© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Οι μεταθέσεις των τζαντιώτικων πανηγυριών και οι «φωτίες τση Αγίας»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Μια από τις πολλές ιδιαιτερότητες του λαογραφικού κύκλου του νησιού μας είναι και η μεταφορά της γιορτής της κάθε εκκλησίας σε μέρα διαφορετική από αυτήν της γιορτής του ιερού προσώπου ή γεγονότος, στο οποίο είναι αφιερωμένη και η τέλεση του πανηγυριού της σε κάποιαν άλλη ημερομηνία, η οποία καμία σχέση δεν έχει με τα παραπάνω. Συνήθως η μετάθεση γίνεται σε καλοκαιριάτικη Κυριακή, έτσι ώστε και η αργία να εκμεταλλευτεί και ο αίθριος καιρός να βοηθήσει τους πανηγυριστές. Έχουμε, όμως, περιπτώσεις, όπως αυτήν του Αγίου Λύπιου ή του Αγίου Στυλιανού, παλιότερα, όπου οι μεταφορές γίνονται και σε πασχαλινή περίοδο, έτσι ώστε και το αναστάσιμο κλίμα να προβληθεί και η άνοιξη να γιορτασθεί. Μα και θερινή να είναι η γιορτή των περισσότερων ναών, κυρίως της υπαίθρου, μεταφέρεται την επόμενη Κυριακή, για να δοθεί στο πανηγύρι περισσότερο επίσημος χαρακτήρας.
   Η πιο γνωστή και αξιομνημόνευτη από αυτές της μεταφορές είναι εκείνη της Αγίας Μαύρας, στο ριζοχώρι Μαχαιράδο, η οποία τελείται, συνήθως, την δεύτερη Κυριακή του Ιουλίου.
   Θυμάμαι μικρός που τέτοιες μέρες, στην αρχή της καλοκαιριάτικης ανάπαυλας, τοιχοκολλιόντουσαν στους στύλους της πόλης τα πολύχρωμα προγράμματα της φημισμένης αυτής γιορτής, τα οποία χαρακτηριστικά άρχιζαν με την εξής φράση: «Την ερχομένην Κυριακήν [τάδε] του μηνός Ιουλίου άγεται η εορτή των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας εις το χωρίον Μαχαιράδο». Και για το «άγεται» αυτό δεν χρειάζονταν και πολλές εξηγήσεις, μια και η περίπτωση δεν ήταν η μόνη και όλος σχεδόν ο Ιούλιος ήταν γεμάτος με μεταθέσεις πανηγυριών και ένας ξένος από την νοοτροπία μας επισκέπτης δεν θα μπορούσε να καταλάβει πώς στο νησί του «Χάση» γιορτάζουν κατακαλόκαιρα τον καθαρά χειμερινό Άγιο Νικόλαο, όπως, για παράδειγμα την περασμένη Κυριακή έγινε στην Εξωχώρα!
   Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός ξένου Δεσπότη, ο οποίος, όχι μόνο προσπάθησε να καταργήσει αυτήν την συνήθεια, αλλά και στην περίπτωση του πανηγυριού του Μαχαιράδου, στο οποίο για πολλούς λόγους δεν μπορούσε να επέμβει, προσπάθησε να βρει δικαιολογία και έτσι στο εγκόλπιο ημερολόγιο της Μητρόπολης, που κάθε χρόνο τύπωνε, αλλά και σε μια δική του βιογραφία των Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, την οποία εξέδωσε, έγραφε πως η δεύτερη αυτή γιορτή τους γίνεται πιθανόν σε ανάμνηση της εύρεσης της θαυματουργού εικόνας! Στην ουσία, όμως, προσπαθούσε να ερμηνεύσει το ζακυνθινό ανερμήνευτο και να εξηγήσει κάτι το εντελώς ξεχωριστό με την δική του λογική και νοοτροπία. Μα για να καταλάβεις τη Ζάκυνθο, σε όλες της τις μορφές και εκφράσεις, πρέπει να είσαι Ζακυνθινός ή έστω Επτανήσιος. Διαφορετικά έχεις αποτύχει.
    Κανέναν, λοιπόν, εντόπιο δεν τον απασχολεί το γιατί το «πανηγύρι τση Αγίας» γίνεται τον Ιούλιο, ενώ η γιορτή της είναι στις 3 Μαΐου, αλλά όλοι το απολαμβάνουν, βιώνοντας τα πολλά χαρακτηριστικά του στοιχεία, τα οποία το κάνουν να ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα.
    Ποια είναι αυτά; Μα, πιστεύω, πως όλοι τα γνωρίζουμε.
    Τα εφτάζυμα πρώτα, τα οποία είναι το ενδεικτικό έδεσμά του, μαζί με το φημισμένο μαχαιραδιώτικο (και τζαντιώτικο) στουφάδο, που το κάνει να διαφέρει από το πανελλήνια γνωστό όχι μόνο η μετατροπή του «ι» σε «ου» («στουφάδο» και όχι «στιφάδο»), αλλά και η έλλειψη κρεμμυδιών. Μετά η ολονύχτια διασκέδαση. Ύστερα οι «φωτίες» και η εωθινή λιτανεία και τέλος τα σουλάτσα και οι απογευματινοί χοροί, οι οποίοι απαθανατίσθηκαν σε μια ζωντανή φωτογραφία από τον γνωστό Αρχιδούκα της Αυστρίας, τον πολυσυζητημένο Λουδοβίκο Σαλβατόρ, στο γνωστό του «Zante».
   Από τα παραπάνω, λόγω έλλειψης χώρου, θα σταθώ μόνο στις περίφημες «φωτίες» και σ’ αυτές θα δώσω το περισσότερο βάρος. Έτσι ονομάζουμε, από ιταλική επίδραση, εμείς στη Ζάκυνθο τα πυροτεχνήματα, τα οποία είναι απαραίτητα σε κάθε πανηγύρι. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η ποσότητα και η ποιότητά τους χαρακτήριζε και την επιτυχία του και ήταν αιτία συναγωνισμού, όπως κυρίως συνέβαινε με την περίπτωση των πανηγυριών του Αγίου Λαζάρου και της Αγίας Τριάδος («Τριαδός», κατά την τοπική εκδοχή) της πόλης, τις ημέρες του Πάσχα.
   Στο τέλος του όρθρου, λοιπόν, εκεί κατά τα χαράματα της γιορταστικής Κυριακής, με την δοξολογία, «έβγαινε» και «βγαίνει η εικόνα» για το καθιερωμένο πρετσεσίο. Η  έξοδός της από το ναό δεν αναγγέλλεται, όπως στις άλλες περιπτώσεις με μάσκουλα και κωδωνοκρουσίες, αλλά η καθέδρα της τοποθετείται στο κεφαλόσκαλο της κεντρικής εισόδου της εκκλησίας και τότε ξεκινά η τελετή. Καίγεται μία «φωτία», βαρεί ένα πανηγυρικό σένιο το καμπαναρίο, με τις μοναδικά γλυκόλαλες καμπάνες και η μπάντα παίζει ένα κομμάτι. Όλα αυτά επαναλαμβάνονται τόσες φορές, όσα είναι και τα πυροτεχνήματα. Σαν τελειώσουν η εικόνα λιτανεύεται στο χωριό και με την επιστροφή της ο κόσμος αποχωρεί, φέρνοντας στο σπίτι του παστέλια και φ(ρ)ιτούρες, για να ξανάρθει το απόγευμα να χορέψει και να διασκεδάσει.
   Για τα εφτάζυμα και το στουφάδο θα γράψουμε περισσότερα μιαν άλλη φορά, ίσως του χρόνου. Προς το παρόν, κλείνοντας το σημερινό μας κείμενο, θα σταθούμε σε μιαν άλλη, ανερμήνευτη για τους μη μυημένους, πτυχή του πανηγυριού, η οποία είναι και δείγμα της ζακυνθινής νοοτροπίας. Όταν έρθει η φιλαρμονική για την περιφορά, προς το τέλος του όρθρου, η ακολουθία διακόπτεται, η μπάντα μπαίνει στην εκκλησία και παίζοντας ένα μαρς, κάνει τρεις κύκλους γύρω από το μπαλντακίνο με την καθέδρα της Αγίας.
   Για όσους έχουν αντιρρήσεις, αντίδοτο και ερμηνεία από τον ποιητή Γιάννη Τσακασιάνο, που, μιλώντας για τα αντέτια μας στους «Σπουργίτες» του γράφει: «Όχι, με σας που βρέθηκα, Σπουργίτης θα ψοφήσω». Και οι ποιητές δεν χωρούν αμφισβήτηση.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» με αφορμή την ΕΡΤ

