© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Μικρή εναρκτήρια πλεύση, εν μέρει νυκτερινή, Adagio ma non troppo [19, 20, 21 Σεπτεμβρίου 2014, Άλιμος-Αίγινα-Άλιμος]

Γράφει η Πηνελόπη Παπαϊωάννου
 
Πλαγιοδρομία με 3 μποφόρ και ταχύτητα πλεύσης 6 κόμβων,  Sun Odyssey 1993, 10m, 2m καρίνα
Το αίτημα του θηλυκού νεοσσού της οικογένειας για μία ευκαιρία εγκαινίων της καραβοκυραίικης σταδιοδρομίας του έμενε ανεπίδοτο και επαναλαμβανόταν ανυπόμονο ήδη από την ημερομηνία απόκτησης του ανάλογου ερασιτεχνικού διπλώματος. Η περυσινή απόπειρα για αυτά τα εγκαίνια επιβεβαίωσε τις μητρικές επιφυλάξεις (οι οποίες είχαν ωστόσο καταχωριστεί από τη νεόκοπη θαλασσολέαινα στον φάκελο με τις μαμαδίστικες τερατολογίες) και απλώς ενίσχυσε τη φλόγα της για κατάκτηση των πέντε θαλασσών.
Η δικαίωση αυτή δεν συνοδεύτηκε από πανηγυρισμούς, αλλά μάλλον από αυτοσαρκαστική διαχείρισή της ως δείκτη σοφίας ανεπιθύμητης,  επειδή την έφερε ο χρόνος κλέβοντας την αλλοτινή παρρησία, τη φουσκωμένη από αέρα επιτυχίας και την εδραιωμένη στην εκτίμηση των προθέσεων και των ικανοτήτων, τις οποίες όμως ο πανδαμάτωρ απέδειξε χαιρέκακα ότι είναι ανεπαρκείς. Γι’ αυτό δεν επιχαίρω με τέτοιες επιβεβαιώσεις, είναι στυφή και άδωρη αυτή σοφία, φέρνει κατανόηση για τα φαουστικά παζάρια. Ωστόσο, είχα να λογαριαστώ με τις ακλόνητες γενικεύσεις της νεαρής θαλασσοκράτειρας που έμεινε σταθερή στο ιερό πείσμα να δοκιμάσει την αξία της ναυτοσύνης της.
Η απόφαση να αρματώσουμε βαρκούλα ελήφθη υπό πίεση, την οποία φαινόταν να δημιουργούν οι αντικειμενικές συγκυρίες, ερχόταν όμως από το βάθος των χρόνων, από την εποχή της πρώτης ευχής να καταπλεύσω και εγώ κάποτε με σκαρί θαλασσινό στην παραδείσια μαρίνα, εκεί, στη διατηρητέα προκυμαία, φάτσα κάρτα στο Αιάκειον με τους κοσμικούς θαμώνες. Σε ποιον κάνω τώρα το χατίρι, στην επίμονη θυγατέρα ή στην μνησιπήμονα εφηβική μου ευχή; Φαίνεται ότι ο χρόνος δεν πειράζει τα σύνεργα της πρώτης μαγείας, τα αφήνει εκεί δίπλα, φροντίζοντας να μειώνει τις ευκαιρίες και τις υποκειμενικές δυνάμεις, έτσι για να σιγοκαίει ο καημός του ανεκπλήρωτου. 
²
Ας σαλπάρουμε, λοιπόν. Πάμε μια βόλτα με το κότερο αφού το ’χουμε, να τρομοκρατήσουμε τον σαδιστή και κλέφτη χρόνο, παρά την οικονομική συνθήκη και τους χρονικούς περιορισμούς, πριν μικρύνει και άλλο η μέρα και χαλάσει ο καιρός. Ας αποκαλύψουν, λοιπόν, οι ντουλάπες τις μαρινιέρες και τα μοκασίνια, ας πακεταριστούν οι ξηρές τροφές, ας τσεκαριστεί η λίστα με τα χρειαζούμενα, σαν τη Μαίρη Πόπινς σε νέα επεισόδια.
Κάπως ανεπαίσθητα βρεθήκαμε στην μαρίνα του απόπλου, σαν νησίδα στον χωρόχρονο με όλα τα προβλήματα σε απόσταση ασφαλείας, σαν ευλογία ιδιωτικού θεού, σαν απόδραση από το ΔΕΝ και το ΑΔΥΝΑΤΟΝ, σαν να παίρνει εκδίκηση ένα όνειρο σε μικρό δράμα φυγής.
Ο απόπλους κατέληξε να μην περιλαμβάνει τον πατριάρχη της οικογένειας λόγω έκτακτης υποχρέωσης και με την υπόσχεση να μας βρει την επομένη στο νησί. Χωρίς όμως κενό στην ιεραρχία, η πειθαρχία των κινήσεων στο ναυλωμένο σκάφος δεν χρειάστηκε έρευνα, υπαγορεύθηκε αυτόματα από τη συνθήκη, δύο σκίπερ και δύο στο πλήρωμα, τα πόστα προφανή. Τιμόνι η καπετάνισσα, άγκυρα και πανιά το καπετανόπουλο της καρδιάς της, μπαλόνια, συντεταγμένες και βυθόμετρο ο μικρός μας και η αφεντιά μου στην υπηρεσία κάθε παραγγέλματος και ενδεχόμενου, με την αθεράπευτη ματιά στη θαλάσσια κυκλοφορία και τις γειτονικές πλεύσεις.
²
Όλα είναι αλλιώς στη θάλασσα. Κανονική επικράτεια το σκάφος, με κυβέρνηση και νόμους που δεν ξέρουν από στεριανή δημοκρατία. Οι επιταγές των φυσικών στοιχείων με εκείνη την αστάθμητη όψη τους, ανεβάζουν την εγρήγορση σε βαθμό καχυποψίας, σταθερά προστιθέμενης στις προβλεπόμενες κινήσεις και μετρήσεις. Από το πρώτο μίλι διαλύθηκε εκείνη η παλαβή χαρά που μού έδινε παιδιόθεν η ΙΔΕΑ του θαλασσινού ταξιδιού, αλλά και η χωροταξία του σκάφους με την εξάρτυση, το λεξιλόγιο και όλο το γλωσσικό ιδίωμα της πλεύσης, και εγκαταστάθηκε η περίσκεψη σε βαθμό συναγερμού, καθώς αναδύθηκαν οι ανησυχίες για την απειρία των νεοσσών, το αξιόπλοο του σκάφους, την έντονη κυκλοφορία στον δίαυλο του Σαρωνικού, τη νύχτα που ερχόταν και, κυρίως, για ό,τι δεν γνώριζα.
Τα φαινόμενα δεν ενίσχυαν την εγρήγορση, ο έλεγχος έδειχνε να είναι σύμμετρος με τις εκτιμήσεις, ο άνεμος φίλος και αδελφός, πλαγιοδρόμησε το σκαρί, ανέβασε την ταχύτητα στους έξι κόμβους για περίπου το μεσαίο τρίτο της πλεύσης. Το υψηλό φρόνημα του κυβερνητικού ζεύγους ελάφρυνε το βάρος της περίσκεψης και με έφερε σε ταλάντωση ανάμεσα στην ανησυχία και το παιχνίδι, μέχρι να προσπεράσει το πελώριο τάνκερ, να φύγουν τα απόνερα του οχηματαγωγού και μετά του ψαροκάικου που παρέλασε σχεδόν ξυστά και τρελούτσικα, να διαγνώσουμε την ηχητική ένδειξη από τον πίνακα στη θέση του καπετάνιου, τα σήματα του ασύρματου, να σταθεροποιηθούν τα σύνεργα στο κούνημα για να βρίσκουμε στίγμα.
Τα φώτα που άναψαν στον αγαπημένο προορισμό τροφοδότησαν την αδημονία για την ώρα του κατάπλου και ξύπνησαν την έγνοια για τους φάρους και τις αποστάσεις, αφήνοντας το ηλιοβασίλεμα σχεδόν απαρατήρητο. Η μείωση του φωτός της ημέρας συντονίστηκε με την πτώση του ανέμου, τα πανιά παρέδωσαν τελετουργικά τη θέση τους στη μηχανή και το σκάφος στη χορογραφία του νερού.
Η νυχτερινή ανάγνωση του αιγινήτικου τοπίου πρόβαλε αντιστάσεις, αυτή η γλώσσα δεν  είναι η γνωστή. Η χαϊδεμένη του βλέμματος ακτογραμμή, τα χρώματα του νερού, το ανάγλυφο της ξηράς, τα κτίσματα, όλα τα γνώριμα σήματα της ημέρας χάθηκαν στο σκοτάδι, που έπρεπε τώρα να χαρτογραφηθεί με τα ακατανόητα φώτα και φωτάκια. Οι νεαροί κυβερνήτες, εφαρμόζοντας τις διδαχές, αναζήτησαν στις γραφές της ναυσιπλοϊκής Βίβλου[1] τους τοπικούς κώδικες: να ’τος ο φάρος, αλλά γιατί ο κύκλος του αποκλίνει κατά 5΄΄ από την πρόβλεψη; Μετά από διαδοχικές μετρήσεις και συντεταγμένες, η σύσκεψη πληρώματος απεφάνθη ότι και οι γραφές πέφτουν έξω, δεν υπάρχουν θέσφατα, εμείς καλά πάμε, ο πορτολάνος αρμενίζει στραβά. Σκέψου όμως να ήταν όλα γύρω άγνωστα και να χανόμαστε για 5’’ μέσα στη νύχτα και τις κοντινές αφανείς νησίδες και ακτές...
Όσο μειωνόταν ο αριθμός του βυθόμετρου, το πλήρωμα έπαιρνε θέση κατάπλου. Αλλά ... πού είναι η είσοδος του λιμανιού;
²
Στο νησί κορυφωνόταν το Φιστίκι Φεστ του Σαββατόβραδου. Δίπλα στις εισόδους μαρίνας και λιμανιού, προβολείς καταύγαζαν την πίστα με τον κυκλωτικό χορό και τα δέοντα ντεσιμπέλ, σκοτεινιάζοντας τη ρότα του κατάπλου και εμποδίζοντας τις φωνές μας, δεν φαίνεται μόνο στη φουρτούνα ο καπετάνιος. Το πλήρωμα γνωμοδότησε ότι τόση ώρα πριν αντιλαμβανόμαστε το κόκκινο και το πράσινο της εισόδου υπό άλλη γωνία λόγω του σκότους, επιστρατεύτηκε λοιπόν ο λογικός υπολογισμός να αποκαταστήσει την οπτική απάτη. Μας τα έχουν πει, τόσους αιώνες τώρα, για τον νου που ορά και ακούει. Προσοχή στον φανό δεξιά, σήμανση ξέρας, μα πώς ξεφύτρωσαν τόσες δυσκολίες, αλλιώς έβλεπα την Αίγινα από το Φέρρυ μποτ στο φως του Θεού.
Η πληροφορία που μου χαρίστηκε πριν τον απόπλου σχετικά με την υπερπληρότητα της μαρίνας ήταν τόσο ακριβής, ώστε η θυγατέρα – καπετάν Ατρόμητος κατέληξε να βγαίνει οπισθοπορευόμενη, τιμονεύοντας περίφροντις με αντίπαλα τα βράχια του βραχίονα, αόρατα στα εκτός προβολέων και φακού σημεία, με τον προειδοποιητικό ήχο του βυθόμετρου να υποδαυλίζει το ζόρι, και την πυκνή κυκλοφορία από παντοειδή σκάφη, άλλα αθόρυβα και άλλα με τη μηχανή στο ρελαντί, -ένα ηχητικά αδιαφοροποίητο, οπτικά ασαφές και πολλαπλά επικίνδυνο σκηνικό. Ας αράξουμε τέλος πάντων στη ράδα. Εμείς και άλλα έντεκα σκάφη. Φούντο με βυθό στα τρία μέτρα, κατά τα άλλα σαν τους τυφλούς στον Άδη. Γιατί έλεγε αυτό το παιδί ότι η νυχτερινή πλεύση είναι πιο ασφαλής; Να θυμηθώ να ρωτήσω άλλη ώρα.
Πρώτος απολογισμός τα μεσάνυχτα, τέσσερις ώρες πλεύσης για δεκαεπτά μίλια, μιάμιση ώρα γύρω από το λιμάνι. Το μέτρο για τα νούμερα της έντασης ήταν ένας ύπνος που με σώριασε στην καμπίνα και δεν μου επέτρεψε παρά δυόμιση ώρες αργότερα να ξανασυνδεθώ με τα τεκταινόμενα. Όλη αυτή την ώρα τα σκιπεράκια μου μετρούσαν τις συντεταγμένες και το γύρισμα του καιρού στην προσπάθεια να διαγνώσουν αν ξεσέρνουμε και κινδυνεύουμε να πέσουμε στην ξέρα. Η ετυμηγορία έκρινε τη συνθήκη ένοχη λόγω αμφιβολιών, με αποτέλεσμα οι κατακτητές του Σαρωνικού να σηκώσουν και να ξαναρίξουν άγκυρα τέτοια ώρα, ίσως κατά το λοιδορούμενο πλην ύπουλο παράδειγμα των δικών μου υπερβολών. Πλησιάζοντας το ξημέρωμα τελείωναν και οι αντοχές, ωστόσο η υπερένταση μάς κράτησε στον ύπνο του λαγού. Πολλαπλασιαζόμενη δε με τη λειτουργία της καμπίνας ως ηχείου στο νερό, έδωσε ένα γινόμενο που μας πέταγε πάνω με κάθε ψαροκάικο σε αξημέρωτο ξεκίνημα και κάθε απόνερο αισθητό σαν σύγκρουση.
²
Παρά την απόλυτη κάλμα και τη περίπου άυπνη νύχτα, η πρωινή μαγεία με τράβηξε έξω σαν μαγνήτης. Άξιζαν όλα για αυτό το πρωί. Το πιο καθησυχαστικό τοπίο του κόσμου, μια πάγκαλη αγκαλιά στην ιδανική ώρα της. Ωραία όπως πάντα, δική μου και πάλι. Αυτή η ώρα, με το ψυχρό πλαϊνό ανατολικό φως, το γνώριμο ρίγος του νερού, χορδισμένου στο ρολόι της ανεπαίσθητης παλίρροιας, δίνει μαλακά επίπεδα, παστέλ χρώματα και υπόκωφους ήχους που θα αλλάξουν λίγο αργότερα με την κίνηση του καιρού, καθώς ζωηρεύει, μεταδίδοντας παντού την έντασή του. Είναι η ώρα που επιστρέφουν οι τελευταίες ψαρόβαρκες, ρολάροντας σαν τηλεκατευθυνόμενα τροχήλατα αθύρματα στην ήρεμη επιφάνεια, με τον ήχο της μηχανής να έρχεται από αλλού αμβλύς, συμβάλλοντας στην ιερουργία. Αυτό το πρελούδιο της ημέρας είναι ευκαιρία κωπηλασίας, ωστόσο η εμπειρία του νησιού γνωρίζει καλύτερα από ιστιοπλοΐα –προς το μεσημέρι έρχεται ο καιρός της, ακόμη δεν έχουν καν εμφανιστεί οι άνθρωποι του Ομίλου.
Ο μυσταγωγικός χαρακτήρας αυτής της ευδαιμονίας πρέπει να βρίσκεται στον συντονισμό των φυσικών στοιχείων σε μία ισορροπία προσωπικού μέτρου που τα φέρνει όλα ίσα με μένα, ήμερα, προβλέψιμα, διαθέσιμα, το νερό, την προκυμαία, τα κάθετα δρομάκια, τα σκάφη, τις ακτές απέναντι, σε βαθμό αδημονίας για τους ανθρώπους -μέχρι να γίνει πλήθουσα η αγορά- και τη φασαρία τους -μέχρι να την οξύνει το γύρισμα του καιρού. Δώρημα τέλειο αυτή η ώρα και από τη θέση της ράδας, τερματίζει αισθήσεις για να την προλάβουν.
²
Με την επιστροφή της έντασης σους ήχους, τα χρώματα και το νερό, δι’ ευχών των αγίων εμφανίζεται και η βιοτική μέριμνα. Η φωνή της καπετάνισσας από την πλωραία καμπίνα παραγγέλλει επικοινωνία με όσους θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εύρεση μιας θέσης στη μαρίνα και τον ήλιο της. Τι  να σου κάνουν όμως οι κινητές συνομιλίες σε τέτοια περίσταση ράθυμου Σαββάτου, στην παράταση του θερινού ρυθμού. Μια απλή καλημέρα ταιριάζει περισσότερο, με συνοδεία ανάλαφρης κουβέντας περί πτώσεως των ανέμων και στενότητος των υδάτων, μήπως αλιεύσω κάποια πληροφορία αξιοποιήσιμη, ενώ παίζουν οι αλγόριθμοι με τις πιθανότητες. Να βγούμε με το «ντίγκι»[2] και το ρίσκο για την τύχη της εξωλέμβιας, να πλαγιοδετήσουμε παρακαλώντας απρόβλεπτους καραβοδεσπότες, να μείνουμε στη ράδα μέχρι να τελειώσουν όλες όλες όλες οι τροφές, να αναθέσουμε στον πατριάρχη μας να ανιχνεύσει την γαλάζια προκυμαία που θα τον φέρει σε λίγο. Γρήγορα εξαντλήθηκε η τράπεζα των πιθανοτήτων, ας μένουν τα μαθηματικά για τους μετεωρολόγους, η ζωή θέλει άλλα κόλπα. Με βάρδιες καραούλι για την  κίνηση στις μπούκες των λιμένων, σηκώνουμε άγκυρα και πλησιάζουμε το πολυπόθητο σώμα με πειρατικές διαθέσεις. Τι καΐκια, τι ταχύπλοα, τι πλοία της γραμμής, ξύπνησαν και τα εκπαιδευτικά, τέτοια αιχμή ούτε στη μεγαλούπολη. Πάνω στον αγωνιώδη μετεωρισμό της τιμονιέρισσας με την πίεση της «κόρνας» από το εξερχόμενο «δελφίνι», εντοπίζει ο πλωραίος κατάσκοπος ελεύθερο ρεμέτζο[3] στη μπούκα της μαρίνας -επιτέλους την ημέρα καταλαβαίνεις πού πατάς και πού πηγαίνεις.
Οι μανούβρες των νεόκοπων ναυτίλων μου έγιναν θέαμα για τα «ψημένα τιμόνια» που ξεμύτισαν στην προβλήτα με διακριτική ανησυχία, συγκαταβατικά υπομειδιάματα και τη δέουσα ετοιμότητα. Δεν δικαιώθηκαν οι ανέκφραστοι φόβοι τους, αντίθετα βρήκαν λόγους να θαυμάσουν τον συνδυασμό της αξιοσύνης με τα ωραία μαλλιά της νεότητος, στα οποία προστίθεται το κοριτσάκι με το σορτσάκι.
²
Να ’μαστε λοιπόν, ελλιμενισμένοι, εν μέσω της φυλής των ιστιοπόρων που βλέπουν άστεα και γνωρίζουν νόες, που είναι του κόσμου και φαίνονται, αλεπούδες στο παζάρι τους εμείς, χωρίς τις αβάντες τους, μόνο με την αγάπη, λίγη τόλμη, και ποιος-ξέρει-πόση αρετή. Πάντως, με τα ψέματα, η εφηβική μου ευχή εκπληρώθηκε, έστω και με τον ρόλο του λοστρόμου υπό τις διαταγές των νεοσσών, έτσι ώστε η περηφάνια (για τους νεοσσούς) να εκτοπίζει τη λύπη (για το ρόλο του λοστρόμου).
Μα τι γίνεται στη μαρίνα των ονείρων μου; Πού πήγε το διάφανο πράσινο νερό με τα ψαράκια; Το ηδύοσμο αραξοβόλι με τους ανυπόδητους ψαράδες που μπάλωναν δίχτυα σώζεται στις αφηγήσεις των προσκυνητών του, αλλά τώρα χρειάζεται άρχοντες Καποδιστριακού διαμετρήματος για να αντισταθμίσουν τις συνέπειες του αύξοντος αριθμού των πλεούμενων και των επιβατών τους.
Πριν αρχίσει η ανίχνευση των πέριξ, το πλήρωμα του χρόνου έφερε την πληρότητα σε κάθε γωνιά της μαρίνας, με αποτέλεσμα τα πληρώματα των μεταμεσημβρινών αφίξεων να πλαγιοδετούν σε κάθε ευκαιρία. Την αγωνιστική διοργάνωση του Σαββατοκύριακου την πληροφορηθήκαμε από τα τέσσερα αθλητικά σκάφη που ήρθαν κι έδεσαν πάνω στο σκαρί μας, πυκνώνοντας το πλήθος της γιορτής του φιστικιού, βάζοντάς μας οριστικά στο κοσμικό παιχνίδι με τις χαιρετούρες και αναδεικνύοντας την αξία της τιμίας πλην πτωχικής πασαρέλας[4] μας, που έδειχνε ακόμη πιο αυτοσχέδια και ασυντήρητη δίπλα στις απαστράπτουσες των γειτόνων.
Η πρώτη απόβαση χρειάστηκε τη ματιά του τουρίστα που περιεργάζεται με θαυμασμούς επιφανείας και δεν τον αφορά η περίσταση, προκειμένου να αποσοβηθούν οι γκρίνιες για ό,τι συνοδεύει τη συσσωρευμένη κίνηση ανθρώπων και υπηρεσιών.
Η βραδινή έξοδος αξιώθηκε το νόημα της συνάντησης με το εμβληματικό ζεύγος των αναδόχων της στερεότητάς μου. Ο νονός και η νονά, γηραιοί και θαλεροί, σε μία ευφρόσυνη ομήγυρη –να βρω τα φυλαχτά μας.
Αυτή η νύχτα μάς κέρασε τον ύπνο της, παρά την υγρή ζέστη και το ποδοβολητό στην κουβέρτα.
²
Το πρωί δεν έφερε τα χθεσινά σα εκ των σων, αλλά έναν αγοραίο ρυπαρό απόπλου, με τη δυνατότητα να εξαργυρώσουμε τη θέση που αφήναμε και τα χέρια που πιασαν το ρεμέτζο να θέλουν απολύμανση. Θα φυλάξω την ευδαίμονα νήσο μου «του απάνω κόσμου» σε ένα ξωκλήσι, την άλλη φορά που θα ’ρθω μυστικά.
Ο επιστρόφιος πλους χωρίς επερχόμενο σκότος και σκοτούρες, με άνεμο ασθενή μεταβλητό, άφηνε καιρό για παιχνίδι. Περιπλεύσατε λοιπόν γενναίοι ναύτες μου τη βόρεια ακτή με γούχα –γι και γούχα -για, βρείτε την κρασοσπηλιά στα ΒΑ, δυναμώστε τη μουσική των Πειρατών της Καραϊβικής, ανεβάστε τη σημαία του τρόμου των θαλασσών, βουτήξτε στην πρύμη με το παλαμάρι του κάβου, δοκιμάστε τη ναυτοσύνη σας με όρτσα[5], πότζα, τακ[6] και πεταλούδα[7]! Όλες αυτές τις πολυτελείς αντιμισθίες τις κέρδισαν πανηγυρικά οι ναυτίλοι μου στην εκκολαπτήρια πλεύση τους, εορτάζοντας την αξιοσύνη και τον νεανικό καιρό τους. Να ζήσουν αυτοί καλά και ’μεις ό,τι προλάβουμε.




