© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Γεωργίου Γαστεράτου: ΤΟ ΘΕΜΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΕΡΚΥΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 10ο ΑΙΩΝΑ

[πρώτη δημοσίευση] 


Μελετώντας το συναξάριο του αγίου Αρσενίου Κερκύρας, μιας πολύτιμης πηγής πληροφοριών για τη μεσοβυζαντινή Κέρκυρα, αξίζει να σταθούμε στην περιγραφή του επεισοδίου με τους Σκύθες πειρατές, γεγονός που συνιστά και τη δεύτερη εξιστορούμενη περιπέτεια του βίου: …Σκυθῶν γάρ ποτε τῇ πέραν καταδραμόντων γῇ, καὶ πρὸς τὴν Νῆσον διαπερασάντων, ὁ μακάριος μηδέν μελλήσας, πρὸς αὐτοὺς παραγίνεται, τὴν ἐκείνων ὁρμὴν εἰρηνικῶς παρεμποδίσαι πραγματευόμενος. Ἀλλ’ οἱ Σκύθαι λῃστρικῶς τοῦτον κρατήσαντες, διὰ μονοξύλων τῇ θαλάσσῃ ἐπέβησαν. Ὅπερ γνόντες οἱ Κερκυραῖοι, καὶ αὐτοὶ διαπλευσάμενοι, κατὰ πρόσωπον αὐτοῖς συνήντησαν˙ καὶ ταῖς τοῦ Ποιμένος εὐχαῖς θαρρήσαντες, θαρσαλέως κατ’ αὐτῶν ὥρμησαν, καὶ σὺν Θεῷ τούτους τροπωσάμενοι, οὓς μὲν μαχαίρας ἔργον ἀπέδειξαν, οὓς δὲ τῇ θαλάσσῃ ἐβύθισαν, τοὺς δὲ λοιποὺς καταδιώξαντες ἐν τῇ λεγομένῃ Τετρανήσῳ πάντας ἀπώλεσαν[1]
Από το παραπάνω περιστατικό θα πρέπει να σταθούμε στην ονομασία των πειρατών, οι οποίοι είναι Σκύθες, γεγονός που συνιστά συνηθισμένο βυζαντινό αρχαϊσμό. Οι Σκύθες αυτοί έχουν ταυτοποιηθεί με τους Ναρεντάνους πειρατές των δαλματικών ακτών, οι οποίοι δημιουργούσαν προβλήματα σ’ ολόκληρη την περιοχή της Αδριατικής[2] και της Βενετίας, η οποία διεξήγαγε επιθέσεις εναντίον τους όχι πάντα ευνοϊκές γι’ αυτήν, Μόνο το 948 ένα ενετικός στόλος αποτελούμενος από τριάντα τέσσερα πλοία καταφέρνει να τους νικήσει και να επιβάλει σχετική ηρεμία στην περιοχή.[3]
Ο επίσκοπος Αρσένιος, λοιπόν, χωρίς ενδοιασμούς, σπεύδει να τους συναντήσει ίσως κάπου στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές, προκειμένου να διαπραγματευτεί μαζί τους για να σώσει την Κέρκυρα από τη μανία τους (...τὴν ἐκείνων ὁρμὴν εἰρηνικῶς παρεμποδίσαι πραγματευόμενος). Αυτή, όμως, η πρωτοβουλία του δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς εκείνοι τον συλλαμβάνουν και επιτίθενται διά θαλάσσης στην Κέρκυρα, Σύμφωνα με το συναξάριο, οι κερκυραίοι αντεπιτίθενται με αποτέλεσμα η ναυμαχία, που επακολουθεί, να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τους πειρατές. Οι Κερκυραίοι τους νικούν κατά κράτος βυθίζοντας τα μονόξυλά τους ενώ όσους γλιτώνουν τους καταδιώκουν ως τη λεγόμενη Τετράνησο, όπου τους φονεύουν όλους.
Από την παραπάνω εξιστόρηση, επομένως, προκύπτει ότι η Τετράνησος θα πρέπει να είναι ένα σημείο κοντινό προς την Κέρκυρα κάπου στις απέναντι ακτές, αφού η ναυμαχία έγινε στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κέρκυρας και των απέναντι παραλίων. Το μέρος αυτό θα μπορούσαμε να το ταυτοποιήσουμε με τέσσερα νησάκια που βρίσκονται στο βόρειο στενό της Κέρκυρας σε απόσταση έξι μιλίων από τον Βουθρωτό, κοντά στο σημερινό αλβανικό χωριό Εξαμίλι. Τα νησάκια αυτά αναφέρονται στους ελληνικούς πορτολάνους που έχει δημοσιεύσει ο Α. Delatte ως «λιμάνι καλό για κάθε είδους σκάφος».[4]
Ωστόσο, η εν λόγω νίκη των Κερκυραίων, όσο και αν αναφέρει το συναξάριο ότι αυτοί ταῖς τοῦ Ποιμένος εὐχαῖς θαρρήσαντες, θα πρέπει να ερμηνευθεί, αν εξετάσουμε τη στρατιωτική και ειδικότερα τη ναυτική δύναμη που διέθετε η Κέρκυρα αυτήν την εποχή. Με άλλα λόγια θα πρέπει να δούμε τί δυνατότητες είχε το νησί προκειμένου αφενός να αποκρούσει τέτοιου είδους επιθέσεις αφετέρου να διεξαγάγει νικηφόρα ναυμαχία με τους Ναρεντάνους πειρατές, αφού η Βενετία, όπως είδαμε πιο πάνω, την ίδια εποχή και συγκεκριμένα το 948, χρειάστηκε να εκστρατεύσει με στόλο αποτελούμενο από τριάντα τέσσερα πλοία για να τους νικήσει.[5]
Είναι γνωστή η προσπάθεια δημιουργίας αμυντικής ζώνης στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου με τη σύσταση του ναυτικού Θέματος της Κεφαλληνίας κατά τα μέσα του 8ου αιώνα. Η αμυντική αυτή ζώνη συνίστατο στην αδήριτη ανάγκη προστασίας των νησιών και των παραλίων του δυτικού ελλαδικού χώρου από επιδρομές των μουσουλμάνων της βόρειας Αφρικής και της Σικελίας. Το θέμα, με διοικητική, στρατιωτική και ναυτική βάση την Κεφαλονιά, περιελάμβανε όλα τα Ιόνια νησιά και ίσως μερικά σημεία της δυτικής Ελλάδας και αποτελούσε, παράλληλα, ναυτικό σταθμό για το βυζαντινό στόλο.[6]
Την παραπάνω διοικητική οργάνωση της περιοχής φαίνεται ότι ακολουθεί και η εκκλησιαστική. Σύμφωνα με την λεγόμενη «εικονοκλαστική» Νotitia 3, από τις Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, του Darrouzès, που συντάσσεται περίπου το 754, δηλαδή την περίοδο ίδρυσης του ναυτικού Θέματος της Κεφαλληνίας, η Κέρκυρα αποτελεί επισκοπή, η οποία ανήκει στην επαρχία Νέας Ηπείρου με μητρόπολη την Κεφαλονιά. Ωστόσο, στη Νotitia 7 θα δούμε ότι η Κέρκυρα αναγράφεται ως αρχιεπισκοπή[7] και βρίσκεται στην 51η σειρά ενώ η Κεφαλονιά υποβαθμίζεται σε απλή επισκοπή υπό την Μητρόπολη Κορίνθου. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι η ανωτέρω Notitia (7) τοποθετείται χρονικά περίπου 150 χρόνια αργότερα. Ανάγεται, δηλαδή, στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού (886–912) επί Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού (901–907 και 912–925).[8] Επομένως, δεδομένου ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας ή εν γένει η κεντρική εξουσία συνήθως καθόριζε τις εκκλησιαστικές περιοχές και προήγαγε μία επισκοπή σε αρχιεπισκοπή και αντίστροφα, ως συνέπεια της εκάστοτε διοικητικής αξιοποίησης του χώρου[9], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον από τις αρχές του 10ου αιώνα έχει μεσολαβήσει διοικητική υποβάθμιση της Κεφαλονιάς και ταυτόχρονη αναβάθμιση της Κέρκυρας, γεγονός στο οποίο συναινεί η μάλλον μόνιμη παρουσία στο νησί στρατηγού, δηλαδή της ανώτατης αρχής του θέματος.
Αυτό προκύπτει από την αναφορά προς το βασιλιά Όθωνα της Γερμανίας του επισκόπου Κρεμώνας Λιουτπράνδου, ο οποίος το 968, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969). Ο επίσκοπος, μεταξύ των άλλων, περιγράφοντας το ταξίδι της επιστροφής του αναφέρει: Στις 14 Δεκεμβρίου αποπλεύσαμε από την Λευκάδα και, πορευόμενοι μόνοι, αφού, όπως είπα, οι ναύτες είχαν φύγει, φτάσαμε στις 19 στην Κορυφώ. Εκεί, πριν αποβιβαστούμε, μας προϋπάντησε ένας στρατηγός ονόματι Μιχαήλ Χερσωνίτης, δηλαδή από ένα μέρος που ονομάζεται Χερσώνα. (…) Θα σας πω εντούτοις τι του έκανα χάριν φιλίας και τι δέχτηκα σε αντάλλαγμα. Όταν πήγαινα προς την Κωνσταντινούπολη, έφερα στο γιο του εκείνη την πολυτιμότατη επίχρυση ασπίδα, την λεπτά δουλεμένη, που σεις, σεβαστοί μου κύριοι, μου είχατε δώσει μαζί με άλλα δώρα για να τα χαρίσω στους Έλληνες φίλους μου. Τώρα, γυρίζοντας από την Κωνσταντινούπολη, χάρισα στον πατέρα ένα πολυτιμότατο κεντητό φόρεμα. Για όλα αυτά με ευχαρίστησε με τον εξής τρόπο. Ο Νικηφόρος είχε δώσει γραπτή διαταγή οποιαδήποτε ώρα κι αν παρουσιαζόμουν ενώπιόν του, χωρίς χρονοτριβή να με επιβίβαζε και να με οδηγούσε στον Λέοντα τον Κοιτωνίτη…[10]
Από τα λεγόμενα του Λιουτπράνδου, δηλαδή, πληροφορούμαστε σαφέστατα ότι, επιστέφοντας από την Κωνσταντινούπολη, συναντά στην Κέρκυρα έναν στρατηγό, τον Μιχαήλ Χερσιωνίτη, στον οποίο παραδίδει γραπτή διαταγή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, χαρίζοντάς του, παράλληλα, ένα πολυτιμότατο κεντητό φόρεμα. Παράλληλα, ο επίσκοπος αναφέρει ότι, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη πάλι χαρίζει στην Κέρκυρα στο γιο του στρατηγού μία πολύτιμη επίχρυση ασπίδα. Επομένως, η παρουσία στο νησί του στρατηγού δεν φαίνεται να είναι τυχαία αλλά μάλλον μόνιμη και είναι πολύ πιθανόν να συνδυάζεται με τη μεταφορά της έδρας του Θέματος της Κεφαλληνίας στην Κέρκυρα,[11] γεγονός που συνεπάγεται την υποβάθμιση και αναβάθμιση των αντίστοιχων επισκοπικών εδρών των δύο νησιών στις αρχές του 10ου αιώνα, όπως αναφέρουν οι παραπάνω notitiae.
Άλλωστε, την ίδια εποχή χάνεται οριστικά για το Βυζάντιο η Σικελία με την πτώση στους Άραβες του Ταυρομενίου (902) και η Κεφαλονιά έχει χάσει πια το στρατηγικό της ρόλο ως ένα από τα περάσματα του βυζαντινού στόλου στη Δύση.[12] Το ρόλο αυτό φαίνεται ότι τον παίζει πλέον η Κέρκυρα, καθώς ο ρόλος της σταδιακά αναβαθμίζεται, λόγω θέσεως, στο πλαίσιο της προσπάθειας της αυτοκρατορίας να αντισταθμίσει την απώλεια της Σικελίας με την ταυτόχρονη εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας στη νότια Ιταλία,[13] γεγονός, όμως, που απαιτούσε μεγάλες στρατιωτικές κινητοποιήσεις.[14] Άλλωστε, η εδραίωση των βυζαντινών στη νότια Ιταλία ήταν κύρια συνιστώσα της δυτικής πολιτικής της Μακεδονικής δυναστείας, που είχε εγκαινιάσει ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών και προέβλεπε, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, συμφιλίωση με τον πάπα της Ρώμης και προσεταιρισμό ενός από τα φραγκικά βασίλεια, συνήθως αυτού που βρισκόταν ανατολικότερα.[15] Επιπλέον, σ’ αυτήν την κατεύθυνση ιδρύεται στα τέλη του 9ου αιώνα το Θέμα της Λογγοβαρδίας, στις αρχές του 10ου αιώνα το Θέμα της Καλαβρίας και αργότερα το βραχύβιο και περιορισμένο σε έκταση Θέμα της Λουκανίας.[16]
Επομένως, εξετάζοντας τη νίκη των Κερκυραίων επί των Ναρεντανών πειρατών υπό το πρίσμα του αναβαθμισμένου ρόλου της Κέρκυρας κατά το 10ο αιώνα, όντας πιθανότατα η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας με μόνιμη παρουσία στρατηγού, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στο νησί στάθμευαν αρκετές βυζαντινές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις ικανές να πλήξουν και συντρίψουν επιθέσεις εξωτερικών εχθρών του κράτους, όπως αυτή των Σκυθών δηλαδή των Ναρεντάνων πειρατών.[17]
Προς στήριξη του συλλογισμού μας, επανερχόμαστε στο συναξάριο του αγίου Αρσενίου, για να σταθούμε στην τελευταία ενότητά του, η οποία είναι αφιερωμένη σε ένα γεγονός που εκ πρώτης όψεως συνιστά μία πραγματική ιστορία, καθώς γίνεται αναφορά στη βασιλεία ενός αυτοκράτορα. Πρόκειται για τα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (912-959) και συγκεκριμένα  μετά το 933, έτος κατά το οποίο έγινε πατριάρχης ο Θεοφύλακτος που χειροτόνησε τον Αρσένιο επίσκοπο, και πριν το 959, έτος θανάτου του Κωνσταντίνου του Προρφυρογέννητου. Σύμφωνα, λοιπόν, με το συναξάριο …Καὶ ὀργὴν κατὰ τῶν λογάδων Κερκύρας, παρὰ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, Υἱοῦ Λέοντος τοῦ Σοφωτάτου κηρυχθεῖσαν, πάντας κελεύουσαν ἀχθῆναι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, αὐτὸς ἐντέχνως ταύτην διέλυσεν· ὁ γὰρ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος, φιλοχρήματος ὤν, κατ’ αὐτῶν ἀδίκως ἐψεύσατο. Ὁ δέ γε θεῖος Πατήρ, ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν θέμενος, καὶ γήρως καὶ θαλάσσης καὶ χειμώνος ἐπιλαθόμενος, πρὸς τὸν Βασιλέα παρεγένετο· καὶ τὸν ἐκείνου καταπραΰνας θυμόν, συμπαθείας γραμμάτιον ἐδέξατο.
