© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργου Ανδρειωμένου: ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ στο βιβλίο του «Αναζητώντας τον "άλλο" Κάλβο: Επιστημονικές ενασχολήσεις του στην Κέρκυρα (1826-1852)»


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ» ΚΑΛΒΟ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ


Ειναι αλήθεια πως ἡ κερκυραϊκὴ περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου (1792-1869) δὲν ἔχει µελετηθεῖ στὸν ἴδιο βαθµὸ µὲ ἐκείνην ποὺ προηγεῖται αὐτῆς. Μολονότι διήρκεσε εἴκοσι ἕξι ὁλόκληρα χρόνια (1826-1852), ἤτοι τὸ µεγαλύτερο διάστηµα ποὺ ξόδεψε ὁ ποιητὴς γιὰ τὴ διαµονή του σὲ ἕναν τόπο, καὶ εἶναι γεµάτη ἀπὸ πλούσια δραστηριότητα καὶ περιστατικὰ ποὺ σχετίζονται µὲ αὐτόν, πολλοὶ καλβιστὲς δείχνουν νὰ τὴν ἔχουν ὑποβαθµίσει, ἐνδεχοµένως διότι θεωροῦν πὼς ἐνδιαφέρει σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὸν βιογράφο του καὶ τὸν ἱστορικὸ τῆς ἐποχῆς. Καὶ ὅµως: µιὰ πρόχειρη, ἔστω, µατιὰ στὰ πνευµατικὰ δηµιουργήµατα, τὶς ἀκαδηµαϊκὲς καὶ διδακτικὲς ἐνασχολήσεις καὶ τὴν κοινωνικὴ παρουσία τοῦ Κάλβου αὐτῶν τῶν ἐτῶν, δὲν βοηθᾶ ἁπλῶς νὰ συµπληρωθεῖ ἡ εἰκόνα τῶν προγενέστερων χρόνων του, ἀλλὰ καὶ νὰ διαφανεῖ µιὰ ἀπὸ τὶς κυρίαρχες ὄψεις τῆς προσωπικότητάς του, αὐτὴ τοῦ ἐγκυκλοπαιδιστῆ λογίου, µὲ ποικίλα ἐπιστηµονικὰ ἐνδιαφέροντα.
Βέβαια, δὲν χρειάζεται νὰ φτάσει κανεὶς στὴν ἐν Κερκύρᾳ διαµονή του, προκειµένου νὰ διαπιστώσει τὴν πολυµέρεια τῶν πνευµατικῶν δραστηριοτήτων του. Ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴ Φλωρεντία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς περιόδους ποὺ βρέθηκε στὸ Λονδίνο, στὴ Γενεύη καὶ στὸ Παρίσι, καταδεικνύονται ἡ εὐρύτητα τῶν διανοητικῶν του ἐπιδόσεων καὶ ἡ θαυµαστὴ πολυµάθειά του, παράγοντες ποὺ τοῦ ἐξασφάλισαν µιὰν ἱκανοποιητικὴ ἀναγνωρισιµότητα καὶ τὶς ἀπαραίτητες κοινωνικὲς διασυνδέσεις. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ βρισκόταν δίπλα στὸν Ugo Foscolo (1778-1827), τὸν διάσηµο µέντορά του, εἶχε δείξει τὴ µεγάλη του ἔφεση γιὰ µελέτη καὶ µάθηση. Τὸ κύριο ἐπάγγελµα ποὺ ἐξάσκησε στὸ µεγαλύτερο διάστηµα τοῦ πολυτάραχου βίου του ἦταν ἐκεῖνο τοῦ δασκάλου, ἐνῶ, ἀπὸ πολὺ ἐνωρίς, ἐπιδόθηκε µὲ ζῆλο σὲ µιὰ σειρὰ ἀπὸ συγγραφικὲς καὶ πνευµατικὲς ἐνασχολήσεις: σύνθεση τραγωδιῶν, αἰσθητικῶν, γραµµατολογικῶν καὶ φιλοσοφικῶν δοκιµίων, ἐκπόνηση λογοτεχνικῶν καὶ θρησκευτικῶν µεταφράσεων, ἀνάµειξη σὲ θεολογικὲς συζητήσεις, γραµµατικὴ διδασκαλία, γλωσσικὲς µελέτες καὶ διαλέξεις, λεξικογραφικὰ καὶ φιλολογικοεκδοτικὰ ἐνδιαφέροντα, κριτικογραφία καὶ ἄλλη ἀρθρογραφία, σὲ τρεῖς κύριες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες (ἰταλικά, ἀγγλικὰ καὶ γαλλικά), προϋπάρχουν ἢ συµβαδίζουν χρονικὰ µὲ τὴν ἑλληνόφωνη ποιητικὴ δηµιουργία («Ἀπόσπασµα ἄτιτλου ποιήµατος», Ἐλπὶς πατρίδος [1819], Λύρα [1824], Λυρικὰ [1826]), ποὺ τοῦ προσπόρισε, τελικά, τὴ µεγαλύτερη δόξα.
Λίγο πρὶν φτάσει στὴν Κέρκυρα τὸ 1826, µπορεῖ νὰ ἔχει ἤδη γνωρίσει µιὰν πρώτη ποιητικὴ καταξίωση στοὺς φιλελληνικοὺς φιλολογικοὺς κύκλους τῆς Γενεύης, τῶν Παρισίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Λονδίνου, µπορεῖ νὰ τοῦ ἔχουν ἀναγνωριστεῖ, σὲ ἕναν βαθµό, οἱ διδακτικὲς καὶ πνευµατικές του ἱκανότητες, ἴσως νὰ ἔχει πληγεῖ ἀπὸ τοὺς διαδοχικοὺς χαµοὺς µάνας, πρώτης συζύγου καὶ κόρης, νὰ ἔχει πληγωθεῖ ἀπὸ τὸν χωρισµὸ µὲ τὸν Foscolo καὶ νὰ µὴν ἔχουν εὐοδωθεῖ οἱ καρµποναρικές του ἐπιδιώξεις, ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση δείχνει νὰ ἔχει στεριώσει καὶ ἡ στόχευση τῶν στρατευµένων ὠδῶν του νὰ ἔχει ἐκπληρωθεῖ, καὶ ἑποµένως στὸ µυαλό του τριγυρίζει τὸ (ἀπὸ τὰ 1813) νεανικό του ὄνειρο: νὰ διδάξει τὴ µαθητιῶσα καὶ σπουδάζουσα νεολαία τῆς πατρίδας του. Μὲ τὸν λόρδο Guilford (1766-1827) γνωρίζεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς διαµονῆς του στὸ Λονδίνο (µάλιστα τοῦ ἔχει ἀφιερώσει στὰ 1819 καὶ τὴν προµνηµονευθεῖσα ὠδή του µὲ τὸν σηµαδιακὸ τίτλο: Ἐλπὶς πατρίδος)· ἔτσι, ἡ ἵδρυση τῆς Ἰονίου Ἀκαδηµίας ἀπὸ τὸν φίλο καὶ συµπαραστάτη του τοῦ παρέχει τὴ µοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ξαναγυρίσει στὰ πάτρια ἐδάφη καὶ νὰ δοκιµάσει τὴν ἐπαγγελµατικὴ τύχη του· ἐνῶ ἐπεξεργάζεται τὰ Λυρικά, γράφει (στὶς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1825) δύο γράµµατα, ἕνα στὸν Guilford καὶ ἕνα στὸν συµπατριώτη του κόµη Δηµήτριο Φωσκάρδη, ποὺ χρηµάτισε καὶ πρόεδρος τῆς Ἰονίου Γερουσίας (1828-1830), ἀπὸ τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἡ ἔµµεση πρόσκληση τοῦ πρώτου πρὸς τὸν Κάλβο γιὰ νὰ διδάξει στὴν Ἀκαδηµία, ἀλλὰ καὶ ἡ παράκληση τοῦ ποιητῆ πρὸς τὸν δεύτερο νὰ µεσολαβήσει ὥστε νὰ βρεθεῖ µιὰ δουλειὰ γι’ αὐτὸν σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ Δηµόσια Σχολεῖα τῆς Κέρκυρας. (Τὰ δύο αὐτὰ γράµµατα ἔχουν δηµοσιευτεῖ ἀπὸ τὴ Βασιλικὴ Μπόµπου-Σταµάτη, «Ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Γκύλφορντ µὲ τὸν Κάλβο καὶ τὸν Σολωµὸ» [στό:] Δελτίον τῆς Ἰονίου Ἀκαδηµίας, τ. Β΄, Κέρκυρα 1986 [Ἀφιέρωµα στὴ µνήµη Λίνου Πολίτη. Κέντρον Ἐρεύνης καὶ Διεθνοῦς Ἐπικοινωνίας «Ἰόνιος Ἀκαδηµία»], σσ. 203-204, καὶ τοὺς Φ. Α. Δηµητρακόπουλο - Γ. Ἀνδρειωµένο, «Ἕνα ἀνέκδοτο γράµµα τοῦ  Ἀνδρέα Κάλβου καὶ ἡ διασκέδαση µιᾶς πλάνης», περ. Ἡ λέξη, τχ. 138, Μάρτης-Ἀπρίλης 1997, σσ. 124-130.)