[1] Δηλαδή του «πορτολάνου», του βιβλίου με πληροφορίες όπως αναλυτικούς χάρτες και σημάνσεις (π.χ. φάρους, αγκυροβόλια) για τη ναυσιπλοΐα.
[2] Ντίγκι: η φουσκωτή λέμβος του πλοίου με το οποίο το πλήρωμα μπορεί να βγαίνει στην ακτή από τη θέση της ράδας.
[3] Ρεμέτζο: μόνιμο αγκυροβόλιο σε προβλήτα ή και το σκοινί του
[4] Η σκάλα ή η στενή σανίδα από- και επιβίβασης.
[5] Πλήρης ανάπτυξη των πανιών ιστιοφόρου, ώστε να πλέει (ανεβαίνει), όσο πιο αντίθετα στον άνεμο μπορεί (γωνία 45ο). Είναι η πιο εκπληκτική πλεύση, με το σκάφος να γέρνει πολύ (κουπαστάρει), αλλά η ταχύτητα δεν είναι αναλόγως εντυπωσιακή. Όσο πιο πολύ ορτσάρει ένα σκάφος, τόσο περισσότερο χρειάζεται να τεντώνει τα πανιά του, πλησιάζοντας τα στον διαμήκη άξονα του πλοίου.
[6] Αναστροφή (τακ, πότζα) = ορτσάροντας φέρνουμε τον άνεμο από την άλλη πλευρά, δηλαδή η πλεύση από δεξήνεμη γίνεται αριστερήνεμη και αντιστρόφως.
[7] Δεξιοτεχνική πλεύση όταν ο άνεμος έρχεται από την πρύμη, κατά την οποία γεμίζει η μεγίστη (μαΐστρα) και διοχετεύει τον αέρα της στο πλωριό πανί (τζένοα).



