© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ιωάννης Δελήτσικος [1908-1994]: α) ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ, β) ΤΡΑΓΟΥΔΙ, γ) ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, δ) ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ (Συμβολή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



[Ο λαϊκός ποιητής Ιωάννης Δελήτσικος γεννήθηκε το 1908 και πέθανε το 1994. Έζησε και εργάστηκε στη Σκόπελο των Βορείων Σποράδων. Περισσότερα για τη ζωή του δείτε εδώ.
Η στιχοποίηση και η ορθογραφία  των πρωτοπαρουσιαζόμενων ποιημάτων από το σωζόμενο αρχείο του, οφείλονται στην κόρη του. Την παρουσίαση επιμελήθηκε η τακτική συνεργάτρια του e-περιοδικού μας κ. Μαρία Κοτοπούλη].


ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

1
Καλύτερα ο άνθρωπος να ήταν κρύα πέτρα
παρά που έχει αίσθηση και φρόνηση και μέτρα.

2
Κάθε μέρα που περνάει ένα δάκρυ μου κυλά
καθώς φεύγει η ζωή μου και ο χρόνος μακριά.

3
Είναι η ζωή ένα λούλουδο, είναι ένα φυλλαράκι
είναι καπνός που χάνεται στο πρώτο αεράκι.

4
Τα μάτια σου είναι θάλασσες όπου βουλιάζουν πλοία
κι ο ναύτης που τα κοίταξε τον πήρε η τρικυμία.

5
Τα μάτια σου τα μάτια μου άμα τα δούνε κλαίνε.
Εάν τους έκαμα καλό γιατί δε μου το λένε;

6
Για ένα σου βλέμμα χάνομαι για μια ματιά πεθαίνω
για ένα σου γλυκοφίλημα στον Άδη κατεβαίνω.

7
Και τα πουλιά, αν και πουλιά, κι εκείνα έχουνε πάθια
πάνε να φάνε τον καρπό και τα χτυπούν τ’ αγκάθια.


*     *     *


ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Έχει η Αθήνα ομορφιές
που σε πεθαίνουνε.
Μα έχει και η Σκόπελος
που σε τρελαίνουμε.

Αθήνα μου, τα κάλλη σου
με ζαλίζουνε
τα όμορφα κορίτσια σου
με βουρλίζουνε.

Αγάπη μου, νησάκι μου,
τα περιγιάλια σου,
     οι αμμουδιές, τα δάση  
και τα σπιτάκια σου!

Στης θάλασσας τ’ αγέρι
ξανανιώνομαι
και παίζοντας μαζί της
ανασταίνομαι

Του ήλιου οι αχτίνες
με χαϊδεύουνε
τα χρώματα της δύσης
με γλυκαίνουνε

Τα αγριολούλουδά σου
με μεθύζουνε
τα αηδονάκια σου
με νανουρίζουνε!

Αθήνα, όμορφή μου,
η αρχοντιά σου!
Σκόπελος, Καλλονή μου,
η αγκαλιά σου!


*     *     *


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Πώς περάσανε τα χρόνια και οι μέρες οι καλές!
Τώρα έρχονται Βοριάδες, με φουρτούνες και χιονιές.

Ας ελπίζουμε μια μέρα πως θ’ αλλάξουν οι καιροί
κι οι ανέμοι θα κοπάσουν και το κρύο το πολύ.

Και η θάλασσα γαλήνη και ζεστή από ήλιο η γη,
όπως είχαμε και πρώτα πριν το χιόνι μας ευρεί.

Τώρα είμαστε στο σπίτι γύρω-γύρω στη φωτιά
και κανείς δε βλέπει πέρα που έρχεται η παγωνιά.


*     *     *


ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ

Πάλι κρύο και ραγάνι, πάλι βαρυχειμωνιά
τα βουνά γέμισαν χιόνια κι όλη η ακρογιαλιά.
Όλη η θάλασσα ασπρίζει απ’ το κύμα το βουβό
Και με λύσσα εις τα βράχια πάει και σπάζει σα θεριό!

Τα καράβια αραγμένα από την κακοκαιριά
τα πληρώματα, απίκο μη συμβεί καμιά ζημιά,
φέρνουν γύρω στο καράβι και του δένουν τα σκοινιά
και οι βάρκες βολοδέρνουν μια ψηλά μια χαμηλά.

Στη στεριά ζημιές μεγάλες  στις ελιές και στα σπαρτά
ξεριζώθηκαν τα πάντα, ψόφησαν και τα πουλιά.
Οι αγρότες μες τα σπίτια μαραμένοι απ’ τα κακά
σκέπτονται πώς θα τη «βγάλουν»την επόμενη χρονιά.

Οι γριές παρηγορούνε την καινούργια τη γενιά:
«Ο Θεός είναι μεγάλος θα ‘βρει λύσει και γι’ αυτά.
Μη, παιδάκι μου, λυπάσαι, θα το δεις θα ‘ρθει χαρά
θα ντυθεί και πάλι η πλάση και τα λιόχαρα βουνά.

»‘Μεις που έχουμε γεράσει εγευτήκαμε πολλά
Κι όπως πέρναγαν τα χρόνια ρίχνονταν στη λησμονιά
Χαρταϊτός ειν’ η ζωή μας με καλούμα και ουρά
μια στα ουράνια σ’ ανεβάζει μια σε ρίχνει στη στεριά

»Βάλτε ξύλα να ζεστάνει και ελάτε στη φωτιά
Κάστανα ρίξτε στη θράκα, σύκα απάνω στη μασά
Και θα πούμε παραμύθια για ωριές και για θεριά
Κι όπου να’ ναι θα περάσει και αυτή η κακιά βραδιά».


