© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΑΚΙΑ…




Στὸν παπα-Βασίλειο Θ. Θερμό, εὐχετήριο γιὰ τὸ Δωδεκαήμερο καὶ ἀνοιχτὴ ἔκφραση εὐχαριστίας

Μοῦ τὰ θύμισαν τὰ παιδιά καὶ μάλιστα τὰ παιδιὰ τοῦ Νηπιαγωγείου, ποὺ κάθε τέτοιες μέρες εἶναι, πιστεύω, τὰ μόνα ποὺ τὰ θυμοῦνται καὶ τὰ τιμοῦν. Γιατὶ νομίζω πώς ἐμεῖς οἱ μεγάλοι, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ λησμονοῦμε τὰ καλικατζαράκια τῶν παιδικῶν μας χρόνων, τότε, δηλαδή,  ποὺ μᾶς συντρόφευαν τὶς μέρες τοῦ Δωδεκαημέρου, ἐκεῖνον  τὸν περασμένο  καὶ λησμονημένο πιὰ καιρό. Τὸν καιρὸ, ποὺ μεγάλωνε μαζί μας μὲ τὰ ὅσα ἀκούγαμε γι᾿ αὐτά, ἤ τὰ ζήσαμε σεργιανώντας τὶς κρύες νύχτες μέσα στὰ σκοτεινὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ καὶ, περιέργως, χαιρόμασταν γιὰ τὴν «παρουσία» τους. Γιατὶ ἔρχονταν, αὐτοὶ οἱ  προσωρινοὶ ἐπισκέπτες,  ἀπό τοὺς κόσμους τοὺς εὐλογημένους τοῦ παραμυθιοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διηγήσεις παλαιῶν ἁπλοϊκῶν γιαγιάδων, ποὺ οἱ ρίζες τους ἦταν καλὰ στερεωμένες στὸν 19ο αἰ.,  ἴσως καὶ παλιότερα...

Τὰ Καλικατζαράκια, λοιπόν, ποὺ μοῦ τὰ θύμισαν τὰ μικρὰ παιδιὰ μαθαίνοντάς μου παράλληλα ὅτι δὲν θἄπρεπε, μέρες ποὺ ἔρχονται, νὰ  ξεχνῶ. Ἀλήθεια, νὰ ξεχνῶ τὶ καὶ γιατί;  Ὅμως, ἄς πῶ τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔμαθαν κάποια πράγματα, χρήσιμα καὶ στέρεα μέχρι σήμερα, ἦταν ἡ σχεδὸν ἀγράμματη γιαγιὰ μου ἡ Σοφία, ἡ ὁποία ἦταν καλικατζαρογεννημένη, ποὺ σημαίνει ὅτι γεννήθηκε τότε ποὺ ἔρχονται τὰ καλικατζαράκια, αὐτὰ τὰ μισοδαιμονικὰ ὄντα ποὺ μένουν κρυμμένα ὁλοχρονὶς μέσα στὴ γῆ, λές καὶ κατοικοῦν σὲ σπηλιά. Ἀνεβαίνουν δὲ στὸν  ἐπάνω κόσμο, μόλις ἀρχίσει ἡ περίοδος τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου.

Ἡ γιαγιά μου, λοιπόν, φοβόταν τὰ καλικατζούρια κι ἔτσι, ὅταν ἄρχισε νὰ βραδυάζει, γιὰ δώδεκα μέρες, δηλαδὴ ἀπό τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων μέχρι τὴν παραμονὴ τῶν Θεοφανείων ποὺ θά μᾶς ράντιζε ὁ Μέγας Ἁγιασμὸς,  δὲν ἔβγαινε ἔξω. Ὁ λόγος, μάλιστα, ποὺ δὲν ἔβγαινε ἦταν μήπως καὶ τὴ σκιάξουν οἱ μικροὶ αὐτοὶ καὶ δαιμόνιοι ἐπισκέπτες. Κι ὅλο ἔλεγε γιὰ τὸν καημένο τὸ Βαρσαμᾶ -ποιὸς νὰ ἦταν ἄραγε;- ποὺ πῆγε νύχτα στὸ Μαχαλᾶ καὶ τὸν βρῆκαν οἱ Καλικάτζαροι, τοῦ ἔσβυσαν τὸ φανάρι ποὺ κρατοῦσε καὶ τὸν ἄφησαν στὸ σκοτάδι, κάπου ἐκεῖ στὸ Πουρί, μιὰ ρεματιὰ μεταξὺ  τοῦ Μαχαλᾶ καὶ τοῦ Κάτω Χωριοῦ.

Κι ἦρθε, αὐτὰ ποὺ μοῦ ἔλεγε ἡ μανοῦ μου, νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει ἡ θειὰ ἡ Οὐρανία ἡ Πριονιστίνα, καλικατζαρογεννημένη κι αὐτή. Μόνο ποὺ ἡ θειὰ ἡ Οὐρανία ἀνάφερε τὸ περιστατικὸ ποὺ εἶχε ἡ ἴδια μὲ τοὺς καλικάντζαρους.

Ὅταν, λοιπόν, ἦταν μικρὴ καὶ βγῆκε νύχτα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, τέτοιες μέρες, μέρες τοῦ Χριστοῦ, ἀντίκρυσε,  ὅπως διηγήθηκε, «τοὺ μιγάλου τοὺ καλ᾿κάτζαρου μὶ κατ᾿ μάτια μιγάλα!!», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τῆς κοπεῖ ἡ φωνή.  Γιὰ νὰ τὴ γιάνει δὲ ἡ μάνα της, τὴν πῆγε ἀποπέρα, στὸ Κάτω τὸ Χωριὸ, σὲ μιὰ θειὰ μαντολόγισσα, ἡ ὁποία, γιὰ νὰ τὴ συνεφέρει, τῆς ἔδωσε νὰ πιεῖ «φριξόνερο». Αὐτὰ συνέβησαν στὰ τέλη τοῦ 19ου  μὲ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., τότε ποὺ τὸ χωριὸ μας εἶχε πολλὰ τέτοια περιστατικά, τὰ ὁποῖα καὶ περιπλανιόντουσαν ἀπό στόμα σὲ στόμα, κυρίως μεταξὺ τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ καἰ κάποιων μεγάλων, ὡς διηγήσεις, γιὰ νὰ γεμίζουν ἐκεῖνα τ᾿ ἀτέλειωτα χειμωνιάτικα βράδυα. Τὰ πλόυσια σὲ συναντήσεις καὶ ἐπικοινωνία βράδυα ποὺ χαθηκαν πιά.

