© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ζωή Σαμαρά: α) ΜΗ..., β) ΚΑΙ ΕΙΠΕΣ, γ) ΔΙΑΛΕΙΠΟΝ ΦΩΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)

Μη

– Μη στέκεσαι όρθια
– (Δεν υπάρχει θέση)
– Μη στέκεσαι εδώ          Στο σαλόνι πήγαινε
– (Δεν έχει σαλόνι)
– Μη στέκεσαι εδώ
– (Δεν υπάρχει «εκεί»)
– Πού πας;
– (Εκεί)
– (Πού είναι …εκεί;)
– Όπου το «μη» δεν υπάρχει

(10-12-2012)


*     *     *


Και είπες

Γαλάζιο περίβλημα
Λευκό κρεβάτι
εσύ
μόνη

Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή

Τέντωσες τα φτερά σου
τα τέντωσες ξανά
Πολύ μικρά για να πετάξεις
Και είπες
να δοκιμάσεις τη γη
Πολύ ψηλά ο ουρανός

Δίπλωσες τα φτερά σου
τα δίπλωσες ξανά
Πολύ μεγάλα για να τρέξεις
Και είπες

Θα πηγαίνεις
αργά
να ζήσεις
μια ζωή
χωρίς πετάγματα
χωρίς
δρασκελιές
αργά με προσοχή
Σιγά την πόρτα
Βήμα σημειωτόν
μια ζωή με νωχελείς κινήσεις
μια ζωή πλήρης ημερών

ανυπαρξίας

(16-1-2013)


*    *    *


Διαλείπον φως

Όρθιοι μπροστά
στο κεράκι που
άναβε
έτρεμε
έλαμπε
ξανά
σαν να μην επρόκειτο ποτέ να σβήσει

Τέντωναν τα χέρια τους να τα ζεστάνουν
Άνοιγαν τα μάτια τους αναζητώντας λάμψη
μα το διαλείπον φως τους πρόδιδε
Κι ο άνεμος
αναπάντεχα ισχυρός
το αγκάλιαζε
το έσερνε από εδώ
από εκεί
στο σήμερα
στο αύριο

Κι εκείνοι
όρθιοι
ακίνητοι
ενωμένοι σε στάση προσευχής μπροστά στο κεράκι
ανέμεναν το διαλείπον φως

να έρθει η ώρα του

να σβήσει

(11-3-2013)

Απόστολος Θηβαίος: Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Ακούστηκε μες στη νύχτα.
Ο βραδινός μοτοσικλετιστής επιτάχυνε,
Κινούμενος επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου.
Έσκισε τον αέρα και ξεπέρασε μεμιάς εκείνο το σημείο
Πέραν του οποίου δεν υφίσταται επιστροφή.
Είδαμε που χάθηκε στο βάθος της οδού.
Διακρίναμε μόνον την πτώση του ήχου,
Το στίγμα του εχάθη, όλες οι επαφές μας
Με τους ακραίους εαυτούς εχάθησαν τότε.
Συνεχίσαμε τρομαγμένοι επειδή φανταστήκαμε,
Πως παρόλη την απελπισία μας,
Υπάρχουν άνθρωποι που αποφασίζουν να διασχίσουν
Κάθετα την πόλη, υπάρχουν άνθρωποι,
Απασφαλισμένες οβίδες χειρός,
Υπάρχουν άγρια ψεύδη
Μες στη φωτισμένη κουζίνα
Που μας δικάζουν.
Ανέμιζαν οι επίδεσμοι και έτσι επανδρωμένος
Ο νυχτερινός μοτοσικλετιστής εκτινάχθηκε
Σε εξωφρενικές προοπτικές.

Ιωάννης Δελήτσικος [1908-1994]: α) ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ, β) ΤΡΑΓΟΥΔΙ, γ) ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, δ) ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ (Συμβολή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



[Ο λαϊκός ποιητής Ιωάννης Δελήτσικος γεννήθηκε το 1908 και πέθανε το 1994. Έζησε και εργάστηκε στη Σκόπελο των Βορείων Σποράδων. Περισσότερα για τη ζωή του δείτε εδώ.
Η στιχοποίηση και η ορθογραφία  των πρωτοπαρουσιαζόμενων ποιημάτων από το σωζόμενο αρχείο του, οφείλονται στην κόρη του. Την παρουσίαση επιμελήθηκε η τακτική συνεργάτρια του e-περιοδικού μας κ. Μαρία Κοτοπούλη].


ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

1
Καλύτερα ο άνθρωπος να ήταν κρύα πέτρα
παρά που έχει αίσθηση και φρόνηση και μέτρα.

2
Κάθε μέρα που περνάει ένα δάκρυ μου κυλά
καθώς φεύγει η ζωή μου και ο χρόνος μακριά.

3
Είναι η ζωή ένα λούλουδο, είναι ένα φυλλαράκι
είναι καπνός που χάνεται στο πρώτο αεράκι.

4
Τα μάτια σου είναι θάλασσες όπου βουλιάζουν πλοία
κι ο ναύτης που τα κοίταξε τον πήρε η τρικυμία.

5
Τα μάτια σου τα μάτια μου άμα τα δούνε κλαίνε.
Εάν τους έκαμα καλό γιατί δε μου το λένε;

6
Για ένα σου βλέμμα χάνομαι για μια ματιά πεθαίνω
για ένα σου γλυκοφίλημα στον Άδη κατεβαίνω.

7
Και τα πουλιά, αν και πουλιά, κι εκείνα έχουνε πάθια
πάνε να φάνε τον καρπό και τα χτυπούν τ’ αγκάθια.


*     *     *


ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Έχει η Αθήνα ομορφιές
που σε πεθαίνουνε.
Μα έχει και η Σκόπελος
που σε τρελαίνουμε.

Αθήνα μου, τα κάλλη σου
με ζαλίζουνε
τα όμορφα κορίτσια σου
με βουρλίζουνε.

Αγάπη μου, νησάκι μου,
τα περιγιάλια σου,
     οι αμμουδιές, τα δάση  
και τα σπιτάκια σου!

Στης θάλασσας τ’ αγέρι
ξανανιώνομαι
και παίζοντας μαζί της
ανασταίνομαι

Του ήλιου οι αχτίνες
με χαϊδεύουνε
τα χρώματα της δύσης
με γλυκαίνουνε

Τα αγριολούλουδά σου
με μεθύζουνε
τα αηδονάκια σου
με νανουρίζουνε!

Αθήνα, όμορφή μου,
η αρχοντιά σου!
Σκόπελος, Καλλονή μου,
η αγκαλιά σου!


*     *     *


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Πώς περάσανε τα χρόνια και οι μέρες οι καλές!
Τώρα έρχονται Βοριάδες, με φουρτούνες και χιονιές.

Ας ελπίζουμε μια μέρα πως θ’ αλλάξουν οι καιροί
κι οι ανέμοι θα κοπάσουν και το κρύο το πολύ.

Και η θάλασσα γαλήνη και ζεστή από ήλιο η γη,
όπως είχαμε και πρώτα πριν το χιόνι μας ευρεί.

Τώρα είμαστε στο σπίτι γύρω-γύρω στη φωτιά
και κανείς δε βλέπει πέρα που έρχεται η παγωνιά.


*     *     *


ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ

Πάλι κρύο και ραγάνι, πάλι βαρυχειμωνιά
τα βουνά γέμισαν χιόνια κι όλη η ακρογιαλιά.
Όλη η θάλασσα ασπρίζει απ’ το κύμα το βουβό
Και με λύσσα εις τα βράχια πάει και σπάζει σα θεριό!

Τα καράβια αραγμένα από την κακοκαιριά
τα πληρώματα, απίκο μη συμβεί καμιά ζημιά,
φέρνουν γύρω στο καράβι και του δένουν τα σκοινιά
και οι βάρκες βολοδέρνουν μια ψηλά μια χαμηλά.

Στη στεριά ζημιές μεγάλες  στις ελιές και στα σπαρτά
ξεριζώθηκαν τα πάντα, ψόφησαν και τα πουλιά.
Οι αγρότες μες τα σπίτια μαραμένοι απ’ τα κακά
σκέπτονται πώς θα τη «βγάλουν»την επόμενη χρονιά.

Οι γριές παρηγορούνε την καινούργια τη γενιά:
«Ο Θεός είναι μεγάλος θα ‘βρει λύσει και γι’ αυτά.
Μη, παιδάκι μου, λυπάσαι, θα το δεις θα ‘ρθει χαρά
θα ντυθεί και πάλι η πλάση και τα λιόχαρα βουνά.

