© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

π. Γεωργίου Α. Λέκκα: ΒΡΕΧΕΙ ΣΥΛΛΑΒΕΣ

[νέα ποιητική συλλογή |πρώτη δημοσίευση]

[Έργο: Marco Nereo Rotelli]
                             
         Ἐπειδή σ’ ἀγαπῶ
           κάθε τόσο σταλάζει
           συλλαβὲς ἡ καρδιά μου.


1
Ἀγαπημένε, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ σ’ ἀπέφευγα
δίχως νὰ ξέρω πὼς σὲ θέλω˙
μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲ ἤθελες
κι ἐνῶ τὸ ἤξερες πὼς σ’ ἀποφεύγω.

2
Ἀπὸ συμπόνια ξημερώθηκα μὲ τὸ φεγγάρι
ποὺ σιωπηλὸ ξαγρυπνοῦσε
πάνω ἀπ’ τὴ στέγη σου
γιὰ νὰ σὲ προσέχει
καὶ στὰ ὄνειρά σου.

3
Ἴδε ὁ ἄνθρωπος-
ἀπείρως καλύτερος
ἀπ’ ὅσο φαντάζεσαι˙
ἀπείρως χειρότερος
ἀπ’ ὅσο φοβᾶσαι.

4
Ἀγαπημένε, ἂς ἦταν νὰ εἶμαι
ὅλος αὐτιὰ γιὰ νὰ σ’ ἀκούω
καὶ ὅλος μάτια γιὰ νὰ σὲ κοιτῶ
ὅλος φωνὴ γιὰ νὰ σὲ δοξάζω
κι ὅλος καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ προσκυνῶ.

5
Ἀγαπημένε, ὄμορφα ποὺ εἶναι καὶ τ’ ἀδέλφια μας
κάθε φορὰ ποὺ ἀγκαλιάζονται
καὶ πόσο θά ‘τανε ἀκόμα ὀμορφότερα
ἂν μόνο ἀπ’ τὴν ἀγάπη σου ἀγαπιοῦνταν.

6
Ἐλευθερία˙
καμιὰ ἀντίσταση
σὲ ὅ,τι θέλεις
κι ὅπου μὲ πᾶς.

7
Ἀλοίμονο ἂν περιμένεις
ἀπ’ τὸ ἀφιονισμένο κτῆνος μας
πρῶτα νὰ σοῦ παραδοθεῖ
γιὰ νὰ μᾱς σώσεις.
Ἀφοῦ δὲν ξέρουμε οὔτε κἂν ν’ ἀγαπηθοῦμε
χωρὶς ν’ ἀλληλοεξοντωθοῦμε, Κύριε,
ποῦ νὰ βρεθεῖ ἑαυτὸς
νὰ σοῦ παραδοθεῖ
γιὰ νὰ τὸν σώσεις.

8
Φιλάνθρωπα
ἀνοίγεις λίγο
γιὰ νὰ δῶ τὸ χάος μου
κι ἐγὼ ἀπάνθρωπα
κλείνω ὅπως-ὅπως τὴ ρωγμὴ
ποὺ, ἀλοίμονο, δὲν ὑποφέρω.

9
Κύριε,
μόνο ἐσὺ μπορεῖς νὰ σώσεις
καὶ τὴν «ἄλογη» φύση
ἀπὸ τὰ λογικὰ
ποὺ τοὺς τὴν ἐμπιστεύθηκες
νὰ τὴν προσέχουν.

10
Ἀγαπημένε, ξέρω
πὼς κατέβηκες στὸν Ἅδη
κι ἀναστήθηκες
γιατὶ μονίμως κατεβαίνεις καὶ στὸν ἅδη μου
καὶ μ’ ἀνασταίνεις.

11
Στολίζεις ἄνθη καὶ τὴν κόλασή μας
γιὰ νὰ παρηγορήσεις τὴ ζωή μας
καὶ μακριά σου.

12
Ἀγαπημένε, καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχουμε
μᾶς τὴν γυρίζεις πίσω πολλαπλάσια
νὰ τὴν μοιράσουμε ἀντίδωρο
σ’ ὅ,τι ἀγαπᾶς.

13
Ὅλα τὰ ἔργα σου ἐκρήγνυνται
ἀπ’ τὴν ἐπιθυμία τους
νὰ σὲ δοξάσουν.

14
Ἀγαπημένε, ἡ πιὸ μεγάλη ἀπόδειξη
πόσο πολὺ μᾶς ἀγαπᾶς
εἶναι ποὺ δὲν σὲ νιώθουμε.

15
Κύριέ μου,
ὅσο ἀρνούμαστε τὴν Βασιλεία σου,
ἡ «ἄλογη» φύση ἀμφισβητεῖ τὴν ἡγεμονία μας
κι ἔχει βαλθεῖ νὰ μᾶς ἐξοντώσει.

16
Ἀπὸ τὰ εἴκοσι στὰ πενήντα σὰν χθὲς
κι ἄρα ἀπ’ τὰ πενήντα στὰ ὀγδόντα σὰν αὔριο.
Τὸ χθὲς πέρασε, ὅμως ξέρεις πὼς τό ‘ζησες
τὸ αὔριο εἶναι πάντα ἑπόμενο,
ποὺ ὅμως δὲν ξέρεις ποτὲ ἂν θὰ ζήσεις.

17
Στρογυλλεύει τὸ φεγγάρι
κάθε ὥρα ποὺ περνάει,
τὸ ἴδιο θέλει κι ἡ καρδιά μου
κάθε ὥρα ποὺ περνάει
πιὸ πολὺ νὰ σ’ ἀγαπᾶ.

18
Μᾶς εἴπανε ν’ ἀντισταθοῦμε καὶ θὰ νικήσουμε.
Νικήσαμε κι ἐξοντωθήκαμε
τόσο ποὺ νὰ μὴν θέλω πιὰ
παρὰ νὰ εἶμαι ἕνα τίποτα.
Ἀγάπη μου, ἐσὺ ποὺ φτιάχνεις
ὁλόκληρους κόσμους ἀπὸ τὸ τίποτα
πάρε καὶ κάνε με ἄνθρωπο
καὶ τοῦτο τὸ τίποτα.

19
Δὲν ἔχω ζωὴ παρὰ γιὰ νὰ στὴν προσφέρω
καὶ νοῦ παρὰ γιὰ νὰ σ’ ἀναζητῶ.
Δὲν ἔχω καρδιὰ παρὰ γιὰ νὰ σ’ ἀγαπάω
καὶ φωνὴ παρὰ γιὰ νὰ σὲ τραγουδῶ.
Δὲν ἔχω μάτια παρὰ γιὰ νὰ σὲ δοξάζω
καὶ χείλη παρὰ γιὰ νὰ σὲ προσκυνῶ.

20
Στραβὰ ποὺ ἀγαπῶ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶς
καὶ ἔτσι, ἀλοίμονο, τοὺς δείχνω
ἐκείνη μόνο τὴν πλευρὰ τοῦ ἑαυτοῦ τους
ποὺ πάντοτε θ’ ἀρνεῖται τὴν ἀγάπη σου.

21
Ἀνάρτησα τεράστιο παννὼ
καὶ στὸν κατώτατο βυθὸ τοῦ ἅδη μου
γιὰ νὰ διαδηλώνεται καὶ μὲς τὴν Κόλαση
τὸ ὄνομά σου.

22
Μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα
ὅπως γέρνει
ὁ οὐρανὸς στὴ θάλασσα.
Μὰ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλα
μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα
ἡ ἀγάπη σου
ποὺ δέχεται νὰ κατεβεῖ
καὶ στὸν ἀπύθμενο βυθὸ
τοῦ ἅδη μου.

23
Δὲν πᾶ νὰ μὲ λένε τρελό,
ποὺ δὲν ἀντέχω νὰ ζῶ
οὔτε λεπτὸ
σὰ νὰ μὴν ὑπάρχεις.

