© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΙΕΡΕΥΣ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

Εἰσήγηση ποὺ ἀναγνώστηκε στὸ Ἱερατικὸ Συνέδριο τῆς Μητροπόλεως Χαλκίδος τὴν Δευτέρα 13 Ὀκτ. 2014

«Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας τῶν δούλων σου, ὁ ἐλεήμων καὶ μακρόθυμος, ὁ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις τε καὶ ἡμετέραις κακίαις, ὁ εἰπὼν διὰ Ἰεζεκιὴλ τοῦ προφήτου, ὅτι οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῇν αὐτόν, αὐτός, φιλάνθρωπε καὶ ἀνεξίκακε Κύριε Δέσποτα, παρακλήθητι ἐπὶ τὸν δοῦλον σου καὶ παρασχου αὐτῷ τρόπῳ μετανοίας, συγγνώμην ἁμαρτιῶν, συγχωρῶν αὐτῷ δι᾿ ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου δούλου σου πᾶν πλημμέλημα ἐκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον...»

Θὰ μποροῦσα, Σεβασμιώτατε, ἀδελφοί μου καὶ πατέρες, μὲ αὐτὰ τὰ θεοφίλητα λόγια ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐχολόγιο, θὰ μποροῦσα λοιπόν λέγω,  ἀναφέροντάς σας  τὰ παραπάνω, νὰ περατώσω καὶ τὸ λόγο μου. Διότι, ὅπως προσέξατε, τὸ θέμα ποὺ μοῦ ἀνετέθη ἀπό μέρους τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ἐξάπαντος πνευματικοῦ μας πατέρα, εἶναι: «ὁ ἱερεὺς προσευχόμενος στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως». Καὶ τὰ παραπάνω λόγια παρατηροῦμε ὅτι ἀπολύτως συμπυκνώνουν δύο τινά: α. τὴν προσευχὴ τοῦ ἱερέως-πνευματικοῦ καὶ β. τὴν διαδικασία τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως, τοῦ ὁποίου Μυστηρίου κορυφαῖο ζητούμενο εἶναι τό, «ὅπως Κύριος ὁ Θεὸς δωρήσηται αὐτῷ (δηλ. τῷ ἐξομολογουμένῳ) ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ καιρὸν μετανοίας...». Ὁπότε, ὅπως καταλαβαίνετε, καλύπτουν σὲ γενικὲς γραμμὲς τὸ θέμα.
Ὡστόσο, θὰ παρακαλοῦσα τὴν ἀγάπη καὶ κατανόηση ὅλων Σας νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ καταθέσω καὶ κάποιες σκέψεις ἐμβιωμένης ἐμπειρίας καὶ λιγότερο βιβλιογραφικῆς ἀποδελτίωσης, διότι φρονῶ πὼς ἐδῶ δὲν συναχτήκαμε νὰ προυσιάσουμε τὸν γνωστικό μας ὁπλισμό, ἀλλὰ πρωτίστως τὶς ἐμπειρίες μας,  διανθισμένες πάντα μὲ τὸν προσήκοντα προβληματισμό, γιὰ νὰ ἀλληλοβοηθηθοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ Ἱερωσύνη πρωτίστως εἶναι συνεργασία:  συνεργασία ἐν ἀρχῇ μὲ τὸν Δημιουργό μας  ποὺ εὐαρέστως διακονοῦμε -τῆ ἀνοχῇ του πάντα- τὸν Ἐπίσκοπο ποὺ αἴρει τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη ὅσον ἀφορᾶ στὴν εὔρυθμο ἁγιοπνευματικὴ λειτουργία τῆς Ἐπαρχίας του καὶ τέλος μεταξύ μας, μὲ πνεῦμα πραότητος, «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζοντες». Αὐτὰ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου.
Προχωρῶ ὅμως στὸ θέμα μου, ἀναλογιζόμενος ὅτι κορμός, βασικὸ δηλαδή, κέντρο ἐξακτίνωσης τῶν ὅσων θὰ διαπραγματευτεῖ ὁ καθένας τῶν εἰσηγητῶν στὴν παροῦσα σύναξη εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτὸ τὸ νοητὸ νῆμα ποὺ μᾶς συνδέει μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐμβιωμένη συχνότητα μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπικοινωνοῦμε μαζί Του. Κι ἐδῶ θὰ σταθῶ «δι᾿ ὀλίγον». Διότι οἱ ἐπιτυχῶς προλαλήσαντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενοι ἔντιμοι εἰσηγητές, ἀσφαλῶς  ἀνέλυσαν ἤ καὶ  θὰ ἀναλύσουν λεπτομερῶς τὸ μέγα περὶ προσευχῆς θέμα. Ἑπομένως, διὰ νὰ μὴν κουράσω ἐπαναλαμβάνοντας τὰ αὐτά, ἀρκοῦμαι σὲ τοῦτο μόνο.
Ἀναλογίζομαι, λοιπόν, τὶ ἄλλο εἶναι ὁ ἱερέας, ὁ κάθε παπᾶς δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐπιτυχῶς τρέχουσαν ἔκφραση, εἴτε τῶν πόλεων εἶναι παπᾶς, εἴτε τῶν χωρίων, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν μεγάλο μας Παπαδιαμάντη, ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιφανῆ πρόσωπα τῶν λογίων μας, γιὰ τὸ ὁποῖο καυχᾶται ἡ τοπική μας Ἐκκλησία καὶ ὄχι μόνον. Τὶ ἄλλο λοιπόν εἶναι ὁ παπᾶς,  παρὰ μονάχα ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος,  ἐκεῖνος δηλαδή,  ποὺ «ἑσπέρας  καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρία» αἰνεῖ τὸν Κύριο, ἀλλὰ παράλληλα εὔχεται καὶ ὑπὲρ τῆς κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ πῶ καὶ κάτι τὸ πιὸ τολμηρό: ὅτι δηλαδή ὁ παπᾶς εἶναι ἐκεῖνος πού, ἀναξίως μέν, ἀλλὰ κατὰ θεία παραχώρηση, ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ εἰσοδεύσει ὁ λαὸς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν ὑπερβολὴ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρω, γιατὶ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μας τονίζει ὅτι: «ἐν τῷ ναῷ ἐστῶτες τῆς δόξης Του ὡς οὐρανόν ἐστάναι». Καὶ τὸν ναό, ὁ  πρῶτος ποὺ τὸν ἀνοίγει