© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

"TE DEUM" JEAN BAPTISTE LULLY και MARC-ANTOINE CHARPENTIER | ΚΑΜΕΡΑΤΑ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 

Το Te Deum, γνωστό και ως Ambrosian Hymn, είναι ένας πρώιμος χριστιανικός ύμνος που δοξάζει το θεό. Ο τίτλος του είναι παρμένος από την αρχή του  Λατινικού ύμνου «Te Deum laudamus» {Εσένα τον Θεό υμνούμε}. Το ποιητικό αυτό κείμενο χρησιμοποίησαν πολλοί συνθέτες, ανάμεσά τους οι Haydn, Mozart, Berlioz, Verdi. Η μουσική των Lully και Charpentier, γράφτηκε την εποχή του Μέσου Μπαρόκ {Middle Baroque} {1630-1680}. Η λέξη Baroque προέρχεται από την πορτογαλική λέξη Barroco=Misshapen pearl και στην αρχή ήταν αρνητικός χαρακτηρισμός. Εν παρενθέσει θα σημειώναμε ότι η Τέχνη του Μπαρόκ που επινοήθηκε από τη Δύση και εφαρμόστηκε κυρίως στην Αρχιτεκτονική και στη Μουσική εκφράζει όχι μόνο τη διάθεση προβολής του αλάθητου και των πρωτείων του Πάπα, αλλά και αυτήν για την επιβολή του. Το τυπικό της  Μουσικής Μπαρόκ είναι η χρήση του  Basso Continuo.

H Καμεράτα, προσκεκλημένη συχνά στην όπερα των Βερσαλλιών και μετά τις εξαιρετικές εμφανίσεις της στις αίθουσες συναυλιών του εξωτερικού, καθώς και την εξαιρετική δισκογραφική της επιτυχία  από την DECCA, των  Alessandro του Handel,  Siroe  του Hasse και των Πλασμάτων του Προμηθέα του Beethoven, κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες ορχήστρες της Ευρώπης όπου και απολαμβάνει εξαιρετικών  διακρίσεων. Σε μια κατάμεστη αίθουσα  στη Στέγη Γραμμάτων  Τεχνών στις 23-12-14, η Καμεράτα, πλαισιωμένη από εξαίρετους Σολίστ, όπως των κρουστών και των πνευστών, μας μετέφερε  στη μυθική αυλή των Βερσαλλιών με δύο Te Deum, αριστουργήματα, των Jean Baptiste Lully {1632-1687} και Marc Antoine Charpentier {1643-1704}, υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου σε μια υψηλής αισθητικής,  μουσική ερμηνεία.

Ο Charpentier, Γάλλος συνθέτης της εποχής του Μπαρόκ, ήταν αναγνωρισμένος από τους συγχρόνους του για την  επιδεξιότητά του στη φωνητική θρησκευτική μουσική. Συνέθεσε Ορατόρια, Λειτουργίες, Ψαλμούς, Magnificats, Όπερες, όπως τη Μήδεια, σε ποίηση του  Corneille, Σονάτες και Πρελούδια. Ο Charpentier κατέκτησε τη θέση του αρχιμουσικού στο Κολλέγιο Louis le Grand  και στην Εκκλησίας του Χριστού, Saint-Louis του Παρισιού. Μεταξύ των ετών 1688 και 1698 συνέθεσε το μεγάλο πολυφωνικό μοτέτο Te Deum {Η.146} in D major, για τους σολίστες, τη χορωδία και την ορχήστρα της Εκκλησίας του Χριστού, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της θρησκευτικής του μουσικής. Το έργο παίχτηκε το 1692 στην εορταστική συναυλία για τη νίκη των Γάλλων στη μάχη του Steinkitk, υπό τον Δούκα του Λουξεμβούργου ενάντια  στη συμμαχία Άγγλων, Σκότων, Ολλανδών και Γερμανών υπό τον πρίγκιπα της Αγγλίας William τον Γ΄. Από τα έξι Te Deum, που συνέθεσε, έχουν σωθεί τα τέσσερα. Ο Charpentier, ξεχασμένος  σχεδόν  για αιώνες, ήρθε ξανά στο φως το 1953 από  τον Γάλλο Μουσικολόγο και Ιερέα Carl de Nys {1917-1996}. Μετά δε την επιλογή του πρελούδιου, από το αριστουργηματικό του Te Deum, ως σήμα στο διαγωνισμό της Eurovision και την καθιέρωσή του ως ύμνο για το τουρνουά των Έξι Εθνών, έγινε παγκόσμια γνωστός. Σήμερα είναι από τους περισσότερο προβεβλημένους συνθέτες της εποχής Μπαρόκ στη δισκογραφία και στις συναυλίες.

