© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Γιώργου Γεωργιάδη: ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

[Ομιλία κατά την 4η σύναξη του β΄ κύκλου τού Κέντρου Λόγου Μπανάτου «Αληθώς»
Ναός Παναγούλας Μπανάτου, 24 Νοεμβρίου 2012]

Κυρίες και Κύριοι,
έχοντας διανύσει έναν δρόμο τριάντα ολόκληρων χρόνων μέσα σε πολέμους, νομίζω πως δικαιούμαι να λέω ότι έζησα την ιστορία από μέσα. Όταν νεαρός ρεπόρτερ -το 1982- έκανα την πρώτη αποστολή μου στο Λίβανο, παρασύρθηκα βεβαίως από την τρέχουσα ειδησεογραφία, που ήταν πράγματι σκληρή. Οι σφαγές στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα ήταν, κατά την διάρκεια του πολέμου, ένα γεγονός που έμελλε να καταγραφεί στην ιστορία τής φρίκης του αιώνα μας. Κι όταν έναν χρόνο αργότερα, το 1983, ο Γιάσερ Αραφάτ συγκρούονταν λυσσαλέα με τον εχθρό του Αριέλ Σαρόν κι όταν αποχώρησε ηττημένος από το Λίβανο, με το Ελληνικό πλοίο «Οδυσσέας Ελύτης» και προορισμό εξορίας την Υεμένη, ήμουν εκεί. Κι έλεγα: «Ζω την ιστορία από μέσα».

Με τον Γιασέρ Αραφάτ, Λίβανος 1983.
Όμως, για να καταλάβει κάποιος την ιστορία, πρέπει να γνωρίζει το χθες και κυρίως να μπορεί να δει μπροστά, στο αύριο. Για να φτάσουμε λοιπόν στο δικό μου το «σήμερα», πρέπει να δούμε το «δικό» μας το χθες. Κι όταν λέω χθες, εννοώ την εποχή κατά την οποία γεννήθηκαν συνάνθρωποί μας, οι οποίοι βρίσκονται ακόμα εν ζωή.

Θα ταξιδέψω λοιπόν εκατό χρόνια πίσω, στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, ο οποίος κηρύχτηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1912, σε μια εποχή που η ύφεση του 1870-1880 και τα επιστημονικά με τα τεχνολογικά άλματα, δημιούργησαν την «μπελ επόκ».

Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία ζήτησαν την διασφάλιση τής αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων, που ζούσαν στην Τουρκία. Αυτή απέρριψε το τελεσίγραφο της «διακοίνωσης των τεσσάρων Χριστιανικών Κρατών» κι έτσι κηρύχθηκε ο πόλεμος, που έληξε με τη συνθήκη του Λονδίνου, ένα χρόνο αργότερα.

Δεν πέρασαν όμως μερικοί μήνες και στις 16 Ιουνίου του 1913 η Βουλγαρία, κήρυξε τον Δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, με την κατηγορία ότι Σερβία και Ελλάδα είχαν ευνοηθεί στη διανομή των εδαφών, που αποσπάστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κι ενώ οι λαοί προσπαθούσαν να συνέλθουν, κηρύχτηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Ο Πρώτος Παγκόσμιος…

Ιράκ, 1991.
Ήταν Αύγουστος του 1914 κι έμελλε να κρατήσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1918. Από τη μία η ΑΝΤΑΝΤ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία κι από ένα σημείο και μετά, Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες) κι από την άλλη, οι «κεντρικές δυνάμεις» ή «Τριπλή συμμαχία», όπως ονομάστηκε. Γερμανία, Αυστροουγγαρία και, στο πλευρό τους, οι ηττημένοι των Βαλκανικών Πολέμων, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία. Μέχρι τις 11 Νοέμβρη του 1918, οπότε έληξε ο πόλεμος, τα θύματα έφτασαν τα 18.500.000. Με άλλα λόγια: 9.000.000 στρατιώτες κι άλλα τόσα, άμαχοι.

Η Ευρώπη «έβραζε» ολόκληρη. Μετά τη Γαλλική επανάσταση του 1789, ήρθε η Ρωσική του 1917, για να ταρακουνήσει τα κοινωνικά θεμέλια, όπως τα είχαν σχεδιάσει οι πλούσιοι της εποχής. Όλα έδειχναν ότι εκείνη η τεχνολογική έκρηξη στα τέλη του 19ου αιώνα και ο γρήγορος πλουτισμός των ολίγων, δεν θα δημιουργούσε μόνο την «μπελ επόκ», αλλά αντιθέτως μια εποχή όπου οι λίγοι θα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τους πολλούς, σε όλα τα επίπεδα και κυρίως σε βάθος χρόνου. Δεν είναι τυχαίες οι αναφορές μου, αφού ακόμα και σήμερα ζούμε τις συνέπειες εκείνης της νοοτροπίας.

Έτσι, πέρα από τους πολέμους, ή μάλλον κατά τις μικρές περιόδους που μεσολάβησαν των πολέμων, άρχισε και η αντίδραση των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων, εναντίον της πλουτοκρατίας, που δημιουργούσε το σύστημα.

Το 1905, έγινε μια δοκιμή επανάστασης, με γενική απεργία στην Πετρούπολη της Ρωσίας. Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 1905, χιλιάδες άοπλοι εργάτες συγκεντρώθηκαν στα χειμερινά ανάκτορα και ο Τσάρος διέταξε τη μεγαλύτερη -εκτός πολέμου- σφαγή. Το εργατικό κίνημα δέχονταν την πρώτη μεγάλη απώλεια. Λίγο αργότερα στασίασε το πλήρωμα του καταδρομικού «Ποτέμκιν» και αμέσως μετά είχαμε στρατιωτικές στάσεις στην Κοστάνδη και τον στόλο του Ευξείνου Πόντου. Στις 7 Δεκεμβρίου, μία γενική απεργία στη Μόσχα, εξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση. Τον Φεβρουάριο του 1917, ξέσπασε η εργατική επανάσταση στην Αγία Πετρούπολη και  Ρωσία αποφάσισε τη συμμετοχή της στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, που θυμίζω είχε αρχίσει τον Αύγουστο του 1914.

Κι ενώ οι Ρώσοι έχουν εμπλακεί ήδη οκτώ μήνες στον πόλεμο, στις 24 Οκτωβρίου 1917 ξεσπάει η Ρώσικη Επανάσταση, μετά από πρόταση του Λένιν, που έγινε δεκτή, λίγες ημέρες νωρίτερα, με ψήφους 10 έναντι 2. Στις 16 Ιουλίου 1918 εκτελέστηκε ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια και λίγους μήνες αργότερα, λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ένας πόλεμος, που σημάδεψε την εξέλιξη, όχι μόνο της εποχής, αλλά που άφοβα θα έλεγα ότι σημαδεύει ακόμα και το σήμερα.

Οι «μεγάλες χίμαιρες» των ποιητών και η «μπελ επόκ» της καλής κοινωνίας, ζούσαν μια εποχή απόλυτου εφησυχασμού. Όμως η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας από την ραγδαία εξέλιξη της βιομηχανίας δημιούργησε όξυνση του ανταγωνισμού με την Αγγλία, για την εξασφάλιση του μονοπωλίου των διεθνών αγορών. Την ίδια ώρα η Γαλλία, σε πολιτικό επίπεδο, προετοίμαζε την «ρεβάνς», για να καταφέρει να επανακτήσει την Αλσατία και τη Λωραίνη, που είχε απολέσει κατά τον Γερμανο-Γαλλικό πόλεμο του 1870-1871. Την ίδια εποχή η Αυστροουγγαρία βρίσκονταν σε ανταγωνισμό με την Ρωσία, για την κυριαρχία στα Βαλκάνια.