24
Ὅ,τι ἀγαπάω
ἀπ’ τὴν ἀγάπη σου
νὰ τ’ ἀγαπῶ
ὥστε ὅ,τι ἀγαπάω
νὰ μὴν μ’ ἐμποδίζει
νὰ σ’ ἀγαπῶ.

25
Μὲ τόσο ἔρωτα
ἀξόδευτο γιὰ σένα
εἶναι θαῦμα
ποὺ δὲν ἔχουμε ἀκόμα
φαγωθεῖ
ἀναμεταξύ μας.

26
Μονάχα ἔφηβος
ποὺ θὰ σ’ ἀγαποῦσε
καὶ στὰ βαθιὰ γεράματά σου
θὰ μποροῦσε
καὶ νὰ νιώσει
πόσο σ’ ἀγαπῶ.

27
Ἀφοῦ τίποτα δικό μου
δὲν σοῦ ἀξίζει
πάρε καὶ κάνε με
δικό σου ὅλον.

28
Ὁ ἀέρας,
τὸ φῶς,
τὸ νερό.
Ἡ θάλασσα,
ἡ γῆ,
ἡ βροχή.
Ἡ ἀγαπημένη,
ὁ οὐρανός,
ἡ σιωπὴ
κι ὁ Θεός μου.

29
Θ’ ἀσφυκτιῶ σ’ ὅλα τὰ σύμπαντα
πρὶν ἑνωθῶ μὲ τὴν ἀγάπη σου.

30
Ἐσὺ μονίμως πανταχοῦ παρὼν
κι ἐγὼ μονίμως πανταχοῦ ἀπὼν
σὰ νὰ μὴν ὑπάρχεις.

31
Πόσο ἀδικοῦμε τὴν ἀγάπη σου
κάθε στιγμὴ ποὺ τὴν ξεχνοῦμε.

32
ΤΕΤΑΡΤΑΙΟΣ ΟΖΩ
Δὲν ἀντέχεται, ἀγαπημένε,
τόσος θάνατος μαζεμένος
σ’ ἕνα σῶμα καὶ μιὰ ψυχή.
Νεκρός, μέχρις ὅτου μ’ ἀναστήσεις,
ἀγάπη.

33
Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ ἀγάπη τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ ζωὴ τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Τὸ θαῦμα κι ἡ ζωή, ἐσύ

34
Θάνατος,
κάθε στιγμὴ ποὺ ζῶ,
ἐρήμην τῆς ἀγάπης σου,
ὁ Θεός μου.
Δικός σου, ἐπιτέλους, γιὰ νὰ ζῶ
γιατὶ ἀπηύδησα νὰ ζῶ
σὰν πεθαμένος.

35
Ἐσὺ μᾶς θέλησες
στὸν Παράδεισό σου
πού, ἀλοίμονο, θυσιάσαμε
γιὰ τὴν κόλασή μας.

36
Μὲ κερδίζεις ὅλον
ἀπ’ τὸ θάνατό μου
τόσο ποὺ νὰ θέλω
νὰ παραδοθῶ ὁλόκληρος
στὴ ζωή σου.

37
Τόσους αἰῶνες μετὰ Χριστὸν
κι ἡ ἀνθρωπότητα ἀκόμα νὰ ἀφομοιώσει
πὼς δύναμη χωρὶς ἀντίστοιχη ἀγάπη
εἶναι πάντοτε μιὰ ἐπικίνδυνη
καὶ καλὰ καμουφλαρισμένη
ἀδυναμία.

38
Κύριέ μου, μετακυλίεται
τόσο πολύ θάνατος στὶς σχέσεις μας
ποὺ γινόμαστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο ἡ κόλασή του
μέχρις ὅτου βρεθεῖ κάποιος
ποὺ νὰ σοῦ παραδώσει τὴν ἁλυσίδα τοῦ κακοῦ
καὶ κυρίως ποὺ θὰ μεσολαβήσει
γιὰ νὰ ἀντιστραφεῖ τὸ ρεῦμα.

39
Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ
Καὶ μὲ τὰ λόγια σου
καλύψαμε τὸ πρόσωπό μας,
ἔτσι ποὺ νὰ μὴν βλέπουμε
οὔτε καὶ τὸ δικό σου.

40
Ὅλα συμπάγειες φωτός˙
ὁ οὐρανὸς κι ἡ θάλασσα
σπίτια καὶ βουνὰ
πλεούμενα καὶ ἄνθρωποι.
Ὅλα συμπάγειες φωτὸς ποὺ τραγουδοῦν
κι ὅταν σιωποῦν.

41
Ὁ Παράδεισος θέλει προσπάθεια˙
στὴν Κόλαση πᾶς καὶ μόνο ἀπ’ ἀδράνεια.

42
Ἀγαπημένε, νὰ σὲ προσκυνῶ σ’ ὅλα τὰ ἔργα σου
ἔτσι ποὺ νὰ γεφυρώνεται
τὸ χάσμα ποὺ τὰ χωρίζει
ἀπὸ τὸ πῶς τὰ θέλησες νὰ εἶναι.

43
Ἔχω ἀνάγκη ὅλη τὴν ἐλευθερία
ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήσει
κι ἀποφεύγω τὴν ἁμαρτία
γιατὶ μπορεῖ νὰ μοῦ τὴν στερήσει.

44
Οἱ ἄνθρωποι παντρεύονται
ἂν ὄχι γιὰ νὰ νικήσουν τὸ σκοτάδι τους
τουλάχιστον γιὰ νὰ τὸ μοιρασθοῦν
καὶ συνήθως καταλήγουν νὰ τὸ διπλασιάσουν.

45
Ἀπόψε λέω νὰ βυθίσω
τὰ δυό μου χέρια μὲς τὸν οὐρανὸ
καὶ νὰ τραβήξω πάνω στὴν καρδιά μου
στρογγυλόλευκο τὸ φεγγάρι.

46
Πότε, λοιπόν, θὰ πέσουνε οἱ μάσκες
ὥστε κι αὐτοὶ ἀκόμα ποὺ ἀγαπιοῦνται,
ἐπιτέλους, ν’ ἀγαπηθοῦνε κι ἀλλιῶς;

47
Ἀγαπημένε, ἐπιθυμῶ μὲ τόση δύναμη τὸ φῶς σου
ποὺ μόνο ἀπόλυτο σκοτάδι
μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει.

48
Εἶναι ὡραῖα ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα καὶ ἕνα μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ
ὅλος ὡραῖος καὶ ἕνας μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ
ἀπ’ τὴ μόνη ἀγάπη ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη σου.

49
ΚΟΛΑΣΗ
Ἀγαπημένε,
χτίζουμε ὁλόκληρη ζωὴ
μὲ σκέψεις, πράξεις καὶ αἰσθήματα
μὲ ἐπιστῆμες, τέχνες καὶ μέριμνες βιωτικὲς
σὰ νἆταν δυνατὸν ποτὲ
νὰ ζήσουμε χωρὶς ἐσένα.
Τελικὰ δὲν ἔχει ὅρια ἡ μακροθυμία σου
ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει
ἀκόμα καὶ τὴν ψευδαίσθηση
πὼς μπορεῖ νὰ ζοῦμε
καὶ χωρὶς ἐσένα.

50
Ἐγὼ ἀπάτη˙
ἐσὺ ἀγάπη.



Ὁ π. Γεώργιος Α. Λέκκας εἶναι ἄμισθος πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Μόνιμος ὑπάλληλος (διοικητικός-νομικός) ΥΠΑΙΘ, ὑπηρετεῖ στὸ Γραφεῖο τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (Βρυξέλλες) καὶ παράλληλα διδάσκει ἑλληνικὴ φιλοσοφία στὸ Ἑλληνικὸ Ἀνοικτὸ Πανεπιστήμιο.  