                                                                                                                                 [Ραγάνι= λαίλαπα]

Γιάννης Κισκήρας: α) ΑΝΘΟΣ ΧΛΟΗΣ, β) ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013

ΑΝΘΟΣ ΧΛΟΗΣ

Υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή
όταν τριγύρω σου τα σπουδαία καταρρέουν
κι απλώνεται γαλήνη
σαν τον λευκό καπνό μιας φωτιάς που σιγοκαίει
κι ο νυχτερινός βήχας στο σκοτάδι
μοιάζει λυτρωτικό χτύπημα στην πλάτη,
προπομπός στους ανερεύνητους τόπους του ονείρου.
Τότε γιορτάζεις γι’ αυτό που ήσουν την ημέρα
και τ’ αγνόησες.
Κι η καρδιά λυπάται που δεν μπόρεσε
να δείξει το άνθος χλόης
που δεν κατάφερε ν’ ανοίξει.


*     *     *


ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Κάποτε φτάνει ο καιρός που πρέπει
να βγάλεις απ’ τη φωτιά το τσουκάλι
με τις επιθυμίες που βράζουν.
Δύσκολη ώρα.
Γιατί αναλογίζεσαι τους δρόμους που έχεις ακολουθήσει,
τη ζωή σου που άφησες αρούφηχτη
κι ήσουν ανίερος αποστάτης του τρομαγμένου σου εαυτού
που σου μιλούσε ψιθυριστά για να αλλάξεις.
Και ιδού, τα τζιτζίκια στους ευκαλύπτους σού τραγουδούν
κι ανάπαυση δεν βρίσκει η ψυχή σου.

----------------------------------------------
Ο Γιάννης Κισκήρας γεννήθηκε στη Λαμία το 1966. Κατάγεται από τη Μάνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Σύγχρονες Λογοτεχνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Lancaster. Φωτογραφίες και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, στο περιοδικό ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ και στο περιοδικό εκπαίδευσης ENGLISH MATTERS. Έχει εκδώσει 3 βιβλία με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» (2010), το «ΤΕΙΧΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ» (2011) και το «ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟ ΧΑΟΣ» (2012).

[Εικαστικό σχόλιο στα ποιήματα: Χαρακτικό του Κώστα Γραμματόπουλου]

Παναγιώτης Κουμπούρας: α) ΕΙΜΑΣΤΕ, ΑΓΑΠΗ…, β) ΤΟ ΑΛΛΟ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΓΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



Είμαστε αγάπη…

διπλό σονέτο

Ήσουν πουλί στην παγωνιά,
είχες στα μάτια τον χιονιά, σαν σε κοιτούσα.
Να ’μουν φιλί σε μια αγκαλιά,
γλυκά στα χείλη τα μελιά να σε φιλούσα.
Ήσουν κλαδί μες στο βοριά
και στων ανέμων τη μεριά λύγιζες πάντα.
Να ’μαι παιδί του κυρ Νοτιά,
να σε στολίζω με μυρτιά και με λεβάντα !

Να ’μουν νεράκι όλο δροσιά,
στου έρωτα τη φυλλωσιά να σε κυλούσα.
Να ’σαι λιγάκι – Παναγιά,
της λύπης σου την πυρκαγιά να τηνε σβούσα.
Είμαι από χώμα μια καρδιά,
που τη ζωγράφισαν παιδιά λευκή γιρλάντα.
Να ’σαι το στόμα ερωδιού,
οι λέξεις σου σπόροι ροδιού, amo-Αμάντα.

Είμαστε, αγάπη, εγώ κι εσύ,
σαν το πλατάνι το δασύ, που αντέχει χρόνια.
Είμαστε, αγάπη, από φως,
όπως ο φάρος ο κρυφός, κι οι δυο πλασμένοι.
Είμαστε αγάπη, που νικά
και την κακία τελικά, αγάπη αιώνια!

Να ’μαστε αγάπη, στους καιρούς,
τους μίζερους, τους μισερούς και στο σκοτάδι.
Να ’μαστε αγάπη, μια πνοή,
εγώ κι εσύ, για μια ζωή ευτυχισμένοι.
Να ’μαστε αγάπη, που διαρκεί
κι όταν δειλιάζει, τής αρκεί μόνο ένα χάδι!


*     *     *


Το άλλο εγώ στην άλλη Γη

Τόσο που σ’ έσκαψα ψυχή
κι ακόμη μέσα σου νερό δεν βρήκα …
Δεν αξιώθηκε η αξίνα μου να φιληθεί
ούτε από ένα σταλαγμίτη – δάκρυ.
Βράχο καημό βρίσκει μονάχα.
Στεγνό πηλό βγάζει
το άλλο μου εγώ…
Με εκμαγεία την ψυχή
πώς να πλανέψω;

Δεν είσαι θάλασσα, ψυχή,
στα παγωμένα σου νερά
να ταξιδέψω…
Γι αυτό κι εγώ
βαρκούλα κάνω τον καιρό
στην άλλη θάλασσα καλόπλωρος να βγω
με των βασάνων το κουπί, του γέλιου το φτερό
από τις σκοτεινές σου συμπληγάδες
ν’ αλαργέψω…

Δεν είσαι δίδυμη, ψυχή,
όπως η Γη,
που κάπου πέρα μακριά
μια άλλη γη –ο δίδυμος πλανήτης–
παρθένο κρύβει το νερό
τη δίψα της ψυχής της να φιλέψει !

Γι αυτό κι εγώ
το άλλο μου εγώ
στην άλλη γη –για αλλαγή
υγρής πνοής–
ίσως, μια νύχτα μιαν αυγή
μ’ ένα ξερό πλάνο φιλί,
ίσως, να το μισέψω…

---------------------------------------------------- 
Ο Παναγιώτης Κουμπούρας είναι φιλόλογος στο Λύκειο της Ακράτας. Το 2012 εξεδόθη η ποιητική συλλογή του «Ανακομιδή ονείρων» από το Παρασκήνιο.