Βοσνία, 1992.
Αρχές του 20ού αιώνα, άρχισε ένας ξέφρενος αγώνας ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων. Κι ενώ οι λίγοι πλούτιζαν από τις φτηνές τιμές του άνθρακα και το φτηνό εργατικό δυναμικό..., ενώ η ορχιδέα έφτασε να γίνει λατρεία και τα φρούτα τελειοποιούνταν στα θερμοκήπια..., ενώ επινοήθηκαν τα επαγγελματικά δείπνα στις ανώτερες τάξεις, με την σαμπάνια να ρέει..., ενώ οι γούνες και τα φτερά έγιναν το εμφανές χαρακτηριστικό της μόδας και το Παρίσι μετατράπηκε σε απέραντο οίκο υψηλής ραπτικής..., ενώ ο σιδηρόδρομος άρχισε να συνδέει όλες τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις…, η Βρετανία άρχισε να αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες της κατά 30% κάθε χρόνο. Το 1913 έφτασε να είναι 140% υψηλότερες του 1887. Η Γερμανία από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 άρχισε να δαπανά 90.000.000 μάρκα το χρόνο για το Πολεμικό Ναυτικό της. Το 1913 είχε ξεπεράσει τα 400.000.000 μάρκα.

Όμως οι προετοιμασίες δεν ήταν μόνο στρατιωτικές. Αυτή την τόσο φανταχτερή εποχή άρχισαν οι διπλωματικοί αγώνες για τις συμμαχίες. Το 1882 Αυστρία, Γερμανία και Ιταλία, υπέγραψαν την «Τριπλή συμμαχία». Το 1907, Γαλλία, Ρωσία και Μεγάλη Βρετανία συνέστησαν την «Τριπλή συνεννόηση», γνωστή ως ΑΝΤΑΝΤ. Οι συμμαχίες, που αιματοκύλησαν την Ευρώπη από το 1914 έως το 1918, είχαν διαμορφωθεί χρόνια πριν... Πίσω από τις γούνες, τις σαμπάνιες και τα φτερά, οι άνθρωποι του κεφαλαίου ετοίμαζαν τον όλεθρο.

Η αφορμή δόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1914 στο Σαράγεβο (επαρχία τότε της Αυστροουγγαρίας), όταν ένας νεαρός φανατικός σπουδαστής, σκότωσε τον Αρχιδούκα της Αυστρίας Φερδινάνδο και τη σύζυγό του Σοφία. Με την υποστήριξη της Γερμανίας, η Αυστροουγγαρία κήρυξε στις 28 Ιουλίου, πόλεμο κατά της Σερβίας και βομβάρδισε το Βελιγράδι. Η Ρωσία κάλεσε επιστράτευση, στις 30 Ιουλίου και η Γερμανία της κήρυξε τον πόλεμο, την 1η Αυγούστου. Δύο ημέρες αργότερα η Γερμανία κήρυξε πόλεμο και στην Γαλλία. Εισβάλλοντας μάλιστα στη Γαλλία, παραβίασε την ουδετερότητα του Βελγίου - σύμμαχο τότε της Αγγλίας. Η Αγγλία κήρυξε πόλεμο στη Γερμανία στις 4 Αυγούστου. Η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας στις 5 Αυγούστου. Η Σερβία κατά της Γερμανίας, στις 6 Αυγούστου. Το Μαυροβούνιο κατά της Αυστροουγγαρίας στις 7 Αυγούστου. Γαλλία και Αγγλία κατά της Αυστροουγγαρίας στις 10 Αυγούστου. Το Μαυροβούνιο κατά της Γερμανίας στις 12 Αυγούστου. Η Αυστροουγγαρία κατά της Ιαπωνίας στις 25 Αυγούστου. Η Ιαπωνία κατά της Γερμανίας στις 28 Αυγούστου και τέλος η Αυστροουγγαρία κατά του Βελγίου στις 28 Αυγούστου.

Μεσολάβησαν πολλά, μέχρι να φτάσουμε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Εδώ στην Ελλάδα, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι κινήσεις του Βενιζέλου και η σύγκρουση με το παλάτι. Η αναζήτηση της Ευρωπαϊκής ταυτότητάς μας. Η Μικρασιατική καταστροφή...

Όμως σε διεθνές επίπεδο, μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι νικητές επέβαλαν τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στην ηττημένη Γερμανία. Οι υπέρογκες πολεμικές επανορθώσεις, που επιβλήθηκαν στην Γερμανία, έκαναν τον λαό να αντιδράσει. Η κατάσταση οδήγησε σε έξαρση του εθνικισμού και άνοδο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, με αρχηγό τον Χίτλερ. Στις 14 Οκτωβρίου του 1933, ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι δεν αναγνωρίζει τους περιορισμούς και αποσύρθηκε από την «Κοινωνία των Εθνών». Ο φόβος για αναβίωση της γερμανικής ισχύος άρχισε να πλανάται παντού. Η Γαλλία με τον Υπουργό Εξωτερικών Λουί Μπαρτού προσπάθησε να συνασπίσει όλα τα μέρη, των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να κινδύνευαν από μια τέτοια αναβίωση. Ο Μπαρτού όμως δολοφονήθηκε και ο διάδοχός του Πιέρ Λαβάλ, προσανατολίστηκε σε μια τετραμερή συμφωνία μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ιταλίας. Έτσι η Ιταλία βρήκε την ευκαιρία  να κάνει αποικίες -όπως και οι εταίροι της- και εισέβαλε στην Αιθιοπία. Η Ιαπωνία, που έχει ξεκινήσει την εκβιομηχάνιση, νικάει τη Ρωσία στον μεταξύ τους πόλεμο, καταλαμβάνει την Κορέα, αλλά, με την οικονομική κρίση του 1930, περνάει στα χέρια των στρατιωτικών του Αυτοκράτορα Χιροχίτο. Το 1931 εισβάλλει στη Μαντζουρία και το 1937 καταλαμβάνει και την υπόλοιπη περιοχή. Έτσι κάποιοι μελετητές αναφέρουν ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, άρχισε στις 7 Ιουλίου του 1937. Κανονικά βέβαια η ιστορία αναφέρει ως ημέρα έναρξης την 1η Σεπτεμβρίου 1939 και το τέλος στις 2 Σεπτεμβρίου του 1945.


Με τον Νέλσον Μαντέλα.
55.500.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σ' αυτή την πιο εκτεταμένη ένοπλη σύγκρουση. Καινοτομία αυτού του πολέμου, η ατομική βόμβα και σφραγίδα φρίκης, το Ολοκαύτωμα. Δεν θα πω πολλά για το παρασκήνιο αυτού του πολέμου, αφού ήδη έχουμε πάρει μια ιδέα από αυτό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Θα πω όμως ότι, μετά το τέλος του, είχαμε έναν αιματηρό εμφύλιο εδώ στην Ελλάδα, την αρχή του Ψυχρού πολέμου για Αμερική και Ρωσία, το μοίρασμα κρατών σε ζώνες επιρροής με επανασχεδιασμό συνόρων και βεβαίως το ότι η Μεγάλη Βρετανία, αν και βρίσκονταν στο στρατόπεδο των νικητών, έχασε το μεγαλύτερο μέρος των αποικιών της.

Σύνορα Πακιστάν-Ινδίας, 2001.