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Ανορθόγραφες ορθογραφίες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 


Γνωρίζω καλά, σαν μαθητής εκείνης της εποχής της ατέλειωτης γραμματικής και του καθημερινού συντακτικού στα σχολεία, πως τα αριθμητικά δεν κλίνονται. Για το λόγο αυτόν οι Άγιοι της απαρχής του Μάρτη και της Άνοιξης, που λαογραφικά και όχι μόνο η λατρεία τους έχει συνδεθεί με γεωργικές, κυρίως, ασχολίες, είναι: «Σαράντα» ή έστω στην ονομασία, η οποία από την εκκλησία έχει επίσημα καθιερωθεί: «Τεσσαράκοντα».
  Έλα, όμως, που συχνά-πυκνά οι παιδικές μνήμες και τα πρώτα μας ακούσματα ξεπερνούν και καλύπτουν την επιστήμη και κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας!
   Έτσι αυθόρμητα και αβίαστα δεν πρόκειται να έρθει ποτέ στα χείλη μου η γραμματικά σωστή ονομασία του μέρους αυτού της πόλης, που κρατιέται πια σαν ανάμνηση, μια και η ιστορική εκκλησία εξαφανίσθηκε από προσώπου γης με την θεομηνία εκείνη του Αυγούστου του 1953, αλλά θα το πω όπως το ξέρω και το έχω ακούσει: «οι Άγιοι Σαράντες». Αναφερόμενος, μάλιστα, στην υποτιθέμενη εκεί πλατεία (ένα πλάτωμα, μικρό είναι στην ουσία) θα το κλίνω και θα χρησιμοποιήσω την γενική: «των Αγίων Σαράντων».
   Μα δεν νομίζω πως υπάρχει Ζακυνθινός, ο οποίος, θέλοντας να προσδιορίσει το κάποτε διαχωριστικό εκείνο σημείο της πόλης μας, που την χώριζε σε «Μέσα» και «Όξω Μερία», με όλες τις κοινωνικές  διακρίσεις, οι οποίες ακολουθούσαν αυτόν τον διαχωρισμό, θα έλεγε ποτέ: «Σε περιμένω στους Αγίους Σαράντα», πολύ δε περισσότερο «στους Αγίους Τεσσαράκοντα»!
   Εξάλλου από την εποχή που θεμελιώθηκε ο ναός αυτήν την ονομασία είχε, την τοπική και όχι την λόγια. Για του λόγου το αληθές αντιγράφω εδώ την αρχή της συμφωνίας για την παραχώρηση του οικοπέδου του, από τον ευγενή signor Μπατίστα Μιντσενίγο του ποτέ Δημήτρη, η οποία έγινε στο συμβολαιογραφείο του νοτάριου Κωνσταντίνου Καψοκέφαλου στις 9 Ιουλίου του 1646. Την κόπια αυτής της πράξης μου την παραχώρησαν σε αντίγραφο οι καλοί φίλοι και απόγονοι του δωρητή, Δανάη και Γιώργος Μυλωνάκης, τους οποίους και από εδώ ευχαριστώ.
   Διαβάζουμε, λοιπόν, εκεί: «Εις δόξαν Θεού και πάντων των Αγίων αμήν. 1646. Ιουλίου 9. εις τον Γιαλόν της πόλεως Ζακύνθου έστωντας και να ευρίσκεται όλος ο λαός της Χώρας, και Νήσου από τα πλήθη των αμαρτιών εις φθοράν του θανάτου της πανούκλας, και λοιμικής, και θέλοντας να πέση εις μετάνοιαν, και να δεηθή του Παντοκράτορος Θεού δια να τον ελευθερώση από τούτον τον εφνήδιον θάνατον και τρομαχτικόν, όλος ενός με μία γνώμην ηθέλησαν και έκαμον τάσιμον δια να κάμουν, και κτίσουν μίαν εκκλησίαν εις δόξαν Θεού να ονομασθή οι άγιοι Σαράντες με των οποίων το μέσον και πρεσβειών ομπρώς εις τον αυθέντην Θεόν να τους ήθελε βοηθήση και ελευθερώση από ετούτον τον πικρόν θάνατον της πανούκλας […]».
   Βέβαια στο κείμενο αυτό, που στην αντιγραφή του κρατήσαμε την ορθογραφία του, εκτός από το πολυτονικό, για καθαρά τεχνικούς λόγους (και ομολογουμένως είναι ένα από τα πιο ορθογραφημένα της εποχής, που έχουμε συναντήσει) ο εκκλησία, όπως διαπιστώσατε και εσείς, είναι «οι άγιοι Σαράντες» και έτσι μας δόθηκε σαν παρακαταθήκη.
   Μην ξεχνάμε, επίσης, πως «Άγιοι Σαράντες» αναφέρει και ο Ντίνος Κονόμος την ιστορική αυτή ιερή στέγη στο βιβλίο του Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, που κυκλοφόρησε το 1967, καθώς και την άλλη, ομώνυμη εκκλησία των Κήπων, η οποία ήταν αφιερωμένη και στην Αγία Πελαγία και είχε χτισθεί από τους αδελφούς Καλέκα.
   Εδώ ας δώσουμε και μιαν άλλη ονομασία, ακραία αυτή τη φορά, αλλά ποιος μπορεί να διορθώσει την λαϊκή βούληση; Στο χωριό Φιολίτης, λοιπόν, όπου μέχρι το σεισμό του 1953 υπήρχε εκκλησία των Μεγαλομαρτύρων, κτητορική της οικογένειας Καπανδρίτη, η ονομασία της ήταν από τους πιο πολλούς κατοίκους της περιοχής: «ο Άι-Σαράντης»! Και σ’ αυτήν την περίπτωση το πλήθος συνοψιζόταν σε έναν…
   Σίγουρα πολλοί θα αντιταχθούν και θα διαφωνήσουν, ισχυριζόμενοι πως κάποτε πρέπει να διορθωθεί το λάθος με το σωστό. Δεν ξέρω αν έχουν δίκιο. Θ’ αντιταχθώ, υπερασπιζόμενος μια παράδοση αιώνων, θυμίζοντάς τους το παρόμοιο «επέστρεφε» του μεγάλου Καβάφη.
   Γιατί έχουν και τα λάθη την γοητεία τους!
   

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟΥ Η ΑΛΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

(Ποιμαντικοὶ προβληματισμοὶ σὲ διαπιστωμένες ἐφηβικὲς συμπεριφορές)