Γράφει η δοκιμιογράφος ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το Σάββατο το βράδυ, 15-06-13, η ορχήστρα της καταργημένης  ΕΡΤ μάς κάλεσε σε προσευχή στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη Το Άξιον Εστί.  Και Το Άξιον Εστί  είναι ίσως το μόνο έργο που θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στο κάλεσμα της ανάγκης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής που έκανε το θαύμα ορατό μέσα από την ποίησή του. Μας δίδαξε πώς να περπατάμε στο νερό και στον αέρα, να μεταβαίνουμε δηλαδή σε μια δεύτερη κατάσταση, να ακούμε τα ανάκουστα και να βλέπουμε τα αόρατα, με μια άλλη ακοή και μια άλλη  όραση, που είναι η άλλη όψη της υπερηφάνειας, δηλαδή, η ποίηση που μας δίνει τη δύναμη να αντέχουμε τα δεινά μας. Όμως φαίνεται πως
«Τα δεινά μας καλώς έχουν      και η τάξη δεν πρόκειται ν’ ανατραπεί»,  (Το Φωτόδεντρο), πράγμα που σημαίνει πως ο ποιητής και προφήτης είναι και μάντης και από τότε που το είπε έγιναν πολλά ακόμα. Σήμερα και πάλι «Μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια». Πένθος για το λαό και το «φως ανελέητο» για να δείχνει καλά τα δρώμενα.
Παραμένει πάντα στήριγμα, καταφυγή κι ελπίδα η προσευχή. Η αθάνατη προσευχή  του ποιητή στο Άξιον Εστί :
  
ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη *  λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά  *  στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να  * και στη θάλασσα μόνη της !

Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!

Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό *  τα γυρίζω πίσω απ’ τον Καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ * με φοβέρες και μ’ αίματα!

Μα ’χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί   * κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος μπαί * νουν εναντίον οι άνεμοι!

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!

Το πρώτο δίστιχο, που επαναλαμβάνεται και στο τέλος του ποιήματος, συνιστά αυτό που είπαμε ήδη. Προσευχή. Με τις ηθικές δυνάμεις του ουρανού και της γης, τον Ιησού και τη μυρσίνη τη δοξαστική, με δάδα από φως  και αρωματικά,  ιαματικά ικετευτικά κλαδιά μυρτιάς, ο ποιητής παρακαλεί για τη χώρα του.   Η χώρα του με τα αετόμορφα βουνά της, τα ηφαίστεια που αναδίδουν την ψυχή της, τα κλήματα που γεννούν τον αναγεννητικό χυμό του Διόνυσου, τα σπίτια τα λευκά που κοιμούνται σαν παιδιά, ακουμπώντας το ένα στο άλλο και τη θάλασσα τη θαυματουργή. Εκείνη που τίναξε την Ελλάδα μέσα από τα κύματα σαν Αφροδίτη. Εκείνη που σαν τους αγγέλους μετεωρίζεται ανάμεσα Ανατολής και Δύσης, αλλά ανεξάρτητη, πάνω από τη στεριά και τη θάλασσα, κάτω από το γαλανό ουρανό. Θεά.

Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της !

Γιατί με τις διατυπώσεις «αν αγγίζει» και «αν ακουμπά», ο Ελύτης μοιάζει να αρνείται και το ένα και το άλλο. Στην ουσία μιλάει για θαύμα και επιβάλλει να το δούμε κι εμείς, προτείνοντας το δάχτυλο στον αναγνώστη με εκείνο το «να». Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας μια Ελλάδα ιδέα. Αυτή η ιδέα επανέρχεται στη συλλογή Ο Μικρός Ναυτίλος:

Κατοίκησα  μια   χώρα   που   έβγαινε  από  την  άλλη,  την
πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε. τόσο άπιαστη.

Οι διατυπώσεις «τόσο λίγη» και «τόσο άπιαστη», «χάραξα πάνω στο χαρτί», μας οδηγούν  κατευθείαν στην  ιδανική, άρα άυλη, πολιτεία του Πλάτωνα, μόνο που η Ελλάδα του Ελύτη είναι στοιχειωδώς υλική. Τα υλικά της:

Από   το   βότσαλο   στο   φύλλο   της   συκιάς   κι    από    το
φύλλο της συκιάς στο ρόδι, όπως από τον Κούρο στον Ηνίοχο
κι από τον Ηνίοχο στην Αθηνά.
Ονειρεύομαι μιαν ηθική που η εσχάτη αναγωγή της να οδηγεί
στην ίδια ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα [1].

Η Ελλάδα συντίθεται από το νυν και το αιέν. Αυτό εκφράζεται μέσα από τα φυσικά και ιθαγενή χαρακτηριστικά της: «βότσαλο», «φύλλο συκιάς», «ρόδι». Ο «Κούρος», ο «Ηνίοχος», η «Αθηνά» είναι πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Αυτές οι δύο κατηγορίες,  η φύση και ο πολιτισμός, ταυτίζονται  και ανάγονται σε «ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα» η οποία, παραπέμποντας στην «Αγία Τριάδα», θεοποιεί  την Ελλάδα.   Υπάρχει όμως και μια άλλη Αγία Τριάδα, η ακόλουθη:

Εάν  αποσυνδέσεις  την  Ελλάδα,  στο τέλος  θα δεις να σου
απομένουν  μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαί-
νει με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Σ’ αυτό το απόσπασμα,  γίνεται η μυστική μίξη του αρχαίου και του χριστιανικού, του καθημερινού και του θεϊκού.  Η Ελιά της Αθηνάς και το Αμπέλι του Διόνυσου, το λάδι και το κρασί, στην Αγία Τράπεζα και στο τραπέζι μας και, τέλος, το καράβι,  με το οποίο  η Ελλάδα ανοίγεται στο ταξίδι ως γλώσσα και πολιτισμός, Και αυτό είναι το τρισυπόστατο της αγιοσύνης της, το οποίο δυνάμει αναδημιουργεί  την Ελλάδα αενάως.
          Οι τριάδες που προηγήθηκαν  μας διαφωτίζουν πάνω στη θεωρία των αναλογιών, σύμφωνα με την οποία υπάρχει επίδραση του τοπίου στο ανθρώπινο πνεύμα [2]. Κι αυτό είναι άλλο ένα δείγμα του θαύματος που συμβαίνει στην ελληνική γη. Για παράδειγμα ένα βουνό αντιστοιχεί σε μια υψηλή σκέψη του Δημιουργού, ένας κάμπος σε μια ώρα ανάπαυσης. Από Το Άξιον Εστί και πάλι: ο Θεός, ανάλογα με τις διαθέσεις του, δημιουργεί τα χαρακτηριστικά του τόπου:

    α)    με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές γραμμές
            .    .         .         .        .             .           .             .
Ύστερα νωχελικά  ήρθαν
                                           οι λόφοι οι κατωφέρειες
              άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση 
(πλάστηκαν)                             τα λαγκάδια οι κάμποι
              κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί,  (όταν ο Θεός είχε)
          δυνατές πολύ παρορμήσεις
                   Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
                                            κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό: (ξεπετάχτηκε)
               Ο  Όλυμπος,  ο Ταϋγετος [3].

Στις αναλογίες φύσης και πολιτισμού ανήκει και η αναλογία της γραμμής των αθηναϊκών βουνών με το αέτωμα του Παρθενώνα (αρχαίοι ναοί), οι Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού (χριστιανικοί ναοί), ο μυχός της θάλασσας που μοιάζει με Ωραία Ελένη κλπ. Ο Ελύτης δηλαδή, επισημαίνει χαρακτηριστικά της Ελλάδας, υλικά και πολιτισμικά, τα οποία ανάγει σε ιδεατά. Κι όταν σκύβει  πάνω από τα νερά, αναζητώντας την άλλη πλευρά των πραγμάτων, βλέπει: «τους ίδιους καστανούς λόφους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπιτάκια που ακουμπάνε το ’να στ’ άλλο, και τ’ αμπέλια που κοιμούνται σα μικρά παιδιά, τους τρούλους και τους περιστεριώνες» [4]. Βλέπει δηλαδή τον κόσμο και την ιδέα του, τον κόσμο και το είδωλό του, ταυτισμένα, εδώ στη γη.
          Γι’ αυτή τη γη έγραψε ο Ελύτης, μελοποίησε ο Θεοδωράκης και  έπαιξε  η ορχήστρα της ΕΡΤ το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.