Ο Lully, από τους πρωτοπόρους της Όπερας, γεννήθηκε στη Φλωρεντία όπου ένας Φραγκισκανός μοναχός του έδωσε  τα στοιχειώδη μαθήματα μουσικής. Το χαρισματικό αυτό παιδί έφερε στο Παρίσι το Μάρτιο του 1646 ο ιππότης του Guise  στην υπηρεσία της ανεψιάς του για να εξασκηθεί στα Ιταλικά. Κατά την παραμονή του κοντά της  έλαβε εξαιρετική μουσική παιδεία και αργότερα πολιτογραφήθηκε Γάλλος. Καθώς ήταν άριστος βιολονίστας εντάχθηκε γρήγορα στη μεγάλη μπάντα των βιολιών του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, του επονομαζόμενου Βασιλιά-Ήλιου. Ήταν καλός χορευτής, κωμικός ηθοποιός και συνεργάστηκε με τον Μολιέρο, από τη συνεργασία αυτή  προέκυψε το 1670 και ένα από τα διασημότερα έργα τους, Les Bourgeois Gentilhomme. Συνέθεσε 20 όπερες, έγραφε μία κάθε χρόνο, μπαλέτα, στα οποία χόρευε και ο βασιλιάς, μουσική για θέατρο, ιντερλούδια και θρησκευτική μουσική, όπως μοτέτα για διπλή χορωδία. Δημιούργησε δική του ορχήστρα, φημισμένη για την πειθαρχία και το ρυθμό της που την έφεραν στην πρώτη θέση της Ευρώπης. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην αυλή του Βασιλιά-Ήλιου και έγινε πάμπλουτος. Ο Lully θεωρείτο ο άρχων του μπαρόκ και  σύντομα  έγινε απόλυτος κυρίαρχος της Γαλλικής Όπερας. Συνέθεσε το Te Deum {LWV 55} το 1677 για την αυλή του Βασιλιά. Η πρώτη εκτέλεση άρεσε τόσο πολύ στο Λουδοβίκο  ώστε του ζήτησε να το ξαναπαίξει από την αρχή.  Το Te Deum επανέλαβε  τον Ιανουάριο του 1687 προς τιμήν του Βασιλιά –Ήλιου που μόλις είχε αναρρώσει από σοβαρή ασθένεια, αλλά, για κακή του τύχη, καθώς διηύθυνε τους εκατόν πενήντα συντελεστές του έργου, με το βαρύ μπαστούνι του, που συνήθιζε να χτυπά το πάτωμα κρατώντας το ρυθμό, χτύπησε κατά λάθος το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του. Αυτό του προκάλεσε ένα απόστημα που εξελίχθηκε σε γάγγραινα, αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό και το μοιραίο δεν άργησε να επέλθει. Ένας Ιερέας τον επισκέφτηκε για την στερνή Μετάληψη και τότε πέταξε στη φωτιά το χειρόγραφο της τελευταίας του όπερας. Έντρομος ο φίλος του, που του παραστεκόταν, τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό κι εκείνος του απάντησε: «Μην ανησυχείς έχω ένα άλλο αντίγραφο». Πέθανε το Μάρτιο του ίδιου χρόνου.


Ο Γιώργος Πέτρου, με το χαρακτηριστικό προσωπικό του ύφος, διηύθυνε τα έργα στην αυθεντική τους ενορχήστρωση. Ο Αρχιμουσικός, με την εξαίσια γρήγορη κίνησή του, ανέδειξε τη  δύναμη και τη ζωντάνια των Te Deum, τον πλούτο των διάφανων ήχων και χρωμάτων από τα όργανα εποχής,  αλλά και με την κυματιστή, εκ βαθέων λεπταίσθητη κίνηση σώματος και νου, εισχώρησε στον συγκλονιστικό, εσωτερικό διάλογο των συνθέσεων, ανέσυρε το θρησκευτικό λυρισμό και την πυκνότητα των συναισθημάτων που γεννώνται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να προσεγγίσει τα Θεία και τα διαμοίρασε υποδειγματικά ανάμεσα στην εκλεκτή του Ορχήστρα, στους θαυμάσιους Μονωδούς: Μυρσίνη Μαργαρίτη, Βάσια Ζαχαροπούλου, Βασίλη Καβάγια, Χρήστο Κεχρή, Σταύρο Νικολάου  και στη Μεικτή Χορωδία του Δήμου Αθηναίων υπό τον Σταύρο Μπερή. 

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ

 ἤ, τῆς μαθητικῆς ζωῆς οἱ πικρὲς οἱ ὧρες...


Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, μέρες στερνὲς τοῦ Δωδεκαημέρου ἡ ψυχὴ σφίγγεται,  καθὼς ἀναπολεῖ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τῆς μαθητικῆς ζωῆς, ποὺ ἔχει τόσα καὶ τόσα χαριτωμένα ἐπεισόδια νὰ παρουσιάσει, ἀλλὰ καὶ μικροσυγκινήσεις, ποὺ γίνονταν στὴ συνέχεια πίκρες, δικαιολογημένες ὅμως πίκρες, ἀφοῦ τὶς ἔντυνε μὲ τὸ χιτῶνα της καὶ τὶς «προστάτευε»ἡ ἀθωότητα. Ἡ παιδική, φυσικά, ἀθωότητα ποὺ λίγο-λίγο ἄρχιζε νὰ ἐξατμίζεται, ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἠ ζωή.
Μὲ αἴσθημα χαρμολύπης ἀναπολῶ κι ἐφέτος ἐκεῖνες τὶς παλιὲς παιδικὲς γιορτὲς τῶν Θεοφανείων, γιορτὲς ποὺ διώχνανε μὲν τὰ χαριτωμένα καλλικατζαράκια τοῦ παραμυθιοῦ, ἀλλὰ κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἑστία γιὰ τὸ Βόλο, ὁποὺ πηγαίναμε τότε στὸ Γυμνάσιο.
Εἰλικρινὰ τὸ ἐξομολογοῦμαι μετὰ ἀπό μισὸ αἰῶνα. Ἐκεῖνο τὸ ἀπόβραδο τῆς ἡμέρας τῶν Θεοφανείων, μπορεῖ νὰ διακρατοῦσε τὴ λαμπρότητα καὶ τὸ φῶς τῆς γιορτῆς, ὡστόσο στὴν παιδική μας ψυχὴ ἕνα ἀδιόρατο σκοτάδι καὶ μιὰ παγωνιὰ ἁπλώνονταν. Γιατὶ κι ὁ Βόλος ἀκόμα, ποὺ σὲ κάθε βῆμα του συναντοῦσες συμπατριώτη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἐκείνη πολίχνη ποὺ στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίαςτοῦ 1960 ἦταν ἕνα μεγάλο χωριὸ μὲ χωματόδρομους καὶ κάρα, ἐν τούτοις ἡ νοσταλγία γιὰ τὸν γενέθλιο τόπο μας, ποὺ τὴν πρόσεξε μάλιστα κι ὁ Παπαδιαμάντης, ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε μήτε οἱ στολισμένες βιτρίνες κι ὅλος ὁ γιορταστικὸς διάκοσμος,μήτε οἱ γιορτὲς καὶ τὰ πολύφωτα δέντρα συγκινοῦσε. Ἐπιθυμία μας μοναδικὴ ἦταν ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ τὴν παραστιά, ὅπου καὶ προσέχαμε μὲ ἱερὸ δέος τὸ σιγανὸ τὐλιγμα τῆς φωτιᾶς πάνω στὸ ξύλο, κι ἀγούγαμε ἐκείνους τοὺς περίεργους ἤχους ποὺ ἀφηνε τὸ καμμένο ξύλο. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς τὸν ἀγέρα νὰ χώνεται μέσα στὰ σκοτεινὰ σοκκάκια καὶ νὰ  ξεσηκώνει τὰ στερνὰ μισόξερα τὰ φύλλα τῆς κληματαριᾶς, λὲς κι ἀνακάτευε φύλλα χαρτιοῦ.
Ἀκόμα, χαρά μας ἦταν νὰ πᾶμε στὸν «Πεῦκο» νὰ παίξουμε καὶ νὰ μαζέψουμε  «μοῦρτα» γιὰ νὰ φᾶμε. Φυσικὰ θέλαμε νὰ βρεθοῦμε καὶ στὸ Ἱερὸ τῆς ἐκκλησιᾶς μας τὰ Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τέλος τὰ Φῶτα, γιὰ νὰ νοιώσουμε ἐκείνη τὴν περίεργη συγκίνηση ἀναμιγμένη μὲ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς.         
Ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν,  κάποτε τέλειωναν, καθὼς μαζεύονταν οἱ μέρες κι ἔφταναν τὰ Φῶτα.  Κι ἄρχιζε τότε τὸ μαρτύριο τῆς ἐπιστροφῆς...
Κι ἦταν ὄντως μαρτύριο ἡ ἐπιστροφή, γιατὶ στὰ πρῶτα μαθητικὰ χρόνια ἦταν πολὺ δύσκολη ἡ προσαρμογὴ καὶ διαβίωση στὴν πόλη, μὲ τὶς περίεργες συμπεριφορές, τὴν αἴσθηση τῆς κατωτερότητας ποὺ γευόμασταν ἀφοῦ πάντα κάποιοι μᾶς εἰρωνεύονταν γιὰ τὸν τρόπο ποὺ μιλούσαμε, ἀκόμα καὶ ποὺ ντυνόμασταν. Μελαγχολούσαμε τότε -κάποιοι κλαίγαμε κρυφά- καὶ μετρούσαμε τὶς μέρες μέχρι νἄρθει τὸ καΐκι γιὰ νὰ δοῦμε κάποιο δικό μας, ἀλλὰ καὶ τὶς βδομάδες γιὰ νὰ γυρίσουμε στὸ χωριό.
Ἔτσι, ἡ ἀπόβραδη κρύα ὥρα τῆς ἀναχώρησης ἀπὸ τὸ ἰσχνοφωτισμένο Λουτράκι πενήντα τόσα χρόνα ἀνεβαίνει στὴν ψυχὴ κάθε τέτοια μέρα, ποὺ γιορτάζουμε τὰ Φῶτα. Καὶ τὸ πιὸ κύριο, δὲν ἀνεβαίνει δίχως νὰ εἶναι νοτισμένη μὲ πολλὰ κι άθῶα δάκρυα..Ἀπὸ κεῖνα ποὺ τὰ θέλεις νὰ πηγάσουν ἀπό τὰ μάτια, γιατὶ μές στὸ σύθαμπό τους φέρνουν πιὸ σιμὰ πρόσωπα ἀγαπημένα καὶ γεγονότα τρισόλβια. Καὶ προπάντων ἀλησμόνητα...