[Εικαστικό σχόλιο: Ελένη Ζούνη]

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος: ΠΟΙΗΣΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Χώρος των τρελών 
Των αθώων 
Των σιωπηλών αχθοφόρων.

Παύλος Φουρνογεράκης: α) ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ, β) ΦΩΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ

Οι φυλές
σαν τα φύλλα
Φωτο-
συν-θέτουν
στον Ένα
Ήλιο
σκέψεις-πράξεις

Χρωματο-φόρες
Πνοές
της Γης
η  ανακύκληση
του Αγαθού
σκιάζει
διακρίσεις


*     *     *


ΦΩΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Στάζει λάσπη
η Όστρια
μουντές κουρτίνες
κι η θέαση
πλήξη

Τροχισμένα ψαλίδια
τιτιβίζουν
τον ερχομό-γέννα

Το πρώτο αβγό
σπασμένο
στα μάρμαρα της βεράντας

Με την τόλμη της απώλειας
ανοίγει πόρτες
η Ζωή

Ζάκυνθος, Μάρτης 2013


[Εικαστικό σχόλιο: Ο Μάρτιος του Γιάννη Τσαρούχη]

Μιμίκα Σταμίρη: ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)

Σ’ ένιωσα στο ξεχασμένο φιλί
ένα πρωί  που μάτωσαν οι  κύκνοι τους υάκινθους.
Πέφτει ο ήλιος.
Στον κόρφο της Ελένης το μήλο
κι η Τροία μια μυθική ιστορία.
Τα βλέφαρα λάγγεψαν τα κυπαρίσσια
και πρασίνισαν τα’ άστρα
σαν μνήμες παλιές των λιμανιών.
Στην καρδιά σου τα χέρια μου
νεκρά περιστέρια.
Πέφτει το φεγγάρι.
Στους κάκτους τα πορτοκάλια
της πιο γαλάζιας ερημιάς.
Κι εγώ μια Ανδρομάχη.

Αλλάζει το σύννεφο
στο σκορπισμένο σου μίλημα
Η βλάστηση γέλασε
στο χαμόγελο του Εκτορίδη.
Καπνοί της αμάχης των μύθων
γαλούχησαν τους αιμάτινους κύκλους
κι η Πηνελόπη ξαναϋφαίνει στο πεσμένο φεγγάρι.
Η γαλάζια ερημιά εξαϋλωμένος αφρός
καμάκωσε το καΐκι του νόστου.
Κι ο Δυσσέας χαμένος στις Κίρκες και τους Κύκλωπες
αψηλώνει τ’ ολάνθισμα της ελπίδας.
Στο Θιάκι οι αγάπες μου
που με ξαστόχησαν καρτερώντας,
στις μυγδαλιές οι ανάσες μου
π’ έγειραν στο πρώτο φυλλοβόλημα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξαπλώνει το φως
στις αγκαλιές της ερημιάς των γλάρων
και τα’ άλογο καλπάζοντας στα τείχη
μάτωσε τους υάκινθους των κύκνων.
Το χτικιό της αδερφοσύνης σου
κουρέλιασε την περήφανη νιότη μου.
Στις μυρτιές λαβωμένα τα φίδια
Στο κρεβάτι του Αχιλλέα
ξεχασμένο λάφυρο η ομορφιά.
Δεν ήξερα πού πήγε η Ιφιγένεια
μήτε τα’ άστρο ότι χάθηκε στου Αίολου την πνοή.
Απίθωσα τα μάτια και τα χέρια μου
στο περιβόλι τα’ ανοιχτού σου πουκάμισου
την ίδια ώρα που σταλοβόλησε ο αφρός
στο νησί των Φαιάκων.
Στα τόξα και στις σαΐτες των πολεμόχαρων
ίδιος με κρίνο του πελάγου
τραγούδησες στα γλέντια των μνηστήρων.
Κι εγώ μακριά δε σε ξαστόχησα.
Μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
εγώ, μια Ανδρομάχη

Ξεψύχησαν τ’ ασφοδίλια
στη λαίμαργή σου αποκοτιά
σε κάθε νου που γλυκοτυραννιέται
βαμμένος στα χρώματα του τόξου.
Ήταν πικρό να καρτεράω δέκα χρόνια
το χαμογέλιο της λευτέρωσης των υάκινθων
στο ξωτικό νησί που μ’ είχαν ποτισμένη
ίδιο φαρμάκι, ίδιο κρασί
τ’ αλαργινά σου μάτια.
Ήμουν στο Θιάκι προξενήτρα
πεσμένο φεγγάρι στον κόρφο τ’ ουρανού.
Στις θάλασσες ένα πουλί που λησμονιέται
χτυπημένο απ’ το κατάρτι της τρικυμίας
ένα όνειρο που σταλοβολάει
σαν βροχομαργαριτάρι στα χείλη μου.
Απάγγιο του γλυκού τραγουδιού οι Σειρήνες
Στο γοργοκύλισμα του κυμάτου η θύμησή σου.
Κι εγώ μες τους καπνούς της αμάχης των μύθων
ίδια Ανδρομάχη

Ξύπνησε τ’ όνειρο
σε κάποια ακτή του Ήλιου
Στις σάρκες των βοδιών οι μέλισσες
Θρήνοι  Τρωάδων στα φεγγαρόφωτα λημέρια
-ένα πικρόηχο ανατίναγμα του γυρισμού–
Ατράνταχτος ο Δίας στη σύναξη των θεών
Κι η κόρη της σοφίας ντυμένη την ελιά
μαχαίρωσαν το δάκρυ μου στ’ ακρογιάλι.
Το πονεμένο σου τραγούδι στο τέλος της άνοιξης
γαρύφαλλο στο συρματόπλεγμα της απαντοχής
ξαστέρωνε τα βλέφαρα της βασίλισσας
όταν σε κάτεχε στα μαγικά της ξεφαντώματα.
Κουβάλισμα πικρό οι συντρόφοι
Του μερτικού της πείνας αετοί,
 ίδιοι λαός στις αλυσίδες του απρόσμενου
Κι εσύ τρανός.
Σ’ ένιωθα στο ξεχασμένο φιλί της καρυδιάς
που ‘γραφε τ’ όνομά μου.
Με λέγαν Ανδρομάχη.
                         