Συγκεκριμένα το συναξάριο μας διηγείται ότι ο Αρσένιος διέλυσεν την ὀργὴν του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Προρφυρογέννητου κατά των λογάδων της Κέρκυρας, που είχε προκληθεί από συκοφαντία ενός κρατικού αξιωματούχου. Αυτός αναφέρεται περιφραστικά ως ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος και ως αιτία των άδικων κατηγοριών του θεωρείται η φιλοχρηματία του. Η κατηγορία ακριβώς δεν δηλώνεται αλλά πρέπει να ήταν σοβαρή αφού ο αυτοκράτορας διέταξε οι λογάδες, οι ευγενείς δηλαδή ή οι οικονομικά ισχυροί του νησιού, να οδηγηθούν στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να λογοδοτήσουν. Επιπλέον, την σοβαρότητα της κατάστασης δείχνει και η απόφαση του Αρσενίου να τους υπερασπιστεί ο ίδιος ενώπιον του αυτοκράτορα αψηφώντας την προχωρημένη του ηλικία, τις κακουχίες ενός τέτοιου ταξιδιού και τον χειμώνα. Έτσι ο Αρσένιος, αξιοποιώντας πιθανότατα τις γνωριμίες του κατά τη θητεία του στην βασιλεύουσα, καθώς ήταν ἄρχων τῶν ἐκκλησιῶν, πριν χειροτονηθεί αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, παρουσιάζεται μπροστά στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, καταπραΰνει την οργή του και φεύγει εφοδιασμένος με το συμπαθείας γραμμάτιον.
Καταρχήν για το είδος της ρήξης του κρατικού αξιωματούχου με τους κερκυραίους ευγενείς θα μπορούσε να μας βοηθήσει ο αναφερόμενος όρος συμπάθεια, ο οποίος προσανατολίζει σε μία φορολογικής φύσεως υπόθεση, για την οποία αξίζει να σταθούμε. Κατά τον 10ο αιώνα ο γεωργικός κλήρος ενός μέλους μιας αγροτικής κοινότητας ονομάζεται στάσις ή ὑπόστασις και συνήθως αναφέρεται σε μία οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση. Τα σχετικά στοιχεία κάθε φορολογούμενου καταγράφονται στον κώδικα της κοινότητας και αποτελούν ένα στίχο. Κάθε στίχος υπόκειται στο σύνολο των φόρων που του αντιστοιχεί και, αν η ανάλογη φορολογητέα γη (ή μέρος της) έχει πάψει να είναι παραγωγική ή έχει μερικώς εγκαταλειφθεί, οι στίχοι ονομάζονται ἀποκεκινημένοι και ο αντίστοιχος φόρος βαρύνει τον υπεύθυνο που λέγεται τελεστής.[18] Σε περίπτωση ολικής εγκατάλειψης οι στίχοι ονομάζονται ὁλόπτωτοι στίχοι ή ἐξαλειφέντες στίχοι ή ἐξαλείμματα και οι φόροι τους βαρύνουν την κοινότητα. Τότε ο επιθεωρητής ή ελεγκτής των φόρων, ο ἐπόπτης, εκτελώντας την περιοδική του επιθεώρηση, προσαρμόζει τη φορολογία της κοινότητας στη νέα παραγωγική πραγματικότητα. Παραχωρεί, λοιπόν, ανάλογα με την περίπτωση, ορισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, που είναι:
α) Οι κουφισμοί, η προσωρινή μείωση του φόρου για στίχους που είχαν μεν εγκαταλειφθεί αλλά οι τελεσταί (ιδιοκτήτες ή καλλιεργητές) είχαν γνωστή διαμονή και η επιστροφή τους ήταν πιθανή.
β) Η συμπάθεια, η ολική ή μερική απαλλαγή από τους φόρους για μεγάλο χρονικό διάστημα σε περίπτωση που τα ίχνη των τελεστών ή των κληρονόμων τους είχαν χαθεί και
γ) Η οριστική κατάργηση του φόρου όταν οι τελεσταί είχαν εγκαταλείψει τη γη τους για χρονικό διάστημα πάνω από τριάντα χρόνια. Οι αντίστοιχοι στίχοι τότε ονομάζονται κλάσματα ή στίχοι κεκλασματισμένοι. Σ’ αυτήν την περίπτωση η γη περιέρχεται στο κράτος, το οποίο την διαθέτει όπως θέλει. Συνήθως την παραχωρεί δωρεάν ή σε χαμηλή τιμή στην κοινότητα ή σε ιδιώτες, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να πληρώσουν φόρο στο ήμισυ του αρχικού, τον λεγόμενο λιβελλικόν.[19]
Η συμπάθεια, ωστόσο, καθώς και τα υπόλοιπα μέτρα αφορούσαν το μικρό γεωργικό κλήρο και όχι τους πλούσιους και τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης ενώ η ρήξη που αναφέρει το συναξάριο αφορά κάποιον τοπικό κρατικό αξιωματούχο με τους οικονομικά ισχυρούς του νησιού. Επομένως, στην περίπτωσή μας, θα πρέπει να προσδώσουμε διαφορετικό νόημα στον όρο. Θα μπορούσαμε να τον ταυτίσουμε με το ἀλληλέγγυον που είχε θεσπίσει ο Βασίλειος Β΄ (976-1025) και όριζε να πληρώνουν οι πλούσιοι τους φόρους των φτωχών, στην περίπτωση που η παραγωγή είχε καταστραφεί.[20]  Όμως η αναφορά του συναξαρίου στη βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου μας απομακρύνει από μία τέτοια προοπτική.
Κατά πάσα πιθανότητα εδώ έχουμε να κάνουμε με μία έκτακτη φορολογία (ἐπήρεια), καθώς οι φορολογούμενοι μιας περιφέρειας συχνά καλούνταν να συμβάλουν στην κάλυψη εκτάκτων δαπανών όπως ο εξοπλισμός και η συντήρηση στρατιωτικών σωμάτων, ο ανεφοδιασμός των οχυρών θέσεων (σιτηρέσιον κάστρων), η κατασκευή γεφυρών, η καστροκτισία κ.α.[21] Μάλιστα, από τις αγγαρείες αυτές, η καστροκτισία, δηλαδή η συμμετοχή των κατοίκων στην οικοδόμηση, επισκευή και συχνά τη συντήρηση των κάστρων, μπορούσε να επιβληθεί από το λογοθέσιον του στρατιωτικού στη μεσοβυζαντινή περίοδο.[22] Ειδικά η φιλοξενία και συντήρηση των στρατιωτών και των αξιωματικών (ἄπληκτον, μιτᾶτον) εθεωρείτο ιδιαίτερα επαχθής.[23] Μάλιστα, μερικές φορές οι φοροεισπράκτορες (διοικηταί) έρχονταν αντιμέτωποι με τους τοπικούς άρχοντες, υπό την προστασία των οποίων έσπευδε να τεθεί ο πληθυσμός της υπαίθρου, ελπίζοντας έτσι να γλυτώσει από τις καταχρήσεις τους.[24] Μία τέτοια περίπτωση, άλλωστε, αναφέρει ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, όταν περιγράφει την κατάληψη της Κέρκυρας από τους Νορμανδούς του Ρογήρου Β΄ το 1147. Κατά τον ιστορικό, οἱ τῆς χώρας οἰκήτορες δηλαδή, προφανώς, οι κάτοικοι της υπαίθρου, επειδή ήταν δυσαρεστημένοι με τον διοικητή του νησιού, ο οποίος χαρακτηρίζεται βαρύς καὶ δυσύποιστος φορολόγος, εξεγέρθηκαν και βοήθησαν στην κατάληψη της Κέρκυρας από μοίρα του νορμανδικού στόλου υπό τον ελληνοσικελό ναύαρχο Γεώργιο Αντιοχέα.[25]
Συνεχίζοντας το συλλογισμό μας, θα μπορούσαμε να σταθούμε στον κρατικό αξιωματούχο που πρωταγωνιστεί στο επεισόδιο που εξετάζουμε. Σύμφωνα με το συναξάριο, το αξίωμά του δηλώνεται περιφραστικά. Είναι ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος. Η εν λόγω περίφραση, όμως, δεν φαίνεται να αφορά έναν απλό υπάλληλο εντεταλμένο για την είσπραξη των φόρων, ο οποίος έφερε τον τίτλο του διοικητοῦ, αλλά «φωτογραφίζει» ένα ανώτερο και σημαντικότερο κρατικό υπάλληλο, στον οποίο ο αυτοκράτορας (βασιλεύς) έχει αναθέσει την ἀρχὴν Κερκύρας, την εξουσία δηλαδή στο νησί. Ωστόσο, τα πρόσωπα, στα οποία ο αυτοκράτορας παραχωρούσε μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας του (ἀρχὴ) ήταν οι στρατηγοί, τους οποίους ο ίδιος τοποθετούσε επικεφαλής κάθε θέματος.[26] Επιπλέον, η περίφραση παρὰ Βασιλέως δεξάμενος ανακαλεί στη μνήμη μας την αντίστοιχη έκφραση ἐκ βασιλέως προχειριζόμενος, που εντοπίζουμε στα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, ο οποίος αναφέρεται στο αξίωμα του στρατηγού και τη σχετική μεγαλοπρεπή τελετή αναγόρευσης που γινόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα στα ανάκτορα.[27]
Επομένως, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι α) ὁ τὴν ἀρχὴν Κερκύρας παρὰ Βασιλέως δεξάμενος είναι ο ίδιος ο στρατηγός ο οποίος προφανώς έχει μόνιμη παρουσία στο νησί, αφού έχει στα χέρια του τὴν ἀρχὴν Κερκύρας, και β) ότι έρχεται αντιμέτωπος με τους οικονομικά ισχυρούς του νησιού, με το μέρος των οποίων τάσσεται αναφανδόν ο Αρσένιος, αφού αυτοί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκφράζουν και προστατεύουν τον λαό από έναν ανώτατο κρατικό υπάλληλο, οποίος για να εξοπλίσει με κάστρα την Κέρκυρα και να διατηρεί στρατεύματα στο νησί, όπως αποδείξαμε, προβαίνει σε δυσβάστακτη έκτακτη φορολογία (ἐπήρεια). Η έκτακτη αυτή φορολογία είναι φανερό ότι ήταν μία δυσμενής συνέπεια του εξοπλισμού της Κέρκυρας και του αναβαθμισμένου ρόλου που, όπως τονίσαμε πιο πάνω, κλήθηκε να παίξει το νησί στις αρχές του 10ου αιώνα.
Επιπλέον, η εμπλοκή του Αρσενίου στην υπόθεση των αγγαρειών για τον εξοπλισμό της Κέρκυρας μπορεί να υπαινίσσεται την ευθεία αντιπαράθεση της ίδιας της τοπικής εκκλησίας, καθώς ήδη από την εποχή του Βασιλείου Α΄ είχε επικρατήσει η συνήθεια, μαζί με τους άλλους αξιωματούχους, οι μητροπολίτες και οι αρχιεπίσκοποι καθώς και τα μοναστήρια να συμμετέχουν σε αγγαρείες και να παρέχουν ορισμένο αριθμό ημιόνων και ίππων εν καιρώ εκστρατείας. Τα ζώα αυτά τα έδιναν στον λογοθέτη των αγελών και το γεγονός αυτό συνιστούσε κατ’ ουσίαν ένα είδος επίταξης. Σχετική, δε, είναι η λίγο προγενέστερη από τα γεγονότα διαμαρτυρία του πατριάρχη Νικολάου Μυστικού (901-907, 912-925) προς τον πατρίκιο Φιλόθεο, πιθανότατα δούκα του Οψικίου, ότι οι κληρικοί της μητρόπολης Νικαίας …πρὸς στρατείαν κοσμικήν καταλέγονται καὶ οἱ τὰ ἅγια φέρειν καταξιωθέντες, ἐκείνοι πρὸς στρατιωτικὰς λειτουργίας ἀπάγωνται.[28]
Επίσης, ο στρατηγός του συναξαρίου χαρακτηρίζεται ως φιλοχρήματος και άδικος. Με σχεδόν, όμως, ίδιους υπαινιγμούς αναφέρεται ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμώνας, στον στρατηγό που, όπως είδαμε, συναντάει στην Κέρκυρα στις 19 Δεκεμβρίου 968: Εκεί, πριν αποβιβαστούμε, μας προϋπάντησε ένας στρατηγός ονόματι Μιχαήλ Χερσωνίτης, δηλαδή από ένα μέρος που ονομάζεται Χερσώνα. Αυτός ο άνθρωπος (…) ήταν αντίθετα, όπως φάνηκε αργότερα, πραγματικός διάβολος στο νου. (…) Μόλις μου έδωσε το φιλί της ειρήνης που όμως δεν φώλιαζε στην καρδιά του, αμέσως όχι μία αλλά τρεις φορές την ίδια μέρα όλη η Κορυφώ, που είναι μεγάλο νησί, δονήθηκε.[29] Επομένως, χωρίς να παραβλέπουμε την εμπάθεια του επισκόπου, θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε το στρατηγό, που κατηγόρησε άδικα τους Κερκυραίους στον αυτοκράτορα, με τον Μιχαήλ Χερσωνίτη, καθώς το έτος 968 που τον συναντάει στην Κέρκυρα ο Λιουτπράνδος δεν απέχει πολύ από το 959 έτος θανάτου του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και άρα terminus post quem αναφορικά με το εν λόγω επεισόδιο της κατηγορίας[30]. Ταυτόχρονα, υπό μία τέτοια προοπτική, το επεισόδιο θα μπορούσε να τοποθετηθεί χρονικά λίγο πριν το θάνατο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.
Επομένως, ο 10ος αιώνας βρίσκει την Κέρκυρα να παίζει έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας, γεγονός που αποτελεί την κύρια συνιστώσα της δυτικής πολιτικής της Μακεδονικής δυναστείας. Έτσι αναδεικνύεται και πάλι η αξία της γεωστρατηγικής θέσης του νησιού. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με στρατεύματα και κάστρα, η συντήρηση των οποίων απαιτούσε βαριά φορολογία, η αναβάθμιση της επισκοπής Κερκύρας σε αρχιεπισκοπή και η μεταφορά στην Κέρκυρα της ίδιας της έδρας του Θέματος της Κεφαλληνίας με μόνιμη παρουσία στρατηγού.

