© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Διονύση Φλεμοτόμου: ΤΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΦΩΝΗΤΡΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΚΟΥΛΙΚΑΔΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 993-1016]

   
Ελάχιστα είναι τα δίπτυχα, τα οποία, μετά την πολλαπλή καταστροφή του Αυγούστου του 1953, σώζονται σήμερα στις μετασεισμικές εκκλησίες της Ζακύνθου. Όσα ξέφυγαν από την θεομηνία, έπεσαν θύματα της ανθρώπινης αδιαφορίας και πολύ συχνά, θεωρώντας τα άχρηστα και δίχως σκοπό, οι ανεύθυνοι αρμόδιοι τα κατέστρεψαν ή επιτάχυναν την φθορά τους, θέτοντάς τα σε αχρηστία. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε, σαν παράδειγμα, το δίπτυχο της προσεισμικής εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου του Κάτου[1] της Χώρας, το οποίο σώζεται στο νεότερο Άγιο Λάζαρο[2] και όπως μας εμπιστεύτηκε, όταν ζούσε, ο αξέχαστος εφημέριος του ναού, ο π. Γεώργιος Μυλωνάς, όταν ανέλαβε τα εκεί καθήκοντά του, το βρήκε να χρησιμοποιείται … ανάποδα για να κόβουν πάνω του το αντίδωρο!
   Η σημασία τους είναι μεγάλη. Εκτός από την καλλιτεχνική τους αξία, παρέχουν και σημαντικές πληροφορίες για οικογένειες, επιφανή μέλη τους[3], αλλά και για τις προτιμήσεις που είχαν οι κατά καιρούς κάτοικοι του νησιού για τα βαπτιστικά ονόματα, καθώς και τις επιδράσεις που αυτά είχαν από τους διάφορους κυρίαρχους του νησιού. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως συμβαίνει με το δίπτυχο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων[4], στο χωριό Καλιπάδος, σ’ αυτά είναι γραμμένες και δωρεές, γεγονός που φωτίζει και άλλες στιγμές της τοπικής ιστορίας του νησιού[5].
   Δύο δίπτυχα, του Αγίου Γεωργίου των Καλογραιών[6] και του Αγίου Πνεύματος από το Γαϊτάνι[7], σώζονται, επίσης, στο Μουσείο της Ζακύνθου και στο Μουσείο της Αυτοκρατορικής Μονής των Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου φυλάσσεται το ανάλογο δίπτυχο, το οποίο μάλιστα δεν είναι ζωγραφισμένο πάνω σε σανίδα, όπως όλα τα άλλα, αλλά είναι το μοναδικό που έχουμε συναντήσει στο νησί να έχει την μορφή βιβλίου.

Η ΤΟΠΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΠΤΥΧΩΝ

   Στη Ζάκυνθο τα δίπτυχα ονομάζονται τολέλες. Έτσι τα συναντάμε πάντοτε σε παραγγελίες επιτρόπων σε διάφορους ξυλογλύπτες[8], που τα κατασκεύαζαν ή σε ζωγράφους, που τα εικονογραφούσαν[9], αλλά και σε δωρεές, τις οποίες έκαναν διάφορα πρόσωπα και ζητούσαν την καταγραφή οικογενειακών ονομάτων σ’ αυτά, για δέηση υπέρ υγείας των ζώντων και μνημόσυνο των τεθνεώτων[10]. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα από ανέκδοτη «Κόπια[11] ευγαλμένη από τάς πράξεις του ποτέ Κυρίου Κωνσταντίνου Καψοκαίφαλου Νοταρίου», η οποία προέρχεται από το ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας Μοτσενίγου και μεταξύ άλλων σημειώνει και τα εξής: «Εις δόξαν Θεού καί πάντων τών Αγίων αμήν 1646 Ιουλίου 9: εις τόν Γιαλόν της πόλεως Ζακύνθου […] ο παρόν ευγενής S[igno]r Μπατίστας Μοτζινίγος τού ποτέ ευγ[εν]ή S[igno]r Δημήτρι από μίαν του καλήν βουλήν, καί γνώμην, καί καλής προαιρέσεως μή απότινος αναγκαζόμενος, μήτε βιαζόμενος, μόνον διά καλοσύνην του, καί διά νά μνημονεύονται οι Γονείς του» παραχωρεί «μίαν του Κάνεβαν[12] οπού έχει» στην «Σκοντράδα[13] τού Αγίου Παντελεήμονος», για να χτιστεί, μετά από σωτηρία του νησιού από την επιδημία της πανούκλας, η εκκλησία των Αγίων Σαράντων[14]. Σ’ ένα σημείο χαρακτηριστικά αναγράφεται: «καί νά γράψη ιμεδιάτε εις την Αγίαν Πρόθεσιν εις μίαν Τολέλα δια να φαίνωνται τα κάτωθεν ονόματα Τομάς, Τομάζο, Μπατίστας, […] ακακία μοναχή δια νά μνημονεύονται αιωνίως από τόν εφημέριον».[15]
   Η ονομασία αυτή προέρχεται από την βενετσιάνικη λέξη «tolela»[16], η οποία ερμηνεύεται ως «μικρός πίναξ». Στην λατρεία της Καθολικής Εκκλησίας υπάρχει και η «Tolela de laltar», που σημαίνει τις πινακίδες οι οποίες είναι τοποθετημένες πάνω στα Αλτάρια. Η πιο γνωστή από αυτές είναι η «Cartagloria», η οποία πάνω της έχει γραμμένο το «Gloria in excelis» και άλλα αποσπάσματα. Κατ’ επέκταση «Carteglorie» ονομάζονται και άλλες ελάσσονες πινακίδες, που αναγράφουν το «Νίψομαι» και το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννου[17]. Γνωρίζοντας την αρμονική συνύπαρξη των δύο δογμάτων στην υπό Βενετική κυριαρχία Ζάκυνθο, αλλά και τις κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις και προ πάντων την Gloria του πρωινού του Μεγάλου Σαββάτου, δεν είναι δύσκολο να βρούμε την προέλευση της τοπικής ονομασίας των διπτύχων, αλλά και τους αισθητικούς τους επηρεασμούς. 


ΤΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΤΗΣ ΑΝΑΦΩΝΗΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΙΚΑΔΟΥ

   Ένα από τα λιγοστά δίπτυχα, τα οποία σώζονται σήμερα, είναι και αυτό της εκκλησίας της Παναγίας της Αναφωνήτριας στο χωριό Σκουλικάδο[18]. Είναι τοποθετημένο στην Πρόθεση του ναού και έχει μέγιστες διαστάσεις 34,5 Χ 19,5 Χ 1,4 εκ.[19] Είναι ζωγραφισμένο με αυγοτέμπερα σε ξύλο, με προετοιμασία με ύφασμα και στόκο. Στο επάνω του μέρος είναι ζωγραφισμένη η έφορος του ναού, η Θεοτόκος και κάτω είναι γραμμένα τα ονόματα των ενοριτών και των αδελφών της εκκλησίας. Χαρακτηριστικό είναι πως και εδώ είναι γραμμένα και τα επώνυμα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το δίπτυχο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου των Καλογραιών. Επίσης επώνυμα ήταν γραμμένα και στα δίπτυχα της εκκλησίας των Αγίων Πάντων της πόλης. Αυτό προκύπτει από κατάλογο των ενοριτών που είναι γραμμένος στον κώδικα της εκκλησίας και έχει γίνει από τους νέους επιτρόπου, οι οποίοι για να τον συντάξουν κατέτρεξαν, όπως οι ίδιοι σημειώνουν, στον παλιό κώδικα και στην τολέλα: «Ονοματώλογος των ανοριτόν τού θίου Ναού τών αγιον Πάντω ανγγελον καί αρχανγέλον ις πολέος Ζακινθου, ος εδυοριστηκαμε έμις επιτρόποι τού ιδίου Ναού απώ τώ ευγενή Μάκιστράτω Μουνιτζιπάλε και μας εδοθη Νεον Βύβλιον δυά να σιμιοσομε κατάλεπτώς ολωνόν τω ανοριτών ονομα και παράνομα μέ τώ αρφαβυτο όπος μάς επροσταξε ι ερχεα πλιν εμίς ι επητρόπη του ιδίου Ναού δέν ελυψάμε να ερεμύσομε τώ κόντικα καί τώτελα τίς εκλίσιας καί βρίσκόντας τα ονοματα παλιά καί νέα τών ανοριτών, τά εγράψαμε όλα ενά προς ένα όπου ακολούθος φένουντε ός μας επρόσταξε ι δικισις καί εγαυτήκαν απώ εμέ τώ Σπυρίδον Ανέτη επιτρόπος ις τώ παρόν τον Αγιον Πάντω».[20]
   Όλα  αυτά μας κάνουν να υποθέσουμε πως τα δίπτυχα της Ζακύνθου, εκτός από την λατρευτική τους χρήση, την υπόδειξη, δηλαδή, στον ιερέα για την μνημόνευση «υπέρ υγείας» και «αιωνίας μνήμης», είχαν και σημασία καταλόγου των ενοριτών ή αδελφών του κάθε ναού και σε μιαν εποχή όπου η ενορία δεν είχε την σημερινή της μορφή, αλλά ενορίτες ή αδελφοί του κάθε ναού μπορούσαν να γραφτούν όποιοι ήθελαν και άσχετα με το σε ποια περιοχή κατοικούσαν, η ύπαρξη αυτής της λίστας ήταν απαραίτητη, τόσο για την βοήθεια του εφημέριου, όσο και των επιτρόπων, οι οποίοι, όπως θα δούμε παρακάτω, συντόνιζαν εκλογές και αποφάσεις. Την άποψή μας ενισχύει και η φράση, από καταγραφή αντικειμένων του ναού του Αγίου Βασιλείου του Απάνου[21], η οποία είναι καταγραμμένη στον κώδικά του: «τρης ντολέλες αγιογραφησμένες οι δίο της προθέσεος…»[22]. Η διάκριση αυτή μας κάνει να πιστέψουμε πως υπήρχαν και δίπτυχα, τα οποία δεν βρισκόταν στην Πρόθεση και ήταν κατάλογοι.

ΤΟ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΠΤΥΧΟΥ

   Το εικονογραφικό τμήμα του διπτύχου βρίσκεται στο πάνω μέρος του και στο κέντρο της απλής του επίστεψης. Απεικονίζει την Θεοτόκο, στον γνωστό και καθιερωμένο τύπο της Οδηγήτριας, ο οποίος θεωρείται ότι προέρχεται, σύμφωνα με την περιγραφή του Πατριάρχη Φώτιου, από την λατρευτική εικόνα της μονής Οδηγών της Κωνσταντινούπολης. Κατά την υπάρχουσα παράδοση τον τύπο αυτής της εικόνας πρωτοζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Την βρήκε η αυτοκράτειρα Αθηναΐδα – Ευδοκία στα Ιεροσόλυμα και την έστειλε, σαν δώρο, στην αδελφή του αυτοκράτορα, του συζύγου της Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού, την Πουλχερία, η οποία την κατέθεσε στην παραπάνω Μονή, που ίδρυσε στην Βασιλεύουσα. Ο συγκεκριμένος τύπος πήρε το όνομά του από το φημισμένο μοναστήρι και θεωρείται ως δηλωτικός της ιδιότητας της Θεοτόκου σαν καθοδηγήτριας των πιστών[23].
   Η Παναγία στο δίπτυχό μας παριστάνεται σε προτομή, με πολύ ελαφριά στροφή του σώματος, ατενίζοντας τον θεατή. Έχει το δεξί της χέρι μπροστά στο στήθος της, σε στάση δέησης και με το αριστερό κρατεί στοργικά τον μικρό Χριστό, ο οποίος, στραμμένος ελαφρά προς την μητέρα του, έχει απλωμένο το δεξί του χέρι, ευλογώντας και στο αριστερό του κρατεί κλειστό και τυλιγμένο ειλητάριο. Στην χρωματική απόδοση της μικρογραφίας κυριαρχεί το φωτεινό κόκκινο – κεραμιδί μαφόριο της Θεομήτορος, αρμονικά συνδυασμένο με το πρασινογάλαζο του φορέματος και του κεφαλόδεσμου. Ο Χριστός φορεί λευκοπράσινο χιτώνα και πορτοκαλί ιμάτιο, με βαθυκόκκινες σκιές. Με κόκκινο είναι γραμμένα τα συμπιλήματα των ονομάτων: ΜΡ ΘΟΥ, ΙΣ ΧΣ και το αποκαλυπτικό «Ο ΩΝ».
   Δεν είναι, πιστεύουμε, άτοπο το να επισημάνουμε τις ομοιότητες αυτής της μικρογραφίας με τις δύο εικόνες της Αναφωνήτριας, οι οποίες βρίσκονται στον κώδικα της Μονής Αναφωνήτριας[24] του ομώνυμου σήμερα χωριού, το οποίο παλιότερα ονομαζόταν Πλεμοναρίο, ο οποίος εκτίθεται στο Μουσείο - Σκευοφυλάκιο της μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου. Οι απεικονίσεις αυτές έχουν αποδοθεί από τον Γιάννη Ρηγόπουλο στον αγιογράφο Λουκά Μένεγο[25]. Επίσης πολλές είναι οι ομοιότητες του εικονιδίου του διπτύχου με την εικόνα της Παναγίας της «Πρεβεζάνας», η οποία φυλάσσεται, τιμώμενη από καθολικούς και ορθόδοξους, στην Δυτική εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς και παρ’ ότι ονομάζεται έτσι, επειδή, κατά την παράδοση βρέθηκε από τους Βενετούς στη θάλασσα, κοντά στην Πρέβεζα, έχει την επιγραφή «Η Αναφωνήτρια».
   Οι μέχρι τώρα έρευνες δεν έχουν αποδείξει κάποια σχέση μεταξύ της εκκλησίας της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου και της περιώνυμης, ομώνυμης Μονής, της ορεινής Ζακύνθου, με την οποία έχει συνδεθεί ο προστάτης του νησιού  Άγιος Διονύσιος. Υπάρχει μόνο μια τοπική παράδοση, την οποία μας διηγήθηκε ο παλιός εφημέριος του ναού του Σκουλικάδου, ο π. Αλέξανδρος Κεφαλληνός, σύμφωνα με την οποία ο ναός είναι, όπως και η τέταρτη εικόνα του τέμπλου επιβεβαιώνει, αφιερωμένος στα Εισόδια  της Θεοτόκου και γιόρταζε στις 21 Νοεμβρίου. Επικράτησε, όμως, η συνήθεια να πανηγυρίζει επίσημα στα εννιάμερα της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου, μετά από την κατάθεση σ’ αυτόν ενός ασημένιου πουκάμισου, το οποίο προέρχονταν από την Μονή της Αναφωνήτριας. Πρέπει να επισημάνουμε, επίσης, πως στο ναό φυλάσσεται απότμημα του λειψάνου του Αγίου Διονυσίου, προνόμιο μοναδικό για ένα ναό της Ζακύνθου, το οποίο λιτανεύεται  μαζί με την εικόνα της Αναφωνήτριας, την ημέρα της γιορτής της, η οποία πάντα γίνεται υποχρεωτικά στις 11 το πρωί, ώρα όπου το Λείψανο του Αγίου «Βγαίνει», κατά την τοπική παράδοση και διάλεκτο, από την λάρνακά του, αρχίζοντας ο τριήμερος εορτασμός της επετείου της Ανακομιδής του Σκηνώματός του στην Ζάκυνθο.
   Για μια πιθανή σχέση που μπορεί να έχει η φημισμένη Μονή με την εκκλησία του Σκουλικάδου μεταφέρουμε ένα επεισόδιο, το οποίο μας διέσωσε ο ιστορικός Σπυρίδων δε Βιάζης. Ως γνωστόν η θαυματουργή εικόνα της Αναφωνήτριας της ομώνυμης Μονής μεταφέρονταν συχνά και κυρίως σε περιπτώσεις ανομβρίας στην πόλη της Ζακύνθου και παρέμενε, αφού λιτανευόταν, στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, μέχρι να βρέξει και να επιστρέψει στον τόπο της. Τα οφέλη του μοναστηριού ήταν ποικίλα, μια και αναθήματα τοποθετούνταν στην εικόνα και πολλά κέρδη είχε από το προσκύνημα. Παρακινημένος απ’ όλα αυτά ο γνωστός ζωγράφος Φραγκίσκος Καλέργης, εφημέριος του ναού αυτού της Χώρας, σκέφτηκε ν’ αντιγράψει κρυφά πάνω σε σανίδα ιδίου μεγέθους την εικόνα και να την χρησιμοποιήσει για ίδιο όφελος. Μόλις, όμως, το έμαθαν ο ηγούμενος και οι μοναχοί έγιναν μανιώδεις. Έτρεξαν σε θρησκευτικές και πολιτικές αρχές και παρά τις δικαιολογίες του ζωγράφου, έχοντας συμπαραστάτες και τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι χαρακτήρισαν ιεροσυλία την πράξη του ιερέα - αγιογράφου, κατόρθωσαν να δημιουργηθεί μεγάλο θέμα. Τότε οι Σύνδικοι κατόρθωσαν στις 8 Ιουνίου του έτους 1677 να εκδοθεί από τον Προβλεπτή Ιάκωβο Κορνέρ διάταγμα, με το οποίο καταδικαζόταν ο αντιγραφέας και δινόταν διαταγή να μεταφερθεί το αντίγραφο στην Μονή και να μείνει δίπλα στο πρωτότυπο, χωρίς να μπορέσει κανείς να το παραλάβει[26]. Η δεύτερη αυτή εικόνα δεν βρίσκεται σήμερα στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Μήπως έχει σχέση με την εικόνα της εκκλησίας του Σκουλικάδου; Αξίζει, επίσης, να υπενθυμίσουμε πως ο Φραγκίσκος  Καλέργης είχε σχέση με την περιοχή και ότι το 1685 του είχε παραχωρηθεί, από την Βενετική Κυβέρνηση, η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα[27] στο Λόγγο του Σκουλικάδου[28]. Τάχα όλα αυτά τα γεγονότα να είναι τυχαία;
   Κλείνοντας την αναφορά μας στο εικονογραφικό τμήμα του διπτύχου πρέπει να παρατηρήσουμε πως και σε αυτό, όπως και σε όλα τα άλλα της Ζακύνθου, εικονίζεται ο έφορος και προστάτης Άγιος του ναού. Το ίδιο δεν συμβαίνει, για να περιοριστούμε στον κοινό, επτανησιακό μόνο χώρο, στην γειτονική Κεφαλονιά. Σε δύο δίπτυχά της, που γνωρίζουμε από την έκδοση «Κεφαλλονιά, ένα μεγάλο μουσείο» την οποία επιμελήθηκε ο καθηγητής κ. Γιώργος Μοσχόπουλος, η περίπτωση είναι διαφορετική. Στο ένα από αυτά, το οποίο προέρχεται από την εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου των Περλιγγήδων, στο Ληξούρι και σήμερα εκτίθεται στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη του νησιού, έργο του 1802 του Γεωργίου Περλιγγή, είναι ζωγραφισμένη η Γέννηση του Χριστού[29]. Η απεικόνιση δεν είναι τυχαία, μια και τα δίπτυχα είναι τοποθετημένα στην Πρόθεση του ναού, η οποία συμβολίζει το σπήλαιο της Γέννησης και εκεί υπάρχει τις περισσότερες φορές, κυρίως στα Επτάνησα, η σχετική εικόνα. Στο άλλο, έργο αγνώστου, από την εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στους Ορογγούς, έχει ιστορηθεί ο Χριστός σε προτομή, ευλογών, και έχοντας δεομένους δεξιά του τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και αριστερά του τον Μιχαήλ[30]. Και αυτή η απεικόνιση δεν είναι τυχαία, μια και στον Ιησού απευθύνεται ο ιερέας, όταν δέεται και μνημονεύει στην Πρόθεση, έχοντας, μάλιστα, σαν μεσίτες τον Μιχαήλ για τους πεθαμένους και τον Γαβριήλ για τους ζωντανούς.
   Όλα αυτά ενισχύουν την άποψη, που ήδη έχουμε υποστηρίξει, πως οι τολέλες της Ζακύνθου είναι συχνά και κατάλογοι αδελφάτων, οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με τον προστάτη άγιο της ενορίας.