Στὸν παπα-Βασίλειο Θερμό, μαθητείας καὶ σπουδῆς ἕνεκεν


Στὴ μικρὴ ἐπαρχιακή μας πόλη, ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα τοῦ χειμώνα βλέπει κανεὶς ἀναρτημένες ἀφίσες, οἱ ὁποῖες καὶ ἀναγγέλλουν «πάρτυ» σὲ διάφορα νυχτερινὰ κέντρα. Σημειώνω ἐδῶ μάλιστα ὅτι οἱ ἀφίσες αὐτὲς ἐμφανίζονται ἀπὸ τὴν Τετάρτη ἤ τὴν Πέμπτη καὶ ἀναρτῶνται σὲ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλεως, κυρίως δὲ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὶς αἴθουσες τῶν φροντιστιρίων. Ἀναγγέλλουν δὲ πὼς  τὸ «πάρτυ» τὸ διοργανώνει ἡ Β΄ λ. χ. ἤ ἡ Γ΄ Λυκείου,  μὲ καθορισμένη εἴσοδο τόσα εὐρώ. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι, ἄς ποῦμε, φυσικά. Ὡστόσο ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμα: ἡ ὥρα τῆς εἰσόδου καὶ συνάμα τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ ψυχαγωγικοῦ προγράμματος. Ὥρα μεσονύχτιος παρακαλῶ ἤ κοντὰ στὸ μεσονύχτιο εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τοῦ προγράμματος. Ὁπότε ὅλοι καταλαβαίνουμε καὶ τὴν ὥρα τῆς λήξεως: ποὺ εἶναι δηλαδή,  οἱ πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες γύρω στὶς 5 ἤ καὶ 6 τὰ χαράματα.  Σὲ σημεῖο νὰ συναντᾶ κάποια ἀπὸ τὰ παιδιὰ αὐτὰ ὁ ἐφημέριος στὸ δρόμο, καθὼς ὁ ἴδιος πορεύεται γιὰ τὸ ναὸ κι ἐκεῖνα ὁδεύουν γιὰ τὰ σπίτια τους, γιὰ τὸν... νυκτερινό τους ὕπνο!!!
Αὐτὴ ἡ πρωϊνὴ συνάντηση, λοιπόν, δίνει τὴν ἀφορμὴ γιὰ ἕνα ξετύλιγμα κάποιων σκέψεων καὶ προβληματισμοῦ τοῦ ἐφημερίου. Γιατὶ δὲν ξεχνᾶ πὼς τὰ παιδιὰ αὐτὰ κομμάτι τοῦ ἐνοριακοῦ σώματος εἶναι, τὸ ὁποῖο καὶ τάχτηκε νὰ διακονήσει. Μὲ συνέπεια, ἀξιοπρέπεια καὶ ἔνθεο ἦθος. Ὅμως ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ποιμαντικὴ ποὺ ὀφείλει νὰ ἐξασκήσει, ὥστε  κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ τὰ πλησιάσει περισσότερο; Γιατί, ναὶ, τὰ βλέπει στὸν Ἐπιτάφιο, στὴν Ἀνάσταση, ἄντε καὶ σὲ καμμιὰ ἄλλη γιορτή -συνήθως τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν- ὅμως δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ αὐτὴν τὴν τυπικὴ συνάντηση. Ἐπιθυμεῖ νὰ τὰ πλησιάσει, μήπως καὶ καταλάβουν ὅτι σιμὰ στὴν ἀναμονὴ τοῦ Σαββατόβραδου ὑπάρχει κι ἐκείνη τῆς Κυριακῆς. Πῶς ὅμως θὰ γίνει αὐτό;
Ἡ ἐφηβεία γνωρίζουμε πὼς εἶναι μιὰ σκληρή, γρανιτένια ἡλικία, γιατὶ κυριαρχεῖ στὴν ψυχὴ τοῦ ἐφήβου ἡ προσπάθεια νὰ φανεῖ, νὰ «φιγουράρει», νὰ προβάλει δηλ. τὸν ἑαυτό του μὲ τρόπο, τὶς περισσότερες φορές,  ἀπότομο, αὐθάδη καὶ προκλητικό. Κι ὄχι γιατὶ τὸ θέλει, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ μὲ τὴ συμπεριφορά του αὐτὴ θὰ κατορθώσει νὰ κεντρίσει τὸ ἐνδιαφέρον κάποιων, ὥστε νὰ τὸν προσέξουν, νὰ καταστεῖ δηλ. τὸ κέντρο τῆς κάθε σύναξης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκρούεται μὲ τὴν οἰκογένειά του, τοὺς δασκάλους καὶ μὲ ὅ,τι θεωρεῖται κατεστημένο. Ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς φίλους του προκειμένου νὰ φανεῖ, νὰ προβληθεῖ.
Ὡστόσο, ποιὰ εἶναι ἡ θέση τοῦ ποιμένα καὶ ἡ στάση ποὺ ὀφείλει νὰ διακρατήσει ἀπέναντι σ᾿ αὐτὲς τις ἐφηβικές συμπεριφορές; Γιατὶ τὸ νὰ συγκρουστεῖ μὲ ὅπλο τὴν ἐπιτίμηση τοῦ τύπου, «Δὲ ντρεπόσαστε παιδιὰ ποὺ γυρίζετε αὐτὴν τὴν ὥρα στὸ σπίτι» καὶ ὅλα τὰ συναφῆ, τότε τὸ μόνο ποὺ θὰ πετύχει εἶναι τὸ  ν᾿ ἀνοίξει ἀκόμα περισσότερο τὸ χαντάκι ποὺ τοὺς χωρίζει. Κι ὁ σκοπὸς εἶναι ἄλλος. Νὰ προσεγγίσεις τὸν ἄλλο κι ὄχι νὰ τοῦ ἐναντιωθεῖς. Γι’αὐτὸ ἀπαιτεῖται μιὰ ψύχραιμη καὶ προσεκτικὴ στάση, ἡ ὁποία καὶ ἐπιμερίζεται σὲ κάποιες ἐνεργειες τοῦ ποιμένα. Ἐνέργειες ἄμεσες καὶ ἔμμεσες.
Ἡ πρώτη καὶ πλέον βασικὴ κατὰ τὴ γνωμη μου, λοιπόν,  ἐνέργεια εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ποιμένα γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιά. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὴ ἡ πρόταση, πιστεύω, ἀφοῦ τὴν προτροπὴ τὴν ἔχουμε μέσα στὴν ἴδια τὴ  θεία Λειτουργία: «Τὴ νεότητα παιδαγώγησον», θὰ μᾶς θυμίσει ὁ Μ. Βασίλειος κι ἄδικο δὲν ἔχει, ἀφοῦ σὲ ὥρα κρίσιμη μέσα στὴν Εὐχαριστιακὴ Σύναξη δεόμαστε, ἄρα παρακαλοῦμε τὸν Ποιμένα τῶν ψυχῶν μας, νὰ συντρέξει καὶ τὴ νεότητα. Μὲ παιδαγωγία, μόρφωση παναπεῖ καί  μάλιστα μόρφωση, καλλιέργεια δηλαδή πρωτίστως τῆς ψυχῆς. Πῶς λοιπόν, νὰ ἀδιαφορήσει ὁ παπᾶς καὶ νὰ μὴν προσευχηθεῖ καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτά; Ἄσχετα ἄν τὸν ὑπολογίζουν ἤ ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἔχει τόση σημασία ὅση ἔχει ἡ ἐκ βαθέων δέηση τοῦ ἱερέα, γιὰ νὰ κατορθώσει ἡ νεότητα νὰ βρεῖ τὰ ἀπαραίτητα δεκανίκια, ὥστε νὰ ἀνακαλύψει τὸν πραγματικὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο βρέθηκε στὸν κόσμο αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, ὑπερβολὴ νὰ προσπαθήσουμε νὰ τῆς θυμίσουμε, κυρίως μὲ τὸ ἱερατικό μας ἦθος καὶ ὕφος, ὅτι ἡ ἁγιότητα κι ὄχι ἡ ἀγριότητα εἶναι ἡ μοναδική της ἐπιλογή. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ παραμείνει  ὁ Κόσμος καὶ τὰ ἐν αὐτῷ «καλὰ λίαν» (Γεν. 1), ὅπως δηλαδή ἐξῆλθαν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ.  