[Εικαστικό σχόλιο: Η Ανδρομάχη θρηνεί τον Έκτορα. Ζωγραφικός πίνακας του Ζακ-Λουί Νταβίντ]

Ανδρέας Γ. Λίτος: ΝΟΣΤΙΜΟΝ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)



Νόστιμο  τ’ άστρο 
νόστιμο,
μες στη  στεγνή του δρόμου
                             άσφαλτο...
Τα μάτια σου σπινθήριζαν
στα λόγια της αγάπης.
Κι ούτε λουλούδια ούτε ευωδιές…
Μόνο της πίκρας ο καημός
κι ο αναπαμός από το φως.

[Εικαστικό σχόλιο: Χέρμαν Φραντς Μπλάουτ (1939-2012]

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Αρχή της Άνοιξης στις 21 Μαρτίου και παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Το νησί, λοιπόν, του Φώσκολου, του Κάλβου και του Σολωμού, αλλά και τόσων άλλων, που προετοίμασαν το έδαφος για τους παραπάνω κορυφαίους ή κράτησαν τη συνέχεια και την παράδοση, θα έπρεπε να γιορτάζει.
   Η Ζάκυνθος είχε την μοναδική τύχη να είναι η «μητρική γη» των μεγαλύτερων δημιουργών της νεοελληνικής γραμματολογίας και να χαρίσει στην τέχνη του λόγου τα σπουδαιότερα ονόματα της μεστότητάς του. Οι δύο από αυτούς, ο «Πρωτόκλητος και Πρωτοψάλτης» εμπνευστής των «Ωδών» και ο Εθνικός μας, όπως χαρακτηρίστηκε, όχι αδίκως, Βάρδος, κοιμούνται «εις την πατρίδα». Ο άλλος, ο εμπνευστής των «Τάφων», με «αδάκρυτη ταφή», συντροφεύει τους μεγάλους του πνεύματος και της τέχνης στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της πολύκροτης Φλωρεντίας. Αλλά και πλειάδα άλλων υπάρχει, οι οποίοι κάτω από τη σκιά των προηγούμενων έρχονται «δεύτεροι», αλλά είναι και αυτοί σημαντικοί και σπουδαίοι και σ’ άλλο τόπο, με μικρότερη παράδοση, ίσως να ήταν από τα πρώτα αναστήματα.
   Ποιον να πρωτοθυμηθείς, αλήθεια; Τους Μαρτζώκηδες, τον Ιωάννη Τσακασιάνο, τον Μαρίνο Σιγούρο, τον Αντώνιο Μαρτελάο, έτσι για να αναφερθούμε σε λίγα, ενδεικτικά ονόματα, όπως πρόχειρα μας ήρθαν στο μυαλό ή σε όλους αυτούς, που πολύ εύστοχα ο Διον. Ρώμας χαρακτήρισε σ’ ένα χρονογράφημά του «χαμωλόγους», αξιοποιώντας άριστα μια λέξη της ζακυνθινής υπαίθρου, στους οποίους πολλά χρωστάμε και η παρουσία τους είναι η περίτρανη απόδειξη για μια ποιότητα ζωής και έναν μεγάλο πολιτισμό.
   Για τους μεγάλους μας έχουν γραφτεί πολλά και μέλει να γραφτούν περισσότερα. Μα και οι «ελάσσονες» αξίζουν την προσοχή και την αναφορά μας. Αυτοί συχνά είναι οι λίθοι, που στηρίζουν το οικοδόμημα.
   Σαν παράδειγμα θα αναφέρω κάποιον από αυτούς, ο οποίος αληθινά με ένα και μόνο ποίημά του, παρότι έχει γράψει και άλλα αξιόλογα, έχει κερδίσει μια θέση, στην τοπική, τουλάχιστον, γραμματολογία και ο λόγος του έχει κάνει μάτια και μάτια να δακρύσουν, κάτι που είναι η βασική επιδίωξη του κάθε δημιουργού, συχνά πιο σημαντική και από τα καλύτερα κριτικά κείμενα.
   Πρόκειται για τον Ιωάννη Τσιλιμίγκρα, ο οποίος έγραψε «Το θαύμα», ένα ποίημα εμπνευσμένο από την ίαση του τυφλού γιού της Κόμισσας Καπνίση, από τον Προστάτη και Πολιούχο του νησιού μας, τον Άγιο Διονύσιο.
   Θα  μπορούσα να γράψω πολλά γι’ αυτό το ποίημα, το οποίο εκφράζει άριστα την ζακυνθινή ιδιοσυγκρασία και είναι η ταυτότητα του κάθε Τζαντιώτη, αλλά, επειδή μιλάμε για ποίηση και μάλιστα γνήσια, θα σταθώ σ’ ένα περιστατικό, που ο ίδιος έζησα και πιστεύω πως είναι η πιο μεγάλη ένδειξη για την αξία των επτανησιακών αυτών στίχων.
   Ήταν λοιπόν η εποχή που έκανα ραδιόφωνο και μάλιστα στην πολυδιάστατη και πρωτοποριακή, τότε, Ε.Ρ.Ζ. Παραμονή της μεγάλης, χειμωνιάτικης γιορτής του Αγίου μας και –μην μπορώντας να γίνει αλλιώς– η εκπομπή θα έπρεπε να είναι δικαιωματικά αφιερωμένη στον Άγιό μας. Διάλεξα, γι’ αυτό, κάποια  ποιήματα, από τα πολλά, όπου του έχουν αφιερώσει (ανάμεσά του τα τρία του Σολωμού και απαραίτητα το επικολυρικό του Ανδρέα Μαρτζώκη: «Ο Γούμενος της Αναφωνητρίας») και επειδή πάντα μου άρεσε και «Το Θαύμα» του Τσιλιμίγκρα.
   Το αποτέλεσμα: όταν ακουγόταν, ο ηχολήπτης μου, ένα μοντέρνο παιδί της σύγχρονης ζωής και πραγματικότητας, δάκρυσε στο άκουσμά του και γυρίζοντας μου είπε: «Τι ωραίο ποίημα!». Αυτό, αναμφίβολα, ήταν η πιο σπουδαία αναγνώριση του δημιουργού του.
   Μα και ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά και εφημερίδες του νησιού, μπορείς να βρεις αληθινά διαμάντια της ποίησης, γραμμένα από ονόματα, που δεν είναι τόσο γνωστά στο ευρύ κοινό, αλλά έχουν δώσει την ψυχή τους στην λεπτότητα του λόγου. Είναι «ο οβολός της χήρας» του Ευαγγελίου ή κάτι περισσότερο; Δεν έχει σημασία. Η ουσία είναι πως και μ’ ένα μονάχα ποίημα, ίσως και μ’ ένα μόνο καλό στίχο μπορείς να κερδίσεις τον παράδεισο.
   Μα και σήμερα υπάρχουν στο νησί πολλοί και αξιόλογοι ποιητές, που συνεχίζουν την παράδοση και αντισταθμίζουν την κακοδαιμονία μας. Στο χώρο αυτό η Ζάκυνθος καλά κρατεί ακόμα.
   Να γιατί η χθεσινή ημέρα, η 21η Μαρτίου, θα έπρεπε να ήταν ξεχωριστή για τον τόπο μας.
   Οι ποιητές μας (παλιότεροι και νεότεροι) είναι οι πιο αξιόπιστοι ικέτες μας. Αν τους αγνοήσουμε, θα γίνουμε παροικία.
   Ας τους μνημονεύουμε κάθε που μας βρίσκει το κακό, όπως συμβουλεύει ένας σύγχρονος ομότεχνός τους, ο Οδυσσέας Ελύτης.
   Έτσι θα σταθούμε στα πόδια μας.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Παύλος Φουρνογεράκης: ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ποίημα)