Γεώργιος Γαστεράτος
Υπ. Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου




[1] Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ἀκολουθίαι τῶν Ἁγίων Ἰάσωνος καὶ Σωσιπάτρου, τῆς Παρθενομάρτυρος Κερκύρας τῆς βασιλίδος, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909.
[2] Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η παπική πρεσβεία του 869 που είχε μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, κατά την επιστροφή της, καθώς διέπλεε την Αδριατική με κατεύθυνση την Αγκόνα, αιχμαλωτίστηκε από Ναρεντάνους πειρατές (Le Liber pontificalis, έκδ. L. Duchesne, Παρίσι 1892, τ. ΙΙ, σ. 180 κ.ε. σε Ι. Δημητρούκας, «Ενδείξεις για τη διάρκεια των χερσαίων ταξιδιών και μετακινήσεων στο Βυζάντιο (6ος – 11ος αιώνας)», Σύμμεικτα, τχ. 12 (1998), σ. 20.
[3] G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», Byzantion, τχ. 31 (1961), σ. 367-368.
[4] Α. Delatte, Les Portulans grecs, Bibl. Fac. Philos. et Lettres Univ. Liège 107, Liège – Paris 1947, σ. 203, P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, Tabula Imperii Byzantini 3, Wien 1981, σ. 269, G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», ό.π., σ. 368-369. Ο Μάρμορας τα αναφέρει ως Τετράγια (Andrea Marmora, Historia di Corfu΄, Βενετία 1672, σ. 188).
[5] G. Da Costa-Louillet, «Note complementaire: S. Arsene et les pirates Scythes», ό.π., σ. 367-368.
[6] Αλεξίου Γ.Κ. Σαββίδη, Τα Βυζαντινά Επτάνησα 11ος–αρχές 13ου αιώνα, Το ναυτικό Θέμα Κεφαλληνίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο, εκδ. Βιβλιοφιλία, Αθήνα 20072, σ. 13, του ιδίου, «Το Βυζαντινό ναυτικό Θέμα Κεφαλληνίας και οι Νορμανδοί την ενδέκατο και δωδέκατο αι.», στο βιβλίο: Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, Αργοστόλι 1989, τ. 1, σ. 49, Σταματούλας Σ. Ζαπάντη, «Το Θέμα Κεφαλληνίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (8ος-12ος αιώνας), Κεφαλληνιακά Χρονικά, τχ. 6 (1992–1994), σ. 9–13, Γεωργ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, Αθήνα 20023, σ. 54 και P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, ό.π., σ. 175–177.
[7] Οι αρχιεπίσκοποι του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τους μέσους χρόνους ονομάζονταν «αυτοκέφαλοι» και δεν ανήκαν στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη της επαρχίας αλλά σε εκείνην του Πατριάρχη. Από αυτόν, άλλωστε, χειροτονούνταν και το όνομά του μνημόνευαν [Χρυσόστομου Παπαδόπουλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών, «Ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου», Θεολογία, τχ. 13 (1933), σ. 290].
[8] Jean Darrouzès, Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, εκδ. Institut Français d’ Études Byzantines, Paris 1981, σ. 55 και 274.
[9] Μαρία Λεοντσίνη, «Πολιτικές μεταβολές και εκκλησιαστική διοίκηση στο Ιόνιο (6ος-11ος αι.)», στο βιβλίο: Πρακτικά Ζ΄ Πανιονίου Συνεδρίου (Λευκάδα 26-30 Μαΐου 2002), Αθήνα 2004, τ. Α΄, σ. 456 και Gérard Walter, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο στον αιώνα των Κομνηνών (1081-1180), μετάφραση Κ. Παναγιώτου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2007, σ. 76.
[10] Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Δημήτρης Δεληολάνης, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1998, σ. 67-69 και Ι. Δημήτρουκας, «Παρατηρήσεις σχετικά με το ταξίδι της επιστροφής του Λιουτπράνδου», Σύμμεικτα, τχ. 11 (1997), σ. 80.
[11] Βλ. σχετ. Διον. Α. Ζακυθηνού, «Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως και της επαρχιακής διοικήσεως εν των Βυζαντινώ κράτει», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τχ. 17 (1941), σ. 244 και Ηélène Ahrweiler, «Recherches sur l’ administration de l’ empire byzantin aux Ixe – Xie siècle», BCH, τχ. 84 (1960), σ. 51.
[12] Ήδη από τον 6ο αιώνα η Κεφαλονιά μαζί με τη Ζάκυνθο αποτελούσαν σταθμό ανεφοδιασμού του βυζαντινού στόλου με προορισμό τη Σικελία (Procopii Caesariensis opera omnia: De Bellis libri I-VIII, έκδ. J. HauryG. Wirth, Leipzig 1962, liber II, σ. 478).
[13] Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση (5ος-11ος αι.), Έρευνες πάνω στις χερσαίες και ναυτικές επιχειρήσεις: Σύνθεση και αποστολή των βυζαντινών στρατευμάτων στη Δύση, Ερευνητική Βιβλιοθήκη 5, Πρόγραμμα: Τράπεζα Πληροφοριών Βυζαντινής Ιστορίας, Συγγραφείς: Β. Βλυσίδου, Στ. Λαμπάκης, Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών, Αθήνα 2008, σ. 338, 347, 348, 371. «Για μία ναυτική αυτοκρατορία όπως η βυζαντινή, η κατοχή και ο έλεγχος της Σικελίας είχε πολύ μεγάλη σημασία∙ το νησί-κλειδί της Μεσογείου διαδραμάτιζε ένα διπλό ρόλο: α) συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με τις δυτικές της κτήσεις και β) λειτουργούσε σαν προστατευτική ασπίδα για την Ιταλία και τις δυτικές ακτές της Ελλάδας» (Δ. Γκαγκτζής - Μαρία Λεοντσίνη - Αγγελική Πανοπούλου, «Πελοπόννησος και Νότια Ιταλία: Σταθμοί επικοινωνίας στη μέση βυζαντινή περίοδο», στο βιβλίο: Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου Η επικοινωνία στο Βυζάντιο, Κέντρο Bυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 469-470).
[14] Προϋπόθεση για την ασφαλή μεταφορά βυζαντινών στρατευμάτων στην Ιταλία η εκκαθάριση των δυτικών θαλασσών της αυτοκρατορίας από τον αραβικό στόλο, γεγονός που επιτυγχάνεται από τον Βασίλειο Α΄ με την πραγματοποίηση μεγάλης ναυτικής εκστρατείας με στόλο αποτελούμενο από 140 πλοία και με επικεφαλής τον αραβογενή Νάσαρ. Ακολούθως, ο Νάσαρ κατευθύνεται στη Σικελία, όπου νικά τους Άραβες το 879 σε μεγάλη ναυμαχία στα νησιά Λιπάρες ενώ το 880 νικά και πάλι τους Άραβες κοντά στο νησί Στῆλαι (Βασιλική Ν. Βλυσίδου, «Αντιδράσεις στη δυτική πολιτική του Βασιλείου Α΄», ό.π., σ. 129.
[15] Βασιλική Ν. Βλυσίδου, «Προσέγγιση ή εχθρότητα με τη Δύση; Βυζάντιο και Ευρώπη τον 9ο και 10ο αιώνα», σ. 110-111, Αποθετήριο Ήλιος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (http://helios-eie.ekt.gr/EIE/?locale=el)
[16] Jean - Marie Martin, «Η βυζαντινή Ιταλία (641-1071)», στο βιβλίο: Ο Βυζαντινός κόσμος, διεύθυνση Jean-Claude Cheynet, μετάφραση Αναστασία Καραστάθη, επιμέλεια Γιασμίνα Μωυσείδου Αργύρης Παπασυριόπουλος Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 647-649, Vera von Falkenhausen, Untersuchungen über die byzantinische Herrschaft in Süditalien vom 9. bis ins 11. Jahrhundert, Βισμπάντεν 1967, σ. 67-68 και A. Guillou, «Geografia amministrativa del katepanato bizantino dItalia (IX-XIsec.)», Calabria bizantina, Reggio Calabria 1974, [=Culture et société en Italie byzantine (VIe-IXe s.), εκδ. Variorum Reprints, Λονδίνο 1978, αρ. ΙΧ].
[17] Ακριβώς στο πλαίσιο του αναβαθμισμένου ρόλου της Κέρκυρας φαίνεται ότι εντάσσεται ένα πρόγραμμα εξοπλισμού της, καθώς στην ίδια εποχή (10ος αι.) ανάγονται οχυρωματικά έργα ευρείας κλίμακας, όπως η ανέγερση στις δυτικές ακτές των κάστρων Αγγελόκαστρο και Γαρδίκι, σύμφωνα με ανακοίνωση σε διημερίδα (2010) της Εφορείας βυζαντινών αρχαιοτήτων Κερκύρας. Για τα κάστρα αυτά είχε διατυπωθεί παλιότερα η άποψη ότι κατασκευάστηκαν από τον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1156-1180) (Γεωργίου Λινάρδου, Το Αγγελόκαστρο, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1981, σ. 9). Συνεχίζοντας το συλλογισμό μας, θα μπορούσαμε να εντάξουμε στην ίδια περίοδο και άλλες οχυρώσεις της δυτικής ακτής, όπως το προϋποτιθέμενο Παλαιόκαστρο, στο χώρο που βρίσκεται σήμερα η μονή της Υ.Θ. Παλαιοκαστρίτισσας – Παλαιοκαστρίτσας και τα μεσαιωνικά τείχη της περιοχής «Πόρτο Τιμόνι» του Αφιώνα (βλ. σχετ. Παναγιώτα Τζιβάρα-Σπύρος Καρύδης, Η βιβλιοθήκη της Μονής Παλαιοκαστρίτσας Κερκύρας, εκδ. Ιερά Μονή Υ.Θ. Παλαιοκαστριτίσσης Κερκύρας [Πηγές και Μελετήματα αρ. 1], Αθήνα 2001, σ. 19 και  Γιώργος Κ. Σουρτζίνος, Κέρκυρα, ταξίδι στο χρόνο, εκδ. Ιστορική – Λαογραφική Εταιρεία Ελλάδος, Κέρκυρα 20063, σ. 118, 119, 121).
[18] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Βυζαντινός Ελληνισμός – μεσοβυζαντινοί χρόνοι), εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Η΄, σ. 192-193.
[19] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 193. Βλ. σχετ. Angeliki Laiou, The economy history of Byzantium, εκδ. Dumbarton Oaks Research Library and Collection, Washington 2002, σ. 281 και λήμμα sympatheia στο Oxford Dictionary of Byzantium (Alexander P. Kazhdan).
[20] Ιωάννου Σκυλίτση, Χρονογραφία, Νεοελληνική μετάφραση με τις μικρογραφίες του κώδικα της Μαδρίτης, εισαγωγή-μετάφραση Διονύσιος Ιω. Μούσουρας, πρόλογος Αγαμέμνων Τσελίκας, εκδόσεις Μίλητος, σ. 392-393 και Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 195-196.
[21] Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία – Κοινωνία», ό. π., σ. 190.
[22] Αλκμήνης Σταυρίδου – Ζαφράκα, «Η αγγαρεία στο Βυζάντιο», Βυζαντινά, τχ. 11 (1982), σ. 23, 32.
[23] Jean-Claude Cheynet, «Η αυτοκρατορική διοίκηση», στο βιβλίο: Ο Βυζαντινός κόσμος, διεύθυνση Jean-Claude Cheynet, μετάφραση Αναστασία Καραστάθη, επιμέλεια Γιασμίνα Μωυσείδου, Αργύρης Παπασυριόπουλος, Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, τ. Β΄, σ. 230.
[24] Jean-Claude Cheynet, «Η αυτοκρατορική διοίκηση», ό.π., σ. 253.
[25] Νικήτας Χωνιάτης (έκδοση Van Dieten), σ. 72-73, P. Soustal J. Koder, Nikopolis und Kephallenia, ό.π., σ. 178-179, Δημήτριος Τσουγκαράκης, «Η βυζαντινή Κορυφώ: Κάστρον ή πόλις», Ανάτυπο από τα Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Κέρκυρα 2-25 Μαΐου 1998 Κέρκυρα, μία μεσογειακή σύνθεση: νησιωτισμός, διασυνδέσεις, ανθρώπινα περιβάλλοντα, 16ος -19ος αι., Κέρκυρα 1998, σ. 225-226, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το βυζαντινό κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 213 και Αλεξίου Γ. Κ. Σαββίδη, Τα βυζαντινά Επτάνησα 11ος – αρχές 13ου αιώνα, Το ναυτικό θέμα Κεφαλληνίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο, ό.π., σ. 36-39.
[26] André Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μετάφραση Paolo Odorico - Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σ. 173.
[27] Πολύμνιας Κατσώνη, «Η μισθοδοσία των στρατηγών των θεμάτων. Προβλήματα και ερμηνείες», Βυζαντινά, τχ. 22 (2001), σ. 206.
[28] Αλκμήνης Σταυρίδου – Ζαφράκα, «Η αγγαρεία στο Βυζάντιο», Βυζαντινά, τχ. 11 (1982), σ. 41-42.
[29] Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, ό. π., σ. 76-69.
[30] Δημήτριος Τσουγκαράκης, «Η βυζαντινή Κορυφώ: Κάστρον ή πόλις», ό. π., σ. 223 και Μαρία Λεοντσίνη, «Πολιτικές μεταβολές και εκκλησιαστική διοίκηση στο Ιόνιο (6ος-11ος αι.)», ό. π., σ. 466. Εξάλλου, το διάστημα των εννέα ετών, που μεσολαβεί, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, αν δεχτούμε για το στρατηγό τη συνηθισμένη ανανέωση της θητείας του, η οποία φαίνεται ότι ήταν καταρχήν τετραετής. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν μεσολαβούσε κάποιο αρνητικό γεγονός στη θητεία του, συνέβαινε ανάκληση ή ανατροπή του στρατηγού (Πολύμνιας Κατσώνη, «Η μισθοδοσία των στρατηγών των θεμάτων. Προβλήματα και ερμηνείες», ό.π. σ. 209).