[1][1]Βλ. Ο Μικρός Ναυτίλος, σελ. 55.
[2][2] Ελύτη, Συνέντευξη, περ. Το Δέντρο,  σελ. 143.
[3][3] Ελύτη, Άξιον Εστί, σελ. 15.
[4][4]  Ελύτη, «Μυρίσαι το Άριστον», ΧΧVΙΙΙ, Ο Μικρός Ναυτίλος, σελ. 121.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΛΙΟΚΑΜΕΝΑ ΑΓΚΑΘΙΑ (ποίημα)


Βραχώδεις σχέσεις
οι σφραγίδες εξωδίκου
βεβαιωμένη και η ημερομηνία παραλαβής

Αμείλικτος αποστολέας
«με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του»
πυροκροτεί
κατασχέσεις ονείρων - οικιακή θαλπωρή.

Για δες
το παιδικό βλέμμα πώς ξεριζώνει τα ράφια του τοίχου
κι ο σπορέας σαν Τραπεζίτης
εξωσυζυγικός.


[Ζάκυνθος, Ιούλιος 2013]

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ALESSANDRO του G. F. HAENDEL [1685-1759] ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΜΕΡΑΤΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Μία ακόμα διεθνής διάκριση για τον πλέον προικισμένο Έλληνα Αρχιμουσικό Γιώργο Πέτρου και την Ορχήστρα Καμεράτα, είναι η κατάκτηση του Διεθνούς Βραβείου για την καλύτερη Όπερα Μπαρόκ της χρονιάς, «Αλέξανδρος» του Χέντελ, [International Opera Awards 2013], που παρακολουθήσαμε, στις 28-6-2013 στην Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», ύστερα από αναβολή της προγραμματισμένης παράστασης τον περασμένο χειμώνα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Αν και είχε προηγηθεί η φήμη της Όπερας από τη βράβευσή της και τις παραστάσεις στο εξωτερικό, αξίζουν συγχαρητήρια στο Διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Γιώργο Λούκο, που είχε τη διορατικότητα και την ευαισθησία να εντάξει στο πρόγραμμά του τη σπάνια παιζόμενη Όπερα και βεβαίως να δικαιωθεί από την θαυμάσια παράσταση και από τη μεγάλη προσέλευση και τον ενθουσιασμό του κόσμου. 

Την όπερα «Αλέξανδρος», σε τρεις πράξεις, συνέθεσε ο Χέντελ  το 1726 σε λιμπρέτο του Paolo Antonio Rolli,  βασισμένο στην «ψευδοϊστορία» γύρω από την προσωπικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ortensio Mauro. Είναι η πρώτη όπερα, όπου ο Χέντελ χρησιμοποίησε  δύο αντίπαλες  Ιταλίδες ντίβες, σοπράνο, την  Faustina Bordoni από τη Βενετία και την  Francesca Cuzzoni από την Πάρμα, για να  ερμηνεύσουν αντίστοιχα τη Ρωξάνη και την Λιζάουρα. Το  ρόλο δε του Αλέξανδρου ερμήνευσε ο διάσημος καστράτο της εποχής Senesino. Η Όπερα πρωτοπαίχτηκε στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου τον Μάιο του 1726, με θριαμβευτική επιτυχία και συμπλήρωσε τον εκπληκτικό, για την εποχή, αριθμό των δεκατριών παραστάσεων! Μετά από 287 χρόνια θριαμβεύει ξανά στην Ελλάδα, μες από την δεξιότητα του ταλαντούχου Αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου και των συνεργατών του. Να θυμίσουμε εδώ την εκπληκτική παράσταση της 18ης όπερας από τις 50 του Χαίντελ, «Ταμερλάνο»,με τον εξαιρετικό Νίκο Στεφάνου στον ομώνυμο ρόλο, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2006 υπό την διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου με την ορχήστρα των Πατρών και με όργανα εποχής!

«Θέατρο εν θεάτρω» μηχανεύτηκε η διάσημη Αμερικανίδα Χορογράφος και Σκηνοθέτης Λουσίντα Τσάιλτς, που, με την ευρηματική και πνευματώδη σκηνοθεσία της, έδωσε νέο ύφος στην όπερα. Συμμέτοχος σ’ αυτό το επίτευγμα  ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος Πάρις Μέξης, όπου με τα θαυμάσια λειτουργικά σκηνικά, τα καλαίσθητα ενδύματα, τις εύστοχες χαριτωμένες νύξεις του, παρέπεμπε τόσο στην εποχή του βωβού κινηματογράφου τού  1920, όσο και στην εποχή δημιουργίας της όπερας, το ύστερο Μπαρόκ.

Όλα διαδραματίζονται ανάμεσα στα παρασκήνια και στο κινηματογραφικό πλατό, όπου γυρίζεται σε ασπρόμαυρη ταινία ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο χώρος και ο χρόνος έχουν τη «ρευστότητά» τους, με συνδετικούς κρίκους τους χορευτές, που εισάγουν τον ακροατή στις μαγικές μεταμορφώσεις της όπερας.

Ο Αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου από την αρχή κυριάρχησε στο πόντιουμ. Ανέδειξε τον ευαίσθητο ήχο των οργάνων  εποχής και οδήγησε την Καμεράτα και τους μονωδούς σε υψηλές ερμηνευτικές επιδόσεις. Πρόσεξε ιδιαίτερα τις λεπτές φωνές των κόντρα τενόρων, όπως του Κροάτη αστέρα της βραδιάς, Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς, στο ρόλο του Αλέξανδρου. Απέσπασε εξαιρετικές ερμηνείες από τη Γαλλίδα Μπλαντίν Στασκίεβιτς - «Ρωξάνη»,  την Τσεχοσλοβάκα Αντριάνα  Κουτσέροβα - «Λιζάουρα»,  καθώς και από τον «Ταξίλη» του Ισπανού Χαβιέ Θάμπατα, τον «Κλείτο» του Ρώσου Πάβελ Κουντίνοβ, τον «Λεοννάτο» του  Σεβιλλιάνου Χουάν Σάντσο και τον θαυμάσιο «Κλέωνα» του Νίκου Σπανού.

Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα θα λέγαμε ότι μόνο ένας δεξιοτέχνης της μπαγκέτας θα επιτύγχανε μέσα από μία Μπαρόκ Όπερα να χαρίσει στο κοινό του στιγμές υψηλής αισθητικής συγκίνησης, στιγμές απόλαυσης!    


Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΓΙΑ ΛΙΓΟ (ποίημα)


Αφήσου
στη χτένα της άμμου
στεγνή
να λειαίνει τις αρθρώσεις
Αφήσου
στις θερινές ακτίνες του Νότου
δακρυσμένες
να λούζουν μελανίνη τον πύρινο κόσμο
Αφήσου
στην πλώρη της δροσιάς
αφρώδης
να ελαφρύνει της βουτιάς την πτώση
Αφήσου
στο κύμα του Μαΐστρου
θεόσταλτο
να πιτσιλά το βαθύ γαλάζιο
Αφήσου
στις εμπειρίες του δρόμου
ανηφορικός
να μαγεύει τη θέα στον εσπερινό των άστρων
Αφήσου
στη συναυλία του Παντός
χαοτική
να θωπεύει  στη σιωπή των ώτων
ΑΦΗΣΟΥ

[Ζάκυνθος, 1-7-2013]