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρη Αρβανιτάκη: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ 1797

[Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο Συμπόσιο με θέμα: «Πολιτισμικές εκφράσεις της Επτανησιακής ταυτότητας. 17ος–20ός αι.», στο πλαίσιο των Γιορτών Λόγου και Τέχνης (Λευκάδα, 8-9 Αυγούστου 2014). Αναδημοσιεύεται εδώ από τον διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας ΕΡΜΗΣ, 24/9/2014.]


Τον χειμώνα του 1947, οι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων στη Ζάκυνθο επιχείρησαν να εμποδίσουν την επέκταση του Εμφυλίου στο νησί, αλληλοδεσμευόμενοι για την εμπέδωση ενός κλίματος μετριοπάθειας. Το κείμενο της συμφωνίας το δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στο νεοϊδρυμένο τότε περιοδικό του, συνοδεύοντάς το με ένα σημείωμα στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε: 

Σήμερα η Ζάκυνθος περνά μια κρίση στην οικονομική της ζωή καθώς και στην πνευματική της υπόσταση. […] Δεν γίνεται τίποτε, μα απολύτως τίποτε για την ανόρθωση της Ζακύνθου. Κατάντησε στις μέρες μας να συγκρίνουν το Κατάκολο και τους μωραϊτάδες με το Άνθος της Ανατολής! Εμείς οι ίδιοι κατηγορούμε το σπίτι μας, τεντώνουμε στο άπειρο τις αδυναμίες μας, αυτοκαταδικαζόμαστε, μοιρολατρούμε σαν ομφαλοσκόποι και δίνουμε με τη στάση μας το δικαίωμα στους ανίδεους ξένους μας, που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει Ζάκυνθος, να μας συγκρίνουν με το Κατάκολο! Κι όμως η Ζάκυνθος στάθηκε κάποτε η πνευματική και καλλιτεχνική πρωτεύουσα του νεοελληνισμού! […] Τον καιρό που οι άλλοι ναρκισεύουνται με τους αμανέδες εμείς δίνουμε στο Ρωμέικο έναν Παύλο Καρρέρ κι έναν Πλανύτερο […].

Ίσως μια τέτοια γλώσσα να ηχεί κάπως παράξενα όταν γίνεται αντικείμενο «ακαδημαϊκής» ανάλυσης, αλλά δεν νομίζω ότι ξενίζει όποιον έχει κάποια σχέση με το Ιόνιο: είναι κοινός τόπος. Εκείνο που θέλω σήμερα να εξετάσω είναι τα θεμέλια, οι ιστορικές αιτίες που έκαναν δυνατή μία τέτοια συμπλεγματική θέση περί ανωτερότητας του επτανησιακού κόσμου. Θα επιχειρήσω να μελετήσω ποια είναι η «δυτικότητα» που υπερπροβάλλουν οι Ιόνιοι, πώς αυτή συνδυάστηκε με την προσπάθεια απόδειξης της εθνικότητάς τους, ποιοι μηχανισμοί τη διαιώνισαν και πώς η δυτικότητα από ιστορική πραγματικότητα μετατράπηκε σε ψυχολογική ανάγκη και σύμπλεγμα. Παράλληλα, μελετώντας ποιες εκδοχές της δυτικότητας αποκλείστηκαν από τη συλλογική τοπική συνείδηση και μνήμη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην κομβική στιγμή του 1797, θα προσπαθήσω να δείξω την ταξικότητα και την απόλυτη ιδεολογικοποίηση αυτής της μνήμης.

Η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο εύκολη αν αντί για «ανωτερότητα» χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ιδιαιτερότητα». Πού εδράζεται λοιπόν η ιδιαιτερότητα αυτή; Οι λόγοι είναι πολλοί και είναι επαρκώς γνωστοί στις γενικές τους γραμμές. Θα τους υπενθυμίσω συνοπτικά.

Οπωσδήποτε, είναι η μακρόχρονη πρόσδεση των νησιών στις ιστορικές τύχες του δυτικού κόσμου. Δεν είναι δίχως σημασία ότι στην περίπτωση του Ιονίου οι κυρίαρχοι υπήρξαν πάντοτε «πολιτιστικά ανώτεροι», κάτι που επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο πρόσληψής τους από τους τοπικούς πληθυσμούς. Είναι επιπλέον οι τρόποι «επικοινωνίας» του κυρίαρχου με τον κυριαρχούμενο. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και σχετίζεται με τους βασικούς φορείς αυτής της δυτικότητας. Γιατί αφενός μέσα από την κοινωνική επιβολή και διείσδυση των τοπικών ελίτ και αφετέρου μέσα από τις πολύμορφες επιδράσεις που δέχονταν οι τοπικές κοινωνίες, η διείσδυση του βενετικού στοιχείου, η πραγματική επιβολή του βενετικού «κόσμου» δηλαδή, γινόταν ουσιαστική. Αυτή η επίδραση δεν έχει να κάνει με τη βίωση ανισοτήτων ή αδικιών, δεν έχει να κάνει με την επιθυμία ίσως και ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο, γιατί η επίδραση υπήρξε διαρκέστερη και βαθύτερη. Απόδειξη, ότι επιβίωσε και επιβιώνει πολύν καιρό μετά από την ιστορική εξαφάνιση του βενετικού κόσμου, του πλαισίου και της αιτιακής δηλαδή σχέσης.

Μιλώντας για τους κοινωνικούς φορείς της δυτικότητας και για το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, χρειάζεται να επισημανθεί μία συγκεκριμένη παράμετρος. Εννοώ την απόλυτη κυριαρχία της πόλης επί της υπαίθρου σε όλα τα επίπεδα, βασική παράμετρο της δημιουργίας της πόλης και της αστικής ταυτότητας στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Μέσα στο πλαίσιο που εξασφάλιζε για αιώνες η Κυρίαρχος, η πόλη, μάλιστα η αστικότητα, υπήρξε κεντρικό αίτημα, όχι μόνο γιατί εξασφάλιζε και εμπέδωνε την ανωτερότητα απέναντι της υπαίθρου, αλλά και γιατί αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για τη νομική κατοχύρωση του status της ευγένειας. 

Επιπλέον, το στρώμα των ευγενών και τα πιο ισχυρά τμήματα των εκτός ευγένειας αστών επιβεβαίωναν ακόμα περισσότερο την επιβολή του κυρίαρχου μοντέλου μέσω της θεσμικής υπεροχής, της οικονομικής δύναμης, του κύρους και του μονοπωλίου της μνήμης. Είναι ανάγκη να επιμείνουμε σ’ αυτά για να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η βενετική κυριαρχία, και σε έναν βαθμό και οι επόμενες, δεν παρέμειναν «εξωτερικές», δίχως διάχυσή τους δηλαδή στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών˙ το αντίθετο. Οι επόμενες δυτικές κυριαρχίες στο Ιόνιο, μέχρι την Ένωση, συνέχισαν τη σύνδεση του τόπου με τη Δύση. Βεβαίως, οι όροι ήταν πλέον διαφορετικοί και τα πράγματα περιπλέκονταν καθώς επιβαλλόταν μία νέα ανάγνωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος: το εθνικό ζήτημα.

Η πτώση της Βενετίας προκάλεσε μία μεγάλη, αν και στιγμιαία, κοινωνική έκρηξη, αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε σε μυθοποίηση του βενετικού παρελθόντος (βασική προϋπόθεση του σύνδρομου ανωτερότητας για το οποίο μιλάμε). Για την ώρα, επείγει να παρατηρηθεί ότι η πτώση της Βενετίας και ολόκληρος ο δέκατος ένατος αιώνας χαρακτηρίστηκαν από την επικράτηση του εθνισμού. Οι όροι, όμως, διεκδίκησής του ανέδειξαν και επέτειναν την «ιδιομορφία» του τόπου. Κι αυτό γιατί ο «εθνισμός» των Ιονίων υπήρξε ζήτημα διαμάχης, υπήρξε αίτημα προς κατάκτηση και όχι αυτονόητο. Η ίδια η δυτικότητα αποτέλεσε τώρα πρόβλημα, καθώς αυτή ακριβώς προσέκρουε στο μοντέλο του έθνους που διαμορφωνόταν και στο οποίο οι Ιόνιοι ήθελαν να ενταχθούν. Πολλές εκφάνσεις της πραγματικότητας αναδείκνυαν τη δυσκολία: η διαδομένη ιταλοφωνία των τοπικών ελίτ, η μουσική παράδοση και παιδεία, η ζωγραφική και οι άλλες μορφές τέχνης δεν άρμοζαν στον κανόνα της «ελληνικότητας».

Ήταν επίσης και η μη συμμετοχή στη γενέθλια πράξη του έθνους, στο 1821. Βέβαια, αν το Ιόνιο δεν συμμετείχε ως τόπος στη εθνική επανάσταση, συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό με ανθρώπινο δυναμικό, αλλά επίσης ως διανοητική και πνευματική παρουσία. Η απουσία δημόσιων τόπων-σημάτων επαναστατικής δράσης έγινε προσπάθεια υστερότερα να αντισταθμιστεί με τον αγώνα των Ριζοσπαστών. Όσο όμως κι αν το Ιόνιο εγκολπώθηκε τις αρχές του εθνισμού και επιχείρησε να συναρμοστεί με την εικόνα του έθνους που δημιουργούνταν, οι επτανησιακές κοινωνίες (οπωσδήποτε οι ελίτ τους) είχαν εξαρχής να αντιμετωπίσουν τη ρητή δυσπιστία, κάποτε και την ανοιχτή αμφισβήτηση, του «εθνισμού» τους από την πλευρά εκείνη ακριβώς από την οποία επεδίωκαν την επιδοκιμασία. Με αμυντικό ή με επιθετικό τρόπο οι ιστοριογράφοι του Ιονίου επιχείρησαν να αποδείξουν την ελληνικότητα των τόπων και των πληθυσμών, ελληνικότητα που έβρισκαν να κρύβεται πίσω από τα δυτικής επιρροής επιφαινόμενα.

Στην κρίσιμη στιγμή της ελληνικής συνειδητοποίησης του Ιονίου, η δυτικότητα αποτέλεσε ένα κρίσιμο ζήτημα πολεμικής και εντός των τοπικών κοινωνιών, καθώς από ένα μέρος των διανοουμένων τέθηκε σε αμφισβήτηση το βενετικό παρελθόν και οι κύριοι εκφραστές του, οι ευγενείς. Η ισχυρή κριτική του Κωνσταντίνου Λομβάρδου εκφράζει αυτό ακριβώς το κλίμα. Ο Λομβάρδος επιχείρησε να διατυπώσει τη γενεαλογία όχι τόσο της εθνικής ιδέας όσο του φορέα της: δηλαδή του λαού. Αν στον τελευταίον αυτόν αναγνώριζε τον θεματοφύλακα της εθνικής ιδέας, στους ευγενείς έβλεπε τους εχθρούς της, εφόσον γι’ αυτόν η εθνική ιδέα γεννήθηκε από την πάλη του «λαού» όχι μόνο με τους «ξένους» αλλά και με τους ευγενείς. Οι ευγενείς όμως, μέρος των οποίων είχε, αν μη τι άλλο, να επιδείξει συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες (και στην ελληνική επανάσταση) αντέδρασαν και στις κατηγορίες του Λομβάρδου και στις ομόλογες κατηγορίες και τους αποκλεισμούς που έρχονταν από την ελληνική λογιοσύνη (Σάθας, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβής κ.ά.). Διεκδίκησαν ένα «ελληνικό παρελθόν» της ιόνιας ευγένειας, υπερακοντίζοντας σε εθνισμό τους κατηγόρους τους και θέτοντας το ζήτημα στη βάση της συμμετοχής των ευγενών στη διατήρηση του πολιτισμού, άσχετα με το όργανο έκφρασής τους, τη γλώσσα δηλαδή. Αυτή, η «ελληνοποίηση» του παρελθόντος της ευγένειας υπήρξε έργο πολλών, κυρίως του Λαυρέντιου Βροκίνη και του Ιωάννη Ρωμανού. 

Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν χωράει αμφιβολία ότι η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιονίων (ή έστω της έκφρασής της), αλλά και οι δυσχέρειες του κάθε φορά παρόντος, οδηγούσαν, οπωσδήποτε τους ευγενείς αλλά όχι μόνο, σε μια μυθοποίηση του παρελθόντος. Για παράδειγμα, το 1819, οι χωρικοί της Λευκάδας, απολογούμενοι για την εξέγερσή τους, επικαλούνταν το «δίκαιο κράτος» της Βενετίας. Λίγα χρόνια μετά, επί ελληνικού κράτους, τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του τέλους του αιώνα, την αίσθηση αδικίας, υποκινημένη οπωσδήποτε από τη συμπεριφορά των ελλήνων κρατικών λειτουργών αλλά και από τα παραδοσιακά τοπικά εξουσιαστικά συμφέροντα, θα οδηγούσαν σε μία σαφή αίσθηση «διάψευσης», άρα και καταφυγή στο μυθοποιημένο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτό το πολύπλοκο αίσθημα που εξέφρασε εξαιρετικά ο Γιάννης Τσακασιάνος.

Η μυθοποίηση που φέρνει ο χρόνος˙ οι δυσχέρειες του παρόντος˙ η παραμονή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας των παραδοσιακών ευγενών και των συμμάχων-ανταγωνιστών τους (των εύπορων αστών): είναι οι κύριοι λόγοι του υπερτονισμού της δυτικότητας, σε συνδυασμό πλέον με τη διαρκή και δυναμική διεκδίκηση της εθνικότητας. 

Πώς, όμως, έγινε κατορθωτό να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οι ευγενείς την καταλυτική κριτική, να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και να διαχύσουν στην κοινωνία το δικό τους μοντέλο «δυτικής μνήμης»; Έχω τη θέση ότι αυτό επετεύχθη λόγω της ιδιαίτερης πρόσληψης του εθνικού ζητήματος και μάλιστα λόγω της εξαρχής υπαγωγής του κοινωνικού στο εθνικό: λόγω του επικαθορισμού δηλαδή του πρώτου από το δεύτερο. Αυτή η ερμηνεία θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε επιπλέον την επιλεκτική μνήμη της δυτικότητας και άρα τους αποκλεισμούς, τις «σκοτεινές στιγμές» του δυτικού παρελθόντος των νησιών. Σε αυτό θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.

Όχι μόνο στο Ιόνιο, αλλά στη συνολική εμπειρία του ελληνικού Διαφωτισμού, η κοινωνική κριτική δεν υπήρξε αυτόνομο ζητούμενο. Εξ ου και η πρόσληψη των προεπαναστατικών κοινωνικών αγώνων και η εγγραφή τους στην προβληματική του Διαφωτισμού είναι συζητήσιμη: αυτή έγινε κυρίως μέσα από την νοηματοδότησή τους ως αγώνων εθνικών, σε συνάρτηση δηλαδή με το αίτημα της εθνικής αποκατάστασης. 

Στο Ιόνιο, ίσως λόγω της πιο σκληρής «ταξικής διαστρωμάτωσης», ίσως λόγω της αμεσότερης σχέσης με τα τεκταινόμενα στη Δύση, ίσως όμως και λόγω της ύπαρξης μίας εντόπιας, ευάριθμης βέβαια, αφυπνισμένης διανόησης, συνδεδεμένης με την κοινωνική πραγματικότητα και όχι εξωτερική, όπως σε έναν βαθμό συνέβη στην υπόλοιπη ελληνική εμπειρία, η κοινωνική κριτική –έστω για μία στιγμή μόνο– έθεσε ως στόχο της την υπονόμευση της κοινωνικής ιεραρχίας και της ομόλογης ιδεολογίας: της ευγένειας δηλαδή. Αναφέρομαι στην πολύ γνωστή περίπτωση του Βασιλικού του Αντωνίου Μάτεση, παιδιού του διαφωτιστικού πνεύματος, αλλά κυρίως στη λιγότερο γνωστή και απολεσμένη κωμωδία του Σαβόγια Ρούσμελη Οι Μοραΐται.

Αυτή η αυτονόμηση, έστω στιγμιαία, του κοινωνικού απέναντι στο εθνικό, ίσως λόγω και της καχεξίας των φορέων της, μάλλον όμως λόγω της «επιτάχυνσης» και της νέας νοηματοδότησης που παρατηρήθηκε στα τέλη του αιώνα, δεν πρόλαβε να μορφοποιηθεί, να οργανωθεί και να παράξει καρπούς. Η ιστορική στιγμή οδηγούσε, και όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, στην άνοδο του εθνικού: αυτό έγινε το κυρίαρχο ζήτημα και όλα τα άλλα περιφερειακά. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η κριτική απέναντι στην κοινωνική δομή έπαψε να έχει ως στόχο την ανατροπή της (άρα το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης) και συνδέθηκε με τον βαθμό της «ελληνικότητας» των φορέων της (άρα το αίτημα της εθνικής ελευθερίας). Αυτό έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση, καθώς στον βαθμό που υποχωρούσε η κοινωνική κριτική, υποχωρούσε παράλληλα, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, και η κριτική του παρελθόντος και του παρόντος των ευγενών, που επιβίωναν όχι μόνον ως «πραγματικότητα» αλλά και ως μύθος. Ο ίδιος ο Λομβάρδος που, καθώς είδαμε, εξόριζε τους ευγενείς από τη διαδικασία της εθνικής συνειδητοποίησης και των εθνικών αγώνων, ήταν ο κύριος εκφραστής της επιβολής του εθνικού και του παραγκωνισμού του κοινωνικού από τον πολιτικό αγώνα. Η σκληρή σύγκρουσή του με τους Ριζοσπάστες του Ιωσήφ Μομφερράτου, στα μισά του κρίσιμου αιώνα, έγινε ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η μικρή κοινωνική εμβέλεια των ματσινιανών ιδεών του Μομφερράτου και η καθαρή ήττα του στο πολιτικό επίπεδο μπορούν να εξηγηθούν μέσα στον πυρετό του εθνισμού, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δείκτης καλός για το ζητούμενό μας.

Έτσι, λοιπόν, ακόμα και στα νησιά, όπου η πραγματικότητα θα μπορούσε να συντελέσει στην όξυνση της κοινωνικής κριτικής, η επικαθορίζουσα πραγματικότητα του εθνικού ορίζοντα νοηματοδότησε αλλιώς τα πράγματα, επιτρέποντας στον βασικό φορέα μιας απόλυτα ιδεολογικοποιημένης δυτικότητας όχι μόνο να διατηρηθεί στο προσκήνιο αλλά επιπλέον να «καθαρθεί», να διαχύσει και να επιβάλει τους κώδικές του. Η κομβική στιγμή υπήρξε η Ελληνική επανάσταση. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα σημαντικό τμήμα των ευγενών οικογενειών συνδέθηκε με την επανάσταση και προσέφερε υπηρεσίες σημαντικές. Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορούσε να «καθαρθεί» η ευγένεια; Με την αποσύνδεσή της από το παρελθόν της και με τη συμμετοχή της στην επανάσταση, τη σύνδεσή της με το νέο, το εθνικό περιβάλλον. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, στη φιλολογία και στον δημόσιο λόγο της εποχής, παρατηρήθηκε μία άλλη ομόλογη μετατόπιση: η μεταμόρφωση του λαού σε έθνος, άρα η πρόσληψη του κοινωνικού με τους όρους του εθνικού και κατά συνέπεια η συσκότιση των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οπτικής είναι το έργο του Βαλαωρίτη, μάλιστα ο «Φωτεινός».

Έτσι, η κοινωνική κριτική ανακόπηκε γρήγορα, οι κοινωνικοί αγώνες δεν ευοδώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο και το κοινωνικό οικοδόμημα απέφυγε τους θανατηφόρους κλυδωνισμούς. Όταν ξαναεμφανίστηκε στο Ιόνιο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, φωτισμένη από τις αρχές του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού και εκφρασμένη από τη μαεστρία ενός μάρτυρα της ίδιας του της τάξης, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αυτό αναδείχτηκε. Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους σκιαγράφησαν εναργώς αυτήν ακριβώς την επιβιωτική κυριαρχία των ευγενών, ακόμα και μέσα στην παρακμή τους, μέσα από την εκ μέρους των αστών υιοθέτηση των βασικών τους κωδίκων, μέσα από τη λεηλάτηση του κύρους αυτής ακριβώς της παρηκμασμένης τάξης. Η οικονομικά παρακμάζουσα, αλλά ιδεολογικά και νοοτροπικά ισχυρή τάξη των ευγενών ήταν διαρκώς παρούσα όταν επρόκειτο να υπερασπιστεί τη μυθολογία της. Αυτό έκανε για παράδειγμα όχι μόνο ελέγχοντας, στον βαθμό που μπορούσε, τη διάθεση και τη δημοσιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, αλλά και καταπολεμώντας ερμηνείες που μπορούσαν να υπονομεύσουν την ιστορία της.

Την ίδια ακριβώς αιτία βρίσκω και πίσω από τη σιωπή γύρω από το 1797 στην τοπική ιστοριογραφία, αλλά και στην τοπική συνείδηση και μνήμη. Η μελέτη της ειδικής αυτής περίπτωσης μπορεί να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ειδικού προσανατολισμού δυτικότητα που επιβίωσε στο Ιόνιο, αλλά και την καταγωγή και τους τρόπους διαμόρφωσής της. Η διετία 1797-1799 «εξορίστηκε» από την τοπική μνήμη. Γιατί, όμως; Γιατί η κρισιμότατη αυτή στιγμή δεν εγγράφηκε στα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν τη δυτική ιδιοπροσωπία του χώρου, άρα και την αίσθηση «ανωτερότητάς» του; Γιατί αυτή η μνήμη ήταν κοινωνικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά χρωματισμένη.

Αν η μυθοποίηση του δυτικού παρελθόντος των νησιών στηρίχτηκε στους λόγους που αναφέρθηκαν, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον λόγο της σιωπής: το 1797-1799 υπήρξε η μοναδική στιγμή κατά την οποία κινδύνεψε πραγματικά το κοσμοείδωλο, η μυθολογία, το κύρος και η εξουσία των κυρίαρχων στρωμάτων. Ακόμα περισσότερο, επειδή η ιστορική εκείνη στιγμή εξέφρασε μία από τις πλέον κρίσιμες τομές του ελληνικού κόσμου στην πορεία του προς τη νεωτερικότητα: την πορεία από την κατάσταση του «υπηκόου» (suddito) σε εκείνη του «πολίτη» (cittadino). Και αυτό, όχι μόνο ως θεωρητικός προβληματισμός, αλλά ως δοκιμασία επί του πραγματικού. Αυτή υπήρξε, με όλη τη δυναμική της ρήξης και τη βιαιότητα της φοράς των πραγμάτων, η μόνη περίπτωση στον ελληνικό χώρο πριν από την κομβική στιγμή της εθνικής μας επανάστασης. Οι Γάλλοι, λοιπόν, και οι έλληνες οπαδοί τους επιχείρησαν να μεταμορφώσουν την κοινωνία, να μεταμορφώσουν το άτομο. Επρόκειτο πραγματικά για μία «αγωγή του πολίτου». Όπως είναι αυτονόητο, αυτό άλλαζε την οπτική της ιστορίας: άσχετα από τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας, αυτό δεν ήταν καθόλου δευτερεύον χαρακτηριστικό της διετίας εκείνης. Ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο του παρελθόντος και τους φορείς του. Η σύγκρουση δεν ήταν καθόλου μικρότερη από το επίδικο ζήτημα της ηγεμονίας και της εξουσίας.