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Από την ντάπια της Ποίησης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Αρχές Φθινόπωρου, με την ψευδαίσθηση να χάνεται οριστικά και την γυμνή πραγματικότητα να σού κουρταλεί την θύρα. Συνεχίζουμε απεγνωσμένα τις καλοκαιριάτικες συνήθειες, επιθυμώντας περισσότερο να πείσουμε τον εαυτό μας πως το φως συνεχίζει να υπάρχει, παρότι ήδη πατήσαμε την ισημερία. Θέλουμε - δεν θέλουμε κάθε τέτοια εποχή, προπάντων, αναλογιζόμαστε, προβληματιζόμαστε και μάταια προσπαθούμε να πάρουμε αποφάσεις. Σκεφτόμαστε ν’ αφήσουμε οριστικά τον τόπο των προφητοκτόνων, αυτόν που τρώει κυριολεκτικά τα παιδιά του και να βρούμε αυτόν τον σωτήριο, που μας ταιριάζει. Σιχαινόμαστε την μετριότητα και συχνά την αθλιότητα, που κυριαρχεί γύρω μας και επιβιώνει και η σκέψη της απόδρασης γίνεται περισσότερο και πιο έντονη. Όμως «η πόλη» του ποιητή επαληθεύεται και ξαφνικά διαπιστώνεις πως εδώ που γεννήθηκες και έζησες, εδώ και θα γεράσεις. Τύχη σου τότε θα είναι να βρεις ένα στήριγμα, μια σολωμική «παρηγορία» και να  μπορέσεις να πεις πως τελικά η ευλογία δεν σ’ εγκατέλειψε και πως υπάρχουν στηρίγματα στην ακριτική εσχατιά σου.
Στήριγμα στην φετινή μεταβατική περίοδο, την γνώση στην ουσία της πραγματικής αλήθειας, ήταν για μένα το νέο ποιητικό βιβλίο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, που με τον μεστό τίτλο «Ανακαλυπτήρια» κυκλοφόρησε μεσούντος σχεδόν του Σεπτεμβρίου, από το Κέντρο Λόγου «Αληθώς», που και αυτό γίνεται αλκυονίδα μέρα στις «κακοκαιρίες» μας.
Μεστή και ώριμη δουλειά του ποιητή, που σε καιρούς χαλεπούς και υποταγμένος, συνεχίζει την παράδοση της δημιουργίας, μαζί με ελάχιστους άλλους, αλλά σοβαρούς εναπομείναντες και αντιστεκόμενους. Απόδειξη περίτρανη πως στους δρόμους έξω της αφισορρύπανσης του δήθεν πολιτισμού, «ουδέν αντιλαμβάνονται οι λαοί», αλλά για την σωτηρία του τόπου, υπάρχουν ακόμα προσευχόμενοι!
Μικρές ικεσίες του αδύναμου ανθρώπου προς το θείο, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το κάθε ποίημα του βιβλίου, αλλά, όπως συμβαίνει πάντα, κάποιες από αυτές μας ταιριάζουν περισσότερο. Είναι εκείνες που την συγκεκριμένη στιγμή τις έχουμε ανάγκη και γι’ αυτό μας λυτρώνουν ή μας στηρίζουν και μες στη φθορά μάς υπενθυμίζουν το γλυκύ έαρ, που σωστικά υπάρχει και έρχεται, αν κάτι, σαν την ποίηση αναμφίβολα, σε κρατήσει μέχρι τότε στη ζωή.
Για το λόγο αυτό, μέσα στα τόσα ποιήματα του βιβλίου, τα αξιοθαύμαστα και σημαντικά, στάθηκα σε κάποιο παντελώς ανοιξιάτικο και μάλιστα με έντονα τα στοιχεία της χαρμολύπης ενός περάσματος και μιας διάβασης, που λυτρωτικά πατεί τα κλειδιά της πεζότητας και της καθημερινότητας του θανάτου και σου υπόσχεται Λαμπρή.
Πρόκειται για το ποίημα «Της Χρυσοπηγής», το οποίο σαν την γιορτή, για μας τους ζακύνθιους, που έχει σαν τίτλο του, επιστεγάζει την αποκορύφωση της Άνοιξης. Το αντιγράφω:

Της Χρυσοπηγής τα μαλλιά
να μυρίζουν εξανάσταση
παπαρούνες ευλαβείς
να σκορπούν το κόκκινό τους όπου περνά
το Φρούριο γερνά
γερτό στα νυχτολούλουδα

 και κάπου εκεί
 στη στροφή των ηδονών
 και των αιρετιζόντων
 ο Μη μου άπτου
 να επωμίζεται το Κόνισμα κι αυτός
 αν και σφαδάζει ακόμα από τον πόνο τον πολύ.

Η επιλογή του συγκεκριμένου ποιήματος δεν έγινε επιδερμικά, επειδή μου θύμισε ετήσια επαναλαμβανόμενες στιγμές της Παρασκευής της Διακαινησίμου, με φίλους, στην ντάπια, μπρος από το Κάστρο. Το επέλεξα επειδή επιγραμματικά, όπως στην αληθινή ποίηση, δίνει την αιτία των γεγονότων και αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων. Δεν είναι μια απλή, απριλιάτικη εικόνα, που αντισταθμίζει το μουντό Φθινόπωρο, αλλά η λιτή του «Κονίσματος», που επισφραγίζει μιαν ανάσταση και μιαν ανάταση.

Γι’ αυτό υπάρχει και η ποίηση και «ο ποιητής είναι ο γείτονας του Θεού».

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Ξεκινώντας ἀπὸ μιὰ νοερὴ ἐπίσκεψη στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι

Στὶς ἀξιότιμες Κυρίες, Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, πνευματικὸ ἀντίδωρο