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Βαθμολογίες, βαθμοί και φούσκες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Ανάμεσα στους βαθμούς πορεύεται η ζωή μας. Η πρόγνωση των βαθμών Κελσίου είναι καθημερινή μέριμνα των επιστημόνων    όπως και η ενημέρωση των πολιτών για τον προγραμματισμό της ενδυμασίας, της θέρμανσης και  των  εργασιών, τη συντήρηση της ύλης, των προϊόντων… Οι θρησκευόμενοι  προβληματίζονται για το βαθμό της πίστης τους προς το Θεό. Οι εργοδότες και οι επιχειρηματίες μελετούν  το βαθμό απόδοσης της επιχείρησης και των εργαζομένων, οι κυβερνώντες το βαθμό ανάπτυξης, τα ποσοστά κατανάλωσης, ανεργίας, δημοτικότητάς τους. Αθλητές και αθλητικές ομάδες κυνηγούν τους βαθμούς στους τάπητες των αγώνων για το μετάλλιο της νίκης.
Παιδαγωγοί, ψυχολόγοι και δάσκαλοι όλων των βαθμίδων βαθμολογούν την επιμέλεια και την απόδοση των μαθητών τους, το δείκτη ευφυΐας, το βαθμό νοημοσύνης, την αυτογνωσία.
Όλοι μας εκθέτουμε τον εαυτό μας στην κοινωνία και βαθμολογούμαστε γι’ αυτό που παρουσιάζουμε, ιδιαίτερα μάλιστα για το βαθμό της συναισθηματικής μας νοημοσύνης, για την ικανότητά μας δηλαδή να επικοινωνούμε σωστά με τον εαυτό μας και με τους άλλους καθοδηγούμενοι από ευγενή αισθήματα, δίχως τα παράσιτα του εγωισμού, της προσβολής, της επιθετικότητας, της βίας. Αυτός ο βαθμός είναι ίσως ο πιο σημαντικός στο σύνολο της ύπαρξής μας, η απόκτησή του στα υψηλότερα επίπεδα  καθρεφτίζει το βαθμό ισορροπίας  στο τεντωμένο σκοινί του βίου .
Το εκπαιδευτικό σύστημά μας πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτό το σημαντικό κομμάτι της παιδαγωγίας και της καλλιέργειας των παιδιών. Μαθητές και γονείς επιδίδονται στη βαθμοθηρία, σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με βλαβερές συνέπειες στην ψυχολογία και τη συναισθηματική νοημοσύνη. Εκεί που θα περίμενε κανείς σε μια πολιτισμένη κοινωνία οι πάντες να ασκούνται για την καλύτερη κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, το υπάρχον  σύστημα εξασκεί «τους υπηκόους του» στη συσσώρευση  στείρων γνώσεων και γoήτρου με επαγγελματικές - οικογενειακές διακρίσεις και υλικά αγαθά, χωρίς υγιή ψυχολογική και συναισθηματική προοπτική. Ψυχροί τεχνοκράτες του καπιταλιστικού συστήματος με το χαμηλότερο δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης σχεδιάζουν μεθοδικά την απανθρωποποίησή μας, δίχως να το αντιλαμβάνονται, θύματα και οι ίδιοι της στρεβλής αγωγής τους. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας παραμένει στους ευαίσθητους και μορφωμένους εκείνους δασκάλους που προσφέρουν αφειδώς το δροσερό ηδύποτο της αγάπης και της γνώσης στους ζωηρούς των θρανίων. Αυτοί φέρουν το φορτίο της αντίστασης, την ελπίδα για το μέλλον και ενδεχομένως να είναι εκείνοι που προσεχώς θα αξιολογηθούν αρνητικά!
Οι πρόσφατες βαθμολογίες των πανελλαδικών εξετάσεων, αναρτημένες στα Λύκεια, χαροποιούν αλλά και συνθλίβουν ή  δημιουργούν αδιάφορες (φαινομενικά) ή και επιθετικές νεανικές προσωπικότητες. Καθένας κουβαλάει το φορτίο του, που βαραίνει ή αλαφρώνει από τον τρόπο που οι άλλοι τον παρακολουθούν να ανεβαίνει την ανηφοριά. Θα συμπορευθούν στη χαρά και στη θλίψη ή θα προσπαθήσουν να μειώσουν την  αξία της όποιας προσπάθειας;
Ανεξίτηλη θα μείνει για μένα, εκείνη η μεγάλη μέρα όταν, όπως συνηθιζόταν άλλοτε, ανακοινώθηκε  από ραδιοφώνου και επώνυμα η εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο. Συγχωριανοί μου, συγγενείς, φίλοι μαζεύτηκαν στο σπίτι να με συγχαρούν για την επιτυχία μου, ανάμεσά τους όμως και ο φαρμακερός:
«Συγχαρητήρια Παύλο, αλλά έμαθα ότι εκεί που πέτυχες ήταν εύκολα!». Ο δικός του γιος είχε αποτύχει και δεν μπόρεσε να ελέγξει τη ζήλεια του…
Παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν και σήμερα με διάφορους τρόπους. Εκπαιδευτικοί και γονείς επιπλήττουν τα παιδιά τους γιατί έφεραν χαμηλότερη βαθμολογία από την προσδοκώμενη  κι έτσι κρίνονται αρνητικά οι ίδιοι μες την κλειστή μας κοινωνία…
- «Τα είπαμε τόσες φορές στο σχολείο και στο φροντιστήριο, γιατί δεν τα έγραψες;» επιπλήττει ο καθηγητής κι έτσι, ενώ νομίζει ότι διαφυλάττει το επιστημονικό και διδακτικό κύρος του, μειώνει ταυτόχρονα το βαθμό αυτοεκτίμησης του μαθητή του!
- «Τόσα λεφτά για τα φροντιστήρια πήγαν χαμένα..!» διαμαρτύρεται ο γονιός.
- «Συγχαρητήρια, αλλά έχασες  την πρωτιά!» είπαν σε κάποιον που ήλθε δεύτερος…
- «Είσαστε φούσκες!» φώναξε μια μάνα στην κόρη της και στη φίλη της κόρης της που προετοιμάστηκαν αρκετά αλλά δεν τα κατάφεραν από υπερβολικό άγχος (άγχος που ενδεχομένως οι ίδιοι οι γονείς το προκάλεσαν) να πετύχουν υψηλό στόχο.             
Καταντήσαμε όλοι φούσκες, φουσκωμένοι από την εγωπάθεια,  τον πρόσκαιρο δανεισμένο υλοζωισμό και τον ευδαιμονισμό και τραυματίζουμε τα παιδιά μας  χωρίς να καταλαβαίνουμε το βάθος και την έκταση της πληγής, το βαθμό των ψυχολογικών εγκαυμάτων που δημιουργούμε. Ίσως δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί ότι άλλαξαν τα πράγματα, ότι η γνώση παραμένει μεν ένας ανεκτίμητος και άφθαρτος θησαυρός, αλλά δεν εξασφαλίζει επαγγελματικά αποκατάσταση. Είναι  ώρα να προβληματιστούμε σοβαρά για το είδος της γνώσης που θα πρέπει να φροντίζουμε για τα παιδιά μας  και να αγωνιζόμαστε γι αυτό σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.
Την επόμενη σχολική χρονιά θα φουσκώσει ο αριθμός των μαθητών κατά τμήμα. Ποια ποιότητα διδασκαλίας μπορεί να περιμένει κανείς, πώς θα μπορέσει ο δάσκαλος να πλησιάσει το μαθητή, να εντοπίσει τις ιδιαίτερες κλίσεις, τα ενδιαφέροντά του, τα προβλήματά του; Πώς θα υπάρξει συνεργασία με τους γονείς μέσα στο κλίμα αντιπαλότητας που έχει δημιουργηθεί από το εκπαιδευτικό σύστημα, που απαιτεί εξωσχολική βοήθεια και οι γονείς βλασφημούν τους ίδιους τους δασκάλους των παιδιών τους, γιατί δεν παίρνουν υψηλή βαθμολογία και αναγκάζονται ή δεν έχουν να πληρώνουν τα φροντιστήριά τους;
Οι δάσκαλοι έχουμε χρέος να βοηθήσουμε τους αδύνατους, φτωχούς μαθητές μας με  πρόσθετη διδασκαλία πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου μας. Σ’ αυτό μπορούν να βοηθήσουν και οι άνεργοι εκπαιδευτικοί, θα ωφεληθούν πολλαπλώς από την προσφορά. Τα κοινωνικά φροντιστήρια, που έγιναν φέτος με πρωτοβουλία της ΕΛΜΕΖ ήταν μια καλή αρχή, χρειάζεται όμως συνέχεια στο πλαίσιο ενός δικτύου αλληλεγγύης, όπου ο καθένας θα προσφέρει ό,τι μπορεί για να θωρακιστεί η κοινωνία από τη νέα λαίλαπα του καπιταλισμού. Γονείς και δάσκαλοι είναι υπεύθυνοι για την προσπάθεια κοινωνικής συμφιλίωσης που απαιτείται, για την αυτογνωσία, και τη γενικότερη επιτυχία της εκπαίδευσης. Με προβληματισμό, γνώση και αγώνα (ατομικό και συλλογικό) είναι δυνατό  να βελτιώσουμε το βαθμό συναισθηματικής μας νοημοσύνης μας,  να ξεφουσκώσουμε το Εγώ μας, ώστε να απολαμβάνουμε τις όποιες βαθμολογίες μας επιφυλάσσει η ζωή.