εἶναι ὁ παπᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχει, σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ μέγα, τὸ κορυφαῖο προνόμιο νὰ εὔχεται, ἀλλὰ καὶ νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν κάθε ψυχή. Γνωστοῦ, ἀγνώστου, φίλου ἤ ἐχθροῦ, συκοφάντη καὶ συνεργάτη, ἀσθενοῦς καὶ ἐμπερίστατου κ. ἄ. πολλῶν. Κι ἡ πλέον ἰδανικὴ στιγμὴ ποὺ διακρατεῖ ὁ κάθε κληρικὸς ὡς εὐλογία Θεοῦ εἶναι ἡ Προσκομιδή. Ἐκεῖ, λοιπόν, κορυφώνεται ἡ μυστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό, καθὼς ὁ λειτουργὸς ξεδιπλώνει τὴν ψυχή  καὶ τὴ μνήμη του κι εὔχεται, δηλ. προσεύχεται: «Μνήσθητι, Κύριε...», καταθέτοντας παράλληλα τὴν ἀνάλογη μερίδα στὸ ἱ. Δισκάριο. Αὐτὸ τὸ «Μνήσθητι...» εἶναι λοιπὸν τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν προσκαλεῖ ν᾿ ἀφουγκραστεῖ μὲ προσοχὴ τὴν ἱκεσία του: «ὑπὲρ ὑγείας, φωτισμοῦ, ἀποκαταστάσεως, ἐπιστροφῆς, μετανοίας καὶ τόσα ἀκόμη... Ὅμως ἐδῶ περατώνω τὰ περὶ προσευχῆς, γιὰ νὰ προσεγγίσω δι᾿ ὀλίγων, τὸ μέγα ὄντως καὶ ὑψηλὸ τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως Μυστήριο. Καὶ ὑπογραμμίζω τὴν ἔκφραση «δι᾿ ὀλίγων», ἐπειδὴ ἡ θεματική μου ἀφορᾶ στὸν ποιμένα σὲ προσευχητικὴ σχέση μὲ τὸ Μυστήριο, τὴν ἱστορικὴ τοῦ ὁποίου ἐξέλιξη ὅλοι μας λίγο-πολὺ γνωρίζουμε καὶ κατέχουμε. Ὅπως γνωρίζουμε πὼς ἡ λέξη Μυστήριο δὲν σημαίνει κάτι τὸ ἀποκρυφιστικὸ, ἀλλὰ εἶναι, κατά τοὺς Πατέρες, ὁ τρόπος ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν μὲ τὴν νέργεια καὶ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο, μέσω μίας αἰσθητῆς καὶ προσεγγίσιμης στὸν ἄνθρωπο διαδικασίας, μεταδίδει τὴν Θεία Χάρη μὲ τρόπο ἀκατάληπτο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη διάνοια.
Ἐπειδή, λοιπόν,  τὸ ἐν λόγῳ Μυστήριο εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιτυχὴ καὶ διαχρονικὰ ἀταλάντευτη ἔκφραση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἐπιστήμη ἰατρικὴ καὶ δὴ ἐκ τῶν δυσχερεστάτων, φρονῶ ὅτι ὁ μέλλων ἐξαγορεῦσαι ψυχὰς, ὀφείλει νὰ προετοιμασθεῖ καλῶς, ἐξετάζοντας πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτό του, ἀπομακρύνοντας ἀπό μέσα του κάθε φαρισαϊκὴ συνείδηση, ποὺ τοῦ προσπορίζει τόν λεγόμενο ψευδῆ ἑαυτό.  Φυσικὸ, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖο εἶναι ὁ πνευματικός νὰ  προσευχηθεῖ θερμὰ γιὰ τὶς ὅποιες του ἀναστολές, καὶ τοὺς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐμφανίζονται αὐτὲς τὶς στιγμές. (Τὸ ἔχουμε, ἄλλωστε κι ὅλοι μας προσέξει, καθὼς, ὅταν πηγαίνουμε ἀκόμα καὶ νὰ λειτουργήσουμε, πόσοι καὶ πόσοι πειρασμοὶ μᾶς κυκλώνουν !!!)
Ἀλήθεια, τὶ εἴδους θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ προσευχὴ καὶ πότε πρέπει νὰ γίνεται; 
Ἐν ἐπιτομῇ ἀναφέρω τοὺς στὴν λειτουργική μας ὁρολογία καὶ γλώσσα ὀνομαζομένους καιροὺς τῆς προσευχῆς πρὶν καὶ μετὰ τὸ Μυστήριο, ἐπεξηγώντας σύντομα τὸν καθένα ἀπὸ αὐτούς. Κι ἀρχίζω ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς προετοιμασίας, τῆς προπαρασκευῆς δηλαδή.
Προσωπική μου γνώμη εἶναι,  σὲ κάποια ἥσυχη ὥρα στὸν ναὸ τὴν παραμονή, δηλ. τὴν προηγουμενη τῆς κύριας ἡμέρας ποὺ ἔχουμε ὁρίσει γιὰ ἐξομολόγηση, νὰ γίνεται ἡ πνευματική μας προσκομιδή-προετοιμασία,  παράλληλα μὲ μιὰ προσπάθεια γιὰ αὐτοσυγκέντρωση. Φυσικὰ, ὅταν ὑπάρξει κάτι τὸ ἔκτακτο -κι ἡ ἱερατική μας διαδρομὴ γέμει ἐκτάκτων καὶ ἀπρόοπτων γεγονότων- θὰ χρειαστεῖ νὰ καταφύγουμε στὴν μονολόγιστη: Στὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλεήσόν με», γιατὶ μονάχα μὲ τὴν πανοπλία ποὺ μᾶς χαρίζει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸ ν᾿ ἀντιμετωπίσουμε τὶς ὅποιες δυσκολίες.
  Μεγίστη συνδρομὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ἀνάγνωση κάποιων κειμένων ποὺ θὰ θερμάνουν, κατὰ τὴν προσφιλῆ τῶν ἁγ. Γερόντων ἔκφραση, τὴν ψυχή. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ προτείνω τὸ πολὺ καλὸ καὶ χρήσιμο πόνημα τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου τοῦ Ἁγιορείτου (Χατζηεμμανουὴλ), τὸ ὁποῖο ἐνθυμοῦμαι, Σεβασμιώτατε, ὅτι μᾶς τὸ προσφέρατε ὡς εὐλογία ἅμα τῇ ἀναθέσει στὴν ἀναξιότητά μας τοῦ λειτουργήματος τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Φυσικὰ ὑπάρχουν καὶ πατερικὰ κείμενα, ὅπως τοῦ προαναφερθέντος Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς Λητόιον ἐπιστολὴ εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐκλεκτὰ καὶ φωτεινὰ ἁγιοπατερικὰ κέιμενα,  καὶ φυσικὰ τὸ θεοδίδακτο Ἐξομολογητήριον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἀλλὰ  κ. ἄ. ἀκόμη. Προτείνω ἀκόμη καὶ τὴν ἀνάγνωση δύο εὐαγγελικῶν περικοπῶν ἀπό τὸ κατὰ Λουκᾶν. Ἡ μία εἶναι ἡ γνωστὴ περικοπὴ τοῦ εὔσπλαχνου Πατέρα ἤ τοῦ Ἀσώτου ὅπως τὴ γνωρίζουμε  κι ἡ ἄλλη, ποὺ μᾶς παραδίδεται ἀπό τὰ πρωτινὰ τὰ χρόνια καὶ ἐντάσσονταν στὴν ἀρχαία Ἀκολουθία τῆς Ἐξομολογήσεως εἶναι ἡ περικοπὴ ὅπου ἀναφέρεται στὴ χαρὰ, ἡ ὁποία γίνεται στοὺς οὐρανοὺς «ἐπὶ ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» ( βλ. Λκ. 15, 1-10). 
Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖ ὁ πνευματικὸς πὼς τὴν ἑπομένη δὲν θὰ δεχθεῖ ἐπισκέψεις ἐνοριτῶν, γνωστῶν, φίλων κ.λ.π., ὅπως δέχεται στὸ Γραφεῖο ἤ στὸ σπίτι του. Θὰ δεχθεῖ ἕνα μωσαϊκό -ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση- συνανθρώπων του, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ καθένας τους εἶναι κι ἕνας μικρόκοσμος, ποὺ καλεῖται νὰ τὸν ἐρευνήσει. Διότι, τὶ λέει ἀκριβῶς τὸ ἐνταλτήριο Γράμμα ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Ἐπίσκοπος ὅταν μᾶς χειροθετεῖ πνευματικούς: Λέει, λοιπόν, «ὅτι ὀφείλει ὁ πνευματικός, ἀναδέχεσθαι τοὺς λογισμούς πάντων, τῶν ἐπί ἐξομολογήσει τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων προσερχομένων... ἀνακρίνων αὐτοὺς καὶ τὰ βάθη τῶν καρδιῶν αὐτῶν, ἐρευνᾶν τὰ διανοήματα καὶ τὰς πράξεις καταμανθάνειν». Ἔχει κι ἄλλα, πολὺ σημαντικὰ καὶ μάλιστα τόσο προσεγμένα διατυπωμένα καὶ μὲ ἐπιστημονικὸ τρόπο διακριβωμένα, ποὺ ὄντως ἡ λεγομένη ψυχολογία τοῦ βάθους θὰ εἶχε πολλὰ νὰ ὠφεληθεῖ ἄν εὐλαβῶς καὶ θεοπειθῶς ἐπεξεργαζόταν τὸ ἐν λόγω κέιμενο,ποὺ συμπυκνώνει ὅλη τὴ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Καὶ συνεχίζω.  
Δὲν εἶναι διόλου παράδοξο, ἀντίθετα μάλιστα, μεταξὺ τῶν ἐξομολογουμένων νὰ εἶναι καὶ κάποιοι κληρικοί. Καὶ τὸ ἀναφέρω αὐτὸ μετὰ λόγου γνώσεως, διότι ὀφείλει ὁ πνευματικὸς νὰ διακρατήσει μιὰ στάση ἀνάμικτη: πνευματικῆς πατρότητος καὶ φιλαδελφίας, προσέχοντας «παντοίοις τρόποις ὅλως διόλου ἀποβλέπων πρὸς τὴν σωτηρίαν αὐτῶν», κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ κατορθωθεῖ αὐτὸ ἐκτὸς τῆς ἐνθέρμου προσευχῆς, ὅπως μᾶς προτρέπει ἄλλωστε κι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία: «Δέσποτα Κύριε Θεός, .... πρόσδεξαι τὴν φωνὴν καὶ πᾶσαν αἴτησιν τοῦ δούλου σου ἱερεως ἤ διακόνου, προσπίπτοντος τῇ μεγαλωσύνῃ σου ἐν έξομολογήσει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ, ὅτι προσευχὴ ἁματωλῶν νεφέλειας διῆλθε». Φυσικὸ δὲ εἶναι, νὰ συνακολουθεῖ καὶ ἡ κατάλληλη συμβουλευτικὴ - πάντα μὲ διάκριση, φιλοτιμία καὶ προσοχὴ, μήπως θεωρηθεῖ ὅτι ὑποτιμᾶται ὁ ἐξομολογούμενος κληρικός. Γιατὶ κάτι τέτοιες στιγμὲς ἀναμένει ὁ μισόκαλος νὰ μᾶς πειράξει καὶ σκοτίσει τὸ λογισμό μας - αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ μᾶς διδάσκουν οἱ νηπτικοί πατέρες ὀνομάζοντας τὴν σύγχυση ποὺ προκαλεῖται μέσα μας ὡς «σκοτασμὸ τοῦ νοός». Γι᾿αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἀνόθευτος -ἀπὸ «παραρριπισμοὺς»- προσευχή. Ἰδιαίτερα μετὰ τὸ μυστήριο, γιατὶ τότε κυκλώνουν τὸν πνευματικὸ οἱ λογισμοί – «ἔπραξα σωστά, μήπως δὲν πρόσεξα αὐτὸ ἤ τὸ ἄλλο καὶ ὁ ἐξομολογούμενος δὲν βρῆκε ἀνάπαυση;» Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἀνεβαίνουν μέσα στὴν ψυχή. Ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι καὶ ἀπό μέρους τοῦ μισοκάλου λογισμοὶ ἐπικίνδυνοι. Κι ὅπως συμβουλεύει ὁ βαθὺς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ὁ ὅσιος Ἰω. ὁ Σιναΐτης σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται ἔντονη προσευχή: «Ὀνόματι Ἰησοῦ μάστιζε πολεμίους». Κι ἀπὸ πολεμίους... ἄλλο τίποτε.
Ἀφοῦ ὅμως ἀναφέρθηκε καὶ ἡ τοῦ πνευματικοῦ ὑποχέρωση νὰ προσευχηθεῖ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση τῶν κληρικῶν, καλὸ θὰ εἶναι νὰ ὑπογραμμιστεῖ τὸ ἑξῆς, ποὺ ἡ πεῖρα πρωτίστως μᾶς τὸ διδάσκει καὶ ἐμέσως μᾶς προτείνει. Καὶ ἐξηγῶ ἀμέσως τὸν συλλογισμό μου.
Ἀλήθεια, σκεφτήκαμε ποτέ, μόλις τελειώσει ἡ ἐξομολόγηση τῶν λαϊκῶν, σὲ ποιὰ ψυχικὴ κατασταση βρισκόμαστε, τὰ ἐρωτήματα ποὺ «ὥσπερ μέλισσαι κηρίον» στροβιλίζονται μέσα μας, τὴν ἐξάντληση ποὺ νοιώθουμε ἀπό τὴν συνεχῆ μας προσοχή νὰ παρακολουθοῦμε τὸν καθένα,  καὶ τόσα ἄλλα;