Εἶναι ὄμορφα ὅταν βρέχει. Κι ἄς εἶναι μουντὸς ὁ ὁρίζοντας, κι ἄς σέρνεται ἡ σιωπὴ στὸ δρόμο, ὅπως σέρνεται ἔξω στὸ δρόμο τὸ μικρὸ ποτάμι ποὺ κατεβαίνει γιὰ τὴ θάλασσα. Ναί, εἶναι ὄμορφα ὅλα γύρω, ἀφοῦ ἡ βροχὴ μὲ τὴ μουσική παραμυθία της συντονίζει τὴν ψυχὴ μὲ τὸ μέγιστο τῆς μοναξιᾶς προνόμιο, τὴν συγυρίζει καὶ συνάμα τῆς ἀναθέτει τὴν ἄλλη διακονία: νὰ ἑτοιμαστεῖ γιὰ μιὰ σημαντικὴ καὶ κορυφαία ἐπίσκεψη. Ἀπαραίτητη ἐπίσκεψη, ποὺ γίνεται συνάμα καὶ καταφυγή. Στὸ σιωπηλὸ τὸ πατρικὸ τὸ σπίτι, ἐκεῖ ὅπου πρωτάκουσες, τότε στὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια, τὰ χλωρὰ, αὐτὴ τὴ νοσταλγικὴ τῆς βροχῆς τὴ μουσική, καθὼς ρυθμικὰ ἔσταζε πάνω στὸ σκουριασμένο τσίγκο τοῦ χαγιατοῦ, κι ὕστερα κύλαγε γιὰ νὰ κατέβει στὸ δρόμο...  
Γιατὶ στοὺς σκοτεινούς καιροὺς μας ἡ ἀναζήτηση μιᾶς χλωμῆς, ἔστω, ρωγμῆς ἀπ᾿ ὅπου θὰ ἀνέβει τὸ φῶς, εἶναι ἀπαραἰτητη, ὅπως ἀπαραίτητα εἶναι καὶ τὰ ἐφόδια τὰπνευματικὰ ποὺ ἀνασύρουμε ἀπό μέσα μας, γιὰ νὰ ξορκίσουμε τὴν ὅποια δυστυχία. Ὄχι τὴ μοναξιά. Τὴ δυστυχία ποὺ γενᾶ ἡ ἀπραξία καὶ ἡ ἀπουσία νὰ μὴν ἔχεις συντροφιά. Ὄχι ἐξάπαντος ἀνθρώπινη συντροφιά, ἀλλὰ τὴ συντροφιὰ κάποιων ἀγαπημένων στιγμῶν, ποὺ τὶς φυλᾶς μέσα σου, ὅπως φυλᾶς τὶς παλιὲς οἰκογενειακὲς φωτογραφίες: αὐτὲς τὶς κρυσταλλωμένες στιγμὲς τοῦ χρόνου, μὲ τὶς ὁποῖες, μάλιστα, καὶ μυστικὰ διαλέγεσαι, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀναπαύει ἡ ἔστω κι αὐτὴ  τους ἡ παρουσία.
Ὅμως μὲ τὸ μουσικὸ συντρόφευμα τῆς βροχῆς, ποὺ χαρίζει παράλληλα καὶ τὸ μεγάλο τῆς ἡσυχίας προνόμιο,  δωρίζονται κι αὐτὲς οἱ στιγμές, ἀπὸ τὸ χθὲς φτασμένες στιγμές, ποὺ μαζί τους σέρνουν καὶ μιὰ σειρὰ γεγονότα, εἰκόνες, ἤχους, μυρωδιές, ἀλλὰ καὶ πρόσωπα.
Καὶ δὲν τὶς ἀστοχᾶς εὔκολα αὐτὲς τὶς στιγμές. Μάλιστα, μὲ τέτοιους καιρούς, βροχεροὺς καιρούς καὶ γκριζόλευκους, ποὺ μοιάζουν μὲ παλιές, χλωμὲς φωτογραφίες, ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες, ποὺ ἁπλώνουν γύρω τους τὴ νοσταλγία ὡς φωτοστέφανο στὶς μέρες ἐκεῖνες, τὶς σιωπηλὲς σήμερα καὶ ἀκίνητες: ὅπως τὰ τοπία καὶ τὰ πρόσωπα...
Γιατὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἄχνα τῆς βροχῆς, τὴν ἀνάσα τῆς  ὑγρασίας, ἀρχίζει ὁ κύκλος τῶν ἐνθυμήσεων. Ποὺ τὶς συντροφεύει ἐκείνη ἡ μουσικὴ ποὺ ἄφηναν οἱ στάλες τῆς βροχῆς στὸν τσίγκο, μουσικὴ ποὺ νανούριζε καὶ γέμιζε τὸν ὕπνο παιδικὰ ὄνειρα, θαλπωρὴ κι  εὐφροσύνη. Κι ἀκόμα ἦταν κι ἐκεῖνες οἱ φωνὲς τῶν ἀνθρώπων, φωνὲς βιαστικὲς μέσα στὸ βροχερὸ πρωϊνὸ ποὺ εὐωδίαζε βρασμένο φασκόμηλο, καμένο λάδι καὶ ρετσίνα ἀπὸ τὰ πεῦκα ποὺ σιγόκαιγαν στὸ τζάκι. Ὅμως σ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ προστίθενταν καὶ ἡ μυρωδιὰ τοῦ βρεγμένου ρούχου, ποὺ στέγνωνε σιμὰ τὴ φωτιά, τὸ καψαλισμένο ψωμί, οἱ φρεσκοτηγανσμένες πίτες ἤ τηγανίτες, λουσμένες στὸ βυσινὶ πετιμέζι, ποὺ εὐωδίαζε στυμμένο σταφύλι.
Ὅμως σιμὰ σ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ, ποὺ τὰ συντρόφευε ἐκείνη ἡ μουσικὴ τῆς βροχῆς, ἦταν κι οἱ συντροφιὲς τὰ ἀπόβραδα στὰ σπίτια, ἐκεῖνες οἱ μικρὲς κοινότητες -κυρίως γυναικῶν-, ἀφοῦ οἱ ἄντρες μαζεύονταν στούς καφενέδες ἤ στὰ μαγαζιά, στὰ παντοπωλεῖα τῆς γειτονιᾶς, γιὰ νὰ ποῦν γιὰ τὰ μαξούλια, τὸν καιρὸ καὶ νὰ ρυθμίσουν παράλληλα τὶς δουλιές τους, γιὰ  τὸ μάζεμα ἤ τὸ κουβάλημα τῆς ἐλιᾶς, τὴν ἑτοιμασία γιὰ τὴ σπορὰ καὶ τόσα ἄλλα. Ἀκόμα καὶ τὶς «ἀβραϊὲς» - τὰ ἀναλήμματα, τὶς βραγιὲς δηλαδὴ ποὺ χαλάρωναν, πέφτανε μὲ τὴ βροχόπτωση κι ὕστερα ἤθελαν «σήκουμα», δηλαδὴ φτιάξιμο.
Στὴ μνήμη ἀπομένουν καὶ τὰ δειλινά, «τσουπάν’ ἡ ὥρα», ὅπως τὴ λέγανε στὸ χωριό, γιατὶ σταμάταγε γιὰ λίγο ἡ βροχή, πρὸς χάριν, λέγανε οἱ παλιοὶ τοῦ τσοπάνη, γιὰ νὰ βολέψει τὰ «πράμματα» καὶ νὰ προλάβει νὰ γυρίσει στὸ σπίτι.
Εἶναι ἀλήθεια, δὲν ξαναεῖδα τέτοια ποιητικὰ ἀπόβραδα μὲ κεῖνο τὸ φῶς ποὺ ἔσταζε πάνω στὶς στέγες καὶ στὴν κρεβατιὰ ποὺ εἴχαμε ἔξω ἀπό τὸ σπίτι. Κρεβατιὰ μὲ τὰ χαλκοκίτρινα φύλλα καὶ τὰ ρόζ σταφύλια, τὰ χειμωνιάτικα, ποὺ τὰ εἶχαν «ντύσει» μὲ λευκὰ φορέματα γιὰ νὰ μὴν τὰ τρῶνε τὰ πουλιά.
Ἔσταζε τὸ νερὸ καὶ ἔπεφτε στὶς πλάκες μὲ ρυθμὸ παράξενο, ἀφοῦ μάζευε φῶς ἀπὸ τὸ ἀπέναντι γκρίζο πέλαγο κι ὕστερα χάνονταν... Κι ὕστερα ἦταν ἐκεῖνες οἱ παράξενες σκιὲς στὰ τζάμια, σκιὲς ἀπὸ τὴ κληματαριά, τὰ σπίτια ἀπέναντι καὶ τὰ δέντρα, σκιὲς ποὺ χώνευαν στὸ τέλος πάνω στοὺς χλωμοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ.  Μέχρι ν᾿ ἀνεβεῖ ἡ νύχτα καὶ ν᾿ ἀρχίσει πάλι ἡ μουσικὴ τῆς βροχῆς πάνω στὸ τσίγκο, ἀλλὰ καὶ στοὺς κουβάδες ἔξω ποὺ τοὺς τοποθετοῦσαν γιὰ νὰ μαζέψουν νερό.
Τὸ χρυσαφένιο, ταπεινὸ φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου παραμέριζε τοὺς ἴσκιους τοῦ δειλινοῦ. Ἀπὸ τὸ νυχτωμένο δρόμο ἀκούγονταν τὸ κουρασμένο καὶ μονότονο βάδισμα τοῦ ἀργοπορημένου καὶ βρεγμένου τσοπάνη, ποὺ κροτάλιζε πάνω στὰ πέτρινα, μουσκεμένα σκαλοπάτια τοῦ καλτεριμιοῦ.
Κι ὕστερα ἡ σιωπὴ σεριανοῦσε τὰ ἄδεια σοκκάκια συντοφευμένη ἀπὸτὴν παλιὰ μουσικὴ τῆς βροχῆς. Λὲς κι ἄκουγες τσέμπαλο...

Σκόπελος, 26-27 Ὀκτ. 2014

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ «ΛΟΥΞ»

Παλιὲς Σχολικὲς Γιορτὲς γιὰ τὴν 28η Ὀκτωβρίου στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα


Στὴ Μνήμη τοῦ Δασκάλου μας Ἀνέστη Κούκουρα, ἀπὸ τοὺς Καθενοὺς Εὐβοίας

Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀποκτᾶ ἕνα μεγαλύτερο εἰδικὸ βάρος, ἀφοῦ τὴ μνήμη τῆς Ἐπετείου τὴ συνοδεύουν οἱ ἄλλες μνῆμες, οἱ Σχολικές. Καὶ μάλιστα σ᾿ ἕνα Σχολειὸ κάποιου μικροῦ χωριοῦ,  στὰ χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1950. Γιατὶ τότε τιμούσαμε, δασκάλοι καὶ μαθητὲς τὴ μέρα αὐτή, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτε ἄλλο δὲ θυμᾶμαι παρὰ μονάχα ἐκείνη τὴ Γιορτή, τὴ Σχολικὴ Γιορτὴ γιὰ τὴν Ἐπέτειο, ποὺ ἀσφαλῶς γίνονταν τὸ ἀπόγευμα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Ποτὲ πρίν. Γιορτὴ βουλιαγμένη μέσα στὸ μουντὸ φθινοπωριάτικο ἀπόβραδο καὶ φωτισμένη ἀπὸ κεῖνο τὸ χρυσαφένιο φῶς τοῦ «λούξ», ἀφοῦ ἠλεκτρικὸ τὸ χωριὸ δὲν εἶχε.  
Ὡστόσο εἶχε παλμὸ ἡ Γιορτή, ποὺ τὴν πρετοιμάζαμε μέρες καὶ μέρες, κάνοντας πρόβες στὰ ποιήματα, στὰ «σκέτς», στὰ τραγούδια.
Τὰ σκηνικὰ τὰ ἑτοίμαζε πάντα μὲ τὸ  καλλιτεχνικὸ διαμόνιο ποὺ τὸν συνεῖχε ὁ Δάσκαλος, ὁ μακαρίτης σήμερα Ἀνέστης Κούκουρας, μὲ τὰ φτωχὰ μέσα ποὺ διέθετε. Π. χ., θυμᾶμαι ποὺ εἶχε φτιάξει μὲ χαρτόνι καὶ ἔγχρωμη, κιτρινωπὴ κόλα, αὐτὴ δηλ. ποὺ τυλίγανε τὰ γλυκά, τὸ ΟΧΙ καὶ τὸ τοποθέτησε πάνω στὴ μαρκίζα τῆς κεντρικῆς θύρας τοῦ Σχολέιου, βάζοντας πίσω ἕνα ἤ δύο «φακούς», τὰ γνωστὰ τότε «λάϊτ», ἀναμμένους γιὰ νὰ φωτίζει.
Στὴ Γιορτὴ κατέφθανε ὅλο σχεδὸν τὸ χωριό, τόσο γιὰ νὰ καμαρώσει τὰ παιδιά του, ὅσο καὶ γιατὶ τέτοια θεάματα σπάνιζαν στὴ μικρὴ ἀγροτικὴ κοινωνία τοῦ Κλήματος.
Μπορεῖ νὰ ἔβρεχε, νὰ εἶχε κρύο, νὰ γίνονταν ἔξω «σκουτάδ᾿ ἄσβους», ὅμως ἡ Γιορτὴ γιορτή κι ἡ παρουσία τῶν Κληματιανῶν ἀπαραίτητη. Ὅπως ἀπαραίτητα ἦταν στὸ τέλος καὶ τὰ σχόλια.
          - «Ἀρή, τοὺειδις ποὼς τοῦπι τοὺ πήμα (=τὸ ποίημα δηλ) ἤ, «Βρέ λιβιντιὰ ὁ ἀγγουνός, Γιουργό.... Νὰ τοῦνι χιρόσαστι κι καλὸ προυγόδου...» κ. ἄ πολλά.
Αὐτὰ ἀκούγονταν στὸ γυρισμὸ γιὰ τὸ σπίτι, ὅταν τέλειωνε ἠ Γιορτὴ καὶ φεύγανε ὅλοι συγκινημένοι καὶ εὐχαριστημένοι.
Μέχρι ποὔρθε ἕνας καιρὸς καὶ σταμάτησε τούτη ἡ εὐλογημένη καὶ νοσταλγικὴ προσπάθεια. Γιὰ ν᾿ ἀπομείνει στὴ Μνήμη ὡς πανίερο χάρισμα τοῦ χτὲς καὶ κείνου τοῦ χωριοῦ, ποὺ ὅσα κι ἄν κάνουν σήμερα δὲν τὰ ἀνασταίνουν.

28 Ὀκτ. 2014

Giorgio De Chirico, "Η τέχνη είναι ιερή" | "L'arte è sacra"

Διάλεξη της Ιταλίδας Φιλολόγου ANNAMARIA TROIA KALOFONOS,
κατά την 9η δράση του γ΄ κύκλου του Κέντρου Λόγου Μπανάτου ΑΛΗΘΩΣ
(Ναός Παναγούλας Μπανάτου, 1η Ιουνίου 2014)

Αγαπητοί πατέρες, σεβαστοί άρχοντες, Αγαπητοί φίλοι και φίλες,           Με μεγάλη μου τιμή απόψε θα σας παρουσιάσω έναν μεγάλο καλλιτέχνη που ενώνει την Ιταλία και ιδιαίτερα την Σικελία, κοινή μας πατρίδα, και την Ελλάδα: τον Giorgio De Chirico, έναν ζωγράφο που είναι ορόσημο στην ιστορία τέχνης του εικοστού αιώνα διπλά και επάξια στους μεγάλους του διαμετρήματος του Picasso, Magritte, Carra'. 

Συνοπτική βιογραφία

O Giorgio De Chirico γεννήθηκε στην Ελλάδα,  στο Βόλο, από Ιταλούς γονείς. Ο πατέρας του προερχόταν από οικογένεια ευγενών του Palermo: μηχανικός, κατασκεύασε την πρώτη Θεσσαλική σιδηρογραμμή.
          Ο Giorgio, μετά από τις πρώτες ελληνικές σπουδές με τους καθηγητές Ροϊλό, Ιακωβίδη, Βολανάκη στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, το 1906 σπούδασε στην Γερμανία, στο Μόναχο, όπου ήρθε σε επαφή με την πιο ζωντανή γερμανική κουλτούρα της εποχής. Έδειξε ενδιαφέρον για την φιλοσοφία του Nietsche, του Shopenhauer και του Weininger και τον εντυπωσίασε η συμβολιστική και η παρακμιακή ζωγραφική του Arnold Bocklin και  του Klinger.
          Μετά από τέσσερα χρόνια μετακόμισε στο Παρίσι, όπου έγινε φίλος με τους συγγραφείς και ποιητές Valery και Apollinaire. Επίτηδες δεν ασχολήθηκε με τον Κυβισμό, που σε εκείνα τα χρόνια -με τον Picasso- ήταν η μεγαλύτερη καλλιτεχνική τάση στο Παρίσι. Ενίοτε με πολεμική στάση, έμεινε έξω από τις Avant-garde. Είναι  εκείνης της εποχής οι πιο γνωστοί και διάσημοι πίνακες Οι Πλατείες της Ιταλίας: εικόνες στατικών αρχιτεκτονικών σκηνών, που ορίζουν άδειους και σιωπηλούς χώρους, ενώ κάποτε είναι παρόν κάποιο άγαλμα και μακριά αντικρίζουμε τρένα να περνάνε. Η μαγική ατμόσφαιρα αυτών των εικόνων τα κάνει να μοιάζουν με ονειρικά οράματα.
          Το 1916 γνωρίζει στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Ferrara της Ιταλίας το Carlo Carra', με τον οποίον επεξεργάζεται την θεωρία της Μεταφυσικής Ζωγραφικής. Ακριβώς σε αυτήν την περίοδο, πέραν από τους αρχιτεκτονικούς χώρους, μπαίνουν τα θέματα του De Chirico και τα ανδρείκελα, τα οποία, αν και είναι αυτά ανθρώπινης μορφής, δεν είναι ανθρώπινα και αυτή η απουσία ζωής τα κάνει να είναι ιδανικές φιγούρες για τον χαρακτηρισμό της Μεταφυσικής Ζωγραφικής, διότι την ενισχύει στην αντίφαση αυτού που φαίνεται και μοιάζει ανθρώπινο, αλλά δεν είναι.
Από το 1918 στο 1922 συμμετέχει στη ζωή του περιοδικού Πλαστικές Αξίες. Το 1924 επιστρέφει στο Παρίσι και κάνει παρέα με μια ομάδα σουρεαλιστών. Λόγω των ονειρικών οραμάτων, που προτείνει η ζωγραφική του De Chirico, αυτοί οι ζωγράφοι αναγνωρίζουν τον pictor optimus, όπως ονομάστηκε ο ίδιος ο  De Chirico, σαν πρόδρομος τους, αλλά ο De Chirico δεν δέχτηκε να ενσωματωθεί στην ποιητική ζωγραφική και στο στυλ τους. Έπειτα η ζωγραφική του απευθύνθηκε πάντα περισσότερο προς ένα κλασικισμό αρχαιολογικού τύπου, όπου η μυθολογία ερμηνεύεται πάντα υπό μεταφυσικούς κανόνες. Η μεταφυσική παραμένει η πιο μεγάλη του αγάπη και στην μεταφυσική ζωγραφική επέστρεφε πάντα μέχρι τον θάνατό του που τον βρήκε στη Ρώμη στην ηλικία των 90 ετών.