Καὶ πραγµατικά: σχεδὸν µὲ τὴν ἄφιξη τοῦ ποιητῆ στὸ νησὶ τῶν Φαιάκων, ὅλα δείχνουν νὰ παίρνουν τὸν δρόµο τους· µὲ τὴ βοήθεια τοῦ Guilford, ὁ Κάλβος ξεκινᾶ ἰδιωτικὰ µαθήµατα, ἐντάσσεται στὸ καθηγητικὸ προσωπικὸ τῆς  Ἰονίου Ἀκαδηµίας ὡς καθηγητὴς τῆς γενικῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς συγκριτικῆς φιλολογίας, ἀναγορεύεται διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας καὶ ὁρίζεται ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ταξινόµηση καὶ ἀξιοποίηση τῶν χειρογράφων τῆς συλλογῆς τοῦ «Ἄρχοντος τῆς Ἀκαδηµίας», µεταφράζοντας ταυτόχρονα στὰ γαλλικὰ τὴ µαθηµατικὴ πραγµατεία: Ἔρευνα περὶ τῆς φύσεως τοῦ Διαφορικοῦ Ὑπολογισµοῦ, τοῦ Ἰωάννη Καραντηνοῦ (1784-1834), Ἐφόρου τοῦ ἱδρύµατος καὶ Κοσµήτορα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς του. Ὁ θάνατος, ὅµως, τοῦ Ἄγγλου φιλέλληνα καὶ προστάτη του τὸ φθινόπωρο τοῦ 1827 καὶ οἱ οἰκονοµικὲς περικοπὲς στὴ λειτουργία τοῦ πανεπιστηµιακοῦ ἱδρύµατος τοῦ νησιοῦ, κατ’ οὐσίαν ἐξώθησαν τὸν Κάλβο σὲ παραίτηση ἀπὸ τὴν καθηγητική του θέση. Στὴν Ἰόνιο Ἀκαδηµία ἐπρόκειτο ὁ ποιητὴς νὰ διδάξει δύο ἀκόµη περιόδους (1836-1837 καὶ 1840, στὴν ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας), ἐνῶ χρηµάτισε καὶ διευθυντὴς στὸ Κερκυραϊκὸ Γυµνάσιο (Collegio Ionio) κατὰ τὸ 1841, παραιτούµενος ἀπ’ ὅλες τὶς προαναφερθεῖσες θέσεις, γιὰ διαφορετικοὺς κάθε φορὰ λόγους.
Κύρια ἀπασχόλησή του, καὶ κατὰ τὴν κερκυραϊκὴ περίοδο τῆς ζωῆς του, παρέµεινε ἡ διδασκαλία διαφόρων µαθηµάτων (ἑλληνικά, λατινικά, ἰταλικά, γαλλικά, ἀγγλικά, φιλοσοφικά, γεωγραφία, ἀστρονοµία, ἐνδεχοµένως καὶ ἑβραϊκά, ὅπως παραδίδουν οἱ βιογράφοι του), ἐνῶ, µεταξὺ ἄλλων, ἐργάστηκε γιὰ κάποιο διάστηµα ὡς συντάκτης στὴν Gazzetta degli Stati Uniti delle Isole Jonie, δραστηριοποιήθηκε γιὰ τὴ διάδοση τῆς µεταξοκαλλιέργειας στὴν Κέρκυρα, µέσῳ τῆς «Ἑταιρείας Μετάξης Κερκύρας» (1845-1847), καὶ κατὰ τὸ 1849 συνέτασσε, ἀπὸ κοινοῦ µὲ τοὺς Πέτρο Βράιλα-Ἀρµένη (1812-1884), Σπυρίδωνα καὶ Ναπολέοντα Ζαµπέλη (1804-1896) καὶ Ἰωάννη Πετριτσόπουλο (1786-1853) τὴν ἐφηµερίδα Πατρίς, ὄργανο τοῦ Μεταρρυθµιστικοῦ Κόµµατος. Παράλληλα, συµµετεῖχε σὲ µιὰ σειρὰ ἀπὸ ἄλλες κοινωνικὲς δραστηριότητες φιλανθρωπικοῦ χαρακτῆρα (1841, 1842), συνυπέγραψε µὲ συναδέλφους του ἀπὸ τὴν Ἰόνιο Ἀκαδηµία ὑπόµνηµα γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα (1837) καὶ συνέχισε νὰ ἐµπλουτίζει τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη.
Τὰ χρόνια αὐτά, πέρα ἀπὸ λιγοστοὺς στίχους ποὺ ἔγραψε στὰ ἰταλικὰ γιὰ τὸ λεύκωµα κάποιας γνωστῆς του οἰκογενείας (1831) καὶ µιὰν ἀνταπόκριση ποὺ ἔστειλε γιὰ τὰ Ἰόνια Νησιὰ καὶ τὴν Κέρκυρα στὴ Revue Encyclopédique τῶν Παρισίων (1827), µελετοῦσε ἀδιάκοπα, ἐνεπλάκη σὲ διαµάχες περὶ µεγαλοφυΐας (1828) µὲ τὸν Γεώργιο Θεριανὸ (1775-1850) καὶ γιὰ θεολογικὰ ζητήµατα (1849) µὲ τὸν Ἀντώνιο Δάνδολο (1788-1863), ἐνῶ δηµοσίευσε στὸ περιοδικὸ Giornale di Legislazione, Giurisprudenza, Letteratura, Scienze e Varietà di utili conoscenze, ποὺ ἐξέδιδε στὴν Κέρκυρα ὁ Ἀριστείδης Κιαππίνης (1821-1856), τρεῖς συµβολὲς (µία ἰταλικὴ µετάφραση ἀποσπάσµατος ἀπὸ βιβλίο τοῦ περιηγητῆ Ignaz Pallme [1807-1877] γιὰ τὸ κλίµα τοῦ ἀφρικανικοῦ Κορντοφὰν [1845], ἕνα σύντοµο οἰκονοµολογικὸ ἄρθρο γιὰ τὴν ἀξία τῆς καλλιέργειας τῆς µετάξης [1845] καὶ ἕνα ἀπόσπασµα ἀπὸ τὸν Inno alle Grazie τοῦ Foscolo [1846]). Νὰ εἶχε ἐγκαταλείψει τὴν ποίηση ὁ Κάλβος, ἐνόσω ἀσχολιόταν µὲ δραστηριότητες σὰν καὶ τὶς πιὸ πάνω; Κανεὶς δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἀποκλείσει ὁλότελα, µολονότι δὲν ἔχουν βρεθεῖ συναφῆ τεκµήρια. Γιὰ τοῦτο, ἴσως θὰ πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ ἡ δέουσα προσοχὴ σὲ ὅσα γράφει πρὸς τὸν Σπυρίδωνα Δὲ Βιάζη (1849-1927), στὶς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1881, ὁ Λευκαδίτης λόγιος Ἰωάννης Σταµατέλος (1822-1881): Ἀνέγνων µετ’ εὐχαριστήσεως τὴν βιογραφίαν τοῦ φίλου µου Κάλβου, µεθ’ οὗ εὐτύχησα καὶ νὰ συνευωχήσω ποτὲ ἐν Κερκύρᾳ εἰς τὸν οἶκον τοῦ µακαρίτου συµπολίτου µου Ἀθανασίου Πολίτου, καθηγητοῦ τῆς Χηµείας. Πολλάκις ὁ Κάλβος µοι ἀφηγήθη τὰ δεινοπαθήµατα τοῦ βίου του καὶ µὲ ἔλεγεν ὅτι ἀλλαχοῦ δὲν εὕρισκεν ἀνακούφισιν καὶ παρηγορίαν, εἰµὴ εἰς τὰς µαλακὰς ἀγκάλας τῶν Ἑλικωνιάδων παρθένων, µεθ’ ὧν ἀδιαλείπτως ἔχαιρε νὰ συνδαιτιᾶται (τὸ παράθεµα ἀπὸ τὸ µελέτηµα τοῦ Σπυρίδωνος Δὲ Βιάζη, «Ἀνδρέας Κάλβος», περ. Ἀκρίτας, ἔτος Β΄, τ. Δ΄, τχ. 26-28, Ὀκτώβριος-Νοέµβριος-Δεκέµβριος 1905, σ. 291).
Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν, ἂν µὴ τί ἄλλο, ὅτι ὁ Κάλβος παρέµεινε πνευµατικὰ καὶ κοινωνικὰ ἐνεργὸς γιὰ τὸ συζητούµενο διά­στηµα (ὅπως ἄλλωστε καὶ γιὰ τὴν τελευταία περίοδο τῆς ζωῆς του στὴ γηραιὰ Ἀλβιόνα [1852-1869], ὅπου συνέχιζε νὰ διδάσκει γλῶσσες καὶ Μαθηµατικά, στὸ Παρθεναγωγεῖο ποὺ ἵδρυσε ἡ δεύτερη σύζυγός του Charlotte Augusta Wadams [†1888] στὸ Louth τῆς Βόρειας Ἀγγλίας). Ὡς ἐπιστέγασµα καὶ ἀναγνώριση αὐτῶν τῶν συµβολῶν του, ἐκ µέρους τοῦ κερκυραϊκοῦ κοινοῦ, θὰ µποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν τὰ ποιήµατα ποὺ τοῦ ἀφιερώνον­ται στὰ 1840, ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς τελευταίας καθηγεσίας του στὴν Ἰόνιο Ἀκαδηµία, ἀπὸ τούς: T.S., «Per la nomina del signor Calvo a professore di Filosofia rationale nella Università Ionia. Ode Saffica» καὶ T.Z., «All’ egregio professore Andrea Calvo eletto alla catedra di Filosofia nella Università Ionia. Sonetto» (δηµο­σιευ­µένα στὴν Gazetta degli Stati Uniti delle Isole Ionie, ἀριθ. 519, 23 Νοεµβρίου / 5 Δεκεµβρίου 1840, σσ. 13 καὶ 14, ἀντίστοιχα), καθὼς καὶ παµψηφεὶ ἐκλογή του ὡς µέλους τῆς Ἀναγνωστικῆς Ἑταιρείας Κερκύρας, στὶς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 1848.