»‘Μεις που έχουμε γεράσει εγευτήκαμε πολλά
Κι όπως πέρναγαν τα χρόνια ρίχνονταν στη λησμονιά
Χαρταϊτός ειν’ η ζωή μας με καλούμα και ουρά
μια στα ουράνια σ’ ανεβάζει μια σε ρίχνει στη στεριά

»Βάλτε ξύλα να ζεστάνει και ελάτε στη φωτιά
Κάστανα ρίξτε στη θράκα, σύκα απάνω στη μασά
Και θα πούμε παραμύθια για ωριές και για θεριά
Κι όπου να’ ναι θα περάσει και αυτή η κακιά βραδιά».


                                                                                                                                 [Ραγάνι= λαίλαπα]

Γιάννης Κισκήρας: α) ΑΝΘΟΣ ΧΛΟΗΣ, β) ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013

ΑΝΘΟΣ ΧΛΟΗΣ

Υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή
όταν τριγύρω σου τα σπουδαία καταρρέουν
κι απλώνεται γαλήνη
σαν τον λευκό καπνό μιας φωτιάς που σιγοκαίει
κι ο νυχτερινός βήχας στο σκοτάδι
μοιάζει λυτρωτικό χτύπημα στην πλάτη,
προπομπός στους ανερεύνητους τόπους του ονείρου.
Τότε γιορτάζεις γι’ αυτό που ήσουν την ημέρα
και τ’ αγνόησες.
Κι η καρδιά λυπάται που δεν μπόρεσε
να δείξει το άνθος χλόης
που δεν κατάφερε ν’ ανοίξει.


*     *     *


ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Κάποτε φτάνει ο καιρός που πρέπει
να βγάλεις απ’ τη φωτιά το τσουκάλι
με τις επιθυμίες που βράζουν.
Δύσκολη ώρα.
Γιατί αναλογίζεσαι τους δρόμους που έχεις ακολουθήσει,
τη ζωή σου που άφησες αρούφηχτη
κι ήσουν ανίερος αποστάτης του τρομαγμένου σου εαυτού
που σου μιλούσε ψιθυριστά για να αλλάξεις.
Και ιδού, τα τζιτζίκια στους ευκαλύπτους σού τραγουδούν
κι ανάπαυση δεν βρίσκει η ψυχή σου.

----------------------------------------------
Ο Γιάννης Κισκήρας γεννήθηκε στη Λαμία το 1966. Κατάγεται από τη Μάνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Σύγχρονες Λογοτεχνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Lancaster. Φωτογραφίες και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, στο περιοδικό ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ και στο περιοδικό εκπαίδευσης ENGLISH MATTERS. Έχει εκδώσει 3 βιβλία με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» (2010), το «ΤΕΙΧΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ» (2011) και το «ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟ ΧΑΟΣ» (2012).

[Εικαστικό σχόλιο στα ποιήματα: Χαρακτικό του Κώστα Γραμματόπουλου]

Παναγιώτης Κουμπούρας: α) ΕΙΜΑΣΤΕ, ΑΓΑΠΗ…, β) ΤΟ ΑΛΛΟ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



Είμαστε αγάπη…

διπλό σονέτο

Ήσουν πουλί στην παγωνιά,
είχες στα μάτια τον χιονιά, σαν σε κοιτούσα.
Να ’μουν φιλί σε μια αγκαλιά,
γλυκά στα χείλη τα μελιά να σε φιλούσα.
Ήσουν κλαδί μες στο βοριά
και στων ανέμων τη μεριά λύγιζες πάντα.
Να ’μαι παιδί του κυρ Νοτιά,
να σε στολίζω με μυρτιά και με λεβάντα !

Να ’μουν νεράκι όλο δροσιά,
στου έρωτα τη φυλλωσιά να σε κυλούσα.
Να ’σαι λιγάκι – Παναγιά,
της λύπης σου την πυρκαγιά να τηνε σβούσα.
Είμαι από χώμα μια καρδιά,
που τη ζωγράφισαν παιδιά λευκή γιρλάντα.
Να ’σαι το στόμα ερωδιού,
οι λέξεις σου σπόροι ροδιού, amo-Αμάντα.