Οι θιασώτες των Γαλλικών ιδεών στην πλειονότητά τους προώθησαν την εθνική ιδέα, συνδυασμένη όμως με τις δημοκρατικές ιδέες που έρχονταν από τη Γαλλική επανάσταση. Ο λόγος τους στράφηκε το δίχως άλλο εναντίον του παλαιού καθεστώτος, εναντίον της τυραννίας και άρα εναντίον των τοπικών του εκφράσεων. Ξεφυλλίζοντας τους λόγους των μελών της Πατριωτικής Εταιρείας δεν μας μένει καμία αμφιβολία ότι το κεντρικό ζητούμενο ήταν, πέρα από τα αυτονόητα εγκωμιαστικά σχόλια για τη Γαλλία, η υπεράσπιση της Δημοκρατίας, της «αρετής» και των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων.

Η σύνδεση του εθνικού με το κοινωνικό, άρα η διεκδίκηση ανατροπής της κοινωνικής πυραμίδας ως συγκεκριμένη νοηματοδότηση της έννοιας του έθνους αλλά και της προοπτικής της εθνικής απελευθέρωσης υπήρξε το ρήγμα, η σύγκρουση η οποία δεν έληξε με την αποχώρηση των Γάλλων. Όταν με την εκδίωξή τους, ο κερκυραίος ευγενής Αντώνιος Ροδόσταμος έγραφε τη λυτρωτική φράση «Finì dopo venti mesi il Governo Democratico» δεν χαιρόταν μόνο για την αποχώρηση των Γάλλων, αλλά και για την επούλωση του αισθήματος της κοινωνικής ρήξης, για την αναστροφή του χρόνου και την έναρξη της επανεπιβεβαίωσης της κυριαρχίας (οικονομικής και ιδεολογικής) των παραδοσιακών στρωμάτων. 

Μετά την απολύτως τραυματική εμπειρία των ετών 1797-1799, μετά τη «γιακωβίνικη στιγμή» του ελληνικού κόσμου, όχι μόνο κυριάρχησε το εθνικό, αλλά και ξεκίνησε μια διαδικασία «εξαφάνισης», ή πάντως υποβιβασμού του 1797 στη συλλογική συνείδηση. Στην πορεία οργάνωσης της μνήμης των νησιών, ενώ η βενετική κυριαρχία μυθοποιούνταν σταδιακά και ισχυροποιούνταν το πιο διαφοροποιητικό στοιχείο της τοπικότητας, το 1797 υποβιβαζόταν σταδιακά, κυρίως λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα που ενείχε. Η τοπική ιστοριογραφία υποτίμησε ή ακόμα και υπονόμευσε αυτό το «πολιτικό» στοιχείο και ενέταξε την πρώτη γαλλική παρουσία στο Ιόνιο στην αλυσίδα των ξένων κυριάρχων, τονίζοντας οπωσδήποτε τη «διάψευση» των λαϊκών ελπίδων και κάποτε τη συμβολή του στην πορεία της εθνικής συνειδητοποίησης. 

Δεν κάνουμε εδώ μια ιστορία του 1797˙ αυτή μένει να γίνει. Εκείνο που έχει σημασία για τη δική μας συζήτηση, για τη συνείδηση της δυτικότητας του Ιονίου και για τη μυθοποίησή της, είναι οι λόγοι της αποσιώπησης της ιστορικής αυτής στιγμής στην τοπική μνήμη και αυτούς προσπαθήσαμε να αναζητήσουμε. Εντοπίσαμε έναν παράγοντα, εκείνον της απόλυτης εχθρότητας των ευγενών και των κοινωνικών τους παρυφών, του ανώτερου στρώματος των αστών δηλαδή. Σ’ αυτόν θα πρέπει να προστεθεί η μάλλον αναιμική σχέση των ευρύτερων μαζών, κυρίως της υπαίθρου, με τις νέες ιδέες. Κι έτσι, η ηγεμονία των παραδοσιακών στρωμάτων, για πολλές δεκαετίες μετά το 1797, συνετέλεσε στη διάχυση της σιωπής και στην επιβολή της «ταξικής» αλήθειας ως «κοινής αλήθειας»: η «τραυματική στιγμή» των στρωμάτων αυτών έγινε η «τραυματική στιγμή» του συνόλου των τοπικών κοινωνιών, που μέσω της μυθοποίησης εύρισκε το αντίσωμά της στην καταφυγή σε ένα αόριστο, «καλό» βενετικό παρελθόν. Το κοινωνικό ηττήθηκε, το νόημα αποψιλώθηκε, το 1797 «λησμονήθηκε». Η τοπική ταυτότητα δεν το ενσωμάτωσε, η δυτικότητα δεν είχε τρόπο να το αφομοιώσει – σχεδόν κανένας δεν θέλησε να το οικειοποιηθεί, να το διασώσει.

Χρήσεις του παρελθόντος, λοιπόν. Αρχίσαμε με τα χρόνια του Εμφυλίου και θα κλείσουμε γυρνώντας λίγο πιο πριν, στα χρόνια της Ιταλικής Κατοχής στη Ζάκυνθο, για να σημειώσουμε μία ακόμα χρήση αυτής της δυτικότητας – την πιο ακραία. Η ιταλική προπαγάνδα επιχείρησε μέσω του φασιστικού τύπου την αναζωπύρωση αυτής ακριβώς της μνήμης, βεβαίως ιδιαίτερα της «βενετικής». Άλλοτε τονιζόταν το «οικονομικό θαύμα», ο χαμένος παράδεισος, τα «χρυσά χρόνια» δηλαδή, και άλλοτε η βίαιη αποκοπή των νησιών από τον βενετικό ομφάλιο λώρο, ενώ κάποτε την επίσημη προπαγάνδα των Ιταλών φασιστών ερχόταν να ενισχύσει η συνηγορία ντόπιων, οι οποίοι μέσα στις συνθήκες της «επιστροφής» των Ιταλών, υπερτόνιζαν την «Αγάπη των Επτανησίων στην Ιταλία. Το έθνος που τους χάριζε την μόρφωση, την υγεία, την Ευρώπη». 

Επρόκειτο για μία άλλη χρήση του «δυτικού παρελθόντος» των νησιών, την οποία επέβαλαν οι στόχοι της φασιστικής Ιταλίας αλλά συνέτρεχαν και όσοι από τους νησιώτες –όχι πολλοί– αισθάνθηκαν τις εποχές να γεφυρώνεται. Αυτή τη χρήση του παρελθόντος θέλησαν να εκδικηθούν άγνωστοι, επίσης νησιώτες αλλά σκεφτόμενοι διαφορετικά από τους προηγούμενους, οι οποίοι τη νύχτα της 23ης προς την 24η Μαρτίου του 1942 έριξαν ακαθαρσίες στην προτομή του κατεξοχήν συμβόλου της σχέσης του Ιονίου και της Ιταλίας: του Ούγκο Φόσκολο. Η ιταλική Κατοχή ήταν η τελευταία φορά που το «βενετικό παρελθόν» επιχειρήθηκε να αναβιώσει. Έκτοτε επιβιώνει κυρίως ως σύμπλεγμα˙ ανωτερότητας.

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΙΝΑΞ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΝ…

Κάποιες σκέψεις ἑνὸς ἐγγάμου συλλειτουργοῦ τους

Στοὺς προσφιλεῖς μου ἀδελφούς, ποὺ ἀναμένουν τὴν τῆς Ἀρχιερατείας Διακονίαν
 
Κάθε φορὰ ποὺ θὰ λάβω τὸ τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τὸ ἐπίσημο δηλαδή δελτίο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ δῶ δημοσιευμένο τὸν Καταλογο τῶν νέων προσώπων ποὺ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων πρὸς Ἀρχιερατείαν, εἰλικρινὰ μιλῶ, κοιτάζω τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν νέων ἀνθρώπων καὶ προσπαθῶ, πίσω ἀπό αὐτὰ νὰ ἀνιχνεύσω τὶς Μορφές τους, νὰ προσέξω τὰ πρόσωπά τους, νὰ προσεγγίσω τὸν ψυχισμό τους -ὅσο μοῦ εἶναι δυνατό- νὰ σταθῶ σιμά τους καὶ ν᾿ ἀφουγκραστῶ τὴν ἀγωνία καὶ προσμονή τους…

Γιατὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ πὼς σ᾿ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἔχουν ἐπενδυθεῖ  ὄνειρα καὶ ἐνθουσιασμός,  προσδοκίες καὶ μιὰ τὸσο ἐπώδυνη, σταυρικὴ θὰ τὴν ἔλεγα, ἀναμονή… Μιὰ ἀναμονὴ ποὺ ἄρχισε νὰ κυοφορεῖται στὰ χρόνια τῶν σπουδῶν τους, κι ἄρχισε ν᾿ αὐξάνεται ὅσο τὰ χρόνια περνοῦσαν, μιὰ ἀναμονὴ δηλαδή, ποὺ  μπορεῖ νὰ κρατήσει μιὰ ὁλόκληρη ζωή... Μιὰ ἀναμονὴ ποὺ κάποτε πληγώνει, ἄλλοτε γίνεται μάθημα μέγιστο καὶ σὲ ὁρισμένες φορὲς μιὰ μαρτυρικὴ ὁδὸς, ποὺ ὡστόσο κάποτε, ὁδηγεῖ καὶ στὴν ἁγιότητα. 

Γιατὶ ὁ κάθε ὑποψήφιος πρὸς Ἀρχιερατείαν, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἄγαμος κληρικός, ὅταν ἀρχίζει τὸν ὄντως ἀνηφορικό δρόμο του (καὶ ἐξάπαντος μοναχικό -«ἐγὼ καὶ ὁ Θεὸς ἐσμέν»( βλ. Γεροντικόν) πρεσβεύει σὲ ἕνα στόχο: στὸ νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία. Κι ἐφ᾿ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ δίδει αὐτὸ τὸ δικάιωμα, ἀφοῦ πληροφορηθεῖ «τὰ τυπικὰ καὶ οὐσιαστικά προσόντα» του, κι ἐκεῖνος ἔχει τὸ ἀναφαίρετο δικάιωμα νὰ περιμένει τὴν κλήση, ὅπως συμπεριληφθεῖ στὴν μερίδα τῶν ὑποψηφίων. Καὶ μπορεῖ νὰ περάσει ὅλη τὴ ζωὴ του περιμένοντας. Μπορεῖ νὰ φτάσει ἴσαμε τὴν θύρα νὰ εἰσέλθει στὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης βαθμὸ καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ ἐπιστρέψει «εἰς τὰ ἴδια». Ὅπως μπορεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ καὶ ἐντὸς τοῦ Νυμφῶνος, νὰ ἐνδυθεῖ τὸ ὠμόφορο καὶ νὰ κρατήσει τὴν ποιμαντικὴ ράβδο, «Ἀρχιερεὺς γενόμενος». Ὅλα εἶναι ἐνδεχόμενα. 