Ἀπὸ τὶς προαναφερθεῖσες κερκυραϊκὲς δηµοσιεύσεις τοῦ Κάλβου, ἀξίζει νὰ σταθεῖ κάποιος σὲ ἐκεῖνες ποὺ παρουσιάζουν ἐπιστηµονικό, θὰ ἔλεγε κανείς, χαρακτήρα, ἤτοι στὶς µεταφράσεις τοῦ µαθηµατικοῦ βιβλίου τοῦ Καραντηνοῦ καὶ τοῦ ἀποσπάσµατος ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Pallme στὸ Κορντοφάν, καθὼς καὶ στὸ σύντοµο οἰκονοµολογικοῦ περιεχοµένου ἄρθρο του περὶ τῆς καλλιέργειας τοῦ µεταξιοῦ, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται διεξοδικὸς λόγος στὰ σχόλια αὐτοῦ τοῦ τόµου, µιᾶς καὶ ἀποτέλεσαν τὸν πυρήνα τῆς παρούσας ἔκδοσης. Καὶ τοῦτο γιατί, ὅλα τους, εἶναι ἀπὸ τὰ καλβικὰ ἔργα ποὺ δὲν ἔχουν µελετηθεῖ συστηµατικά, ἂν καὶ ἀφήνουν νὰ διαφανοῦν τὰ ἐγκυκλοπαιδικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ πολυµάθεια τοῦ ποιητῆ τῆς Ἀρετῆς δεδοµένα γνωστὰ καὶ ἀπὸ ἄλλες του δραστηριότητες, ὅπως ὑποστηρίχθηκε πρωτύτερα.
Ξεκινώντας ἀπὸ τὸ γεωγραφικοῦ περιεχοµένου δηµοσίευµά του, τὸ ὁποῖο κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ πρώτου τεύχους τοῦ ἤδη µνηµονευθέντος Giornale τοῦ Κιαππίνη (1845), καὶ ποὺ ὅλοι ἕως σήµερα πίστευαν ὅτι ἀποτελεῖ ἄρθρο τοῦ Κάλβου γιὰ τὸ Κορντοφάν, βασιζόµενο σὲ συναφὲς κείµενο κάποιου Ignazio Pallme, θὰ εἶχε νὰ παρατηρήσει κανεὶς πὼς ποιητὴς δὲν κάνει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ µεταφράσει ἕνα ἀπόσπασµα ἀπὸ τὴ διεξοδικότερη ἴσαµε τότε περιγραφὴ τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς τῆς ἀφρικανικῆς ἠπείρου, ἀπὸ τὸν προαναφερθέντα Βοηµ περιηγητή, τὸ ὁποῖο σχετίζεται µ τὸ ἰδιότυπο κλίµα της, ποὺ διέφερε σηµαντικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε γνωρίσει στὴ ζωή του µεταφραστὴς (καὶ προφανῶς οἱ Κερκυραῖοι ἀναγνῶστες του). Τὸ ἀντίστοιχο βιβλίο τοῦ Pallme εἶχε µὲν κυκλοφορήσει στὰ 1843 στὰ γερµανικά, ἀλλὰ µεταφράστηκε µέσως στὰ ἀγγλικὰ (1844) καὶ γνώρισε σηµαντικὴ ἀπήχηση στὸν διεθνὴ Τύπο. Κάλβος, ἔχοντας ζωηρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ζητήµατα Γεωγραφίας, ἀφοῦ τὴν δίδασκε, µεταξὺ ἄλλων µαθηµάτων, ὅπως σηµειώνουν µαθητές του, καὶ φιλοπερίεργος καὶ φιλαναγνώστης καθὼς ἦταν, στάθηκε ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου, σὲ κάτι ποὺ παρουσίαζε καθαρὰ ἐπιστηµονικὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως τὸ κλίµα τῆς χώρας αὐτῆς, καὶ τὸ µετέφρασε ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ στὰ ἰταλικά. συγκεκριµένη ἀπόπειρα φανερώνει, πέρα ἀπὸ τὸν ἐγκυκλοπαιδισµ καὶ τὴν πολυµέρεια τοῦ Κάλβου, τὸ ἐνδεχόµενο εὖρος τῆς βιβλιοθήκης του καὶ τὰ πλούσια διαβάσµατά του.
Συνεχίζοντας µ τὸ τελευταῖο χρονικὰ δηµοσίευµα, ἀφοῦ τυπώθηκε στὸ δεύτερο τεῦχος τοῦ µνηµονευθέντος Giornale (1845), προξενεῖ ἐντύπωση ὄχι µόνο τὸ γεγονὸς πὼς Κάλβος ἐπιχειρεῖ νὰ καταδείξει τὰ οἰκονοµικὰ πλεονεκτήµατα ποὺ θὰ εἶχαν οἱ Κερκυραῖοι ἂν ἐγκατέλειπαν τὶς παραδοσιακές τους ἀγροτικὲς καλλιέργειες καὶ στρέφονταν πρὸς τὴ σηροτροφία, ἀλλὰ βαθιὰ γνώση τῶν συναφῶν ἱστορικῶν, κοινωνικῶν καὶ µπορικῶν δεδοµένων ἀπὸ ἄλλες περιοχὲς τῆς Εὐρώπης, ἀκόµη καὶ τῆς ἄρτι ἀναγεννηθείσας Ἑλλάδας, σχετικὰ µ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κλάδου. ποιητής, χρησιµοποιώντας στέρεα ἐπιχειρήµατα καὶ προβαίνοντας σὲ πειστικοὺς ἐπιστηµονικοὺς/οἰκονοµικοὺς ὑπολογισµούς, καταφέρνει νὰ ἀποδείξει τοὺς συλλογισµούς του καὶ νὰ προχωρήσει ἕνα βῆµα παραπέρα ἀπὸ τὴν ἱδρυτικὴ διακήρυξη, τὶς ἐγκυκλίους καὶ τὰ φυλλάδια µ χρήσιµες ὁδηγίες γιὰ τοὺς ἐπίδοξους µεταξοκαλλιεργητὲς ποὺ κυκλοφορεῖ «Ἑταιρεία Μετάξης Κερκύρας», τὴν ὁποία συνδιευθύνει, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 1845, µ τοὺς κόµη Δηµήτριο Λάνδο, Ἰωάννη Πετριτσόπουλο καὶ . Γρόλλο. Ἐνδιαφέρον, ἀκόµη, ἔχει τὸ ὅτι µ αὐτή του τὴ δραστηριότητα (καὶ ἑποµένως µ τὸ οἰκεῖο ἄρθρο του), Κάλβος µφανίζεται νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ µιὰ νέου τύπου οἰκονοµικὴ ἀνάπτυξη τῆς Κέρκυρας καὶ τοῦ Ἡνωµένου Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων, προσαρµοσµένη στὰ δεδοµένα τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ στοὺς σχεδιασµοὺς τῆς Βρετανικῆς Ἁρµοστείας, ἀφοῦ ἤδη ἀπὸ τὸ 1827 εἶχε ξεκινήσει τὴν προσπάθεια γιὰ διάδοση τῆς σηροτροφίας στρατηγὸς Frederick Adam (1781-1853), ὁποῖος διοίκησε τὰ Ἑπτάνησα ἀπὸ τὸ 1824 ἕως τὸ 1831. Ἄλλωστε, τὸ συγκεκριµένο ἄρθρο γράφεται πὼς θὰ ἦταν τὸ πρῶτο ἀπὸ µιὰ σειρὰ παρόµοιων ἐνηµερωτικῶν δηµοσιευµάτων τοῦ Κάλβου, πράγµα ποὺ σηµαίνει ὅτι ἐρευνητικὴ σκαπάνη ἐνδέχεται νὰ φέρει στὸ φῶς καὶ ἄλλα παρόµοια κείµενα τοῦ ποιητῆ.
σηµαντικότερη, ὡστόσο, ἐπιστηµονικὴ συµβολὴ τοῦ Κάλ­βου, ὄχι µόνο αὐτῶν τῶν χρόνων ἀλλὰ καὶ τοῦ καθόλου βίου του, ὑπῆρξε γαλλικὴ µετάφραση τῆς εὐσύνοπτης µαθηµατικῆς πραγµατείας τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου του καθηγητῆ στὴν Ἰόνιο Ἀκαδηµία Ἰωάννη Καραντηνοῦ, περὶ τῆς φύσεως τοῦ Διαφορικοῦ Ὑπολογισµοῦ (Recherches sur la nature du Calcul Différentiel, Κέρκυρα 1827). Πρόκειται γιὰ ἔργο ποὺ καλύπτει µιὰ σηµαντικὴ παράµετρο τῶν ἀνώτερων Μαθηµατικῶν, γραµµένο ἀπὸ ἕναν εἰδικὸ πανεπιστηµιακὸ καθηγητή, ὁποῖος, καθὼς εἶναι γνωστό, πραγµατοποίησε σπουδὲς στὴν περίφηµη École Polytechnique τῶν Παρισίων, εἰσήγαγε τὴν πρωτοποριακὴ γιὰ τὴν ἐποχὴ γαλλικὴ µαθηµατικὴ σκέψη στὸν ἰόνιο (καὶ κατἐπέκταση στὸν ἑλληνικὸ) χῶρο καὶ δηµιούργησε πλειάδα µαθητῶν. ἀνάγνωση καὶ κατανόηση τῆς ἐν λόγῳ πραγµατείας προϋπέθετε (καὶ φυσικὰ προϋποθέτει) τὴ γνώση τῶν συναφῶν ἐννοιῶν καὶ τῶν οἰκείων συµβόλων πολλῷ δὲ µᾶλλον µετάφρασή της σὲ µιὰν ἀπαιτητικὴ εὐρωπαϊκὴ γλώσσα, τῆς ὁποίας (ἄριστη, ἔστω) γνώση δὲν ἦταν ἀρκετὴ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ µεταφραστῆ, χωρὶς νὰ συνοδεύεται ἀπὸ γνώση προχωρηµένων Μαθηµατικῶν.