Θέλω να Σας μιλήσω λίγο για την ψυχολογία ενός ανθρώπου που γνωρίζει -όσο μπορεί ένας μελετητής να γνωρίσει- το παρασκήνιο των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά παράλληλα πρέπει -αλλά και θέλει- να βρίσκεται παρών, σε όσα διαδραματίζονται.

Το να βρίσκεσαι τη μία στιγμή ανάμεσα σε κρατουμένους στη Βοσνία σε κάτι άθλιες αποθήκες, όπου στοιβάζονται άνθρωποι, κρατούμενοι για τα θρησκευτικά τους πιστεύω και την άλλη να κάνεις συνέντευξη με αυτόν που τους φυλάκισε, θέλει να διαθέτεις μία ψυχική ισορροπία. Το να πηγαίνεις από τον πόλεμο της Βοσνίας, στους σεισμούς της Ανατολίας, θέλει αντοχές. Το να σε βραβεύει ο ηγέτης της Οικουμενικής Ορθοδοξίας και αμέσως μετά να φωτογραφίζεις Μουσουλμάνους, που επιδεικνύουν ως λάφυρα τα κεφάλια των εχθρών, θέλει γερά νεύρα. Από τα απόμακρα σημεία, με την παλαιά τεχνολογία και τα δορυφορικά τηλέφωνα με τις κεραίες- ομπρέλες, στην πολιτισμένη Δύση. Από την Πέτρα της Ιορδανίας, στα μοναστήρια της Μολδαβίας. Από την Ταϊλάνδη στη Χιροσίμα.




Ιράκ και πάλι Ιράκ...
Αυτή είναι η δουλειά μου!... Αυτή είναι η ζωή μου!... Το να μην ξέρεις πού θα βρεθείς αύριο και πότε θα επιστρέψεις, είναι σκληρό… Όμως και άλλα εκατό χρόνια να είχα μπροστά μου, το ίδιο θα έκανα! Ζώντας το άγριο ένστικτο εκείνου που επιτίθεται, σε κάνει να γαληνεύεις όταν βρεθείς κοντά στον ανίσχυρο. Το να βλέπεις ανθρώπους να σκοτώνονται, σε κάνει ν' αγαπάς τους ανθρώπους. Το να διαχειρίζεσαι μία είδηση κάτω από συνθήκες ζωής και θανάτου, σε κάνει πιο υπεύθυνο.

Πριν λίγους μήνες συμπλήρωσα Τριάντα Χρόνια Πολεμικών -και όχι μόνο- Ανταποκρίσεων. Ένοιωσα ότι ζω την ιστορία από μέσα. Συνεργάστηκα με ιερά τέρατα της δημοσιογραφίας, της εικονοληψίας και της φωτογραφίας. Θέλω ειλικρινά τούτη την εκδήλωση να την αφιερώσω στη μνήμη των αδελφών μου, Κώστα Κανδύλη οπερατέρ, Γιάννη Διακογιάννη δημοσιογράφο - συγγραφέα, Γιώργο Κοίλιαρη ρεπόρτερ και Αντώνη Παπαντωνίου φωτορεπόρτερ.

Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους μου, που μάχονται κάτω από αντίξοες συνθήκες για την μεγάλη αλήθεια της ενημέρωσης, με όπλο την είδηση, την εικόνα, την φωτογραφία, κόντρα στο life style των μεγαλοδημοσιογράφων και των εκδοτικών συμφερόντων.

Θέλω να ευχαριστήσω τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια για τις πρωτοβουλίες του μες από το «ΑΛΗΘΩΣ», που μας βοηθούν να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Τους ανθρώπους αυτού του ναού, που μας φιλοξένησαν απόψε.

Κυρίες και κύριοι,
ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας. Δεν έχω την εντύπωση ότι είδα στη ζωή μου πολλά. Άλλωστε, πιστεύω ότι όσο περισσότερα βλέπεις, όσο περισσότερο ταξιδεύεις, τόσο καταλαβαίνεις ότι δεν είδες τίποτα. Γιατί η κάθε εικόνα, η κάθε στιγμή αλλάζει, ανάλογα με τη διάθεση ή τον φόβο σου. Αλλάζει από το φως ή το σκοτάδι. Από την απουσία ή τον ίλιγγο. Το κάθε τι μοιάζει διαφορετικό. Σκοπός είναι να γίνεις καλύτερος άνθρωπος κι αυτό μόνο μ' έναν τρόπο το καταφέρνεις: Να είσαι δίπλα στους άλλους συνεχώς. Να μπορείς να μιλήσεις αλλά να ξέρεις και ν' ακούς. Να βλέπεις τον άλλον από ψηλά, μόνο όταν του δίνεις το χέρι για να σηκωθεί.

Απόστολου Θηβαίου: ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΑΣ (ποίημα)



Τους είδα μες στην πρωινή υγρασία,
φορτωμένους στην καινούρια μέρα
που κιόλας γερνούσε.
Τους είδα που τραβούσαν σκεφτικοί
για τις δουλειές τους.
Οι σερβιτόροι των τουριστικών περιπτέρων,
οι καθηγητές, οι ιερωμένοι, οι τραπεζικοί,
οι σιδηρουργοί,
οι ανειδίκευτοι της ζωής , όσοι κρύβονται για χρόνια
μες στα μοντέρνα κτίρια με τις γυάλινες προσόψεις.
Θα αγαπηθούν λοιπόν όλοι ετούτοι στις δουλειές τους
θα εξαντληθούν στις δουλειές τους,
θα αποχωρήσουν τα απογεύματα αργά από τις δουλειές τους.
Όταν φυσούν οι ξαφνικοί, ύποπτοι άνεμοι,
εκείνοι θα αποχωρούν.
Θα πλησιάζουν πια τους γενναίους,
θρίαμβοι ανεπανάληπτοι τα γέλια τους,
η πόλη τους νυχτερινή,
οι διαψευσμένες προσδοκίες τους
αίγλη μνημείων ερρειπωμένων.
Η πόλη θα είναι κάτωχρη,
όπως οι πόλεις στις καρτ ποστάλ
που στέλνουν οι τρίτοι μηχανικοί
από τις χώρες των μουσώνων.
Όταν θα αποχωρούν οι τελευταίοι εργάτες.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Κουτούζης του Κουτούζιου…