Ὡστόσο οἱ Καλικάτζαροι εἶναι ταυτισμένοι καὶ μὲ κάτι ποὺ ἄρεσε τόσο πολὺ σὲ μᾶς τὰ παιδιά. Μὲ τὰ μοῦρτα, τὸν μαῦρο δηλαδὴ καὶ στιφόγλυκο καρπὸ τῆς μυρτιᾶς, ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες τοῦ Δωδεκαημέρου τὸν γευόμασταν μὲ εὐχαρίστηση. Μᾶς λέγανε, λοιπόν, οἱ μεγαλύτεροι ὅτι γιὰ νὰ γλυκάνουν τὰ μοῦρτα ἔπρεπε νὰ τὰ κατουρίσουν οἱ Καλικάτζαροι, μὲ λίγα λόγια νὰ περιμένουμε τὸ Ἅγιο Δωδεκαήμερο...

Ὅμως αὐτὲς τὶς διηγήσεις ἀπὸ τὸ Κλῆμα ἦρθε ἀργότερα νὰ τὶς συμπληρώσει ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ὁποῖος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν γείτονάς μας ἀπ᾿ τὸ Σκιάθο, ἐν τούτοις μᾶς ἦταν τόσο ἄγνωστος. Αὐτὸς, λοιπόν, ὁ μεγάλος δάσκαλος μᾶς θύμισε σὲ χρόνια κατοπινὰ, κι ἀπό τότε, κάθε τέτοιες μέρες ἀνασύρει μὲ τὸ λόγο του σπαράγματα παιδικῶν στιγμῶν ποὺ ζήσαμε σὲ κάποιες φτωχικὲς, ἁπλοϊκὲς καὶ λιτὲς κάμαρες, ξεχασμένες σήμερα ἤ ἐρειπωμένες.

Ἀνοίγοντας τὶς λαμπρὲς σελίδες τῶν «Εἰκόνων» τοῦ Μωραϊτίδη, ποὺ φέρουν τὸν ὑπότιτλο «Χριστούγεννα», ὁ νοσταλγικὸς ἀναγνώστης, ποὺ ἔχει βιώσει παρόμοιες στιγμὲς, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ σταθεῖ καὶ στὸν παρακάτω διάλογο τοῦ παπποῦ μὲ τὸν μικρὸ του τὸν ἐγγονὸ.

« -Λοιπὸν θὰ ἔλθουν ἀπόψε; Ἐρωτᾷ εἷς τῶν μικρῶν.
 -Τώρα ἴσως ἔφθασαν, ἀποκρίνεται ὁ γέρων.
 -Καὶ εἶναι πολλοί;
 -Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ.
 -Καὶ ποῦ θὰ καθίσουν;
- Θὰ μοιρασθοῦν εἰς ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ.
...Ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται περὶ τῶν καλικατζάρων. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν τὸν θελκτικὸν αὐτὸν μῦθον, ὅστις τοσάκις μικροὺς σᾶς ἐφόβισεν ἤ ἐφήβους σᾶς ἐφαίδρυνε».

Πράγματι, ἦταν μιὰ παράξενη συντροφιὰ κάποτε τὰ «καλ’κατζούρια» γιὰ μᾶς τὰ παιδιὰ, ἀλλὰ κι ἕνας ἀδιόρατος φόβος μᾶς κατελάμβανε τότε ποὺ στὰ θεοσκότεινα σοκάκια τοῦ χωριοῦ σπάνια περπατοῦσε κάποιος, ἰδιαίτερα ὅταν πήγαινε κατὰ τὸ Ρέμα, γιατὶ πάντοτε ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς παρουσίας τῶν καλικατζάρων. Μάλιστα, ἄν τύχαινε νὰ πᾶμε στὰ κάλαντα καὶ φτάναμε στὸ σπίτι τοῦ Γέρο Ζησιμὴ, τὸ τελευταῖο σπίτι τοῦ Κάτω Χωριοῦ, ποὺ βρίσκεται στὸ μονοπάτι ποὺ πάει κατὰ τὸ Μαχαλᾶ καὶ τὴ Γλώσσα, ἕνα παγωμένο χέρι ἔσφιγγε τὴν καρδιὰ μας, ἐπειδὴ ἐκεῖ γύρω ἦταν σχεδὸν ἐρημιὰ καὶ τ᾿ ἀπόβραδο μέσα στὰ πυκνὰ τὰ δέντρα γινόταν ὅλο καὶ πιὸ σκοτεινό, δηλαδὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς παρουσιαστοῦν τὰ καλικατζούρια.

Ἄλλο πάλι σημεῖο ποὺ μᾶς ἔφερνε σιμὰ μὲ τὰ δαιμονικὰ αὐτὰ ὄντα,  ἦταν ὅταν τύχαινε νὰ πᾶμε στὴ Γλώσσα, τέτοιες μέρες τοῦ Δωδεκαημέρου, ἀπό τὸ μονοπάτι, τὸ ὁποῖο περνοῦσε ἀπό τὸ Κάτω Χωριὸ καὶ συνέχιζε μέχρι τὸ Μαχαλᾶ κι ὕστερα ἔφτανε στὴν Πλατάνα. Ὅταν, λοιπόν, φτάναμε στὸ Πουρὶ, σπεύδαμε νὰ περάσουμε ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα τὸ δρόμο, ποὺ ἦταν πράγματι τόσο παράξενος. Γιατὶ, ἐνῶ περπατοῦσες τὸ ἴσωμα, ξαφνικὰ κατέβαινες τὸ μικρὸ τὸ καλτερίμι μὲχρι τὸ μονοπάτι τῆς ρεματιᾶς κι ὕστερα ἔπρεπε νὰ πάρεις τὸ ἀνηφορικὸ τὸ καλτερίμι ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μαχαλᾶ. Μάλιστα, ἐκεῖ, στὸ Πουρὶ, ὑπάρχει ἕνας μεγάλος σταχτὺς βράχος γεμᾶτος μούσκλια, ποὺ μοιάζει μὲ τὴ ράχη προϊστορικοῦ ζώου...

Βάζαμε, λοιπόν, στὸ νοῦ μας τὸ Βαρσαμᾶ, ποὺ τὸν ἔπιασαν σ᾿ αὐτὸ τὴ σημεῖο μιὰ νύχτα τοῦ Δωδεκαημέρου τὰ καλ᾿ κατζούρια καὶ τοῦ σβύσανε τὸ φανάρι, καὶ παγώναμε... Μέχρι ποὺ ἦρθε καιρὸς νὰ παρατήσουν τὸ μονοπάτι αὐτὸ, νά κλείσει ἤ νὰ γίνει ἁμαξωτὸς ἕνα μέρος τοῦ ἀγροτικοῦ δρόμου ἀπό τὸ Μαχαλᾶ ἴσαμε τὰ χτήματα ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ γύρω, ν᾿ ἀλλάξει κάθε τι ποὺ θύμιζε τόσες καὶ τόσες πτυχὲς τοῦ λαϊκοῦ μας πολιτισμοῦ, νὰ διωχτοῦν καὶ τὰ καλικατζαράκια, γιὰ νὰ βρίσκουν καταφύγιο κάθε χρόνο, ὄχι στὶς καμινάδες ἤ στὶς ρεματιὲς, ἀλλὰ στὰ ποιηματάκια καὶ τὰ μικρὰ τὰ θεατρικὰ τῶν Νηπιαγωγείων, ἄντε καὶ τῶν δύο, τὸ πολὺ, τάξεων τοῦ Δημοτικοῦ...