Μιὰ ἄλλη ἐνέργεια τοῦ ποιμένα εἶναι ἡ προσεκτική καὶ μὲ ὑπομονὴ καλλιεργημένη προσπάθεια προσέγγισης τῶν παιδιῶν, μὲ πρῶτο σκαλοπάτι τὴ συνομιλία του μὲ τοὺς γονεῖς τους. Ὅσοι ἐκ τῶν γονέων, φυσικά, ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν ἀκούσουν, γιατὶ δὲν εἶναι καὶ λίγοι ποὺ ἀδιαφοροῦν ἤ καὶ θεωροῦν αὐτὲς τὶς συπεριφορὲς τῶν παιδιῶν τους πολὺ φυσικές, ἐπιχειρηματολογώντας ὅτι «παιδιὰ εἶναι, θὰ καταλάβουν...».
Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους γονεῖς μπορεῖ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία κι ἐκεῖ θὰ συναντήσει πολλὰ ἐμπόδια, καθὼς θὰ παρεμβάλλεται στὶς συζητήσεις καὶ ἡ ἄκριτη δικαιολόγηση τῶν ἴδιων ὡς γονιῶν, μήπως καὶ ἐκπέσουν στὰ μάτια τοῦ ἱερέα τους, λὲς κι ἐκεῖνος δὲν εἶναι γονιός, ἄν εἶναι ἔγγαμος ἤ ὡς ἄγαμος δὲν ἔχει ὑπόψη του τοῦ τὶ γύρω του συμβαίνει. Ὡστόσο ὑπάρχουν κι οἱ περιπτώσεις ἐκείνων τῶν γονιῶν ποὺ χαίρονται αὐτὲς τὶς συναντήσεις καὶ μάλιστα ἐπιμένουν νὰ ἔχουν περισσότερη ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἱερέα τους, θεωρώντας ὡς μεγάλη εὐλογία αὐτὴ τὴν ἐν διαλόγῳ συντυχία.   
Ἕνας ἄλλος δρόμος ἐπικοινωνίας εἶναι καὶ οἱ καθηγητὲς τῶν Σχολείων ποὺ φοιτοῦν αὐτὰ τὰ παιδιά. Γιατὶ παρεμβάλλοντας στὸ μάθημα καὶ τὴν συμβουλευτική τους προτροπή, ὥστε νὰ ἀναζητοῦν στὴ ζωή τους τὰ παιδιὰ αὐτὰ πρότυπα ἱκανὰ ποὺ θὰ τὰ συνδράμουν στὴν αὐριανή τους ἔξοδο στὴν κοινωνία, εἶναι κι αὐτὸ ἕνα μάθημα καὶ μάλιστα μέγιστον ἀλλὰ κι ἀπὸ τὰ πλέον ἀλλησμόνητα. Ἀρκεῖ νὰ ἐξελίσσεται ἡ συμβουλευτικὴ αὐτὴ μὲ ἐμβιωμένη σοβαρότητα κι ὄχι μὲ προχειρότητα. Καὶ θεωρῶ σημαντικὴ αὐτὴ τὴ συναντηση τοῦ ποιμένα μὲ κάποιους ἐξ αὐτῶν, κυρίως μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι γονεῖς, γιατὶ οἱ ἐμπειρίες διδάσκουν περισσότερο καὶ βοηθοῦν στὶς περιπτώσεις αὐτές.  Φυσικὰ κι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι δυσχερῆ καὶ ἀκανθώδη. Γιατὶ διαπιστώνονται κάποιες συγκρούσεις τοῦ εἴδους «ξέρουμε τὴ δουλειά μας» ἤ πάλι τὸ ἄλλο: «Μά, τὶ νὰ τοὺς πεῖς... Αὐτοὶ δὲν παίρνουν ἀπὸ λόγια» κ.λ.π., ποὺ ἀμβλύνουν τὶς ἀποστάσεις καὶ καταργοῦν μιὰ δυνατότητα, ἡ ὁποία παρέχεται γιὰ συνδρομή, διδαχή καὶ νουθεσία. Γιατὶ, κακὰ τὰ ψέματα, τὸ κῦρος ἑνὸς σοβαροῦ καὶ  ἔντιμου Δασκάλου ἔχει ἄλλο εἰδικὸ βάρος ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ γονιοῦ π.χ. Μάλιστα, ἄν ὑπάρξει καὶ σωστὴ συνεργασία ποιμένα καὶ δασκάλου, ὄχι σὲ ἐπίπεδο κατήχησης ἀλλὰ προσεγμένης συμβουλευτικῆς καὶ ἐπιμελημένης καθοδήγησης τῶν παιδιῶν, ὥστε ν᾿ ἀποφεύγουν τοὺς κινδύνους ποὺ παραμονεύουν δίπλα τους- ἄραγε τοὺς μέτρησε κανένας τους σοβαρά; βλ. ναρκωτικά, ἀλκοόλ, μεταδοτικὲς ἀσθένειες, σταδιακὴ ἐξασθένηση τοῦ ὀργανισμοῦ, ροπὴ πρὸς τὴν ἐπιθετικότητα κ.ἄ- τότε πολλὰ μποροῦν ν᾿ ἀποφευχθοῦν.   
Κι ἕνα τρίτο εἶναι ἡ προσέγγιση τοῦ ποιμένα στὰ παιδιά, χωρὶς τὴν παρεμβολὴ ἄλλου. Φυσικὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ εἶναι μιὰ ἐνέργεια σαφοῦς διακινδύνευσης, ἀλλὰ καὶ μιὰ τόλμη, ποὺ ἐλάχιστοι τὴν ἐπιχειροῦν. Γιατὶ ἔχει κόστος καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πλέον βεβαρυμμένα, μιὰ κι οἱ δυσκολίες ποὺ προκύπτουν -χλευασμός, ἀπόρριψη, ἀπουσία ἔντιμου διαλόγου, ἀφοῦ ὁ νέος δὲν ἐπιθυμεῖ συμβουλὲς καὶ πατρικὸ ἐνδιαφέρον, ἐπειδὴ τὰ θεωρεῖ «καταπιεστικά»- ἀκόμη καὶ βλάσφημες ἐκφράσεις, εἶναι οἱ γρανιτώδεις ἀσφάλειες ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν καμμία παραχώρηση στὸ ναρκισσιστικὸ ἐγὼ νὰ δεχτεῖ κι αὐτὲς τὶς προτάσεις. Ἐκτὸς κι ἄν ἐπιμείνει καὶ δὲν ἀπογοητευτεῖ. Ἐπιμείνει δηλαδή, στὸ ν᾿ ἀνακαλύψει μὲ ὑπομονὴ μεγαλη καὶ συνεχῆ ἐπαγρύπνηση τὸ ὅποιο κρυμμένο, κάτω ἀπό σωροὺς ἀλαζονείας καὶ ἐπιπολαιότητας, μεταλλεῖο ποὺ ἀσφαλῶς σὲ κάθε ψυχὴ ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἀλλὰ κρύπτεται, ὅπως τὸ τάλαντον τοῦ Εὐαγγελίου (βλ. Μτθ. 25, 14-30) . Ἀπὸ κεῖ θ᾿ ἀρχίσει, λοιπόν, καὶ ἐπίμονα θὰ προσπαθήσει νὰ τὸ καταστήσει ἐνεργό, ἄν φυσικὰ ἐπιθυμεῖ κι ὁ ἴδιος ὁ νέος καὶ πολὺ περισσότερο ὁ «κύκλος» του. Γιατὶ ἔχει σημασία αὐτὸ καί, μάλιστα, πολὺ μεγάλη.  Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ  ἀρκετοὶ τῶν γονιῶν καὶ φίλων ἐπικροτοῦν τέτοιες συμπεριφορές, καμαρώνοντας μάλιστα, ἀφοῦ στὸ βάθος τῆς συνείδησής τους ἀπομένει τὸ δικό τους ἀνικανοποίητο κατὰ τὴν ἐφηβεία τους. Ἔτσι στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τους ἤ τοῦ δικοῦ τους ἀνθρώπου βλέπουν τὸν ἑαυτό τους, μὴ γνωρίζοντας πὼς ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει ἦταν τόσο διαφορετικὴ (καὶ πιὸ ἀνθρώπινη, γιατὶ νὰ μὴν τὸ ποῦμε κι αὐτό;). Μὲ λίγα λόγια, ἄλλο τὸ χθὲς κι ἄλλο τὸ σήμερα. Γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε στοὺς κινδύνους...
Ἕνα ὡστόσο εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ φυσικὰ τὸ ἀξιοπρόσεχτο. Πῶς μπορεῖ νὰ ἀποτύχει στὴν προσπάθειά του ὁ ποιμένας νὰ ἔχει μεγάλα καὶ οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἔχει τόση σημασία, ὅσο ἔχει τὸ ὅτι προσπάθησε. Ποιὸς ξέρει...Ἴσως ὁ σπόρος ποὺ σκόρπισε κάποτε ν᾿ ἀναστήσει καὶ νὰ φέρει «καρπὸν ἑκατονταπλασίονα». Κι ἴσως τότε ἡ ἀναμονὴ τοῦ Σαββατόβραδου νὰ εἶναι γιὰ μιὰ σοβαρὴ προετοιμασία προσέγγισης τῆς Κυριακῆς. Ποιὸς ξέρει; 