Ὀφείλουμε νὰ τὸ ὁμολογήσουμε: αὐτὲς οἱ πρῶτες στιγμὲς μετὰ τὴν ἐξομολόγηση εἶναι γιὰ τὸν πνευματικὸ οἱ πιὸ κορυφαῖες, ὁριακὲς θὰ τὶς ἔλεγα,  ἀφοῦ ὁ πνευματικὸς νοιώθει τὴν καρδιά του νὰ γίνεται ὅπως ἡ ταραγμένη θάλασσα, τῆς ὁποίας μήτε ποὺ διακρίνεται ὁ βυθός. Κι ἀσφαλῶς πρέπει νὰ παρέλθει ἕνα ἱκανὸ χρονικὸ διαστημα, ὥστε νὰ ἡρεμήσει καὶ νὰ γίνει ἡ γαλήνη ἐκείνη ποὺ καθρεφτίζει ὅλη τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καλωσύνη. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ καταφέρει ὁ πνευματικὸς ν᾿ ἀρχειοθετήσει τὰ πράγματα, νὰ ἡρεμήσει καὶ νὰ προσέξει, ὥστε νὰ τὰ δεῖ κάτω ἀπὸ τὸ μέτρο τῆς θείας φιλανθρωπίας. Γιατὶ ἀκόμα γυρίζουν στὸν νοῦ του τὰ ὅσα ἄκουσε μὲ προσοχή, ξαναθυμᾶται τὶς στιγμὲς ποὺ μὲ ἔνταση ἔζησε καὶ συγκλονίστηκε ἀπὸ τὰ ὅσα τοῦ εἶπαν μὲ συντριβὴ καὶ δέος. Ὅλ᾿ αὐτά, λοιπόν,  στροβιλίζονται μέσα του, γιατὶ τὰ ἔζησε στὴν ἐξομόλογηση μὲ ἔντονο βιωματικὸ τρόπο, λές κι οἱ λέξεις τῶν ἐξομολογουμένων ἦταν καρφιὰ ποὺ μπήγονταν στὴν ψυχή του. Τόσο ἔμπονες κι ἀληθινὲς ἦταν κάποιες στιγμές, ὥστε νὰ τὸν ἀγγίζουν μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ τοῦ φαινόταν ὅτι μάτωνε ἐσωτερικά.      
Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω περισσότερο τὴν σεβασμία καὶ προσφιλῆ αὐτὴ σύναξη, γιατὶ πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ἀκόμα, ἀφοῦ καὶ τὰ δυὸ τὰ θέματα,  προσευχὴ καὶ ἐξομολόγηση εἶναι, τουλάχιστον γιὰ ἕνα ἱερέα, ὄχι μόνο σημαντικά, ἀφοῦ σηματοδοτοῦν τὴν ἱερατικὴ πορεία του, ἀλλὰ πλούσια σὲ βιωματικὸ ὑλικό, ἐμπειρίες δηλαδή, ποὺ καλὸ θὰ εἶναι ὁ καθένας μας νὰ τὶς διακρατεῖ στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς ψυχῆς του ὡς μέγιστα μαθήματα καὶ φωτεινὲς εὐλογίες προερχόμενες ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν Φώτων. Ἔστω κι ἄν κάποιες ἐξ αὐτῶν κεντρώνουν τὴν ψυχή μὲ τὰ στεφανια τὰ ἀκάνθινα ποὺ δαψιλῶς μᾶς κομίζουν οἱ ὄσοι πιστοὶ ἤ καὶ ἄπιστοι...
Κλείνοντας ὅμως θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ καὶ σὲ ἕνα τελευταῖο κι ἀσφαλῶς κρίσιμο ζήτημα ποὺ μᾶς ἀφορᾶ ὅλους τοὺς κληρικούς. Ἐγγάμους καὶ ἀγάμους, πνευματικοὺς καὶ μή. Καὶ τὸ κορυφααῖο αὐτὸ ζήτημα ἀφορᾶ τὸν προσευχόμενο καὶ μέλλοντα ἐξαγορευθῆναι κληρικό. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μᾶς προτρέπει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης «Ἐγὼ τρανῶς ἐκβοῶ πᾶσι μετ᾿ ἐμοῦ διὰ τῆς τοῦ Σωτῆρος Χάριτος, μετανοῶμεν, ἵνα σωθῶμεν... Ὅτι δὲ ἱερεῦσι ἀναγκαία, ὡς καὶ μοναχοῖς καὶ λαϊκοῖς ἡ ἐξαγόρευσις καὶ ἡ μετάνοια...», ὅμως καλὸ εἶναι ὅλοι μας νὰ ὑπερβοῦμε τὴ θεωρία καὶ νὰ προσεγγίσουμε τὴν πράξη. Ἀναγκαία, λοιπόν ἡ μετάνοια. Καὶ νὰ προσθέσω,  ἐπιβεβλημένη. Γιατὶ ἀπαιτεῖται κάποτε κι ἡ θεραπεία τῶν θεραπευτῶν. Καὶ μὴ λησμονοῦμε πὼς θεραπευτὲς Θεοῦ ἐμεῖς εἴμαστε -καὶ χρειάζεται νὰ εἴμαστε- ὑγιεῖς θεραπευτές καὶ παράλληλα ἐπιστήμονες ἰατροί, γιατὶ χωρὶς ἔμπειρο καὶ εὔρωστο, ψυχικά πνευματικὸ πατέρα,  σπάνιοι οἱ θεραπευόμενοι. 
Ὡστόσο πῶς προσεγγίζεται ὁ θεραπευτὴς τοῦ θεραπευτοῦ, ποιὰ ἡ προετοιμασία  κι ὁ ὁπλισμὸς, ὁ πνευματικὸς ὁπλισμὸς τοῦ δευτέρου;  Τὰ ἐρωτήματα γιὰ μᾶς τοὺς πνευματικοὺς πιστεύω πὼς εἶναι αὐτονόητα καὶ πὼς ὁ καθένας μας γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸ τὶ πράξει καὶ τὶ ποιήσει. Ὅμως ἄς μὴ λησμονοῦμε πὼς ἐμφανίζονται καὶ οἱ ἀναστολές: «Δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ ἤ, ἄσε, ἅμα βρεθῶ κάπου στὸ Ἁγιονόρος ἤ στὸ τάδε μοναστήρι τὰ λέω στὸ Γέροντα κ.λ.π.». Ὑπεκφυγὲς δηλ. ποὺ θυμίζουν τοὺς συνδαιτημόνες τῆς παραβολῆς τοῦ Δείπνου.
Προσωπικὰ δὲν θὰ καταθέσω συμβουλές ἤ ἕτοιμες λύσεις. Ὅλοι Σας καὶ ἡλικίαν ἔχετε καὶ στέρεο ἕρμα πίστεως  στὶς ψυχές σας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ θ᾿ ἀρκεστῶ νὰ σᾶς προσφέρω αὐτὰ ποὺ ζῶ καὶ πιστεύω, χωρὶς νὰ κάμω τὸν δάσκαλο ἤ τὸν ἐπιφανῆ διδάχο - πάλι ὁ Παπαδιμαντης μπροστά μας. 
Θυμᾶμαι ποὺ λέτε, ἕνα περιστατικὸ ποὺ συνέβη στὴ γείτονα νῆσο Σκιάθο στὰ 1860-70. Περιστατικὸ ποὺ τὸ θεωρῶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό, ὅπως ἀληθινὰ εἶναι τὰ περισσότερα ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Παπαδιαμάντης. Ἐκεῖνος, λοιπόν, διασώζει αὐτὸ ποὺ θὰ καταθέσω ὡς κατακλεῖδα. Μάλιστα καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέως εἶναι ἀληθινό κι ὄχι πλασματικό.  Ὅμως γιὰ νὰ ἐπιστρέψω στὰ παραπάνω καὶ νὰ συνεχίσω τὸ ἄτεχνο ὁμίλημα μου, θὰ σᾶς διαβάσω ἕνα κομμάτι ἀπό τὸ θεολογικότατο καὶ ποιμαντικὰ προσεγμένο διήγημα τοῦ Σκιαθίτη λογίου, «Ἐξοχικὴ Λαμπρή».  Λαμπρὴ ποὺ πῆγε νὰ τελέσει στὴν περιοχὴ Καλύβια ὁ παπα-Κυριάκος. Μονάχα πὼς πῆγε ὁ γιός του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ συνεφημέριός του κάτω στὴ Χώρα τὸν ἔκλεβε. Κι ὁ παπᾶς μπαίνει στὸν πειρασμὸ καὶ τρέχει ἀλαφιασμένος πρὸς τὴ Χώρα μέσ᾿ τὴ νυχτα, παρατώντας τὰ καθήκοντά του καὶ τοὺς ποιμένες ποὺ περίμεναν νὰ κάνουν Ἀνάσταση. Τρέχει, λοιπόν, ὁ παπα-Κυριάκος μέσα στὴ νύχτα... Καὶ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης τὴ συγκλονιστικὴ στιγμὴ ὅπου ὁ ἱερέας ἐκεῖνος ἔρχεται εἰς ἑαυτόν.