   [Παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων, 21/12/2008, 12:24:36 π.μ.]

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Οι γιορταστικές μυρωδιές και η δική μας κουλούρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Οι μεγάλες γιορτές, το έχω ήδη ξαναγράψει, είναι για με προπάντων μυρωδιές. Η κάθε μια έχει και τ’ άρωμά της. Άλλες απ’ αυτές προέρχονται από δοξαστικά φυτά και άλλες από φαγητά και γλυκά. Η φρεσκοκομμένη μυρτιά, για παράδειγμα, στην πρώτη περίπτωση, μου θυμίζει την γιορτή της Πεντηκοστής και την τελετή «τση Γονατιστής», όπως την έλεγαν οι παλιότεροι, τότε που στο διάβασμα των ευχών κλίναμε τα γόνατα και κάναμε μικρούς σταυρούς με τα ευωδιαστά κλαδάκια. Το ίδιο συνέβαινε και με τα πανηγύρια, δίχως βέβαια γονυκλισίες και κατασκευές, αλλά με τα κλαδιά του ευλογημένου αυτού θάμνου στο πάτωμα και το προαύλιο της εκκλησίας, καθώς και με τις πιπεριές στους πολυέλαιους και τα «κυπαρίσσια» στις λάντζες της πορφυρόχρωμης «ουρανίας», γεμάτα εποχιακά λουλούδια του κήπου και όχι του ανθοπωλείου. Η γιορτή της Σταυροπροσκύνησης είχε λεβάντα και του Σταυρού βασιλικό. Τα φώτα νερατζόφυλλα. Η Λαμπρή δάφνη.

    Στην δεύτερη περίπτωση το Μεγάλο Σάββατο, εκεί κατά τις τελευταίες του ώρες, είχε τη μυρωδιά του σγατζέτου. Του Ευαγγελισμού, των Βαΐων και του Σωτήρος το σκόρδο της αλιάδας είχε την τιμητική του και του Χριστού και το Πάσχα στο σπίτι και στις γειτονιές κυριαρχούσε η πρόκληση του βραστού, για το πατροπαράδοτο και αγαπημένο αυγολέμονο. Το βράδυ της παραμονής του Αγίου η μυρωδιά της τηγανίτας αληθινά προεόρταζε.

    Αυτό, όμως, που κυριαρχούσε, μια και κρατούσε πολλές ημέρες, ιδίως στη Χώρα, ήταν το άρωμα που προέρχονταν από το ψήσιμο στους φούρνους της πατροπαράδοτης κουλούρας και του χριστόψωμου, που μας σιγούρευε και, ευτυχώς, ακόμα μας σιγουρεύει για τον ερχομό της μεγάλης γιορτής του Δεκέμβρη.

   Στα σπίτια τις κουλούρες τις έφτιαχναν την παραμονή, για να την κόψουν το βράδυ στην οικογενειακή συνάθροιση, στο εορταστικό τραπέζι. Οι φούρνοι, όμως, ξεκινούσαν πολύ νωρίτερα και έτσι από αυτούς πρωτόβγαινε το χαρακτηριστικό αυτό της όσφρησης, αλλά και της γεύσης, αργότερα, … σένιο.

   Στα παιδικά μου χρόνια δεν ξέραμε την βασιλόπιτα, που τελευταία μπήκε και στις δικές μας συνήθειες, αλλάζοντας την τζαντιώτικη ταυτότητά μας, σαν τον οβελία της Λαμπρής. Τότε υπήρχε μόνο η χριστοπαραμονιάτικη κουλούρα. Είχε και έχει μάλιστα «ηύρεμα» και όχι φλουρί, αλλά και μια ιεροτελεστία, η οποία είναι παράδοση αιώνων και δείχνει λαό μ’ ευαισθησίες και γνώση. Το κόψιμό της (η λέξη «κοπή» μου θυμίζει αποκεφάλιση ή βλάχο στην οδό Αιόλου) περιέχει τα πάντα. Σπονδές με λάδι και κρασί (τα δύο βασικά προϊόντα του νησιού), άναμμα και «πάντρεμα» φωτιάς (με το αρσενικό και θηλυκό ξύλο), συμβολισμούς (ή ίδια είναι το άστρο της Βηθλεέμ και το «ηύρεμα» ο νεογέννητος Θεός) και κατάλοιπα του χειμερινού ηλιοστάσιου των προγόνων μας, τιμητικά πια για έναν άλλο ήλιο, αυτόν «της δικαιοσύνης».

   Κύριο και εθιμικά απαραίτητο πιάτο στο πανηγυρικό, αλλά νηστίσιμο, λόγω παραμονής, αυτό τραπέζι, τα βραστά μπρόκολα, τα καθαρά τζαντιώτικα, που πουθενά αλλού δεν τα βρίσκεις στην χώρα μας, αλλά τα συναντάς στην γείτονα Ιταλία. Είναι αυτά, που με το λεμόνι κοκκινίζει το ζουμί τους και κάποτε αυτές τις μέρες κατέκλυζαν, κυριολεκτικά, το προάστιο των Κήπων, η οποίοι προμήθευαν την πόλη. Σήμερα, μάλιστα, που λόγω εθίμου, είναι απαραίτητα σ’ όλα τα σπίτια, πουλιούνται στα μανάβικα τόσο ακριβά αυτές τις μέρες, που ίσως συμφέρει ν’ αγοράσεις αντί γι’ αυτά κρέας.  Όμως για το αντέτι τους οι Ζακυνθινοί δεν κάνουν υποχωρήσεις. Τα πληρώνουν όσο, όσο!

   Το κόψιμο της κουλούρας είναι καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Σπάνια και σε ξεχωριστές περιπτώσεις παρευρίσκονταν στην τελετή φίλοι. Τα κομμάτια μοιράζονται ιεραρχικά (αφού πρώτα κοπεί αυτό του Χριστού, του σπιτιού και του διακονιάρη) σε όλα τα μέλη της οικογένειας, από τον γεροντότερο στον νεότερο. Κόβονται απαραίτητα και κομμάτια για τους ξενιτεμένους. Μετά ακολουθούν οι τυχόν καλεσμένοι, όποιο αξίωμα και αν έχουν. Παλιότερα γύριζαν τις γειτονιές και ομάδες τραγουδιστάδων, οι οποίες καλούνταν στα σπίτια για την απαραίτητη, μετά το εορταστικό δείπνο, διασκέδαση.

