηρας του κατλοιπο ατ τ συνεχς κονημα το κεφαλιο- κα λεγε διφορες στορες. Στ μνμη πομνει κτενς στορα πο φερε τν τιτλο « ναυαγς το μαρου Κκνου», μπνευσμνη σφαλς π τ Δ/Π «ΚΥΚΝΟΣ», πο ττε εχε πρωτομπε στ γραμμ τν Βορεων Σπορδων. Τν στορα δ ατ μς τν λεγε Σταμτης σ συνχειες κθε βρδυ, ταν μαζευμασταν στ κγκελα. Εχε δ φγησ του μι πειστικτητα κα ληθοφνεια, πο μες καθμασταν κα τν κογαμε μ κποια προσοχ. Μνο πο στορα ατ δν εχε ποτ τλος, γιατ καϋμνος Σταμτης, θλοντας ν χει συντροφι, πντα μπνεταν να πεισδια τς στορας, πο κποτε γινε βαρετ. ξχαστη μως μεινε, μαζ μ τς λμπες πο ψρευαν πναντι, μαζ μ τν ναστρο καθαρ οραν, πο δν τν σκιαζαν μτε τν διωχναν τ λεκτρικ τ φτα, φο ττε, στ τλη τς δεκαετας το 1950, ταν νπαρχτα, κενη τμσφαιρα κα συντροφι, μ τς φλεις της, τν ξεγνοιασι κα πνω π᾿ λα τν γντητ της.

Σ μνα πντως λαχε κλρος ν συνοδψω τ Μεγλη Τρτη το 1972 τν Σταμτη στ Βλο, ταν ρρστησε μητρα του κι κλεισε τ μαγαζ τους κα μαζ μ᾿ ατ κα να κομμτι π τ ζω μου. Γιατ τ μαγαζ, τ παντοπωλεο τς θεις Εανθας ταν γι μνα τ δετερο σπτι μου, πειδή μο ρεσε πολ ν πηγανω μσα, διατερα τ χειμωνιτικα βρδυα, που μαζεονταν κποιοι νοικοκυραοι το χωριο κα συζητοσαν, μσα στ μφως πο φηναν ο δύο-τρες λμπες πετρελαου, διφορα, κογοντας παρλληλα κα τ να, τς εδσεις δηλαδ π τ παλι τ ραδιφωνο, π τ σπνια πο πρχαν στ χωριό ττε.

Συνδεψα, λοιπν, τόν Σταμτη στόν Βλο, ν σ᾿ λο τ ταξδι προσπαθοσα ν το ξηγσω πς μητρα του θ γνει καλ κα θ ξανρχονταν στ χωρι ν ξανανοξουν τ μαγαζ. Κα τ πστευα ττε, γιατ δ μποροσα ν φανταστ τ μαγαζ κλειστ κα τόν Σταμτη ν κθεται λλο ξν πσω π τν πγκο, ν κνει π μνμης λογαριασμος κα ν δνει ρστα πό τ ψνια. Γελστηκα μως. Σταμτης δν ξανρθε στ Κλμα, τ μαγαζ κλεισε, ρμωσε, πουλθηκε σ ξνους... Μνο τ νειρα, ο μνμες κα τ πρσωπα ταξιδεουν, στω κα μ τ παισιδοξο σκαρ το «Μαρου Κκνου» κοντ πενήντα χρόνια...

Σκόπελος 16 Αγούστου, Μνήμη το γίου Νεομάρτυρος Σταματίου το ν Βόλ

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΡΟΣΙΖΟΥΝ...

ἤ, Τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα ἡ πνευματικὴ ἀναψυχή
Στὴν ἀξιότιμη κυρία Μαρία Κοτοπούλη, ταπεινὸ εὐχετήριο γιὰ τὰ ὀνομαστήριά της

Βομβαρδισμένος καθὼς εἶναι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀπὸ λέξεις κι ἔννοιες περίεργες, ὅπως π. χ. οἰκονομικὸ κράχ, Grexit, Capital controls, μνημόνια, φορολογικὲς διατάξεις καὶ ἕνα σωρὸ ἀκόμη οἰκονομοτεχνικοὺς ὅρους, νομίζει ὅτι ἀσφυκτιᾶ καὶ ὅτι κυριολεκτικὰ τοῦ κόβεται ἡ αἰσιοδοξία καὶ ἡ προοπτικὴ γιὰ ζωή καὶ δημιουργία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ καταφεύγει ὕστερα σὲ διάφορες ἀγωγὲς καὶ ψυχοφαρμακευτικὲς συνδρομές, ὥστε νὰ ξαναβρεῖ -ἔστω καὶ μὲ δεκανίκια- τὴν ἡρεμία του. Μιὰ ἡρεμία ὡστόσο ἀμφίβολη, ἀφοῦ πάντα θὰ ὑπάρχουν οἱ εὐκαιρίες ἐκεῖνες ποὺ θὰ τοῦ ἀποσυντονίζουν τὴν διάθεση καὶ θὰ τοῦ καῖνε τὴν ψυχή.
Μάλιστα, ἄν λάβει ὑπόψιν του κάποιος καὶ τοὺς ἐξωτερικοὺς μετεωρολογικοὺς καύσωνες, ποὺ ἀφαιροῦν κάθε ἰκμάδα ἀπὸ τὸ εἶναι, ἰδιαίτερα γιὰ τὸν κάτοικο τῶν ἀστικῶν κέντρων, τότε διαπιστώνεται ἀκόμα περισσότερο τὸ πόση ἀνάγκη ἔχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ καιροῦ μας γιὰ μιὰ ἀναζήτηση ἀναψυχῆς, δρόσου δηλαδὴ ούσιαστικῆς καὶ μόνιμης, ποὺ θὰ ἀποδιώξει τὰ ὁποιαδήποτε «νέφη τῶν λυπηρῶν» καὶ τὴν ἀπελπισία ποὺ προέρχεται «ἐκ τῶν δεσμῶν τῶν τοῦ ᾅδου». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἐπιθυμώντας νὰ μεταποιήσει τὶς λέξεις τῆς καθημερινότητας, ποὺ συνθλίβουν τὴν ψυχὴ σὲ βιώματα χαρισματικὰ καὶ ἰαματικά, καλεῖ κάθε βράδυ, τώρα τὸν Δεκαπεντάυγουστο τοὺς ὅποιους πιστοὺς ἐπιθυμοῦν νὰ μετάσχουν στὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς τῶν Παρακλήσεων, ποὺ ὡς ἄλλες προσευχὲς ἀναπέμπονται στὴν Κυρία Θεοτόκο. Τὴν Παναγία μας, ποὺ ἀναμφίβολα τὴ νοιώθουμε νὰ εἶναι ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς: παναπεῖ τῆς αἰσιοδοξίας, τῆς προστασίας, τῆς γαλήνης: Ἀγαθῶν ποὺ μέσα στὴν καθημερινότητα ὅλο καὶ ἐκλείπουν, ὅπως ἐκλειπει ἡ ἀνθρωπιά, ἡ συναντίληψη κι ἡ ἀλληλοεκτίμηση στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις.