4-1-2015

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΥΨΩΜΕΝΟ ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη, Ph.D., Καθηγητού Φιλοσοφίας

Για το Νυχθημερόν και τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Από σήμερα, Κυριακή προ των Φώτων, μέχρι και την επομένη των Θεοφανίων, κεντρική μορφή στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας αναδεικνύεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η σύναξη του οποίου εορτάζεται την επομένη των Φώτων, ως υπηρέτου του μυστηρίου της βαπτίσεως του Κυρίου. Για τον αγ. Ιωάννη η πιο συστηματική θεολογική μελέτη στην Ορθόδοξη γραμματεία είναι ίσως αυτή του πατρός Σεργίου Μπουλγκάκωφ (Sergius Bulgakov), τιτλοφορούμενη Ο Φίλος του Νυμφίου, έργο το οποίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο της αποκαλουμένης ελάσσονος τριλογίας.[1] Τις λίγες σκέψεις που ακολουθούν για το πρόσωπο του αγ. Ιωάννου του Προδρόμου τις δανειζόμαστε από την μελέτη μας για την εσχατολογία στο έργο του Γερμανού θεολόγου και μάρτυρος Dietrich Bonhoeffer.[2] Εκ πρώτης όψεως ίσως να φανεί παράταιρη η διακειμενική προσέγγιση των δύο αυτών μορφών: τί το κοινό μπορεί να έχουν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Dietrich Bonhoeffer; 
          Η θέση που υποστηρίξαμε στην εν λόγω μελέτη, και την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα Ελληνικά εδώ, βρίσκει στο πρόσωπο του Προδρόμου την ακριβή και εύγλωττη ενσάρκωση μια έννοιας, την οποία χρησιμοποιεί ο Γερμανός θεολόγος, προκειμένου να ασκήσει κριτική σε όσους συναδέλφους του είχαν σπεύσει να δανείσουν ένα θεολογικό δεκανίκι στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία της εποχής τους. Ή έννοια αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί με τον νεολογισμό το προθύστατο (das Vorletzte, the penultimate), καθότι βρίσκεται σε αξιολογική (και όχι μόνο χρονική) σχέση προ του ύστατου και του εσχάτου. Η προτεσταντική θεολογία, που είχε θέσει εαυτήν στην κρατική υπηρεσία της φασιστικής ιδεολογίας που εκπροσώπησε η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία, προσπάθησε να καθαγιάσει εγκόσμιες δομές όπως το κράτος, το έθνος, ο γάμος και η εργασία θεωρώντας τες αναπόσπαστα στοιχεία της δημιουργίας (Schöpfungsordnungen). Το επιχείρημα ήταν πως, αν οι προαναφερόμενοι θεσμοί ήσαν μέρος της δημιουργίας, τότε δεν θα μπορούσαν παρά να θεωρηθούν ως εγγενώς καλοί. Ο Bonhoeffer αντέταξε σε αυτό το επιχείρημα την θέση ότι οι ενδοκοσμικές δομές όπως το έθνος, ο γάμος και η εργασία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απολυτοποιηθούν, αφού αντλούν το νόημά τους μόνον σε σχέση με το έσχατο. Η αξία τους, δηλαδή, είναι σχετική και κρίνεται από τον βαθμό στον οποίον εξυπηρετούν την εσχατολογική πραγματικότητα την οποία η Εκκλησία προσδοκά και προγεύεται (υπαυτήν την έννοια είναι αμφίβολο εάν ο γάμος θα μπορούσε να θεωρηθεί μυστήριο— αλλά αυτό αποτελεί το θέμα μιας άλλης εργασίας). Η πρόγευση αυτή συνίσταται ακριβώς στη εν μέρει κατάργηση των θεσμών αυτών (δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναχισμός βρίσκει τον πρόδρομό του στο πρόσωπο του Προδρόμου).

Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur είχε παρατηρήσει πως αφηρημένες έννοιες βρίσκουν πολλές φορές καλύτερη επεξήγηση όταν ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και αφηγήσεις. Για παράδειγμα, όταν οι Έλληνες θέλανε να μιλήσουν για τον ηρωισμό μιλούσαν για τον Αχιλλέα, τον αρχετυπικό ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, ή, όταν θέλαν να περιγράψουν την συζυγική πιστότητα, φέρναν το παράδειγμα της Πηνελόπης, κ.ο.κ. Η «φρονητική» αυτή προσέγγιση, εφάμιλλη της θεωρητικής, την οποία προτιμά η φιλοσοφία, μας επιτρέπει να δούμε στο πρόσωπο του Προδρόμου την εικόνα του προθύστατου. 
            Το επίθετο Πρόδρομος, το οποίο προτιμά η Ορθόδοξη παράδοση σε σχέση με το Βαπτιστής, δεν δηλώνει ακριβώς πως ο Ιωάννης είναι για τον Ιησού ό,τι το προθύστατο για το ύστατο; Στο Ευαγγέλιο η μορφή του αγ. Ιωάννη εισάγεται με τον στίχο του Ησαΐα: τοιμσατε τν δν Κυρου (Μθ. 3:3, Ησ. 40:3)— δεν είναι εκείνος η οδός, αλλά η ετοιμασία της οδού, ο πρό-δρομος της βασιλείας, ο ερχομός της οποίας όχι μόνον επίκειται αλλά και επείγεται (δη δ ξνη πρς τν ῥίζαν τν δνδρων κεται, Μθ. 3:10).
            Εξ αιτίας ακριβώς αυτού του ρόλου ως προ-δρόμου, ο Ιωάννης στερείται ταυτότητος: εφ᾽ εαυτού και δίχως αναφορά σ Εκείνον, στον οποίον συνεχώς παραπέμπει δεν είναι κανείς. Εξ ού και η απορία όσων δυσκολεύονται να τον εντάξουν σε ένα απο τα προκατασκευασμένα σχήματα:

τε πστειλαν ο ουδαοι ξ εροσολμων ερες κα Λευτας να ρωτσωσιν ατν· Σ τς ε; κα μολγησεν κα οκ ρνσατο· κα μολγησεν τι γ οκ εμ Χριστς. κα ρτησαν ατν· Τ ον; λας ε σ ; κα λγει· Οκ εμ. προφτης ε σ; κα πεκρθη, Ο. επoν ον ατ· Τς ε; να πκρισιν δμεν τος πμψασιν μς· τ λγεις περ σεαυτο; φη· γ φων βοντος ν τ ρμ... (Ιω. 1:19-29).

Μία προς μία αρνείται ο Ιωάννης τις απόπειρες του όχλου να ενταχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες τις οποίες εκείνοι αναγνωρίζουν. Ο Χριστός, ο Ηλίας, ο προφήτηςδεν είναι παρά απελπισμένες προσπάθειες να εξομαλυνθεί το προθύστατο, να εκφυλιστεί το σε ό,τι δεν είναι: στην εκπλήρωση μιας προσδοκίας αντί του υπομνήματός της. Γι αυτό τον λόγο ο Ιωάννης αρνείται την όποια αυτοαναφορική ταυτότητα προτιμώντας να ορισθεί μόνο ως ένα σημάδι, μιά φωνή: γ φων βοντος ν τ ρμ. Απογοητευμένοι από την απάντησή του, ο συγκεντρωμένος όχλος ζητά τώρα το λόγο της εξουσίας του: Τ ον βαπτζεις, ε σ οκ ε Χριστς οτε λας οτε προφτης; (Ιω. 1:25). Εδώ ακριβώς κρίνεται η «ταυτότητα» του Προδρόμου ως άρνηση της αυτοαναφορικότητας που εξαντλείται στο προ- μιας χρονικής ακολουθίας, που παραπέμπει χωρίς να οικειοποείται σε Εκείνον που είναι πέραν του Εαυτού (του):

γ βαπτζω ν δατι· μσος δ μν στηκεν ν μες οκ οδατε, ατς στιν πσω μου ρχμενος, ς μπροσθν μου γγονεν, ο γ οκ εμ ξιος να λσω ατο τν μντα το ποδματος (Ιω. 1:26-27).

Είναι απολύτως σημαντικό να συλλάβουμε το παράδοξο στην τελευταία αυτή απάντηση του Ιωάννη: το ύστατο έρχεται μετά από το προθύστατατο ως ανώτερό του, επειδή το ύστατο και έσχατο είναι, κατά μία άλλη έννοια, πριν από το προθύστατο, το τελευταίο προηγείται του προτελευταίου, το προτελευταίο υπάρχει μόνο για χάριν του τελευταίου, του εσχάτου τα ερχόμενα προηγούνται των παρόντων. Εδώ αποδεικνύεται πως το προθύστατο είναι για την θεολογία σχήμα πρωθύστερο.
                                                                                                                                               
            Στις όχθες του Ιορδάνου η παλαιά κτίση συναντά την νέα. Ο Ιωάννης στέκεται στο κατώφλι μεταξύ παλαιάς και καινής διαθήκης της πρώτης είναι ο τελευταίος προφήτης, της δεύτερης ο πρώτος μάρτυρας. Στον Ιωάννη συναντάμε τον τελευταίο ιερέα κατά την τάξιν Ααρών (ο Ιωάννης κληρονομεί την ιερωσύνη από τον πατέρα του Ζαχαρία, πρβλ. Λκ. 1:5, 13), στον δε Ιησού αναγνωρίζουμε τον πρώτον μιας νέας ιερωσύνης κατά την τάξη Μελχισεδέκ (Ψλ. 110, Εβρ. 5:6), πτωρ, μτωρ, γενεαλγητος, μτε ρχν μερν μτε ζως τλος χων, φωμοιωμνος δ τ υἱῷ το Θεο, μνει ερες ες τ διηνεκς (Εβρ. 7:3). Δεν υπήρχε, όμως, η πρώτη εκείνη ιερωσύνη ως προεικόνιση της δεύτερης; Και άρα δεν αντλούσε τον λόγο της ύπαρξής της απαυτήν την δεύτερη;