   Γνωρίζοντας και έχοντας στα βιώματά μου όλα αυτά, αληθινά γελάω με όσους εσχάτως και από επιπόλαιη, τηλεοπτική επιρροή ενστερνίστηκαν την ξενόφερτη βασιλόπιτα. Προπάντων δε όταν αυτοί είναι σύλλογοι, που θέλοντας να κάνουν … πολιτισμό και επιδιώκοντας να … συνεχίσουν την παράδοση, μη έχοντας καμία γνώση και παιδεία, αλλά απλά, από μόδα και τάση προβολής, αντιγράφουν και μηρυκάζουν. Μου θυμίζουν της εξ Αμερικής προερχόμενη Γεωργία Βασιλειάδου μια παλιάς, γνωστής και κοσμαγάπητης, ελληνικής ταινίας, που πέταγε όλες τις αντίκες του σπιτιού, αλλάζοντάς τες με τα δήθεν μοντέρνα έπιπλα. Η νοοτροπία του βλάχου, που κατέβηκε στην μεγαλούπολη ή πιο σωστά, για να το προσαρμόσουμε στα δικά μας, η καταπίεση του σέμπρου…

   Φίλοι και φίλες «Καλά Χριστούγεννα», στο δικό μας πνεύμα και όχι ξενόφερτα. Ας μην ξεχνάμε την ταυτότητά μας. Τα μασκαρέματα αργότερα, σαν μπει το Τριώδιο.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

ΡΙΓΟΛΕΤΤΟ ΤΟΥ ΤΖΟΥΖΕΠΠΕ ΒΕΡΝΤΙ [1813-1901] - ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Παραβλέποντας το ατυχές περιστατικό της Αυλαίας, που δεν άνοιγε στην «Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και του μεγάλου διαλείμματος που ακολούθησε για να διορθωθεί, χωρίς όμως να διορθωθεί, παρακολουθήσαμε στις 6-12-2013 μία από τις δημοφιλέστερες όπερες που γράφτηκαν ποτέ, τον  Ριγολέττο του Τζουζέπε Βέρντι, σε λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε.  Εξαιρετική η μουσική απόδοση, αλλά μας δημιούργησε  κάποιο προβληματισμό η όψη της παράστασης. 

Η τρίπρακτη όπερα είναι εμπνευσμένη από το  έργο του Βίκτωρος Ουγκώ «Ο Βασιλιάς διασκεδάζει» και  είχε προταθεί στον Βέρντι, τον Απρίλη του 1850, από το θέατρο La Fenice  της Βενετίας, να το μελοποιήσει. Ο  Συνθέτης όμως σχεδίαζε την μελοποίησή του από το 1844, επειδή διέκρινε ότι η παραμορφωμένη φιγούρα του γελωτοποιού ήταν ισάξια των Σαιξπηρικών ηρώων και επί πλέον αποτελούσε μεγάλη πρόκληση για εκείνον, η αντίθεση που υπήρχε ανάμεσα στην εξωτερική εμφάνιση και τον πλούσιο εσωτερικό και ψυχικό κόσμο του καμπούρη γελωτοποιού. Η Όπερα ολοκληρώθηκε και, παρά τα μεγάλα προβλήματα της λογοκρισίας που αντιμετώπισαν από τις Αυστριακές αρχές, η πρεμιέρα δόθηκε στις 11 Μαρτίου του 1851 και ήταν ένας θρίαμβος για τον Βέρντι, μετά από εκείνον του Μάκμπεθ στη Φλωρεντία το 1847. Από πολλούς θεωρείται το  αριστούργημα της  ώριμης περιόδου της ζωής του που σηματοδοτείται από την «τριλογία» Ριγολέττο [1851], Τροβατόρε και Τραβιάτα[1853].

Η τραγική ιστορία της όμορφης κόρης του Ριγολέττο, Τζίλντας, που ερωτεύεται και πέφτει θύμα του ανεύθυνου Δούκα της Μάντοβα, αφέντη του πατέρα της,  είναι το θέμα της  Όπερας. Ο αρχικός τίτλος της ήταν La maledizione. Η  κατάρα πέφτει από την αρχή και καθορίζει την εξέλιξη του δράματος. Εκστομίζεται από τον Κόμη Μοντερόνε κατά του Δούκα και του γελωτοποιού του, που, όχι μόνο συνέργησε στην αποπλάνηση της κόρης του από τον αφέντη του, αλλά και τον περιπαίζει. Η κατάρα στοιχειώνει τον Ριγολέττο και στο τέλος χτυπά το πιο τρυφερό και αγαπημένο πλάσμα της ζωής του, τη θυγατέρα του. 

Ο Βέρντι σκιαγραφεί τα μουσικά πορτραίτα των ηρώων του με εντελώς ξεχωριστό τρόπο και προσδίδει στον καθένα στοιχεία του χαρακτήρα του όπως, δραματικότητα στον κεντρικό ήρωα, τον Ριγολέττο,  λυρισμό στην κόρη του, Τζίλντα, αδιαφορία και κυνισμό στο ανεύθυνο   Δούκα, η άρια του οποίου, La donna e mobile,τραγουδιόταν στους δρόμους της Βενετίας την επομένη της πρεμιέρας, ο δε Συνθέτης ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία της ώστε την κράτησε μυστική ως την ημέρα της γενικής δοκιμής από το φόβο της κλοπής. 

Εκπληκτικά τα ντουέτα Πατέρα και Κόρης  όπως και το θαυμάσιο κουαρτέτο «Bella figlia dell’ amore». Σύνολο από τα πιο αγαπητά και στο οποίο ο κάθε ήρωας εκφράζει τα προσωπικά του συναισθήματα, συγκερασμένα σε μια πολύχρωμη μουσική παλέτα μοναδικής ομορφιάς! 

Εξαίσιο το ξέσπασμα της μουσικής καταιγίδας που ο Βέρντι «σκηνοθετεί», προκειμένου να ενισχύσει  την εσωτερική καταιγίδα των ηρώων του και να επιτείνει την τραγωδία που επέρχεται. Με την πρώτη αστραπή στον ουρανού, η ηρωίδα, αποφασίζει να θυσιαστεί. Με τη δεύτερη παίρνει τη θέση του Δούκα και με την τρίτη αφήνεται στο μαχαίρι του δολοφόνου και πεθαίνει για χάρη του αγαπημένου της,  αφού  πρώτα εκλιπαρεί τον πατέρα της να τον συγχωρήσει. 