Ζάκυνθος, 29-6-2013

Απόστολου Θηβαίου: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΡΩΞΑΝΗ


Η γυναίκα Ρωξάνη καθώς συγκινείται με τα φώτα μιας μακρινής ακτής. Η γυναίκα Ρωξάνη με τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη, γερασμένη, με το μαύρο, νυχτικό της φόρεμα πάνω στα βαρέλια του έρημου σταθμού, κάπου στην ενδοχώρα. Η γυναίκα Ρωξάνη που μιλά την ολότελα χαμένη διάλεκτο των Αζτέκων και γνωρίζει να ερμηνεύει τα φρέσκα των επαρχιακών ναών και πάλι τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη που ζει βαθιά μες στα νερά, η γυναίκα Ρωξάνη που αγαπήθηκε πολύ και ευθύνεται για τα άνεργα καράβια, τα ερωτικά μνημεία, τις νεκρές ιέρειες, τις χαμηλά φωτισμένες γωνιές της πόλης, η γυναίκα Ρωξάνη με τα λαδωμένα της φορέματα, νεκρή στην Πομπηία μες στις στάχτες και η τρεμάμενη μορφή της μες στα οράματα του μέλλοντος.

Η γυναίκα Ρωξάνη, οι θρυλικοί σεισμοί, τα προπατορικά αμαρτήματα, τα steam ships που διατρέχουν τον ισημερινό, αργά, σαν κυνηγοί, η γυναίκα Ρωξάνη με το δαυλό στα χέρια της, δαντελένιο κολάρο, σφιχτά στο λαιμό, η κόρη του Θεού, το χαλάζι στα κτήματα, το κρύο που φτάνει μέρα με τη μέρα και η μακρινή μοναξιά εκείνου που αγάπησε πολύ τη γυναίκα Ρωξάνη. Το δωρικό του μίσος μεθυσμένο στο μέσα τραπέζι του καφενείου της οδού Νέστορος. Η γυναίκα Ρωξάνη, καθώς μια απέραστη νύχτα της πόλης. Η γυναίκα Ρωξάνη, σώμα σκληρό και ιστορίες με φονικά στα ποταμίσια σπίτια. Η γυναίκα Ρωξάνη και οι αδικημένες μας σοδειές, πάλι τα απόφωνα του μέλλοντός μας.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Οι απόηχοι μιας φωτεινής γιορτής

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου από πέρσι εγκατέλειψε την περίοδο του Καρναβαλιού, αυτονομήθηκε, απέκτησε το δικό της τετραήμερο εκδηλώσεων και με την ενέργειά της αυτή επανήλθε σταθερά στην καθημερινότητα των κατοίκων του νησιού, όχι σαν αντιγραφή του παρελθόντος και νεκρανάσταση, αλλά, προσαρμοσμένη στο σήμερα. 

Η αργία του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι και η πρώτη ανάπαυλα του Καλοκαιριού και η περίοδος κατά την οποία πολλοί αναζητούν μια σύντομη διέξοδο και φυγή από την ρουτίνα, ήταν η καλύτερη επιλογή της, μια και τότε πολλοί επισκέπτονται το νησί μας και με την διεξαγωγή της κάτι έχουν να δουν. Αλλά και η μοναδικότητά της στον ελληνικό χώρο μπορεί να γίνει πόλος έλξης περισσότερων και πιο απαιτητικών επισκεπτών. 

Ήδη μεγάλης κυκλοφορίας αθηναϊκή εφημερίδα, το Πρώτο Θέμα, σε ολοσέλιδο αφιέρωμα κυριακάτικου φύλλου της την χαρακτήρισε σαν το γεγονός του Καλοκαιριού για τον τόπο μας και πολλοί ήρθαν στο νησί ειδικά για να την παρακολουθήσουν.

Ο ευρωπαϊκός και πανεπτανησιακός χαρακτήρας της επαναφέρει το Φιόρο του Λεβάντε στην αρχική και γνήσια ταυτότητά του και ενώνει έναν χώρο, με κοινό πολιτισμό, τον Ιόνιο, τον οποίο κάποιοι ανεγκέφαλοι και ανιστόρητοι προσπαθούν να διασπάσουν.

Η Ζάκυνθος για τέσσερις μέρες, την προηγούμενη βδομάδα, έζησε τον δικό της μύθο και την ξεχωριστή της ιστορία και πρόσθεσε χρώμα σε μια γκρίζα εποχή, που τελευταία όλοι μας βιώνουμε.

Σημαντικές οι ώρες που χώρες διαφορετικές συνυπήρξαν και έσμιξαν τους πολιτισμούς τους, αλλά και συγκινητική η στιγμή, εκεί στον χώρο της ιστορικής εκκλησίας της Κυρίας των Αγγέλων, όπου ξεκίνησαν οι εκδηλώσεις με την προκήρυξη της Γκιόστρας Ζακύνθου 2013, όταν όλα μαζί τα Ιόνια Νησιά πιάστηκαν χέρι-χέρι και χόρεψαν ενωμένα κυκλωτικά στους δικούς τους ρυθμούς και ήχους.

Μα εκείνο που μετρά περισσότερο είναι, πέραν της τουριστικής προβολής, που κανείς δεν αμφιβάλει πως στις μέρες μας είναι απαραίτητη, η ίδια η διασκέδαση και ευχαρίστηση των αυτοχθόνων και η δικής τους ποιοτική ανάσα μέσα στις τόσες κακοτυχίες.

Οι τετραήμερες εκδηλώσεις της Γκιόστρας ήταν πράγματι, θέλω να πιστεύω, μια ζωντανή επαλήθευση αυτού που εντόπισε σοφά ο μεγάλος συμπατριώτης μας, ο Δημήτριος Γουζέλης και αποθανάτισε επιγραμματικά στον πρόλογο του μοναδικού του «Χάση» σαν «ξεφάντωσι των φίλων».

Επαλήθευση γι’ αυτό οι δύο χαρακτηριστικές ευχές όλων των μεγάλων γιορτών του νησιού, το «χρόνια πολλά» και το «και του χρόνου», που συχνά ακούστηκε από τα χείλη των παρευρισκομένων στις μφετινές εκδηλώσεις. Αυτό θα πει πως οι πανάρχαιοι ιππικοί αγώνες της ιδιαίτερης πατρίδας μας δεν είναι φολκλορική γιορτή και τουριστικό φεστιβάλ, αλλά και πάλι ξαναγύρισαν στη ζωή μας.

Κλείνοντας το σημερινό μου κείμενο και με την ιδιότητα του προέδρου της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”, η οποία σε μια αρμονική και ουσιαστική συνεργασία με το Δήμο μας ετοιμάζει έναν ολόκληρο χρόνο, με προγραμματισμό και σκοπό, την Γκιόστρα της Ζακύνθου, θέλω να σταθώ σ’ ένα σημαντικό σημείο της όλης προσπάθειας. Αυτό είναι η αδελφοποίηση, που ήδη έχει πραγματοποιηθεί με την Ιταλική πόλη Sulmona, η οποία διοργανώνει την μοναδική Ευρωπαϊκή Γκιόστρα στον κόσμο και το κρατίδιο του San Marino, που επίσημος εκπρόσωπός του ήρθε στο νησί μας για τον ίδιο σκοπό.

Και οι δύο αυτές αδελφοποιήσεις δεν είναι μια αρχή, αλλά το επισφράγισμα μιας σχέσης χρόνων. Με τις δύο αυτές χώρες τα μέλη του Σωματείου της Γκιόστρας έχουν από καιρό φιλικές και ζεστές σχέσεις και οι επίσημες τελετές δεν είναι κάτι άλλο εκτός από την επισφράγισή τους και την νομιμοποίησή τους. Με λίγα λόγια είναι ο απαραίτητος τυπικός γάμος, ο οποίος επικυρώνει μια σημαντική ερωτική σχέση. Οι κάτοικοι και των δύο αυτών πόλεων άνοιξαν τα σπίτια τους και, εκτός από τις επίσημες και δημοσιοσχετίστικες τελετές των κυβερνούντων, μας υποδέχτηκαν με αγάπη και φροντίδα και μας έδειξαν με την ευγένειά τους πως ο πολιτισμός μπορεί να ενώσει και πως η αληθινή φιλία είναι πράξη και όχι λόγια και πως μπορεί να ξεπεράσει κάθε γλωσσική Βαβέλ. Το ίδιο έγινε και από εμάς το περασμένο τετραήμερο.