            Στον περίφημο πίνακα της Σταυρώσεως του Grünewald, συναντάμε και πάλι τον Ιωάννη, τούτη την φορά δίπλα από τον σταυρό. Είναι και αυτή μια περίπτωση, στην οποία ο καλλιτέχνης θεολογεί, στην προκειμένη περίπτωση με το να παραλλάζει την ιστορική ακρίβεια. Για το Ευαγγέλιο δίπλα από το σταυρό του Χριστού στάθηκε ένας άλλος Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής, και έγινε εκείνος μάρτυρας της θυσίας Του. Ο Grünewald υποκαθιστά τον έναν Ιωάννη με τον άλλο, τον Θεολόγο με τον Πρόδρομο. Η υποκατάσταση είναι σημαντική: τούτη την στιγμή, ιδιαιτέρως τούτη την στιγμή της άκρας ταπείνωσης αλλά και της δόξας του Υιού του Ανθρώπου, ο Ιωάννης μεταμορφώνεται ολόκληρος σε αυτό το δάκτυλο που σημαίνει (άλλωστε ολόκληρη η ζωή του και η διακονία του δεν υπήρξε τίποτα άλλο από αυτό το δεικτικό ecce homo) ή, όπως ο παρακείμενος αμνός μας υπενθυμίζει, όλη η διακονία του Ιωάννη, ακριβώς ως προ-δρόμου, έγκειται σε αυτό το δε μνς το Θεο (Ιω. 1:29). Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό πως κατά την Βυζαντινή τεχνοτροπία το σώμα του Χριστού στην εικόνα της Βαπτίσεως προσομοιάζει με το σταυρωμένο σώμα του Κυρίου, έτσι η φράση δε μνς το Θεο, την οποία λέγει ο Ιωάννης κατά την Βάπτιση προδιατυπώνει ήδη το σταυρικό πάθος, ώστε η υποκατάσταση του Grünewald να μην είναι άστοχη, αντιθέτως μας αποκαλύπτει το βάθος της βαπτίσεως.

            Λέγεται πως ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος Karl Barth κράταγε ένα αντίγραφο του πίνακα του Grünewald στο γραφείο του ως συνεχή υπόμνηση πως το καθήκον του θεολόγου είναι αυτό που συμπυκνώνεται στο δάκτυλο του Ιωάννη: να κατευθύνει τα μάτια του αναγνώστη προς τον Χριστό και, ταυτοχρόνως, μακρυά από τον ίδιο τον εαυτό του.[3] Δεν πρέπει να έχουμε την προσδοκία, πόσο μάλλον την απαίτηση, από τους αναγνώστες μας να συναντήσουν στο έργο μας εμάς τους ίδιους, αλλά Εκείνον τον οποίο κάθε λόγος μας οφείλει να καταδεικνύει.


            Στο διάσημο φρέσκο της Καθόδου στον Άδη, από το παρεκκλήσιο της Μονής της Χώρας, συναντάμε τον Ιωάννη για μια τελευταία φορά, και πάλι δίπλα στον Θριαμβευτή της Ζωής, και πάλι στην ίδια απεικόνιση με αυτή του Grünewald, με το δάκτυλο υψωμένο δείχνοντας προς τον Χριστό. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, όπως διατυπώνεται και στο απολυτίκιο του αγίου (χαίρων εηγγελίσω κα τος ν δ), ο Ιωάννης κατήλθε στον Άδη πριν από τον Χριστό, ώστε να επιτελέσει και εκεί τον ρόλο του ως προ-δρόμου και να ετοιμάσει και εκεί, στο βασίλειο του θανάτου, τν δν Κυρου. Έτσι η προδρομική διακονία του επεκτείνεται πριν από την γέννησή του (όταν για πρώτη φορά συνάντησε τον Κύριό του και εσκίρτησε από την χαρά του ήδη στην κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ, Λκ. 1:44) και μετά τον θάνατό του. Το να είναι κανείς πρόδρομος του Κυρίου υπερβαίνει τα όρια την βιολογικής μας ζωής.

            Η παρουσία του Προδρόμου στην κατάδυση του Κυρίου στα ύδατα του Ιωάννου γίνεται το σημείο ανακεφαλαίωσης της τριπλής βαπτισματικής «κατάδυσης» του Κυρίου: η ορατή κατάδυση είναι αυτή που αναφέραμε, εντός του Ιορδάνου, δηλαδή, εντός της υλικής κτίσεως και δημιουργίας, οι άλλες δύο καταδύσεις υπήρξαν μυστικές (και, ούτως ειπείν, μυστηριακές), η πρώτη, αυτής της ενσαρκώσεως στην κοιλία της Θεοτόκου, κάθοδος εντός της ανθρωπίνης φύσεως, η τρίτη η κάθοδος εντός της «κοιλίας» του Άδου, διά του πάθους και της σταυρικού θανάτου Του. Η παρούσα στιγμή της Βαπτίσεως του Κυρίου υπό του Ιωάννου μας υπενθυμίζει την πρώτη κάθοδο και προδιατυπώνει την έσχατη: σε τούτο το παρόν ανακεφαλαιώνονται τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.