De Chirico Mεταφυσικός

Ο De Chirico είναι συνώνυμος της μεταφυσικής και η μεταφυσική είναι κάτι που υπερβαίνει τον De Chirico. H μεταφυσική έχει να κάνει με την φυσική, αρχίζοντας από τον Newton, που έως σήμερα παραμένει ο μεγαλύτερος φυσικός, διότι είναι αυτός ο οποίος εισήγαγε στην φυσική στοιχεία που δεν φαίνονται: την δύναμη της βαρύτητας. Δεν έχουμε δει ποτέ την δύναμη της βαρύτητας, αλλά βλέπουμε τα αποτελέσματα . Μας μίλησε για «μη ορατά» στοιχεία, για να εξηγήσει τα ορατά.
          Και αυτό μας θυμίζει ο Paul Klee: «η τέχνη κάνει τον κόσμο ορατό». Η ορατότητα είναι και η «μη ορατότητα» δια μέσου διανοητικών διαδικασιών, που επιτρέπουν στο μάτι του νου μας να βλέπουμε τα πράγματα και να φτάσουμε να καταλάβουμε το νόημα, που δεν είναι μόνο μέσα μας ή μόνο στα πράγματα: είναι στην συνάντηση μεταξύ εμών και των πραγμάτων. Είμαστε εμείς με την σκέψη μας, που δίνουμε ένα νόημα στα πράγματα .
          Ο De  Chirico έχει συλλάβει την μεταφυσική, για να φέρει στον ορατό κόσμο τις ανησυχίες που υπάρχουν στην αντίληψη και στην σκέψη μας. Ο στόχος του είναι να «ζωγραφίσει ό,τι δεν μπορεί να είναι ορατό».
          Η μεταφυσική γεννιέται, για να εξηγήσει και να εμφανίσει μια διαφορετική πραγματικότητα, που πάει πέρα από αυτό που βλέπουμε, όταν οι χώροι και τα πράγματα που γνωρίζουμε από την εμπειρία μας, μας αποκαλύπτουν μια καινούρια πλευρά, πλούσια σε αινίγματα, μυστήρια και ανεξήγητα μυστικά.
          Στον ζωγράφο μας η μεταφυσική έχει ένα υπόστρωμα στην παιδική και εφηβική ηλικία του, την οποία πέρασε στην Ελλάδα και στην πρώτη βασική μόρφωσή του είναι η κλασσική αρμονία και η ρομαντική νοσταλγία, που ενώνονται σ’ ένα μείγμα πάντα διαφορετικό και αποτελεί τον πυρήνα όλης του της ζωγραφικής δημιουργίας.
          Η καλλιτεχνική καριέρα του είναι σημαδεμένη από συχνές και ξαφνικές μεταστροφές: πέρασε από τον ρομαντικό συμβολισμό στην μεταφυσική ζωγραφική μεταξύ του 1909 και του 1910, η εγκατάλειψη της μεταφυσικής και η επιστροφή σε μια κλασσική αναπαράσταση το 1919 και πάλι η έκδοση σε καινούργιες μορφές του μεταφυσικού στυλ μεταξύ του 1925 και του 1926, η στροφή προς τον νατουραλισμό το 1930, που διακόπτεται από διαλείμματα της ζωγραφικής της εφεύρεσης, η μπαρόκ αλλαγή με ιερά θέματα από το 1938 και τέλος η ώριμη επιστροφή στην νέα μεταφυσική ώς το τέλος των ημερών του.
          Τον εντυπωσιάζει η θεωρία του Υπεράνθρωπου του Nietsche, η αξία και η δύναμη της έκπληξης του έργου τέχνης η αγωνία του λαβύρινθου και το αίνιγμα. Από τον Shopenhauer εντοπίζει την αξία της πρωτοτυπίας, την έννοια της αποκάλυψης των εμφανίσεων, τον υπαρξιακό διαλογισμό.
          Ο Βόλος, τόπος γέννησης του De Chirico και τόπος του Ιάσονα των Αργοναυτών και των ελληνικών μύθων, επεκτείνει την παιδική φαντασία του και τα εφηβικά όνειρά του. Αυτά μας προσφέρει στα μεταφυσικά έργα του, στις σιωπηλές πλατείες, στα ανδρείκελα χωρίς πρόσωπο ή στα ορμητικά άλογα, στα μυθικά πρόσωπα βυθισμένα σε πυκνές ατμόσφαιρες κλασσικών στοιχείων και μπαρόκ χλιδής.
          Έλειπε έως το 2012 μια πλήρης ολοκληρωμένη μελέτη των έργων του Pictor Optimus με θρησκευτικό θέμα. Το χάσμα το γέμισε η δημοσίευση μιας σειράς μελετών πάνω στην τέχνη και στο ιερό του περασμένου αιώνα, για να απαντήσει στο ερώτημα εάν η πνευματικότητα, θρησκεία και  ιερό δεν είναι πλέον μέρος των θεμάτων των καλλιτεχνών. Με τον Χριστιανισμό η σχέση μεταξύ του καλλιτέχνη  και του ιερού μέσα από την τέχνη έγινε ισχυρότατη: η πίστη, κατά την διάρκεια της ιστορίας, ενέπνευσε τις πρώτες ζωγραφιές στις Κατακόμβες, έπειτα συνέχισε στις αναπαραστάσεις των αγίων και ακόμα των μεγάλων καθεδρικών ναών του μεσαίωνα και των μεγαλείων του μπαρόκ.
          Αυτός ο δεσμός ο τόσο δυνατός φαίνεται να 'χε αποκοπεί. Είναι αλήθεια, λοιπόν, πως η τέχνη με ιερό υποκείμενο εξαφανίζεται στον εικοστό αιώνα; Ίσως αυτός ο διωνυσμός μεταξύ τέχνης και ιερού είναι ένας διάλογος πάντα ζωντανός και παρών, όμως έχει μόνο μετασχηματιστεί; Αυτό θέλουμε να αποδείξουμε με τον De Chirico, αποστασιοποιημένο από τα δόγματα και τις θρησκευτικές πίστεις: να ξαναναλύσουμε τον άνθρωπο και το έργο του, για να γνωρίσουμε κάτω από ένα νέο φως τον καλλιτέχνη, ο οποίος ήταν στενά δεμένος με την ιερή τέχνη.
          Μια μυστικιστική έμπνευση, μια αυθεντική και έντονη στιγμή έζησε ο καλλιτέχνης με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η φρίκη του πολέμου, ο Ναζισμός, η αίσθηση του θανάτου χαράζουν βαθιά την ευαισθησία του. O De Chirico είχε για πολλά χρόνια μια αρνητική στάση έναντι της θρησκείας. Επηρεασμένος από την φιλοσοφία του Nietsche επέκρινε έντονα την έννοια της θρησκείας και την μετά θάνατον ζωή. Έγραφε: «Ο άνθρωπος πιο βλακωδώς απαισιόδοξος θα δημιουργήσει τον παράδεισο, την αιωνία ευτυχία και ευδαιμονία... Η αιωνιότητα είναι απίθανη. Υπάρχουν περισσότερα αινίγματα στην σκιά ενός ανθρώπου που περπατάει στον ήλιο, παρά σε όλες τις περασμένες παρούσες και μελλοντικές θρησκείες. Είναι η αντίληψη του αινίγματος και της χαράς, του φόβου και του θαυμασμού ενός μείγματος επιφανειακά αντιθετικού, που δίνει σε ολόκληρο το έργο του καλλιτέχνη έναν τόνο φιλοσοφικό-σοφιστικό και θρησκευτικό».
          Τα αινίγματα δεν είναι μόνο «οι μεγάλες ερωτήσεις που πάντα θέσαμε στο εαυτό μας- γιατί ο κόσμος δημιουργήθηκε, γιατί γεννιόμαστε, ζούμε πεθαίνουμε», αλλά κρύβονται σε όλα τα πράγματα περισσότερο σε εκείνα που «συνήθως θεωρούμε ασήμαντα». Η Μεταφυσική Ζωγραφική αποκαλύπτει ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα αίνιγμα, δεν έχει ούτε εξήγηση ούτε σαφή σκοπό.
          Στα έργα αυτής της περιόδου αντιλαμβάνεται μια υγιή αποστασιοποίηση, μια ηρεμία του σοφού ανθρώπου που φαίνεται να παρακολουθεί την σκηνή αυτού του κόσμου που παίρνει και όμως φαίνεται να μην περνά. Αυτή η έρευνα, να κατανοήσει την αινιγματική πλευρά του ανθρώπου, σήμαινε την θέληση να πάει πέρα από την απλή ανθρώπινη υπόστασή του. Έτσι, με την Μεταφυσική Ζωγραφική ξεπερνά τα φυσικά όριά του και διαπνέεται από μιαν αίσθηση μυστηριώδους ιερότητας. Ο πίνακας του 1909 Η πομπή στο Όρος δεν σκόπευε να αντιπροσωπεύει την λαϊκή αφοσίωση, αλλά ήταν μια εξάσκηση ύφους, εμπνευσμένη από τον Gauguin. Δεν είχε ζωγραφίσει θρησκευτικά θέματα πριν από αυτό το τραγικό γεγονός για την ανθρωπότητα (τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), εκτός  από τα d'apres, όπως ο Άγιος Γεώργιος και ο δράκος του Mantegnα και η Αγία Οικογένεια του Michelangelo, αλλά σε αυτά τον ενδιέφερε η ζωγραφική, όχι τα θέματα πίστης.
          Η αλλαγή έγινε το 1938-1939 με τα αντίγραφα αριστουργημάτων του Rubens (Αύξηση στον σταυρό) και του Delacroix (Ιακώβ, Ο άγγελος και Ο καλός Σαμαρείτης). Στα θεωρητικά κείμενά του αρχίζει να συλλογιέται, να προβληματίζεται και στην ζωγραφική του εμφανίζονται τα ιερά θέματα: Σταυρώσεις, Γέννηση του Χριστού, Οι εναποθέσεις, Ο καλός Σαμαρείτης, Ο Ευαγγελισμός, Ο Χριστός καρφωμένος στον σταυρό, Η ανάβαση στο Γολγοθά, που τονίζουν ότι ο De Chirico είχε κατανοήσει την πραγματικότητα του Αγίου Φραγκίσκου από την πόλη Assisi.
          Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η Γερμανία του Hitler εισέβαλε στην Πολωνία, εξαπολύοντας τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άρχισε τότε μια από τις πιο ζοφερές και τρομερές σελίδες στην ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης. Είναι μέσα σε αυτό το κλίμα, που δόθηκε στον Giorgio De Chirico να εικονογραφήσει έργο για την Αποκάλυψη του Ιωάννη.
          Στην Ιταλία, μεταξύ του '40 και του '41 ο Mussolini, εκσφενδόνισε θριαμβευτικές διακηρύξεις: «το καθήκον; να νικήσουμε και θα νικήσουμε!», που όμως αυτά τα λόγια απορρίφτηκαν από μια δραματική πραγματικότητα.
          Μεταξύ της όγδοης (8/9/1943) και της εικοστής πέμπτης (25/4/1945), διάφοροι καλλιτέχνες, όπως ο Guttuso και Manzu', κάνουν θρησκευτικούς πίνακες, για να καταγγείλουν τις συμφορές του πολέμου: πριν από τους άλλους, προφητικά, αλλά διαφορετικός απ' τους άλλους, στάθηκε ο De Chirico στην ερμηνεία και στην χρήση θεμάτων και συμβόλων. Η Αποκάλυψη δεν είναι ένα μέσο να μας διηγηθεί την επικαιρότητα: σε όλο το έργο του δεν το 'κανε ποτέ, αναμένει προφητεύοντας. Η σκέψη του De Chirico πάνω στην τέχνη άλλαξε: «Οι άνθρωποι», έγραφε, «αισθάνθηκαν την ανάγκη πολύ ανθρώπινη να αγγίζουν, να αγκαλιάζουν ή τουλάχιστον να θαυμάζουν την εικόνα των θεών τους ή του θεού τους».
          Στον De Chirico συνυπάρχει ο πρωτόγονος Έλληνας, ο οποίος πιστεύει πως ο θεός προκαλεί τους στροβίλους των ανέμων, το θρόισμα των φύλλων, τον βρυχηθμό της βροντής και την λάμψη του φωτός της αστραπής. Έτσι γεννιέται το πρωτόγονο, το αρχικό συναίσθημα του Έλληνα καλλιτέχνη να πλάθει με τα χεριά του τον θεό του οποίου αισθάνεται την παρουσία: θέλει να κάνει ορατό αυτόν τον θεό, για να τον έχει μπροστά του να μιλήσει μαζί του και να βρει την εξήγηση στα αινίγματα της ύπαρξης και του πεπρωμένου του. «Από αυτή την ανάγκη να αναπαραστήσουμε τον θεό με τον πιο τέλειο και ιδανικό τρόπο, γεννήθηκε η τέχνη και η πραγματική τέχνη είναι λοιπόν ένα μικροσκοπικό μέρος του θείου πνεύματος που ζει ανάμεσα μας». Σε αυτή την περίοδο άρχισε να ζωγραφίζει πίνακες με θρησκευτικά θέματα. Η ιερή ζωγραφική του De Chirico είναι συμπυκνωμένη στις δεκαετίες '40-'50 του περασμένου αιώνα. Ο καλλιτέχνης συγκλονίστηκε από τη Αποκάλυψη, που απεικόνισε μεταξύ του Αυγούστου και του Δεκεμβρίου του '40 με καινοτόμο τρόπο. «Σε εκείνο το μεγάλο και παράξενο σπίτι που είναι η αποκάλυψη- έγραψε- εγώ ονειρεύομαι περίεργος και ευτυχής σαν το παΐδι μέσα στα παιχνίδια του την νύχτα των Χριστουγέννων».
          Έτσι η οραματική αποκαλυπτική ιστορία χάνει την ιερότητά της, για να γίνει παραμυθένιο διήγημα που εκτυλίσσεται σε είκοσι πίνακες και αρχίζει με την Παρουσία, η επιστροφή του θεού πάνω στην γη μεταξύ δυο σειρών αγγέλων, που ανοίγουν τα σύννεφα προς το πλάι, σαν ν’ άνοιγαν την αυλαία ενός θεάτρου, ενώ κάτω το πλήθος κάθε τόπου τον επευφημεί. Όποιος περιμένει τρομερές και αποκαλυπτικές αναπαραστάσεις με την ηχώ του πολέμου (του Β΄ Παγκόσμιου) και τον θόρυβο του βομβαρδισμού θα μείνει απογοητευμένος: δεν υπάρχει ούτε αίσθηση θανάτου, μήτε ανησυχία για τον μέλλον. Κανείς, από μισή χιλιετία τουλάχιστον, δεν είχε ζωγραφίσει μιαν αποκάλυψη τόσο λίγο αποκαλυπτική, όπως έκανε ο De Chirico και κανείς ίσως δεν είχε απεικονίσει τα γεγονότα με τόσο ήρεμη γαλήνη, χρωματισμένη σε αρκετά μέρη από μια αθωότητα που θα λέγαμε παιδική.
          Το ιερό βιβλίο, το πιο μυστηριώδες και τρομερό, που προφητεύει το τέλος του κόσμου, οι οραματικές σελίδες του Ιωάννη, σκιασμένες από το σκοτάδι του Αντίχριστου, γίνονται στον De Chirico ένα μυθιστορηματικό διήγημα αυθόρμητο και μορφωμένο μαζί, διαχεόμενο από ένα ευαγγελικό πνεύμα παιδικής ηλικίας και επίσημους κλασσικούς τόνους. Κανείς δεν γονατίζει, κανείς δε φοβάται, κανείς δεν τρέμει. Για να εξηγήσουμε τον παραμυθιακό χαρακτήρα αυτής της ζωγραφικής πρέπει να ανατρέξουμε στην παιδική ηλικία: η εφηβική απόχρωση του χαρακτήρα του καλλιτέχνη, που συνυπάρχει με μια βαθιά και εκλεπτυσμένη μόρφωση, την οποία ο Emanuelli (αναφερόμενος στην Αποκάλυψη) ονομάζει «η φυσικότητα του De Chirico».
          Ο De Chirico δημιουργεί μιαν απόσταση μεταξύ αυτού και της εποχής στην οποία ζει κι όμως η ερμηνεία του είναι σωστή. Ειδικά η Αποκάλυψη, πίσω από τις απειλητικές προφητείες και τα μυστηριώδη σύμβολα, είναι βασικά ένα κείμενο Ελπίδας… Η ελπίδα της νίκης του Καλού πάνω στο Κακό - και ακόμα περισσότερο είναι κείμενο Παρηγοριάς.
          Γράφει ο Bruno Maggioni, αναφερόμενος στο κείμενο και στην εποχή του Ιωάννη του 1ου αιώνα μ.X: «Είναι μια αντανάκλαση για μια εποχή κρίσης. Είναι δύσκολοι καιροί εκείνοι της καταδίωξης και η Αποκάλυψη θέλει να είναι ένα μήνυμα παρηγοριάς: στο τέλος των χρόνων (και αυτοί είναι επόμενοι) χάρη στη παρέμβαση του Θεού η κρίση θα γίνει και η κατάσταση τα αντιστραφεί». Οι λέξεις του Maggioni είναι πολύ κατάλληλες για την επικαιρότητα της εποχής στην οποία ο De Chirico ζωγράφισε τη δική του version της Αποκάλυψης. 