Ὡστόσο, πιὸ πολὺ στέκομαι σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀναμένουν... Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ γαλβανίζουν καθημερινὰ τὴν ψυχή τους μὲ τὴν προσδοκία. Γιατὶ κι αὐτὸ ἔχει τὴ γοητεία του. Κι ἔχει τὴ γοητεία του, γιατὶ μοιάζει μὲ τὴν παραμονὴ κάθε μεγάλης γιορτῆς. Π. χ. τῶν Χριστουγέννων, τῆς Ἀναστάσεως κ.λ.π. Ἀναμένεις τὸ γεγονός, προετοιμάζεσαι, εἶσαι σὲ κατάσταση συναγερμοῦ, ἀγρύπνιας, γιατὶ περιμένεις... Περιμένεις νὰ εἰσοδεύσεις στὴ γιορτή, στὴν πασχάλια χαρά. Κι ἐδῶ χρειάζεται κανένας νὰ σταθεῖ «μὲ λογισμὸ καὶ μ᾿ ὄνειρο» καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ μελετήσει πολὺ προσεκτικὰ τὰ πράγματα. Μὲ λίγα λόγια νὰ κοιτάξει νὰ δεῖ τὰ ὀφέλη ποὺ κομίζει αὐτὴ ἡ προσδοκία, αὐτὸ τὸ ἐνατένισμα πρὸς τὴ θύρα. Γιατὶ τότε βιώνεται περισσότερο τό, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου...», τότε ζυγιάζονται περισσότερο τὰ πράγματα καὶ φανερώνεται, μέρα μὲ τὴ μέρα, πιὸ φωτεινὸ καὶ στέρεο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Καὶ τοῦτο,  ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἔχει τὸν πρῶτο καὶ ἔσχατο λόγο καὶ γνωρίζει τὶ εἶναι ψυχωφέλιμο καὶ τὶ ὄχι. Καὶ τὸ πληροφορεῖ. Ἀρκεῖ ὁ ἀποδέκτης νὰ ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ψυχή του καὶ νὰ πατάει γερὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ λέγανε οἱ Προφῆτες: «λάλει, [Κύριε], κι ὁ δοῦλος σου ἀκούει» (Α΄ Βασ. 3, 11). 

Γιατὶ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίθετο: ἀντιπαλαίει δηλαδή ὁ κληρικὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνθρωπαρέσκως κινούμενος προβάλλει τὸ δικό του θέλημα. Προσδοκᾶ στὴν φιλοτιμία τῶν ἐκλεκτόρων του καὶ ἀναμένει κι αὐτός... Μόνο ποὺ αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ διαιρεῖ τὴν ψυχή του, καθὼς παραμερίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται στὶς ὑποσχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Γιατὶ ὁ ποιμένας, πρέπει νὰ γνωρίζουμε, μιὰ ἐπιλογὴ ἔχει: νὰ διακονεῖ καὶ νὰ ὑπομένει. Κι αὐτοὶ οἱ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, οἱ ἐγγεγραμένοι στὸν Πίνακα πρὸς Ἀρχιερατείαν ὡς μοναχοὶ πρωτίστως γνωρίζουν κι ἀπὸ ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ Ποιὸν διακονοῦν. Μὲ λίγα λόγια, σὲ Ποιὸν ἀφιερώθηκαν. 

Μακάριοι οἱ εἰσοδεύοντες στὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης ἔγκοπο στίβο, ἀλλὰ καὶ τρισμακάριοι ὅσοι περιμένουν τὴν κλήση  μὲ ὑπομονή, σιωπὴ καὶ καρτερία. Ἕνα εἶναι τὸ βέβαιο: ὅτι ὁ μισθός τους θὰ τοὺς δοθεῖ ἀπὸ ἀλλοῦ...

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟ ΤΣΙΑΛΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΧΙΛΤΟΝ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Μία Συνέντευξη Τύπου, μία «Avant Première» και η εναρκτήρια Συναυλία της Παρασκευής 3 Οκτωβρίου, τρεις εκδηλώσεις από την ΚΟΑ, η πρώτη στο ΧΙΛΤΟΝ -χορηγός φιλοξενίας-, η δεύτερη στον Κήπο του Μεγάρου, η Τρίτη στην Αίθουσα Συναυλιών του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών έγιναν με εξαιρετική επιτυχία. Ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Στέφανος Τσιαλής [βλ. διπλανή φωτό], με το επικοινωνιακό χάρισμά του και τις πρώτες κινήσεις του, άφησε θετικές  εντυπώσεις. Κράτησε ό,τι καλό έκανε ο προκάτοχός του Βασίλης Χριστόπουλος, όπως, τους θεματικούς κύκλους και τις εισαγωγικές ομιλίες πριν από κάθε συναυλία στις οποίες θα συμμετάσχει και ο ίδιος, ενώ ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης συνεχίζει την τόσο επιτυχημένη επιμέλεια των κειμένων του προγράμματος όπως και το G. DESIGN STUDIO, συνεχίζει τον υψηλής αισθητικής σχεδιασμό των προγραμμάτων της Κρατικής Ορχήστρας.

Τρεις είναι οι θεματικοί κύκλοι. Ο πρώτος, «Σλάβικη Ψυχή», που παρακολουθήσαμε, ολοκληρώνεται στις 29 Μαΐου. Ο δεύτερος κύκλος, «Γερμανοί Ρομαντικοί», με την ευγενική υποστήριξη της Πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Αθήνα, θα αρχίσει στις 21 Νοεμβρίου και θα κλείσει στις 15 Μαΐου και ο τρίτος Κύκλος, «Η Γαλλία στη Μουσική», έχει και φέτος συμπαραστάτη το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος και ξεκινά στις  27 Φεβρουαρίου για να ολοκληρωθεί στις 22 Μαΐου.

Μεγάλα ονόματα εξασφάλισε η ΚΟΑ παρά την οικονομική  δυσπραγία,  όπως ο πιανίστας Πιερ Λοράν Αιμάρ, ο κλαρινετίστας Ντμίτρι Ασκενάζυ, οι αρχιμουσικοί Κρίστοφ Πόππεν και Γιούραϊ Βαλτσουχά, η Κινέζα βιολονίστα Τιάνγουα Γιανγκ, ο Ινδονήσιος μαέστρος Αντριάν Πρανπάβα και βέβαια οι Έλληνες καταξιωμένοι συνθέτες Μίκης Θεοδωράκης και Θεόδωρος Αντωνίου. Συνεχίζονται επίσης οι Μουσικές Δωματίου στο Gazzarte και το Ωδείο «Φίλιππος Νάκας», καθώς και τα τόσο σημαντικά εκπαιδευτικά και κοινωνικά της πρόγραμμα. (Για περισσότερες πληροφορίες στο www.koa.gr).

Η Συναυλία στον κήπο συγκίνησε ιδιαίτερα με «Τα ερείπια των Αθηνών», έργο 113  του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τους Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα «Πελοποννησιακός», «Ηπειρώτικος», «Κλέφτικος», που με χαρά ακούσαμε τον κόσμο να τους σιγοτραγουδά, αλλά και τους δημοφιλέστατους «Ουγγρικούς Χορούς», αρ. 5 και 6 του Γιοχάνες Μπραμς.  Στη συνέχεια ολίγη «ελαφρά» μουσική ακούστηκε ευχάριστα στη δροσιά του κήπου, όπως το «Berliner Luft» και «Folies  bergères»  του Πάουλ Λίνκε, τα «Ρόδα από το Νότο», βαλς έργο 388 του Γιόχαν Στράους (υιού). Ελπίζουμε όμως η ΚΟΑ να κρατήσει τον ιστορικό προσανατολισμό της στην Κλασική Μουσική γιατί στη χώρα μας, η ελαφρά μουσική, φρονούμε, καλύπτεται επαρκώς από άλλα συγκροτήματα ώστε δεν συντρέχει κανένας λόγος να ασχοληθεί και η Κρατική μας Ορχήστρα με αυτό το είδος. Προς το τέλος του προγράμματος, την τιμητική της είχε η Μουσική για τον κινηματογράφο, όπως αποσπάσματα από τις ταινίες «Καζαμπλάνκα», «Ο Μονομάχος» και «Πειρατές της Καραϊβικής». Ο Αρχιμουσικός με την Κρατική Ορχήστρα, στη μουσική διαδρομή από το κλασικό, στο ανάλαφρο και στον κινηματογράφο, ανέδειξε όλα αυτά τα στοιχεία που δίδουν την  ιδιαιτερότητα στο κάθε μουσικό είδος και δεν παρέλειψε, εκτός προγράμματος, να μας προϊδεάσει για τη συναυλία της Παρασκευής με έναν «Σλάβικο Χορό» του Ντβόρζακ.


Στην  εναρκτήρια συναυλία «Σλάβικη ψυχή (Ι)», που δόθηκε στις 3 Οκτωβρίου, η Ορχήστρα ερμήνευσε δύο έργα του Αντονίν Ντβόρζακ (1841-1904), το «Καρναβάλι, εισαγωγή για ορχήστρα, έργο 92», τη «Συμφωνία αρ.8 σε σολ μείζονα, έργο 88» και το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.1 σε μι ελάσσονα, έργο 11», του Φρεντερίκ Σοπέν (1810-1849), με σολίστ τον Θοδωρή Τζοβανάκη που ακόμα θυμόμαστε την εξαιρετική ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για Πιάνο και Ορχήστρα» του Πολωνού συνθέτη Βιτόλντ Λουντοσλάφσκι.

Θοδωρής Τζοβανάκης

Η «Εισαγωγή Καρναβάλι», από τις δημοφιλέστερες μιας τριλογίας εισαγωγών για ορχήστρα, γράφτηκε το 1891 μαζί με τις άλλες δύο, «Φύση» και «Οθέλλος», που παρουσιάστηκαν στην Πράγα υπό την μπαγκέτα του Συνθέτη τον Απρίλιο του 1892. Ο Αρχιμουσικός Στέφανος Τσιαλής με την Ορχήστρα, μας μύησε στα βήματα του οδοιπόρου και μας έκανε μάρτυρες της άφιξής του κατά το σούρουπο σε μια πόλη όπου γιορτάζεται το καρναβάλι, υπογραμμίζοντας τη Χαρά της Ζωής με χορούς και με τραγούδια, ενώ το ερωτευμένο ζευγάρι, που αναπαρίσταναν το Φλάουτο και το Αγγλικό Κόρνο, ήταν μια εξαίσια ανάσα λυρικού ερωτισμού στο ξέφρενο γλέντι!

Το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1σε μι ελάσσονα, έργο 11» του Φρεντερίκ Σοπέν, γράφτηκε το 1830 και πρωτοπαίχτηκε στη Βαρσοβία στις 11 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς με τον συνθέτη στο πιάνο. Ήταν ένα από τα αποχαιρετιστήρια κοντσέρτα που έδωσε ο νεαρός Σοπέν πριν εγκαταλείψει την πολύπαθη πατρίδα του για τη Βιέννη και μετά για το  Παρίσι που έμελλε να μείνει ως το τέλος της ζωής του.  Αν και είναι το δεύτερο κοντσέρτο του Συνθέτη, το αφιερωμένο στον παιδαγωγό του και περίφημο πιανίστα Friedrich Kalkbrenner, είναι γνωστό ως πρώτο γιατί προηγήθηκε η έκδοσή του. Δύο συνθέτες θαύμαζε ιδιαίτερα ο Σοπέν, τον Μπαχ και τον Μότσαρτ οι οποίοι μοιάζει να είναι παρόντες στις ιδιοφυείς  συλλήψεις του. Ήταν φίλος του μεγάλου ζωγράφου Ευγένιου Ντελακρουά, ο οποίος  μας χάρισε, με τις αδρές πινελιές του, ένα θαυμάσιο πορτραίτο του μελαγχολικού του φίλου! Ο Σοπέν είχε εξαιρετικά αντανακλαστικά στα δάχτυλα, στο αυτί και ένα μυαλό αξιοζήλευτο. Ωρίμασε γρήγορα, είχε φυσική τεχνική, συνέθεσε για το όργανο που αγαπούσε και ανέδειξε τόσο τον ηχητικό του πλούτο όσο και την μελωδικότητά του. Ο Θοδωρής Τζοβανάκης, πιανίστας με σπάνια ευαισθησία,  ερμήνευσε,  με την λαμπερή δεξιοτεχνία του όλες τις «κρύφιες» αρμονικές και μελωδικές φράσεις του Σοπέν. Η Ορχήστρα «Εν αρμονία», με τον Μαέστρο της και τον πιανίστα, Ορχήστρα εναργής, λυρική, γαλήνια και κάποτε «επιθετική» στήριξε θαυμάσια τον σολίστ, ώστε να αναδείξει τον φανταστικό, αρμονικό  ήχο του πιάνου του και  να  δικαιώσει τον τίτλο που έχουν απονείμει στο Σοπέν: Ποιητής του Πιάνου!
    