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ - ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ | ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ | BEETHOVEN - STRAUSS

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, μετά το αστέρι του Βιολιού, την Κινέζα Tianwa Yang, μας παρουσίασε στις 6 Φεβρουαρίου 2015, ένα  αστέρι του πιάνου, τον Έλληνα πιανίστα Απόστολο Παληό, στο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 37  του Ludwig van Beethoven, καθώς και το Συμφωνικό ποίημα, Η Ζωή ενός ήρωα, έργο 40, του Richard Strauss, στον εξαιρετικό κύκλο Γερμανοί Ρομαντικοί {ΙΙΙ}, με τον τίτλο Μοναχικές Φυσιογνωμίες σε μια, όπως μας έχει συνηθίσει τελευταία, εξαιρετική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την ευγενική υποστήριξη της Γερμανικής  Πρεσβείας Αθηνών. 

[Μπετόβεν]
Τα πρώτα σχεδιάσματα του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 37 του Beethoven [1770-1827] χρονολογούνται από το 1797, ενώ το χειρόγραφο φέρει ημερομηνία 1800. Τρία χρόνια αργότερα στις 5 Απριλίου του 1803 στις συναυλίες της Ακαδημίας, παρουσιάστηκε το Κοντσέρτο  για πρώτη φορά στη Βιέννη, στο Theather  an der Wien, μαζί με τη  Συμφωνία σε ρε μείζονα αρ. 2  έργο 36  και το Ορατόριο Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών, υπό την διεύθυνση του συνθέτη, ο οποίος ήταν και ο σολίστ του  Κοντσέρτου. Από τη μαρτυρία του Ignaz von Seyfried, που γύριζε τις σελίδες, μαθαίνουμε  ότι ο Beethoven ερμήνευσε από μνήμης το μέρος του πιάνου. Όπως αναφέρει, «Έβλεπα σχεδόν άδειες τις σελίδες, σε μερικές υπήρχαν κάτι κακογραμμένα ιερογλυφικά καθ’ όλα άγνωστα σε μένα, κάποια κλειδιά που μόνο ο ίδιος μπορούσε να αναγνώσει. Αυτό ήταν άλλωστε κάτι που το συνήθιζε καθώς δεν είχε χρόνο να τα γράψει όλα στο χαρτί». Την παρτιτούρα του κοντσέρτου τη συμπλήρωσε αργότερα, όταν ο μαθητής και φίλος του Ferdinal Ries έπρεπε να παίξει το κοντσέρτο. Το έργο δημοσιεύτηκε το 1804 και είναι αφιερωμένο στον πρίγκιπα Φερδινάρδο της Πρωσίας. Πηγή έμπνευσης για τον Beethoven ήταν  το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 24 Κ491  του  Mozart, για το οποίο έλεγε, «Ποτέ δε θα καταφέρουμε να κάνουμε κάτι σαν αυτό».

[Απόστολος Παληός]
[Στέφανος Τσιαλής]
Η δομή του Κοντσέρτου ακολουθεί τα κλασικά πρότυπα και προαναγγέλλει την Ηρωική Συμφωνία του Τιτάνα. Το πιάνο, μέγας πρωταγωνιστής, λιγότερο «κεκοσμημένο», περισσότερο αρρενωπό, σε έναν υψηλού επιπέδου  διάλογο και σε μια ευγενή άμιλλα με την Ορχήστρα, άγγιξε την τελειότητα. Ο Απόστολος Παληός, με δύναμη και σαφήνεια διατήρησε εξαίσια την ταραχώδη εκείνη συγκίνηση που σηματοδοτεί το έργο, την οποία ο Αρχιμουσικός Στέφανος Τσιαλής με εκπληκτική ευαισθησία μετέδωσε στην Ορχήστρα, αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα της μπετοβενικής ατμόσφαιρας και τη μαγεία της γραφής του.  Και ήταν αυτή η μαγεία που μας έφερε στη μνήμη ότι ανάμεσα στα ονόματα που έχουν δοθεί στους κρατήρες του Άρη, τρία είναι αυτά που ξεχωρίζουν: Rembrandt, Beethoven, Goethe. Τρεις μεγάλοι άνδρες ενωμένοι με την τέχνη τους ταξιδεύουν με τα αστέρια ανά τους αιώνες! 

[Στράους]
Ακολούθησε το Συμφωνικό Ποίημα, Η ζωή ενός Ήρωα του Strauss. Δύο συνθέτες με διαφορά τεσσάρων χρόνων μεταξύ τους, ο Gustav  Mahler {1860-1911} και ο Richard Straus {1864-1949}, γεφύρωσαν τον  19ο με τον 20ό αιώνα και εξέλιξαν την βαγκνερική ρομαντική παράδοση. Και οι δύο ανέπτυξαν τη μεγάλη Ορχήστρα και έκαναν θαύματα με την ενορχήστρωση. Η Όγδοη Συμφωνία του Mahler αναφέρεται ως η Συμφωνία των χιλίων, ενώ το Συμφωνικό ποίημα  του Straus [Tone Poem για το Συνθέτη], απαιτεί οκτώ κόρνα, πέντε τρομπέτες, τετραπλά ξύλινα πνευστά. Ο Strauss γράφει τα αριστουργήματά του την εποχή του Johannes Brahms και του Anton Bruckner, ενώ φτάνει ώς την εποχή του Pierre Boulez και του Stockhausen. Ο Strauss στην εποχή του εθεωρείτο ο μεγαλύτερος συνθέτης του κόσμου κι ένας από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς. Η κάθε νέα του σύνθεση ήταν καλύτερη από την τελευταία και όλοι περίμεναν το επόμενο έργο του. Κάθε τι που έγραφε γινόταν πρωτοσέλιδο, όπως θα λέγαμε σήμερα. Από τα πολλά του έργα αναφέρουμε τις πασίγνωστες όπερές του Ο Ιππότης με το ρόδο, Σαλώμη, το συμφωνικό ποίημα Τάδε έφη Ζαρατούστρας, Τη Συμφωνία των Άλπεων και τα περίφημα Lieder. Τη Ζωή ενός ήρωα άρχισε να συνθέτει το 1898 στις βαβαρικές Άλπεις. Ήθελε να  ονομάσει το έργο του Eroica κατά το μπετοβενικό πρότυπο, αλλά καθώς έλλειπε το πένθιμο εμβατήριο, κράτησε το σημαίνον ηρωικό στοιχείο, το εκφρασμένο από  την αρχή. Παράλληλα δούλευε τον Δον Κιχώτη και πίστευε ότι η μία δημιουργία του συμπλήρωνε την άλλη. Το έργο θεωρείται αυτοβιογραφικό και ο συνθέτης κατηγορήθηκε για μεγαλομανία. Ωστόσο ο ίδιος απάντησε: «Δεν είμαι ήρωας ούτε φτιαγμένος για μάχες» και συμπλήρωσε ότι συνθέτοντας τη Ζωή ενός Ήρωα, δεν είχε πρότυπο μια ξεχωριστή ποιητική ή ιστορική μορφή, αλλά γενικότερα μια ελεύθερη ιδέα του Ηρωισμού. Τη σύνθεσή του αυτήν αφιέρωσε στον Ολλανδό μαέστρο Joseph Willem Melgelberg [1871-1951] και στην ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ. Παρά το γεγονός ότι είπε στους δημοσιογράφους ότι «Επιτέλους βρήκα μια ορχήστρα ικανή να παίξει τα πάντα ώστε να μην ανησυχώ πια όταν συνθέτω δύσκολα μέρη», δεν είχαν την τιμή της πρώτης εκτέλεσης, αφού ο συνθέτης διηύθυνε ο ίδιος το έργο του στις 3 Μαρτίου του 1899 στη Φρανκφούρτη.