Κάθε ἀπόβραδο, λοιπόν, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ καταφεύγουμε στὴν ἀνύστακτη παραμυθία Της, ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ ἀστείρευτο πηγάδι τῶν οἰκτιρμῶν Της δροσισμὸ καὶ κατάνυξη. Ναί, τὰ ἔχουμε ἀνάγκη αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ποὺ τὰ στολίζουν οἱ εὐωδιὲς τοῦ βασιλικοῦ καὶ γιασεμιοῦ καὶ τοῦ θυμίαματος. Γιατὶ μὲ λέξεις ποὺ αἰῶνες τώρα φτερουγίζουν τέτοιες ὦρες πανίερες μέσα στοὺς χωνεμένους στὸ δειλινὸ τὸ φῶς ναοὺς νοιώθουμε νὰ μᾶς ραντίζει δρόσος οὐρανιος:
«Τὸν ποταμόν, τὸν γλυκερόν τοῦ ἐλέους σου, τὸν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα, τὴν παναθλίαν καὶ ταπεινήν, πάναγνε ψυχήν μου, τῶν συμφορῶν καί τῶν θλίψεων, καμίνῳ φλογισθεῖσαν, μεγαλύνω κηρύττω, καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου σῶσον με»
Αἰῶνες οἱ πατέρες μας γεύτηκαν παράλληλα μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ νηστεία καὶ τὴ συνδρομὴ τῶν λόγων πού, ὡς ἄλλοι προσεγμένοι καὶ δουλεμένοι μὲ προσοχὴ καὶ προσευχή λίθοι, ὕψωσαν τὸ ἄσειστο οἰκοδόμημα τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων. Γιατὶ «στοὺς ἱκετήριους ἤ παρακλητικοὺς Κανόνες στρέφεται ἱκετευτικὰ ὁ λόγος, ἐπικλητικὰ καὶ παρακλητικά, ὡς ἐκζήτηση ἔμπονη βοηθείας πρὸς ἐπίτευξη τῆς προσδοκώμενης θεραπείας» (Καθηγητὴς π. Νικόδημος Σκρέττας). Ἔτσι συμπλέκονται στὰ κείμενα αὐτὰ ἡ ἐκτενὴς δέηση μὲ τὴν ἐξομολόγηση, ἀλλὰ καὶ ἡ δοξολογία μὲ τὴν ἔκφραση εὐγνωμοσύνης.
«Πῶς ἐξειπεῖν, σοῦ κατ' ἀξίαν δυνήσομαι, τοὺς ἀμέτρους, οἰκτιρμοὺς ὦ Δέσποινα, τοὺς τὴν ἐμὴν πάντοτε ψυχήν, δεινῶς πυρουμένην, ὡς ὕδωρ περιδροσίσαντας; Ἀλλ' ὢ τῆς σῆς προνοίας, καί τῆς εὐεργεσίας, ἧς ἀφθόνως αὐτὸς παραπήλαυσα»!
Οἱ λέξεις μετασχηματίζονται σὲ δροσεροὺς ἀνασασμοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τοὺς λειμῶνες τοὺς ἀθάνατους τῆς Κεχαριτωμένης. Λὲς κι εἶναι μυρωμένο μελτέμι ἀπὸ ἁρμύρα καὶ πεῦκο, ποὺ παραμερίζει τῶν παθῶν μας τὸν τάραχον καὶ τῶν ἐφιαλτικῶν λέξεων τὶς ἔννοιες καὶ σκιές.
Τώρα πιὰ ξέρουμε γιατὶ ζοῦμε. Καταλαβαίνουμε τὴν ματαιότητα τῆς ἐφημερίας μας καὶ στεκόμαστε στὸ κατώφλι Της, ὅπως τὰ παλιὰ τὰ θερινὰ τὰ ἀπόβραδα κάθονταν οἱ νοικοκυρὲς τὸ κατώφλι γιὰ ν᾿ ἀπολάψουν τὴ δροσιὰ ποὺ βημάτιζε μὲ τὸ πρῶτο σκοταδι, καὶ Τῆς ξαναθυμίζουμε: «Προστάτιν σε τῆς ζωῆς ἐπίσταμαι, καὶ φρουρὰν ἀσφαλεστάτην, παρθένε, τῶν πειρασμῶν διαλύουσαν ὄχλον, καὶ ἐπηρείας δαιμόνων ἐλάυνουσαν, καὶ δέομαι διαπαντός, ἐκ φθορᾶς τῶν παθῶν μου ρυσθῆναί με». Ἀμήν.