Η «Όγδοη Συμφωνία» γνώρισε αμέσως την επιτυχία, όταν πρωτοπαίχτηκε τον Φεβρουάριο του 1890 στην Πράγα, υπό την μπαγκέτα του Συνθέτη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Η Σύνθεση, με βαθιές επιρροές από τη σπουδαία παραδοσιακή μουσική της πατρίδας του της Βοημίας που τόσο αγαπούσε, γράφτηκε μέσα σε δυόμιση μήνες περίπου,  από τις 26 Αυγούστου ως τις 8 Νοεμβρίου του 1889 με αφορμή την εκλογή του  συνθέτη στην Ακαδημία της Πράγας.  Ευχαριστώντας  για την τιμητική εκλογή του ο Ντβόρζακ αφιέρωσε τη Συμφωνία του «Στην Ακαδημία της Βοημίας και στον Αυτοκράτορα Franz Joseph για τη στήριξή του στα γράμματα και στις τέχνες».

Ο Αρχιμουσικός ο Στέφανος Τσιαλής, σε απόλυτη συνεργασία με την Ορχήστρα, ανέσυρε μέσα από την πλούσια τσέχικη παράδοση, διάχυτη στο έργο του συνθέτη, το συναισθηματικό μεγαλείο της σλάβικης ψυχής, τον λυρισμό, τον αυθορμητισμό και ανέδειξε τη σπουδαία συμφωνική γραφή του Ντβόρζαρκ. Θαυμάσια τα Βιολοντσέλα της αρχής, τα Φλάουτα στη συνέχεια  και γενικά ολόκληρη η Ορχήστρα δημιούργησαν μια «ονειρική» ατμόσφαιρα με εναλλασσόμενα συναισθήματα, νοητούς παραδοσιακούς βοημικούς χορούς, βαλς γεμάτα χάρη και γοητεία. Εξαιρετική ερμηνεία! Προσβλέπουμε στη συνέχεια.

Η σορνταδίνα του Ιονίου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το κάθε νόμισμα, όπως σωστά έχει επισημανθεί από τους παλιότερους, έχει δύο όψεις. Το σοφό αυτό ρητό βέβαια (ή αν θέλετε πέστε το παροιμία), δεν ξεχωρίζει την «κορώνα» και τα «γράμματα», όπως λέγαμε παλιότερα, τότε με τις βασιλικές δραχμές, το γνωστό τυχοδιωκτικό παιχνίδι,  αλλά μιλά για το δισυπόστατο της ανθρώπινης πραγματικότητας, αλλά και το «καλό» και το «κακό» του κάθε γεγονότος. Και πιστεύω πως δεν σφάλει!
   Έτσι το κάθε τι έχει την θετική ή την αρνητική του πλευρά, αλλά συγχρόνως και το αντίθετο. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση συμβαίνει το ανάλογο: ουδέν καλό, αμιγές κακού και ουδέν κακό, αμιγές καλού, που το αποδίδουν στους αρχαίους Έλληνες και πράγματι, αν το καλοσκεφτούμε, έχει πάντοτε εφαρμογή, μια και φαίνεται να είναι ένας κανόνας, δίχως εξαίρεση.
   Η σοφία, όμως, είναι πάντα επίκαιρη και δεν εφαρμόζεται μόνο σε ό,τι συμβαίνει στην εποχή της ή πριν από αυτήν. Έχει εφαρμογή και στα μελλούμενα και αυτό επαληθεύει την μεγάλη της αξία και την αιωνιότητά της. Διαφορετικά δεν θα ήταν σοφία.
   Δεν θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ξεφύγει από αυτήν και κάθε τι το σημερινό και σύγχρονο, όπως το κινητό τηλέφωνο ή το λαοφιλές πια Facebook, το οποίο, αν το χρησιμοποιήσεις λαθεμένα, μπορεί να σε οδηγήσει σε συμφορά, ενώ η σωστή του αντιμετώπιση είναι ευλογία και χαρά και μπορεί να σου δώσει ακόμα και γνώση.
   Ομολογώ πως άργησα πολύ να το ενστερνιστώ. Κάτι η διαφορετική μου νοοτροπία, κάτι η ασχετοσύνη μου με την κάθε (νέα ή παλιά) νοοτροπία, δεν με άφησαν να γίνω κοινωνός του, από τα πρώτα του βήματα. Κάποτε, όμως, το γνώρισα, οριστικά, για να μην χάσω τις ευκαιρίες της εποχής μου και ομολογώ πως ποτέ δεν το μετάνιωσα.  Θέλουμε, δεν θέλουμε είναι μια σύγχρονη μορφή επικοινωνίας, αλλά και μπορεί να σου δώσει μια μορφή εμπειρίας και γνώσης.
   Σήμερα θα σταθώ μόνο σε μια ουσιαστική πληροφορία που μου έδωσε και είναι η περισσότερο απ’ ότι φανταζόμουνα και γνώριζα ομοιομορφία των Επτανήσων και των Κυθήρων, βέβαια, συμπεριλαμβανομένων.
   Μέχρι τώρα νόμιζα πως η μεγάλη ομοιότητα είναι αυτή του νησιού μας με την Κέρκυρα. Αυτό, όμως, ήταν πλάνη μου. Έχοντας φίλους απ’ όλα τα νησιά, όπως είναι φυσικό και επόμενο, βλέπω κάθε φορά, που αναρτώ κάτι για τα έθιμα και τις συνήθειές μας, να μου απαντούν πως το ίδιο γίνεται και στ’ άλλα νησιά, τις πιο πολλές φορές πανομοιότυπα και κάπου, κάπου με παραλλαγές και αποκλίσεις, οι οποίες  στην ουσία τους έχουν το ίδιο κοινό ερέθισμα και το ίδιο εκφράζουν.
   Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναρτήσω κάτι σχετικό με την τοπική μας διάλεκτο, ένα παιχνίδι, που πρωτάρχισε από φίλους όλων των νησιών, μιας και κάποιοι, όταν γράφαμε, μας ξέφευγαν και δικές μας λέξεις και τότε πολλοί «ξένοι» απαιτούσαν … μετάφραση.
   Παράδειγμα η λέξη «σορνταδίνα», την οποία τελευταία δημοσίευσα στον τοίχο μου και προξένησε «μάχη» (με την θετική έννοια της λέξης) σε όλο το Ιόνιο, που θριαμβευτικά διαπίστωσε πως το ενώνει, δίνοντας, μάλιστα στην λέξη, την ίδια ακριβώς σημασία.
   Αυτή, όπως σίγουρα αντιλαμβάνεσθε, προέρχεται από την ιταλική «soldato», που θα πει «στρατιώτης» και είναι η θηλυκή, αλλά και θρυλική  μορφή της, μια και τον καιρό που χρησιμοποιούσαν την λέξη, δεν υπήρχαν στρατιωτίνες, αλλά δυναμικές και δραστήριες γυναίκες.
   Αυτό ακριβώς θα πει η λέξη και στην Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά και στην Λευκάδα και στην Κέρκυρα και στα Κύθηρα. Μου το επιβεβαίωσαν με πολλά like οι περισσότεροι από τα ανάλογα νησιά φίλοι. Κάπου, δε, λέγεται, όπως και σε μας, και «σολντάδος» και «σολντάδα»  και παντού χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια. Σημαίνει το δυναμικό θηλυκό, πρόσωπο όχι σπάνιο και στα Ιόνια νησιά, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται από τους γεροντότερους για νεαρές κοπέλες, που δεν τις κάνουν καλά. Και ναι μεν τις παρατηρούν, αλλά στην ουσία τις χαίρονται. Με λίγα λόγια η λέξη κρύβει μέσα της μία… υβριστική περηφάνια.
   Η αξία αυτής της έκφρασης είναι πως δεν είναι ένα απλό «δάνειο», όπως πολλές άλλες επτανησιακές λέξεις, αλλά έχει αφομοιωθεί από το ντόπιο στοιχείο και προσαρμοστεί στα δικά του. Κι αυτό έγινε πανομοιότυπα από Κέρκυρα, μέχρι Κύθηρα.
   Να γιατί κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αμφισβητήσει τον κοινό Επτανησιακό πολιτισμό. Από μόνος του δείχνει συγγένεια αίματος και τ’ αδέλφια, ακόμα και σ’ απόσταση, αδέλφια είναι.

   Ο χωρισμός τους είναι έγκλημα!

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ζαχαρίας Στουφής: ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τοιχογραφία ΙΕ΄ αιώνα του Albertus Pictor,
σε μεσαιωνική εκκλησία του προαστίου Täby της Στοκχόλμης.
Παρουσιάζει έναν σκελετό -τον Θάνατο- να παίζει σκάκι.
Το ιδανικό νεκροταφείο

Η σκέψη της δημιουργίας ενός ιδανικού νεκροταφείου ξεκίνησε από τον τρόπο που οι σύγχρονες επιστήμες διαχειρίζονται τα αρχαία ελληνικά νεκροταφεία. Ό,τι γνωρίζουμε για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό προέρχεται ή επιβεβαιώνεται μέσα στους τάφους που βγάζουν στο φως οι ανασκαφές. Το πλέον ανατριχιαστικό ερώτημα για τον αρχαίο μας πολιτισμό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το εξής: φαντάζεστε οι αρχαίοι Έλληνες να είχαν μονάχα καύση των νεκρών και να μην έθαβαν ούτε τις στάχτες τους; Αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη ατυχία αυτού του πολιτισμού.
            Εμείς, σήμερα, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να διασφαλίσουμε στις επόμενες γενιές τον ταφικό πολιτισμό που κληρονομήσαμε; Μήπως να δημιουργούσαμε μια θεσμική ταφή, ένα προσεγμένο νεκροταφείο δηλαδή. Όπως ξέρουμε, στα σύγχρονα νεκροταφεία, με εξαίρεση ίσως αυτά των χωριών, επικρατεί μπάχαλο, ακόμα και μαφία έχει δημιουργηθεί που κερδοσκοπεί από αυτά. Αυτό το ιδανικό νεκροταφείο που φαντάζομαι, δεν μπορώ να το στηρίξω σε κάποιο νομικό πλαίσιο, γι’ αυτό χρειάζεται πολύ προσοχή από πλευράς πολιτείας. Εγώ μπορώ μόνο να σας το περιγράψω και να σας μεταφέρω τον προβληματισμό μου.
            Οι ταφές σε ένα τέτοιο νεκροταφείο θα έπρεπε να είναι ισόβιες και αυτό σημαίνει ότι δεν θα γίνεται ποτέ εκταφή και μεταφορά οστών. Οι ταφές θα είναι οικολογικές, δηλαδή ο νεκρός θα σκεπάζεται με χώμα χωρίς να έχει απαραίτητα ταφόπλακα ή άλλα μονωτικά υλικά που θα δυσκολεύουν την εισροή του βρόχινου νερού, ενώ τα φέρετρα θα κατασκευάζονται από βιοδιασπώμενα υλικά, προκειμένου να μην μπαίνουν εμπόδιο στη διαδικασία της σήψης. Αν ο ίδιος ο νεκρός ή οι οικείοι του επιθυμούν να του βάλουν μαζί του κάποια προσωπικά του αντικείμενα (κτερίσματα), αυτά θα μπορούσαν να τα τοποθετούν σε ένα ειδικό κουτί φύλαξης το οποίο θα ταφεί μαζί του και θα προστατεύει τα κτερίσματα από την υγρασία και την αλλοίωση για όσο το δυνατόν περισσότερους αιώνες. Πάνω από κάθε τάφο θα μπορούσε να μπαίνει το θρησκευτικό σύμβολο π.χ. σταυρός, ακόμα θα μπορούσε να μπαίνει το όνομα, επίγραμμα, λουλούδια ή ό,τι επιθυμεί ο καθένας. Αυτά τα νεκροταφεία θα πρέπει να έχουν πυκνή δεντροφύτευση, οπότε, με το πέρασμα του χρόνου και κλείσιμό τους λόγω πληρότητας των τάφων, να μετατρέπονται αυτομάτως σε μικρά δάση ή αλσίλια, όπου μια τοπική αρχή θα έκρινε αν θα ήταν επισκέψιμα ή όχι.
            Μέσα σε κάθε τέτοιο νεκροταφείο θα πρέπει να υπάρχει ένα κτίριο που να ανταποκρίνεται στη χωρητικότητα του νεκροταφείου όπου εκεί θα φιλοξενούνται τα αρχεία των νεκρών. Όταν λέω «αρχεία των νεκρών» φαντάζομαι το απόλυτο φακέλωμα ολόκληρης της ζωής του νεκρού. Οποιοδήποτε έγγραφο εκδίδεται από την γέννηση μέχρι τον θάνατο, το οποίο αφορά στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο επάγγελμα, στη διασκέδαση, στα χόμπι, στα ταξίδια, στις αγοραπωλησίες, στο ποινικό μητρώο, στα περιουσιακά στοιχεία κ.α. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να εκδίδεται ένα αντίγραφο επιπλέον από κάθε μας δραστηριότητα, το οποίο θα συμπληρώνει τον φάκελο που την ημέρα της ταφής μας θα τοποθετηθεί στο κτίριο-αρχείο του νεκροταφείου μας. Ουσιαστικά, η αρχειοθέτηση αυτού του φακέλου θα αποτελεί και την ταφή της προσωπικής μας ιστορίας, η οποία αποτελεί μέρος ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας.
            Όπως είπα και πιο πριν, δεν είμαι σε θέση να ορίσω το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τέτοιο νεκροταφείο, μπορώ όμως να προτείνω λύσεις στα ενδεχόμενα προβλήματα τα οποία προκύπτουν από μία τέτοια πρόταση. Το πρώτο πρόβλημα που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς είναι ότι μετά από κάποια χρόνια τα νεκροταφεία θα καταλαμβάνουν τεράστιες εκτάσεις γης. Αυτό πιστεύω ότι είναι αστείο για δύο λόγους: καταρχήν όλα τα ελληνικά βουνά και δάση, μπορούν να φιλοξενήσουν νεκροταφεία χωρίς να προκύπτει οικολογική καταστροφή μιας και θα παραμείνουν δάση ή τουλάχιστον μετά την χρήση τους ως νεκροταφεία, πάλι δάση θα γίνονται. Μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι όλη ένα νεκροταφείο, αφού όπου και να σκάψουμε θα συναντήσουμε τάφους. Το άλλο πρόβλημα που προκύπτει από μία τέτοια πρόταση είναι πραγματικά μεγάλο. Πώς θα διασφαλιστεί το απόρρητο των αρχειοθετημένων φακέλων; Εδώ πραγματικά χρειάζεται νομοσχέδιο, το οποίο θα διασφαλίζει την ησυχία της «θαμμένης μας» προσωπικής ιστορίας για τουλάχιστον 300 χρόνια ή και περισσότερο. Κάτι τέτοιο δεν ξέρω αν μπορεί να διασφαλιστεί νομικά ή μήπως με τυχόν αλλαγή του πολιτεύματος κιντυνεύσει η ασφάλεια των «νεκρών μας» αρχείων. Αυτό είναι κάτι που θέλει σίγουρα έξυπνους νομοθέτες. Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ασφάλεια και η διατήρηση αυτών των κτιρίων-αρχειοφυλακείων. Αυτό θα μπορούσε να λυθεί κάνοντας τα κτίρια υπόγεια, κάτι σαν τα πυρηνικά καταφύγια των οποίων τα κλειδιά για την πρόσβαση στο εσωτερικό τους θα ήταν στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας του κάθε νομού. Μετά την ολοκλήρωση των ταφών στο νεκροταφείο και το «κλείσιμό του», η είσοδος του κτιρίου θα σφραγίζεται με τσιμέντο, κάνοντάς το αδιάρρηκτο.
            Πάντως η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου νεκροταφείου, σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτει φωτισμένους πολιτικούς και έναν λαό με αγωγή θανάτου, δηλαδή πολιτισμένο· και μάλλον έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας.