Τα καλοσχεδιασμένα σκηνικά και κοστούμια του Νίκου Πετρόπουλου, σε άσπρο-μαύρο, γνωστά μας από την  πρώτη παρουσίαση της Όπερας το 2008 και η  μετατόπιση της δράσης την εποχή του Μουσολίνι από τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι συνηθίζεται και έχει γίνει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν, δημιούργησαν τον προβληματισμό που αναφέραμε στην αρχή. Ίσως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι προσθέτει και τι αφαιρεί από ένα έργο τέχνης η μεταφορά του σε μια άλλη εποχή, με άλλο ένδυμα, με άλλο ύφος και άλλη δομή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Για να τονιστεί η διαχρονικότητα; Μα αυτή, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει και αυτή είναι που το καθιστά κλασικό. Έχουμε όμως τη γνώμη πως ο Βέρντι, αν ζούσε την εποχή του φασισμού θα έγραφε διαφορετικά την Όπερά του. Ποιες οι αντιστοιχίες, οι ομοιότητες, οι παραλληλισμοί; Και γιατί να χαθεί από την όψη το τόσο πλούσιο και διάχυτο στη μουσική του Βέρντι ΧΡΩΜΑ; Πώς, αλήθεια, θα μας φαινόταν  μια τοιχογραφία του Μιχαήλ Αγγέλου ή ένας πίνακας του Ραφαήλ, όπου οι μοναδικές μορφές  τους θα έφεραν ένδυμα σημερινό ή κάποιας άλλης δεκαετίας και όχι αυτό που σχεδίασε ο ζωγράφος;  Ίσως ισχυριστεί κανείς ότι  το παράδειγμα είναι ακραίο, και δε θα διαφωνήσουμε. Ας έρθουμε  όμως σε κάτι πιο κοντινό, όπως οι Αρλεκίνοι και οι Σαλτιμπάγκοι  του Πικάσο. Πώς θα μας φαινόταν με κοστούμι και γραβάτα; Η μαγεία και η αύρα της εποχής, συνυφασμένες με το έργο τέχνης, μπορούν να αγνοηθούν, μπορούν να διαχωριστούν, να   αποβληθούν η να αντικατασταθούν;  

Πάντως στο εξαιρετικό ντιζάιν του προγράμματος της Λυρικής Σκηνής, οι δημιουργοί του, ένιωσαν την ανάγκη να προσθέσουν λίγο χρώμα στα σκέλη του οδοιπορούντος ριγολετικά R τους, με τα ευρηματικά κουδουνάκια να υποδηλώνουν  την ταυτότητα του ήρωα! 

Με τη θεϊκή μουσική του Βέρντι και τόσο καλούς μονωδούς η παράσταση δε θα μπορούσε παρά να είναι εξαιρετική. Στο ρόλο του Ριγολέττο ο θαυμάσιος Μεξικανός βαρύτονος, με τη ζεστή φωνή του, ανέδειξε με μουσικότητα τα δραματικά, περιπαιχτικά, απειλητικά στοιχεία του ρόλου του και πρόβαλε την ανθρώπινη πλευρά και τη συντριβή του  ήρωα.  

Η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη, αξιοποίησε τη λεπτή,  λυρική γραφή του Βέρντι και με το εκπληκτικό άνοιγμα της λαμπερής φωνής της και το πλούσιο συναίσθημά της μας  καθήλωσε ως  Τζίλντα! Ο Κοσοβάρος Τενόρος Ραμέ Λαχάι που αντικατέστησε την τελευταία στιγμή τον  Μάριο Τζεφίρι απεδείχθη ικανότατος και απέδωσε τον Δούκα με θαυμαστή μουσικότητα και θεατρικότητα. 

Ο βετεράνος βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος, με την μεστή ωραία φωνή του έχει αφήσει τη σφραγίδα του στο ρόλο του Σπαραφουτσίλε και μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Με χάρη και σαγήνη η μεσόφωνος Ελένη Βουδουράκη απέδωσε την Μανταλένα. Στην επιτυχία της παράστασης συνέβαλαν και οι καλλιτέχνες των μικρών ρόλων όπως ο εντυπωσιακός βαθύφωνος Δημήτρης Κασιούμης, Κόμης Μοντερόνε, καθώς και η ευέλικτη κινησιολογία-χορογραφία του Πέτρου Γάλλια. 

Ο διακεκριμένος  Αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός, σημαντικός παράγων της Λυρικής Σκηνής και βαθύς γνώστης του Βέρντι, με τη δυναμική μπαγκέτα του, απέσπασε ερμηνείες φανταστικές  από την ορχήστρα του, τη Χορωδία, την άψογα προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, και τους Καλλιτέχνες. 

Θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε την ευχάριστη έκπληξη που μας επεφύλαξε η Λυρική Σκηνή  στο φουαγιέ της Αίθουσας Τριάντη, στο κανονικό διάλειμμα της παράστασης, όπου ο δεξιοτέχνης  πιανίστας, Τίτος Γουβέλης, έπαιξε με το δικό του μοναδικό και εκλεπτυσμένο τρόπο το έργο του Φραντς Λιστ the Rigoletto Paraphrase S.434 και καταχειροκροτήθηκε!

    

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ανάγνωση του ποιητικού βιβλίου του π. Βασιλείου Θερμού, Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ

[ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 2013, σ.σ. 44]

Στὴν τέταρτη αὐτὴ ποιητικὴ συλλογή ὁ γνωστὸς καὶ δίκαια βραβευμένος ἱερέας, λόγιος καὶ γιατρός, ὁ παπα-Βασίλειος Θερμός, ἐπιχειρεῖ νὰ φανεῖ ἄλλη μιὰ φορὰ χρήσιμος μὲ τὰ ποιήματα-ἐπιγράμματα ποὺ μᾶς προσφέρει. Γιατὶ ὁ ὥριμος πιὰ ποιητικός του λόγος, ποὺ πιστεύω ὅτι θ᾿ ἀντέξει στὸ χρόνο, ἔχει σφυρηλατηθεῖ μέ τὶς ἐμπειρίες, τὶς ὁποῖες ἀπέκτησε ὡς ἱερέας καὶ γιατρός, ἀλλὰ καὶ ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ μέσα στὴ δίνη τῶν καιρῶν μας: τῶν καιρῶν ποὺ χαντακώνουν τὸ πνεῦμα καὶ ὑψώνουν τὴν ὕλη στὴ θέση τοῦ εἰδώλου τῆς Μωσαϊκῆς ἐποχῆς. Γιατὶ τὶ ἄλλο εἶναι ἡ κρίση ποὺ περνᾶμε; Μιὰ ἀπανθρωπία ποὺ χάριν τῆς ὕλης φυτεύει σταυροὺς στὰ κοιμητήρια τοῦ πνεύματος.

Στὶς σαραντατέσσερις λοιπόν, σελίδες τῆς παραπάνω ποιητικῆς συλλογῆς-τὴν ὁποία δὲν κατάλαβα γιατὶ ὁ προσεχτικὸς παπα-Βασίλειος τύπωσε στὸ μονοτονικό - ταμιεύονται εικοσιπέντε ποιήματα. Ποιήματα μὲ ἐκρηκτικό, φωτεινό καί διδαχτικό, ὅπως κατάλαβα, περιεχόμενο.