Είμαστε, αγάπη, εγώ κι εσύ,
σαν το πλατάνι το δασύ, που αντέχει χρόνια.
Είμαστε, αγάπη, από φως,
όπως ο φάρος ο κρυφός, κι οι δυο πλασμένοι.
Είμαστε αγάπη, που νικά
και την κακία τελικά, αγάπη αιώνια!

Να ’μαστε αγάπη, στους καιρούς,
τους μίζερους, τους μισερούς και στο σκοτάδι.
Να ’μαστε αγάπη, μια πνοή,
εγώ κι εσύ, για μια ζωή ευτυχισμένοι.
Να ’μαστε αγάπη, που διαρκεί
κι όταν δειλιάζει, τής αρκεί μόνο ένα χάδι!


*     *     *


Το άλλο εγώ στην άλλη Γη

Τόσο που σ’ έσκαψα ψυχή
κι ακόμη μέσα σου νερό δεν βρήκα …
Δεν αξιώθηκε η αξίνα μου να φιληθεί
ούτε από ένα σταλαγμίτη – δάκρυ.
Βράχο καημό βρίσκει μονάχα.
Στεγνό πηλό βγάζει
το άλλο μου εγώ…
Με εκμαγεία την ψυχή
πώς να πλανέψω;

Δεν είσαι θάλασσα, ψυχή,
στα παγωμένα σου νερά
να ταξιδέψω…
Γι αυτό κι εγώ
βαρκούλα κάνω τον καιρό
στην άλλη θάλασσα καλόπλωρος να βγω
με των βασάνων το κουπί, του γέλιου το φτερό
από τις σκοτεινές σου συμπληγάδες
ν’ αλαργέψω…

Δεν είσαι δίδυμη, ψυχή,
όπως η Γη,
που κάπου πέρα μακριά
μια άλλη γη –ο δίδυμος πλανήτης–
παρθένο κρύβει το νερό
τη δίψα της ψυχής της να φιλέψει !

Γι αυτό κι εγώ
το άλλο μου εγώ
στην άλλη γη –για αλλαγή
υγρής πνοής–
ίσως, μια νύχτα μιαν αυγή
μ’ ένα ξερό πλάνο φιλί,
ίσως, να το μισέψω…

---------------------------------------------------- 
Ο Παναγιώτης Κουμπούρας είναι φιλόλογος στο Λύκειο της Ακράτας. Το 2012 εξεδόθη η ποιητική συλλογή του «Ανακομιδή ονείρων» από το Παρασκήνιο.

[Εικαστικό σχόλιο: Ελένη Ζούνη]

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος: ΠΟΙΗΣΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Χώρος των τρελών 
Των αθώων 
Των σιωπηλών αχθοφόρων.

Παύλος Φουρνογεράκης: α) ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ, β) ΦΩΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ

Οι φυλές
σαν τα φύλλα
Φωτο-
συν-θέτουν
στον Ένα
Ήλιο
σκέψεις-πράξεις

Χρωματο-φόρες
Πνοές
της Γης
η  ανακύκληση
του Αγαθού
σκιάζει
διακρίσεις


*     *     *


ΦΩΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Στάζει λάσπη
η Όστρια
μουντές κουρτίνες
κι η θέαση
πλήξη

Τροχισμένα ψαλίδια
τιτιβίζουν
τον ερχομό-γέννα

Το πρώτο αβγό
σπασμένο
στα μάρμαρα της βεράντας

Με την τόλμη της απώλειας
ανοίγει πόρτες
η Ζωή

Ζάκυνθος, Μάρτης 2013


[Εικαστικό σχόλιο: Ο Μάρτιος του Γιάννη Τσαρούχη]

Μιμίκα Σταμίρη: ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)

Σ’ ένιωσα στο ξεχασμένο φιλί
ένα πρωί  που μάτωσαν οι  κύκνοι τους υάκινθους.
Πέφτει ο ήλιος.
Στον κόρφο της Ελένης το μήλο
κι η Τροία μια μυθική ιστορία.
Τα βλέφαρα λάγγεψαν τα κυπαρίσσια
και πρασίνισαν τα’ άστρα
σαν μνήμες παλιές των λιμανιών.
Στην καρδιά σου τα χέρια μου
νεκρά περιστέρια.
Πέφτει το φεγγάρι.
Στους κάκτους τα πορτοκάλια
της πιο γαλάζιας ερημιάς.
Κι εγώ μια Ανδρομάχη.