Χαίρονται απόψε κι  οι ψυχές
στα κάδρα,
χορός μεταμφιεσμένων
ανθεί

Πρόεδροι, παπάδες, ποιητές,
μάσκες
στους τοίχους της σιωπής
μειδιούν

Απόγονοι με  ντεσιμπέλ
σπάζουν
το φράγμα του ψύχους
ηχηρά

Με ρυθμούς κι αρώματα
χρωματίζει
η άνοιξη τον ερχομό της
σκωπτικά.
Λιθακιά, 16-3-2013

ΥΓ. Μια υπέροχη καρναβαλίστικη χορευτική βραδιά μεταμφιεσμένων στο Πολιτιστικό Κέντρο της Εκκλησίας της Λιθακιάς. Έκτακτη συμμετοχή και οι επώνυμοι του χωριού (πρόγονοι και μακαρίτες οι περισσότεροι), μέσα από τα κάδρα τους… 

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ (Αναφορά στον Ελύτη)


Ουδέποτε κατόρθωσε να αφομοιώσει την ποιητική του. Διατήρησε βεβαίως ένα αμείωτο ενδιαφέρον για τη στιχουργική, τις πρωτοτυπίες, τον ψυχισμό που φλέγεται εν μέσω των εποχών και της ιστορίας. Ορισμένες φορές πληγώθηκε με την αδυναμία του αυτή, θεώρησε πως η ποίηση συνιστά μια άλλη διάσταση και απέδωσε στην έλλειψη μιας έμφυτης μουσικότητας την ανεπάρκειά του.Έπειτα στήριξε το έργο του στα ιδεολογήματα, εκτίμησε τα φαινόμενα, διέκρινε στις κοινωνικές μαρτυρίες το υλικό το πιο ενδιαφέρον για τον εμπλουτισμό της ποιητικής του. Έπαψε τους μακριούς περιπάτους στην ενδοχώρα, αφέθηκε συντριμμένος ανάμεσα στα μεγάλα κτίσματα των πόλεων. Λησμόνησε ορίζοντες και γοητευτικές φευγαλεότητες, χύθηκε μες στο σφυγμό της εποχής και των ανθρώπων της, όμως παρέμεινε φλεγόμενος, καθώς οι θαυμάσιες πυρκαγιές εν μέσω της νυκτός στους εβραϊκούς μύθους. Όταν δαπανήθηκαν τα χρόνια και είχε ξοδευτεί η ανησυχία της νεότητας πια με την πραότητα του παρελθόντος και με την ήμερη συνείδηση των παλιών οραμάτων αποφάσισε να εγκαταλείψει τις πολιτείες, επέλεξε να στραφεί εκ νέου στους συναρπαστικούς ρεμβασμούς, σαν μια αναζωπύρωση των παλαιών πυρκαγιών. Και εκδίωξε οριστικά εκείνη την παρενδυσία των αστικών οριζόντων και αποφάσισε πως επήλθε πια ο καιρός για να επαναλάβει με το αργό, συρτό βήμα των αιώνων τη νεανική εκείνη περιήγηση που είχε τόσο βάναυσα διακόψει η στεγανή πνευματικότης. 