Ένα μουσείο θανάτου

Η Ελλάδα είναι η χώρα των μουσείων, αρχαίων, βυζαντινών, λαογραφικών και άλλων πιο εξειδικευμένων μουσείων που βρίσκονται στην πρωτεύουσα. Σχεδόν σε όλα τα ελληνικά μουσεία και ιδιαίτερα στα αρχαιολογικά, ο θάνατος παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο μιας και τα περισσότερα από τα εκθέματα-κτερίσματα προέρχονται από τάφους.
            Παρόλο που τα μουσεία μας και ο πολιτισμός μας είναι γεμάτα με θάνατο, δεν έχει γίνει ένα μουσείο θανάτου. Η απώλεια αυτού του μουσείου πιστεύω πως είναι βλαβερή γιατί αφήνει να διασκορπίζεται μπερδεμένος μέσα στους αιώνες ο πολιτισμός του θανάτου μας και ταυτόχρονα, σκορπισμένος σε όλη την ελληνική επικράτεια.
            Η ιδέα περιλαμβάνει την δημιουργία ενός μουσείου που θα φιλοξενεί όλα τα πολιτισμικά στοιχεία του ελληνικού θανάτου, από την παλαιολιθική εποχή-αν υπάρχουν- μέχρι τις μέρες μας. Από όλα τα σημεία της Μεσογείου όπου αναπτύχθηκε ελληνικός πολιτισμός. Με την προϋπόθεση ενός ζωντανού –ενεργού οργανισμού που θα φτάνει το ενδιαφέρον του μέχρι και τις μέρες μας αλλά και στις μέρες που θα ’ρθούν. Ένα τέτοιο καλοστημένο μουσείο θα μπορούσε να αξιώσει να γίνει κέντρο του «παγκόσμιου» θανάτου, οργανώνοντας και φιλοξενώντας συνέδρια παγκόσμιας απήχησης σχετικά με το θέμα.
             Ο θάνατος δεν είναι μόνο παράγωγο της ζωής αλλά και της τέχνης. Αυτό το είδος μουσείου θα ήταν ιδανικό να συλλέγει και να φιλοξενεί, τη σχέση που έχει ο θάνατος με την κάθε τέχνη καθώς και τον θάνατο κάθε τέχνης που τυχαίνει να έχει πεθάνει. Συνειρμικά θυμήθηκα το Επιγραφικό μουσείο που βρίσκεται ανάμεσα στο Αρχαιολογικό και στο Πολυτεχνείο και είναι μοναδικό στον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, περιορίζεται στα αρχαία επιγράμματα. Αυτό κατά την γνώμη μου είναι έγκλημα, διότι θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει τα επιγράμματα όλων των εποχών, μέχρι τις μέρες μας, προκειμένου να διαφαίνονται καθαρά οι αλλαγές και οι μεταλλάξεις που υπέστη αυτό το είδος γραπτού λόγου. Μιας και η γλώσσα μας είναι ζωντανή!
            Πάρτε λοιπόν για παράδειγμα το Επιγραφικό μουσείο και φανταστείτε ένα διευρυμένο μουσείο θανάτου, φανταστείτε έναν φάρο πολιτισμού, γιατί μπορεί η τέχνη να είναι η μητέρα του πολιτισμού, όμως, πατέρας του είναι ο θάνατος.
            Η πρόταση για ένα τέτοιο μουσείο δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη από μέρος μου και αυτό γιατί δεν είναι δουλειά μου να ξέρω να τεκμηριώνω τέτοιες προτάσεις. Πάντως, αυτοί που ξέρουν, αν επεξεργαστούν μια τέτοια πρόταση, σύντομα θα καταλάβουν ότι τα οφέλη είναι πολλά.

Μια σχολή θανατολογίας

Μα τι λέω, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε σχολή αρχαιολογίας (ένα τμήμα της φιλοσοφικής είναι) κι εγώ οραματίζομαι σχολή θανατολογίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Μια σχολή θανατολογίας που θα βγάζει θανατολόγους είναι άχρηστη στους νεκρούς, όπως και κάθε άλλη επιστήμη. Άρα λοιπόν, η θανατολολογία και οι θανατολόγοι που θα προκύπτουν από αυτήν την «φανταστική» σχολή, θα είναι στην υπηρεσία των ζωντανών ανθρώπων.
            Από τη στιγμή που όλοι πεθαίνουμε, δεν υπάρχει επάγγελμα που να μην αγγίζει κάποτε τον θάνατο, γι’ αυτό, θα έπρεπε σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς να είναι «απαραίτητη» η θανατολογία, όπως είναι η παιδαγωγική για τους εκπαιδευτικούς.
            Όταν λέω θανατολογία, εννοώ, ούτε λίγο ούτε πολύ έναν κύκλο μαθημάτων γύρω από: α) την ιστορία του θανάτου, β) τα φυσικά αίτια που τον προκαλούν και τις ιατρικές προσεγγίσεις, γ) τον πολιτισμό του θανάτου έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από την τέχνη και τη λαογραφία, δ) τη συνταγματικότητα και τις νομικές δικλείδες που περιβάλλουν τον θάνατο και πιο ειδικά, ζητήματα όπως η ευθανασία και η αυτοκτονία. Και άλλους κύκλους, ίσως πιο εξειδικευμένους, ανάλογα με τις ανάγκες του επαγγελματικού κλάδου. Π.χ. αυτοί που σχετίζονται με τη μεταφυσική του θανάτου, όπως οι παπάδες και οι ψυχαναλυτές, θα έπρεπε να είναι κάπως πιο ενημερωμένοι για να προστατεύουν τους αφελείς από τα μέντιουμ και τους πνευματιστές. Από αυτήν τη σχολή θανατολογίας, θα έπρεπε να περνάνε ακόμα, δικαστές και δικηγόροι, μιας και οι σχετικές υποθέσεις με θανάτους, απασχολούν ιδιαίτερα τη δικαιοσύνη. Φυσικά και οι αστυνόμοι που οπλοφορούν και είναι σε θέση να αφαιρέσουν ανθρώπινη ζωή. Όλες οι ειδικότητες των γιατρών που δεν έχουν καμία δεοντολογία και ηθική θανάτου. Όταν ο ασθενής τους φτάνει στο τέλος, τον κάνουν πάσα στον ψυχολόγο, ο ασθενής όμως, θέλει να διαχειριστεί τον θάνατό του μαζί με τον γιατρό που τον χειρούργησε και μοιράστηκε τα πάντα μαζί του (μερικές φορές και τις καταθέσεις του). Οι δάσκαλοι, κυρίως της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που πρέπει να γνωρίσουν στα παιδιά τον θάνατο, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα τον αγνοεί. Σε όλες τις σχολές της τέχνης, που έτσι και αλλιώς είναι ένα από τα βασικά τους αντικείμενα ο θάνατος. Τέλος, επιστήμες όπως η αρχαιολογία και η ανθρωπολογία αλλά και η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία θα μπορούσαν να ενταχτούν σε ένα κοινό κύκλο μαθημάτων που σαν αποτέλεσμα θα είχε τη μελλοντική τους συνεργασία και ανταλλαγή δεδομένων σε ό,τι αφορά τον θάνατο. Αυτή η ανταλλαγή δεδομένων θα είχε σαν βάση τη σχολή θανατολογίας όπου καθηγητές-θανατολόγοι θα τα ταξινομούσαν σε βάσεις δεδομένων για να είναι προσβάσιμα και θα τα χρησιμοποιούσαν στις έρευνές τους.
            Είπαμε ότι, οι σπουδαστές κάποιων συγκεκριμένων επαγγελμάτων που προαναφέραμε, θα περνούσαν «υποχρεωτικά» για κάποιο διάστημα από τη σχολή θανατολογίας. Εκτός από αυτούς, θα υπάρχουν και οι φοιτητές που θα σπουδάζουν μόνο τη θανατολογία. Αυτοί, μετά τη λήξη των σπουδών τους, θα μπορούσαν να εργαστούν ως καθηγητές-ερευνητές στην ίδια σχολή μα και σε άλλες ειδικότητες, συμπεριλαμβανομένων και των «νεκροταφείων του μέλλοντος» αλλά και στο «μουσείο του θανάτου».

Θα μπορούσα να γράψω δεκάδες σελίδες για αυτήν τη σχολή καθώς και για το μουσείο του θανάτου ή τα νεκροταφεία του μέλλοντος. Καλύτερα όμως να σταματήσω εδώ. Όμως, πριν απ’ όλα να σας υπενθυμίσω ότι ο πολιτισμός δεν είναι αποτέλεσμα του οικονομικού πλούτου μα το αντίθετο, η οικονομική ευημερία, έρχεται και διαρκεί, όπου υπάρχει πολιτισμός.

Related Posts with Thumbnails