Αλλάζει το σύννεφο
στο σκορπισμένο σου μίλημα
Η βλάστηση γέλασε
στο χαμόγελο του Εκτορίδη.
Καπνοί της αμάχης των μύθων
γαλούχησαν τους αιμάτινους κύκλους
κι η Πηνελόπη ξαναϋφαίνει στο πεσμένο φεγγάρι.
Η γαλάζια ερημιά εξαϋλωμένος αφρός
καμάκωσε το καΐκι του νόστου.
Κι ο Δυσσέας χαμένος στις Κίρκες και τους Κύκλωπες
αψηλώνει τ’ ολάνθισμα της ελπίδας.
Στο Θιάκι οι αγάπες μου
που με ξαστόχησαν καρτερώντας,
στις μυγδαλιές οι ανάσες μου
π’ έγειραν στο πρώτο φυλλοβόλημα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξαπλώνει το φως
στις αγκαλιές της ερημιάς των γλάρων
και τα’ άλογο καλπάζοντας στα τείχη
μάτωσε τους υάκινθους των κύκνων.
Το χτικιό της αδερφοσύνης σου
κουρέλιασε την περήφανη νιότη μου.
Στις μυρτιές λαβωμένα τα φίδια
Στο κρεβάτι του Αχιλλέα
ξεχασμένο λάφυρο η ομορφιά.
Δεν ήξερα πού πήγε η Ιφιγένεια
μήτε τα’ άστρο ότι χάθηκε στου Αίολου την πνοή.
Απίθωσα τα μάτια και τα χέρια μου
στο περιβόλι τα’ ανοιχτού σου πουκάμισου
την ίδια ώρα που σταλοβόλησε ο αφρός
στο νησί των Φαιάκων.
Στα τόξα και στις σαΐτες των πολεμόχαρων
ίδιος με κρίνο του πελάγου
τραγούδησες στα γλέντια των μνηστήρων.
Κι εγώ μακριά δε σε ξαστόχησα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξεψύχησαν τ’ ασφοδίλια
στη λαίμαργή σου αποκοτιά
σε κάθε νου που γλυκοτυραννιέται
βαμμένος στα χρώματα του τόξου.
Ήταν πικρό να καρτεράω δέκα χρόνια
το χαμογέλιο της λευτέρωσης των υάκινθων
στο ξωτικό νησί που μ’ είχαν ποτισμένη
ίδιο φαρμάκι, ίδιο κρασί
τ’ αλαργινά σου μάτια.
Ήμουν στο Θιάκι προξενήτρα
πεσμένο φεγγάρι στον κόρφο τ’ ουρανού.
Στις θάλασσες ένα πουλί που λησμονιέται
χτυπημένο απ’ το κατάρτι της τρικυμίας
ένα όνειρο που σταλοβολάει
σαν βροχομαργαριτάρι στα χείλη μου.
Απάγγιο του γλυκού τραγουδιού οι Σειρήνες
Στο γοργοκύλισμα του κυμάτου η θύμησή σου.
Κι εγώ μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
ίδια Ανδρομάχη

Ξύπνησε τ’ όνειρο
σε κάποια ακτή του Ήλιου
Στις σάρκες των βοδιών οι μέλισσες
Θρήνοι  Τρωάδων στα φεγγαρόφωτα λημέρια
-ένα πικρόηχο ανατίναγμα του γυρισμού–
Ατράνταχτος ο Δίας στη σύναξη των θεών
Κι η κόρη της σοφίας ντυμένη την ελιά
μαχαίρωσαν το δάκρυ μου στ’ ακρογιάλι.
Το πονεμένο σου τραγούδι στο τέλος της άνοιξης
γαρύφαλλο στο συρματόπλεγμα της απαντοχής
ξαστέρωνε τα βλέφαρα της βασίλισσας
όταν σε κάτεχε στα μαγικά της ξεφαντώματα.
Κουβάλισμα πικρό οι συντρόφοι
Του μερτικού της πείνας αετοί,
 ίδιοι λαός στις αλυσίδες του απρόσμενου
Κι εσύ τρανός.
Σ’ ένιωθα στο ξεχασμένο φιλί της καρυδιάς
που ‘γραφε τ’ όνομά μου.
Με λέγαν Ανδρομάχη.
                         