Ἀπὸ χρόνια εἶχε κινήσει τὴν περιέργεια τοῦ γράφοντος αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα τοῦ Κάλβου. Ὡστόσο, στὴ σχετικὴ µὲ τὸ θέµα βιβλιογραφία δὲν εἶχε ἐπιχειρηθεῖ ὁ συστηµατικὸς συσχετισµὸς τοῦ πρωτοτύπου µὲ τὸ µετάφρασµα, µολονότι ἦταν γνωστὲς οἱ σχέσεις τῶν δύο ἀνδρῶν, καὶ ἰδίως ἡ ἐκτίµηση ποὺ ἔτρεφε ὁ Καραντηνὸς γιὰ τὸν Κάλβο, ἀφοῦ σχολίασε µὲ τὰ πλέον θερµὰ λόγια τὶς διδακτικὲς ἐπιδόσεις τοῦ ποιητῆ, ἐνῶ δὲν δίστασε νὰ ζητήσει καὶ τὴ συνδροµή του σὲ διαµάχη ποὺ ἀνέπτυξε µὲ τὸν Ἰταλὸ ἀρχιτέκτονα καὶ µαθηµατικὸ Giuseppe Zecchini Leonelli (1776-1847), τὸ καλοκαίρι τοῦ 1829. Καὶ ὅµως: ὁ συµβολισµὸς τοῦ ἑλληνικοῦ κειµένου διαφέρει σηµαντικὰ ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ γαλλικοῦ, ποὺ σαφῶς εἶναι πιὸ κατανοητὸς καὶ συµβατὸς µὲ τὰ µαθηµατικὰ δεδοµένα τῆς περιόδου (καὶ ἰδίως τοῦ περίφηµου Silvestre François Lacroix [1765-1843], ποὺ µεσουρανοῦσε τότε, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπιστηµόνων), ἡ ἀπόδοση τῆς ὁρολογίας εἶναι ἀπόλυτα ἀκριβής, παρὰ τὶς ἰδιοτυπίες στὴν ἔκφραση τοῦ Καραντηνοῦ, ἐνῶ πολλάκις ὁ µεταφραστὴς διαφοροποιεῖται στὴ χρήση ὅρων ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὅπου τὸ κρίνει ἀναγκαῖο, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ σαφήνεια καὶ ἡ ἀκρίβεια τῆς ἀπόδοσης στὴ γαλλικὴ γλώσσα. Ἔτσι, δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄποψη πὼς τὸ γαλλικὸ κείµενο θὰ µποροῦσε κάλλιστα νὰ διαβαστεῖ ὡς πρωτότυπο (ἄλλωστε, ὡς τέτοιο τὸ διάβασαν καὶ οἱ µαθηµατικοὶ Jean Baptiste Joseph Fourier [1768-1830] καὶ Baron Georges Cuvier [1769-1832], ποὺ διαµόρφωσαν θετικὴ γνώµη γι’ αὐτό, ἀφοῦ ὁ Καραντηνὸς φρόντισε νὰ τὸ ἀποστείλει στὸν ἐν Παρισίοις διατρίβοντα λόγιο Κωνσταντῖνο Νικολόπουλο [1786-1841], γνώριµο καὶ θαυµαστὴ τοῦ Κάλβου, προκειµένου νὰ τὸ προωθήσει σὲ κύκλους εἰδικῶν στὴ γαλλικὴ πρωτεύουσα). Ἀποτελεῖ δὲ εὐτυχὴ συγκυρία τὸ ὅτι στὴν ἀνὰ χεῖρας ἔκδοση παρατίθεται ἐξειδικευµένη ἐργασία τοῦ µαθηµατικοῦ Δηµήτρη Πατσόπουλου, ἡ ὁποία διαφωτίζει τὰ πιὸ πάνω ζητήµατα.
Καὶ ἐδῶ ἐπανέρχεται ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ «σκοτεινὰ» καὶ ἀδιευ­κρίνιστα ζητήµατα τῶν καλβικῶν σπουδῶν: δεδοµένου ὅτι ἡ ἐξοι-­κείωση µὲ ἀπαιτητικοὺς ἐπιστηµονικοὺς ὅρους καὶ χώρους προϋ­ποθέτει, λογικά, µιὰν προγενέστερη σχετικὴ παιδεία, ποιοί
ἦταν οἱ φορεῖς ἐκεῖνοι καὶ ποιά τὰ πρόσωπα ποὺ µετέφεραν στὸν Κάλβο τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις; Οἱ βιογράφοι τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ µελετητές του, ἔχουν ὀρθὰ ἐντοπίσει τὶς ἐπιδράσεις τοῦ Foscolo στὴ διαµόρφωση τῆς λογοτεχνικῆς του φυσιογνωµίας. Πέρα, ὅµως, ἀπὸ αὐτό, ὅσα ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὴν ἐκπαίδευση ποὺ ἔλαβε ὁ Ζακυνθινὸς βάρδος παραµένουν ἐν πολλοῖς ἀδιασταύρωτα καὶ κινοῦνται στὸν χῶρο τῆς εἰκασίας. Πάντως, ἀκόµη καὶ ἂν ὁ προσολωµικὸς Ἀντώνιος Μαρτελάος (1754-1819) στὴ Ζάκυνθο ἢ ὁ ἱεροµόναχος Γρηγόριος Παλιουρίτης (1778-1816) στὸ Ἑλληνοµουσεῖον τοῦ Λιβόρνου ὑπῆρξαν διδάσκαλοί του, δὲν ἐξηγεῖται τὸ πῶς ὁ Κάλβος ἀπέκτησε τόσο προχωρηµένες γνώσεις, τουλάχιστον στὰ Μαθηµατικά, στὴ Φιλοσοφία καὶ σὲ ἄλλες ἐπιστῆµες, χωρὶς νὰ ἔχει λάβει ἀνώτερη παιδεία. Οἱ κατὰ καιροὺς διατυπωθεῖσες ἀπόψεις καλβιστῶν γιὰ πιθανὴ φοίτηση τοῦ ποιητῆ στὰ Πανεπιστήµια τῆς Πίζας ἢ τῆς Φλωρεντίας ἢ σὲ ἀνώτερα πνευµατικὰ ἱδρύµατα τοῦ Λονδίνου δὲν ἔχουν ἐπιβεβαιωθεῖ. Τὰ µόνα στοιχεῖα ποὺ µαρτυροῦνται σχετικά, προέρχονται ἀπὸ µιὰν ἐπιστολὴ τοῦ Foscolo πρὸς τὸν Κάλβο, ἀπὸ τὸ εἰσαγωγικὸ σηµείωµα ποὺ ἀπευθύνει ὁ µνηµονευθεὶς Κωνσταντῖνος Νικολόπουλος στὸν µεταφραστὴ τῶν δέκα πρώτων καλβικῶν ὠδῶν Stanislas Julien (1797;-1873) καὶ ἀπὸ τὶς σελίδες τίτλου τῶν τελευταίων καλβικῶν θρησκευτικῶν µεταφράσεων.
Πιὸ συγκεκριµένα, σὲ γράµµα ποὺ στέλνει πρὸς τὸν νεαρὸ γραµµατέα του ὁ φηµισµένος συµπατριώτης καὶ µέντοράς του, ἀπὸ τὴ Γοτίγγη τῆς Ἑλβετίας, στὶς 17 Δεκεµβρίου τοῦ 1815, τὸν παρακινεῖ κατ’ οὐσίαν νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ µετριότητα ποὺ τοῦ προσφέρουν οἱ τίτλοι τοῦ Ἀκαδηµαϊκοῦ τῆς Πιστοΐας καὶ οἱ ἀνάλογοι, καθὼς καὶ οἱ συνάδελφοί του Ἀρκάδες, µὲ τὸ νὰ µελετᾶ µὲ θέρµη τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ Λατίνους συγγραφεῖς, καθὼς καὶ καµµιὰ δωδεκαριὰ Ἰταλοὺς πεζογράφους καὶ ποιητές, θεωρώντας πώς, γινόµενος µαθητής τους, ἡ ἰδιότης αὐτὴ θὰ φανεῖ στὰ ἔργα του, κι ὅταν εἶναι καιρός, θὰ τοῦ κάνῃ περισσότερη τιµὴ ἀπὸ χίλια διπλώµατα Ἀκαδηµαϊκοῦ καὶ Ποιµενίσκου Ἀρκάδος (τὸ παράθεµα ἀπὸ τὸ µελέτηµα τοῦ Γεωργίου Θ. Ζώρα, «Ἀνδρέας Κάλβος (1792-1869)», περ. Νέα Ἑστία, ἔτος ΛΔ΄, τ. 68, Σεπτέµβριος 1960 [ἀφιέρωµα: Ἀνδρέας Κάλβος (Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα)], σ. 20). Ἀπὸ τὰ προηγηθέντα προκύπτει µὲν ἡ ἔφεση τοῦ ποιητῆ γιὰ ἀπόκτηση ἀκαδηµαϊκῶν τίτλων καὶ διπλωµάτων, µέσῳ τῆς ἐκλογῆς του ὡς µέλους σὲ διάφορες τοπικὲς ἰταλικὲς ἀκαδηµίες καὶ ἄλλες ἑταιρεῖες τῆς ἐποχῆς, ὄχι ὅµως καὶ ἡ συστηµατικὴ (ἰδίως ἡ ἐπιστηµονικὴ) κατάρτισή του. Ἀντιθέτως, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ποιητῆ Νικόλαος, σὲ ἐπιστολὴ ποὺ στέλνει στὶς 10 Δεκεµβρίου τοῦ 1818 ἀπὸ τὴν Τεργέστη πρὸς τὸν Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος τότε βρίσκεται στὸ Λονδίνο, τοῦ ἐπισηµαίνει µὲ νόηµα πὼς µποροῦν καὶ οἱ δυό τους νὰ εἶναι εὐχαριστηµένοι ἀπὸ τὴν τύχη, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἀποκλειστικὰ καρπὸς τῶν δικῶν τους ἱδρώτων καὶ τῶν σπουδῶν, ποὺ κάνανε µόνοι τους, πράγµα ποὺ σηµαίνει ὅτι, τουλάχιστον ἕως τὴ στιγµὴ ἐκείνη, δὲν γνώριζε ὁ µικρότερος Κάλβος κάτι γιὰ ἀνώτερες σπουδὲς τοῦ ποιητῆ (καὶ αὐτὸ τὸ παράθεµα ἀπὸ τὸν Γ.Θ. Ζώρα, στὸ ἴδιο, σ. 34).