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το 2013 συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από το θάνατο του Νικολάου Κουτούζη. Ο ακαταπόνητος Λεωνίδας Χ. Ζώης, στο σχετικό λήμμα του πολύτιμου «Λεξικού» του, μας πληροφορεί ότι ο πολυτάλαντος και πολυσυζητημένος αυτός ιερωμένος, που χωρίς να το θέλει και πολύ, έβαλε το ράσο, πέθανε στις 23 Ιουλίου 1813 και θάφτηκε στην ιστορική εκκλησία της Φανερωμένης. Ο εφημέριος του ναού, όπως ο ίδιος ιστορικός σημειώνει, δεν ανέγραψε στα ληξιαρχικά βιβλία της αδελφότητας το γεγονός, είτε από λάθος, είτε, που αυτό είναι και το πιθανότερο, από πάθος για το πρόσωπο του εκλιπόντος. Κι αυτό δεν θα ήταν παράξενο, μια και ο μεγάλος αυτός ζωγράφος, ο σημαντικότερος αναμφίβολα της Επτανησιακής Σχολής, δεν πιτουράριζε μόνο στον καμβά του, αλλά κυριολεκτικά ζωγράφιζε τα πάθη και τις αδυναμίες των συντοπιτών του, ιδίως τις ερωτικές παρεκκλίσεις τους, στους καυστικούς του στίχους και συχνά γινόταν αντικείμενο διενέξεων και αιτία προβλημάτων.
   Η ημερομηνία του θανάτου του Κουτούζη μάς διασώθηκε από μια συμβολαιογραφική πράξη, η οποία συντάχτηκε την επομένη της εκδημίας του, τότε που πολλοί ανακουφίστηκαν από την πένα του και απαλλάχτηκαν από την ελεγκτική του γλώσσα.
   Λένε πως ήταν δανδής. Γι’ αυτό και προσχώρησε στην Εκκλησία. Κάποιος ή κάποια, που θίχτηκε από την σάτιρά του, έβαλε και τον φρεζάρισαν κι έτσι χάλασε το πρόσωπό του. Η μόνη λύση για να καλύψει το σημάδι ήταν ν’ αφήσει γένια. Η ωραιοπάθειά του, όμως, και η κοινωνική τάξη στην οποία ήθελε να ανήκει δεν του το επέτρεπε και γι’ αυτό κατάφυγε στην λύση του κλήρου.
   Το γεγονός αυτό χαροποίησε τους πολλούς εχθρούς του και αποθανατίστηκε από κάποιον απ’ αυτούς με την εξής ανταποδοτική σάτιρα:
    «Κουτούζης του Κουτούζιου κουτός κουτά εστοχάσθη
    σατιρικώς να σατυρεί σαν Σάτυρος επιάσθη.
    Παίζοντας με τον Σάτυρο, ο Σάτυρος δαγκάνει
    στο αγγελικό του πρόσωπο μαύρο σημάδι κάνει».
   Δεν μας ενδιαφέρει, βέβαια, εμάς σήμερα, το «αγγελικό πρόσωπο» του μεγάλου δημιουργού, αλλά οι αληθινά αγγελικοί πίνακές του και οι διαβολικοί του στίχοι. Η κριτική, μάλιστα, στην πρώτη περίπτωση ήταν ευνοϊκή, ενώ τη δεύτερη την εμπόδιζε πάντοτε η λογοκρισία.
   Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε στο στηθαίο του γυναικωνίτη της εκκλησίας του Πολιούχου μας και τελευταία φυλάσσεται στο Μουσείο της ομώνυμης Μονής, είναι έργο δικό του και φωτογραφικά σήμερα στολίζει τα περισσότερα δημόσια κτίρια και σπίτια, αποδεικνύοντας την αγάπη των Ζακυνθινών τόσο για το πρόσωπο του Αγίου τους, όσο και για την τέχνη του μεγάλου καλλιτέχνη, που με τον χρωστήρα του απεικόνισε μαζί με τα ιερά πρόσωπα των γραφών και την ιδιαιτερότητα του τόπου του, όπως ακριβώς ο Σολωμός την αποθανάτισε στους στίχους του.
   Διασώθηκε πως ο ιδιόρρυθμος –για το ευρύ κοινό, αλλά όχι και για την τέχν – αυτός ζωγράφος αρνήθηκε σε κάποιο πελάτη του την παραγγελία, γιατί ο δεύτερος ήθελε να του ιστορίσει έναν βυζαντινό Εσταυρωμένο, ενώ ο Κουτούζης ισχυρίστηκε ότι ξέρει καλά πως βρίσκεται ένα σώμα στο σταυρό, δίνοντας έτσι και τον χαρακτηρισμό της αισθητικής και της ιστορίας της γενέτειράς του.
   Ευτυχώς διασώθηκαν αρκετά εικαστικά του έργα, που σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο του νησιού και σε διάφορες εκκλησίες του, όπως στο προερχόμενο από τον Άγιο Γεώργιο του Πετρούτσου τέμπλο της Ανάληψης και οι σάτιρές του βγήκαν αλογόκριτες μόλις το 1988, από το περιοδικό Περίπλους, από έναν κώδικα που διέσωσε ο αλησμόνητος Παναγιώτης Μαρίνος.
   Έτσι υλικό υπάρχει.
   Ο Άκης Λαδικός, σαν υπεύθυνος πολιτιστικών του Δήμου μας και Δήμου του Κουτούζη, είχε την δημιουργική σκέψη να κηρυχτεί η επόμενη χρονιά «Έτος Κουτούζη» για το νησί –εκτός Επτανήσων υπάρχει μια εικαστική και ποιητική σεμνοτυφία– και να δοθεί η ευκαιρία να γνωριστεί καλύτερα με το κοινό του ο μεγάλος δημιουργός και να γίνει περισσότερο προσιτό το έργο του.
   Αν από όλη αυτή την προσπάθεια, εκτός των άλλων παρήγορων, προκύψει και κάποιος νέος σατιρικός ποιητής, μια και καλοί ζωγράφοι υπάρχουν,  θα ήταν το ποθούμενο. Γιατί Ζάκυνθος και Επτάνησος γενικότερα σημαίνει σάτιρα και οι ιόνιοι, αντίστοιχα, έχουν εξάρτηση από αυτήν, για να μην παραμένουν τυφλοί, αλλά να μπορούν να δουν καλύτερα.
   Όλοι πάντα έχουμε ανάγκη από έναν Κουτούζη. Προπάντων οι εκκλησίες μας και οι πολιτικοί μας.
   Ευτυχώς, που το 2013 θα του αφιερωθεί. Το περιμένουμε να καρποφορήσει.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Απόστολου Θηβαίου: ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ (ποίημα, για τα παιδιά στη Γάζα που θα σκοτωθούν σήμερα…)



Χρόνια μετά τις καταστροφές και τους θανάτους,
οι κάτοικοι αντίκρισαν επιτέλους
την ανάγλυφη μορφή του θαλάσσιου Κενταύρου.
Ένα παιδί στη ράχη του στιλβοτάτου αλόγου
περνούσε μέσα από τα νερά της Ερυθράς
και πίσω του η βουή των νεκρών.
Κάπως έτσι γκρεμίστηκαν τα τείχη, λοιπόν,
ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις χαμένες εποχές
της πόλεως Ιερουσαλήμ.
Ίσως πρόκειται μόνον για συχνότητες,
εξαιρετικά αποχρώσες,
ίσως πάλι πρόκειται για τα οράματα των μελλοθανάτων.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Παύλου Φουρνογεράκη: ΟΞΕΙΔΩΣΕΙΣ (ποίημα)



Σκουριάζουν οι μνήμες
σε μαξιλάρια καναπέδων
φουσκωμένα από τους φόβους
των φόβων

 Πτυχία Πολυτεχνείου
δίχως αντίκρισμα
στη χέρσα γη
 της αρχής των ολίγων

Ληγμένη δημοκρατία
στο ράφι
κι  εχθρός να φαντάζει
του μελαμψού η φτώχεια


Οξειδωμένη κρίση
δες
πώς χρυσαυγίζεις αγκυλωτά
στους κάδους απορριμμάτων


Τα αντιοξειδωτικά
στο αγουρέλαιο της νιότης
κι ο ελληνισμός
 οικουμενικά αγωνιστικός

Ζάκυνθος, 17-11-2012

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΛΥΟΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Ο Γιώργος Λούκος για  28 ολόκληρα χρόνια στα ηνία της Εθνικής  Όπερας της Λυόν έχει αφήσει έντονο το καλλιτεχνικό στίγμα του, που αναγνωρίζεται όχι μόνο από τη διεθνή οικογένεια της τέχνης και των πιστών θεατών της, αλλά και από τους συμπατριώτες του, που τον τίμησαν, αναθέτοντάς του τη διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από το 2006. Αυτοί οι ίδιοι συμπατριώτες του, τού έδειξαν την απεριόριστη εκτίμησή τους, γεμίζοντας στις 8-11-12 την Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, για να θαυμάσουν το φημισμένο  συγκρότημα που διευθύνει.