[Εικαστικό σχόλιο: Η Ανδρομάχη θρηνεί τον Έκτορα. Ζωγραφικός πίνακας του Ζακ-Λουί Νταβίντ]

Ανδρέας Γ. Λίτος: ΝΟΣΤΙΜΟΝ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



Νόστιμο  τ’ άστρο 
νόστιμο,
μες στη  στεγνή του δρόμου
                             άσφαλτο...
Τα μάτια σου σπινθήριζαν
στα λόγια της αγάπης.
Κι ούτε λουλούδια ούτε ευωδιές…
Μόνο της πίκρας ο καημός
κι ο αναπαμός από το φως.

[Εικαστικό σχόλιο: Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ (1939-2012]

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Αρχή της Άνοιξης στις 21 Μαρτίου και παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Το νησί, λοιπόν, του Φώσκολου, του Κάλβου και του Σολωμού, αλλά και τόσων άλλων, που προετοίμασαν το έδαφος για τους παραπάνω κορυφαίους ή κράτησαν τη συνέχεια και την παράδοση, θα έπρεπε να γιορτάζει.
   Η Ζάκυνθος είχε την μοναδική τύχη να είναι η «μητρική γη» των μεγαλύτερων δημιουργών της νεοελληνικής γραμματολογίας και να χαρίσει στην τέχνη του λόγου τα σπουδαιότερα ονόματα της μεστότητάς του. Οι δύο από αυτούς, ο «Πρωτόκλητος και Πρωτοψάλτης» εμπνευστής των «Ωδών» και ο Εθνικός μας, όπως χαρακτηρίστηκε, όχι αδίκως, Βάρδος, κοιμούνται «εις την πατρίδα». Ο άλλος, ο εμπνευστής των «Τάφων», με «αδάκρυτη ταφή», συντροφεύει τους μεγάλους του πνεύματος και της τέχνης στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της πολύκροτης Φλωρεντίας. Αλλά και πλειάδα άλλων υπάρχει, οι οποίοι κάτω από τη σκιά των προηγούμενων έρχονται «δεύτεροι», αλλά είναι και αυτοί σημαντικοί και σπουδαίοι και σ’ άλλο τόπο, με μικρότερη παράδοση, ίσως να ήταν από τα πρώτα αναστήματα.
   Ποιον να πρωτοθυμηθείς, αλήθεια; Τους Μαρτζώκηδες, τον Ιωάννη Τσακασιάνο, τον Μαρίνο Σιγούρο, τον Αντώνιο Μαρτελάο, έτσι για να αναφερθούμε σε λίγα, ενδεικτικά ονόματα, όπως πρόχειρα μας ήρθαν στο μυαλό ή σε όλους αυτούς, που πολύ εύστοχα ο Διον. Ρώμας χαρακτήρισε σ’ ένα χρονογράφημά του «χαμωλόγους», αξιοποιώντας άριστα μια λέξη της ζακυνθινής υπαίθρου, στους οποίους πολλά χρωστάμε και η παρουσία τους είναι η περίτρανη απόδειξη για μια ποιότητα ζωής και έναν μεγάλο πολιτισμό.
   Για τους μεγάλους μας έχουν γραφτεί πολλά και μέλει να γραφτούν περισσότερα. Μα και οι «ελάσσονες» αξίζουν την προσοχή και την αναφορά μας. Αυτοί συχνά είναι οι λίθοι, που στηρίζουν το οικοδόμημα.
   Σαν παράδειγμα θα αναφέρω κάποιον από αυτούς, ο οποίος αληθινά με ένα και μόνο ποίημά του, παρότι έχει γράψει και άλλα αξιόλογα, έχει κερδίσει μια θέση, στην τοπική, τουλάχιστον, γραμματολογία και ο λόγος του έχει κάνει μάτια και μάτια να δακρύσουν, κάτι που είναι η βασική επιδίωξη του κάθε δημιουργού, συχνά πιο σημαντική και από τα καλύτερα κριτικά κείμενα.
   Πρόκειται για τον Ιωάννη Τσιλιμίγκρα, ο οποίος έγραψε «Το θαύμα», ένα ποίημα εμπνευσμένο από την ίαση του τυφλού γιού της Κόμισσας Καπνίση, από τον Προστάτη και Πολιούχο του νησιού μας, τον Άγιο Διονύσιο.