Η ουσία αυτών των εκδηλώσεων είναι πως η Ζάκυνθος άρχισε ν’ αποκτά και πάλι την δική της ιδιαιτερότητα και να γίνεται δέκτης και ξενοδόχος ιδεών και πολιτισμών.

Τελειώνω με την χαρά του Δεσπότη μας, του πολυαγάπητου Διονύσιου του Δ΄, που στάθηκε με τον τρόπο του υλικά και ηθικά κοντά μας, όταν οι συμμετέχουσες αντιπροσωπείες επισκέφθηκαν τον Άγιό μας και προσκύνησαν το Σκήνωμά του, εκείνο το διπλά γιορταστικό πρωινό της Πεντηκοστής. Του μετέφερα την ερώτηση των Ιταλών και των κατοίκων του San Marino για το αν μπορούν να ασπασθούν τα πόδια του Προστάτη μας, κάνοντας κατά το δόγμα τους τον σταυρό τους. «Είναι συγκινητικό», μου απάντησε. Και αυτό αρκεί.

Οι δικές μας γιαγιάδες, ακόμα και σήμερα, γυρίζοντας από τα καθημερινά τους ψώνια, στέκονται μπρός στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου και κάνουν ορθόδοξα τον σταυρό τους. Οι καθολικοί επισκέπτες της Γκιόστρας προσκύνησαν με όλη τους την ευλάβεια τον Άγιό μας. Αυτό είναι η Ζάκυνθος. Οι επεξηγήσεις περιττεύουν.

Οι ετοιμασίες για την Γκιόστρα Ζακύνθου 2014 έχουν ήδη αρχίσει.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΡΕΤΖΗΣ, Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ένας ακόμα Έλληνας του εξωτερικού, μεγαλουργεί και κάνει υπερήφανη την πατρίδα μας. Είναι ο πολυβραβευμένος Αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρετζής, που είχαμε και φέτος τη χαρά να τον δούμε και να τον ακούσουμε στο Μέγαρο Μουσικής στις 10 Ιουλίου του 2013, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με την εκπληκτική Ορχήστρα “Musica Aeterna”, το δημιούργημά του. Επέλεξε να παρουσιάσει στο Ελληνικό κοινό το νεανικό «Τρίτο Κοντσέρτο για Πιάνο» του Σεργκέι Προκόφιεφ [1891-1953], με σολίστ τον Αλεξάντερ Μέλνικοφ, γνώριμό μας από την περσινή του εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το «Κοντσέρτο για Ορχήστρα» του Μπέλα Μπάρτοκ [1881-1945]. Έργα μοντέρνα, δύσκολα, που ο Μαέστρος, με τους σπουδαίους δεξιοτέχνες μουσικούς του  και με την εξαίσια ερμηνεία του, τα έκανε προσιτά, βυθίζοντας το ακροατήριό του στη μουσική τους πανδαισία!

Από τα πέντε κοντσέρτα για πιάνο του Προκόφιεφ, το τρίτο είναι το διασημότερο όλων κι εκείνο που κέρδισε την αγάπη του κοινού και τον έπαινο των κριτικών. Άρχισε να το σχεδιάζει από το 1913 σαν ένα θέμα με παραλλαγές, το άφηνε και επανερχόταν σ’ αυτό, ώσπου το καλοκαίρι του 1921, κατά τη διάρκεια των διακοπών στην Αγγλία, το ολοκλήρωσε. Πρωτοπαίχτηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1921 με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου, υπό την διεύθυνση του Frederik Stock και τον Συνθέτη στο πιάνο χωρίς επιτυχία. Όλα άλλαξαν, όταν παρουσιάστηκε στο Παρίσι, με μεγάλη επιτυχία,  υπό την διεύθυνση του Serge Koussevitzky. Ο δε Προκόφιεφ, έγινε δια μιας ένας από τους πλέον πολυσυζητημένους συνθέτες της εποχής του. O Αλεξάντερ Μέλνικοφ, από τους σπουδαιότερους δεξιοτέχνες του πιάνου, ανέδειξε τα λυρικά περάσματα του κοντσέρτου, τα εφευρετικά και δυναμικά του στοιχεία, τα εξπρεσιονιστικά του μέρη, καθώς και τον απόηχο μιας ύστερης ρομαντικής εποχής, σε ένα συναρπαστικό διάλογο με την ορχήστρα.

Από τα διασημότερα έργα του Μπέλα Μπάρτοκ είναι το γεμάτο συγκίνηση «Κοντσέρτο για Ορχήστρα». Ονομάστηκε και κοντσέρτο της εξορίας, επειδή γράφτηκε στη γη της «επαγγελίας και της ελευθερίας», όπου ακόμα οι άνθρωποι πένονται. “Freedom to starve”, έλεγαν χαρακτηριστικά, όταν ο Μπέλα Μπάρτοκ έφτασε εκεί, αυτοεξόριστος, την Άνοιξη του 1940, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην πατρίδα του, την Ουγγαρία. Περνά δύσκολα, η εύθραυστη υγεία του χειροτερεύει και δεν καλείται στις αίθουσες συναυλιών να παίξει  πιάνο ή να παρουσιάσει έργο του. Οι  φίλοι του προσπαθούν να του εξασφαλίσουν μια θέση στο πανεπιστήμιο Columbia, για να συνεχίσει την έρευνά του γύρω από τη Μουσική Φολκλόρ. Σ’ αυτή την τραγική κατάσταση συνθέτει μεταξύ 1943-1944 το «Κοντσέρτο για Ορχήστρα». Την ίδια αυτή εποχή γράφει τη «Σονάτα για βιολί» για τον μεγάλο βιολονίστα Γεχούντι Μενουχίν, ο οποίος και την παρουσιάζει στη Νέα Υόρκη το Νοέμβρη του 1944. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μπάρτοκ ταξιδεύει, παρά τις αντιρρήσεις των γιατρών του, για τη Βοστόνη, για να παρακολουθήσει την πρώτη εκτέλεση του «Κοντσέρτου για Ορχήστρα», υπό την διεύθυνση του Serge Koussevitzky, ο οποίος και το χαρακτηρίζει ως το μεγαλύτερο έργο που έχει γραφτεί τα τελευταία 25 χρόνια. Η επιτυχία του είναι μεγάλη κι έκτοτε παίζεται συνεχώς. Ο ίδιος Συνθέτης δεν φαίνεται να χαίρεται την επιτυχία του αυτή, αφού την ίδια στιγμή στην πατρίδα την Ουγγαρία αρχίζει η σφαγή των Εβραίων από τους Ναζί.

Ενώ στο Κοντσέρτο, ένα σόλο όργανο κυριαρχεί και η Ορχήστρα συνοδεύει, στο συγκεκριμένο έργο, η Ορχήστρα κυριαρχεί, αφού ο Συνθέτης χρησιμοποιεί την κάθε οικογένεια οργάνων ως Βιρτουόζους Σολίστ. Το αυτό έπραξε και  ο εκρηκτικός Μαέστρος Θεόδωρος Κουρετζής αναδεικνύοντας τους Σολίστ της Ορχήστρας του! Όλοι όρθιοι, ίσοι μεταξύ ίσων, έπαιξαν και εντυπωσίασαν με τις ερμηνείες τους, τις κορυφώσεις και τις εξάρσεις, με την ακρίβεια στη λεπτομέρεια, τα λαμπερά, διάφανα ηχοχρώματα και τους ζωηρούς, μουσικούς ρυθμούς που ανέπεμψαν, δημιουργώντας έναν μαγικό δίαυλο επικοινωνίας  ανάμεσα στον ακροατή και τον Συνθέτη. Εξαίσιο και το δώρο, «Δον Ζουάν» του Ρίχαρντ Στράους, που μας πρόσφερε ο Μαέστρος εκτός προγράμματος.