Ὁ Κωνσταντῖνος Νικολόπουλος, πάλι, ἀπευθυνόµενος πρὸς τὸν Julien καὶ διατυπώνοντας τὴ θετική του ἄποψη γιὰ τὶς ὠδὲς ποὺ περιέχονται στὴ Λύρα καὶ µεταφράζονται στὰ γαλλικὰ ἀπὸ τὸν συγκεκριµένο φιλέλληνα σινολόγο (1824), τὸν πληροφορεῖ, µεταξὺ ἄλλων, πὼς ὁ Κάλβος ἔχει πραγµατοποιήσει λαµπρὲς σπουδὲς στὸ γενέθλιο νησί του καὶ στὰ πιὸ ὀνοµαστὰ πανεπιστήµια τῆς Ἰταλίας, καθὼς καὶ ὅτι ἡ ἐπιθυµία του νὰ ἀποκτήσει νέες γνώσεις τὸν ὁδήγησε διαδοχικὰ στὴ Γαλλία, στὴ Γερµανία καὶ στὴν Ἀγγλία, καὶ παντοῦ βρῆκε δίκαιους ἐκτιµητὲς τῶν ἀρετῶν του καὶ τῶν ταλέντων του (ἡ µετάφραση τῶν χωρίων βασίζεται στὸ γαλλικὸ πρωτότυπο ποὺ παρατίθεται ἀπὸ τὸν Γεώργιο Θ. Ζώρα, «Ὁ Ἀνδρέας Κάλβος στὶς πρῶτες κριτικὲς (Κριτικὴ ἀνθολογία 1824-1889)», περ. Νέα Ἑστία, ὅ.π., σ. 118). Μολονότι δὲν εἶναι διασταυρωµένο ὅτι ὁ Κάλβος εἶχε κάνει τέτοιες σπουδὲς ἢ ὅτι εἶχε πραγµατοποιήσει ἕως τότε ἄξιες λόγου ἐπισκέψεις στὴ Γαλλία καὶ στὴ Γερµανία, δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ τελείως ἀναξιόπιστη ἡ µαρτυρία τοῦ Νικολόπουλου, ὅσο καὶ ἂν µὲ αὐτὰ ποὺ γράφει ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ διεγείρει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ µεταφραστῆ τοῦ ποιητῆ καί, ἐν προεκτάσει, τῶν Γάλλων ἀναγνωστῶν του. Ὅµως ποιά πανεπιστήµια ἦταν ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα φοίτησε ὁ Κάλβος; Καὶ ποιές γνώσεις ἀπέκτησε ἀπὸ αὐτά; Μόνο ὑποθέσεις µποροῦν νὰ διατυπωθοῦν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτηµα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐνδέχεται ἡ µελλοντικὴ ἔρευνα νὰ ἀποκαλύψει σηµαντικὰ στοιχεῖα.
Τέλος, στὶς σελίδες τίτλων τῶν τελευταίων θρησκευτικῶν του µεταφράσεων: Περὶ Δογµάτων, Διοικήσεως καὶ Ἱερουργιῶν τῆς Ἀγγλικῆς Ἐκκλησίας, πονηµάτιον Κοσίνου Ἐπισκόπου Δυνέλµου... (1856) καὶ Ποία κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἡ κυριαρχία τοῦ Πάπα· ὑπὸ Αἰδ. Ἰακ. Μερρίκου... (1861), ἀναφέρεται ὁ µεταφραστὴς ὡς διδάκτορας καὶ καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας, καὶ παράλληλα ὡς µέλος διαφόρων φιλοσοφικῶν, ἐπιστηµονικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἑταιρειῶν. Ὡστόσο, µολονότι οἱ πρῶτες ἰδιό­τητές του µποροῦν νὰ ἀποκωδικοποιηθοῦν, µένει νὰ διευκρινιστοῦν, πέραν τῆς Ἀναγνωστικῆς Ἑταιρείας, τὰ ὑπόλοιπα συναφῆ σωµατεῖα στὰ ὁποῖα ὑπῆρξε µέλος καὶ ἂν αὐτὸ σχετίζεται µὲ τίτλους ποὺ ἀπέκτησε ἀπὸ πανεπιστηµιακὲς σπουδές.
Ὁ Κάλβος, λοιπόν, αὐτοδίδακτος; Αὐτὸ φαίνεται νὰ ὑποστηρίζουν, µὲ τὰ ἕως τώρα εὑρήµατα, οἱ περισσότεροι µελετητές του. Καὶ ἴσως νὰ µὴν ἔχουν ἄδικο. Ἄλλωστε, στὴ διεθνὴ βιβλιο­γραφία ἔχουν ἐπισηµανθεῖ πολλὰ παραδείγµατα προσωπικοτήτων, ποιητῶν, λογίων, ἀκόµη καὶ ἐπιστηµόνων, µὲ αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικό, τὸ ὁποῖο φαίνεται πὼς γνώρισε διάδοση, ἰδίως κατὰ τὸν 18ο αἰώνα. Τοῦτο δὲν σηµαίνει πὼς ὅλοι αὐτοὶ (συµ­περιλαµβανοµένου καὶ τοῦ Κάλβου) δὲν ἔλαβαν κάποια παιδεία· µόνο ποὺ αὐτὴ δὲν συµβάδιζε µὲ τὴν τυπικὴ ἐκπαίδευση τῆς περιόδου ποὺ λάµβαναν ὅσοι εἶχαν τὴν οἰκονοµικὴ δυνατότητα καὶ πού, γενικότερα, τοὺς τὸ ἐπέτρεπαν οἱ περιστάσεις τοῦ βίου τους. Συνήθως διέθεταν τὴν εὐφυΐα νὰ ἀπορροφήσουν τὶς διδαχὲς ἄλλων λογίων, ὅταν εἶχαν τὴν τύχη νὰ τοὺς συναναστραφοῦν, ἐνῶ διάβαζαν ἀσταµάτητα βιβλία ποικίλου περιεχοµένου, ἐπισκεπτόµενοι διαρκῶς βιβλιοθῆκες, βιβλιοπῶλες ἢ γνωστούς τους ποὺ εἶχαν στὴν κατοχή τους διάφορα ἔντυπα. Παραταῦτα, ἡ πετυχηµένη ἐνασχόληση τοῦ Κάλβου µὲ ποικίλους τοµεῖς τοῦ ἐπιστητοῦ, πέρα ἀπὸ τὰ γράµµατα καὶ τὴν ποίηση, ὅπως τουλάχιστον ἡ Θεολογία, ἡ Φιλοσοφία καὶ τὰ Μαθηµατικά, ἐνδεχοµένως νὰ συνδέεται καὶ µὲ κάποιαν ἀνώτερης µορφῆς παιδεία ποὺ ἔλαβε, γιὰ τὴν ὁποία, ὡστόσο, δὲν ἔχουν σωθεῖ ἐπαρκῆ τεκµήρια, ὅπως σηµειώθηκε πιὸ πάνω.
Τὸ βέβαιο εἶναι πὼς ὁ Κάλβος ὑπῆρξε µιὰ πολυσχιδὴς προσωπικότητα, ἕνας «ἄνθρωπος τῶν γραµµάτων» µὲ ἀληθινὴ εὐφυΐα καὶ πραγµατικὴ ποιητικὴ φλέβα, ἕνας διανοούµενος ποὺ ἐπιδίωξε νὰ καταστεῖ ὁ ἀναγεννησιακοῦ τύπου homo universalis καὶ παράλληλα ὁ homo doctus σὲ ἐπιστηµονικοὺς τοµεῖς ποὺ ἀναπτύσσονταν δυναµικὰ τὴν ἐποχή του. Δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς µὲ ποικίλα ἐνδιαφέροντα. Παρότι δὲν ἔµεινε στὴν ἱστορία ὡς λόγιος καὶ ἐπιστήµονας, ἔστω αὐτοδίδακτος, ἀλλὰ ὡς ποιητὴς τῶν εἴκοσι πρωτοποριακῶν ὠδῶν του, καλὸ εἶναι νὰ µὴν ὑποτιµῶνται οἱ ποικίλες πνευµατικὲς ἐπιδόσεις του, οὕτως ὥστε νὰ προσεγγίζεται ἡ περίπτωσή του συνολικὰ καὶ ὄχι ἐπιλεκτικὰ ἢ ἀποσπασµατικά. Μάλιστα, ἡ (δεδοµένη πλέον) καλὴ γνώση του τῶν Μαθηµατικῶν ἴσως θὰ µποροῦσε νὰ ἀνοίξει τὸν δρόµο µιᾶς νέας προσέγγισης τοῦ µετρικοῦ συστήµατος τῶν Ὠδῶν· ἡ αἴσθηση τοῦ γράφοντος εἶναι πὼς ἂν ἡ «Ἐπισηµείωσις», ποὺ ἐπιτάσσεται στὸ τέλος τῆς Λύρας, διαβαστεῖ ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τῶν ἀριθµητικῶν/µαθηµατικῶν ὑπολογισµῶν καὶ δεδοµένων της, ἐνδεχοµένως νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἕνας πραγµατικὰ «ἄλλος» Κάλβος καὶ ὡς ποιητής.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: Α Μ Υ Ν Α (ποίημα)