«Ἀκούσας ερες τν δν μορμυρισμν το ρύακος, ασθανθες π το προσώπου του τν δρόσον, λησμόνησεν τι εχε ν λειτουργήσς κα πο ν λειτουργήσ;) κα κυψε ν πί δωρ. λλ τ χελός του δν εχε βραχ κόμη, κα αφνης νθυμήθη, νένηψεν.
γ χω ν λειτουργήσω, επε, κα πίνω νερό;…
Κα δν πιε.
Τότε λθεν ες ασθησιν.
  Τί κάμνω γώ, επε, πο πάω;
Κα ποιήσας τ σημεον το σταυρο·
μαρτον, Κύριε, επεν, μαρτον! μ μ συνερισθς.
πανέλαβε δέ:
Ἐὰν κενος κλεψεν, -ἐννοεῖ ἐδῶ τὸν συνεφημέριό του ὁ παπα-Κυριάκος- Θες ς τν… συγχωρήσ… κ κενον κ μέ. γ πρέπει ν κάμω τ χρέος μου.
σθάνθη δάκρυ βρέχον τν παρειάν του.
Κύριε, επεν λοψύχως, μαρτον, μαρτον! Σ παρεδόθης δι τς μαρτίας μας, κα μες σ σταυρώνομεν κάθε μέρα.
Κα στράφη πρς τν νήφορον, σπεύδων ν πανέλθ ες τ παρεκκλήσιον, πως λειτουργήσ.
  Κα θελα ν πι κα νερό, επε, δν εμαι ξιος ν λειτουργήσω. λλ πς ν κάμω; Δν πρέπει ν μεταλάβω! Θ λειτουργήσω χωρς μετάληψιν, δν εμαι ξιος!… «Δετε το καινο τς μπέλου γεννήματος!…» γ ξιος δν εμαι!
.....................................................................................................
τέλεσε τν ερν μυσταγωγίαν, κα μετέδωκεν ες τος πιστούς, φροντίσας ν καταλύσ δι στόματος ατν λον τ γιον ποτήριον. Ατς δν κοινώνησεν, πιφυλαττόμενος ν τ επ ες τν πνευματικόν, κα πρόθυμος ν δεχθ τν κανόνα.»
Μακάριοι ὅσοι ἀπό μᾶς καταφέρουν νὰ προσεγγίσουν τὴν πνευματικότητα, τὸ ἱερατικὸ ἦθος καὶ τὴν ἀνόθευτη, ἐν βαθείᾳ συνειδήσει, προσευχὴ τοῦ παπα-Κυριάκου προσευχὴ μὲ στέρεη προοπτικὴ τὴν ἐξομολόγηση,  ἀλλὰ καὶ  τὴν ἀποδοχὴ ἀκόμη καὶ τοῦ ἐπιτιμίου... Μακάριοι καὶ τρισμακάριοι.
Τὰ συμπερασματα δικά Σας, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες.  
Σεβασμιώτατε, σᾶς εὐγνωμονῶ  καὶ γιὰ τούτη τὴν τιμή.
Πατέρες μου, Ζητῶ ἀπ᾿ὅλους σας συγχώρεση, γιατὶ καταλαβαίνω πὼς ἀδολεσχώντας σᾶς κούρασα ἀρκετά.  Καλὴ κι εὐλογημένη συνέχεια στὴν πάτερπνο σύναξή μας, λοιπόν.
σκόπελος,  Σεπτ. 2014