Δεκαπενταύγουστος 2015 

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρίστου: ΙΚΕΣΙΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων….»
Εικασίας της Μοναχής. Ιδιόμελον, 9ος μ.Χ. αι.
Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια. Η υγρή αυγουστιάτικη ζέστη κάνει πιο δύσκολη την ανηφοριά. Επιταχύνει την αναπνοή και η αρμύρα του ιδρώτα στυφή στα χείλια. Το ρολόι της πόλης χτυπάει οχτώ. Οι στίχοι των Τροπαρίων του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα ξεγλιστρούν από τα παράθυρα της Παναγίας της Φανερωμένης, για να διαχυθούν στα στενά δρομάκια.
«Βλέψον ιλέω όμματί Σου και επίσκεψαι την κάκωσιν, ην έχω…», παράκλητη η φωνή του ιεροψάλτη στα αφτιά. Επισπεύδω τα βήματά μου, γιατί διαπιστώνω ότι έχω αργήσει.
Μπαίνω στην μικρή μας εκκλησιά από τη δυτική είσοδό της. Καντήλια τρεμόφεγγα στο σιωπηλό εικονοστάσι. Ευάριθμο το εκκλησίασμα που το αποτελούν κυρίως γυναίκες. Φόρος τιμής στην «Πανύμνητη Μητέρα του ανατείλαντος το φως της γνώσεως» το κερί που ανάβω στο μανουάλι. Χώνομαι στο τρίτο, προς τα αριστερά μου, στασίδι. Κάτισχνη η ψηλή μαυροντυμένη δίπλα μου γυναίκα. Εύγλωττη η σιωπή που την τυλίγει και τα μαύρα της μάτια όπως εκείνα του πληγωμένου ζώου…
«Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον…» οι πρώτες λέξεις από τα μεγαλυνάρια αγκαλιάζουν το εκκλησίασμα. Σταυροκοπιούνται λυγίζοντας παράλληλα τη μέση τους- ένδειξη αφοσίωσης και ταπεινοσύνης- οι γυναίκες. Και εκείνη κατεβαίνοντας το σκαλοπάτι του στασιδιού της, από της ικεσίας την ανάγκη, χύνεται γονατίζοντας στα ασπρόμαυρα του δαπέδου της εκκλησιάς τσινιά. Ασήκωτο της δυσίατης αρρώστιας της το βάρος…
«Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα ασθενεί μου και η ψυχή…» ακούγεται ανατριχιαστικά η συγκλονιστική διαπίστωση του επόμενου μεγαλυναρίου! Συνταρακτική η στιγμή της ομολογίας της επίγνωσης του λάθους και της επίκλησης βοήθειας από των «Απηλπισμένων την ελπίδα»…
Σαρώνει τώρα, καθώς σέρνεται, το δάπεδο η «ικεσία του οικτειρήσαι»… Δακρύζει ανθοστολισμένη στο εικόνισμά της η Παναγιά. Απλώνει το χέρι της και γίνεται «θερμή Πρεσβεία» για να ανεβάσει στου παιδιού της το θρόνο την δακρύβρεκτη παράκληση. Λειώνουν από τη φλόγα της ικεσίας στα μανουάλια τα κεριά… Λειώνει και η καρδιά από της συγγνώμης του Θεού το ακατανόητο θαύμα!
Άγγελος σταλμένος από τον ουρανό φαντάζει το λευκοντυμένο κοριτσάκι που μόλις μπήκε στην εκκλησιά! Στη θέαση της ριγμένης στα πλακάκια μαύρης φιγούρας ανοίγει διάπλατα τα ματάκια του καθώς αδυνατεί να εξηγήσει αυτό που βλέπει μπροστά του… Γλυκαίνει η ψυχή στην σκέψη της καινούργιας ανθοφορίας που υπόσχεται το παιδί και η ευχή που ανεβαίνει αυθόρμητη: «μακάρι πνεύματος γλώσσες να γίνουν οι φλόγες των κεριών απάνω στα κεφαλάκια όλων των παιδιών μας»
Σήμανε την απόλυση του Παρακλητικού Κανόνα το «Δι’ ευχών» του καλού ιερέα καθώς έξω η νύχτα τύλιγε στα πέπλα της τη μικρή πλατεία.

Στη Σκόπελο 4-8-2015 

Related Posts with Thumbnails