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΠΤΥΧΟΥ

   Το κεντρικό τμήμα του διπτύχου είναι χωρισμένο σε τρεις στήλες. Στην πρώτη αναγράφονται τα ονόματα ιερέων και ιερομονάχων. Στην δεύτερη και την τρίτη αυτά των ενοριτών, «ανορητών» όπως σημειώνεται, και των αδελφών.
   Σύμφωνα με το διάταγμα του γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης Αυγουστίνου Σαγρέδου (Σαγρέδειον διάταγμα 26 Αυγούστου 1754, Κέρκυρα 1755) και τον εκκλησιαστικό κανονισμό των Γάλλων του 1811, οι ενορίτες του κάθε ναού ελάμβαναν σ’ αυτόν το βάπτισμα και είχαν σ’ αυτόν δικαίωμα ταφής, οι ίδιοι και οι απόγονοί τους. Οι αδελφοί δεν ήταν ενορίτες, δεν λάμβαναν το βάπτισμα στο ναό, ούτε είχαν δικαίωμα ταφής. Βοηθούσαν οικονομικά την εκκλησία, ήταν γραμμένοι στον κώδικα και στις τολέλες, όπως και οι ενορίτες και συνήθως είχαν δικαίωμα ψήφου στην εκλογή του εφημερίου και των επιτρόπων. Η ιδιότητα των τελευταίων δεν ήταν κληρονομική και δεν μεταβιβαζόταν στους απογόνους τους, όπως συνέβαινε με τους ενορίτες. Έτσι οι αδελφοί ήταν διαφόρων ενοριών, οι οποίοι σε άλλο ναό εκκλησιάζονταν και σε άλλον ασκούσαν τα πατρωνικά τους δικαιώματα[31].
   Ο νόμος αυτός ίσχυσε έως και το 1935, μια και κανένας βουλευτής της Επτανήσου δεν θέλησε να θίξει κάτι, το οποίο θα τον έφερε αντιμέτωπο με τους ψηφοφόρους του, οι οποίοι όχι μόνο είχαν συνηθίσει στο τοπικό σύστημα, αλλά είχαν δεθεί και με τις εκκλησίες που περιείχαν και τους τάφους των προγόνων τους. Τότε ο πρώτος μη ζακύνθιος Μητροπολίτης Ζακύνθου, ο Χρυσόστομος Δημητρίου, εκμεταλλευόμενος την δικτατορία Μεταξά, έφερε, σχεδόν πραξικοπηματικά, την ισχύουσα στον ελληνικό χώρο νομοθεσία, με τον Αναγκαστικό Νόμο υπ’ αριθ. 1369, που ψηφίστηκε το 1938[32].
   Για την υπόθεση αυτή πολύτιμη είναι και μια μαρτυρία του Ντίνου Κονόμου, ο οποίος μας πληροφορεί τα εξής: «Η ενορία της οικογένειας του γράφοντος, από τον δέκατο έκτο αιώνα ως 1934, ήταν η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, κοντά στην περιοχή της Παλιάς Βρύσης της πόλης. Ο υποφαινόμενος γεννήθηκε στη συνοικία του Αγίου Παύλου, που βρισκόταν στο άλλο άκρο της πόλης, αλλά βαφτίστηκε από τον τότε εφημέριο της αρχαίας ενοριακής του εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής Σπύρο Βυθούλκα ή παπα – Χειλά…».[33]
   Η ύπαρξη των ονομάτων πολλών ιερέων και ιερομονάχων στο Δίπυτχό μας, αλλά και σε άλλα Δίπτυχα και κώδικες ναών οφείλεται στο γεγονός ότι από τους ενορίτες και τους αδελφούς εκλέγονταν κατά προτίμηση οι εφημέριοί του. Επειδή, λοιπόν, τότε δεν υπήρχε ο διορισμός, αλλά η εκλογή, πολλοί ιερωμένοι γράφονταν σε διάφορους ναούς, ώστε να μην μείνουν άνεργοι. Χαρακτηριστική γι’ αυτό είναι μια ανέκδοτη σημείωση, η οποία περιέχεται στον κώδικα της εκκλησίας του Αγίου Γερασίμου των Κήπων[34], ναού συναδελφικού της Συντεχνίας των Κηπουρών, στην οποία στην ίδια ψηφοφορία υπάρχουν συνυποψήφιοι τρεις ιερείς: «1720 νοεμβρίου 20 ημερα  κυρική  Επηδίτης και νά επεθύμησαν οι ευλαβέστατοι ιερής κύρ νικόλαος χριστανόπουλος κύρ αντόνιος νοταράς και κύρ ιωάνης λυβέρης να γένουν αδελφί εις τήν παρούσαν εκκλισίαν διά νά είναι ως τούς επιλίπους αδελφούς τό προσφέρομεν εις τήν αδελφότιτα καθώς επροφωνίσαμεν καί εσημάναμεν τήν καμπάνα οψεβραδιές σήμεραν διά νά μπαλοτάρομεν[35] ένα πρός ένα τούς αυτούς ιερής καί όπιος τους θέλη ας βάλη τήν μπάλα του εις το δεσί[36], καί όπιος δέν τούς θέλι εις τό δενό[37] καί όπιος μείνη νά έχι χρέως να δίδη εις τήν εκκλισίαν καθής τζεκίνια χρισά δύο καί νά έχι κάθε γιούς[38] οπού έχουν καί οι επίλιπι αδελφί. - Επίγε ο μπούσουλας[39] διά τόν παπά κύρ νικόλαον χριστιανόπουλον και επίρε εις το δεσί μπάλες 43 και εις τό δενό 18. επίγε διά τόν παπά κύρ αντόνιον νοταρά καί επίρε εις τό δεσί μπάλες   και εις το δενό:-  επίγε και διά τόν παπά ιωάννην λιβέρη, καί επήρε εις τό δεσί μπάλες   καί εις τό δενό : - έμινε μοναχός ο παπά κύρ νικόλαος χριστιανόπουλος και εστριδαρίστι[40] κωνσταντίνος ιερεύς ο κόκλας έτζη παρακαλεστός από τούς αυτούς προκουρατόρους[41] πέτρο ματζαβίνο καί αναστάσι καραμάνι και αναστάσι κορποντίνο καί κονσταντί πασχάλη διά να μήν ηξεύρουν νά γράφουν καί μαρτυρώ: πέτρος λισγαράς μαρτυρώ:- Νικολός στρογγιλός μαρτυρώ».
   Αξίζει να σημειωθεί πως ο ιερέας Νικόλαος Χριστιανόπουλος φαίνεται στην συνέχεια του κώδικα σαν εφημέριος του ναού του Αγίου Γερασίμου των Κήπων και πως την εποχή αυτή η Συντεχνία των Κηπουρών ήταν στα πρώτα της βήματα.
   Τα ονόματα τα οποία είναι γραμμένα στην τολέλα της εκκλησίας της Παναγίας της Αναφωνήτριας του Χωριού Σκουλικάδου είναι τα εξής:

[Στήλη πρώτη]

ΙΕΡΕΩΝ[42]

ΙΕΡΩΜΟΝΑΧΩΝ

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΤΖΑΝΕ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΑΝΤΟΝΙΟΥ
ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΥ
ΣΙΜΕΩΝ
ΔΑΝΙΗΛ

ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΙΕΡΕΩΣ
ΚΥΡΙΑΖΗ ΙΕΡΕΩΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΙΕΡΕΩΣ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΕΡΕΩΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΙΕΡΕΩΣ

ΠΕΤΡΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΒΕΡΚΙΑΣ
ΜΑΝΘΙΑΣ
ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΙΕΡΩΜΟΝΑΧ[ΟΥ]
ΙΩΑΝΝΟΥ ΙΕΡΩΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΓΕΛΙ ΙΕΡΕΩΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΕΡΩΜΟΝΑΧΟΥ
Παναγιώτη ιερ[ο]μονάχου
Σεραφίμ ιερομονάχου
Ανα[σ]τασίου μοναχού
Ιωάννου ιερομονάχου
Αντωνίου ιερέως
Πέτρου ιερέως
Πέτρου ιερέως
Σπυρίδωνος ιερέως
Παναγιώτου ιερέως

[Στήλη δεύτερη]

ΑΝΩΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟΙ

ΑΝΤΟΝΙΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΧΡΗΣΤΟΦΑΛΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΛΑΣ
ΛΙΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΜΙΚΕΛΗΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΖΕΠΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΔΗΜΙΤΡΙΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΑΝΑΝΙΑΣ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗΣ
ΝΙΚΟΛΟΣ ΚΟΝΙΔΗΣ
ΤΖΑΝΕΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΑΝΤΟΝΙΟΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΣΙΓΟΥΡΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΣ ΠΛΕΣΑΣ
ΤΖΑΝΙΣ ΧΙΟΝΙΣ
ΣΠΙΛΙΟΤΗΣ ΧΙΟΝΙΣ
ΘΕΟΔΩΡΙΣ ΚΟΛΙΒΑΣ
ΜΙΚΕΛΗΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΙΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
ΣΤΑΘΙΣ ΧΙΟΝΙΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΓΟΛΕΜ[ΗΣ]
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΕΤΑΞΑΣ Σ[ΑΝ]
ΤΟΡΙΝΗΣ

[Στήλη Τρίτη]

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗΣ
ΝΙΚΟΛΟΣ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΛΕΣΑΣ
ΣΤΑΘΙΣ ΠΛΕΣΑΣ
ΝΙΚΟΛΕΤΟΣ ΠΛΕΣΑΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΤΑΘΙΣ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΛΙΟΣ ΞΕΝΟΣ
ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΠΙΝΟΣ
ΑΝΤΟΝΙΣ ΛΑΣΔΕΝΙΣ
ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΣ ΚΟΛΙΒΑΣ
ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΔΥΣΙΛΑΣ
ΜΑΡΚΟΣ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΝΙΚΟΛΕΤΟΣ ΚΟΛΙΒΑΣ
ΚΙΡΙΑΚΗΣ ΚΟΛΙΒΑΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΟΛΙΒΑΣ
ΝΙΚΟΛΕΤΟΣ ΛΑΣΔΕΝΙΣ
ΝΙΚΟΛΕΤΟΣ ΠΛΕΣΑΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΦΑΛΗΝΟΣ
Ιωάννης Κονίδης
ΔΕΥΤΕΡΩΝ ΑΝΑΚΕΝΙΣΤΩΝ +
ΣΑΡΑΝΤΙ ΚΤΙ[Τ]ΟΡΟΣ
        ΕΠΙΤΡΟΠΙ[43]
ΠΕΤΡΟΥ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗ
ΣΤΑΒΡΙΑΝΟΥ ΚΕΦΑΛΗΝΟΥ
ΓΙΟΡΓΟΥ ΚΟΛΙΒΑ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΝΒΟΗΘΩΝ ΤΩΝ
      ΑΦΙΕΡΟΣΑΝΤΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ
ΣΥΜΒΙΑΣ ΑΥΤΟΥ ΕΛΕΝΗΣ
ΤΖΟΓΙΑΣ ΛΑΖ[Δ]ΕΝΗ
ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΣ ΜΑΡΚΕΣΥΝΗ
παναγιώτη ματθέου στεφανί
ιωάν[νου]  […] τζόγιας σταμάτας
ντζόγια δημητρούλα[44]

ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

   Τα ονόματα του διπτύχου στην πλειοψηφία τους έχουν γραφτεί από το ίδιο χέρι με μαύρο χρώμα και την ίδια περίοδο. Είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Μόνο στην πρώτη στήλη, προς το τέλος, έχουν προστεθεί με μικρά γράμματα και άλλη γραφή τρία ονόματα, δύο ιερομονάχων και ενός μοναχού, στην συνέχεια άλλα τρία, ενός ιερομονάχου και δύο ιερέων και τέλος, πιθανόν πολύ μεταγενέστερα, σημειωμένα με μελάνι, τα ονόματα τριών ιερέων. Επίσης στην τρίτη στήλη είναι γραμμένο με την ίδια γραφή και τον ίδιο τρόπο (μικρά γράμματα) της δεύτερης περίπτωσης της πρώτης στήλης το όνομα του Ιωάννη Κονίδη. Στο τέλος της, εντελώς πρόχειρα και πολύ μεταγενέστερα, έχουν συμπληρωθεί εννέα βαπτιστικά μόνο ονόματα, από τα οποία το ένα δεν διαβάζεται, λόγω της φθοράς του Διπτύχου.
   Τα ονόματα έχουν αποδοθεί με αρκετά ορθογραφικά λάθη, φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στην εποχή εκείνη (Αντόνιος, Δημίτρις, Παναγιότης, Αναστάσις κ.λ.π.). Παρ’ ότι με κεφαλαία γραφή, έχουν τόνους και όσα αρχίζουν από φωνήεν πνεύμα (ψιλή). Είναι καλογραμμένα και πιθανόν προέρχονται από το ίδιο χέρι του ζωγράφου, ο οποίος έχει ιστορίσει την μικρή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας στο πάνω μέρος της τολέλας.
   Στο Δίπτυχο έχουν διασωθεί δεκαπέντε (15) ονόματα ιερομονάχων, έντεκα (11) ιερέων, τρία  (3) καλογήρων και δύο (2) καλογραιών. Στο σύνολό τους είναι τριάντα ένας (31) ρασοφόροι. Οι ενορίτες και οι αδελφοί του ναού είναι σαράντα εννιά (49). Από αυτούς δεκαέξι (16) ανήκουν στην οικογένεια Κεφαλληνού, πέντε (5) στην οικογένεια Πλαίσα, πέντε (5) στην οικογένεια Κολυβά, πέντε (5) στην οικογένεια Βλασόπουλου, τέσσερις (4) στην οικογένεια Μαρκεσίνη, τρεις (3) στην οικογένεια Χιώνη, δύο (2) στην οικογένεια Κονίδη, δύο (2) στην οικογένεια Λασδένη και από ένας (1) στις οικογένειες Λάλα, Σιγούρου, Γολέμη, Μεταξά – Σαντορίνη, Ξένου, Σπίνου και Δυσίλα[45]. Στο δίπτυχο, δηλαδή, παρουσιάζονται δεκαπέντε (15) οικογένειες, οι οποίες είχαν σχέση με την περιοχή. Οι περισσότερες από αυτές υπάρχουν και σήμερα και ζουν στο ίδιο χωριό. Επίσης υπάρχει στην επιτροπή των ανακαινιστών μία (1) επιπλέον οικογένεια Μαρκεσίνη, μία (1) Κεφαλληνού και μία (1) Κολυβά, ενώ στους αφιερωτές αναγράφεονται δύο οικογένειες ακόμα Μαρκεσίνη και μία (1) Λασδένη. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε πως ενώ όλες οι οικογένειες της τολέλας αναφέρονται με ανδρικά ονόματα, οι δύο τελευταίες εκπροσωπούνται με γυναικεία («Τζόγιας», «Καλομοίρας») και επίσης πως δίπλα στο όνομα του πρώτου από τους δωρητές, του Νικολάου Μαρκεσίνη, υπάρχει και το όνομα της γυναίκας του Ελένης.
   Μια άλλη παρατήρηση που πρέπει να γίνει είναι πως στην επιτροπή εκπροσωπούνται τρεις (3) από τις πιο πολυπληθείς οικογένειες, η Κεφαλληνού, η Κολυβά και η Μαρκεσύνη.
   Η ενδείξεις: «Δεύτερον ανακαινιστών +», «Σαράντι κτί[τ]ορος», «επιτροπί» και «και των λοιπών συνβοηθών των αφιεροσάντων», οι οποίες υπάρχουν προς το τέλος της τρίτης στήλης, μας κάνουν να πιστεύουμε πως η τολέλα φτιάχτηκε παράλληλα με την ανοικοδόμηση του ναού, εποχή την οποία θα αναζητήσουμε παρακάτω, όταν προσπαθήσουμε να χρονολογήσουμε το δίπτυχο.
   Επίσης μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Σαράντης, ο κτήτορας, πριν από το όνομα του οποίου σημειώνεται ο μοναδικός σταυρός, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ανήκει στους κεκοιμημένους, είναι, πιθανόν, ο ιδιοκτήτης της παλιότερης εκκλησίας και γι’ αυτό αναγράφεται στο δίπτυχο χωρίς επώνυμο.
   Αξίζει να γνωρίσουμε τις προτιμήσεις της εποχής, στην ύπαιθρο χώρα του νησιού, τόσο των ιερωμένων, όσο και των λαϊκών σε ότι αφορά τα ονόματά τους. Ξεκινάμε με τους ιερομονάχους. Τα ονόματά τους με αλφαβητική σειρά είναι: Αναστάσιος (1), Αντώνιος (1), Γεράσιμος (1), Δανιήλ (1), Δημήτριος (1), Ιωάννης (3), ο ένας αναγράφεται με το τοπικό, ιταλοπρεπές Τζάνες, Νικόλαος (1), Παναγιώτης (1), Προκόπιος (1)Σεραφείμ (1), Σπυρίδων (1), Σταματέλος (1) και Συμεών (1). Εδώ ας παρατηρήσουμε πως ενώ οι άγιοι των δύο άλλων μεγάλων νησιών της Επτανήσου τιμώνται, έστω και με ένα όνομα ιερομονάχου (Γεράσιμος, Σπυρίδων) δεν υπάρχει κανείς με το όνομα του προστάτη του νησιού του Αγίου Διονυσίου, εκτός αν υποθέσουμε πως το Δανιήλ, το μοναχικό όνομα του πολιούχου της Ζακύνθου, έχει δοθεί προς τιμήν του. Επίσης πολύ πιθανόν η υπεροχή του ονόματος Ιωάννης οφείλεται στο γεγονός ότι παλιότερα προστάτης του νησιού ήταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος.
   Συνεχίζουμε με τα ονόματα των ιερέων, τα οποία επειδή δεν άλλαξαν, όπως των ιερομονάχων στην κουρά τους, μπορούν να μας δώσουν και την προτίμηση των βαπτιστικών ονομάτων που επέλεγαν οι ζακυνθινοί τότε: Αγγελής (1), Αντώνιος (1), Διονύσιος (1), Θεόφιλος (1), Κυριαζής (1), Κωνσταντίνος (1), Παναγιώτης (2), Πέτρος (2) και Σπυρίδων (1). Εδώ πρέπει να επισημάνουμε το σπάνιο για ζακυνθινούς καταλόγους ονομάτων γεγονός της ύπαρξης ενός μόνον Διονυσίου, ο οποίος είναι και ο μοναδικός του διπτύχου, καθώς και το όνομα Θεόφιλος, το οποίο ίσως έχει δοθεί προς τιμήν του ομώνυμου τοπικού νεομάρτυρα[46]. Το ίδιο συμβαίνει και με το όνομα ενός εκ των παρακάτω καλογήρων.
   Τα ονόματα των απλών μοναχών ανδρών είναι Αναστάσιος (1), Πέτρος (1) και Θεόφιλος (1), ενώ των γυναικών Αβερκία (1) και Μανθία (1). Το τελευταίο ακολουθεί την τοπική διάλεκτο όπου και το Ματθαίος λέγεται Μανθέος.
   Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε στα κοσμικά βαπτιστικά ονόματα, τα οποία παραθέτουμε και αυτά με αλφαβητική σειρά και σημειώνοντας μέσα σε παρένθεση των αριθμό της συχνότητας με την οποία τα συναντάμε: Ανανίας (1), Αναστάσης (2), Ανδρέας (1), Αντώνιος (3), τα δύο Αντώνιος και το ένα Αντώνης, Γεώργιος (2), Δημήτρης (2), Ζαχαρίας (1), Ζέπος (1), Θεοδωρής (2) Ιωάννης (6), τα δύο Ιωάννης, τα δύο Γιάννης, το ένα Τζάνες και το άλλο Τζάνης, Κυριάκης (1), Κωνσταντίνος (2), Λιός (2), Μανώλης (2), Μαρίνος (2), Μάρκος (1), Ματθαίος (1), Μικέλης (2), Νικόλαος (7), τα τέσσερα Νικολέτος, τα δύο Νικολός και το ένα Νικόλαος, Παναγιώτης (3), Πέτρος (1), Σαράντης (1), Σπηλιώτης (1), Σπυρίδων (2), Στάθης (3), Στεφανής (2) και Χριστόφαλος (1).
   Τα ελάχιστα γυναικεία ονόματα του διπτύχου είναι τα εξής: Δημητρούλα (1), Ελένη (1), Καλομοίρα (1), Σταμάτα (1) και Τζόγια (3)[47].
   Από τα παραπάνω θα σταθούμε σε λίγα μόνο, τα οποία έχουν σχεδόν τοπικό χαρακτήρα και είναι άξια αναφοράς.
   Ζέπος: Προέρχεται από το Ιωσήφ. Παρ’ ότι στη Ζάκυνθο υπάρχει το σκήνωμα του ομώνυμου Αγίου, στο χωριό Γαϊτάνι, ο οποίος γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, το όνομα οφείλεται στον Ιωσήφ τον Μνήστορα και γιορτάζει, μαζί με τους Παναγιώτηδες, την επομένη των Χριστουγέννων, στις 26 Δεκεμβρίου.
   Λιός: Το πιθανότερο είναι να προέρχεται από το Ηλίας. Υπάρχει όμως περίπτωση να προέρχεται και από το Λέων, επειδή το χωριό της ορεινής περιοχής Άγιος Λέων, λέγεται από τον λαό της Ζακύνθου Άι – Λιός. Το όνομα Λέων ή Λέος συναντιέται συχνά στη Ζάκυνθο.
   Σαράντης: Είναι η τοπική εκδοχή του Σαράντος, επειδή στη Ζάκυνθο οι Άγιοι Τεσσαράκοντα λέγονται Σαράντες. Ο Γιάννης Τσακασιάνος γράφει στο «Ζακυθινό - Σπουργίτη» του: «… μουρλο – Σαράντη, Αγγελική, βατσέλια με “βοήθειά σου”…». [48]
   Σπηλιώτης: Το πιο συνηθισμένο είναι το Σπήλιος. Πιθανόν να προέρχεται από τάμα στην Μονή της Σπηλιώτισσας[49] στις Ορθονιές ή στην εκκλησία της Σπηλούλας[50] στον Καλιπάδο, κατά το Σκοπιώτης, της Παναγίας του Σκοπού.  
   Χριστόφαλος: Δεν είναι η μοναδική φορά που συναντάμε το όνομα. Ο Λεωνίδας Χ. Ζώης στο «Λεξικόν» του μας το διασώζει και στις οικογένειες: Καπνίση (υπάρχουν τρεις (3) με αυτό το όνομα)[51], Αντιόχου[52], Δακουρού[53] και Καρούσου[54] (ο ομώνυμος γενάρχης της οικογένειας, που πρώτος εγκαταστάθηκε στην Κεφαλονιά, προερχόμενος από την Σικελία, πέθανε το 1502).

ΟΙ «ΑΝΟΡΗΤΕΣ»

   Το δίπτυχο της εκκλησίας της Παναγίας της Αναφωνήτριας του χωριού Σκουλικάδο είναι, όπως ήδη γνωρίσαμε, κατάλογος των ενοριτών και των αδελφών του ναού. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ανώνυμος κατασκευαστής του χρησιμοποιεί γι’ αυτήν την καταγραφή την λέξη «ανορήτες», όπως αυτή λέγεται στην τοπική διάλεκτο.
   Το φαινόμενο της μετατροπής του αρχικού «ε» σε «α» είναι συχνό στην ζακυνθινή ντοπιολαλιά. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής παραδείγματα: εμπόδιο = αμπόδιο και το ρήμα αμποδάω, εργάτης = αργάτης, εσκόλασα = ασκόλασα, εμπροστά = αμπροστά. Επίσης πρέπει να επισημάνουμε και την τοπική ονομασία του κλασσικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου «Ερωτόκριτος», το οποίο κατά παράδοση παίζεται, σαν ομιλία, στο χωριό Σκουλικάδο και από τον λαό μας ονομάζεται «Αρετόκριτος». Για του λόγου το αληθές μεταφέρουμε μια μαρτυρία από τον κάτοικο της περιοχής Σταύρο Κεφαλληνό, ο οποίος το 1977 ήταν 60 χρόνων, όπως ακριβώς την κατάγραψε ο καθηγητής φυσικής αγωγής Νίκος Καφαλληνός και την παρουσίασε στο δεκαήμερο Αναγεννησιακού Λαϊκού θεάτρου, που έγινε στη Ζάκυνθο τον Δεκέμβριο του 2000: «… Έπαιζα λοιπόν τότε το ρόλο του νοσοκόμου, δηλαδή όταν στην μονομαχία του Αρετόκριτου με το βασιλιά της Βλαχιάς, Βλαντίστρατο, τραυματίζεται ο Αρετόκριτος, τότε πηγαίνουμε εμείς με θερμόμετρα, σύριγγες και φάρμακα και τον εκάνουμε καλά»[55].

ΓΝΩΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΠΤΥΧΟΥ

   Τα πρόσωπα τα οποία περιέχονται στο δίπτυχο είναι στην πλειοψηφία τους άγνωστα. Για το λόγο αυτό είναι επικίνδυνο να προσπαθήσουμε την αναζήτηση της ταυτότητάς τους. Ο χρόνος, ο οποίος έχει περάσει από τότε δεν βοηθά καθόλου σε κάτι τέτοιο. Εξ’ άλλου οι «ανορήτες και αδελφοί» της τολέλας μας δεν είναι επώνυμοι, όπως συμβαίνει σε άλλες, των εκκλησιών της πόλης της Ζακύνθου και γι’ αυτό το λόγο η λήθη δεν επιτρέπει την αναγνώρισή τους.
   Εξαίρεση αποτελούν, μόνο, ελάχιστοι από τους ιερωμένους, μια και γι’ αυτούς βρήκαμε λίγα στοιχεία, είτε από τις χειροτονίες τους, είτε από σημειώσεις, τις οποίες οι ίδιοι έγραψαν σε διάφορα λειτουργικά βιβλία του ναού τους. Τις παραθέτουμε, πιστεύοντας πως προσθέτουμε κάποια επιπλέον στοιχεία στην τοπική ιστορία του νησιού.
   ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Πρόκειται για ιερωμένο, ο οποίος είναι τελευταίος γραμμένος στην πρώτη γραφή της πρώτης στήλης του διπτύχου. Ένα από τα ελάχιστα  στοιχείο, όπου γνωρίζουμε γι’ αυτόν είναι η ημερομηνία του θανάτου του. Συγκεκριμένα σε μηναίο του Νοεμβρίου, το οποίο σώθηκε από την καταστροφή του 1953 και σήμερα φυλάσσεται στο ναό, αναγράφεται: «1828 Απέθανε ο π[απ]α νικόλαος ο κεφαλινός τάς 27 οκτωβρίου». Επίσης από κείμενο του ιστορικού Σπυρίδωνος δε Βιάζη, αναφερόμενο στον εκ Σκουλικάδου ζωγράφο, αγιογράφο και χρυσωτή Παναγιώτη Πλαίσα, τον Πρεσβύτερο, μαθαίνουμε ότι ήταν και δημοδιδάσκαλος. Ο ακούραστος ιστορικός γράφει συγκεκριμένα: «… Εξ απαλών ονύχων είχε δείξει [ο Παναγιώτης Πλαίσας] έφεσιν ουχί μικράν προς τα γράμματα και ευαρεστείτο πολύ να παρευρίσκεται εις τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας. Αλλ’ ο πατήρ του, εν τη απλότητι αυτού εθεώρει γελοίας τας επιθυμίας του μικρού τέκνου, συνεπώς δεν τω  επέτρεπε να λάβη μαθήματα από τους ιερείς Παναγιώτην Κεφαλλινόν και Νικόλαον Κεφαλλινόν, οίτινες εξετέλουν κατά τους χρόνους εκείνους, τα των δημοδιδασκάλων καθήκοντα …»[56].
   ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ο ιερωμένος αυτός είναι ο πρώτος, ο οποίος σημειώνεται με την δεύτερη γραφή στην πρώτη στήλη του διπτύχου. Είναι ο διάδοχος στην εφημερία του ναού του προηγούμενου και, όπως προκύπτει από το δημοσίευμα του Δε Βιάζη, ήταν και αυτός δημοδιδάσκαλος. Γι’ αυτόν υπάρχουν δύο σημειώσεις - μαρτυρίες στα σωζόμενα βιβλία της εκκλησίας. Η πρώτη αφορά την χειροτονία του σαν διακόνου. Συγκεκριμένα γράφεται σε μηναίο του Μαϊου: «1785  μα[…] 30 εχιροτονιθι ο παναγιοτις κεφαλινός διακος εις χ[ωρί]ο βιλιμα». Η άλλη είναι γραμμένη από τον ίδιο σε μηναίο του Ιουνίου: «… 1785 δεκεμβριου 17 εχιροτονίθικα εγο ο κατοθεν Υπογεγραμένος εις τήν καφαλινία εις τον ναον του εβαγγελισμου εις τον […] Παναγιότις ιερομόναχος ο κεφαλινος  Υπό αρχιερεος Ηοανίκιου ανίνου»[57].
   Σύμφωνα με κατάλογο «των ιερέων όλων των χωρίων και πεδιάδων ταύτης της νήσου των εχόντων νόμιμον δικαίωμα ψηφοφορίας εις την μέλουσαν εκλογήν του Αρχιερέως»[58], ο οποίος εκδόθηκε «εκ του Ιερογραμματείου τη 10 Αυγούστου 1833 έ. π.» και υπογράφεται από τον Αρχιγραμματέα της Καγκελαρίας Στυλιανό Χαλκοματά, την χρονιά αυτή είναι εφημέριος στο Σκουλικάδο.[59]
   Ο Ιερομόναχος  Παναγιώτης Κεφαλληνός κατηγορήθηκε ότι πήρε μέρος στα αιματηρά γεγονότα της σύγκρουσης στον Γυψόλιθο, το Φθινόπωρο του 1821, αλλά απέφυγε την αγχόνη μετά από μεσολάβηση του τότε Πρωτοπαπά και μετέπειτα πρώτου Μητροπολίτη Ζακύνθου Γαρζώνη[60]
   ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Στο δίπτυχο είναι γραμμένος μετά από τον Παναγιώτη. Από στοιχεία του κώδικα του μητροπολίτη Διονυσίου Δελάζαρη, τα οποία δημοσίευσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας γνωρίζουμε γι’ αυτόν τα εξής: Το κοσμικό του όνομα ήταν Σταματέλος Κεφαλληνός. Χειροτονήθηκε υποδιάκονος και διάκονος από τον παραπάνω δεύτερο Δεσπότη της Ζακύνθου στις 6 Δεκεμβρίου 1834, στον πανηγυρίζοντα Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων[61]. Στον ίδιο ναό και από τον ίδιο Μητροπολίτη χειροτονήθηκε ιερέας στις 7 Ιανουαρίου 1835[62].
   Από κατάλογο ιερέων του νησιού, ο οποίος «εξήχθη εκ του Ιερογραμματείου τη 7 Μαρτίου 1838. Ε.Π.» και υπογράφεται από τον Νικογεώργιο Κοκκίνη[63], Τοποτηρητή Ζακύνθου και τον Σ. Ι. Χαλκοματά, Αρχιγραμματέα Καγκελαρίας, μαθαίνουμε ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Μαράκης. Την χρονιά εκείνη είναι εφημέριος στο Σκουλικάδο.[64]
   Η ημερομηνία του θανάτου του γίνεται γνωστή από δύο πηγές. Συγκεκριμένα σε μηναίο του Οκτωβρίου της εκκλησίας της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου σημειώνεται «1846 Οκτωβρίου 3. Απέθανεν ο Ιερωμόναχος και Σευάσμιος Σεραφίμ Κεφαλινός». Επίσης σε άλλο του μηνός Νοεμβρίου επαναλαμβάνεται η είδηση: «1846 Οκτωβρίου 3 Απέθανε ο ιερομώναχος Σεραφίμ Κεφαλινός».
   ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Το όνομά του είναι γραμμένο πρώτο στην Τρίτη γραφή του διπτύχου. Από στοιχεία του κώδικα του Μητροπολίτη Διονυσίου Λάτα, το οποία και αυτά δημοσίευσε ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, σε άλλη εργασία του, μαθαίνουμε πως αυτός είχε το επώνυμο Πλέσσας[65] και χειροτονήθηκε αναγνώστης, υποδιάκονος και διάκονος από τον παραπάνω Ιεράρχη στις 13 Δεκεμβρίου  1887, στον ναό της Αρχιεπισκοπής[66] και πρεσβύτερος στις 17 Ιουλίου 1888, στον εορτάζοντα ναό της Αγίας Μαρίνας[67] του Φαγιά[68].
   ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΙΕΡΕΑΣ: Το όνομά του είναι γραμμένο στο δίπτυχο μετά τον προηγούμενο. Η μόνη μαρτυρία που έχουμε γι’ αυτόν είναι μια ιδιόχειρή του σημείωση σε βιβλίο της εκκλησίας, που περιέχει την ακολουθία του Μεγάλου και του Μικρού Αποδείπνου: «1843 Αντώνιος Κολυβάς ιερεύς εφημέριος του θείου Ναού της Θεοτόκου Αναφωνητρίας κειμένου εν τη Κώμη Σκουλικάδου». Από την γραφή του φαίνεται εγγράμματος.
   ΠΕΤΡΟΣ ΙΕΡΕΑΣ: Ακολουθεί στο δίπτυχο τον προηγούμενο. Από τον κώδικα του Λάτα γνωρίζουμε μόνο πως είχε το επώνυμο Πλαίσας, ήταν κατοικοδημότης Μεσογαίων[69] και ότι στις 12 Ιουνίου του 1884 του απενεμήθηκε το αξίωμα του Πρωτοπρεσβυτέρου[70].
   ΠΕΤΡΟΣ ΙΕΡΕΑΣ: Είναι ο πρώτος με την τρίτη γραφή της πρώτης στήλης του διπτύχου. Από τον παραπάνω κώδικα του Λάτα γνωρίζουμε πως είχε το επώνυμο Ζερμπίσης, ήταν από το Σκουλικάδο και ότι χειροτονήθηκε αναγνώστης, υποδιάκονος και διάκονος στην εκκλησία του πολιούχου της Ζακύνθου, Αγίου Διονυσίου στις 19 Δεκεμβρίου 1887[71], μέρα της αποδόσεως της γιορτής του Αγίου («Μπασίματα»). Από τον ίδιο Ιεράρχη χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στις 18 Ιουλίου 1888, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Λοιμοκαθαρτηρίου[72] του νησιού[73].

Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΠΤΥΧΟΥ

   Για την χρονολόγηση του διπτύχου πολύτιμη είναι οι σημείωσεις του: «ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΑΝΑΚΕΝΙΣΤΩΝ», καθώς και η «ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΝΒΟΗΘΩΝ ΤΩΝ ΑΦΙΕΡΟΣΑΝΤΩΝ». Από αυτές οδηγούμεθα στο συμπέρασμα πως η τολέλα πρέπει να φτιάχτηκε την περίοδο εκείνη ή έστω λίγα χρόνια αργότερα. Τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν μας βοηθούν να δούμε πότε αυτή έγινε. Αναζητώντας στοιχεία εντοπίσαμε στο μουράγιο της σημερινής εκκλησίας κάποια σπαράγματα του παλιότερου ναού, ο οποίος γκρεμίστηκε τον Αύγουστο του 1953. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει[74] μια πέτρα, πιθανόν από υπέρθυρο, η οποία έχει την χρονολογία 1786. Αυτή πρέπει να είναι η χρονιά της ανοικοδόμησης της εκκλησίας της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου.
   Την άποψή μας αυτή την ενισχύει και μία πληροφορία του Ντίνου Κονόμου για τον γειτονικό ναό του Αγίου Ανδρέα στο Λόγγο. Ο χαλκέντερος ιστοριοδίφης μας διασώζει ότι «Η εκκλησία είχε πέσει από σεισμούς και ανακαινίστηκε το 1768»[75], λίγα χρόνια, δηλαδή, πριν την Αναφωνήτρια.  
   Πράγματι έχει προηγηθεί ένας φοβερός σεισμός, ο οποίος επηρέασε ιδιαίτερα την περιοχή. Σε βραχύ χρονικό του συμβολαιογράφου Ευσταθίου Παπαδάτου, το οποίο δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος, διαβάζουμε τα εξής: «1767 Αλωναρίου 11, ημέρα Τετράδη έως ώρες τρεις της ημέρας έκαμε σεισμός μεγάλος και εσειότουνα η γης ένα μερόνυχτο και από το φόβο οι άνθρωποι ετρέχανε στους πνευματικούς και εμεταλαβαίνανε κλαίοντας, μικροί, μεγάλοι και γυναίκες επαίρνανε συγχώρηση ένας τον άλλο, με πρετζεσιόνες[76] πολλές και παράκλησες μέρα νύχτα και εφεύγανε από τα σπίτια, πέφτοντας λίγο λίγο από καθένα, ομοίως και εις τα χωρία Καταστάρι και Σκουλικάδο και στο Νιοχώρι έκαμε τάνο[77] περσότερο, και εκατεβάσανε τη δεύτερη μέρα από το Σκοπό το κόνισμα, τη Δέσποινα Παναγία, με μεγάλη κοφεξιόν[78] και πλήθος πολύ των ανθρώπων, λέγουν έως χιλιάδες είκοσι και ήταν ημέρα Πέφτη»[79]. Σε άλλο χρονικό, ανωνύμου, το οποίο πρωτοδημοσίευσε ο Σπυρίδων δε Βιάζης, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε για το ίδιο θέμα: «1767. 11 Ιουλίου, ημέρα Τετράδη, έως ώρες 12 τζη νυκτός ημέρα πλατεία έγινε ένας σεισμός, ο οποίος λένε πως δεν εγίνηκε μεγαλύτερος ποτέ, μόνον τους παλαιούς καιρούς, αγκαλά και ούλοι μας ελογιάσαμε οπώς μέλλει να καταποντίσουμε, τόσον οπού εχάσαμε όλοι μας τας όψεις μας και εγινήκαμε ωσάν αποθαμένοι από τον φόβον μας και δεν είχαμε πνοή να μιλήσουμε, τόσον οπού από τον φόβο μας μπορώ να ειπώ οπώς αρρώστησε όλο το νησί και αποθάνανε πολλές γυναίκες και άνδρες και επλάκωσε έναν άνθρωπον εις το Σκουλικάδο, Λάζενης η γενιά του, και επέσανε πολλά σπίτια εις αυτό το χωρίο, και ούλα τα σπίτια της χώρας τα εντεσφάρισε[80] και πολλά σπίτια επέσανε, και καμπαναρεία πολλά εντεσφαριστήκανε…»[81].
   Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανόν, μετά από έναν τέτοιο φοβερό σεισμό, ο οποίος χτύπησε και το χωριό, να γκρεμίστηκε η εκκλησία της Αναφωνήτριας και λίγο μετά να ανακαινίστηκε.
   Για την χρονολόγηση του διπτύχου σε αυτήν την χρονική περίοδο, το 1786 ή λίγο μετά, βοηθά και το ότι το όνομα του ιερομονάχου Νικολάου, ο οποίος πέθανε το 1828, υπάρχει τελευταίο στην πρώτη γραφή, καθώς και το ότι αυτό του ιερομονάχου Παναγιώτη, ο οποίος χειροτονήθηκε στις 30 Μαρτίου ή Μαΐου 1785 διάκονος και στις 17 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς ιερέας, άρα όταν πρωτογράφτηκε το δίπτυχο δεν είχε ακόμα ιερωθεί, υπάρχει πρώτο στην δεύτερη γραφή, η οποία είναι συμπληρωματική και μεταγενέστερη της πρώτης.
   Δεν πρέπει, επίσης, να είναι τυχαίο που την περίοδο εκείνη η εικόνα της Παναγίας της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου είχε αρχίσει να αποκτά ιδιαίτερη φήμη. Χαρακτηριστικές γι’ αυτό είναι δύο μαρτυρίες. Την πρώτη την διέσωσε ο Λεωνίδας Ζώης και την δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος. Προέρχεται από τα ληξιαρχικά βιβλία του ναού της Αγίας Μαρίνας του Φαγιά και αναφέρει τα εξής: «1794  9 Απρίλη, Λαμπρή, την Νιά Τρίτη επρετζενίο[82] οι Σκουλικαδιώτες και οι Φαγιώτες με τα δύο κονίσματα Παναγία και Αγία Μαρίνα και επήγαμε στη Ρίζα στα χωρία έως την Παλιοχώρα και επατίραμε[83] από ανομπρία και εδεηθήκαμε του Αγίου Θεού και μας έδωσε νεράκι αρκετό, οπού επέρασε όλη η Μεγάλη Σαρακοστή οπού δεν είδαμε νερό εις την γη»[84]. Η δεύτερη προέρχεται και αυτή από τον συγγραφέα του «Λεξικού» και δημοσιεύεται από τον Κονόμο και πάλι. Μας πληροφορεί πως  τον Αύγουστο του 1821 η εικόνα μεταφέρθηκε στην πόλη, τοποθετήθηκε στο ναό του Αγίου Βασιλείου του Κάτω, κατασκευάσθηκε γι’ αυτήν καθέδρα και λιτανεύτηκε στην πόλη[85].
   Πρέπει, επίσης, να αναφέρουμε πως λίγα χρόνια αργότερα, το 1828, η ευλάβεια για την εικόνα της Αναφωνήτριας[86] του κερκυραίου γιατρού Ιωάννη Βίου, ο οποίος έμενε στην περιοχή, τον οδήγησε στην απόφαση να παραγγείλει στον ζωγράφο Νικόλαο Βισκόντη την ιστόρηση ενός μακρόστενου πίνακα με την λιτανεία της. Η σύνθεση σώζεται στην σημερινή εκκλησία και βρίσκεται στο στηθαίο του γυναικωνίτη της. Έχει την εξής επιγραφή: «Η παρούσα προτζισιόν έγινε ιδίας εξοδίας / Κυρίου δοτόρου Ιωάννου Βίου Κορφιάτη χάριν / ευλαβείας της αγίας Θεοτόκου εις Σκουλικάδον / 1828 Αυγούστου 23»[87].

   Συμπερασματικά πρέπει να επισημάνουμε πως το δίπτυχο της εκκλησίας της Αναφωνήτριας στο χωριό Σκουλικάδο μας παρέχει πληροφορίες για την ιστορία της περιοχής, τις οικογένειες που την κατοικούν, την εκκλησιαστική ιστορία της Ζακύνθου, αλλά και την γενικότερη πορεία του νησιού στο χρόνο. Είναι σημαντικό ότι ξέφυγε από τόσες καταστροφές και σήμερα σώζεται, σαν κειμήλιο, στο ναό. Μετά την καταστροφή, μάλιστα, του πολύτιμου αρχείου της Ζακύνθου, τον Αύγουστο  του 1953, αυτό αποτελεί, όπως και όλα τα άλλα, μια πολύτιμη πηγή και μαρτυρία.
   Ας είναι η εργασία μας αυτή ένα μνημόσυνο όλων των αναγραμμένων σ’ αυτό ενοριτών και αδελφών. Όλοι τους, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, είχαν συντελέσει σε κάτι σπουδαίο. Και η προσφορά του Σκουλικάδου στον ζακυνθινό πολιτισμό δεν έχει ακόμα ερευνηθεί όπως πρέπει.
   Μακάρι εμείς να προσθέσαμε έστω μια μικρή ψηφίδα γι’ αυτό.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] Για την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του Κάτου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σ. 28.
[2] Για την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου βλ. Ό. π., σ. σ. 80 – 81.
[3] Ενδεικτικά σημειώνουμε πως στο δίπτυχο του Αγίου Γεωργίου των Καλογραιών (Βλ. Διονύσης Φλεμοτόμος, Το δίπτυχο του Αγίου Γεωργίου των Καλογραιών (Σπάραγμα των σεισμών του 1953), Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΓ΄, 3 – 4, σ. σ. 533 – 566) παρέχονται δύο αθησαύριστα δεδομένα γύρω από την οικογένεια του θεατρικού συγγραφέα Σαβόγια Ρούσμελη. Συγκεκριμένα στον κατάλογο των αδελφών συμπεριλαμβάνονται και τα ονόματα των δύο παππούδων του. (Βλ. Ελένη Δ. Γουλή, Με αφορμή την περίπτωση του Σαβόγια Ρούσμελη, ασυνέχειες, χάσματα και προοπτικές για την ανασύσταση της θεατρικής ζωής της Ζακύνθου, Πόρφυρας, τεύχος 114, Ιανουάριος – Μάρτιος 2005, σ. σ. 647 – 649).
[4] Για την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 87.
[5] Βλ. Διονύσης Φλεμοτόμος, Το Δίπτυχο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων, Επτανησιακά Φύλλα, ΚΘ΄, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2009, σ. σ. 69 – 98.
[6] Για τον Άγιο Γεώργιο των Καλογραιών βλ. Ό.. π., σ. 38.
[7] Για το μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος βλ. Ό. π., σ. 140.
[8] Στον κώδικα του Αγίου Βασιλείου του Απάνου διαβάζουμε την εξής χαρακτηριστική παραγγελία των επιτρόπων: «1738 οχτοβ[ρι]ου 3 … τολέλες τρις πρότη Δεύτερη και Τρίτη χρισομένι στι μπάντα η μεγαλίτερη με ασφαλιστίρια και ένα ταβλή από απιδιά με ένα πεντοστάλι κάτοθεν το έφτισε ο μ[ισέ]ρ θεόφιλος κούτζις …». (Βλ. Μίλτος Καρκαζής – Διονύσης Λυκογιάννης, Μελέτες Ζακυνθινής τέχνης, Εταιρεία Αρχειακών Μελετών και Εκδόσεων, Αθήνα 2002, σ. 76).
[9] Από σημειώσεις του Λεωνίδα Ζώη, που δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος, πληροφορούμεθα πως ο ιερομόναχος – αγιογράφος Παΐσιος Βούτος έλαβε στις 4 Φεβρουαρίου 1826 οπό τον ηγούμενο της Παναγίας της Σοπιώτισσας δύο τάλληρα, για μία τολέλα, που είχε ζωγραφίσει (Βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες … , σ. 146).
[10] Ενδεικτικά σημειώνουμε αφιέρωση λειψάνου του Αγίου Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης, του ετεροθαλή αδελφού του Διονυσίου Σολωμού, Ροβέρτου, στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του Απάνου, η οποία αναφέρεται στον κώδικά της: «…και να ψαλή ένα τρισάγιον δια τους κεκιμημένους τις αυτίς φαμελιάς γράφοντας τα ονόματα τον τεθνιμένον ις τιν τολέλα τις αγίας προθέσεος δια το εόνιον μνιμόσινόν τους ις ταις θίες Μισταγογίες…». (Βλ. Μίλτος Καρκαζής – Διονύσης Λυκογιάννης, Μελέτες…, σ. 118).
[11] Αντίγραφο, αντίτυπο.
[12] Οιναποθήκη.
[13] Περιοχή, συνοικία.
[14] Για την εκκλησία των Αγίων Σαράντων, η οποία χτίστηκε μετά από θαυματουργική διάσωση των Αγίων, από επιδημία πανούκλας, βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, 141 – 142.
[15] Ευχαριστούμε και από αυτήν τη θέση τους Δανάη Μυλωνάκη και Γιώργο Μυλωνάκη, για την παραχώρηση του αντιγράφου από το αρχείο τους.
[16] Ευχαριστούμε και από αυτήν τη θέση τον φίλο δικηγόρο και λόγιο Ιωάννη Στ. Παπαδάτο, για την πολύτιμη βοήθειά του. Για τους ίδιους λόγους ευχαριστούμε και την φίλη Αντριάνα Βαρβαρίγου.
[17] Giuseppe Boerio, Dizionario del Dialetto Veneziano, Venezia 1856, σ. 754.
[18] Για την εκκλησία της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 20.
[19] Ευχαριστούμε και από αυτήν τη θέση τον εφημέριο του ναού π. Νικόλαο Κονίδη για την πολύτιμη βοήθειά του και την όλη του συμπαράσταση.
[20] Βλ. Μαριάννα Κολυβά – Καραλέκα, Κατάλογος Ιστορικού Αρχείου Ζακύνθου – Α, Μνήμων, τόμος 10, Αθήνα 1982, σ. 66.
[21] Για τον Άγιο Βασίλειο τον Απάνου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. σ. 28 – 29.
[22] Βλ. Μίλτος Καρκαζής – Διονύσης Λυκογιάννης, Μελέτες…, σ. 77.
[23] Βλ. Μ. Μπορμπουδάκης, Παναγία Οδηγήτρια, στην έκδοση: Εικόνες της Κρητικής τέχνης (Από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη), Εισαγωγή Μανώλης Χατζηδάκης, Βικελαία Βιβλιοθήκη – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειον  1993, Σ. 504.
[24] Για την Μονή της Αναφωνήτριας βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. σ. 17 – 20.
[25] Βλ. Γιάννης Ρηγόπουλος, Εικόνες της Ζακύνθου και τα πρότυπά τους, τόμος Γ΄, Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου και Στροφάδων, Αθήνα 2006, σ. σ. 603 και 605.
[26] Βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, πεντακόσια χρόνια (1478 – 1978), τόμος πέμπτος, τέχνης οδύσσεια, τεύχος Α΄, θρησκευτική τέχνη, ζωγραφική, Αθήνα 1988, σ. σ. 81 – 82.
[27] Για την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 21.
[28] Ό. π.
[29] Βλ. Κεφαλλονιά, ένα μεγάλο μουσείο, τόμος 2, Επαρχία Πάλλης, γενική εποπτεία Γεώργ. Ν. Μοσχόπουλος, φωτογραφίες: Αρχείο Μαρίνου Κοσμετάτου, Αργοστόλι 1994, σ. 55.
[30] Ό. π., σ. 169.
[31] Για το εκκλησιαστικό καθεστώς των ναών της Επτανήσου βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, πεντακόσια χρόνια (1478 – 1978), τόμος τέταρτος, Εκκλησιαστικά, Αθήνα 1978, σ. σ. 142 – 146.
[32] Ό. π., σ. σ. 116 – 117.
[33] Ό. π., σ. 116.
[34] Για την εκκλησία του Αγίου Γερασίμου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 32.
[35] Ψηφίσουμε, εκλέξουμε.
[36] Στο ναι.
[37] Στο όχι.
[38] Προνόμιο.
[39] Κουτί.
[40] Ψηφίστηκε.
[41] Επιτρόπους.
[42] Πάνω από αυτήν την ένδειξη υπάρχει γραμμένο, με μελάνι και πολύ μεταγενέστερα: «Νικολάου ιερέως».
[43] Η λέξη τονίζεται στη λήγουσα και διαβάζεται: «επιτροπή».
[44] Στο πίσω μέρος του διπτύχου, μεταγενέστερα είναι γραμμένα σε δύο στήλες και άλλα ονόματα. Αυτά της πρώτης στήλης είναι πιθανόν να είναι τα ίδια με αυτά τα τελευταία της τρίτης του διπτύχου: Πρώτη στήλη: τζόγια, τζόγια, παναγιώτι, μετθέου, στεφάνου, ιωάννη, γιοργίου, σταμάτας, Δημητρούλας. Δεύτερη στήλη: Τεθενοτο (sic) ζαφιρούλα, διονυσίου, μαρίας, παύλου, αντρέα, μαρινας, Πορφυρίου, Διονυσίου. Όλα είναι γραμμένα πρόχειρα και από το ίδιο ανορθόγραφο χέρι, πιθανόν κάποιου από τους εφημερίους του ναού. Μόνο το όνομα του Πορφυρίου είναι γραμμένο με άλλη, ορθογραφικά σωστή και πλέον καλλιτεχνική γραφή, η οποία μοιάζει με την δεύτερη γραφή του κεντρικού τμήματος του διπτύχου. Ας επισημάνουμε πως το βαπτιστικό όνομα Πορφύριος συνηθίζεται στην οικογένεια Κονίδη, αυτήν του γνωστού συγγραφέα, το οποίο και ο ίδιος είχε. Μπορούμε να υποθέσουμε πως το όνομα έχει γραφεί από τον ιερομόναχο και μέλος της οικογένειας Ευστάθιο Κονίδη ή με την φροντίδα του. Μας προξενεί εντύπωση που στο δίπτυχο δεν είναι γραμμένο το όνομά του, παρ’ ότι είχε χρηματίσει εφημέριος της εκκλησίας και παρ’ ότι στη δεύτερη και Τρίτη γραφή της πρώτης στήλης σημειώνουνται μεταγενέστεροι εφημέριοι του ναού. Ο Κ. Πορφύρης γράφει γι’ αυτόν: «… Ο πατέρας κρατούσε από παπαδόσογο: ένας αδρεφός του νόνου μου, ο Σπύρος, καλογέρεψε στο Άγιο όρος. Ο παπα – Στάθης, άλλος αδρεφός, ιερομόναχος και αυτός, λειτουργούσε στην εκκλησία της Παναγίας του Σκουλικάδου κι έκανε και τον δάσκαλο. Ακόμα στα χρόνια τα δικά μου, το χωριό έχει να κάνει με τη Χριστιανοσύνη και τις αρετές της. Μα όπως φαίνεται αυτή η χριστιανοσύνη κι αυτές οι αρετές δεν κρύβανε κάποια ειρωνική, περιπαιχτική διάθεση: μια φορά, λέει, ενώ λειτουργούσε στην εκκλησία, μερικοί χωριάτες παίζανε χαρτιά στο διπλανό μαγαζί. Ο παπα – Στάθης βγήκε έξω από την εκκλησία με το λιβανιστήρι, προχώρησε στην πόρτα του μαγαζιού, στάθηκε αμίλητος μπροστά στους χαρτοπαίχτες κι άρχισε να τους θυμιατίζει: σηκώθηκαν ένας ένας τους ντροπιασμένοι και μπήκανε στην εκκλησία […] Ο παπα – Στάθης κατοικούσε στο “Μετζάο” ένα μακρύ ισόγειο δωμάτιο, νοτιοανατολικό, με ταβάνι και σανιδένιο πάτωμα, με δυο παραθύρια και δυο τοιχάρμαρα, το μεγάλο το χρησιμοποιούνε για βιβλιοθήκη: είχε πολλά βιβλία ομορφοδεμένα, εκκλησιαστικά και άλλα, παλιές εκδόσεις. Θυμάμαι ένα λεξικό Ενδόξων Ανδρών του Καραβία και μια Χρηστομάθεια του Φαρμακίδη…»(Κ. Πορφύρης, Ενθυμήματα, όσα έζησα, όσα είδα, όσα άκουσα, Περίπλους, [2000], σ. σ. 19 – 20).
   Για τον χρονικό προσδιορισμό της εφημερίας του Ευσταθίου Κονίδη στην Αναφωνήτρια του Σκουλικάδου παραθέτουμε δύο σημαντικές πληροφορίες από τον κώδικα του Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα. Η πρώτη μας γνωρίζει πως πήρε τον βαθμό του Υπομνηματοργάφου στις 26 Ιουνίου 1885. (Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιάτη Καποδίστρια, Σύμμικτα για τον Αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο Λάτα, Επτανησιακά Φύλλα, τόμος Κ΄, 3, Φθινόπωρο – Χειμώνας 1999, σ. 224). Η δεύτερη μας γνωρίζει πως στις 29 Νοεμβρίου 1885 του ανατέθηκε η πνευματική πατρότητα. (Ό. π., σ. 225).
   Για τον Πορφύρη, που υποθέτουμε πως το όνομά του είναι γραμμένο στην πίσω πλευρά του διπτύχου, ο Κ. Πορφύρης γράφει: «… Άλλος αδρεφός του νόνου μου ήταν ο Πορφύρης (Προφύρης ή Προσφύρης, όπως τον λέγανε) αυτό το όνομα πήρα κι εγώ, ήταν, να πούμε, οικογενειακό μας και για τούτο το παράνομα “Προφυραίοι”…» (Κ. Πορφύρης, Ενθυμήματα….,  σ. σ. 21 – 22).
  