«Κύριε... φανέρωσόν μου
πῶς οἱ φωνὲς καὶ οἱ ψίθυροι
ἀλλάζουνε σὲ λόγο μυστικὸ
καθὼς ἡ ἀρχαία Σου ζητοῦσε ἐπιθυμία» (σ. 7).

θὰ μᾶς πεῖ, ἀφήνοντάς μας παράλληλα νὰ σκεφτοῦμε καθαρὰ τὸ τί σημαίνει προσευχή, ἀλλὰ καὶ πῶς οἱ μυστικὲς κραυγές μας μετουσιώνονται σὲ «δεήσεως ἦχο» μεγαλής ἰσχύος, ὅπως εἶναι ὁ ἦχος ὁ μυστικὸς τῆς Σιωπῆς.  Κι ἔχει τὴ σημασία της ἡ πρόταση αὐτὴ καὶ ἡ μνεία τῆς Σιωπῆς - τῆς ἄλλης δηλ. γλώσσας, ἐκείνης τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὅπως θὰ μᾶς πεῖ κι ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος. Γιατὶ μονάχα τότε θὰ κατεβεῖ ό καθένας  τὰ σκαλοπάτια τοῦ εἶναι του γιὰ νὰ βρεῖ τὸν ἀληθινό του τὸν ἑαυτό.

«Κάθε στιγμὴ κάπου κάποιος
στὰ ἄδυτα τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ψυχῆς του
μετράει τοὺς ἀναθεωρητὲς καὶ δηλωσίες του» (σ. 25).

Διαφορετικά, ὅσα
«ἐπιτυχημένα Ἰδιόμελα (κι ἄν πεῖ)
..............
δὲν θὰ γίνουν ποτὲ Δοξαστικά» (σελ. 20).

Ὁ ποιητής, ὡστόσο, κάνει λόγο γιὰ κάποιο Κτηματολόγιο, τόσο στὸν τίτλο τῆς συλλογῆς, ὅσο καὶ στὸ δεύτερο ποίημά του. Κτηματολόγιο ποὺ καταστέφεται (σελ. 8) καὶ μᾶς πληροφορεῖ:

«τίτλοι ἰδιοκτησίας δὲν ὑπάρχουν πιά» (σ. 8).

Φυσικὰ ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε, πὼς πρόκειται γιὰ τὸ Κτηματολόγιο Ἰδεῶν,  ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ ἕνα ἄλλο: Τὸ Βιβλίο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἄς μὴ λησμονοῦμε ὅτι τὸ μόνο Κτηματολόγιο ὅπου εἴμαστε γραμμένοι ὅλοι,  εἶναι τὸ Βιβλίο ποὺ ἔχει ὁ Θεός. Γι᾿αὐτὸ καὶ ὅταν βαφτίζεται κάποιος, μικρὸς ἤ μεγαλος εὐχόμαστε: «Γράψον αὐτὸν ἐν βίβλῳ ζωῆς...», ποὺ  ὑποδηλώνει τὴν καταστροφὴ ὅλων τῶν ἄλλων ἐφήμερων Κτηματολογίων, ποὺ δὲν παύουν νὰ εἶναι,

«καραμέλες γιὰ τὸ λαιμὸ
ποὺ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀνθέξει τὶς ἀλήθειες» (σ. 19).

Τὸ ἐρώτημα λοιπόν πού, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς,  θέτει ὁ ποιητής, κατὰ τὴ γνώμη μου εἶναι ἕνα: ἡ ἐπιστροφή. Καὶ νομίζω ὅτι τὸ ποίημα «Ἀπαγωγή» (σ. 35) τὸ λέει καθαρά...

Γιατὶ ἀλλιῶς θὰ συμβεῖ τὸ ἄλλο:

«σὰν οἱ ἐξελίξεις τὸν κάλεσαν
“μετὰ φόβου Θεοῦ” νὰ προσέλθει
ἦταν ἤδη ἀπασχολημένος [ἀλλοίμονο]
νὰ σβύνει τὰ κεριὰ τῶν ἄλλων» (σ. 30).

Τὸ βιβλίο κοσμεῖται ἀπὸ ἕξι πίνακες τοῦ ποιητῆ, ποὺ συντέθηκαν μὲ ἑτερογενῆ ὑλικά, τὰ γνωστὰ «κολάζ».

Ἄν τὰ παρατηρήσει ὁ ἀναγνώστης ἐκεῖ θὰ μπορέσει νὰ διαβάσει μιὰν ἄλλη ποίηση, συγγενικὴ ἐξάπαντος τοῦ Κτηματολογίου. Γιατὶ ἄν προσέξει τοὺς πίνακες τῶν σελ. 5 καὶ 28, θὰ καταλάβει, ἀφοῦ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη του τοὺς στίχους τοῦ τροπαρίου τοῦ Κανόνα τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου ποὺ λέει «τὸν Ἀδὰν σὺν τῇ Εὔα λυτροῦμαι παγγενῆ», τὸ τί θέλει νὰ μᾶς διδάξει ὁ παπα-Βασίλειος μὲ τὰ νέα του αὐτὰ ποιήματα.


Κυριακὴ τῶν Προπατόρων 2013, Σκόπελος π.κ.ν.κ

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ανδρέα Γ. Λίτου: XΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ (ποίημα)


Ἀλληλούια... στὸ περίγραμμα τῆς καθημερινῆς μας ἀνάσας.

Ἀλληλούια... στὰ ἀνθρώπινα σώματα τὰ γεμάτα τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς.

Ἀλληλούια... γιὰ τὸ μυρωδάτο ψωμὶ καὶ τὸ νόστιμο σουσάμι.

Ἀλληλούια... γιὰ τὸ Φῶς ποὺ γλυκαίνει τὸ μεδούλι τῆς ὕπαρξης.

Ἀλληλούια... γιατί κάνεις ἐκκλησιὰ τῆς ἀγάπης τὸ σπίτι.

Ἀλληλούια... γιατί γεμίζεις μὲ δοσίματα τοῦ φτωχοῦ τὶς ὑψωμένες χοῦφτες.

Ἀλληλούια... τὸ νοιάξιμο γιὰ τοὺς ἀνήμπορους καὶ τὰ παιδιὰ τῆς οἰκουμένης.

Ἀλληλούια... βουβὸ καὶ μέγα ἡ συγχώρηση γιὰ ἐχθρὸ καὶ φίλο.

Ἀλληλούια... ποὺ σημαίνει, δοξολογῶ τὸν Θεό γιὰ τις ευλογίες του, τὸν Ἄρτο

καὶ τὸν Οἶνο.

Ἀλληλούια... γιατί ἡ Παρθένος τὸν Ὑπερούσιον Χριστὸν τίκτει γιὰ ὅλους μας.


Ἀλληλούια... Ἀλληλούια... Ἀλληλούια...