Εκφραστικός, ακριβής, επικοινωνιακός, τόσο με τους μουσικούς του όσο και με το κοινό, ανιχνεύει το βάθος και το νόημα των έργων, ανασύρει τον πλούτο των συναισθημάτων καικάνει κοινωνό τον ακροατή του στη μυσταγωγία της Μουσικής. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο θρυλικός καθηγητής του Ilya Musin, σπουδαίος θεωρητικός και μαέστρος, είχε πει: «Είχα πολύ ταλαντούχους μαθητές  όπως ο Γκεργκίεβ και ο Τερμικάνοβ και μια διάνοια, τον Θεόδωρο Κουρετζή».

Η προσήλωση του νεαρού Αρχιμουσικού στο έργο του, η επιμονή του στην ποιότητα, οι μελετημένες στη λεπτομέρεια ερμηνείες του και η ανταπόκριση  της Ορχήστρας του, δικαιώνουν το Δάσκαλό του! Εμείς θα του ευχηθούμε να μείνει για πάντα εραστής της μουσικής αφού όπως λέει: «Η μουσική δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτουργία, όπως ο έρωτας και ο Μουσικός είναι σαν τον Εραστή, δεν έχει ωράριο».  

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Το ποιητικό «Σαράντες» και το ερωτικό «επέστρεφε»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα Ζακύνθου 2013 πέρασε πια στην ιστορία του τόπου, αφήνοντας στην ανάμνηση όλων μας, οργανωτών και θεατών, μιαν ανάπαυλα μύθου, που για τέσσερις μέρες κυριάρχησε στην πόλη μας και μας θύμισε την ιστορία μας και την παράδοσή μας. Τρεις χώρες, η Ιταλία, το Σαν Μαρίνο και η Σλοβακία και τρία Ιόνια Νησιά, η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά και τα Κύθηρα, βρέθηκαν κοντά μας και ο τόπος μας  έγινε και πάλι σταυροδρόμι ρευμάτων και χοάνη αντιλήψεων, όπως ακριβώς παλιότερα, τότε που θεμελιώθηκε ο ιδιαίτερος, γι’ αυτό και σημαντικός, πολιτισμός μας.
    Θέλοντας, σαν συνδιοργανωτές με τον Δήμο μας, να βοηθήσουμε και όχι να δημιουργήσουμε προβλήματα στην πρωτεύουσα του νομού μας, αρχίσαμε όλες τις εκδηλώσεις, εκτός από αυτήν την κεντρική της Κυριακής, όπου άρχισε, λόγω μήκους, από το πλάτωμα του Αγίου Παύλου, από την αρχή του πεζόδρομου της Πλατείας Ρούγας, για να μην εμποδίσουμε έτσι την νόμιμη κυκλοφορία των δρόμων, αλλά και θυμίζοντας πως όλες οι πολιτισμένες πόλεις έχουν την ανάγκη ενός πεζόδρομου και περιοριστήκαμε στο ιστορικό μας κέντρο.
   Αναφέροντας, μάλιστα στο πρόγραμμα τους διάφορους τόπους διεξαγωγής των δρώμενων και τις αφετηρίες των πομπών χρησιμοποιήσαμε ηθελημένα την παραδοσιακή τους ονομασία και όχι αυτήν που μας πάει να μας καθιερώσει ο νεοπλουτισμός μας.
   Για το λόγο αυτό επιμείναμε στην ονομασία: «πλάτωμα των Αγίων Σαράντων», παρότι ο υπολογιστής υπογράμμιζε με κόκκινο το όνομα των Μεγαλομαρτύρων και παρότι κάποιοι, ευτυχώς λίγοι, είτε με τηλεφωνήματα, είτε με e-mail μας τόνισαν πως το σωστό είναι «Σαράντα» και σαν αριθμητικό δεν κλίνεται.
   Το γνωρίζαμε καλά, μια και μάθαμε τα στοιχειώδη, αλλά προτιμήσαμε την μακραίωνη ονομασία της πλατείας και της προσεισμικής εκκλησίας, όπως την πρόφεραν οι νόνοι και οι μπισνόνοι μας και όπως από το 1646 την ονομάτιζε ο λαός μας.
   Για του λόγου το αληθές και για να τεκμηριώσουμε την άποψή μας θα σταθούμε σε λίγα παραδείγματα, θυμίζοντας σε όσους επιμένουν στου κανόνες της γραμματικής, η οποία έπεται της γλώσσας, πως θα ήταν στείροι αν δεν δέχονταν εκείνο το καθαρά ερωτικό «επέστρεφε» του μεγάλου Κωνσταντίνου Καβάφη και τον υποχρέωναν να εφαρμόσει τα διδαχθέντα από ανέραστους φιλολόγους, που μόνο το λόγο δεν αγαπούν.
   Αρχίζουμε μ’ ένα απόσπασμα από την «κόπια» την «ευγαλμένη από τας πράξεις του ποτέ κυρίου Κωνσταντίνου Καψοκαιφάλου Νοταρίου», τότε, στις 9 Ιουλίου του 1646, που ο ευγενής Μπατίστας Μοντσενίγος παραχώρησε μια κάβα του εις τον Αιγιαλό, για να χτιστεί η εκκλησία των Μαρτύρων, σε ανάμνηση της εκδίωξης της πανούκλας από το νησί, ύστερα από θαυματουργική τους επέμβαση.
   Γράφει, λοιπόν, η «κόπια»: «… θέλοντας να πέσουν [οι κάτοικοι του νησιού] εις μετάνοιαν και να δεηθή του Παντοκράτορος Θεού να τους ελευθερώση από τούτον τον εφνίδιον θάνατον και τρομακτικόν, όλος ενός με μίαν γνώμην ηθέλησαν και έκαμαν τάσιμον δια να κάμουν και κτίσουν μίαν εκκλησίαν εις δόξαν Θεού να ονομασθή οι άγιοι Σαράντες με των οποίων το μέσον και πρεσβειών τους ομπρώς εις τον αυθέντην τον Θεόν να τους ήθελε βοηθήση και ελευθερώση από ετούτον τον πικρόν θάνατον της πανούκλας…».
   Και αν κάποιος αντιτάξει πως οι νοδάροι της παλιάς Ζακύνθου και ιδιαίτερα του 17ου αιώνα δεν γνώριζαν καλά τα ελληνικά, εμείς καταφεύγουμε σε δύο βασικά βιβλία και τεκμηριώνουμε την άποψή μας. Το πρώτο είναι το περίφημο «Λεξικόν» του χαλκέντερου Λεωνίδα Χ. Ζώη, όπου στο ανάλογο λήμμα ο λάτρης της καθαρεύουσας ιστορικός μας εξηγεί πως οι Τεσσαράκοντα (και όχι Σαράντα) Αθλητές της λίμνης της Σεβαστείας, λέγονται κοινώς «Άγιοι Σαράντες». Το άλλο είναι το πολύτιμο πόνημα του Ντίνου Κονόμου «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1967 και αναφέρει σαν «Άγιοι Σαράντες» τόσο την παραπάνω εκκλησία του κέντρου της πόλης, όσο και αυτήν των Κήπων, η οποία τιμόταν και στο όνομα της Αγίας Πελαγίας.  
   Αλλά για τους πιο άπιστους θα θυμίσω ένα χαρακτηριστικό τετράστιχο του νησιού μας, το οποίο μας μεταφέρει πολλά και κλείνει επιγραμματικά στις λέξεις του την ιστορία και τη νοοτροπία μας:

Εις το Φόρο λεν αντίο
στην Ανάληψη περ ντίο
τσ’ Αι – Σαράντες λένε γειά σου
και στον Άμμο γειά χαρά σας.

   Να γιατί στο πρόγραμμα της Γκιόστρας Ζακύνθου 2013 επιλέξαμε την τοπική ονομασία του πλατώματος και της εκκλησίας. Εξάλλου το «Άγιοι Σαράντες» είναι πιο ποιητικό από το «Άγιοι Σαράντα», που μας παραπέμπει σε πόλη που βρίσκεται πολύ μακριά.