[45] Μάλλον πρόκειται για οικογένεια Δεσύλλα. Στο χωριό υπήρχε τοπωνύμιο με το όνομα «στου Δεσύλλα το Νερόμυλο». (Βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, πεντακόσια χρόνια (1478 – 1978), τόμος δεύτερος, Ύπαιθρος Χώρα, Αθήνα 1979, σ. 177).
[46] Ο Άγιος Θεόφιλος ο Ζακύνθιος μαρτύρησε στη Χίο το 1635.
[47] Τζόγια = Χαρά.
[48] Γιάννης Τσακασιάνος, Άπαντα, τόμος Α΄, Αθήναι 1926, σ. 202.
[49] Για τη Μονή της Σπηλιώτισσας βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 146 – 148.
[50] Για την εκκλησία της Σπηλούλας βλ. Ό. π., σ. 148.
[51] Βλ. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Α΄, ιστορικόν – βιογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 269.
[52] Ό. π., σ. 53
[53] Ό. π., σ. 143.
[54] Ό. π., σ. 277.
[55] Βλ. Δεκαήμερο Αναγεννησιακού Λαϊκού Θεάτρου, έκδοση Δημοτικής Επιχείρηση Πολιτιστικής ανάπτυξης Ζακύνθου (Δ.Ε.Π.Α.Ζ.), Θέατρο τση Ζάκυθος, Astragali Teatro di Lecce, INTEREG II GreciaItalia, Ζάκυνθος [χ.χ.], σ. 57.
[56] Βλ. Σπυρίδωνος Δε Βιάζη, Έλληνες καλλιτέχνες, Παναγιώτης Πλαίσας Νίκας, Παλιγγενεσία, έτος ΛΔ΄, αριθ. 10073, 1896.
[57] Ο Ιωαννίκιος Άνινος, Κεφαλονίτης, ήταν Μητροπολίτης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (21 Οκτωβρίου 1783 – 15 Απριλίου 1817).
[58] Πρόκειται για την εκλογή του Διονυσίου Δελάζαρη. Ο μητροπολίτης Γαβριήλ Γαρζώνης πέθανε στις 28 Ιουνίου 1827 έ. π. Από τότε ο μητροπολιτικός θρόνος του νησιού χήρευε, έως τις 7 / 19 Σεπτεμβρίου 1833, οπότε, σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό νόμο της 31 Μαΐου 1833 ν. έ. περί εκλογής αρχιερέων, εκλέχτηκε από τον κλήρο του νησιού ο ζακυνθινός πρώην αρχιεπίσκοπος Εδέσσης Διονύσιος Δελάζαρης
[59] Βλ. Ντίνου Κονόμου, Εκλογή Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου (1833), ανέκδοτα κείμενα, Επτανησιακά Φύλλα, σ. 67.
[60] Βλ. Ντίνου Κονόμου, Το ζακυνθινό ράσο στην εθνεγερσία, έκδοση ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Αθήνα 1971, σ. σ. 68 – 69.
[61] Για τον Μητροπολιτικό ναό της Ζακύνθου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. σ. 93 – 94.
[62] Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας, Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος Δελάζαρης (1833 – 1838) και ο κώδικας της αρχιερατείας του, Επτανησιακά Φύλλα, τόμος Κ΄, 6 – 7, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο 2000, σ. σ. 637 – 638.
[63] Ο Διονύσιος Δελάζαρης πέθανε στις 24 Ιανουαρίου – 5 Φεβρουαρίου 1838. Η εκλογή του Νικολάου Κοκκίνη έγινε στις 19 Μαρτίου – 1 Απριλίου 1838. Ως τότε είχε χρηματίσει Τοποτηρητής.
[64] Βλ. Ντίνου Κονόμου, Ο κλήρος της Ζακύνθου επί Αγγλοκρατίας, δύο ανέκδοτοι κατάλογοι (1834, 1838), Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΣΤ΄, Αθήνα 1968, σ. 84.
[65] Για την διπλή γραφή του επώνυμου ο Λεωνίδας Χ. Ζώης γράφει: «Πλαίσα και Πλέσσα, -άγνωστον διατί ο Αρχιεπ[ίσκοπος] Δ[ιονύσιος] Πλ[αίσας] επροτίμησε την δια του αι γραφήν, αντί της ε, ως απαντά συχνότατα το επίθετον». (Βλ. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν…, σ. 533).
[66] Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Σύμμικτα για τον Αρχιεπίσκοπο..., Επτανησιακά Φύλλα, τόμος Κ΄, 3, Φιθνόπωρο – Χειμώνας 1999, σ. 229.
[67] Για την Αγία Μαρίνα του Φαγιά βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. σ. 86 – 87.
[68] Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Σύμμικτα…, σ. 230.
[69] Το Σκουλικάδο ήταν πρωτεύουσα του Δήμου Μεσογαίων.
[70] Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Σύμμικτα…,.  σ. 218.
[71] Ό. π., σ. 229.
[72] Για το ναό του Αγίου Νικολάου του Λοιμοκαθαρτηρίου βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 197.
[73] Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Σύμμικτα…, σ. 230.
[74] Υπάρχουν επίσης ένας Δικέφαλος Αετός και μια πέτρα με ονόματα, τα οποία έχουν φθαρεί με το χρόνο και είναι δυσανάγνωστα.
[75] Βλ. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 21.
[76] Λιτανείες.
[77] Ζημιά.
[78] Κατάνυξη.
[79] Βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινά χρονικά (1485 – 1953), Αθήνα 1970, σ. 126.
[80] Κατέστρεψε.
[81] Ό. π., σ. σ. 126 – 127.
[82] Λιτάνευσαν.
[83] Υποφέραμε.
[84] Ό. π., σ. 128.
[85] Βλ Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες…, σ. 20.
[86] Και σήμερα η εικόνα της Αναφωνήτριας του Σκουλικάδου θεωρείται μια από τις είκοσι περίπυστες του νησιού (Βλ. Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου, Εορτολόγιον 2009, σ. 98.
[87] Βλ Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος πεντακόσια χρόνια (1478 – 1978), τόμος πέμπτος…, σ. 144.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Η Ακάθιστος, οι μισοί Χαιρετισμοί και η δικαιολογία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ



Την ερχόμενη Παρασκευή το βράδυ σ’ όλες τις εκκλησίες  θα διαβασθεί ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος –και οι εικοσιτέσσερις οίκοι του– κι έτσι θα τελειώσει ο προεόρτιος, θεομητορικός κύκλος, μια κι η άλλη βδομάδα είναι η «Κουφή», όπως την λέει ο λαός μας κι η επομένη η Μεγάλη, η οποία θα μας οδηγήσει και στο Πάσχα.
Στο νησί μας υπήρχε η συνήθεια το όμορφο αυτό λειτουργικό ποίημα να συνδέεται με την ακολουθία του Όρθρου κι όχι μ’ αυτήν του Αποδείπνου, όπως κυρίως, χάριν συντομίας, συμβαίνει κι έτσι η βραδιά έπαιρνε μια επίσημη κι επιβλητική μορφή. Σε πολλές εκκλησίες, μάλιστα, συνήθιζαν στο τέλος της ακολουθίας και την ώρα της Δοξολογίας να λιτανεύουν την καθέδρα με την συνήθως ασημοντυμένη εικόνα της Παναγίας μέσα στο ναό κι από το κέντρο, όπου βρισκόταν από τους Πρώτους Χαιρετισμούς, να την επανατοποθετούν εις την δική της θέση.
Χαρακτηριστικό, δε, της αποψινής ακολουθίας ήταν –και είναι– να λέει ο ιερέας την κάθε στάση των Χαιρετισμών με άλλα άμφια και μάλιστα με άλλο χρώμα. Αυτά είναι δημιουργικά κατάλοιπα, μάλλον, από την παλιά εποχή των Αδελφάτων, όταν υπήρχε η συνήθεια της εκλογής κάθε λίγα χρόνια των εφημερίων των ναών και γι’ αυτό ο κάθε κληρικός, για να σταθεροποιήσει την θέση του και να επανεκλεγεί, άρα και να μην μείνει δίχως δουλειά, φρόντιζε να κάνει, εκτός των άλλων, όσο γινόταν πιο μεγαλόπρεπες τις ιερουργίες και να δημιουργεί συχνά και μικρογιορτές, οι οποίες θα έφερναν έσοδα όχι μόνο στην εκκλησία, αλλά και στο ίδιο, όπως είναι επόμενο.
Ιδιαίτερη επίσημη στο νησί μας ήταν η αποψινή βραδιά στην εκκλησία της Ακαθίστου, η οποία, μέχρι την θεομηνία του Αυγούστου του 1953 βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και τέτοια μέρα πανηγύριζε.
Η εκκλησία αυτή ήταν αφιερωμένη ουσιαστικά στον Άγιο Γρηγόριο, αλλά με τον καιρό άλλαξε ανεπίσημα ονομασία, χάριν μιας εικόνας, η οποία παρίστανε την Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα και γύρω της, σε μικρά εικονίδια εικόνιζε τους εικοσιτέσσερις Οίκους. Έτσι όλοι την έλεγαν η Ακάθιστος κι έτσι την γνώριζαν
Σύμφωνα με πληροφορίες, που μας διασώζει ο χαλκέντερος Ντίνος Κονόμος στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», η εκκλησία πρωτοχτίστηκε το 1718 από την Αννούλα Ρουσία, η οποία αργότερα την παρέδωσε στον ιερέα Γρηγόριο Σκορδίλη. Αυτός, με διαθήκη του, όρισε να γίνει αδελφάτο, μετά από το θάνατο του ανεψιού του Ιωάννη, όπου ήταν ο κληρονόμος του.
Την εκκλησία κοσμούσαν αξιόλογα έργα τέχνης, όπως η Αποτομή της κεφαλής του Προδρόμου, αντίγραφο του περίφημου πίνακα του Βίκτορος της Φανερωμένης πόλεως, η οποία είχε την επιγραφή: «μνήσθητι Κύριε ιωά / ννου ιερεως του Σκορδυ / λλίου, και των εν διανοία αυτού. α.ψ.ν.ζ. χειρ Ιωάννου αναγνώστου του Σαρατζένου». Επίσης αξιοθαύμαστη ήταν η δεσποτική του Χριστού στην προσπετίβα, έργο του Νικολάου Κουτούζη και η προσευχή στο όρος των Ελαιών, ζωγραφισμένη στην κεντρική Θύρα (Ωραία Πύλη), έργο του άλλου μεγάλου, επτανήσιου ζωγράφου Νικολάου Καντούνη.
Αυτά τα λίγα για την ιστορία του ναού, ο οποίος χάθηκε κι αυτός με την καταστροφή του ’53. Δεν θα ήταν άστοχο, όμως, σ’ αυτό το επίκαιρο κείμενο, να μην καταγράψω και μια πολύ χαρακτηριστική ιστορία, όπως μου την διηγήθηκε ένας καλός φίλος και συνέβη σ’ αυτόν το ναό, σαν απόψε το βράδυ, πριν κάμποσα χρόνια. Είναι ένα είδος μάντζιας και χαρακτηρίζει τους αξιμνημόνευτους, προσεισμικούς και καθαρά Ζακυνθινούς ιερείς μας.
Ένας εφημέριος, λοιπόν, της εκκλησίας, αν δεν κάνω λάθος λεγόταν Κοκκίνης (δεν ήταν, βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος) ή επειδή δεν είχε αρκετό εκκλησίασμα ή επειδή βαριόταν, δεν είπε και τους εικοσιτέσσερις οίκους των Χαιρετισμών, αλλά πηδώντας τους περισσότερους, έκανε την δική του επιλογή.
Αγράμματο το εκκλησίασμα, αποτελούμενο κυρίως από ηλικιωμένες γυναίκες, δεν κατάλαβε την πονηριά του ιερέα. Με την απόλυση πήγε και προσκύνησε την καθέδρα και ετοιμάστηκε να φύγει.
Μια γιαγιά, όμως, που ή ήξερε κάποια γράμματα ή κρατούσε σύνοψη και παρακολουθούσε, κατάλαβε την πονηριά και πλησίασε τον ιερωμένο λέγοντάς του:
- Δέσποτά μου, εικοσιτέσσεροι δεν είναι οι Χαιρετισμοί; Γιατί εσύ είπες τους μισούς;
Θέλοντας να ξεφύγει τον σκόπελο ο πονηρός ρασοφόρος, σκέφτηκε καλά και της απάντησε:
- Για σένα, κυρά μου, λέμε τα γράμματα ή για την Κυρά την Παρθένα;
- Για την Παρθένα, Δέσποτα, του απάντησε η γριά, μη γνωρίζοντας, η δόλια, θεολογία.
- Ε, τότε η Χάρη τση τα ακούει τόσα χρόνια και τα βαρέθηκε.
Έμεινε, τότε, σύξυλη η προεστή και δεν τόλμησε ν’ απαντήσει.
Σήμερα η εκκλησία δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν και οι τύποι, που παραπάνω γνωρίσαμε. Στην τοποθεσία έχει δοθεί το όνομα της εκκλησίας σε κάποιο δρόμο, σαν θύμηση, μα κανείς πια δεν γνωρίζει την ύπαρξή της.
Είναι κι αυτό ένα από τα κακά αποτελέσματα της σεισμοπυρκαγιάς του ’53.
Μα κάπου, κάπου αξίζει να θυμόμαστε την ιστορία μας.

Εικαστικό σχόλιο στο χρονογράφημα: Η προσεισμική πόλη της Ζακύνθου, έργο του Μπάμπη Πυλαρινού.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Παναγιώτη (Τάκη) Παπατσώνη: ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ ΣΟΛΩΜΟΣ ΚΑΛΒΟΣ

(24 Μαρτίου 1970)

Ἀπό «Το Εἰκοσιένα» Πανηγυρικοί Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977.


Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐτίμων καὶ ἐλάτρευον μεταξὺ τῶν θεοτήτων των τὴν Μνημοσύνην. Τῆς Μνημοσύνης θυγατέρες ἦσαν αἱ ἐκπροσωποῦσαι καὶ σκέπουσαι ὅ,τι καλὸν καὶ ὑψηλόν, αἱ ἐννέα Μοῦσαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐφέρετο ἡ Κλειώ, ἢ ἐφορεύουσα ἐπὶ τῆς Ἱστορίας. Τῆς Μνημοσύνης γονεῖς ὑπῆρξαν οἱ Τιτᾶνες Οὐρανὸς καὶ Γαῖα, πατὴρ δὲ τῶν Μουσῶν, αὐτὸς ὁ Ζεύς. Τὴν Μοῦσαν Κλειὼ ἂς φέρωμεν σήμερον ἐνώπιόν μας, καθὼς τὴν ἀναπαριστοῦν οἱ μεγάλοι παλαιοὶ τεχνῖται, φέρουσαν στέφανον δάφνης, κρατοῦσαν εἰς τὴν δεξιὰν σάλπιγγα, κυλίνδρους χειρογράφων καὶ κάλαμον εἰς τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔχουσαν πλησίον της κλεψύδραν, ἥτις χρονομετρεῖ τὴν τάξιν τῶν ἱστορουμένων εὐκλεῶν γεγονότων. Αὐτὴ εἶναι ἡ Θεὰ ἡ ἁρμοδία, ἡ ὁποία θὰ σαλπίσῃ τὴν δόξαν τῶν πατέρων μας, αὐτὴ εἶναι ἡ θεά, ἡ ὁποία θὰ χαράξῃ εἰς τοὺς παπύρους της, ὅσα ἡ μητρικὴ ἀρετὴ τῆς Μνημοσύνης τῆς ὑπαγορεύσῃ. Ἀπὸ τὴν περίσκεψιν καὶ τὸ μέτρον δὲν ἀποκλίνει, ἐφ' ὅσον ὁδηγὸν ἔχει τὴν κλεψύδραν. Ἡ δάφνη, τὴν ὁποίαν φέρει, εἶναι ἡ ἀνήκουσα εἰς τοὺς ἥρωας ποὺ θὰ μνημονεύσῃ, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ θὰ τὴν ἐπιδώσῃ.