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Π. Κων. Ν. Καλλιανός: O MAGNUM MYSTERIUM…


Στὴν ἀξιότιμη κυρία Μαρία Κοτοπούλη, ἑόρτιο εὐχετήριο  

Μεσαιωνικὴ, πολυφωνικὴ μουσικὴ τοῦ P. G. Palaistrina καὶ ἄλλων συνθετῶν, μὲ μελωδίες, τὶς ὁποῖες ἔχεις ἐμβιώσει ἀπό τὰ παιδικά σου χρόνια. Καὶ μάλιστα, σὲ τόπο ποὺ κατεῖχε τὶς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ τέτοια βιωματικὴ σχέση. Στὸ χωριό σου, ἐκεῖ ποὺ ἀπό ἕνα μικρὸ ραδιοφωνάκι τὸ πρωτάκουσες, κάποια Παραμονὴ Χριστουγέννων, ἐδῶ καὶ 40 περίπου χρόνια. Σὲ ἐντυπωσίασε πολὺ αὐτὸς ὁ Ὕμνος τότε καὶ μάλιστα σὲ βοήθησε νὰ καταλάβεις τὸ πόσο ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀλλοιώνεται ἐμπρὸς στὸ Μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἀφουγκράζεσαι, λοιπόν, καὶ πάλι αὐτὸν τὸν Ὕμνο κι ὕστερα ἀναπολεῖς καὶ  ἀνταμώνεις μὲ σκιὲς καὶ πλήθη δικῶν σου ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψαν πιὰ καὶ μόνο οἱ ἴσκιοι  τους σὲ συντροφεύουν. O magnum mysterium... Οι νότες μοιάζουν μὲ τὰ λόγια ἐκεῖνα ποὺ τὰ ἀποκρυπτογραφεῖς σὲ στιγμὲς κορυφαῖες: ὅπως τῆς προσευχῆς, τῆς ἡσυχίας, τῆς βαθύτατης συναίσθησης ὅτι ἀκούει ὁ Θεὸς τὴν κάθε σου λέξη, τὴν κάθε συλλαβὴ ποὺ τοῦ προσφέρεις. Καὶ τὸ πλέον κορυφαῖο διερώτημα ποὺ προκύπτει: Ἀποκρυπογραφεῖται,  ἆραγε,  τὸ πάντιμο Μυστήριο τῆς Σιωπῆς;
Ἄν ἡ Σιωπὴ εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ μέλλονος αἰῶνος ( ἀβ. Ἰσαάκ ὁ Σύρος), τότε ἕνα εἶναι τὸ πιὸ σίγουρο: νὰ τή βιώσεις μέσω τῆς προσευχῆς, ποὺ ὅταν ἀνεβαίνει μὲ εἰλικρίνεια καὶ γνησιότητα, τότε ἐμπεριέχει καὶ ψήγματα  αἰωνιότητας. Γιατὶ διαπορθμεύει τὸ εἶναι ἀπό τὸ παρὸν στὸ αἰώνιο, ἔστω γαὶ γιὰ ἐλάχιστο χρόνο - πολλὲς φορὲς τόσο σύντομο, ὅσο τὸ ἀνοιγόκλειμα τῶν ματιῶν.
O magnum mysterium. Τόσο ἡ μουσικὴ ὅσο καὶ οἱ λέξεις, συνδράμουν τὴν ψυχὴ γιὰ προσευχή. Γιατὶ κι αὐτοὶ οἱ συνθέτες τοῦ ἀχνοφωτισμένου Μεσαίωνα ἔνοιωσαν τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς πλόυτισαν μὲ θεῖες μελωδίες πού, ποιὸς ξέρει ἄν δέν βγῆκαν μέσα ἀπὸ μακρὲς ἀγρυπνίες φωτισμένες ἀπὸ δακρύβρεχτες δεήσεις καὶ ἀγωνίες. Γι᾿ αὐτὸ κι ὅταν τὶς ἀκοῦς ἔχεις τὴ γνώμη ὅτι τὸ χέρι τους τὸ ἔσυρε πάνω στὸ χαρτὶ Ἄγγελος Κυρίου. Ὅπως ἔσυρε τὸ χέρι ἑνὸς J. S. Bach, ἑνὸς G. Handel κ.λ.π.
Προεόρτιες μέρες τῶν Χριστουγέννων. Μέρες πασαπλισμένες μὲ ἱερὲς νότες ποὺ γαληνεύουν τὴν ψυχή, τὴν φροντίζουν, τὴν ἀφήνουν νὰ ξεφύγει -ἔστω καὶ γιὰ λίγο- ἀπό τὰ γήινα καὶ νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν Οὐρανό, «ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά Του». Καὶ κάτι ἀκόμα: μέσ’ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀκούσματα ξαναβλέπεις, ξανανταμώνεις τὰ  Πρόσωπα τὰ ἀγαπημένα ποὺ ἔχουν περάσει πιὰ στὴν ἀντίπερα ὄχθη...
O magnum mysterium... Ἀκοῦς καὶ σκέφτεσαι ὅτι ἔτσι ψάλλουν ἐκεῖ, στὴν Ἑσπερία, τὸ χάραμα τῶν Χριστουγέννων, ὅταν ἐμεῖς ἐδῶ λέμε τὸν περίπου παράλληλο ὕμνο: «Μυστήριον ξένον...». Κι ὕστερα τοὺς βλέπεις ὅλους καὶ τῆς Δύσης καὶ τῆς Ἀνατολῆς συνθέτες, ψάλτες, χοροὺς, ἀλλὰ καὶ πιστοὺς γονατισμένους μπροστὰ στὴ Φάτνη. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν εἶναι μεγάλο, συγκινητικό, εὐεργετικὸ στὴν ψυχὴ καὶ θεοφιλέστατο τὸ Μυστήριο τῶν Χριστοῦ Γεννῶν;  
Εὐγνωμονοῦμε αὐτοὺς τοὺς παλαιικούς συνθέτες γιὰ τὰ μελωδικά τους πρόσφορα καὶ  παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ τῆς Εἰρήνης καὶ Πατέρα τῶν Οἰκτιρμῶν νὰ παρουσιάσει καὶ στὰ σκοτεινὰ τὰ χρόνια μας τέτοιες οὐρανιες μελωδίες, γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ λησμόνησαν τὸ Θεό , ποὺ ἔστειλε καὶ ἀενάως στέλνει «λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ»...