Χαμογελώ
στους θνητούς αξιολογητές με τη γραφίδα 
δρομοδείκτη α-δυνάτων
Χαμογελώ
στις οθόνες νυχτερινής τρομο-
λαγνείας
Χαμογελώ
στους φοβισμένους που χαμω-κοιτούν
τα λυτά
κορδόνια της υπερηφάνειας
Χαμογελώ
στις φόρμες και στις φίρμες
των α-λόγων
Χαμογελώ
στον χρόνο που διεγείρει   τ' όνειρο
τη χειμερινή αυγούλα
αλληλέγγυος μαχητής της ζωής
ΧΑΜΟΓΕΛΩ

Ζάκυνθος, Φλεβάρης 2013

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Ζωγραφική της Ελένης Γούναρη]

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑ


«Η αλήθεια, η ωραιότητα, είναι αδύνατο να συλληφθούν ως έννοιες κοινά εισπράξιμες και συμβατικά ελεγχόμενες. Τις διαισθανόμαστε περισσότερο ως καταστάσεις οριακές, περιγράφοντας ή απεικονίζοντας στον ποιητικό λόγο με ανοίγματα εξίσου οριακά το ανείπωτο.» Παραφράζοντας τις αξιωματικές επισημάνσεις του Αλέξη Ζήρα, με αφορμή τα μελετήματα για τον Νίκο Καρούζο, μπορούμε να εννοήσουμε ως υποδεικνυόμενο κόσμο εκείνον που πλάθεται μες στις ακραίες, οραματικές καταστάσεις του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. Οι ακραίες εκτιμήσεις του ποιητή μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως η οδύνη, ο φόβος, η απομόνωση, η ταυτότητα ενός εν δυνάμει αυτόχειρα που εμπεριέχεται μες στις πυρηνικές, ανθρώπινες θέσεις είναι δυνατόν να αποκαλύψουν μια υποσυνείδητη αλήθεια, πολύ κοντύτερα στην τραγική μας υπόσταση, πλησιέστερη ίσως όχι σε μια ωραιότητα, αλλά σε μια ανυπόφορη τερατωδία, με την οποία μοιάζει προικισμένη η ίδια η ζωή. Πρόκειται για την ίδια αισθητική απόκλιση, για μια ποιητική εκφορά του πάσχοντος προσώπου, μια ομιλία ικανή να εξεικονίσει με τον πιο ανθρώπινο και σωματικό τρόπο την οδυνηρή περιήγηση του προσώπου στα ψυχικά τοπία. Και λέγοντας ψυχικά, θέλουμε με ευθύτητα να διαφοροποιήσουμε τούτη την προσέγγιση από οποιαδήποτε ψυχολογική ή εργαστηριακή προσέγγιση, εμποτισμένη με την επιστημοσύνη, τον ελιτισμό της τεχνικής αρτιότητας, φτωχής και ρημαγμένης από κάθε τι το ανθρώπινο και το συγκλονιζόμενο.
Ο Ε. Χ. Γονατάς μας δίδαξε μία ποίηση εσωτερική, αυτοαναφορική, διατεθειμένη όμως να λειτουργήσει επαγωγικά, επιτρέποντας να διοχετευτούν ανείπωτες συλλογικότητες. Στο πεζολογικό ποίημα «Όταν ο έρωτας αστοχεί», το οποίο με τόση ένταση καθίσταται βαθμιαία και ανεπιτήδευτα προσωπικό, η εξέλιξη συνιστά μια παθητικότητα. Η ερημιά της γλώσσας, όπως τη διατύπωσε ο Νίκος Καρούζος, η ένδειά της εμπρός στην αιχμή του ανθρώπινου σώματος, συνιστά μια παρατήρηση επιβεβαιωμένη στο έργο του Γονατά. Η παθητικότητα, το τραύμα από τα «ράμφη των πουλιών» ή τα άγρια , φυσικά τοπία που κυριεύουν τα «ανθρώπινα» και αλλοιώνουν την ύπαρξη, με τα πιο λαμπρά χαρακτηριστικά της, απασχολούν  τον ποιητή, έναν αγωνιώδη εραστή του βίου, έναν μάρτυρα, καθώς εκείνοι των συναξαρίων και των εορτολογίων που με αφετηρία την πίστη τους παραμένουν προσηλωμένοι σε στόχους επίγειους, ακλόνητους, πέρα από ιδεολογικές και ηθικές προσεγγίσεις. Ο στοχαστικός Γονατάς εκπληρώνει εκείνο που με τόση γλαφυρότητα περιέγραψε ο Ναυπλιώτης δημιουργός, καθώς μιλούσε για «όλων των εσωτερικών αναζητήσεων το ανυπολόγιστο ζήσιμο.»
«Έπειτα την άφησα να φύγει, θυμωμένος καθώς ήμουν. Τέτοιες συνήθειες δεν θα μπορούσε κανείς με ευκολία να αποδεχτεί και είναι πάλι εκείνη η ατομικότητα, εκείνη η μοναξιά που μπορεί με τόση ευκολία να ανατραπεί και οι παγιωμένες ελπίδες μας να καταντήσουν σαθρά, χαλάσματα της μνήμης. Μονάχα ύστερα από τρία μερόνυχτα, κατά τα γραφάς, εισήλθα στο δωμάτιο με όλη μου την ορμή, αποφασισμένος να διαπράξω ό,τι πιο αποτρόπαιο και οδυνηρό, πάει να πει να επιτρέψω σε εκείνο το κεφάλι να σταθεί μες στον καθρέφτη, αποκαθιστώντας και το δικό μου, φαγωμένο καιρό σε προσπάθειες να κερδηθεί επιτέλους εκείνη η επαφή με τους πιο μακρινούς σταθμούς μας. Μα όταν με κοίταξε με τα βρεγμένα, υπόγεια μάτια της, αισθάνθηκα πως βρισκόμουν μες στις στοές και εδώ και κάμποσο καιρό, είδα βρώμικους φεγγίτες, είδα τους άδειους χώρους από τα μέρη που εγκαταλείψαμε ένα κάποιο πρωί και ύστερα πάλι εθύμωσα με τον ίδιο μου τον εαυτό για τούτο τον ανεκδιήγητο συναισθηματισμό. Εκείνο το ομοίωμα κεφαλιού που κατάλαβε γρήγορα τις τρομερές καμπές, τους δισταγμούς, τους τόσο ανώφελους, παραμέρισε όλα τα φυσικά, υλικά της λήθης και μου μίλησε με τις ώρες για τους καταραμένους ποιητές, τις καινούριες, τις αμίλητες, ακόμη γλώσσες, με την εκπροσωποθεϊκή φωνή του με συγκλόνισε, σχεδόν με τάραξε, και έσπασα όλους τους καθρέφτες και επιδόθηκα σε οράματα παραληρηματικού ύφους, που επιτυγχάνονται μόνο σε μια οριζόντια και απόλυτη θέση και έπειτα το ίδιο, εκείνο γνώριμο κεφάλι παραμέρισε και βυθίστηκε μες στα νυχτερινά νερά, Αργότερα πολύ ένιωσα τους σπασμούς, σε όλο μου το ερωτικό σώμα και σχημάτισα την εικόνα ενός ολοκαίνουριου επιβατηγού πλοίου που καθελκύεται εν τέλει μετά τιμών και κατακόκκινων, σωστικών φωτοβολίδων. Μου μίλησε, θυμάμαι για την αγάπη.»
Η ψυχρότητα του λόγου, όπως εννοείται σε τούτο το κορυφαίο δείγμα της νεοελληνικής, ποιητικής πραγματικότητας, βεβαίως και συνιστά ένα στοιχείο κληροδοτούμενο από τις καταβολές μας, μια πρόταση ελληνικότητας, οικουμενικής και επαρκούς να συνοψίσει μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στην άπιαστη γεωμετρία του χρησμού και την αναγκαιότητα μιας νέας πραγματικότητας. Ο Ε. Χ. Γονατάς στάθηκε για την ελληνική, ποιητική σκηνή, ένας σημαντικός και προσωπικός ποιητής, με την έννοια πως μόνος εκείνος εδοκίμασε όλες τις πτυχώσεις, παρέμεινε άγρυπνος καθώς λάμβαναν χώρα, οι φοβεροί τριγμοί της νύχτας, εξανθρωπίζοντας λόγο και ανθρώπους, όπως σημειώνει ο Ροντώ στο εξαίσιο, αλεξανδρινό του λεύκωμα. Η επίτευξη της ποθητής ετούτης ισορροπίας, μας επιτρέπει να κατατάξουμε τον Γονατά σε μια θέση κορυφαία, στα πλαίσια της οποίας θάρρος και θέληση συνυπάρχουν, προκειμένου μες στους ρυθμούς να συγχωρεθούν τα πάθη, να φανούν επιτέλους οι αθέατοι ήρωες των ανεξιχνίαστων οραμάτων μας. 

Ζαχαρία Στουφή: Ο ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΚΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (μελέτημα)