Οἱ συμβολισμοὶ αὐτοὶ τῆς πλουσίας καὶ φωτεινῆς μυθολογίας μας ὑπογραμμίζουν μὲ τὸν πλέον εὔγλωττον τρόπον τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τῆς Ἱστορίας, τὴν ὁποίαν ἀναβιβάζουν εἰς τὰς θείας πηγάς. Ἡ Ἱστορία εἶναι ὁ ἀποθησαυριστὴς καὶ ὁ ἐκθέτης γεγονότων ἐκτυλισσομένων ἐν χρόνῳ. Ἀλλὰ καὶ ἐγκύπτει εἰς τὴν διείσδυσιν τῶν νόμων καὶ τῶν αἰτίων, τὴν μετοχὴν τῆς μοίρας καὶ τὴν συμβολὴν τοῦ ἀνθρωπίνου σθένους, τοῦ ἤθους καὶ τῆς διανοίας. Ἡ Ἱστορία εἶναι ὁ ἀποθησαυριστής τῆς μνήμης, ὁδηγὸς τῶν ἐπαλλήλων γενεῶν καὶ σύμβουλος ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων. Ἡ Ἱστορία παρέχει διδάγματα ἐκ σφαλμάτων ἢ κακοδαιμονιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἐκρίθη οὕτως ἢ ἄλλως ἡ πορεία ἑνὸς λαοῦ, ἀλλὰ καί, περιγράφουσα ἐνδόξους πράξεις ἡρώων ἢ ὁμαδικῆς δράσεως ἑνὸς ὁλοκλήρου Γένους ἢ μιᾶς στρατιᾶς, καλεῖ τοὺς μεταγενεστέρους πρὸς θαυμασμὸν καὶ μίμησιν. Πρέπει νὰ θεωρῆται εὐτυχὴς ἡ ἐθνότης, τῆς ὁποίας ἑκάστη περίοδος τῆς πορείας της εὗρε τὸν ἄξιον αὐτῆς ὑπομνημονευτὴν ἱστορικόν. Πόσῳ μᾶλλον τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανον, διότι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ σοφοῦ Διδασκάλου Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου κατέχει κειμήλιον τῆς συνθέσεως ὁλοκλήρου τῆς μακραίωνος ἱστορίας του. Χωρὶς νὰ παραγνωρίζεται ἡ συμπαθὴς καὶ πολύτιμος συμβολὴ ἑτέρου ἐπιφανοῦς ἱστορικοῦ, τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη.

Ὡς ἐκ τῆς φύσεως ὅμως τῆς Ἱστορίας, ἔργου ἑκάστοτε ἑνὸς ἀνδρός, αὕτη παρέχει συγγραφάς, τὰς ὁποίας μοιραίως χαρακτηρίζει ποιά τις ἐπιβεβλημένη ὑπαγωγὴ εἰς κανόνα. Ἡ ἐπιστήμη, τῆς ὁποίας τὰς ἐπιταγὰς ἀκολουθεῖ ὁ ἱστορικός, ὁσονδήποτε ἐμπνευσμένος, ἀποστερεῖ τὴν ἀφήγησιν ἀπὸ τὴν ζωηρότητα τῆς ἀμεσότητος, ἐμποδίζει τὴν φαντασίαν τοῦ ἀναγνώστου, ἡ δὲ κλεψύδρα τῆς Κλειοῦς ἀναγκάζει τὸν ἱστορικὸν εἰς ὑπακοὴν πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ μέτρου, προβαίνει εἰς ἀφαιρέσεις, περικοπάς, περιορίζει τὰς θαυμαστικὰς ἐξάρσεις, παρακάμπτει περιγραφὰς ὀξυτήτων καὶ τὸν ἄγει εἰς τὴν ἀποφυγὴν βαρέων ἢ ρεαλιστικῶν χαρακτηρισμῶν, πάντων τούτων ἐν τούτοις στοιχείων, τῶν ὁποίων ἡ συμβολὴ εἰς τὴν διαμόρφωσιν καταστάσεων ἢ τὴν ὑπαγόρευσιν πράξεων, ἀποτελοῦν ζωτικὸν μέρος τῆς πληρότητος τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα προσφέρονται πολλάκις σχηματικῶς καὶ μὲ τὴν ψυχρὰν ἐνατένισιν τοῦ ἐρευνητοῦ.

Εὐτυχῶς ὅμως τὴν ἐπίσημον αὐτήν, ἂς τὴν ὀνομάσω οὕτως, ἱστορικὴν ἀφήγησιν ἔρχονται καὶ συμπληρώνουν ἐν δαψιλείᾳ καὶ ἄλλα παράλληλα δῶρα τῆς Κλειοῦς, μὴ ἀφιστάμενα ἐν τῇ οὐσίᾳ των τῆς ἱστορικῆς προσφορᾶς. Πλήρη ἐνεργοῦ ζωῆς, μὴ ὑποκείμενα εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ἀπελεύθερα ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν ἀντικειμενικότητα, προσφέρονται τὰ Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐπὶ μέρους δημιουργῶν τῶν γεγονότων, τῶν ἄθλων, τῶν ἡρωισμῶν. Ὁ ὑποκειμενικὸς χαρακτὴρ τῶν Ἀπομνημονευμάτων, ἀδέσμευτος, ἀφήνει νὰ ἐκχυθῇ εἰλικρινὴς ὁ ἀνθρώπινος παράγων, μὲ τὰ συμπαρομαρτοῦντα πάθη, συναισθήματα φιλίας, μίση, προτιμήσεις, ἀπωθήσεις. Βεβαίως, ὁ μεταγενέστερος μελετητὴς δὲν δύναται νὰ μορφώσῃ, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Ἀπομνημονευμάτων ἑνὸς καὶ μόνου ἱστορικοῦ ἀπομνημονευματογράφου, ὀρθὴν καὶ ἀκριβῆ γνώμην. Ἡ ἱστορικὴ ὅμως ἀλήθεια ἀνακύπτει ἐκ τῆς παραλλήλου μελέτης πλείστων ἀπομνημονευμάτων. Ταῦτα, ὀφειλόμενα εἰς ἱστορικὰ καὶ σημαίνοντα πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς διαφόρους μερίδας, ἀκολουθήσαντα καὶ ὑπερασπίζοντα ἰδίαν γραμμὴν σκέψεων καὶ δράσεως, ἐν τῷ συνόλῳ των καὶ ἐν τῇ παραβολῇ μελετώμενα, μὲ γνώμονα πάντοτε καὶ τὴν ὑπεύθυνον ἐπίσημον Ἱστορίαν, δύνανται νὰ μορφώσουν κατὰ τρόπον ζωηρὸν καὶ γραφικὸν πληρεστέραν τὴν εἰκόνα τῶν ἱστορουμένων γεγονότων τοῦ παρελθόντος.

Ἀνάλογον συμπληρωματικὴν ὑπηρεσίαν προσφέρουν καὶ οἱ χρονικογράφοι. Τὸ χρονικόν, συντεταγμένον παρ' αὐτοπτῶν, συγχρόνων πρὸς τὰ ἱστορούμενα, δίδει ταῦτα ἀνάγλυφα, μὲ τὴν σφραγῖδα ἴσως τῆς ἀντικειμενικότητας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δυνάμεθα ν' ἀπομακρυνθῶμεν συγκρίνοντες, παραλληλίζοντες καὶ μελετῶντες τὴν ποικιλίαν τῶν στοιχείων καὶ τῶν πηγῶν. Ἄλλη πλουσία πηγὴ εἶναι τὰ συλλεγόμενα καὶ ἐκδιδόμενα Ἀρχεῖα ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἀγωνιστῶν, πολιτικῶν καὶ ἱστορικῶν πόλεων καὶ περιοχῶν. Πηγὴ καὶ αὐτὴ ζῶσα. Τέλος καὶ ἄλλη πηγή, ὀλιγώτερον συντεταγμένη, οὐδόλως κωδικοποιημένη, ὑπαγομένη εἰς ἀλλοιώσεις καὶ παρεξηγήσεις καὶ παραφθοράς, εἶναι ἡ διασωζομένη ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν προφορικὴ παράδοσις. Πιθανὸν νὰ ὑστερῇ ἡ ἱστορικὴ ἀκρίβεια εἰς τὰ προφορικῶς παραδιδόμενα, ἡ γραφικότης ὅμως, ἡ ὁποία ἀναδίδεται ἀπὸ αὐτά, καὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀπώτατος πηγαῖος πυρήν, ἀναζητούμενος, ἀσφαλῶς περιέχει δόσιν ἀληθείας, προστιθεμένη εἰς τὰ ξηρότερα διδάγματα τῆς Ἱστορίας καὶ εἰς τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα ἀφηγήματα τῶν Ἀπομνημονευμάτων, τελικῶς ἀνταμείβουν διότι δημιουργοῦν ἐν τῇ δυνατῇ πληρότητι, τὴν ἱστορικὴν ἀναπαράστασιν.

Πάντες οὗτοι οἱ παράγοντες, οἱ τελικῶς συγκροτοῦντες τὴν Ἱστορίαν, εἶναι δῶρα τῆς διαιωνιζομένης Μνήμης. Πόσον ἀναλάμπει ἡ ἀλήθεια ἡ περικλειομένη ἐν τῷ συμβολισμῷ τοῦ ἀρχαίου μύθου, πόσον εὐκόλως ἀναγνωρίζομεν εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Μούσης Κλειοῦς προστιθέμενα τὴν ἀδιαφιλονίκητον μητρότητα τῆς Μνημοσύνης.

Ἂς μὴν νομισθῇ ἐν τούτοις, ὅτι ὑποτιμῶ τὰ συνετὰ θέλγητρα τῆς Κλειοῦς, ἂν ταχέως ἀντιπαρέλθω τὴν ἐξιστόρησιν ἀτελευτήτου σειρᾶς γεγονότων εὐκλεῶν, ὅπως τὰ μυθολογούμενα Τρωικά, οἱ Μαραθῶνες, αἱ Σαλαμῖνες, αἱ Θερμοπύλαι, αἱ σκιεραὶ πτυχαὶ τῶν ἐνδοελληνικῶν ἐρίδων, ἡ θρυλικὴ ἐξόρμησις μέχρι τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς τοῦ κατακτητοῦ μακεδόνος Ἀλεξάνδρου, αἱ ἐναλλαγαί τῆς μοίρας μὲ τὴν κατάκτησιν τῶν σιδηροφράκτων κοσμοκρατόρων Ρωμαίων, ἡ θαυμασία ἐξέλιξις, διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως καὶ ἐπιβολῆς τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία μετέπλασε τὴν Ρωμαϊκὴν κατάκτησιν εἰς ἑλληνικὸν θρίαμβον, τὸν ἔνδοξόν μας Βυζαντινισμόν, ὅστις κατέστησε τὴν Βασιλίδα τῶν πόλεων ὁμοῦ μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης, τοῦ ἱεροῦ Ἄθω, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μυστρᾶ, κοιτίδας τοῦ ἐπεκτεινομένου Χριστιανισμοῦ καὶ χώρους, ὅπου ἔλαμψαν οἱ μεγάλοι ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀκολουθήσασα, τέλος, ὀλίγον κατ' ὀλίγον μοιραία φθορά, κατόπιν τῆς πρόσκαιρου ἀπὸ Δύσεως Φραγκικῆς κατακτήσεως, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τοὺς ἀγῶνας ἀποκρούσεως τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀπὸ Ἀνατολῶν πληγμάτων τῶν ἀπίστων εἰς τὰ ὁποῖα τελικῶς ὑπέκυψαν ὑπερηφάνως.

Πάντα ταῦτα προσφέρει ἀφθόνως ἡ Ἱστορία• διατηροῦνται δέ, εἰς τὴν μνήμην πάντων ἡμῶν ἐσαεὶ ζωηρά, καὶ εἰς οὐδὲν θὰ συμβάλῃ ἡ παρ' ἐμοῦ συμβατικὴ ἐπανάληψις. Μνημονεύω μόνον μετὰ κατανύξεως τὸν ζόφον, ὁ ὁποῖος ἐκάλυψεν ὄχι μόνον ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀδιαφοροῦσαν Δύσιν• ἅμα διεδόθη τὸ ἀπαίσιον μήνυμα ὅτι «ἑάλω ἡ Πόλις», ὠκεανοὶ αἵματος τὴν κατέκλυσαν, ἐσφαγιάσθη ὁ μαρτυρικὸς Βασιλεὺς καὶ ἐσπιλώθη τὸ Μέγα Μοναστήρι, τὸ περικαλέστατον ἐνδιαίτημα τοῦ Θεοῦ. Σκότος ἐκάλυψε πᾶσαν τὴν γῆν, ὅπως καὶ κατὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Σωτῆρος, ὁ σεισμὸς ἐγένετο πανταχοῦ αἰσθητὸς καὶ τὸ Γένος ἡμῶν εἰσῆλθεν εἰς τὴν μαρτυρικὴν περίοδον, ἡ ὁποία ἐπέπρωτο νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ τέσσαρας ὅλους αἰῶνας. Ὁ μακρότατος ὅμως αὐτὸς δρόμος τοῦ Σταυροῦ ὡδήγει σταθερῶς καὶ κρατερῶς πρὸς τὴν Ἀνάστασιν, τῆς ὁποίας ἡ ἐλπίς, ἀλλὰ καὶ ἡ προεργασία, οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν ἀνεκόπη. Ὑπὸ ζυγὸν στυγνῆς δουλείας ἀπηνῆ, ἡ φυλὴ ἀνεδείχθη ὑπέροχος πρόμαχος πίστεως καὶ σθένους. Οἱ ζηλωταὶ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐλευθερίας, ἀψηφοῦντες τὴν ἀπειλήν τῆς μαχαίρας καὶ τῆς ἀγχόνης, ἐχαλύβδωναν τὴν ἐμμονήν των εἰς τὰ πάτρια. Θρησκεία καὶ γλῶσσα διασωζόμεναι, ἡ μία μέσῳ τῆς ἄλλης, ὑπὸ τὴν σκέπην ἁπλοϊκῶν ὁσίων ἱερωμένων καὶ καλογήρων, ἀπέβησαν τὰ ὄργανα καὶ οἱ φορεῖς τῆς σωτηρίας. Ἂν μέχρι σήμερον ἀκόμη εἰς τὸ στόμα τῶν Ἑλλήνων, ἀστῶν καὶ χωρικῶν, ἀκούωμεν ρητὰ καὶ φράσεις ἐχούσας τὴν πηγήν των εἰς τὸ Ψαλτήριον, τὴν Ὀκτώηχον, τὰ Εὐαγγέλια, τὰ Μηναῖα καὶ τὸ Τριώδιον, φράσεις καταστάσας παροιμιώδεις, καθημερινῶς ἐν χρήσει, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν κατὰ πολὺ δυστυχῶς ἀμβλυνθεῖσαν προσήλωσιν τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων εἰς τὰ Θεῖα καὶ δὴ εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ τυπικά, ὅσον εἰς τὸ ὅτι πηγάζουν ἀπὸ τὴν μακραίωνα ἐθνικὴν μνήμην, τὴν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν κληροδοτουμένην, ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων τῆς ἐνθουσιώδους καὶ ἡρωικῆς δουλείας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ διαρκὴς οἰκείωσις πρὸς τὰ ἅγια Γράμματα ἦτο ὂχι μόνον σχολεῖον, ὄχι μόνον πάροχος παραμυθίας, ἀλλὰ καὶ πολεμικὸν προγυμναστήριον, ὑπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ. Ἀπ' αὐτὴν ἐπίστευον ἀκραδάντως ὅτι θὰ ἤρχετο καὶ πάλιν ἡ σωτηρία, ὅπως καὶ ὄντως ἐγένετο.

Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὸ ἐπακολουθῆσαν Ἔπος. Νομίζω ὅτι μᾶλλον ἁρμοδία δι' ἡμέραν πανηγυρισμοῦ εἶναι ἄλλη ὁδός. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπανέλθω εἰς τοὺς χώρους τῆς ἀρχαίας μυθολογίας, ἀπὸ ὅπου ὡρμήθην.

Ἡ Κλειὼ δὲν εἶναι ἡ μόνη θυγάτηρ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σεβάσμια, τῆς Θεᾶς Μνημοσύνης. Εἰς τὸν Ἑλικῶνα, ὑπὸ τὴν ἐπιστασίαν τοῦ Μουσηγέτου, ἐν ἁρμονίᾳ εὐδαίμονι, περιφέρονται καὶ ἄλλαι ἀδελφαί. Ἐλέχθη ὅτι εἰς τὰ πράσινα ὑψίπεδα τοῦ τερπνοῦ αὐτοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου ἀκόμη καὶ τοῦ ὄφεως τὰ δήγματα εἶναι ἀνώδυνα, διότι χόρτον φαρμακερὸν δὲν φύεται, ὅπου ἡ ἁρμονία εἶναι ὑπερτάτη. Ὁ λόγος οὗτος ταυτίζεται μὲ τὰς προφητικὰς ρήσεις τοῦ Ἠσαΐου, περιγράφοντος τὴν μακαριότητα, ἥτις θὰ ἐπεκράτει κατὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ ὑπ' αὐτοῦ ἀναμενομένου Μεσσίου. Ἐκεῖ, λέγει ὁ Προφήτης, τὰ παιδὶα ἀφόβως θὰ παίζουν μὲ τὰς φωλεὰς τῶν ἐχιδνῶν, τὰ πρόβατα μετὰ τῶν σκύμνων καὶ ὁ λέων θὰ τρέφεται μὲ τὰ χόρτα τῶν λειμώνων, ὅπως ὁ βοῦς.