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Το αληθινό θέμα μιας εικόνας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το διαδίκτυο έχει μπει πια για καλά στη ζωή μας και στην σωστή του μορφή και χρήσιμο είναι και ευεργετικό.  Μεταφέρει την γνώση στο σπίτι σου, χωρίς κόπους και χάσιμο χρόνου, αρκεί, βέβαια, να είσαι σε θέση να ελέγχεις την κάθε πληροφορία, να την διασταυρώνεις και να μπορείς να διακρίνεις το αν ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια και αν έχει σωστή ιστορική βάση. Και αυτό γιατί πάντα και περισσότερο στις μέρες μας πληθαίνουν οι «ψευδοπροφήτες» και ευδοκιμούν οι ανεύθυνοι.
   Συμβαίνει συχνά –και περιορίζω το πρόβλημα μονάχα στο χώρο της έρευνας, που μας αφορά– η πληροφορία να μην βασίζεται στην αλήθεια, είτε ηθελημένα, από κακόπιστους και ανεύθυνους, είτε δίχως δόλο, από αδαείς και επιπόλαιους. Γι’ αυτό απαιτείται προσοχή και επιβεβαίωση, αλλά και υπευθυνότητα απ’ όλους αυτούς που αναρτούν και δημοσιεύουν.
   Στην δεύτερη κατηγορία των χωρίς σκοπό, αλλά από επιπολαιότητα ανήκει και μια δημοσίευση, η οποία αφορά στον πολιούχο και προστάτη μας Άγιο Διονύσιο και συνοδεύεται από μία εικόνα, η οποία, όπως αναγράφεται, ιστορεί την μετακομιδή του Λειψάνου του από τα νησιά Στροφάδια, στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, που μέχρι και σήμερα βρίσκεται και τιμάται από όλους τους Τζαντιώτες με υπέρμετρη αγάπη και ευλάβεια.
   Η εικόνα αυτή –ψηφιδωτή τοιχογραφία στην πραγματικότητα– βρίσκεται στα προπύλαια της εκκλησίας του Πολιούχου μας, προς την μεριά της θάλασσας και κάθε άλλο παρά την ανακομιδή του Σκηνώματος του «Μεγάλου Αφεντός», όπως συχνά τον ονομάζουμε, αποθανατίζει.
   Πρόκειται για την άφιξη στο νησί μας ενός άλλου Λειψάνου, ενός άλλου Αγίου, του Οσίου Ιωσήφ του Σαμάκου, το οποίο φυλάσσεται μέχρι τις μέρες μας στην κεντρική εκκλησία του Γαϊτανιού και κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή μετά την 29η Αυγούστου, επέτειο της μετάθεσής του,  λιτανεύεται επίσημα στο χωριό, στα πλαίσια ενός παλιού και πάνδημου πανηγυριού.
   Το Σκήνωμα του Οσίου αυτού μεταφέρθηκε στο νησί μας από την Κρήτη από τον ιερωμένο Αντώνιο Αρμάκη, το 1669, όταν η Μεγαλόνησος έπεσε στα χέρια των Τούρκων και πολλοί τότε κάτοικοί της κατέφυγαν στον τόπο μας, καθώς και στα άλλα Επτάνησα, θέλοντας να σωθούν, μεταφέροντας μαζί τους ιερά και ιστορικά κειμήλια και ό,τι πολύτιμο μπόρεσαν να διασώσουν.
   Το Λείψανο, σύμφωνα με πληροφορίες που μας παρέχει ο χαλκέντερος Λεωνίδας Χ. Ζώης στο σχετικό λήμμα του «Λεξικού» του, δόθηκε σαν προίκα στην οικογένεια Μαντινειού και καταρχάς τοποθετήθηκε στην οικογενειακή εκκλησία της φαμίλιας, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, στην θέση Ξεροβούνια του χωριού Γαϊτάνι. Αργότερα παραχωρήθηκε στην κοινότητα, όπου τοποθετήθηκε στην ενοριακή εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ’ αυτήν εκτίθεται σε προσκύνημα των πιστών, στις δύο γιορτές του, αυτήν της μνήμης του, στις 22 Ιανουαρίου και την άλλη της επετείου της Μετάθεσής του, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε.
   Λέγεται μάλιστα, πως στην δεύτερη, το Σκήνωμα του Κρητικού Οσίου, παρέμενε «στην Θύρα του» για έντεκα μέρες, λόγω του ότι η γιορτή του συνέπιπτε με την μεταφορά της σταφίδας, του παλιότερου «μαύρου χρυσού» της Ζακύνθου και έτσι, όταν οι χωρικοί την πήγαιναν στην Χώρα, για να την πουλήσουν, σταματούσαν για να το προσκυνήσουν και άφηναν και στον Άγιο την «πορτάδα» του.
   Το ότι το επιτοίχιο ψηφιδωτό παριστάνει την μετάθεση του Οσίου Ιωσήφ και όχι του Ιεράρχη της Αίγινας και Προστάτη μας είναι για έναν γνώστη καταφάνερο. Ο εντός της λάρνακας ευρισκόμενος Άγιος δεν είναι Ιεράρχης, αλλά απλός καλογερόπαπας, όπως χαρακτηριστικά ονομάζει ο λαός μας τους ιερομονάχους. Γι’ αυτό δεν φοράει αρχιερατική στολή, αλλά ιερατική και ως μοναχός φέρει επανωκαλύμαυχο. Φορεί επίσης απλό σταυρό και όχι εγκόλπιο. Επίσης υπάρχει και η επιγραφή στο πάνω μέρος της σύνθεσης, η οποία χαρακτηριστικά σημειώνει: «Η ΕΛΕΥΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΣΑΜΑΚΟΥ».
   Το λάθος, πιθανόν, ξεκίνησε από το ναό στον οποίο βρίσκεται η εικόνα και είναι αφιερωμένος στον Άγιο Διονύσιο. Κάποιοι την είδαν, δεν πρόσεξαν την επιγραφή και μη γνωρίζοντες καλά τα τοπικά, πίστεψαν πως πρόκειται για γεγονός, το οποίο αφορά την ιστορία του Αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένη η εκκλησία.
   Με την ευκαιρία των δύο γιορτών του Πολιούχου μας, στις 17 Δεκεμβρίου και προπάντων στις 24 Αυγούστου, το τιμώμενο γεγονός της οποίας απαθανατίζει το ψηφιδωτό, πολλοί Ζακυνθινοί, αλλά και άλλοι Επτανήσιοι, αποδεικνύοντας την κυριολεκτική λατρεία τους στην μορφή του Προστάτη μας, κοινοποιούν την φωτογραφία της σύνθεσης, στον τοίχο του face book τους και έτσι το λάθος διαιωνίζεται.
   Η πρόθεσή τους καλή και η κίνησή τους αξιέπαινη και επιβεβαιώνει την δική μας ιδιοσυγκρασία. Όμως υπάρχουν και άλλες αναπαραστάσεις της Μετακομιδής  του Σκηνώματος του Πολιούχου μας και πολύ πιο σχετικές στην δική μας αισθητική και παράδοση, τις οποίες μπορούν να αναρτούν.
   Την συγκεκριμένη ας την χρησιμοποιούν στις 29 Αυγούστου, για να γίνει έτσι περισσότερο γνωστός και ο Κρητικός Όσιος, ο οποίος βρίσκεται στο Γαϊτάνι.
   Να, γιατί το κάθε τι απαιτεί επιβεβαίωση.