[1] Ο τόμος σε μετάφραση στην αγγλική από τον Boris Jakim κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Eerdmans το 2003 (The Friend of the Bridegroom: on the Orthodox Veneration of the Forerunner).
[2] John Panteleimon Manoussakis, “At the Recurring End of the Unending: Bonhoeffer’s Eschatology of the Penultimate” στον τόμο Cruciform Philosophy: Dietrich Bonhoeffer and Philosophy, επιμέλεια των Jens Zimmermann and Brian Gregor, Bloomington: Indiana University Press, 2009, σελ. 226-244.
[3] Eberhard Busch, The Great Passion: An Introduction to Karl Barth’s Theology, μετάφραση Geoffrey W. Bromiley (Grand Rapids: Eerdmans, 2004), σελ. 6.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΑΝ ΟΛΑ…

(Μνῆμες καὶ βιώματα ἀπὸ τὴν παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στὸν παλιό μας τὸ φοῦρνο)

Στὴν ἱερὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς

  
Κάθε τέτοια μέρα ἡ μνήμη εὐλαβικὰ ἐπιστρέφει στὸ παλιὸ καὶ ξεχασμένο πιὰ ἀνώι ἑνὸς μισοερειπωμένου φουρνου καὶ ξαναζεῖ τὸ πανηγύρι τῆς σημερινῆς βραδυᾶς, ποὺ δὲν εἶχε καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὰ διάφορα κοσμικὰ ρεβεγιόν, ἀλλὰ καὶ τὶς ὅποιες ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τὰ εἰσόδια τῆς νέας χρονιᾶς. Γιατὶ ἐκεῖνο τὸ πανηγύρι, ποὺ ἄρχιζε νωρὶς τὸ πρωΐ κι ὕστερα ἔκλεινε τὶς θύρες του τὶς πρῶτες βραδυνὲς ὧρες, σχετίζονταν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ἑτοιμασία καὶ τὸ ψήσιμο τῆς κουλούρας τῆς Ἁγιοβασιλιάτικης. Καὶ γιὰ μιὰ μικρὴ κοινωνία, ὅπως ἦταν τὸ χωριό μας στὶς δεκαετίες τοῦ 50 καὶ τοῦ 60 αὐτὲς οἱ στιγμὲς ἦταν μιὰ ἀλησμόνητη σύναξη τῶν νοικοκυρῶν τοῦ Κλήματος, ποὺ πάσχιζαν μὲ μεγάλη τέχνη καὶ φροντίδα νὰ δημιουργήσουν ἔνα κέντημα πάνω στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ζυμαριοῦ, ποὺ ἁπλωνόταν στὸν «ταβᾶ» ἤ στὸ «σνί» λευκό-λευκό καὶ ἕτοιμο νὰ δεχτεῖ τὴν περιποίηση ποὺ τοῦ ἔπρεπε. Κι ἦταν ἡ περιποίηση αὐτὴ τὸ «κεντημα» τοῦ ζυμαριοὺ μὲ τὰ σπιρτόξυλα  καὶ τὸ πηρούνι.
Χαράσσονταν, λοιπὸν, στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ζυμαριοῦ μὲ τὸ πηρούνι μιὰ μαργαρίτα κι ὕστερα μὲ τὰ σπιρτόξυλα «σήκωναν» αὐτὲς τὶς χαραγμένες γραμμές, ὥστε νὰ γίνει ἕνα πραγματικὸ κέντημα πάνω στὴν κουλούρα. Μάλιστα πρόσθεταν καὶ μεγάλες «κοκόσες» (ψύχες δηλ.) ἀπὸ καρύδι καὶ γύρω ἀπ᾿ αὐτὸ μπήγανε λευκὲς «κοκόσες» ἀμυγδαλόψυχας. Φυσικὰ, μὴ νομίσει κάποιος ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπολογίζονταν οἱ κανόνες τῆς ἀκρίβειας καὶ τῆς γεωμετρίας. Γιατὶ ὅλα ἔπρεπε νὰ γίνουν μὲ  μεγάλη προσοχή, ἀφοῦ τὸ ἔδεσμα αὐτό, ποὺ ἦταν στὴν οὐσία ἕνα γλύκισμα, προορίζονταν γιὰ  τὴν πεθερά, ὁπότε ἔπρεπε νὰ  γίνει μὲ τὸν πλέον καλύτερο τρόπο μὲ μὲ τὴ μαστοριὰ ποὺ λίγοι διέθεταν τότε στὸ χωριό. Ὅμως τὸ ἐπάνω πάτωμα τοῦ φούρνου μας ἦταν ὁ τόπος ποὺ «κεντήθηκαν» πολλὲς τέτοιες ἐπίσημες κουλοῦρες. Καὶ λέω ἐπίσημες, γιατὶ ὑπῆρχαν καὶ οἱ «ἀνεπίσημες». Κι αὐτὲς ἦταν μὲν ἀπὸτὸ ἴδιο τὸ ζυμαρι, ὅμως δὲν τὶς κεντοῦσαν μὲ τόση προσοχή. Χάρασσαν ἁπλῶς μιὰ μαργαρίτα καὶ μετὰ μὲ τὸ πηγούνι τὴ «ζωγράφιζαν» βάζοντας λίγες «κοκκόσες» ἀπὸ καρύδια ἤ ἀμύγδαλα.
Ὡστόσο ἐκεῖνο ποὺ δὲ λησμονιέται ἦταν κι ἡ εὐωδιὰ ποὺ ἄφηναν αὐτὰ τὰ γλυκίσματα αὐτά. Κάτι σὰν βανίλια, ψημένη ζάχαρη, καὶ ἀρωματισμένο λάδι,ἦταν ἡ εὐωδιά, ποὺ ἀνακατεύονταν μὲ τὴν εὐωδιὰ τῶν ἄγριων τῶν ξύλων -ποτὲ πεύκων- μήπως καὶ «ἁρπάξει», δηλαδὴ καψαλιστεῖ καὶ σκουρύνει ἡ ἐπιφάνεια τῆς κουλούρας.
Αὐτά, λοιπόν, γίνονταν ἴσαμε τὸ ἀπογευμα, ὁπότε μόλις νύχτωνε, ἀφοῦ ἠλεκτικὸ δὲν ὑπῆρχε ἀπόμενε στὸ φοῦρνο ἐκεῖνος ὁ σιωπηλός, ἑορταστικὸς ἀπόηχος, ἀρωματισμένος πάντα ἀπὸ τέτοιες εὐωδιές. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ κι οἱ λαδιὲς στὸ πάτωμα, οἱ λαδωμένοι ταβάδες, οἱ φρέσκες μικρὲς κουλοῦρες μὲ τὴν σκουρόχρυση ἐπιφάνεια καὶ τὰ καψαλισμένα ἀμύγδαλα, ἀλλὰ καὶ ἡ συγκίνηση τῶν εὐχῶν ποὺ δίνονταν ἀπὸ καρδιᾶς.
-Ἄντι, θεια-Μαδγανή, νἄσι καλὰ κι τ᾿ χρόν’... Καλὴ χρουνίτσα νἄχουμι.
-Ἀμήν,  ἔλεγε ἐκείνη...