Έχω την πεποίθηση ότι όλοι οι πραγματικοί ποιητές έχουν έρθει αντιμέτωποι με το ζήτημα της αυτοκτονίας περισσότερο από μία φορά στη ζωή τους. Οι πιο πολλοί από αυτούς δε διστάζουν να γράψουν για το θέμα που μπορεί βέβαια να μην αφορά μόνο τη δικιά τους πρόβα θανάτου, αλλά κάποιου άλλου υπαρκτού προσώπου ή ακόμα και την αυτοκτονία ενός φανταστικού ήρωα του έργου τους. Όσο πιο σπουδαίος είναι ο ποιητής, τόσο περισσότερο έχει στοχαστεί αυτό το θέμα. Το αποτέλεσμα της διανοητικής του εργασίας φαίνεται στους καρπούς του έργου του, από το πώς αντιμετωπίζει δηλαδή το ήθος του αυτόχειρα και την αυτοκαταστροφική του πράξη στη διαχρονία. Ένα τέτοιο παράδειγμα σπουδαίου ποιητή, που δεν αγνόησε αυτό το δύσκολο θέμα της αυτοκτονίας, είναι ο Διονύσιος Σολωμός.
Ο Σολωμός, στις περισσότερες συνθέσεις του, επιλέγει τον θάνατο για καταλύτη της πλοκής. Σε πέντε από τα έργα του, ο θάνατος προέρχεται από αυτοκτονία. Στις τρεις από τις πέντε περιπτώσεις, εμπνέεται από πραγματικά περιστατικά αυτοχειρίας που στάθηκαν αφορμή για να δημιουργήσει τα έργα: Η Φαρμακωμένη, Στο θάνατο της ανεψιάς του, καθώς και λίγες στροφές από το ποίημα Στον Λόρδο Μπάυρον, που περιγράφει την ομαδική αυτοκτονία γυναικών στον Ζάλογγο. Τα άλλα δύο έργα που κορυφώνονται με αυτοκτονίες είναι προϊόν μυθοπλασίας. Πρόκειται για τα έργα Ο Λάμπρος και Η Γυναίκα τση Ζάκυνθος. Ας πάρουμε, όμως, ένα ένα τα έργα του Σολωμού, προκειμένου να εντοπίσουμε τα όποια ευρήματα, μα και ιδιαιτερότητες στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο ποιητής την αυτοκτονία.
Στη Γυναίκα τση Ζάκυνθος, ο Σολωμός βάζει την ηρωίδα του να αυτοκτονεί δια του απαγχονισμού. Πρόκειται για μια πολύ κακιά γυναίκα, που εκτός του ότι δεν αγαπάει κανέναν συνάνθρωπό της, κατακρίνει την ελληνική επανάσταση που έχει ξεσπάσει και ειρωνεύεται τις Μεσολογγίτισσες που ζητιανεύουν στα Επτάνησα. Αυτή η γυναίκα, κατά πολλούς Σολωμιστές, δεν είναι άλλη από τη γυναίκα του αδελφού του ποιητή, Δημητρίου, με την οποία ο Σολωμός είχε μεγάλη διαμάχη που έφτασε ακόμη και να ταράξει τη σχέση με τον αδελφό του. Αυτήν την απάνθρωπη γυναίκα, ο Σολωμός, έχοντάς την για ηρωίδα του και καθορίζοντας όπως αυτός ήθελε την κατάληξή της, την βάζει να φουρκιστεί (να κρεμαστεί από αγχόνη). Ο τρόπος αυτοκτονίας που επιλέγει ο Σολωμός για την ηρωίδα του δεν είναι τυχαίος. Μέσα σε τόσους τρόπους αυτοκτονίας, επιλέγει τον ατιμωτικό απαγχονισμό, έτσι όπως συνέβη με τον προδότη Ιούδα. Από την κρεμάλα του Ιούδα και μετά, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι άτιμοι προδότες της λογοτεχνίας, που έστω για μία στιγμή έρχονται σε επαφή με τη συνείδησή τους, είναι να βάλουν τέλος στην πρόστυχη ύπαρξή τους, πηγαίνοντας να φουρκιστούν. Ο Σολωμός, λοιπόν, φαίνεται να γνωρίζει καλά τη δύναμη και τον συμβολισμό που κρύβεται πίσω από κάθε τρόπο αυτοκτονίας.
Στο έργο Ο Λάμπρος, ο Σολωμός βάζει μια οικογένεια να αυτοκτονεί στο ίδιο σημείο, μια λίμνη, δηλαδή, που δέχεται να ξεπλύνει στα νερά της τη βαριά μοίρα των πρωταγωνιστών της υπόθεσης. Το σχεδίασμα αυτού του έργου που μας άφησε ο Σολωμός, δε φανερώνει την τελική μορφή την οποία ο ποιητής θα έκρινε δημοσιεύσιμη, γι’ αυτό και η υπόθεση του έργου παρουσιάζει διάφορα κενά που δε γνωρίζουμε πώς και εάν θα τα συμπλήρωνε ο Σολωμός. Αυτό συμβαίνει μόνο με το ποιητικό μέρος του έργου, διότι ο Σολωμός συνήθιζε να γράφει με τρόπο πεζό και στην ιταλική γλώσσα την υπόθεση του έργου του σαν μια μορφή σχεδιάσματος της τελικής σύνθεσης. Έτσι, από τον Λάμπρο, έχουμε την υπόθεση που μας αποκαλύπτει τα αίτια, τον τρόπο και τη σειρά με την οποία αυτοκτονούν τα τρία από τα έξι μέλη της οικογένειας.
Την εποχή που γράφεται ο Λάμπρος –εποχή του ρομαντισμού- οι αυτοκτονίες στη λογοτεχνία (και αναφέρομαι, κυρίως, στις ευρωπαϊκές χώρες) είναι συχνό φαινόμενο και συστατικό, θα έλεγα, της πετυχημένης συνταγής που διεγείρει τα συγκινησιακά συναισθήματα του αναγνώστη.
            Άξια λόγου είναι και η σχέση αυτοκτονίας - θρησκείας ή ακόμα καλύτερα η σχέση Σολωμού - θρησκείας - αυτοκτονίας. Εδώ ο Σολωμός βάζει τους ήρωές του, που είναι θρησκευόμενοι, να αυτοκτονούν για μία σειρά αμαρτημάτων που διέπραξαν, με κορυφαίο αυτό της εν αγνοία τους αιμομιξίας. Ενώ ο Λάμπρος προσπαθεί, τελικά, δε θα καταφέρει να ζητήσει συγχώρεση από τον Θεό, όχι γιατί ο Θεός δε θα τη δώσει, αλλά γιατί ο ίδιος δεν μπορεί, όσο κι αν μετανοήσει, να συγχωρέσει τον εαυτό του. Ο Σολωμός δείχνει να πιστεύει ότι για κάποια βαριά αμαρτήματα, η μόνη μετάνοια είναι η αυτοκτονία. Κανένα επικριτικό σχόλιο δεν κάνει για την επιλογή των ηρώων του, ούτε από τη θρησκευτική σκοπιά ούτε από την ηθική, παρόλο που ο ίδιος είναι πιστός χριστιανός, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από τη σωζόμενη αλληλογραφία του.
Η τεχνική του Σολωμού δεν είναι μόνο λυτρωτική αλλά και άρτια απ’ όλες τις κατασκευαστικές ιδιαιτερότητες της δραματουργίας, έτσι όπως συνέβαινε στα αρχαία τραγικά έργα.
            Στο μακροσκελές ποίημα με τίτλο Εις τον θάνατο του Λόρδου Μπάυρον, τις στροφές από 101 έως 104 ο Σολωμός τις αφιερώνει σε μια διάσημη αυτοκτονία της εποχής που συγκλόνισε τους πάντες. Ο λόγος για τις γυναίκες που πήδηξαν από τον γκρεμό του Ζαλόγγου για να μην υποστούν τους βιασμούς και τα βασανιστήρια των Τούρκων. Εκεί τις τράβηξε «της ελευθερίας ο έρως», όπως λέει ο ποιητής και σε αυτές τις τέσσερις στροφές τις κατατάσσει μεταξύ των ηρώων. Ο Σολωμός τραγουδάει με λυρισμό την πράξη αυτών των γυναικών και με τον ηρωισμό που τους αποδίδει, συνυπογράφει το «Ελευθερία ή θάνατος» που μοιάζει να είναι η σπουδαιότερη ρήση του ανθρώπινου γένους.
            Η Φαρμακωμένη είναι ποίημα που γράφηκε με αφορμή την αυτοκτονία με δηλητήριο της νεαρής φίλης του Μαρίας Παπαγεωργοπούλου. Μετά τον θάνατό της, ο ζακυνθινός λαός ξεστόμισε βαριές κατηγορίες σχετικά με τον τρόπο ζωής και την ηθική της κοπέλας. Αυτό το γεγονός αμαύρωνε τη μνήμη της και ήταν ψέματα για τα οποία η ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει αφού ήταν ήδη νεκρή. Την κακία του κόσμου θα αναλάβει να αντιμετωπίσει ο Σολωμός γράφοντας το ποίημα Η Φαρμακωμένη. Εκεί, ο Σολωμός θα υπερασπιστεί τη φίλη του και την επιλογή της και θα αποκαταστήσει την τιμή και τη μνήμη της αδικοχαμένης νέας. Ο Κ. Καιροφύλας αναφέρει πως όταν δημοσιεύθηκε το ποίημα, πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να συγχαρούν τον ποιητή για τη στάση που κράτησε και τη γνώμη που εξέφρασε με το ποίημά του γι’ αυτό το τραγικό γεγονός. Αυτό μας κάνει να συμπεράνουμε πως την εποχή εκείνη δεν ήταν μονάχα ο Σολωμός που είχε αυτήν την ευαισθησία στο διαχρονικά δύσκολο θέμα της αυτοκτονίας, αλλά και όλοι αυτοί που έσπευσαν να τον συγχαρούν για τη Φαρμακωμένη του. Έτσι, λοιπόν, φαίνεται πως από εκείνα τα χρόνια ακόμα (όπως μέχρι σήμερα συνεχίζεται να συμβαίνει), οι μόνοι που τολμούν δημόσια να υπερασπιστούν τον αυτοκτόνο, την πράξη του και τη μνήμη του είναι μονάχα οι ποιητές. Σύμφωνα με τη δική μου έρευνα στα ζακυνθινά γράμματα, σχετικά πάντα με την αυτοκτονία, από την εποχή της Φαρμακωμένης του Σολωμού χρειάστηκε να περάσει περίπου ένας αιώνας για να γραφτεί ποίημα που θα υπερασπίζεται την τιμή και τη μνήμη κάποιου υπαρκτού αυτόχειρα. Το ποίημα αυτό θα το δημοσιεύσει ο ποιητής Σπύρος Μαρίνος το 1933 και θα αφορά στην αυτοκτονία ενός στρατιώτη από την Ζάκυνθο.
            Το ποίημα Εις τον θάνατο της ανιψιάς του γράφτηκε για την ανιψιά του Αγγέλικα Σολωμού (1826-1850). Το αίτιο της αυτοκτονίας της ήταν ο γάμος που της επέβαλαν οι γονέοι της, ενώ η ίδια δεν τον ήθελε. Αυτοκτόνησε παραμονή του γάμου της με δηλητήριο. Κατά πάσα πιθανότητα, σε αυτό το ολιγόστιχο ποίημα ο Σολωμός αποτύπωσε τη ψυχολογική κατάσταση και τη στιγμή την οποία η ανιψιά του αποφασίζει οριστικά το τέλος της. Καμία μαρτυρία, όμως, δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Αν όμως δεχτούμε αυτήν την ερμηνεία, τότε ο Σολωμός πήγε νοητά στη θέση της αυτόχειρα, λίγο πριν τη μοιραία πράξη. Αυτό βέβαια μπορεί να το κάνει μονάχα ένας ποιητής και μάλιστα να πάει στη θέση κάποιου που ανήκει στο αντίθετο φύλο. Γιατί, όμως, μονάχα ο ποιητής μπορεί να πάει στη θέση του υποψήφιου αυτόχειρα; Το κατόρθωμα αυτό δεν οφείλεται μόνο στην υπερευαισθησία του, αλλά, κυρίως, στο γεγονός ότι ο ίδιος έχει περάσει από αυτήν τη θέση παλαιότερα και όχι μονάχα μία φορά. Γι’ αυτό έχει την εμπειρία του υποψήφιου αυτοκτόνου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, μια και η απόγνωση και ο θάνατος που την ακολουθεί δεν κάνουν διάκριση σε αυτά τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Αυτό το ποίημα είναι νομίζω μία καλή αφορμή για να προσεγγίσουμε το αυτοκτονικό προφίλ του Σολωμού. Στην κατάθεση των επιχειρημάτων μου για το πόσο αυτοκαταστροφική ήταν η ψυχοσύνθεση του Σολωμού, θα επικαλεστώ δύο επιστολές προς τον αδελφό του Δημήτριο που του εστάλησαν μετά την αυτοκτονία της κόρης του Αγγέλικας. Στην πρώτη επιστολή εξυμνεί τη νεαρά αυτόχειρα και την πράξη της, ως μία στάση πρότυπο απέναντι στη ζωή και στον θάνατο, που θα έπρεπε όλους να μας παραδειγματίσει[1].