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

ἢ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ -ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ- ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ


Στὸν παπα-Βασίλη Θερμό, καλωσόρισμα...

Φροντίζω, ὥστε νὰ ἀρχειοθετηθοῦν μέσα μου ὅσα μπόρεσα στὰ χρόνια μου νὰ βιώσω. Ἄν καὶ κάποτε, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ σήμερα θεωρῶ περιούσια καὶ φωτεινά, κάποιοι φρόντιζαν νὰ τὰ λησμονήσω ἤ νὰ τὰ ἀπορρίψω, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν θὰ ἤμουν ὁ πολιτισμένος ἀλλὰ θὰ παράμενα ὁ χωριάτης. Κάτι ποὺ, δυστυχῶς, μέχρι σήμερα διαπιστώνω  σὲ κάποιους συνανθρώπους μου, μὲ ἡλικία ἱκανή, ποὺ ὡστόσο τὴ συνοδεύει ἀρκετὴ μειονεξία, ἄν δηλ. θὰ παραβοῦν τοὺς κανόνες τοῦ «πολιτισμένου» καὶ θὰ γίνουν ἄξεστοι χωριάτες. Κι ὅμως οἱ ρίζες τους ἐκεῖ εἶναι, στὸς «ἄξεστους χωριάτες» προγόνους τους καὶ ἀπὸ κεῖ αἱματώνονται μὲ τὸ πλάσμα τῆς γόνιμης σκέψης  καὶ δημιουργίας. Ὅπως κι ἐγώ. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἄκουσα διαλέξεις καὶ σοφούς, νὰ διάβασα βιβλία, νὰ σπούδασα ὅ,τι σπούδασα, νὰ εἶδα τὸν πολιτισμένο κόσμο, μπροστὰ στὸν ὁποῖο ντρεπόμουνα π.χ. γιὰ τὴν ἄρρωστη  γιαγιά μου, ποὺ ἦρθε στὴν Ἀθήνα -καὶ δὴ σὲ περιοχὲς μὲ ὑψηλὸ δείκτη «πολιτισμοῦ καὶ sic»-, ντυμένη τὶς παραδοσιακὲς φουστάνες, ποὺ σήμερα ἄλλοι τὶς καμαρώνουν ὡς ἐφεύρημα ἑνὸς γνήσιου λαϊκοῦ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ἐπίτηδες γράφω τὴ λέξη μὲ κεφαλαῖα, γιὰ νὰ δείξω πὼς ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ μᾶς βάλουν νὰ ὑποκλινόμαστε, μᾶς ἔμαθαν νὰ μειονεκτοῦμε). 

Λοιπόν, κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀντικαταστήσει τὴ σοφία τῆς ἀγράμματης γιαγιᾶς μου, τὴ ζεστὴ παρουσία τῆς γειτονιᾶς μὲ τὰ κουτσομπολιά, τὶς μικροέριδες -«ἀρὴ, τοὺ θκόμ᾿ τοὺ τσουράπ᾿ εἶνι σὰ γκί τοῦ θκός;  Δγιὸ μπρουστὰ κι μιὰ πίσου;. Ἀρή, ἀκόιτατου...»- τὶς συμπόνιες καὶ τὸν ἀπογευματινὸ καφέ, πάντα φρεσκοκομμένο στὸ μῦλο, μὲ τὸ «φυλτζάν᾿» , δηλαδὴ τὴν « μαντική»  του ἀνάγνωση, γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Πρωτόγονα ὅλ᾿ αὐτά θὰ μοῦ πεῖ κάποιος. Ναί, ὅμως εἶχαν τὴ γοητεία τους καὶ ποτὲ τὴν ἀπάνθρωπη ἀπόρριψη ποὺ ζοῦμε σήμερα γαρνιρισμένη μὲ μπόλικη περιφρόνηση.  Γιατὶ σὲ κεῖνες τὶς συνάξεις δὲ χανόταν ἡ δυνατότητα ἐπικοινωνίας καὶ τὸ κυριώτερο, βιώνανε αὐτὸ ποὺ λέγανε πάλι αὐτὲς οἱ σοφὲς γιαγιάδες: «Ἀρή, ἅμα πιθάνου ποιὸς θὰ ρθεῖ νὰ μοὶ κλὰψ᾿...». Κι εἴχανε δίκιο. Γιατὶ αὐτὲς ποὺ λέγανε τὰ «πέκλια» ἡ μιὰ τῆς ἄλλης, παρουσιάζονταν σὲ ὦρες δύσκολες καὶ πικρές, ὅπως ἦταν καὶ εἶναι ὁ θάνατος, κι ἔλεγαν τὰ μοιρολόγια, ξενυχτοῦσαν, ἀνοίγανε τὴν καρδιά τους καταθέτοντας λόγο εἰλικρινῆ καὶ  ἔντιμο: Λόγο παρηγορίας, ἀνθρωπιᾶς-κι ὄχι τὸν ψεύτικο «λόγο» τοῦ «κοσμικοῦ» λεξιλογίου ποὺ εἶναι πάντα πασπαλισμένος μὲ ἄφθονο φαρισαϊσμό.

Τὰ χρόνια πέρασαν. Ἕνα-ἕνα αὐτὰ τὰ πρόσωπα μᾶς ἄφησαν καὶ πορεύτηκαν γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, ἀφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό, ἀφοῦ γύρω μας ἁπλώνεται μιὰ παγερὴ μοναξιὰ καὶ μιὰ ἀπανθρωπία ποὺ πραγματικὰ συγκλονίζει. Κατὰ τὰ ἄλλα εἴμαστε πολιτισμένοι, ἀφοῦ μποροῦμε καὶ κολακεύουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴ συντροφιὰ ποὺ διαλέξαμε καὶ ἡ ὁποία φροντίζουμε νὰ μὴν εἶναι κατώτερη τῆς «τάξεώς» μας, μὲ λόγια δίχως περιεχόμενο καὶ στεγνὰ ἐντελῶς, ποὺ στὴν οὐσία δὲν τὰ πιστεύουμε. Μὲ λίγα λόγια εἴμαστε γιὰ λύπηση, ἀφοῦ δὲν καταφέραμε νὰ καταλάβουμε τὴν πραγματικὴ ἀρχοντιὰ ποὺ εἶχαν ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ κι ἀγράμματοι, παρ᾿ ὅλες τὶς περγαμηνές ποὺ κατακτήσαμε, τὶς προσπάθειες νὰ κάνουμε πράξη τὶς ἐντολὲς τοῦ λεγόμενου Savoir vivre, τὸν στρουθοκαμηλισμό μας, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται ἡ γυμνότητα τῆς ψυχῆς μας καὶ ἡ ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει -ἀβυσσαλέα ἀπόσταση- ἀπό κεῖνες τὶς ἀγράμματες γιαγιάδες, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα μᾶς δίδασκαν γνήσιο σεβασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Κι ἐδῶ θυμᾶμαι μιὰ γιαγιὰ ἀπὸ τὰ Λιαδρόμια, ποὺ ἦταν στὸν ἴδιο θάλαμο τῆς κλινικῆς μὲ τὴ γιαγιά μου καὶ ἡ ὁποία, ὅποτε συνομιλοῦσαν μεταξύ τους, τὴν ἀποκαλοῦσε θειά. Ὅταν τὴ ρώτησε ἡ μικρότερη στὰ χρόνια γιαγιά μου, γιατὶ τὴν ὀνομάζει ἔτσι,  ἀπάντησε πολὺ σοφὰ κι ἀνθρώπινα: «Τὴ γλώσσα μ᾿ τιμάω»... Σήμερα πόσοι ὑπάρχουν ὡσὰν κι αὐτὴ τὴν ἀγράμματη Λιαδρομίτισσα νὰ τιμοῦν τὴ γλώσσα καὶ τὸν συνάνθρωπο; Καί, γιατὶ ἄραγε;  

Μήπως γιατὶ ἔχουμε ἀρκετὰ καί, μάλιστα, παράλογα μπερδευτεῖ μὲ τὸ ναρκισσισμό ἤ καὶ τὶς κάθε εἴδους ἐμμονές μας;

Λεξιλόγιο
Τσουράπ᾿ (τὸ)= πλεκτὴ κάλτσα, συνήθως μὲ νῆμα μάλινο καμωμένο ἀπὸ μαλλὶ προβάτου
Πέκλια (τὰ)=κατηγόριες, διαβολές.
   