Το Μπαλέτο  της Λυόν,  ομάδα  δεκατεσσάρων εθνοτήτων, ερμήνευσε ανεπανάληπτα το έργο «Ένας και μοναδικός» / «One of a kind», του  διάσημου χορογράφου των Nederlands Dans Theater, Γίρζι Κύλιαν. Μπαλέτο σε τρεις πράξεις για 18 χορευτές, σόλο βιολοντσέλο  και μαγνητοταινία, σε μουσική του Αυστραλού  συνθέτη Μπερτ Ντιν, με τον περίφημο Ολλανδό βιολοντσελίστα, Pieter Wispelwey, γνώριμό μας από την εκπληκτική ερμηνεία του στις Έξη Σουίτες του Μπαχ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2011, να συνοδεύει με την ασύγκριτη τεχνική  του τους χορευτές καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.  

Μέσα σ’ ένα μαγικό, abstrait σκηνικό, υψηλής αισθητικής, του Ιάπωνα  αρχιτέκτονα Atsushi Kitaqawara, που παραπέμπει σε μεγάλους σκηνογράφους των αρχών του περασμένου αιώνα όπως του Adolph Appia [1862-1928] και του Edward Gorton Craig [1872-1966], ξετυλίγεται η αριστουργηματική χορογραφία του Γίρζι Κύλιαν, «Ένας και Μοναδικός», ύμνος στο βωμό  του Έρωτα και της Ελευθερίας, ερμηνευμένη εξαίσια από τους εκπληκτικούς Χορευτές του Μπαλέτου της Όπερα της Λυόν και τον Σολίστ σε μια αφήγηση «των παθών των Ηρώων» με τον ξεχωριστής ποιότητας ήχο τού ιστορικού  βιολοντσέλου του, του θαυμαστού Γκουαντανίνι του 1760. 

Η Γυναίκα, κυρίαρχη μορφή, με την εύθρυπτη λεπτότητά της, τον ερωτισμό, διάχυτο σ’ όλο το έργο, τη δύναμη της ψυχής και τον πλούτο των συναισθημάτων της, διαμορφώνει την πορεία της ζωής και κατακτά το αγαθό της Ελευθερίας για εκείνη και τους συνοδοιπόρους της αφού έχει διαβεί μέσα από σκληρές δοκιμασίες, που με υπομονή, μεθοδικότητα και σοφία ξεπερνά. Άλλοτε μόνη σ’ ένα εσωτερικό διάλογο με το ευέλικτο Τσέλο να την ακολουθεί στη μοναχική της ανάβαση και να την  ωθεί στα όρια της αναζήτησης, της περισυλλογής, της προσευχής. Άλλοτε πάλι, περιβαλλόμενη από νέους και νέες, σε μια συλλογική δημιουργία, να πλάθει εικόνες μοναδικής ομορφιάς,  βγαλμένες από τη σμίλη  και το χρωστήρα μεγάλων μαστόρων της Αναγέννησης.

Είναι η πάλη του φωτός και του σκότους, είναι οι  μουσικές κορυφώσεις, είναι οι τρομεροί χτύποι του φθοροποιού αλλά άφθαρτου, για τον εαυτό του, χρόνου που δηλώνουν διαρκώς την παρουσία του και επιτείνουν την «αγωνία» των Ηρώων και των θεατών. Είναι και η πάλη των ανθρώπων, που ξεκινά διαρκώς από την αρχή με το ερώτημα να αιωρείται, όπως αιωρείται στη σκηνή ο απειλητικός Κώνος πάνω από τα κορμιά των χορευτών. «Άραγε, η νέα γυναίκα, θα γλυτώσει από την τρομακτική αιχμή του αιωρούμενου εχθρού που τη στοχεύει και  σχεδόν την αγγίζει ή θα αφανιστεί;». Οι  νέοι ακόλουθοι θα στέρξουν να γεφυρώσουν τη μοναξιά της και θα εμπλακούν κι εκείνοι στη δίνη της απειλής.

 Όλα θα μεταμορφωθούν, καθώς οι χορδές του Βιολοντσέλου, χρυσή βροχή, πέφτουν από τον ουρανό κι ένας αόρατος Δίας κρατά στην  ολόχρυση αγκαλιά του τη νέα «Δανάη», που  προσπαθεί να ξεφύγει από τα  δεσμά του. Μόνο στον αιώνιο Θεϊκό Έρωτα, τη συνέχεια και την ελπίδα του γένους των ανθρώπων, θα υποκλιθεί, για να εκλείψει η απειλή του φόβου και του χρόνου και η μεγάλη οδοιπορία  προς  στην ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ θα πραγματωθεί μ’ ένα καθηλωτικό σόλο, καθώς εκπνέουν οι τελευταίες νότες του μαγικού Βιολοντσέλου και η ηρωίδα αποτινάσσει τα δεσμά τα δικά της και των συνανθρώπων της! Τα εύσημα ανήκουν σε όλους!!! 


Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Το ερωτικό και το ερωτεύσιμο