Στον Δημήτριο Σολωμό

Κέρκυρα, 8 Σεπτεμβρίου 1850

Το απροσμέτρητο μεγαλείο με το οποίο η κοπέλα ποδοπάτησε τις γήινες δυνάμεις, που τόσο τρομερά δραστήριες έτειναν να γονατίσουν την ευγενική της ουσία, προκάλεσε μέσα μου τον μεγαλύτερο θαυμασμό. Εκατομμύρια άνθρωποι θα έπρεπε να διδαχθούν από αυτήν πώς να ζουν και πώς να πεθαίνουν. Η τελευταία σκέψη της, μακριά από τους θησαυρούς πένθους που θα έπεφταν στο φέρετρό της, στράφηκε μόνο προς αυτούς που εσωτερικά την αγάπησαν, και ζήτησε να αλαφρώσει την αγωνία τους. Βρίσκομαι σε θέση να ανταποκριθώ στην επιθυμία της, υψωνόμενος προς αυτήν, που από την πατρίδα του αγαθού, όπου με λαχτάρα την έφερε ο τρόπος της ζωής και του θανάτου της, θα μας προστατεύει από τους τόσους μανιακούς που μας τριγυρίζουν. Έτσι το γεγονός αυτό, που τόσα χρόνια με τη σκιά του κρυφό και δυνατό μου τάρασσε την ψυχή, μου ανοίγει, τώρα που συνέβη, μια πηγή γνώσης και παρηγοριάς. Ζω με τη βεβαιότητα πως ο Ουρανός θα παραχωρήσει γρήγορα τα ίδια στην ψυχή σου.
Δικός σου
Διονύσιος

Υ.Γ. Μη διαβάσεις αυτό το γράμμα σε κανέναν, παρά μόνο στον Rainer.
           

Στο τέλος της επιστολής, το υστερόγραφο λέει: Μη διαβάσεις αυτό το γράμμα σε κανέναν, παρά μόνο στον Rainer. Αυτό το υστερόγραφο ενισχύει την άποψή μου πως στο γράμμα του αυτό ο Σολωμός εκθέτει τις πραγματικές του απόψεις περί αυτοκτονίας, που όμως, αποφεύγει να τις δημοσιεύσει υπό τη μορφή ποιήματος ή άρθρου και περιορίζεται, μονάχα, να τις εκμυστηρευτεί στον αδερφό του, ως παρηγοριά για τον άδικο χαμό της νεαρής κόρης του. Μετά από 14 μέρες του στέλνει δεύτερη επιστολή που συνεχίζει και εκεί τα εγκώμια στην ηρωίδα ανιψιά του και καταλήγει με ένα φανταστικό διάλογο που κάνει με τη νεκρή κοπέλα.


Στον Δημήτριο Σολωμό

[Κέρκυρα, 22 Σεπτεμβρίου 1850]

               Στο γράμμα μου της 8ης Σεπτεμβρίου, που ξέρω ότι το έλαβες, προσθέτω: σκέπτομαι πάλι την ευλογημένη κοπέλα και τον χαρακτήρα της˙ μην μπορώντας εκείνη να κάνει τη ζωή που κάνω εγώ, και που ήταν η μόνη που της ταίριαζε (εμποδιζόταν να την κάνει λόγω του φύλου της και του τόπου όπου ζούσε) αναγκαστικά βάδιζε προς περιπτώσεις που θα της τάραζαν την ψυχή και ίσως και το μυαλό. Εκτός αυτού, εγώ πιστεύω πως όσα συμβαίνουν εδώ κάτω, είναι πάντα στην ώρα τους, οτιδήποτε και αν φανταζόμαστε εμείς που ζούμε λίγο και λίγα βλέπουμε. Έφτασα να κάνω μαζί της μακρές συνομιλίες, σαν να ήταν ζωντανή. Συζητήσαμε ακόμα για το γεγονός αυτό που από τόσο καιρό το περίμενα. Τη ρωτούσα για πολλή ώρα αν κάνει κρύο. Συνετά μου απάντησε «ναι», αν και έκανε μεγάλη ζέστη. Την πίστεψα.
               Στην επιστροφή σου δεν θα είμαι πια εδώ˙ για λίγους μήνες πρέπει να βρω τη γαλήνη στη μελέτη του σπιτιού, στη Napoli. Λοιπόν προσπάθησε να μου στείλεις διακόσια ή τρακόσια τάληρα. Μου χρειάζονται για το ταξίδι, και για έκτακτα έξοδα που έκανα, γιατί από καιρό μου στέλνεις το εισόδημα του μηνός με καθυστέρηση δεκαπέντε ημερών.
Δ.Σ.


Αυτές οι δύο επιστολές από μόνες τους, είναι νομίζω αρκετές για να τεκμηριώσουν τον αυτοκτονικό χαρακτήρα του Σολωμού, μια και είναι προσωπικές και δεν προορίζονται για έκδοση –το αντίθετο μάλιστα-, με αποτέλεσμα να καταγράφει εκεί, ανεπηρέαστα, τις προσωπικές του απόψεις για το θέμα.
Ένα άλλο στοιχείο που φωτίζει τα αυτοκτονικά χαρακτηριστικά του Σολωμού, αλίευσα στο βιβλίο του Κ. Καιροφύλα, Ο άγνωστος Σολωμός[2]. Εκεί ο Καιροφύλας περιγράφει, με βάση τις μαρτυρίες που συνέλεξε, τη σταδιακή εξάρτηση του Σολωμού από το αλκοόλ, ξεκινώντας από το κρασί, στη συνέχεια μπαίνει στα πιο βαριά ευρωπαϊκά ποτά για να καταλήξει στην Κέρκυρα, κοντά στο τέλος της ζωής του, όταν δεν είχε αλκοόλ, να πίνει ακόμα και κολόνιες.  Για τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή, γράφει ο Καιροφύλας:


Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ποιητή φαίνεται ότι το μυαλό του δεν ήταν σαν πρώτα ξάστερο. Η σωματική αρρώστια, που από καιρό τον πείραζε, τον έκανε να πίνει όλο και περισσότερο. Και το πιοτό του θόλωνε όλο περισσότερο το νου. Στο τέλος είχε παραδοθεί τέλεια στο φριχτό αυτό πάθος. Οι γιατροί, οι καλύτεροι της Κέρκυρας, δε συμφώνησαν για το είδος της αρρώστιας. Άλλοι έλεγαν πως ήταν του κεφαλιού κι άλλοι της καρδιάς. Το γεγονός είναι πως στο τέλος προσβλήθηκε από συμφόρηση του εγκεφάλου. Από τότες κρεβατώθηκε. Στενοχώρια, αϋπνία, νευρική εξάντληση έδειχναν ότι το τέλος δεν θ’ αργούσε.


Το παραπάνω απόσπασμα, μαζί με άλλα στοιχεία που παραθέτει, με βάση τις μαρτυρίες του ο Καιροφύλας, κατά καιρούς, έχουν από πολλούς αμφισβητηθεί. Υπάρχει κάτι που κατά τη γνώμη μου δικαιώνει τους κόπους του Καιροφύλα και επιβεβαιώνει τη βαριά εξάρτηση του εθνικού μας ποιητή από το οινόπνευμα. Μια προσωπογραφία του ποιητή από τα τελευταία χρόνια της ζωής του φαίνεται να ανταποκρίνεται  πλήρως με τις μαρτυρίες που κατέγραψε ο Καιροφύλας. Στη φωτογραφία που παραθέτω εδώ, φαίνεται καθαρά το ασταθές βλέμμα του Σολωμού, το οποίο βρίσκεται σε μία λανθάνουσα κατάσταση χαμόγελου. Η πρησμένη του μύτη που είναι χαρακτηριστικό χρόνιου αλκοολισμού και οι σακούλες κάτω από τα μάτια δηλώνουν αϋπνία, αλκοολισμό και υψηλές τιμές σακχάρου (σαν συνέπεια της κατάχρησης). Αυτός ο άνθρωπος, ο τόσο αυτοκαταστροφικός, που ούτε οικογένεια θέλησε να κάνει για να αφήσει απογόνους (προέβη, δηλαδή, σε γενετική αυτοκτονία), ο ίδιος δεν αυτοκτόνησε άμεσα, τουλάχιστον, γιατί έμμεσα φρόντισε να καταστρέψει τη ζωή του, έτσι όπως οφείλει ο κάθε μεγάλος και πραγματικός ποιητής.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Οι δύο επιστολές που δημοσιεύονται  εδώ προέρχονται από το βιβλίο του Στυλιανού  Αλεξίου ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, ποιήματα και πεζά, εκδόσεις  Στιγμή. Αθήνα 1994.

[2] Κ. Καιροφύλα, Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ. Ολόκληρη η βιογραφία του εθνικού μας ποιητού. Έκδοση Στοχαστή, Αθήνα 1927.
Related Posts with Thumbnails