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

«Την αναφορά σου στον Μαίτηλα»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ο σάλος, που -καλώς ή κακώς- έχει πρόσφατα προκύψει στο νησί μας, μετά την τοποθέτηση των τριών αγαλμάτων, του Ουζακώφ, αυτού προς τιμήν του Βεζάλ και του άλλου του Κομφούκιου, σε διάφορα σημεία της πόλης μας, δεν είναι ούτε ο πρώτος, αλλά ούτε και ο μοναδικός. Αντίθετα, υπάρχει παράδοση και σ’ αυτόν τον τομέα κι οι στάτουες από παλιά κινούσαν το ενδιαφέρον των συμπατριωτών μας, την αντίδρασή τους, ως επίσης και την αφορμή για την έμπνευση και συγγραφή σατιρικών ποιημάτων.
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα, γνωστό σε όλους τους παλιότερους, αλλά και σε όσους, έστω και ερασιτεχνικά, ασχολούνται με την ιστορία του τόπου μας, η προτομή του Άγγλου Αρμοστή Θωμά Μαίτλανδ, η οποία επί Προστασίας είχε τοποθετηθεί μπροστά από την ιστορική εκκλησία των Αγίων Πάντων κι αναμφίβολα είχε προκαλέσει κι αυτή σεισμό.
   Κι εδώ κυριολεκτούμε. Τα εγκαίνια του αγάλματος του Αρμοστή είχαν συνδυασθεί με την λιτανεία του Αγίου μας. Η χάρη του, όμως, μη θέλοντας αυτόν τον εξευτελισμό, έκανε την μέρα εκείνη να επισκεφθεί  και πάλι το νησί ο εγκέλαδος κι όλα ν’ αναβληθούν. Το εξ ουρανού αυτό σημάδι μάλιστα συνοδεύθηκε από ισχυρή πτώση χαλαζιού κι έτσι το κάζο (γιατί αληθινά περί κάζου επρόκειτο) αναβλήθηκε.
   Μα τα φαιδρά γεγονότα δεν σταμάτησαν εκεί. Οι Ζακυνθινοί, φιλοπαίγμονες πάντοτε και δηκτικοί, έβγαλαν σουσούμι στον χάλκινο αυτό μπούστο και τον ονόμασαν «Μώρο». Ακόμα και τα μικρά παιδιά ακολουθούσαν την πατροπαράδοτη αυτή γραμμή και παίζοντας, απέδιδαν δικαιοσύνη. Το παιγνίδι αυτό, που συνεχίστηκε και μετά το τέλος της Προστασίας, μια και ο Μαίτηλας, έτσι τον έλεγαν οι Τζαντιώτες, έμεινε στη θέση του ως την Ιταλικά Κατοχή, που έγινε… τζετζερέδια, παίζονταν ως εξής: Το ένα παιδί ρωτούσε το άλλο: «Επήγες στο Φόρο;», την πάνω πλατεία, δηλαδή. Το άλλο, όπως ήταν φυσικό, μια και ο Άγιος Μάρκος ήταν το επίκεντρο της καθημερινότητας, απαντούσε: «Ναι». Και ο διάλογος συνεχιζόταν: «Είδες το Μώρο;». «Ναι!». «Τον εφοβήθηκες;». «Όχι!». Κι ο πρώτος, τότε, έκανε ένα ξαφνικό κι απότομο «Μπουμ», για να φοβίσει τον συμπαίχτη του.
   Μα ο «Μώρος» δεν έσκιαζε μόνο τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους. Έδινε, μάλιστα, και σ’ αυτούς αφορμή για σάτιρα και περίπαιγμα. Ο Άγγελος Καντούνης, δε, έγραψε κι ένα ποίημα, συνέχεια της μακραίωνης σατιρικής μας παράδοσης, σε μορφή αινίγματος, στο οποίο αποθανάτιζε τις αντιδράσεις των Ζακυνθινών για το ξενόφερτο άγαλμα:

Είμαι μία στάτουα γέρικη
γεμάτη απ’ αλυσίδες
οπού στον τόπο μ’ έβαλαν
για τις χρυσές ελπίδες.
Μώρο με κράζουν τα παιδιά
που οι βάγιες μου σουρώνουν
κι’ οι Λόρδοι κι οι Πυργιώτισσες
πολύ με καμαρώνουν.
Όλα τους τα παράπονα
οι αδύνατοι μου λένε
μα βλέποντας σκουρκοφωλιές
στ’ αυτιά μου, φεύγουν, κλαίνε.
Μα γνοιάστηκαν κι’ ευρέθηκα
συνθηκοασφαλισμένος
αλλιώς κλεμμένος θάμουνα
και τζέτζερα φτιασμένος.

   Πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε, αναλύοντας αυτό το στιχούργημα, αν είχαμε το χώρο. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν κι έτσι αρκούμαστε στην γνωστή φράση, όπου αποθανατίζει και λέγεται ακόμα από πολλούς: «Κάμε την αναφορά σου [ή τα παράπονά σου] στο Μαίτηλα». Γιατί συχνά είναι πιο εύκολο να σε ακούσουν και να σε καταλάβουν τα άψυχα αγάλματα, παρά οι αρμόδιοι!
  Είναι που όλα επαναλαμβάνονται και δυστυχώς όχι μόνο στις προτομές και τους ανδριάντες. Έτσι μπορεί ο «Μαίτηλας» να έγινε σήμερα «Ουζακώφ» ή «Κομφούκιος», αλλά είναι προτιμότερο να κάνεις στις στάτουές τους την αναφορά σου, παρά στους κυβερνώντες.
   Αλλά, ευτυχώς, μας σώζει η σάτιρα. Σ’ αυτήν, τουλάχιστον, παραμένουμε σταθεροί ως Ζακύνθιοι.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ (ποίημα)


Χρήστου Β. Χειμώνα, Μνημόσυνο

Ἀκόμα ἀχνίζουν οἱ πέτρες
θυμιατήρια ἐνιαυτῶν
ἀνυπόμονοι δεῖχτες
προτάσεις Θεοῦ.

Λησμονημένα ὀνόματα
κατάστιχα, ἀντίλαλοι καιρῶν
πάγχρυσα ἐπεισόδια
καστρινὰ δικαιώματα.

Χρυσάνθεμα ὥριμα,
κυδώνια χλωμά,
πεμπτουσία χρόνων
συνεργασία θεανθρώπινη.

Στὸν ἀπογευματινό τους περίπατο
οἱ δυὸ Ἀλέξανδροι
συζητοῦν γιὰ τὸν καιρό...

Ἀνάβουν τὶς λάμπες τους οἱ καφενέδες.

[Σκιάθος, 14-10-2014]

Related Posts with Thumbnails