Παρομοία ἡ μακαριότης τῆς κατοικίας τῶν ἀδελφῶν Μουσῶν. Ἐκεῖ παρὰ τὴν Κλειώ, τὴν ὁποίαν ἤδη ἐδοξάσαμεν, συμπάρεδρος εἶναι καὶ ἡ κατὰ Πλάτωνα «πρεσβυτάτη Καλλιόπη», ἡ ἔφορος τοῦ Ἔπους, ἡ φερομένη ὡς μήτηρ τοῦ Ὀρφέως. Ἐκεῖ καὶ ἡ σκεπτικὴ ἐν τῇ φαντασιώσει της Πολύμνια, ἡ ἐφορεύουσα ἐπὶ τῶν ἡρωικῶν ὕμνων, ἐκεῖ καὶ ἡ Ἐρατώ, ἡ Ἐρασμία, ἡ ὑμνοῦσα τὰ ἐρωτικά, ἀλλὰ καὶ τὴν μελάγχολον ἐλεγείαν. Αὐταὶ θὰ βοηθήσουν, διὰ νὰ καταστῇ ὁ ἑορτασμός, ὅπως ἐμπρέπει εἰς κάθε μεγάλην πανήγυριν, χαρίεις καὶ δοξαστήριος.

Εὐτυχῆ εἶναι τὰ ἔθνη, τῶν ὁποίων αἱ γενναῖαι καὶ ἡρωικαὶ πράξεις, αἱ μαρτυρικαὶ θυσίαι, οἱ τελικοὶ θρίαμβοι εὑρίσκουν τὰ κλέη των, ἀντικατοπτριζόμενα οὐχὶ μόνον εἰς τὴν σοβαρὰν καὶ ξηρὰν Ἱστορίαν, ἀλλ' εὑρίσκουν τοὺς προβολεῖς των μεταξὺ τῶν μεγάλων ὑμνωδῶν. Καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Μνημοσύνην ἀντλοῦν τὰς ἐμπνεύσεις των, ἀπὸ τὰ αὐτὰ ὡς καὶ ἡ Ἱστορία γεγονότα ἐκκινοῦν, ἀλλ' ὅ,τι ἀποδίδουν, βοηθούσης τῆς μαγγανείας τῆς ἐνθέου Τέχνης, ἀντιβοᾷ μὲ τὰς ὠδὰς των εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ζῶμεν εἰς ἐποχὴν πεζὴν καὶ δυσοίωνον. Πλεῖστα θέσμια θεωρούμενα ἀπαρασάλευτα ἔχουν χάσει τὸν αἰώνιον χαρακτήρα των. Εἰς κλίμακα παγκόσμιον, πλεῖσται συνθῆκαι μετεβλήθησαν καὶ ἠλλοιώθησαν. Ἡ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν λατρεία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῇ εἰς ἕνα ἐλεύθερον ἤδη λαὸν τὴν ἕλξιν, τὴν ὁποίαν ἤσκει, εἰς τὸν ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ὑπόδουλον, καὶ δὴ ὑπὸ συνθήκας ἀγρίας. Διάφοροι ροπαί, ὑποδαυλιζόμεναι καὶ ὑπὸ τῆς διευρύνσεως τῆς παγκοσμίου εὐκόλου ἐπικοινωνίας καὶ ὑπὸ θεωριῶν, δι' ὧν τὰ ἀνθρωπιστικὰ καὶ οἰκουμενικὰ ἰδεώδη ὑποσκελίζουν ὀλίγον κατ' ὀλίγον τὴν προσκόλλησιν εἰς τὴν ἐθνότητα, καθιστοῦν τὴν καλλιέργειαν τῆς ἡρωικῆς, τῆς ἐπικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ποιητικῆς τέχνης σχεδὸν ἀδιανόητον• ἔχει παύσει αὕτη νὰ ἀσκῇ τὴν μαγικὴν ἐπιβολήν, τὴν ὁποίαν ἀναμένει τις ἀπὸ τὴν τέχνην. Ὅσον καὶ ἄν, ἡμεῖς τουλάχιστον οἱ Ἕλληνες, εἴμεθα καὶ μένομεν περισσότερον ἀπὸ ἄλλους λαοὺς προσκεκολλημένοι εἰς τὸ πολυσχιδὲς πρόσφατον, ἀπώτερον καὶ ἀπώτατον ἱστορικὸν παρελθόν μας, τοῦ ὁποίου στεροῦνται οἱ περισσότεροι τῶν ἄλλων λαῶν, ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν ν' ἀποφύγωμεν τὰς συνεπείας τῶν τεραστίων παγκοσμίων νέων ἐπιρροῶν.

Εἰς ἄλλας ἐποχὰς οἱ λαοὶ ἦσαν μεστοὶ ἰδεωδῶν ἐνεργῶν καὶ ἐπιθυμιῶν φλογερῶν, ὅπου ἡ Ἐλευθερία, ἡ Πατρίς, τὸ Γένος, ἡ Ἀνεξαρτησία, ὁ Ἀγών, ἡ Τόλμη, ὁ Ἡρωισμὸς ἀπετέλουν πηγὰς ποιητικοῦ οἴστρου ἀναβλύζοντος ἀπὸ τὰς καρδίας, δημιουργοῦντος συγκινήσεις, παρορμήσεις, ἐνθουσιασμούς, πικρίας, ἤτοι ἀπετέλουν συναισθήματα ἐξ ἴσου ἰσχυρά, ὁδηγοῦντα μὲ τὴν ἰδίαν ποιητικὴν ὁρμὴν καὶ ἰσοτίμως, πρὸς τὰς λοιπὰς πηγὰς Τέχνης, τὸν Ἔρωτα, τὸν Θάνατον, τὴν Ζηλοτυπίαν, τὴν Ἀπόγνωσιν ἢ καὶ τὴν ζῶσαν θρησκευτικὴν πίστιν καὶ τὴν μεταφυσικὴν διάθεσιν.

Κατέχομεν ἄλλωστε ὑψίστην ἀπόδειξιν τῆς δημιουργίας τῶν προγόνων μας:

Τὰ Ὁμηρικά Ἔπη, αἱ Πινδαρικαὶ Ὠδαί, ἔργα παγκοσμίως ἀθάνατα κατὰ τὸ παρελθόν, σήμερον καὶ ἀσφαλῶς διὰ τὸ μέλλον, τί ἄλλο ὑμνοῦν, εἰμὴ κλέα δρώντων ἐν κοινωνίᾳ μετὰ τῶν Θεῶν ἡρώων, καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ἀντλουμένη συγκίνησις εἶναι πάντοτε ἀπαραμείωτος, καί, κάτι πλέον, παροῦσα εἶναι ἡ μεταρσίωσις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν ἀθανάτων τούτων ἔργων αἰσθανόμεθα, καθὼς ἢ ἀπαράμιλλος τέχνη τὰ τοποθετεῖ εἰς χώρους ὑπερφυσικούς, ὅπου ἀναμὶξ χωροῦν θεοὶ καὶ ἄνθρωποι.

Θέλω νὰ καταλήξω εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχησεν, ἐξ ἀγαθῆς συγκυρίας κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην περίοδον τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, νὰ εὑρεθῇ προικισμένη, μεταξὺ πολλῶν φλογερῶν πνευμάτων, ἀπὸ δύο ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ποιητῶν, οἵτινες ἀπὸ Θεοῦ ἐτάχθησαν καθιερωθὲντες ἱεροφάνται τῆς Μούσης νὰ ἐκφράσουν διὰ τῆς ὑψηλῆς Τέχνης των τὸ συντελεσθὲν θαῦμα, διὰ ποιητικῶν τρόπων τοσούτου μεγαλείου καὶ τοιαύτης ἠθικῆς ἀνατάσεως, κατὰ τρόπον μεταθέτοντα τοῦτο ἀπὸ τοὺς χώρους τῆς δράσεως καὶ τῆς πολεμικῆς ὁρμῆς, εἰς τὰς σφαίρας τοῦ πνεύματος, ὅπου τὰ γενόμενα, οὐ μόνον κατηξιώθησαν, ἀλλὰ καθωσιώθησαν. Μεταξὺ τῶν ἑκατοντάδων καὶ χιλιάδων ἐπωνύμων καὶ ἀφανῶν ἡρώων, προεργατῶν καὶ ἀγωνιστῶν, τῶν κατεργασαμένων τὴν πολυπόθητον ἐλευθερίαν, μεταξὺ τῶν ἐπιφανῶν ἱστορικῶν, τοὺς ὁποίους, ὡς ὤφειλον, ἐμνημόνευσα ἤδη, χρεωστοῦμεν νὰ καταγράψωμεν ὡς φωτεινοὺς λαμπροὺς ἀστέρας καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς ὑμνητάς, τοὺς ἀποθεώσαντας τὸ θυσιαστικὸν θαῦμα τῆς παλιγγενεσίας καὶ τοποθετήσαντας τοῦτο εἰς τοὺς οὐρανούς. Χωρὶς τὴν ἱερατικὴν φωνὴν τούτων, ὁ ὅλος ὑπέροχος ἀγὼν τοῦ Γένους θὰ ἐστερεῖτο μεγάλου μέρους τῆς αἴγλης του.

Περιττὸν νὰ ἐξηγήσω ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ καὶ τοῦ Ἀνδρέου Κάλβου. Ὑπὸ τὰς πτέρυγας καὶ τὴν αἰγίδα τῆς Πολυμνίας καὶ τῆς Καλλιόπης καὶ τῆς Ἐρατοῦς, οἱ ἐμπνευσμένοι αὐτοὶ τεχνῖται, οἱ λάτρεις τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, οἱ μυσταγωγοὶ φωτιζόμενοι ἀπὸ τὸν Μουσηγέτην Ἀπόλλωνα, ἐξερεύξαντο ρῆμα ἀγαθόν, μῦσται μᾶλλον καὶ Ἱερουργοὶ παρὰ ποιηταὶ λόγων καὶ μύθων, ἔδωκαν τὴν μεγάλην πνοήν, αὐτὴν ἡ ὁποία διαιωνίζει καλλίτερον ἀπὸ κάθε ἄλλην μνήμην ἢ ἱστορίαν, ὅ,τι εἶναι ἄξιον νὰ ἐπιζήσῃ εἰς τὸ μεταφυσικὸν ὕψος, ὅπου μὲ τὴν θείαν των τέχνην καὶ πίστιν τὸ ἐτοποθέτησαν. Παρὰ τοὺς δύο τούτους ποιητικοὺς γίγαντας συνελειτούργησαν καὶ ἄλλοι ὑμνηταὶ τοῦ Ἀγῶνος, ὁ Ζαλοκώστας, οἱ Σοῦτσοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἄριστος ὁ Βαλαωρίτης. Ἡ λαμπηδὼν ὅμως τῶν δύο μεγάλων ποιητῶν παραμένει ἱερατικὴ ἐν τῷ θάμβει της.

Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ὁ σημερινὸς πανηγυρισμός μας ἂς ἀπομακρυνθῇ, λοιπόν, ἀπὸ τοὺς σχηματικοὺς ἀφορισμοὺς καὶ τὰς αὐστηρὰς ἱστορικὰς καταγραφὰς τῆς Κλειοῦς• ἃς προστρέξωμεν μᾶλλον εἰς τοὺς προσιδιάζοντας πρὸς ἕν δοξαστικὸν μνημόσυνον Παιᾶνας καὶ τὰς ἐξαϋλωτικὰς καὶ τὰς ἀποπνευματωμένας μυστικὰς ἐξάρσεις τῶν δύο μελικῶν ἀπογραφέων τοῦ Ἔπους τῆς Παλιγγενεσίας. Τὸ ἱερὸν μέλος ἀκουόμενον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ καταστήσῃ τὸν ἑορτασμὸν μᾶλλον κατανυκτικόν, διότι ἡ ὑψηλὴ ποίησις κατέχει τὸ δώρημα νὰ μεταθέτῃ τὸ παρελθὸν εἰς τὸν παρόντα χρόνον, νὰ καταδεικνύῃ τὴν ἄφθορον ἀθανασίαν παρῳχημένων, ἀλλὰ πάντοτε ζωτικῶς ἐνεργῶν, ἄθλων.

Καὶ πρῶτος ἂς συμπαρεδρεύσῃ μεταξύ μας ὁ Ἀνδρέας Κάλβος. Δὲν ἀποτελεῖ ἄστοχον ἰδέαν ὁ παραλληλισμὸς του πρὸς τὸν Πίνδαρον. Ὁ Πίνδαρος, διὰ νὰ ἐξάρῃ ἀγωνιστικοὺς θριάμβους, συνέδεε τοὺς δοξαστικοὺς παιᾶνας του πρὸς τὰς θεότητας, αἱ ὁποῖαι ἐδοξάζοντο εἰς τοὺς ἱεροὺς χώρους τῶν ἀγώνων, ἢ ἐπεκαλεῖτο τοὺς Ὀλυμπίους προκειμένου νὰ τιμήσῃ πρόσωπα ἀρχόντων. Προσέδιδεν οὕτω εἰς κάθε ὠδήν του ὑποβλητικὴν θρησκευτικότητα, καθιστῶν αὐτοὺς αἴνους πρὸς τὸ θεῖον καὶ συνάμα δοξολογίαν ἔργων ἀνδρῶν ἀξίων, εἰς τρόπον ὥστε ἑκάστη ὠδὴ ἐτελειοῦτο εἰς μεγαλοπρεπῆ ἑορταστικὴν σύνθεσιν.

Ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ἀφοῦ ἀνελίξῃ διὰ τῆς φιλοπάτριδος καὶ λατρευτικῆς φαντασίας του ἐνώπιόν του ὁλόκληρον τὸ πολύπτυχον τοῦ Ἀγῶνος, τὸ περιβάλλει διὰ φωτεινοῦ στεφάνου καί, φιλοτεχνῶν ἑκάστην εἰκόνα μετ' ἐνθουσιώδους περιτέχνου μανίας, συνδέει τὰ γεγονότα καὶ μεγαλουργήματα πρὸς τὴν ἑλληνικὴν φύσιν, τὰς θαλάσσας, τὰ ὄρη, τὰς νήσους, ἅπαντα ἐν ἐξαϋλώσει. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἴδια αὐτὴ ὑπέροχος καὶ πραεῖα ἑλληνικὴ φύσις κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους δὲν εἶχε θεοποιηθῇ;

Ὁ φοβερὸς Κρονίων, ὁ φωτεινὸς Ἀπόλλων, ὁ Ὠκεάνειος Ποσειδῶν, ἡ Ἀθηνᾶ ἡ γλαυκῶπις προστάτις τοῦ Ἄστεως, ὁ πολεμικὸς Ἄρης, ἡ σκιερὰ Ἑκάτη, ἡ Ἄρτεμις τῶν δρυμῶν, ἡ Θέτις τῶν θαλασσῶν, ὁ ὀργιαστὴς Διόνυσος, ὁ ἀρκαδικος Πάν, ὅλοι μὲ συνοδούς των κατὰ σμήνη, τὰς Δρυάδας, τὰς Νηρηίδας, τὰς Μούσας, τὰς Χάριτας, τὰς Ἀμαζόνας, τοὺς Σατύρους, τοὺς Κάβειρους, ὁλόκληρον τὸ Πάνθεον τοῦτο προσωποποιεῖ καὶ θεοποιεῖ πᾶσαν ἄκραν τοῦ ὡραίου ἑλλαδικοῦ χώρου, χερσαίου, ὀρεινοῦ, νησιώτικου, ποταμίου ἢ θαλασσίου. Πρὸς τὰς θεότητας ταύτας προστρέχει καὶ ὁ Κάλβος συμπλέκων τὰ ἐθνικὰ κατορθώματα μετ' αὐτῶν εἰς τὰς ὠδάς του. Ἂς μὴ νομισθῇ ὅμως, ὅτὶ ὁ διάκοσμος οὗτος, ὁ ἀντλούμενος ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν λατρείαν, ἀπομακρύνει τὸν ἐθνικὸν ποιητὴν ἀπὸ τὴν προσήλωσίν του πρὸς τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ὑπερμάχου Στρατηγοῦ. ἡ ἀδομένη εὐτολμία τῶν Ἑλλήνων δὲν ἔχει τὴν πηγήν της εἰς τοὺς Ὀλυμπίους. Αἱ ψυχαὶ καὶ αἱ καρδίαι τῶν ἀγωνιζομένων ἀλλοῦ εἶναι ἐστραμμέναι, προσβλέπουν πρὸς τὸ μέγα καὶ ἄσβεστον ἰδανικόν, τὴν συληθεῖσαν Καθέδραν τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, τὴν αἱματοβαφῆ μνήμην τοῦ Παλαιολόγου, τὴν παλαιὰν μαρμαρυγὴν τῆς Βασιλίδος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀντλοῦν τὸ θάρρος των. Καὶ τοῦτο δὲν παύει νὰ φωτίζη διὰ τοῦ μελιχροῦ τοῦ φωτὸς τὰς Καλβείους ὠδάς, χωρὶς αἱ ἔκπαγλοι στιγμιαῖαι ἀναλαμπαὶ τῶν Ἀπολλωνίων λαμπηδόνων νὰ ἐμποδίζουν τὴν τελικὴν κατάνυξιν τοῦ χριστιανικοῦ ἡμίφωτος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐσχεδιάσθη καὶ ἐξυπηρετήθη ὁ ἀγών. Χωρὶς βεβαίως, εἰς τὸ ἀπώτερον βάθος, νὰ μὴ ἀχνοφέγγουν ἀμυδρῶς αἱ μνῆμαι τῶν ἀρχαίων κλεῶν. Δικαίως λοιπὸν αἱ ὑπερφυεῖς αὐταὶ συνθέσεις παραλληλίζονται πρὸς τὰς πινδαρικὰς ὠδάς, ὅπου τὸ θεῖον προσμιγνύμενον πρὸς τὸ ἀνθρώπινον, κατεργάζεται τὸ θαυμάσιον, τὰ μυστικὰ ἐκεῖνα ἀθλήματα, τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὸ μέγα πολύπτυχον τοῦ νεωτέρου ἔπους τοῦ Γένους ἡμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν τὴν ἀκολουθήσασαν ἐλευθέραν ἐθνικὴν ὀντότητά μας. Ἂς ἀποτελέση τὸ ἄκουσμα ὑπὸ τὸν θόλον τοῦτον τοῦ μέλους τοῦ ποιητοῦ ἔναυσμα, πρὸς ἀναζωπύρησιν τῶν εὐγνωμόνων συναισθημάτων, τὰ ὁποῖα χρεωστοῦμεν εἰς ὅσους διὰ τοῦ αἵματός των μας ἐδώρησαν τὴν ποθητὴν ἐλευθερίαν.