   Η χάρη τους ας μας απαλλάσσει από κάθε κακό. Αλλοίμονο σ’ αυτούς που ακολουθούν ντους τύπους. Κινδυνεύουν να καταντήσουν φαντάσματα.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Δίδυμες κεραίες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Από τη μια κηδεία στην άλλη… Η δεύτερη, της ΕΡΑ, είχε και λαϊκή-επαναστατική μουσική στον προαύλιο χώρο της. Ψάλαμε μ’ άλλο τρόπο τον επαπειλούμενο ενταφιασμό της. Να την αναστήσουμε πασχίζουμε! Θ’ αναστηθεί, μας λένε,  μετά τρεις μήνες, μεταλλαγμένη, πειθήνια, με εξειδικευμένες γνώσεις αποχαύνωσης και χειραγώγησης του πληθυσμού. Πρώτη φορά υποκλίθηκα στα μαρμαρένια σκαλιά της, την έβλεπα πάντα από μακριά με δέος, μ’ αυτό το δέος που δημιουργείται στα αθώα παιδικά χρόνια, όταν αντικρίζει κανείς κάτι που φαντάζει  ογκώδες, υψηλό, φαντασμαγορικό, ασύλληπτο. Έτσι λαμπύριζαν στα μάτια μου τα φώτα στις μεταλλικές κεραίες της κι έγινε το σημείο αναφοράς του ζακυνθινού κάμπου της ομίχλης και των βουκόλων, κάπου εκεί στη δεκαετία του ‘60.
Επιτέλους, δεν θα ακούγαμε μόνο τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, θα είχαμε καλύτερο σήμα στις συχνότητες των βραχέων κυμάτων στα επιτραπέζια και τα φορητά τρανζίστορ μας, θα δημιουργούσαμε στο μέλλον τις δικές μας εκπομπές!… Μπορούσαμε κι εμείς στη νησιωτική επαρχία να μαθαίνουμε ό,τι ήθελαν  να μαθαίνουμε από τα τεκταινόμενα στην πρωτεύουσα και στον υπόλοιπο κόσμο.
Απλά, έπρεπε να προσαρμόσουμε στις δικές μας κεραίες τα ανάλογα φίλτρα και τους αποκωδικοποιητές για να πλησιάσουμε την αλήθεια, ειδάλλως θα ζούσαμε στην πλάνη της κρατικής προπαγάνδας και της πολιτικής αδιαντροπίας. Κάπως έτσι, όπως θα πρέπει να τεντώνουμε και τις σημερινές μας κεραίες για να συλλάβουμε τα επικίνδυνα σήματα της δημοκρατικής και πολιτικής μας υποβάθμισης.
Ήταν μοναδικές εκείνες οι δίδυμες κεραίες με τα γερά στηρίγματα, κι αγαπήθηκαν σαν τα δίδυμα παιδιά των γονιών που τα περίμεναν χρόνια και γι’ αυτό τα παραχαϊδεύουν κι εκείνα εκμεταλλεύονται την αγάπη, γιγαντώνονται και αργούν ν’ απογαλακτιστούν.
Αργότερα μπήκαν πάνω από τις στέγες οι άλλες κεραίες των μικρών πειρατικών σταθμών για να κάνουν τις αφιερώσεις τους τα αγόρια και τα κορίτσια, να εκφράσουν τον πόθο τους και τον έρωτά τους τις μεγάλες κρύες νύχτες του χειμώνα… Και τι χαρές και πανηγύρια όταν κερδήθηκε η ελεύθερη ραδιοφωνία και τηλεόραση! Η Δημοκρατία στο αποκορύφωμά της, μπλεγμένη όμως στα καπιταλιστικά δίχτυα του λαϊκισμού και της ποθούμενης υλικής ευμάρειας. Καρφώναμε τότε τις κεραίες στις κορφές των βουνών κι αψηφούσαμε τον πόνο των τραυμάτων γιατί λησμονήσαμε, σαν τώρα, να υψώσουμε και τις δικές μας κεραίες, παραδοθήκαμε και υποταχθήκαμε στους νέους προπαγανδιστές καναλάρχες, χάσαμε τις σημαδούρες της ηθικής, τα όρια της ελευθερίας και της δημοκρατίας, προσκυνήσαμε το νέο δόγμα και τη νέα τάξη.
Μειώσαμε τη σημασία των δίδυμων κεραιών, σαν τους πρώην ψαράδες που δεν τις χρειάζονται πια για τ΄ αλιευτικά σημάδια στο τουριστικό κόλπο του Λαγανά, τις ξεχάσαμε και δεν παρακολουθήσαμε την ενηλικίωση και την ωρίμανσή τους. Κι όμως, αυτές βουτηγμένες στη θολούρα της υγρασίας, με κλαμένα μάτια, τύλιξαν στην αγκαλιά τους όλη τη νεότερη ιστορία και τον πολιτισμό: «Βασίλειον της Ελλάδος», «Ζήτω η Επανάστασις του 1967», «Καραμανλής ή τανκ», «Νέα Δημοκρατία», «Αλλαγή – ΠΑΣΟΚ», «Τριτοκομματική Συνεργασία Υποταγής», «Χρυσή Αυγή», αλλά και ποιοτικό θέατρο, μουσική, τραγούδι, παραμύθι, διήγημα, ποίηση, ήθη και έθιμα του τόπου, προβληματισμοί, αγώνες,  πολιτική, θρησκεία, διαφήμιση, συμβάντα, γεγονότα…
Κι εμείς, όσοι ξέρουμε κι αγαπάμε το καλό παλιό κρασί, της στήσαμε θρόνο στην οικογενειακή εστία, στην οικοδομή, στο λιοστάσι, στο χωράφι, στο βουνό, στη θάλασσα, στο αυτοκίνητο,  στις μοναχικές και τις συντροφικές μας ώρες. Ήπιαμε απολαυστικά, χαρήκαμε, χορέψαμε, προσευχηθήκαμε, ενημερωθήκαμε με μεγαλύτερη δόση αλήθειας, προβληματιστήκαμε, ξεχάσαμε τον πόνο μας… Και τώρα, σαν τα ορφανά παιδιά, ψάχνουμε απεγνωσμένα τις στείρες θηλές των δημοσίων FM  και νιώθουμε τον πόνο και  το φόβο για την τύχη, που διαλέγει για μάς ανηφορικούς κι επικίνδυνους δρόμους πλάι στο γκρεμό του σύγχρονου φασισμού.
Συμπαραστάτες στον πόνο της απώλειας πολύτιμου δημόσιου αγαθού   διασταυρωθήκαμε με το βλέμμα της απόγνωσης του απολυμένου, που ψάχνει με τις στραπατσαρισμένες του κεραίες, να βρει την κρυψώνα της ελπίδας στο σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον.
«Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες,
Υψώνονται σα δάκτυλα στα χάη,
Στην κορυφή τους τ΄ άπειρο αντηχάει,
Μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
Χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις»
έγραφε ο ποιητής Κ. Γ. Καρυωτάκης για να εκφράσει τα αισθήματα της διάλυσης και του πόνου, που διακατείχαν την ψυχή του μια άλλη δύσκολη εποχή.
 Σήμερα αυτοί, αύριο κάποιοι άλλοι, ίσως να είμαστε εμείς αυτοί οι άλλοι, πρέπει όλοι μαζί να χαράξουμε νέους δρόμους με συνεχείς αγώνες και το κεφάλι ψηλά και με όραμα για να στηθεί το καινούργιο και να είναι πιο στέρεο και δίκαιο από το παλιό. Απαιτείται διαρκής εξέγερση και όχι μια σύντομη εκρηκτική επανάσταση που εύκολα ξεφουσκώνει, για να αντιμετωπίσουμε το πανίσχυρο τέσσερα τοις εκατό των ανθρώπων της γης που καταδυναστεύει τους υπολοίπους. Η ανθρώπινη αδυναμία πάντα αφήνει χώρο για τις ισχυρές μειοψηφίες, που επιβάλλονται σε οποιοδήποτε πολιτικό – κοινωνικό - οικονομικό σύστημα και σε όλες τις εποχές, ας μην τρέφουμε αυταπάτες.  
 Μαζί με τα συνθήματα και τις  σημαίες, τις πορείες και  τις μικροφωνικές ιαχές ας κουβαλάμε στις αποσκευές μας και τα δώρα της αλληλεγγύης προς εκείνους που τους έκλεψαν το δικαίωμα στην εργασία και υποφέρουν περισσότερο από μας. Μόνο έτσι θα πείσουμε και θα πεισθούμε ότι με τις  κεραίες μας υψωμένες θα μένουν «πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής» μας και  θα μπορούμε να λεγόμαστε άνθρωποι.


Ζάκυνθος, 13-6-2013
Related Posts with Thumbnails