          Το ενδιαφέρον για την χριστιανική θρησκεία κινείται προς δύο κατευθύνσεις: η γέννηση και ο θάνατος, η αρχή και το τέλος, ο πόνος και η ελπίδα. Ο πόνος εμφανίζεται σε όλη του την ένταση στην πολύχρωμη κεραμική γλυπτική του Ελέους του ΄40, όπως και στον καμβά της Εναπόθεσης, που ο σκιασμένος ήλιος κάνει την σκηνή πιο δραματική. Το δράμα του σταυρωμένου Χριστού αποκορυφώνεται στο έργο του Ο Χριστός στον Σταυρό, του 1945, τοποθετημένο μέσα σε μια ζωντανή σκηνή καθολικού πόνου. Αυτός ο πόνος εκφράζεται σε θεατρικούς τόνους στην Ανάβαση στον Γολγοθά, γεμάτη χρώματα και χειρονομίες με ζωντάνια, που είναι επίσης παρούσα στην εικόνα του Ο Χριστός και η θύελλα και στην συγκλονιστική Μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου.
          Παντού γύρω ο πόνος της Μαρίας Μαγδαληνής (1946), που έχει το πρόσωπο πρησμένο από το κλάμα, αλλά  τα μάτια φωτισμένα από την ελπίδα. Και η ελπίδα γίνεται εμπιστοσύνη στην εξαιρετική Γέννηση του 1950, όπου οι βοσκοί, με γνήσια απλότητα, δείχνουν την στοργική συγκίνησή τους στην συνάντηση με τον μικρό Σωτήρα.
          Η ιερή τέχνη του γεννιέται από το ίδιο σκεπτικό που χαρακτηρίζει την μεταφυσική εποχή: η αναζήτηση της ουσίας και έχει την ίδια ισχύ ως μια επανάσταση, η κεντρική θέση της ανθρώπινης φιγούρας που έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της αρχιτεκτονικής ως θέμα.
          Το άνοιγμά του προς τα ιερά θέματα συνοδεύεται με την κριτική στην σύγχρονη τέχνη,  όταν αυτή, πίσω από την πείνα και την δίψα του νέου και του πρωτότυπου, κρύβει, στην φτώχεια του έργου, την ανικανότητα να κάνει και να δώσει σχήμα και χρώμα σε μια ιδέα, μια συγκίνηση, κρίνει την αδυναμία να προτείνει το όμορφο που θα είναι ικανό να μιλήσει στις μέρες μας στις ερχόμενες και θα γίνει άξιο να θαυμαστεί και να διαρκέσει.
          Επίσης και η παραγωγή του Pictor Optimus, που δεν απεικονίζει θρησκευτικό υποκείμενο, έχει γεύση ιερή μιας λαϊκής και ανθρώπινης ιερότητας: το ταξίδι, η αναχώρηση, η νοσταλγία της επιστροφής, η σχέση μεταξύ ύπαρξης και άψυχης ύλης στο πέρασμα του χρόνου και την αιωνιότητα, είναι όλες μεταφορές της ζωής.
          Ξεκινώντας από το πάθος του και με το βλέμμα στραμμένο προς τους μεγάλους ζωγράφους του παρελθόντος ο Pictor Optimus ξέρει να κάνει κάθε έργο του, έργο τέχνης. Οι Παναγίες του Raffaello, του Correggio και του Murillo αποκάλυψαν στο De Chirico το πραγματικό μέγεθος της ζωγραφικής. Ήδη έφηβος κατάλαβε το μυστήριο της τέχνης, που με την τελειότητά του μας φέρνει κοντά στον θεό: στην τέχνη αποκαλύπτεται η θεϊκή παρουσία.
          H ανάγκη της δημιουργίας γεννιέται από την επιθυμία της αιωνιότητας που καθορίζει την ανάγκη για τον ζωγράφο να αφήσει ένα στίγμα κλεισμένο σε ένα δείγμα που προκαλεί τη ακαταμαχικότητα του χρόνου. Λοιπόν, η τέχνη προκαλεί τον θάνατο και ο χρόνος, αδυσώπητος αφέντης των ανθρώπων, ακινητοποιείται, κρυσταλλώνεται, χάνει την εξουσία του πάνω στον άνθρωπο που συλλογίζεται ένα έργο τέχνης και που ζει, εκείνη την στιγμή την αιώνια ζωή, που υποσχέθηκε στους ανθρώπους χωρίς αμαρτία: ο άνθρωπος κάτω από την κυριαρχία της τέχνης είναι καθαρός. Η θεϊκή παρουσία εκδηλώνεται πάντα στην πραγματική τέχνη, επειδή αυτή η παρουσία είναι η ψυχή κάθε καλλιτεχνικού έργου.
          Λέει ο De Chirico ότι η πραγματική τέχνη και η κοσμική είναι πάντα ιερή τέχνη διότι ο καλλιτέχνης ψάχνει τα ίχνη της θείας βούλησης και εκεί τοποθετεί την ανάγκη για το απόλυτο: είναι η στιγμή, κατά την οποία το τραγούδι, από απλή έκφραση χαράς για τον κόσμο και την ζωή, γίνεται τραγούδι δοξολογίας και ευχαριστίας μες από κατάλληλες νότες, για να εκφράσει πλήρως αυτό το συναίσθημα. Είναι επίσης η στιγμή, κατά την οποία η κραυγή, από απλή έκφραση του πόνου, γίνεται θρήνος και δέηση, αναζήτηση βοήθειας και παρηγοριάς.
          Για τον σεβασμό και την ευλάβεια που έχουμε προς αυτόν, στον οποίο ζητάμε βοήθεια αναζητούνται τρόποι, ώστε αυτή η κραυγή θρήνου και βοήθειας να 'ναι πιο σαφής. Είναι αυτή η έρευνα, που κάνει την απλή έκφραση του συναισθήματος μια καλλιτεχνική και θρησκευτική έκφραση. Ο De Chirico ξέρει πως η πραγματική τέχνη για να ‘ναι ιερή, απαιτεί μια πορεία δουλειάς και εξειδίκευσης, για να φτάσει στην εκφραστική ικανότητα που μεταδίδει μια αυθεντική έκφραση του συναισθήματος. Ξέρει πως, για να φτάσει στην ιερότητα ο καλλιτέχνης εξωτερικεύει σε μια εικόνα το σύμπαν του μη-ορατού κόσμου του και με αυτόν τον τρόπο δηλώνει την συμμετοχή και την παρουσία του στην καθολική και ανθρώπινη ιστορία. Όταν έπειτα το θέμα της ζωγραφικής του είναι ιερό, αυτός τότε συμμετέχει σε μια άλλη ιστορία: την ιστορία της σωτηρίας σαν άνθρωπος της πίστης.
          Η τέχνη, λοιπόν, δεν είναι ιερή, επειδή έχει ένα ιερό υποκείμενο, αλλά επειδή η σκέψη του καλλιτέχνη ξεκινά την δημιουργία του από μια ιερή αρχή: είναι η ιερότητα του ανθρώπου σαν «ων» και στον De Chirico που είναι ζωγράφος δόθηκε το χάρισμα και η ικανότητα να αναπαριστάνει τις αγωνίες, τις χαρές, τα βάσανα και τις επιθυμίες της οντότητας αυτής.