Ταξίδεψε στα πιο ακριτικά μέρη, σε τόπους με σπουδαίες αρχαιοπρέπειες που κατοικούνταν μονάχα από ανθρώπους του μόχθου και της γης, άνδρες με υποθαλάσσιες φορεσιές και χαρακωμένες προσωπογραφίες. Ρωτήθηκε μέσα του, με την ίδια ένταση που τα αισθήματα παθαίνονται και οι ζωές βιώνονται, ρωτήθηκε μέσα του αν μπορεί να αντέξει μες στα θεμελιωμένα, ανεπανάληπτα μεσημέρια. Στάθηκε στο μέσον του πεδίου, στο βάθος κείτεται ο ερειπιώδης ναός, στο βάθος ένα μόρφωμα μαγνητικό τα αρχαία έτη, στο βάθος η γυναίκα και ο άνδρας και όλες οι φυλές και οι γλώσσες του κόσμου, να συνθέτουν τη βασική μας κοίτη. Απ΄εκεί αρχινούν όλες του κόσμου οι διάλεκτοι, απ΄εκεί ξεκινούν τα φύλα που θα γίνουν κάποτε λαοί με υψωμένες σημαίες και φθορές και απέραντα κοιμητήρια. Με βεβαιότητα ετούτα τα τελευταία θα ανακαλυφθούν όταν θα έχουμε πια οριστικά τελειώσει και με απορία κάποιοι θα αναρωτιούνται πώς και γιατί εχάθησαν όλες αυτές οι ελπίδες. Περπατά τώρα προς τον ορίζοντα αυτόν. Βρίσκεται στο μέσον ενός ελληνικού καλοκαιριού καταμεσήμερο, πυριφλεγή μεσημέρια μες στα χορτάρια και το καφέ ανοιχτό χρώμα της γης και όλα τα θαύματα για τα οποία δίστασε κάποτε εμπρός του απλωμένα. Και της Ελένης το πάθος και της Μήδειας η ανύπαρκτη λογική και ο ηρωισμός του Ορέστη και το μέτρο, η ύβρις και όλοι οι θεοί έκπτωτοι, κατώτεροι με το μπρούτζινο σώμα τους στοιβαγμένοι στις προκυμαίες με τα υπάρχοντα στοιβαγμένοι, καθώς προσμένουν το διωγμό. Και τίποτε δεν απομένει πια να ειπωθεί, τίποτε δεν απομένει να ελπίσει συλλογιέται, μόνο το μυστήριο της ζωής που αποκαλύπτεται με την απλότητα και το μεγαλείο του εμπρός στα ματωμένα μάτια, το μυστήριο που μετατίθεται από τη ζωή στην τέχνη και από εκεί στο μέλλον και από εκεί απλώνεται σαν νερό ποταμίσιο και είμαστε όλοι οι πιο παλιές θάλασσες με τις εκβολές μας και τα ψάρια και τις κοραλλιογενείς απελπισίες και τα πλεούμενα που σκίζουν τα νερά με τη βοή του θανάτου και μες στα αμπέλια να συνθλίβονται τα σταφύλια και στο χώμα όλοι οι πεθαμένοι που γυρνούν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες  σκάβοντας βαθύτερα τη ζωή, για εμάς τους ανυποψίαστους. Δίχως δαυλούς, δίχως φανούς, δίχως φως πορεύεται πια προς το βάθος, προσπερνώντας όλη την ιστορία, όλη την πρωτοπορία, ο κόσμος είπε είναι μια συλλογή από αναρίθμητες στιγμογραφίες. Οι φωνές τους, ακούς τις φωνές τους που ορθώνονται οροσειρές, με ηφαιστιογενείς προοπτικές με την καταγωγή από τις σπουδαίες αυλές της Ιωνίας, μες στα ερείπια εκείνης της γης τα σκοτωμένα παιδιά και πέρα χίλιες κορφές να εφάπτονται της θαλάσσης και να αναρωτιέται εκεί μες στα αρχαία βημόθυρα για τα λευκότατα σπίτια, τα ένστικτα, το τραγούδι του παράξενου πουλιού, το ασημένιο αργύριο του ζειν. Πώς έκλαψε τότε εκείνος, πώς έκαμε συνείδηση τα χαμένα χρόνια, πώς πλανήθηκε έτσι και δεν υποπτεύθηκε πως μες στα απλά μεσημέρια των ελαιώνων υφίσταται η ποίηση και η γεωμετρία, το τώρα, το παλαιό, το τρεμάμενο πρόσωπο του αγίου αχνό πίσω από τα αιώνια φρέσκα. Δεν υποπτεύθηκε πως η κορυφή εκείνη των φιλοδοξιών του δεν είναι άλλο από τη μεταφυσική του χώματος και της πανσέληνης νύχτας. Τέτοιο έρωτα πώς δεν τον αντιλήφθηκε, τα παιδιά δεν θυμήθηκε που περιφρονούν έτσι βάναυσα τα βιβλία. Στην αυλή με την αποθήκη και τη δεξαμενή και τους ανυπόταχτους βλαστούς στις ρωγμές του υλικού και της βραδιάς αφού τίποτε δεν έχει πια να πει, χαϊδεύει το μαλακό πηλό, προσδίδοντάς τους κατ΄επανάληψη την όψη των ληκύθων.
Το αγνό, το ακηλίδωτο, το διαυγές κρύσταλλο της γεωμετρικής σκέψεως, προς τούτο τείνουμε. Σε τούτη τη διαπίστωση του ζωγράφου και κριτικού Χατζηκυριάκου Γκίκα υφίσταται όλη η πνευματικότητα και η προοπτική της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη. Στην ίδια την πράξη της λογοτεχνίας μπορεί να συμπεράνει κανείς τη δυσχέρεια να καθοριστεί με επιτυχία μια ανάλογη πορεία, καθώς εκείνη του ποιητή. Πέρα από τη σύνθεση του ελύτειου έργου, πέρα από κριτικές και προσεγγίσεις υφίσταται μόνον η ευλογημένη αγωνία ενός ανάλογου βιώματος. Τίποτε άλλο δεν απομένει λοιπόν.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

«ΜΑΓΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ» ΤΟΥ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ ΜΟΤΣΑΡΤ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Μουσική αλληγορία και λαϊκή όπερα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε  το αριστούργημα του Μότσαρτ Μαγικός Αυλός που παρακολουθήσαμε στις 9-3-2013 από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο θέατρο Ολύμπια. Μόνο ένας  Μότσαρτ που είχε ζήσει εκ των έσω τους Άρχοντες που όριζαν τις τύχες των Λαών της Ευρώπης θα μπορούσε να εμπνευστεί ένα έργο από το Λαό για το Λαό. Βαθιά διανοούμενος, ο Μότσαρτ, επηρεάστηκε από το μεγάλο κίνημα του Διαφωτισμού και από τις διδαχές της Αληθινής Αρμονίας κατά τη θητεία του στην Τεκτονική στοά, της οποίας  επίλεκτα μέλη εκτός του ιδίου ήσαν ο «πατέρας» Γιόζεφ Χάυντν [1732-1809], ο λιμπρετίστας του Μαγικού Αυλού Εμμάνουελ Σικανέντερ [1751-1812] και ο δημιουργός του Φάουστ Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε [1749-1832]. Εκτός από το λαϊκό θέαμα, ο Μότσαρτ προκάλεσε, με την ιδιοφυή του γραφή, τους διανοούμενος της εποχής του και όχι μόνο, να αποκρυπτογραφήσουν τα υψηλά ουμανιστικά νοήματα, τους συμβολισμούς, τις πολυσήμαντες αναφορές γύρω από τις έννοιες Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα και την ανάδειξη των αιωνίων ανθρωπίνων αξιών.

Ο Μότσαρτ ξεκίνησε τη σύνθεση του Μαγικού Αυλού και την ολοκλήρωσε  το 1791, τελευταίο χρόνο της ζωής του. Παράλληλα επεξεργαζόταν το Κοντσέρτο για πιάνο [Κ. 595], το Κοντσέρτο για Κλαρινέτο [Κ. 622], το Κουαρτέτο εγχόρδων [Κ. 641], τη Μεγαλοψυχία του Τίτο και το Ρέκβιεμ [Κ.626]. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1791 δόθηκε η πρεμιέρα του έργου στο θέατρο Weiden της Βιέννης υπό την διεύθυνση του Μότσαρτ, με τον Εμμάνουελ Σικανέντερ στο ρόλο του Παπαγκένο. Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία και  έκανε 20 παραστάσεις σε ένα μήνα. Την επόμενη χρονιά παίχτηκε στην Πράγα, το 1793 στη Λειψία, Δρέσδη, Μόναχο και αργότερα στο Βερολίνο, στην Αγία Πετρούπολη και στο Παρίσι. 


Παρά τις αναφορές σε Ανατολή και Αίγυπτο δεν γίνεται καμιά άλλη μνεία στον τόπο και στο χρόνο που η όπερα εξελίσσεται. Οι  διάσημοι όμως σκηνογράφοι-αρχιτέκτονες της εποχής την τοποθετούσαν μέσα στον ιστό του Διαφωτισμού όπου και γεννήθηκε. Οι δε αγωνιστές έβλεπαν στο Μαγικό Αυλό πολιτική αλληγορία. Οι πρώτες θετικές εντυπώσεις της όπερας έδωσαν ένα φάσμα ερμηνειών για τα πρόσωπα των ηρώων. Ταύτισαν τον Πρίγκιπα Ταμίνο με το λαό της Γαλλίας και άλλοι με τον Ιωσήφ Β΄ και ανέδειξαν την Παμίνα σε σύμβολο της ελευθερίας, ενώ στη μοχθηρή Βασίλισσα της Νύχτας έβλεπαν το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο τον ΙΔ΄ και άλλοι τη αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία.

Στον πυρήνα του λιμπρέτου εκτός από τις πολλές αναφορές σε Διαφωτισμό και Τεκτονισμό υπάρχουν και εκείνες των πλούσιων Γερμανικών παραμυθιών με νεράιδες και πνεύματα. Τα θέματα που κυριαρχούν είναι έννοιες αντίθετες και η πάλη για την επικράτησή τους, όπως: αγάπη και μίσος, ελευθερία και δουλεία, επιβολή του καλού έναντι του κακού, αλήθεια έναντι του ψεύδους, πάλη φωτός και σκότους, μεγαλοσύνη σιωπής έναντι φλυαρίας  και το κυριότερο, η αναζήτηση και η κατάκτηση της γνώσης και της αγάπης που ανάγεται στη σφαίρα των ιδεατού έχοντας περάσει μέσα από σκληρές δοκιμασίες.


Η Όπερα ξεκινά σαν παραμύθι. Κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ο πρίγκιπας Ταμίνο καταδιώκεται από έναν δράκοντα [Η αλόγιστη, ζωώδης  δύναμη κατά την άποψή μας]. Τον σώζουν τρεις Νεράιδες σταλμένες από τη Βασίλισσα της Νύχτας. Την ίδια στιγμή φτάνει ο «κυνηγός των πουλιών», ο Παπαγκένο και με τα χαριτωμένα ψέματά του τον πείθει ότι εκείνος είναι ο σωτήρας του. Οι Νεράιδες τον τιμωρούν σφραγίζοντας το στόμα του με χρυσό λουκέτο και ζητούν από τον Ταμίνο καθώς του δίδουν την εικόνα της Παμίνα, κόρης της Βασίλισσας της Νύχτας, να τη σώσει από το μάγο Ζαράστρο που την κρατά έγκλειστη στο κάστρο του. Ο πρίγκιπας στη θέα της πανέμορφης κόρης θαμπώνεται, την ερωτεύεται αμέσως και αποφασίζει να τη σώσει. Θα περάσουν  οι δυο ερωτευμένοι μέσα από σκληρές δοκιμασίες που θα απειλήσουν τη ζωή τους αλλά η ηθική τους ακεραιότητα και η ψυχική τους ανωτερότητα γίνονται ασπίδες που τους προστατεύουν από όλα τα δεινά, έμμεση υπόμνηση των αγώνων των Λαών έναντι των δυνάμεων που τους καταπιέζουν. [Ας μη λησμονούμε ότι Γαλλική Επανάσταση είναι ακόμα επίκαιρο γεγονός όταν γράφεται ο Μαγικός Αυλός].      