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Είπαμε πως το νησί μας, η Ζάκυνθος, ήταν πάντοτε σταυροδρόμι πολιτισμών και χοάνη ρευμάτων. Λιμάνι μεγάλο κάποτε και πριν ανοιχτεί το «αυλάκι» στην Κόρινθο, δεχόταν καθημερινά αντίθετες νοοτροπίες και διαφορετικές αντιλήψεις και τις αφομοίωνε, δημιουργώντας αργά και σταθερά τον δικό της, ιδιόρρυθμο πολιτισμό και την πολλαπλή της τέχνη. Εδώ η βυζαντινή αυστηρότητα απόχτησε ανθρώπινη γλυκύτητα και η ποίηση απέβαλε τα μεγαλόστομα φκιασίδια, δίνοντας βαρύτητα στις λέξεις, όσο για τη μουσική οι νότες της δεν θρήνησαν ποτέ, αλλά πάντα ερωτοτροπούσαν και φλερτάριζαν.
  Τα πάντα, όμως, έχουν και τα όριά τους. Για διαφορετικούς πολιτισμούς μιλάμε και όχι για καταπτώσεις. 
   Αυτό το τελευταίο το σκέφτηκα και θέλω τώρα να το μοιραστώ μαζί σας, φίλοι αναγνώστες, όταν το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, σε μια κατάμεστη, αληθινά, αίθουσα του μεταλλαγμένου Πνευματικού μας Κέντρου, παρουσιάσθηκε το βιβλίο της φίλης Κατερίνας Δεμέτη «Από το inlook στο outlook».
   Δεν αναφέρομαι, βέβαια, στις πολύ καλές τοποθετήσεις πάνω στο βιβλίο των Διονύση Βίτσου, Σπύρου Καμπιώτη, Ηλία Μακρή και Φίλιππου Συνετού, ούτε στο μουσικό μέρος της βραδιάς, που ο ταλαντούχος συμπατριώτης μας Σπύρος Δεληγιαννόπουλος μάς χάρισε. Στο κοινό θέλω να πάω την κουβέντα, που, παρότι στην πλειοψηφία του άψογο, όπως αρμόζει σε τζαντιώτικη κοινωνία, παρουσιάζει και τις εξαιρέσεις του, δείχνοντας το πόσο κακό κάνει η άγνοια και η έλλειψη πραγματικής παιδείας, αρρώστιες που προσφάτως μας εγκαταστάθηκαν και εδώ, δια της μεθόδου των συγκοινωνούντων δοχείων.
   Εκεί, λοιπόν, που οι νότες του πιάνου σκόρπιζαν ό,τι απαιτεί η μουσική παράδοση του νησιού μας και αυτό που αγάπησαν οι πριν από εμάς οικιστές αυτού του τόπου, ένα κινητό τηλέφωνο χτύπησε λίγο πιο πριν από τη σειρά που καθόμουν και κυριολεκτικά τόνισε την σύγχρονη, νεοπλουτίστικη κακογουστιά και άγνοια.
   Δεν ήταν, μάλιστα, το μόνο παράπτωμα της ιδιοκτήτριας του κινητού –γιατί γυναίκα ήταν– το ότι σε μια τέτοια εκδήλωση και σ’ έναν τέτοιο χώρο δεν φρόντισε να το κλείσει από την αρχή, αλλά περισσότερο ενόχλησε, εμένα και κάποιους από τους γύρω μου, η μουσική που εξέπεμπε. Βαρύ λαϊκό και ασήκωτο καψούρικο, όπως την δίδαξαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της τελευταίας κατρακύλας και η νεοελληνική νοοτροπία, όπου μας έφτασε εδώ που μας έφτασε.
   Κάτι από Δευτέρα σε Δευτέρα, ή από Πέμπτη σε Πέμπτη –δεν θυμάμαι, ούτε θέλω να μάθω– έλεγε το λαοφιλές άσμα και η μικρότητά του φάνηκε ακόμα πιο έντονη, μια και «έκανε αλλαγή» σε κλασσικές νότες και αθάνατα ακούσματα.
   Να, γιατί η κρίση που περνάμε δεν είναι τόσο οικονομική, όσο ιδεολογική.
   Κάποτε σε τούτα τα χώματα, που πατούμε, όταν έλεγαν θέατρο, εννοούσαν την όπερα. Οι απλοί άνθρωποι του λαού τραγουδούσαν τις άριές της, εργαζόμενοι και η μπάντα έκανε πλατεία όχι με τα «παιδιά του Πειραιά», αλλά με έργα σοβαρότερων απαιτήσεων, τα οποία όλοι οι Ζακυνθινοί γνώριζαν και αγαπούσαν. Μ’ άλλα λόγια οι προγονοί μας ήξεραν να ξεχωρίζουν το λαϊκό από το λαϊκίστικο και γνώριζαν το πώς ν’ ανέβουν κοινωνικά με παιδεία και γνώση.
   Σήμερα το τι ακούνε οι περισσότεροι συντοπίτες μας και απόγονοι των παραπάνω, δεν περιγράφεται. Το χόρτο, που κοροϊδέψαμε, φύτρωσε στην αυλή μας και μάλιστα υπάρχει και στην πιο άγονη και άγρια εκδοχή του.
   Μα τι να κάνεις σε μια χώρα, με βάσεις αμφίβολες, που οι ιθύνοντες τα σπάνε σε κέντρα νυχτερινής διασκέδασης και που ρίχνοντας χαρτοπετσέτες, αναζητούν ψηφοδέλτια με σταυρούς! Κι εμείς τους σταυρώνουμε, για να μας σταυρώσουν αργότερα σαν σε Τόπο Κρανίου.
   Θυμάστε εκείνον τον αξιοθρήνητο πολιτικό μας, που είπε τους ποιητές «λαπάδες» και ακόμα τον ανεχόμαστε! Επίσης και μιαν άλλη ομοτράπεζή του, που στη γιορτή της κατέλαβε όλη την οθόνη της τηλεόρασής μας, χορεύοντας ζεμπέκικο, πλήρης κυτταρίτιδας!  Τι να κάμει, λοιπόν, ο απλός λαός;
   Ο Δημήτρης Ποταμίτης έγραφε σ’ ένα ποίημά του πως οι ποιητές είναι ερωτικοί, ενώ οι ποδοσφαιριστές ερωτεύσιμοι, τονίζοντας, έτσι, την τεράστια διαφορά των λέξεων της ίδιας οικογένειας, που συχνά η άγνοια τις κάνει ταυτόσημες.
   Εμείς μπορούμε να παραλλάξουμε τον στίχο του, ξεδιαλύνοντας πως άλλο το λαϊκό και άλλο το λαϊκίστικο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει αυτός ο παλιός Ζακυνθινός στραγαλατζής, που διόρθωσε την λυρική καλλιτέχνιδα ή οι αχθοφόροι που τραγουδούσαν άριες, την ώρα της δουλειάς τους, ενώ στη δεύτερη όλοι αυτοί, που, κατά το παλιότερο λαοφιλές άσμα, δεν θα πήγαιναν στο Μέγαρο, αλλά θα έμεναν με τον παίδαρο, όποιου φύλου και αν ήταν. Αλλά και το Μέγαρο, μια και αναφερθήκαμε σ’ αυτό, τι επιλέγει για να διατηρηθεί;
   Ευτυχώς, όμως, που παρά τα τόσα κινητά με τις παράδοξες μουσικές στο νησί του «Χάση» υπάρχουν ακόμα κάποιοι, σαν την Κατερίνα, που γράφουν βιβλία, κάποιοι που τα παρουσιάζουν και κάποιοι που τα προεκτείνουν μουσικά. Επίσης κάποιοι που τα διαβάζουν με ευλάβεια.
   Όλοι αυτοί είναι η παρηγοριά μας. Το φως στην τυφλότητά μας!
   

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Απόστολου Θηβαίου: ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΣΕ (ποίημα)


Εσείς που σκαρώνετε ξύλινα πλοία,
που ζωγραφίζετε τα πανιά τους
με τα γαλάζια λάδια,
εσείς που γυρεύετε μια θάλασσα απέραντη
να χωρέσει τα σπουδαία σας πλεούμενα,
εσείς που δοκιμαστήκατε
μες στον καιρό των ευκαιριών
και των σκοπιμοτήτων,
εσείς που ζητάτε τον ουρανό
πέρα από τα σύρματα,
τα σήματα,
τις κλεισμένες πόρτες,
εσείς που γερνάτε
σαν κτίρια μοντέρνα μες στις υγρασίες,
εσείς που τρέμετε τον ήχο των φυλάκων
μες στα ασφυκτικά σας βλέμματα,
εσείς που κάποτε ερωτευτήκατε σε εξώστες
γεμάτους φωτισμούς, ποτά και πλούσιες αύρες,
εσείς μην λυπηθείτε,
που τα πανιά σας δεν φουσκώνουν,
που ξεθώριασαν τα λάδια μην λυπηθείτε.
Αν ο άνεμος, λέω αν, τελικά δεν φυσήξει,
ζεστός, δυτικός, πελαγίσιος,
υπάρχουν πάντα ξεχασμένα στις πλάτες σας
τα φτερά μου.