Bibliografia

* Giorgio De Chirico, Catalogo ragionato dell'opera sacra, Silvana Editoriale.
* Achille Bonito Oliva-La passione secondo De Chirico, Introduzione al catalogo della mostra allestita presso la Chiesa romana di S.Francesco d'Assisi a Ripa Grande in Trastevere, Roma, dove e'  sepolto il grande pittore. Catalogo De Luca Editore d'Arte.
* Giorgio De Chirico, Discorso sull'arte sacra, 1945.
* Paolo Picozza, L'arte e' sempre sacra, Presidente-Fondazione Giorgio e Isa De Chirico (in Catalogo ragionato).
* Elena Pontiggia, La Bibbia secondo De Chirico (in Catalogo ragionato).
*Pierangelo Sequeri, L'Estetica del tragico e l'attesa della Grazia (in Catalogo ragionato).
* Arte e Sacro: Novecento da scoprire, Giovanni Gazzaneo Presidente Crocevia-Fondazione Afredo e Teresita Paglione.
* Maddalena Monti, Il pensiero classico nelle Avanguardie, 2010.
* Joel De Sanna, Breve storia dell'Arte Italiana dal 1895 al 1980, Milano Casa degli Artisti 1980.
* Luisa Spagnoli, Lunga vita di Giorgio De Chirico, Milano Longanesi 1971.
* Guido Salvetti, La nascita del Novecento, Torino, E.D.T,1997.
* Jean Cocteau, Il mistero laico, Giorgio De Chirico, Cosenza, Lerici 1979.
* Mario De Micheli, Le Avanguardie artistiche del Novecento, Milano Feltrinelli 1994.
* Marisa Volpi Orlandini, Artisti Contemporanei, Roma, Il Progetto, 1985.
* Maurizio Fagiolo dell'Arco (a cura di), L'opera completa di Giorgio De Chirico, Milano, Rizzoli 1984.
* Maurizio Fagiolo dell'Arco, Classicismo Pittorico, Genova, Costa e Nolan, 1991.
* Pia Vivarelli (a cura di), Catalogo delle opere di Giorgio De Chirico, Galleria Nazionale d'Arte Moderna e  Contemporanea, Roma, De Luca, 1981.
* Francesco Morante, Giorgio De Chirico.
* De Chirico de L'arte Sacra, Riccardo Dottori.
* Annamaria Santoro, Giorgio De Chirico La Presenza divina nell'arte (in Catalogoa ragionato).
* Pierpaolo Mendogni, De Chirico e l'opera sacra.
* Giorgio De Chirico, Memorie della mia vita, Roma, Astrolabio, 1945.
* Antologia degli scritti di De Chirico sull'arte sacra:
-Perche' ho illustrato l'Apocalisse, Milano, n.1 Gennaio 1941.
-Preghiera mattutina del perfetto pittore, Miscellanea di alcune verita', luglio 1942
-Discorso sull'arte sacra, 1945.
-L'arte moderna e la Chiesa.
-Il Concilio e l'arte sacra.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Για το βιβλίο του Γεωργίου Ε. Χαλεβελάκη «Η Διαδρομή, Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στον θαυμαστό κόσμο της Ιατρικής» (Εκδ. Παριζιάνου, 2014)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Μια ζωή ζυμωμένη με συγκλονιστικές εμπειρίες και έντονες συγκινήσεις,  ιστορικές περιπέτειες και κοινωνικές δυσκολίες, αλλά και ένας χαρακτήρας ηθικός, σεμνός, έντιμος και ακέραιος, δυνατός, φιλόδοξος και ατρόμητος που δεν αφήνει τα εμπόδια να αναχαιτίσουν  την πορεία του προς την επιστημονική και κοινωνική καταξίωση είναι πάντοτε παράδειγμα προς μίμηση, ειδικά σε εποχές σαν τη δική μας σήμερα, που η διαμαρτυρία είναι πάντα πρόχειρη μπροστά  σε κάθε δυσκολία, παρά την, κατά τεκμήριο, υλική και ηθική συμπαράσταση οικογένειας και θεσμών.
Παραδειγματική και υποδειγματική αναδύεται η ζωή του Γεωργίου Χαλεβελάκη, Αναπληρωτή Καθηγητή της Ιατρικής, με πολυεπίπεδες σπουδές και πάμπολλες διακρίσεις, στο βιβλίο του, Η Διαδρομή, Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων  στον θαυμαστό κόσμο της Ιατρικής. Ο Χαλεβελάκης είναι ένας διακεκριμένος επιστήμων, ο οποίος, μετά την αποχώρηση από την ενεργό δράση, ανέλαβε να συγγράψει το οδοιπορικό της ζωής και των σπουδών του, το εργοβιογραφικό του, εν ολίγοις, σαν να επιθυμεί να ξαναζήσει από το τέλος, τιμής ένεκεν,  όλα εκείνα που ξεκίνησαν το 1940, όταν γεννήθηκε, δείχνοντας πως ο δρόμος για την κατάκτηση της κορυφής μπορεί  να είναι δύσκολος, είναι όμως και γοητευτικός. Στη μακρά πορεία τα αναφαινόμενα εμπόδια μπορούν να υπερπηδηθούν αν η θέληση είναι ισχυρή και η πίστη στο στόχο ακράδαντη. Όμως ο συγγραφέας δεν θέλει απλώς να μας δείξει πώς επιτυγχάνεται ο στόχος αλλά θέλει να αποδώσει τιμή σε όσους συνέβαλαν στη δημιουργία της προσωπικότητάς του, αρχής γενομένης από τους γονείς και τη γενέθλια γη του.  
Το βιβλίο αρχίζει από τις «ρίζες των Λευκών Ορέων», δηλαδή τον τόπο που τον γέννησε, τους γονείς και τους δασκάλους του, ως αναγνώριση της προσφοράς εκείνων που του συμπαραστάθηκαν και απόδειξη του ήθους του ανθρώπου που σεβάστηκε τον όρκο του Ιπποκράτη που στην αρχή της καριέρας του έδωσε.
Στις σελίδες του αυτοβιογραφικού αυτού βιβλίου, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα που συντάραξαν την ελληνική κοινωνία και την κοινωνία της Κρήτης ειδικότερα, εμπειρίες καθοριστικές για το χτίσιμο μιας προσωπικότητας, ιδωμένες από τη θέση εκείνου που βιώνει το ιστορικό γεγονός και δεν είναι απλός αναγνώστης  ή ακροατής του.  Ο ρόλος του δυναμικού πατέρα, με την εμβληματική παρουσία, τη λεβεντιά και την εξυπνάδα, την επινοητικότητα και την ικανότητα σε κάθε είδος δουλειάς της αγροτικής κοινωνίας, προσωπικότητα, τέτοια που οι  διακεκριμένοι ήρωες της λογοτεχνίας διαθέτουν και ανεβαίνουν στο βάθρο του προτύπου. Ένας άνθρωπος,  ο οποίος στις δύσκολες ώρες της γερμανικής κατοχής, έφερε  στην επιφάνεια  το μεγαλείο της φιλανθρωπίας, που δεν άφηνε να διακρίνεται στην καθημερινότητα που σκληρά βίωνε. Κι ένα τρίτο χαρακτηριστικό, η ωραία φωνή με την οποία τραγουδούσε τα ριζίτικα τραγούδια, πράγμα που καθιστά κάποιον ιδιαίτερα προβεβλημένο, χαρακτηριστικό που διαθέτουν οι ήρωες του εικοσιένα.  Ο άλλος πόλος της οικογένειας, η μητέρα με το γλυκό πρόσωπο, η υπομονετική, η μεγαλόψυχη και καλή νοικοκυρά, που φρόντιζε για όλα. Θα λέγαμε πως, όπως υπάρχει το Μνημείο στον Άγνωστο Στρατιώτη, έτσι θα έπρεπε να υπάρχει και το μνημείο στην άγνωστη μητέρα, γιατί,  τηρουμένων των αναλογιών, η μητέρα, παρά τον σιωπηρό ρόλο της μέσα στην οικογένεια, είναι αυτή που κρατά τις ισορροπίες. Ο συγγραφέας δεν υπερβάλλει με την εκτενή αναφορά στους δύο γονείς του και στα αδέλφια του.
Όπως διδάσκει η Ψυχολογία, και ο ίδιος σημειώνει, «σύμφωνα με τη θεωρία του Φρόιντ στο βυθό της ανθρώπινης ψυχής, το υποσυνείδητο, βρίσκονται απωθημένες από τον συνειδητό κόσμο του καθενός  οι εμπειρίες, οι αναμνήσεις και οι επιθυμίες, επηρεάζοντας ουσιαστικά τις μετέπειτα αποφάσεις και την εν γένει συμπεριφορά μας». Δηλαδή, τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου καταγράφονται ανεξίτηλα στη μνήμη του και διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξή του. Έτσι, και στην περίπτωση του Χαλεβελάκη, οι πρώτες εμπειρίες από τη ζωή στις ευώδεις πλαγιές με  τα μυριστικά της φύσης, τους ήχους και απόηχους από την αθώα ηλικία, την οικογενειακή ζωή αλλά και   την Ιστορία –Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος που τον ακολούθησε – σημάδεψαν, τραυμάτισαν και στιγμάτισαν την παιδική ψυχή του. Οι αεροπορικές επιδρομές, η σπηλιά, όπου κατέφευγε  το χωριό για να κρυφτεί, όλα βρίσκονται εκεί καταγραμμένα στο βάθος της ψυχής, το άλλως πως υποσυνείδητο.  Είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακές οι σκηνές του αγροτικού βίου, το κυνήγι και τα ζώα που συναναστρεφόταν, όπως είναι εντυπωσιακό, ότι,  εκεί στον επί γης παράδεισο,  υπάρχει πάντα και αρκετό δείγμα ψυχιατρικών νοσημάτων που εκλαμβάνονται ως φαινόμενα παραψυχολογίας. Ίσως τόσα που να κεντρίσουν σε ανύποπτο χρόνο το ενδιαφέρον του  μικρού Γιώργου.
Το χωριό είναι η Δρακόνα, όνομα σημαδιακό για όσους το επιβουλεύονται. Οι κάτοικοί του δεν είναι εύκολο να γίνουν υποχείρια κανενός, αφού η  Δρακόνα  διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την επανάσταση, στη μάχη του Λούλου στις 14 Ιουνίου 1821. Σ’ αυτό τον ιστορικό χώρο ο μικρός Γιώργος πηγαίνει σχολείο. Μια αίθουσα, μια ξυλόσομπα στο κέντρο της, ο δάσκαλος, ο φόβος και ο τρόμος, πολλά παιδιά, πολύβουο μελίσσι,  η παιδαγωγική του «ξύλου» ως μέθοδος πειθούς, τα μαθήματα, η ικανότητά του μπροστά στον επιθεωρητή. Ακολουθεί η φοίτηση στο άλλο σχολείο, στις Μουρνιές, όπου γεννήθηκε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μνημονεύεται η δασκάλα, της οποία η καλή αύρα, σαν από θαύμα, απελευθέρωσε του μικρού παιδιού τις ικανότητες.  Ακολουθούν, με επιτυχία πάντα, τα σχολικά χρόνια στο Γυμνάσιο, στα Χανιά, οι εντυπώσεις από την ωραία πόλη με τη σκεπαστή αγορά. Άλλου είδους δυσκολίες, στέγαση σε οικογενειακά σπίτια,  αναγνώριση της προσφοράς τους.
Το 1960 φτάνει πλέον στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, η επιτυχία, η φοίτηση, η εργασία τους καλοκαιρινούς μήνες,  για να εξασφαλίσει μερικά από τα έξοδά του, οι καθηγητές, οι συμφοιτητές, το πτυχίο, ο στρατός, τα ιατρικά προβλήματα που του έτυχε να αντιμετωπίσει, η σωστή του στάση και η υπευθυνότητα, το αγροτικό, η ειδικότητα στην Παθολογία, η υποτροφία του ΙΚΥ, η οικογένεια. Μικρή στάση εδώ για να αναφερθούμε στο γνωστό καθηγητή, συγγραφέα και εκδότη Αγγλικών βιβλίων Κώστα Γρίβα, του οποίου την αδελφή παντρεύτηκε ο Χαλεβελάκης, συμπληρώνοντας το παζλ των ευτυχών συμπτώσεων. Ακολουθεί η μετεκπαίδευση στην Αγγλία, η επιστροφή στην Αθήνα, η καριέρα στο Πανεπιστήμιο, η θητεία στον «Ευαγγελισμό» και στο νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν». Έχει πλέον επέλθει η καταξίωση και η αναγνώριση.
Ο συγγραφέας, στη συναισθηματική αναδρομή του φρόντισε να μην παραλείψει κανέναν, να τιμήσει όλους εκείνους που βρέθηκαν πλάι του και στις δύσκολες και στις καλές στιγμές της ζωής  του και βοήθησαν ένα ταλαντούχο παιδί να αναπτυχθεί και να γίνει μια προσωπικότητα που ξέρει να αναγνωρίζει και να τιμά.
Η επιμονή του, λοιπόν, στις λεπτομέρειες μπορεί να εξηγηθεί αλλά και να εκληφθεί ως πλάγια υπενθύμιση προς κάθε άλλον που έζησε με παρόμοιο τρόπο, μεγάλωσε, σπούδασε, καταξιώθηκε και… ξέχασε. Γιατί εκείνο που κάνει τον Χαλεβελάκη ξεχωριστό, είναι ότι η μετέπειτα εξέλιξή του, η αναρρίχηση στην κορυφή του επαγγέλματός του, δεν τον απόκοψε από τις ρίζες του. Τα Λευκά Όρη παραμένουν στη μνήμη του λευκά και αγνά όπως η παιδική του ηλικία και ο κόσμος της Ιατρικής, ο οποίος, παρά τις όποιες αντιξοότητες,  παραμένει θαυμάσιος.
Στο βιβλίο οι φωτογραφίες από όλες τις φάσεις της ζωής του, τα πτυχία του, οι τιμητικές διακρίσεις του, τα γράμματα των επιφανών, οι διακεκριμένοι ασθενείς του, τα πιστοποιητικά και άλλα επίσημα έγγραφα συνθέτουν ένα κόρπους, ένα curriculum vitae,  το οποίο περικλείει  μια ζωή, μια καριέρα, ένα μοναδικό ήθος, έναν αληθινό άνθρωπο και παραδειγματικό επιστήμονα.  

Related Posts with Thumbnails