   Θα  μπορούσα να γράψω πολλά γι’ αυτό το ποίημα, το οποίο εκφράζει άριστα την ζακυνθινή ιδιοσυγκρασία και είναι η ταυτότητα του κάθε Τζαντιώτη, αλλά, επειδή μιλάμε για ποίηση και μάλιστα γνήσια, θα σταθώ σ’ ένα περιστατικό, που ο ίδιος έζησα και πιστεύω πως είναι η πιο μεγάλη ένδειξη για την αξία των επτανησιακών αυτών στίχων.
   Ήταν λοιπόν η εποχή που έκανα ραδιόφωνο και μάλιστα στην πολυδιάστατη και πρωτοποριακή, τότε, Ε.Ρ.Ζ. Παραμονή της μεγάλης, χειμωνιάτικης γιορτής του Αγίου μας και –μην μπορώντας να γίνει αλλιώς– η εκπομπή θα έπρεπε να είναι δικαιωματικά αφιερωμένη στον Άγιό μας. Διάλεξα, γι’ αυτό, κάποια  ποιήματα, από τα πολλά, όπου του έχουν αφιερώσει (ανάμεσά του τα τρία του Σολωμού και απαραίτητα το επικολυρικό του Ανδρέα Μαρτζώκη: «Ο Γούμενος της Αναφωνητρίας») και επειδή πάντα μου άρεσε και «Το Θαύμα» του Τσιλιμίγκρα.
   Το αποτέλεσμα: όταν ακουγόταν, ο ηχολήπτης μου, ένα μοντέρνο παιδί της σύγχρονης ζωής και πραγματικότητας, δάκρυσε στο άκουσμά του και γυρίζοντας μου είπε: «Τι ωραίο ποίημα!». Αυτό, αναμφίβολα, ήταν η πιο σπουδαία αναγνώριση του δημιουργού του.
   Μα και ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά και εφημερίδες του νησιού, μπορείς να βρεις αληθινά διαμάντια της ποίησης, γραμμένα από ονόματα, που δεν είναι τόσο γνωστά στο ευρύ κοινό, αλλά έχουν δώσει την ψυχή τους στην λεπτότητα του λόγου. Είναι «ο οβολός της χήρας» του Ευαγγελίου ή κάτι περισσότερο; Δεν έχει σημασία. Η ουσία είναι πως και μ’ ένα μονάχα ποίημα, ίσως και μ’ ένα μόνο καλό στίχο μπορείς να κερδίσεις τον παράδεισο.
   Μα και σήμερα υπάρχουν στο νησί πολλοί και αξιόλογοι ποιητές, που συνεχίζουν την παράδοση και αντισταθμίζουν την κακοδαιμονία μας. Στο χώρο αυτό η Ζάκυνθος καλά κρατεί ακόμα.
   Να γιατί η χθεσινή ημέρα, η 21η Μαρτίου, θα έπρεπε να ήταν ξεχωριστή για τον τόπο μας.
   Οι ποιητές μας (παλιότεροι και νεότεροι) είναι οι πιο αξιόπιστοι ικέτες μας. Αν τους αγνοήσουμε, θα γίνουμε παροικία.
   Ας τους μνημονεύουμε κάθε που μας βρίσκει το κακό, όπως συμβουλεύει ένας σύγχρονος ομότεχνός τους, ο Οδυσσέας Ελύτης.
   Έτσι θα σταθούμε στα πόδια μας.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Παύλος Φουρνογεράκης: ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ποίημα)



Χαίρονται απόψε κι  οι ψυχές
στα κάδρα,
χορός μεταμφιεσμένων
ανθεί

Πρόεδροι, παπάδες, ποιητές,
μάσκες
στους τοίχους της σιωπής
μειδιούν

Απόγονοι με  ντεσιμπέλ
σπάζουν
το φράγμα του ψύχους
ηχηρά

Με ρυθμούς κι αρώματα
χρωματίζει
η άνοιξη τον ερχομό της
σκωπτικά.
Λιθακιά, 16-3-2013

ΥΓ. Μια υπέροχη καρναβαλίστικη χορευτική βραδιά μεταμφιεσμένων στο Πολιτιστικό Κέντρο της Εκκλησίας της Λιθακιάς. Έκτακτη συμμετοχή και οι επώνυμοι του χωριού (πρόγονοι και μακαρίτες οι περισσότεροι), μέσα από τα κάδρα τους… 
Related Posts with Thumbnails