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική Γιώργου Μήλιου]

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Zαχαρία Στουφή: ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ «ΜΙΣΟΠΟΥΛΗ»




ΣΠΥΡΟΣ  ΜΑΡΙΝΟΣ  (1893-1970)

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΘΕΝΤΑ ΝΑΥΤΗ
ΤΟ «ΑΓΚΑΘΙ» ΣΑΣ ΜΙΛΕΙ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΑΝΤΕ ΤΟ ΑΣΚΕΡΙ
ΕΙΣ ΕΞΕΓΕΡΣΙ ΚΑΛΕΙ[1]

Την Πατρίδα υπηρετούσε εις το θωρηκτόν Κιλκίς
ένας νέος Βολιμιάτης και ονόματι Στουφής
καμαρώτος στο καράβι, του Υπάρχου Καλιανέση
-τώχε φαίνεται από τύχη να κατέχη τέτοια θέση-
ήρθε η ώρα που επήρε άφεσιν αμαρτιών…
και πηγαίνει εις το Πόρο αρραβωνιασμένος ών∙
και πριν έμπη στο βαπόρι εις την Ζάκυνθο να ’ρθή
έξαφνα τον συλλαμβάνουν
και στον φρέσκο τόνε βάνουν
-Καλιανέσιος διαταγή!-
Το μουστάκι του ξυρίζει, τα μαλλιά και τα λοιπά
και το φύλλο του ξεσκίζει
κι’ αρχινάει να τον βρίζει
πως του πήρε τα λεφτά.
Κι’ ο ναύτης διαμαρτύρεται πως είν’ αθώος όντως
αλλ’ η φωνή στην έρημο πηγαίνει του βοώντος
κι’ έτσι λοιπόν εσκέφτηκε την παροιμία εκείνη
«στον άδη γιοκ μετάνοια κι’ εδώ δικαιοσύνη»
και με την μπλάντρα στο λεμό το πνεύμα παραδίνει
εις τον πατέρα της φυλής! Λευτέρη Βενιζέλο,
και λέει: δόξα η Πατρίς, κι’ ο Καλιανέσης θέλω
να έχουνε αιώνια για τον ηρωισμό τους!
κι’ εκειό το φάσμα του σκοινιού να βλέπουν στ’ όνειρό τους
κι’ εν ώρα που η Πατρίδα μας με την Δημοκρατία
τα εκατό τα χρόνια της για την ελευθερία
γιορτάζουνε και χαίρουντε από μιάν άκρη σ’ άλλη
ο Καλιανέσης το σκυλί
τα τέκνα της τα τυραννεί
και μας θυμίζει εποχή
τ’ Αλή Πασσά και πάλι!
Κι’ οφείλει ούλ’ η Ζάκυνθος, χώρα της και χωρία
Δήμαρχοι και Κοινότητες κι’ ούλα τα Σωματεία,
ο Τύπος και οι Σύλλογοι, Παπάδες και Δεσπότης
και των τρανών οι Σύλλογοι και κάθε πατριώτης
να στείλουνε στον Υπουργό ούλοι διαμαρτυρία
και να ρωτούν, σε ποίους  λευτεριά δίν’ η Δημοκρατία;
Εάν στους Καλιανέσιδες, οπού φορούν γαλόνια,
έ! τότε είναι περιττό
εις της Πατρίδος το στρατό
να υπηρετούμε χρόνια.
Σε κράτος που φημίζεται για τον πολιτισμό του
κι’ έχει τον Μπότσαρη Υπουργό στο ένδοξο Ναυτικό του!
Σε Κράτος όπου σήμερα γιορτάζ’ ελευθερία,
με Γερουσία, με βουλή, με νόμους, με χαρτία!
και μ’ αρχηγούς που κόβουνται για την ελευθερία!
να έχη Καλιανέσιδες στα ένδοξά του πλοία;;
Κι’ αν θέρτε να υποκύψετε, σαν ζώα, τον αυχένα
δεν έχετε να κάμετε παρά μονάχα ένα:
Να πάτε μισοκάναλα να πέστε, να πνιγήτε,
για δεν αξίζει εις εσάς ελεύτεροι να ζήτε.

-         Στουφής∙ ναύτης εκ Ζακύνθου και εκ του χωρίου Βολιμών τον οποίον εσυκοφάντησε ο ‘Υπαρχος Καλιανέσης και ηυτοκτόνησε. Το ανωτέρω έγραψα και εδημοσίευσα εν τω περιοδικώ μου «Αγκάθι» της 17 Μαΐου 1930.



Η αυτοκτονία στο στρατό

Ο Σπύρος Μαρίνος, γνωστός και με το παρατσούκλι Μισοπούλης, ήταν κουρέας στο επάγγελμα και ταυτόχρονα εκδότης του σατιρικού περιοδικού «Αγκάθι». Σε όλη του τη ζωή γράφει ερωτικά – ρομαντικά ποιήματα και σατιρικά – βομολοχικά άρθρα, τα οποία έχουν λόγο έμμετρο, έτσι όπως συνέβαινε στα περισσότερα σατιρικά περιοδικά της εποχής του. Από αυτή την έμμετρη αρθογραφία του περιοδικού-εφημερίδας του διαλέγει κάποια κομμάτια και τα περιλαμβάνει στην ποιητική έκδοση που προαναφέρθηκε.
Ένα τέτοιο έμμετρο άρθρο είναι και αυτό που αναφέρεται στην αυτοκτονία του στρατιώτη Διονύσιου Στουφή από το χωριό Άνω Βολίμα. Μόνο, που τούτη τη φορά δεν είναι σατιρικό μα καταγγελτικό∙ άρθρο διαμαρτυρίας για τα κακώς κείμενα σε όλες τις βαθμίδες της εξουσίας και ίσως, αν όχι το πρώτο, ένα από τα πρώτα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στη χώρα μας για αυτοκτονία στο στρατό, κάτι που το αναδείχνει σε εξαιρετικά σημαντικό για την εποχή που γράφτηκε.
Ο Ύπαρχος Καλιανέσης συκοφαντεί το ναύτη Στουφή πως έκλεψε χρήματα, έτσι τον οδηγεί στις σκληρές συνθήκες κράτησης των στρατιωτικών φυλακών.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Καλιανέσης φυλακίζει το Στουφή για προσωπικούς λόγους και όχι για κλοπή. Οι λόγοι αυτοί έγιναν γνωστοί στη Ζάκυνθο από την εποχή της αυτοκτονίας ακόμη, μέσω της οικογένειας που ερεύνησε το θέμα.
Το πιο πιθανό είναι να γνώριζε και ο Σπύρος Μαρίνος την πραγματικότητα, χωρίς όμως να τολμήσει να τη γράψει, πιθανώς γιατί φοβήθηκε τη σύγκρουση με τους ισχυρούς του στρατεύματος. Τόλμησε, όμως να αναφέρει στο άρθρο του: ο Καλιανέσης το σκυλί / τα τέκνα μας τα τυραννεί / και μας θυμίζει εποχή / τ’ Αλή Πασσά και πάλι. Και παρακάτω αμφισβητεί ξεκάθαρα την αναγκαιότητα της στρατιωτικής θητείας σαν καθήκον προς την πατρίδα, λέγοντας: ε! τότε είναι περιττό / εις της πατρίδας το στρατό / να υπηρετούμε χρόνια. Δεν διστάζει ακόμα να καλέσει το ζακυνθινό λαό και τους φορείς του σε κινητοποίηση διαμαρτυρίας για τον αδικοχαμένο νέο. Ενώ, όμως, γράφει όλα τούτα, γιατί δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό λόγο της αυτοκτονίας;  
Η απάντηση, πιθανόν, να προκύπτει από το ίδιο το βιογραφικό του Σπύρου Μαρίνου.
Η σατιρική του ποίηση και αρθογραφία κατάφερε να προκαλέσει τόσο πολύ την εξουσία και τον καθωσπρεπισμό της εποχής του, που ο ίδιος βρέθηκε πολλές φορές στη φυλακή από τους «θιγόμενους», στην απέλπιδα  προσπάθειά τους να του κλείσουν το στόμα. Θα μπορούσαν και να τον είχαν δολοφονήσει, σε μια εποχή που οι μπράβοι και οι πληρωμένοι φονιάδες εκτελούσαν εν ψυχρώ συμβόλαια θανάτου στη Ζάκυνθο, αλλά η εφημερίδα του λειτούργησε σαν αμυντικό όπλο, αφού δημοσιοποιούσε πάντα ονόματα και καταστάσεις, έτσι που αν κάποιος απειλούσε τη ζωή του, όλοι θα καταλάβαιναν τον ηθικό αυτουργό.
Ήταν ατρόμητος, λοιπόν, ο Σπύρος Μαρίνος, όταν υπερασπιζότανε την αλήθεια. Η αλήθεια, όμως, της αυτοκτονίας του νεαρού ναύτη, ήταν ίσως κάτι περισσότερο απ’ όσο άντεχε η «ηθική» της εποχής.