Χριστούγεννα 2012


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Η Αγία του φωτός

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Λουκία, της οποίας η μνήμη γιορτάζεται και από τα δύο δόγματα την μέρα του μαρτυρίου της, στις 13 Δεκεμβρίου, έχει, κυρίως στη Δύση, δεθεί με το φως και την κυριαρχία του. Οι αιτίες γι’ αυτό είναι δύο και εξηγούν το δέσιμο του ονόματος της αθλοφόρου αυτής γυναικείας μορφής της εκκλησίας μας με τον ήλιο και τα όσα απ’ αυτόν, λυτρωτικά και ζωογόνα, συνεπάγονται. Η πρώτη είναι η σχέση του ονόματός της (Lux σημαίνει φως) με την κυρίαρχη  μορφή της ζωής και η δεύτερη η ημερομηνία της γιορτής της. Για την τελευταία πολλά έχει να μας πει η λαογραφία. Στις μέρες του Δεκέμβρη και πριν το χειμερινό ηλιοστάσιο, στις 21 του μήνα, οι μέρες είναι οι μικρότερες του χρόνου και κατά την λαϊκή αντίληψη ο ζωοδότης κυρίαρχος του ουρανού φαίνεται να κινδυνεύει. Για το λόγο αυτό, εκεί κατά το ηλιοστάσιο, άναβαν παλιότερα φωτιές πάνω στη γη, θέλοντας να τον βοηθήσουν και να τον ενισχύσουν. Κατάλοιπό τους ο γνωστός «Δωδεκαμερίτης», οι φωτιές των Γιορτών στην Βόρεια, κυρίως, Ελλάδα, αλλά και τα δικά μας δύο κούτσουρα, που καίνε την παραμονή των Χριστουγέννων, κάτω από την πατροπαράδοτη κουλούρα μας, την ώρα της κοπής της.

   Με την μεταβατική αυτή περίοδο είναι συνδεδεμένες και όλες οι γιορτές του μήνα. Ο πρώτος κύκλος του, τα γνωστά «Νικολοβάρβαρα» έχει δεθεί με την επικράτηση του σκότους και του Χειμώνα, αλλά και με την έξαρση των μολυσματικών νόσων. Έτσι η Αγία Βαρβάρα είναι αυτή που ιατρεύει από την επιδημία της βλογιάς και κρατά τα μυστικά της ίασής της. Η μνήμη της τιμάται με αυστηρή , γι’ αυτό, νηστεία στο νησί μας και παλιότερα γινόταν και λιτανεία της εικόνας της από την εκκλησία της των Κήπων, τόσο σε ανάμνηση διαφόρων σωτηριών, όσο και όταν προέκυπτε επιδημία. Στη συνέχεια ο Άγιος Σάββας, της επόμενης ημέρας, «σαβανώνει», κατά την λαϊκή αντίληψη, τη γη με χιόνι. Για να έρθει ο τελευταίος του εορταστικού τριήμερου, ο λαοφιλής Άγιος Νικόλαος «στα χιόνια φορτωμένος».

   Μα οι τρεις, συνεχόμενες αυτές γιορτές φαίνεται να είναι και οι τελευταίες της επικράτειας του σκότους. Απ’ ότι πιστεύεται και με παρετυμολογία των ονομάτων, στις 9 Δεκεμβρίου, με την σύλληψη της Αγίας Άννας, της μητέρας της Θεοτόκου, το φως «ανασαίνει» λίγο, ενώ τρεις μέρες αργότερα, του Αγίου Σπυρίδωνος, παίρνει ακόμα «ένα σπυρί». Έτσι φτάνουμε στις 22 του μήνα, σήμερα γιορτή της Φαρμακολύτριας Αγίας Αναστασίας, αλλά με το παλιό ημερολόγιο της Αγίας Άννας, που ζούμε την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Μετά από λίγο και με την Γέννηση του «Ήλιου της δικαιοσύνης» Χριστού, «το φως αξαίνει» και η μέρα όσο πάει και μεγαλώνει.

   Από τον εορταστικό αυτό κύκλο της φθοράς και της επανόδου του φωτός δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και η Αγία Λουκία, της οποίας το όνομα, όπως ήδη αναφέραμε, θυμίζει τον κυρίαρχο των ημερών. Έτσι σε όλη σχεδόν την Ευρώπη θεωρείται η προστάτιδά του και έχει μάλιστα αντικαταστήσει την δική μας Αγία Παρασκευή, μια και εκεί θεωρείται των οφθαλμών η γιάτρισσα. Για το λόγο αυτό εικονίζεται να κρατά δύο μάτια και να θυμίζει στον κόσμο την ειδικότητά της.

   Επίσης την ημέρα της γιορτής της στην Εσπερία γίνονται γιορτές, οι οποίες έχουν σχέση με το φως και την επικράτειά του. Συνήθως τότε ανάβουν τα χριστουγεννιάτικα φώτα και τιμούν την Μάρτυρα με δεκάδες αναμμένα κεριά.

   Μα η λατρεία της τιμώμενης στην Βενετία, κυρίως, αυτής Αθλοφόρου, όπου εκεί ολόσωμο βρίσκεται και το σκήνωμά της, στον ομώνυμο ναό, φαίνεται να είναι γνωστή από παλιά στο νησί μας, τη Ζάκυνθο. Και αυτό ήταν φυσικό και επόμενο, αν αναλογιστούμε την μακραίωνη σχέση των Επτανήσων με την πλωτή πόλη.

   Απόδειξη γι’ αυτό η εκκλησία της, η οποία υπήρχε παλιότερα στην πόλη, η οποία για λόγους ασφάλειας, βρισκόταν, τότε, προφυλαγμένη μέσα στο Κάστρο. Ο ναός αυτός, βέβαια, ήταν καθολικός, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει και πολλή σημασία για τη νοοτροπία της εποχής. Σύμφωνα με τον Λεωνίδα Ζώη και μ’ αυτά που μας διασώζει στο «Λεξικόν» του, η ιερή αυτή στέγη, η οποία ήταν αφιερωμένη και στην Αγία Αναστασία, ανήκε στον ιερωμένο P. Cordoni. Το 1698 ο Εμμανουήλ Μόρμορης και η αδελφή του Ταρσία, παραχώρησαν ένα παρακείμενο μικρό οικόπεδο, για να κατασκευασθεί ένα σκευοφυλάκιο. Η εκκλησία αυτή φαίνεται να είχε καταστραφεί από παλιότερος σεισμούς και η ανάμνησή της και μόνο έχει μείνει στις μέρες μας.

   Μα και στην ορθόδοξη λατρεία του νησιού φαίνεται να πέρασε η λατρεία της Αγίας. Η μορφή της είναι μια από τις τρεις, που εικονίζονται στην δεσποτική εικόνα του τέμπλου της Τριμάρτυρος, στο Ακρωτήρι, μαζί με τον Τροπαιοφόρο Γεώργιο και τον Αναστάσιο τον Πέρση. Το έργο αυτό έχει ιστορηθεί από τον μεγάλο Νικόλαο Καλ(λ)έγη και στην κάτω δεξιά πλευρά του έχει την χρονολογία: ΑΨΚΔ (1724).

   Την λατρεία της Αγίας στη Ζάκυνθο αποδεικνύουν και τα αρκετά γυναικεία ονόματα, τα οποία από παλιά υπήρχαν στο νησί και γιορτάζουν την ημέρα της μνήμης της.

Related Posts with Thumbnails