Αξιοθαύμαστα, παίζει ο Μότσαρτ με τον συμβολικό αριθμό 3 [βαθμό μαθητείας] των Τεκτόνων. Τρία Αγόρια [σύμβουλοι του Ταμίνο και Παπαγκένο], Τρεις Κυρίες, Τρεις Ναοί, Τρεις επαναλαμβανόμενες μουσικές φράσεις, Τρεις συγχορδίες. Παίζει επίσης και με στοιχεία λαϊκά παρμένα από  καθημερινά τραγούδια τόσο οικεία: «λα, λα, λα, πα, πα, πα», και κερδίζει αμέσως το λαϊκό συναίσθημα. Κλίμα ευφορίας δημιουργεί ο Μαγικός Αυλός  του Ταμίνο, δώρο από τη Βασίλισσα της Νύχτας για να τον προφυλάσσει από το κακό, καθώς και ο Αυλός του Πανός που παίζει ο Παπαγκένο με την είσοδό του και βέβαια τα ασημένια κουδουνάκια του που ξορκίζουν το κακό! Ίσως θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ τα λόγια του Βάγκνερ: «Τι θεϊκή μαγεία πνέει σ’ αυτό το έργο, από το πιο λαϊκό τραγούδι ως τον πιο ευγενή ύμνο!» και εκείνα του Γκαίτε: «Αρκεί το γεγονός ότι ο κόσμος θα απολαύσει το θέαμα παρακολουθώντας το έργο ενώ ταυτόχρονα η υψίστη σημασία του δε θα διαφύγει της αντίληψης των μυημένων!». 

Θαυμάσια η απόδοση του κουιντέτο της πρώτης πράξης από τους Αντώνη Κορωναίο, Ταμίνο, Χάρη Ανδριανό, Παπαγκένο και τις  τρεις Κυρίες, Τζούλια Σουγλάκου, Γεωργία Ηλιοπούλου και Αγγελική Καθαρίου. Και οι πέντε καλλιτέχνες διακρίθηκαν για το υψηλό ερμηνευτικό τους επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, όπως και ο τενόρος Χρήστος Κεχρής,  Μονόστρατος και η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη, Παπαγκένα. Τα «Τρία Αγόρια», μας έλειψε βέβαια η εμβληματική φιγούρα των τριών παιδιών, αλλά οι τρεις κυρίες που υποδύθηκαν  τα Αγόρια δεν υστέρησαν στις ερμηνείες τους ούτε και οι καλλιτέχνες των μικρότερων ρόλων της παράστασης.

Με λαμπερό ήχο και εντυπωσιακή έκταση φωνής ερμήνευσε η υψίφωνος  Βασιλική Καραγιάννη τη  Βασίλισσα της Νύχτας. Μέσα από τις δύσκολες άριες  ανέδειξε την αντίθεση ανάμεσα στην Ιταλική σοβαρή όπερα και στην κωμική παραδοσιακή  Γερμανική όπερα που εκπροσωπούν τα τραγούδια του Παπαγκένο, έξοχα ερμηνευμένα από το βαρύτονο Χάρη Ανδριανό, ο οποίος  πρόβαλε άριστα εκτός από τα λαϊκότροπα στοιχεία και το αυθόρμητο παιχνίδισμα της γραφής του Μότσαρτ!


Με συναίσθημα απέδωσαν η υψίφωνος Μαρία Μητσοπούλου  Παμίνα, και ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος  Ταμίνο, τις λυρικές τους άριες και εξωτερίκευσαν με δραματικότητα το εσώτερο πάθος  και την ψυχική τους ευγένεια. Με τελετουργική επισημότητα και επιβλητικότητα ερμήνευσε τον Ζαράστρο ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος και υπογράμμισε τη σοφία, την αρχοντιά και τη βαθειά του συμπόνια.  

Την αναβίωση της σκηνοθεσίας του Γάλλου Αρνώ Μπερνάρ επεχείρησε με επιτυχία ο Ίων Κεσούλης και έφερε στη σκηνή του θεάτρου Ολύμπια τη γοητευτική, παραμυθένια ατμόσφαιρα του Μαγικού Αυλού, με τη δημιουργική συμβολή του Μπρούνο Σβενγκλ στα σκηνικά και στα κοστούμια. Η Χορωδία της Λυρικής Σκηνής υπό την διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου  ερμήνευσε  εντυπωσιακά τα χορωδιακά μέρη και απέδωσε τον ιερουργικό τους χαρακτήρα. Ο Αρχιμουσικός Ηλίας Βουδούρης με την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όχι μόνο βοήθησε τους καλλιτέχνες στην ερμηνεία των ρόλων τους, αλλά ανέδειξε την πνευματική υφή του έργου και είναι αυτή που ξεχωρίζει καθώς ο θεόπνευστος Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ενσωματώνει τα αμιγώς λαϊκά στοιχεία στη «φιλοσοφημένη» μοναδική μουσική  σύλληψη του αριστουργήματός του Μαγικός Αυλός!


Related Posts with Thumbnails