Ο Διονύσιος Στουφής δεν ήταν κλέφτης, αλλά ήταν νέος και ωραίος, που σαν καμαρότος του Υπάρχου Καλιανέση, ήταν φυσικό να έρθει σε επαφή με την οικογένεια του ανωτέρου του. Σύμφονα πάντα με της μαρτυρίες που έυτασαν στο χοριώ εκείνα τα χρώνια και μέχρει σύμερα παραμένουν ζωντανές, ο Διονύσιος Στουφής γνώρισε τη γυναίκα του Υπάρχου (προφανώς, νεότερη από το σύζυγο και πιο κοντά στα χρόνια του ναύτη) και σύναψε ερωτική σχέση μαζί της, ώσπου το ανακάλυψε ο Ύπαρχος και αντί να αποδεχτεί την επιλογή της γυναίκας του (όπως ήταν φυσικό, άλλωστε, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν ούτε δικαίωμα ψήφου) θεώρησε σωστό να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική του εξουσία εναντίον του Δ. Στουφή. Περίμενε υπομονετικά και εκδικητικά να έρθει η ώρα της απόλυσης του ναύτη. Όταν αυτός έφυγε με την τελευταία άδεια –στην ουσία  είχε τελειώσει τη θητεία του και θα επέστρεφε στο ναυτικό μόνο και μόνο για να πάρει το απολυτήριό του– ο Καλιανέσης τον συλλαμβάνει στον Πόρο με την κατηγορία – συκοφαντία της κλοπής. Ο Ύπαρχος θα σκέφτηκε πως είναι πιο πιστευτό, ένας φτωχός στρατευμένος να κλέψει την ημέρα που απολύεται, παρά στο ενδιάμεσο της θητείας του∙ από την άλλη πλευρά, όμως, θα έπρεπε να τον συλλάβει πριν την αναχώρησή του με άδεια και χωρίς το απολυτήριο στο χέρι, για να μπορεί να στοιχειοθετήσει την κατηγορία της κλοπής, που δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή ότι πραγματοποιήθηκε τη μόνη μέρα που θα έμενε στο στράτευμα για την τελετή απόλυσής του. Αλλά, ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο ήθελε ο Καλιανέσης να συλληφθεί ο Στουφής πριν την απόλυσή του από το ναυτικό, ήταν για να παραπεμφθεί στο ναυτοδικείο και όχι σε πολιτικό δικαστήριο. Ο Καλιανέσης ήθελε να δικαστεί ο νέος στο ναυτοδικείο για να μπορεί να ελέγξει, τόσο τη δίκη, όσο και τη σίγουρη τιμωρία του στις στρατιωτικές φυλακές, όπου θα μπορούσε να διαλέξει ακόμα και το μπουντρούμι που θα σάπιζε ο αντίζηλός του ή και να επιβάλει σωματικές ποινές, αν όχι να ικανοποιήσει το θιγμένο του εγωισμό από το σίγουρο βιασμό που θα υφίστατο ο νέος που θάρρεψε να τον κάνει κερατά. Μέχρι εδώ το σχέδιο εκδίκησης πήγαινε μια χαρά. Το μόνο που δεν υπολόγισε ο Καλιανέσης ήταν η αντίδραση του Δ. Στουφή.
Ο Δ. Στουφής, όταν τον συνέλαβαν  με τη συκοφαντία της κλοπής, κατάλαβε αμέσως τον πραγματικό λόγο και προσπάθησε να αποδείξει πως δεν είναι κλέφτης, αλλά μάταια. Ήξερε, επίσης, ότι τα στρατιωτικά δικαστήρια της εποχής ήταν αμείλικτα  προς τους κατηγορούμενους, χωρίς να εξασφαλίζουν τα δικαιώματά τους. Τότε συνειδητοποίησε πως δεν θα ξαναδεί τη Ζακυθούλα του και την αρραβωνιαστικιά του∙ δεν φοβήθηκε ότι θα τον τουφέκιζαν, αλλά φοβήθηκε τα εκδικητικά βασανιστήρια και τους εξευτελιστικούς βιασμούς στο υγρό του μπουντρούμι. Τρόμαζε σαν αναλογιζόταν τον πόνο που θα υπέμενε μέχρι να βγει η ψυχή του, γιατί αυτή θα ’ταν η κατάληξή του και το ’ξερε καλά. Νέος, ωραίος κι ελεύθερος άντρας, όπως ήταν, δεν μπορούσε να επιτρέψει σ’ ένα συκοφάντη να καθορίσει τη μοίρα του. Έλυσε τις αρβύλες του, έφτιαξε μια θηλιά με τα κορδόνια τους και κρεμάστηκε, πριν ακόμα οι βασανιστές του τον αγγίξουν.
Αυτός είναι, σύμφωνα με τους συγχωριανούς του, ο τρόπος της αυτοκτονίας του, με την προϋπόθεση πάντα, πως δεν τον αυτοκτόνησαν οι βασανιστές του.
Οι χωριανοί του, παρ’ όλο που γνώριζαν την αλήθεια –μα και γενικότερα οι ζακυνθινοί– ούτε διαμαρτυρήθηκαν, ούτε ξεσηκώθηκαν (μεγάλο ταμπού η αυτοκτονία!). Μονάχα ο Σπύρος Μαρίνος, με την οξυδέρκεια και το αίσθημα δικαίου που τον διέπνεαν σαν γνήσιο σατιρικό ποιητή, υπερασπίστηκε τη μνήμη του αυτόχειρα με πολλή θέρμη, λέγοντας όμως τη μισή αλήθεια.
Σήμερα, με την ασφάλεια που παρέχει η χρονική απόσταση από το γεγονός έρχομαι να δηλώσω την άλλη μισή αλήθεια και να υπερασπιστώ ακόμα μια φορά τη μνήμη, αλλά και την επιλογή του αυτόχειρα, όπως και τη μνήμη του ποιητή Σπύρου Μαρίνου, που δεν φοβήθηκε τίποτα στη ζωή του και έκανε την πένα του όπλο που σημάδευε κατ’ ευθείαν στην καρδιά.

Ο Δ. Στουφής, σύμφωνα πάντα με μαρτυρίες των συγχωριανών του, δεν θάφτηκε στο χωριό, κατά πάσα πιθανότητα, τον έθαψαν στην Αθήνα ή στον πόρο. Πάνω στο μνήμα του, οι γονείς του έγραψαν το ακόλουθο επίγραμμα.

Εσύ διαβάτη που περνάς
σταμάτησε το βήμα,
και κάτσε και επιθεώρησε
το αγγελικό μου μνήμα.

Ευτού που είσαι ήμουνα
και εδώ που είμαι θα ’ρθεις,
και πρόσεξε στο βίο σου
Άνθρωπο να μη βλάψεις.

Μετά από μερικά χρόνια μετέφεραν τα οστά του στην γενέτειρα.
Ο Καλιανέσης δεν τιμωρήθηκε ποτέ για το έγκλημά του.



[1] Το ποίημα αυτό προέρχεται από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σπύρου Μαρίνου, με τίτλο «Ρόδα και αγκάθια», που έγινε στη Ζάκυνθο το 1934 και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Πετσάλη.

Related Posts with Thumbnails