[Δημήτρης Σέμσης]
Η σύνθεση αποτελείται από έξι μέρη που παρακολουθούν την πορεία του  Ήρωα, ο οποίος ξεκινά από τα χαμηλά, με τα άξια βαθύχορδα  και  κόρνα να τον οδηγούν, για να κατακτήσει τα ύψη με τα πανέμορφα βιολιά. Στη συνέχεια έρχεται η σύγκρουση με τους αντιπάλους του, τι κρίμα να είναι οι μουσικοκριτικοί και όχι οι μεγάλοι δημιουργοί. Αυτό όμως του δίδει  την άνεση του εμπαιγμού τους και στα ξύλινα πνευστά και στην τούμπα την ευκαιρία για εκπληκτικές ερμηνείες. Ακολουθεί η γαλήνη με τον ύμνο στην σύντροφό του από το εξαίσιο, λυρικό, ερωτικό βιολί του Δημήτρη Σέμση, που δε θέλαμε να τελειώσει. Οι αντίπαλοι είναι εδώ και δηλώνουν την παρουσία τους, με τις τρομπέτες  εκτός σκηνής, να καλούν τον Ήρωα να αγωνιστεί στο πεδίο της μάχης, της «καλύτερης μουσικής μάχης», τόσο συνθετικά όσο και ερμηνευτικά από τον Αρχιμουσικό και την Ορχήστρα. Οι μάχες κάποτε τελειώνουν και η Ειρήνη θα φέρει τους δημιουργικούς καρπούς της. Η αγάπη θα ανθίσει ξανά και η οικογενειακή θαλπωρή θα ολοκληρώσει την ευτυχία του Ήρωα. Όμως ο κύκλος της ζωής κλείνει και η αποχώρηση του Ήρωα, είναι αναπόφευκτη, με το -θα το ξαναπούμε- εξαίσιο βιολί του Σέμση και το κόρνο, να υμνούν την υπέρτατη, εσωτερική ακύμαντη ειρήνη, την τελική συμφιλίωση με τον έσω κόσμο του Ήρωα. Ερμηνεία μοναδική από τον Αρχιμουσικό Στέφανο Τσιαλή και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ανέδειξαν άριστα τη φιλοσοφική θεώρηση και γαλήνη που ενυπάρχει στο δύσκολο αυτό, μα τόσο όμορφο και σημαντικό έργο.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Από το Α έως το Ω: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΛΑΤΣΟΥ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ | 2.2.2015


Συναντηθήκαμε το καλοκαίρι στο γραφείο της στην Πλάκα. Ευδιάθετη και φιλόξενη, αποκρίνεται στο γνωστό μας παιχνίδι αυθόρμητων συνειρμών με διαβρωτικό χιούμορ, ευθείες απαντήσεις και υπέροχες αφηγήσεις. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι μια χαρισματική προσωπικότητα, μια αειθαλής δασκάλα που απολαμβάνει κανείς να ακούει, μια δυναμική γυναίκα που δεν διστάζει να συγκρουστεί με την καθεστηκυία άποψη όταν δηλώνει ότι «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους». Παράλληλα, λύνει μια μεγάλη παρεξήγηση: «Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία», ενώ συμβουλεύει τους νέους «να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Απώλεια: «Πραγματική απώλεια είναι όταν οι γυναίκες κρύβουν τα χρόνια τους και χάνουν αναμνήσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο Τσαρούχης: μια κυρία όλο και έκοβε τα χρόνια της στα γενέθλιά της, οπότε, κάποια στιγμή, εκείνος της ευχήθηκε να τα μηδενίσει!».

Βαρβαρότητα: «Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει καλύτερους τους ανθρώπους είναι να ξέρουν τον διπλανό τους. Να μάθουν να αναγνωρίζουν το δίκιο και στον διπλανό τους. H γνώση του Άλλου είναι αυτό που καθιστά κάποιον μη βάρβαρο. Η αποδοχή της αλήθειας του Άλλου εκπολιτίζει τον άνθρωπο».

Γεννήθηκα: «Από τα έξι παιδιά της οικογένειάς μου, είμαι το μόνο παιδί που γεννήθηκα στην Αθήνα, στον Βύρωνα. Από τον τελευταίο μου αδερφό έχω έξι χρόνια διαφορά και από τον μεγαλύτερο δεκαπέντε. Οι γονείς μου ήρθαν από τη Μικρά Ασία το ‘22. Η μάνα μου, πρόσφυγας τότε, χωρίς σπίτι, χωρίς λεφτά, ήθελε να «με ρίξει», όπως λέγανε τότε. Η μαμή της περιοχής, η κυρία Ξηρουχάκη, της είπε: «Βρε, Καλλιρόη, μπορεί αυτό το παιδί να είναι το καλύτερο». Ε, ήταν και θεοφοβούμενη η μάνα μου και τελικά με άφησε και γεννήθηκα. Τη μέρα που γεννήθηκα, δηλαδή 28 προς 29 Αυγούστου του 1926, ο πατέρας μου είχε βάλει την οικογένειά του σε κάτι καράβια. Και τα δύο βούλιαξαν στις Φλέβες, στη Βουλιαγμένη, τη μέρα που γεννήθηκα. Και έτσι ήμουν το ‘μικρό και το γρουσούζικο’ της οικογένειας».

Δώρο: «Εμείς λέμε ‘δώρο Θεού’. Και, όντως, θεωρώ πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ένα δώρο Θεού. Το τι το κάνει μετά είναι άλλη ιστορία. Τώρα, το πρώτο θεϊκό δώρο είναι η ανθρωπιά. Φέρουμε τον Θεό μέσα μας, αρκεί να είμαστε σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε».

Ελλάδα-Εμφύλιος: «Αν υπάρχει μία κατάρα μεγάλη στην Ελλάδα, αυτή είναι η διχόνοια. Αν θέλομε να αποδείξουμε, με κάποιο τρόπο, ότι έχουμε σχέση με τους αρχαίους Ελληνες, είναι μόνο αυτό. Από τον διχασμό, στην αρχαιότητα δεν έμεινε κανένας όρθιος. Αυτός ο διχασμός, η διχόνοια, ο εμφύλιος είναι η καθημερινότητά μας. Η Ελλάδα, ως πνεύμα, είναι συνώνυμη με αυτή την εριστική, εμφυλιακή τάση».

Ζορίζομαι: «Με τον χρόνο. Γιατί, ναι μεν ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη επινόηση, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι σίγουρο ότι όλη η οργάνωση ενός ανθρώπου, σε επίπεδο καθημερινότητας, είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Ολοι έχουν όνειρα στη ζωή για το τι θα κάνουν σε δέκα χρόνια, που θα πάνε διακοπές σε έξι μήνες, ποιον θα ερωτευθούν, αλλά το θέμα είναι πως τα βγάζεις πέρα την κάθε μέρα. Ε, εδώ ζορίζομαι πολύ γιατί η μέρα έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες».

Ήρωες: «Αν υποφέρει από κάτι η παιδεία μας σήμερα, είναι ότι οι μόνοι ήρωές μας είναι οι ποδοσφαιριστές και οι τηλεπαρουσιαστές. Η έννοια του ήρωα είναι προφανώς υποβαθμισμένη. Ο Βολταίρος είχε γράψει κάτι σπουδαίο: ‘Δεν θεωρώ ήρωες τους πολεμιστές-καταστροφείς των πόλεων, αλλά αυτούς που έχουν πολεμήσει για τα δικαιώματα του ανθρώπου’. Επίσης, αν ξέραμε καλά την ιστορία, θα είχαμε διαγράψει πολλούς ‘ήρωες’ και κατά συνέπεια θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλοίων που φέρουν τα ονόματά τους. Ηρωες είναι αυτοί που η ιστορία έχει καταγράψει ως ήρωες, άσχετα αν ήταν ηρωικοί ή όχι».