31-12-2014 
        

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Δήμητρα Σταμίρη: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ποίημα)


Νύχτα χειμώνα σκοτεινή στης παγωνιάς το πέπλο,
στης σιγαλιάς την αγκαλιά κοιμάται όλη η Πλάση 
το κρύο άπλωνε παντού ένα λευκό σεντόνι
και οι καρδιές παγώνανε στο φόβο του Ηρώδη
οι μάνες βρέφη κρύβανε ζωές για να γλιτώσουν.
Ήθελε, λέει, ο άρχοντας το θρόνο του να σώσει.
Η προφητεία έλεγε θα γεννηθεί ο νέος
του κόσμου όλου ο βασιλιάς τις αμαρτίες να διώξει
κάπου εκεί στης Βηθλεέμ τον ιερό τον τόπο
μια μάνα  μέρος έψαχνε σπλάχνο της να γεννήσει
κι ο Ιωσήφ στο πλάι της βουβός και σαστισμένος
τη Θεομήτορα συντρόφευε, την Πάναγνη Μαρία
και βρήκαν καταφύγιο σε στάνη των προβάτων,
στα στρώματα του άχυρου, στη ζεστασιά των χνώτων
πάνω στης γης την αγκαλιά, του ουρανού τη σκέπη
ήρθε στον κόσμο ο Χριστός για χάρη των ανθρώπων.
Άνοιξε τα ματάκια του στη φτωχική τη φάτνη
του κόσμου αυτού ο βασιλιάς, σωτήρας και προστάτης.

Άστρο λαμπρό από ψηλά εφώτισε την πλάση
με ένα φως υπέρκοσμο, του λυτρωμού σημάδι
χίλιες ακτίνες σκόρπισαν, φωτίσανε τον κόσμο
τον δρόμο να του δείξουνε μακριά από τις κακίες
φως που τρυπώνει στην ψυχή, ζεστά την αγκαλιάζει
και το σκοτάδι χάνεται, η παγωνιά ξεχνιέται.

Στη φάτνη μέσα οι βοσκοί σκύβουν και προσκυνάνε
και η φτωχή τους η καρδιά αγάπη πλημμυρίζει
άδολα και αγνά το Βρέφος αγκαλιάζουν
ειλικρινείς προσκυνητές στο θαύμα Θεανθρώπου.

Στο δρόμο του φωτός τρεις Μάγοι οδηγούνται
για ν’ αποθέσουν στοργικά σμύρνα και το λιβάνι
δόξας αυτά παντοτινής αληθινά σημάδια
που πρέπουν στον Θεάνθρωπο, του κόσμου το Σωτήρα.

Στο ουράνιο στερέωμα Αγγέλων χορωδία
αρμονικά ψάλλει «Ωσαννά» και «Δόξα εν υψίστοις»
κ’ η μελωδία απλώνεται και κάμπους αγκαλιάζει
στεριές και πέλαγα ηχούν από πανώριες νότες
γιορτής κι αγάπης μήνυμα, προάγγελοι ειρήνης

στον κόσμο, το υπέρκοσμο της Γέννησης το θαύμα,
του Θείου Βρέφους ο ερχομός υπόσχεση ελπίδας
ελπίδα σαν τριαντάφυλλο τα πέταλα που ανοίγει
το αίμα, το ψέμα, το κακό πάντα μοσκοβολίζει!

Δεκέμβρης 2014

Related Posts with Thumbnails