Θεός: «Στη Γαλλία, με ρωτούν συχνά οι δημοσιογράφοι: ‘Υπάρχει Θεός;’, και απαντώ: ‘Δεν θα πω ποτέ ότι δεν υπάρχει’».

Θαύμα: «Στα Γαλλικά, σε αντίθεση με τα Ελληνικά, ο ‘έρωτας’ και η ‘αγάπη’ είναι η ίδια λέξη (amour). Το θαύμα είναι να μην είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο, αλλά τα δύο να είναι ένα. Ακούω να λένε, ‘όταν πεθαίνει ο έρωτας, μένει η αγάπη’. Μα, η αγάπη δεν είναι παρηγόρια».

Ιστορία: «Μικρή θυμάμαι ήμουν αντάρτικο παιδί. Στο Βύρωνα, που μέναμε, κάναμε διάφορα. Για παράδειγμα, τεντώναμε ένα σκοινάκι χαμηλά από τη μία άκρη του δρόμου στην άλλη και όποιος πέρναγε, σκοτωνόταν. Μετά, το αφήναμε κάτω, όπου δεν φαινόταν μέσα στο χώμα και τα χαλίκια, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Φαντάσου, παίζαμε τόσο ελεύθερα και ανέμελα, γιατί δεν περνούσε ούτε δείγμα αυτοκινήτου».

Καλοσύνη: «Μία από τις μεγάλες βυζαντινές αρετές είναι η φιλανθρωπία, με την έννοια της κατανόησης του Άλλου. Ένα από τα αυτοκρατορικά σύμβολα στο Βυζάντιο είναι η ακακία ή ανεξικακία, που θεωρείται μιμητής Θεού. Η καλοσύνη είναι να είσαι μιμητής Θεού».

Λάθη: «Το μόνο λάθος μου ή μάλλον η μόνη έγνοια που μπορεί να με κάνει να πετάγομαι κάποια βράδια στον ύπνο μου είναι ότι μπορεί να έχω κάνει το λάθος να έχω ταπεινώσει ανθρώπους που εξαρτώνται από μένα -είτε το κατάλαβα, είτε όχι».

Μητρότητα: «Οι μόνες ιδιότητες που αναγνωρίζω στον εαυτό μου είναι ότι είμαι μάνα και δασκάλα».

Ματαρόα: «Α, έλα να λύσουμε επιτέλους αυτή την παρεξήγηση. Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία».

Ντροπή: «Είχα αρχίσει το κάπνισμα στα δώδεκα-δεκατρία μου. Καταλαβαίνεις ότι κρυβόμουν για να καπνίσω. Αυτό συνεχίστηκε στην Αντίσταση και στη Γαλλία, όπου δίδασκα και κάπνιζα τέσσερα πακέτα Gauloises την ημέρα. Αυτή ήταν η ντροπή μου τότε. Το έκοψα το 1975 και πια δεν έχω καμία ντροπή».

Νέα Γενιά: «Κάθε γενιά είναι νέα και οι χαμένοι παράδεισοι είναι δικαίωμα των γέρων. Ολες οι ωραίες κυρίες που ήταν κάποτε Ταναγραίες, γίνανε έπειτα γραίες». (γελάει)

Ξένος: «Είμαι στην Αμερική και προεδρεύω σε ένα μεγάλο μουσείο. Πολλά χρόνια πριν, μετά την Κατοχή, ένας ανιψιός του πατέρα μου, που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, του στέλνει σε ένα φάκελο εκατό δολάρια. Ο πατέρας μου από δω τα πήγαινε, από κει τα έφερνε, δεν ήξερε τι να τα πρωτοκάνει. Κάποια στιγμή, πεθαίνει ο πατέρας μου, και κανείς μας δεν ήξερε που ήταν τα εκατό δολάρια, που τόσο είχαμε ανάγκη. Και να, που χρόνια μετά, στην Αμερική πάλι, σε αυτό το μουσείο, εγώ, η ξένη, να υπογράφω ως Ελένη Αρβελέρ για την αγορά ενός πίνακα μια επιταγή τρία εκατομμύρια δολάρια».

Όνειρα: «Αν είχα να δώσω μια συμβουλή στους νέους, θα ήταν να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Πολιτική και Πολιτικοί: «Από παιδί, όταν υπέφεραν οι δικοί μου από τη Μικρασιατική καταστροφή, εγώ άκουγα πάντα στο σπίτι μου ότι είναι δύο τα θηλυκά κακά που μας κατέστρεψαν: η ιστορία και η πολιτική. Τώρα, ό,τι και να κάνει κανείς είναι πολιτική –και δεν είναι ανάγκη να είναι πολιτικάντης. Από τη στιγμή που οι πράξεις μας αφορούν και κάποιον άλλον, είμαστε πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί πρέπει να σκέφτονται τον Άλλον και όχι τον εαυτό τους».

Ρατσισμός: «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους».

Σημείο Μηδέν: «Το να μην ξέρεις που πας, να κάνεις πράγματα που δεν ελέγχεις και να λες ότι φταίει πάντα ο άλλος. Αυτές οι πρακτικές σε καθηλώνουν και δεν πας πουθενά. Μένεις στο μηδέν, δηλαδή».

Τραύμα: «Όταν έχεις πάθει ένα τραύμα, δεν μπορείς ποτέ να το ξεχάσεις. Είναι όπως το λάστιχο, το οποίο κάθε φορά που το τεντώνεις, δεν επανέρχεται ποτέ στην αρχική του θέση –είναι κάθε φορά λίγο πιο χαλαρωμένο. Ε, και το τραύμα ομοίως σου αφαιρεί δυνάμεις, είτε σωματικές είτε πνευματικές-ψυχικές. Και από τα τραύματά του δεν γλιτώνει κανείς. Και, βέβαια, το μεγαλύτερο τραύμα είναι η ζωή, γιατί είναι, εντέλει, θανάσιμο».

ΥΠΠΟ: «Δεν απαντώ».

Φόβοι: «Άκου, πέρασα την Κατοχή. Όταν με έπιασαν οι Ταγματασφαλίτες που ήταν με τους Γερμανούς, με άφησαν κάποια στιγμή στο Παγκράτι. Είχα να ανέβω μια ανηφόρα. Καθώς προχωρούσα, ήμουν σίγουρη πως θα μου ρίξουν από πίσω. Όταν, πια, πέρασα το οπτικό τους σημείο και δεν μπορούσαν πια να μου ρίξουν, κουτρουβάλησα την κατηφόρα». 

Χρήματα: «Καμία σχέση. Δεν ξέρω ούτε να μετρώ! Σκέψου, έφερα εδώ κάτι οικονομίες μου, όταν όλοι κοίταγαν να βγάλουν τα χρήματά τους έξω. Προέδρευα στο Pompidou, το οποίο είχε προϋπολογισμό πενήντα εκατομμύρια φράνκα -χωρίς να υπολογίσουμε τα χρήματα που μας έδιναν για να αγοράσουμε πίνακες- και δεν ήξερα πόσα μηδενικά ήταν μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά. Δεν είναι τα χρήματα το φόρτε μου! Μολονότι λέω πως όποιος έχει το χρήμα, έχει και το σχήμα».

Ψέματα: «Το ψέμα δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας. Αυτό είναι ψέμα. Το ψέμα είναι αυθύπαρκτο. Επίσης, είναι αυτό που κρατά ανθρώπους όρθιους. Δείτε τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας. Είμαστε αυτοψεύτες».

Ωραίοι Έλληνες: «Ε, όχι, φτάνει πια! Οι Ελληνες είναι τόσο ωραίοι, όσο είναι και οι υπόλοιποι άνθρωποι».

* INFO: Από τον Οκτώβριο του 2014, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ «Εικασίες, Βεργίνα-Αμφίπολη» (εκδόσεις Ερμής).

Related Posts with Thumbnails