Ἰδοὺ μερικοὶ τίτλοι τῶν ὠδῶν, ἄλλων ἀναφερομένων εἰς ἀφῃρημένας ἠθικὰς ἰδέας, ἄλλων εἰς συγκεκριμένας ἡρωικὰς τοποθεσίας τοῦ Ἀγῶνος, ἢ γεγονότα ἀθάνατα:

Εἰς Δόξαν, εἰς Θάνατον, εἰς Νίκην, εἰς τὴν Ἐλευθερίαν. Καὶ ἄλλαι ὠδαί, εἰς Χίον, εἰς Πάργαν, εἰς Ἀγαρηνούς, Ἡ Βρεταννικὴ Μοῦσα (ἀφιερωμένη εἰς τὸν Βύρωνα καὶ τὸ Μεσολόγγι), εἰς Σάμον, εἰς Σοῦλι, εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον. Ὅ,τι ἄξιον, ὅ,τι τίμιον ἔχει ὑμνηθῆ καὶ ὁ τόνος εἶναι ὁ ἐμπρέπων. Ὅλα τὰ καθ' ἕκαστα θέματα, τεχνηέντως τὰ συνδέει μὲ τὰ ὑπερούσια ὄντα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ κλασσικὴ τοῦ ποιητοῦ παιδεία τὰ εἶχε συνυφάνει, τοποθετοῦνται δὲ αἱ ἡρωικαὶ περιστάσεις τοῦ Ἀγῶνος ἀνάγλυφοι εἰς μαρμαρίνην πλάκα, λατρευτικαὶ ἀπεικονίσεις πράξεων ἀρίστων, διεπόμεναι πᾶσαι, παρὰ τὴν διακοσμητικὴν μεσολάβησιν τοῦ ἀρχαίου κάλλους, ἀπὸ τὴν ἀρραγῆ καὶ ἄσβεστον πίστιν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν πάσχουσαν Πατρίδα. Διὰ τοῦ μεγαληγόρου τούτου τρόπου, κατέλειπεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἐθνικὸς ψάλτης μνημεῖα ἐπάξια.

Ἂς ἀκουσθῶσι τώρα, ὡς ἀναβαθμοὶ ἀνάγοντες πρὸς τὰ ὑψηλὰ νοήματα, ἐπικλήσεις τινὲς τοῦ Ποιητοῦ:

Τὴν τῶν θεῶν φροντίδα,
Ἑλλὰς ἡρώων μητέρα,
φίλη, γλυκεῖα πατρίδα μου,
νύκτα δουλείας σ' ἐσκέπασε,
νύκτα αἰώνων.

Ἀλλὰ τὴν νύκτα αὐτὴν τὴν σκοτεινὴν ἀκολουθοῦν ἄλλαι ἐπικλήσεις, διὰ τῶν ὁποίων προβάλλονται τὰ μέσα τῆς ἀποσείσεώς της. Ὁ ὑμνῶν τὴν δόξαν ψάλλει:

Ἔσφαλεν ὁ τὴν δόξαν
ὀνομάσας ματαίαν
καὶ τὸν ἄνδρα μαινόμενον
τὸν πρὸ τοιαύτης καίοντα
θεᾶς τὴν σμύρναν.

Δίδει αὐτὴ τὰ πτερὰ
καὶ εἰς τὸν τραχύν, τὸν δύσκολον
τῆς Ἀρετῆς τὸν δρόμον
τῶν ἀνθρώπων τὰ γόνατα
ἰδοὺ πετάουν.

Μικρὰν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
ἔτυχ' ὅστις ἀκούει
τῆς δόξης τὴν παράκλησιν
καὶ δειλιάζει.

Καὶ πάλιν ἑτέρα Ὠδή, εἰς Ἐλευθερίαν, ἐπικαλεῖται τὴν τὰ πάντα δυναμένην Ἀρετὴν:

Ὦ Ἀρετή! πολύτιμος
θεά, σὺ ἠγάπας πάλαι
τὸν Κιθαιρῶνα, σήμερον
τὴν γῆν μὴ παραιτήσῃς,
τὴν πατρικήν μου.

Διὰ νὰ προτρέψῃ, ὡς ὁ πάλαι διὰ τοῦ «Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων», πρὸς τὸν θαρραλέον ἀγῶνα ψάλλει:

. .. Τρέξατε δεῦτε
οἱ τῶν Ἑλλήνων παῖδες•
ἦλθ' ὁ καιρὸς τῆς δόξης,
τοὺς εὐκλεεῖς προγόνους μας
ἂς μιμηθῶμεν.

Καὶ στίχοι, ὠθοῦντες πρὸς τὴν κατάνυξιν, ἂς προτρέψουν ἡμᾶς, τοὺς ἐδῶ παρόντας, εἰς σεβασμὸν τῆς μνήμης τῶν ἡρώων:

Εἰς τοῦτον τὸν ναόν,
τῶν πρώτων Χριστιανῶν
παλαιότατον κτίριον,
πῶς ἦλθον; πῶς εὑρίσκομαι
γονατισμένος;

Ἐδὼ σίγα• κοιμῶνται
τῶν ἁγίων τὰ λείψανα•
σίγα ἐδώ, μὴ ταράξῃς
τὴν ἱερὰν ἀνάπαυσιν
τῶν τεθνημένων.

Καὶ ἕνα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγηλὸν μάρμαρον•
σβησθὲν λιβανιστήριον,
κερία σβηστὰ καὶ κόλυβα
ἔχει τὸ μνῆμα
Ὦ παντοδυναμώτατε!...

. . . λείπει
ἡ ἀναπνοή μου!

Ἐνῷ ἀλλαχοῦ θρηνῶν ἀλλὰ καὶ δοξάζων τὸν Βύρωνα συμπλέκει τὸ ὑποκειμενικόν, ἀνθρώπινον συναίσθημα, πρὸς τὴν ἠθικὴν ἰδέαν, ἥτις μεταβάλλει τὸν κλαυθμὸν εἰς σπονδήν, καὶ καταλήγει, καλῶν εἰς ἅμιλλαν:

Ἀνήρ κατὰ τὸν φύσεως
νόμον τὸν ἄνδρα κλαίω•
δὲν χύνονται τὰ δάκρυα
ματαίως ἐπὶ τὸν τάφον
τῶν εὐδοκίμων.

Ἡμεῖς ὅμως χηρεύομεν.
Τὰς θλίψεις θεραπεύει
καὶ ἄγει ὁ θρῆνος εἰς ἅμιλλαν
ἀρετῆς τὴν φιλόδοξον
σπορὰν τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἡρωικὴν ὑμνολογίαν τοῦ Κάλβου, τὸ ὁποῖον ἐπιρρωννύει τὸν παραλληλισμὸν πρὸς τὸν Πίνδαρον, εἶναι αἱ περίτεχνοι ἐναλλαγαὶ τῆς ποιητικῆς προσφορᾶς του, διὰ μέσου τῆς κλασσικῶς ἰδιοτύπου μετρικῆς τῶν στροφῶν του, ποικιλίας μορφῶν, διὰ τῶν ὁποίων τελειοῦται ἡ αἰσθητὴ σύνθεσις: ὁτὲ μὲν ἡ ὠδὴ ἐκσπᾶ εἰς ἐπίγραμμα, ὁτὲ δὲ εἰς ἠθικὸν ἀφορισμόν, ὁτὲ εἰς προτρεπτικὸν κέλευσμα, ὁτὲ δὲ πάλιν εἰς ἀπόφθεγμα, πάντοτε ὅμως τὸ σπέρμα, ὁ πυρὴν τῆς ὠδῆς παραμένει μεστός, ὡς ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ καὶ ὁμολογῶν διδάσκει, μεστὸς ἀπὸ «αἰσθήσεις ὑψηλονόους». Ἐπιτυγχάνεται δὲ τοῦτο τὸ θαυμάσιον δώρημα τῆς καθαρᾶς τέχνης: ἐπιγράμματα, ἀποφθέγματα, προφητικαὶ ὑποθῆκαι, ἠθικὰ διδάγματα, πολεμιστήρια σαλπίσματα, ἔννοιαι ἅπασαι σμιλευμέναι εἰς μορφὰς ἀρχαϊκῶν ἀναγλύφων ἐξηγγελμέναι διὰ γλωσσικοῦ ἰδιώματος ἐντελῶς προσωπικοῦ καὶ ἀπολύτως ἡρμοσμένου, οὐδέποτε λησμονοῦν ὅτι ἀποτελοῦν ἅπαντα στοιχεῖα τέχνης, οὕτως ὥστε τὸ τελικῶς ἐπιβαλλόμενον καὶ ὑποβάλλον καταλήγει νὰ εἶναι ἡ αἰσθητικὴ μετουσίωσις. Θὰ ἀρκέσῃ διὰ νὰ καταδείξῃ τοῦτο ἡ μνεία καὶ μόνη τῆς πενταστίχου στροφῆς, διὰ τῆς ὁποίας περαίνεται ἡ θαυμασία ὠδὴ εἰς τὰ ἐρημωθέντα Ψαρά, σύμβολον αἰώνιον τραγικοῦ μεγαλείου καὶ καθαρῶς ἑλληνικῆς θυσίας. Ἡ ὠδὴ καταλήγει ὡς ἑξῆς:

Ἐπὶ τὸ μέγα ἐρείπιον
ἡ ἐλευθερία ὁλόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους•
ἕν’ ἀπὸ γήϊνα φύλλα,
κ’ ἄλλον ἀπ' ἄστρα.

Ἡ ἱερατικοῦ καὶ τελετουργικοῦ μεγαλείου εἰκών, ὅπου ἀνθρωπίνη ψυχὴ δὲν ἔχει ἀπομείνει ἀλλὰ μόνη λειτουργός, θεοποιημένη, προσέρχεται ἡ ἐλευθερία, ἐπισφραγίζει τὴν τετελειωμένην θυσίαν, διὰ τῆς διπλῆς προσφορᾶς της, ὑπὸ μορφὴν δύο στεφάνων, ἑνὸς δηλοῦντος τὴν ἐσαεὶ εὐγνώμονα ἀνάμνησιν τῶν Ἑλλήνων, καταθετόντων τὰ γήινα φύλλα καὶ τοῦ ἑτέρου οὐρανίου, ἀποθεωτικοῦ, στεφάνου ἐξ ἀστέρων. Καὶ ταῦτα τελοῦνται ἐπὶ τὸ «μέγα ἐρείπιον». Πῶς διὰ δύο μόνον λέξεων μετατιθέμεθα ἐνώπιον ἑνὸς ἀθανάτου χώρου. Εὐτυχὴς ἡ ἠρημωμένη ράχις τῶν Ψαρῶν, ἡ ἀποτελέσασα ἕν ἐκ τῶν τιμιωτέρων συμβόλων τοῦ Ἀγῶνος, εὐτυχὴς διότι μετετέθη εἰς τὴν ἀθανασίαν μέσῳ τῆς ἀφθάστου κάλλους ἀπεικονίσεως καὶ ἐξυμνήσεως δύο ἐκ τῶν μεγίστων ἡμῶν ποιητῶν, τοῦ Κάλβου καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Καὶ μόνη ἡ στροφὴ αὐτὴ θὰ ἤρκει διὰ νὰ καταδείξῃ, πῶς τὰ ποικίλα στοιχεῖα, αἱ ποικίλαι μορφαὶ αἱ ἐκτυλισσόμεναι μέσῳ τῶν ὠδῶν τοῦ Κάλβου, δύνανται νὰ καταλήξουν προσμιγνυόμεναι, εἰς ἐπίτευγμα ἀπολύτου αἰσθητικῆς λιτότητος ὑψηλῆς καθαρᾶς ποιήσεως, διεπομένης ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς νόμους τῆς ὑψηλονόου αἰσθήσεως. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο: πόσον, ὄντως, τὰ μεγάλα ἰδανικὰ καὶ αἱ ἡρωικαὶ θυσίαι τῶν μαρτύρων τῆς ἐλευθερίας ἀπετέλουν τότε πηγὰς ἀληθοῦς καὶ ὑψηλῆς ποιήσεως. Αἰσθάνομαι λίαν πτωχὰ τὰ ἐκφραστικά μου μέσα καὶ φοβοῦμαι ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ μεταδώσω τὸ μεγαλεῖον τῆς μιᾶς καὶ μόνης στροφῆς τῶν Ψαρῶν, ὅπου ἡ ἀμίαντος Τέχνη προσέφερε μνημεῖον ἐπάξιον, ἀνώτερον οἱουδήποτε ἡρώου, διὰ τοῦ ὁποίου δοξολογεῖται μία κυριαρχικὴ πτυχὴ τοῦ Ἀγῶνος, ἐνσωματοῦσα ὁλόκληρον τὸ πολύεδρον τῆς Ἐθνεγερσίας, κλείουσα, διὰ μιᾶς ἱερουργίας, ὁλόκληρον τῶν Ἑλλήνων τὸ Γένος.

Πρὶν προσφύγω εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ ἑτέρου συμπαρέδρου τοῦ πανηγυρισμοῦ μας, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ εὐλαβὲς συλλείτουργον τοῦ σημερινοῦ ἑορτασμοῦ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μνημονεύσω, ὡς ἀκροτελευτίους δύο ἀκόμη στροφὰς τοῦ Κάλβου, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐπισείεται ὡς φόβητρον καὶ αἰωνία παραίνεσις πρὸς ἀποτροπήν, τὸ φάσμα, τὸ ὁποῖον τόσα δεινὰ ἐπεσώρευσε καὶ ἐπισωρεύει ἀπὸ τῶν παναρχαίων χρόνων εἰς τὴν φυλήν μας.

Ἀφοῦ ὁ ποιητὴς ἀποδώσῃ τὸν δίκαιον θαυμασμὸν ἐξαίρων τὴν τόσα ἐπιτυχοῦσαν ἑλληνικὴν ἀρετὴν διὰ στροφῶν ὡς ἑξῆς:

Ὦ Ἕλληνες, ὦ θεῖαι
ψυχαί, ποὺ εἰς τους μεγάλους
κινδύνους φανερώνετε
ἀκάμαντον ἐνέργειαν
καὶ ὑψηλὴν φύσιν

καταλήγει εἰς τὴν στροφήν, ὅπου διαβλέπει τὸν ἀπειλοῦντα μέγα κίνδυνον, τὸν ἀμαυροῦντα κλέη καὶ δόξας καί, μὲ αὐτοκαταλυτικὴν δύναμιν, τὸν καθιδρύοντα τὸ πνεῦμα τῆς καταστροφῆς. Ἰδοὺ οἱ στίχοι:

Μεγάλη, τρομερή,
μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα,
καθὼς ἀετὸς ἀκίνητος,
κρέμεται 'ς τὸν ἀέρα
'ψηλά ἡ Διχόνοια

Πόση ἀληθῶς πικρὰ πεῖρα καταδεικνύει τὴν αἰωνίαν ἀλήθειαν τοῦ φοβεροῦ ἀετοῦ. Εἶναι ἀξία ἰδιαιτέρας μνείας ἡ σύμπτωσις τῶν δύο μεγίστων ποιητῶν τῆς Ἐθνεγερσίας, εἰς τὴν καθ' ὑψηλὸν τρόπον ἐξύμνησιν ἀφ' ἑνός τῆς καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν, καὶ ἀφ' ἑτέρου εἰς τὴν προβολὴν τῆς ἀπειλῆς τῆς ὑπονομεύσεως τοῦ Γένους ἀπὸ τὴν Διχόνοιαν.

Ἡ μνεία τῆς διπλῆς ταύτης συμπτώσεως ἂς σημάνῃ καὶ τὴν μετάβασίν μας εἰς τὸ ἕτερον κλῖμα, ὅπου κυρίαρχος θὰ εἶναι ἐφεξῆς ἡ μορφὴ τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ.

Πόσον πλούσιαι ἐν τῇ πολυμορφίᾳ των, πόσον ἀνεξάντλητοι εἶναι αἱ προσφοραὶ τῆς Τέχνης!

Con altra voce, con altro velo

κατὰ τὸν στίχον τοῦ προδρόμου τῆς Ἀναγεννήσεως, τοῦ Dante, ἐμφανίζονται οἱ δύο δημιουργοί. Πράγματι ἐντελῶς μὲ φωνὴν ἄλλην, μὲ ἄλλον χιτῶνα, προσέρχεται ἐνώπιόν μας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Κάλβον, ὁ Διονύσιος Σολωμός.

Ἀντιπαρέρχομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν πρώτην αὐτοῦ ποιητικὴν δημιουργίαν, ἐπιθυμῶν νὰ ἐμφανίσω τὸν ἐπιτελέσαντα τὸ θαῦμα τῆς μετουσιώσεως τῆς ὕλης εἰς πνεῦμα. Ὅπως ὁ Χριστιανὸς λειτουργὸς διὰ τῆς ἱερωσύνης του μετουσιοῖ τὸν προσφερόμενον ἄρτον καὶ οἶνον τῆς θυσίας εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, ὁμοίως ὁ χωρήσας ἐπὶ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια Ποιητὴς ἐπέτυχε τὸ ἀκατόρθωτον: ὅ,τι ὑλικόν, ὅ,τι γήϊνον, ὅ,τι ἀνθρώπινον, ὅ,τι ἀπετέλει δρᾶσιν, κλαγγὴν ξιφῶν, γδούπους πυροβόλων, ποταμοὺς αἱμάτων, μαῦρον θάνατον, σθένος πολεμιστήριον, μέσῳ τῆς αἰσθητικῆς μαγγανείας τοῦ ποιητοῦ ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν ὑλικήν του ὑπόστασιν καί, μετατεθὲν εἰς σφαίρας ἐξάρσεως καὶ ἀΰλους, δέχεται τὴν φωταύγειαν φωτὸς μεταφυσικοῦ, λάμψεως Θαβωρείου καὶ μετουσιοῦται εἰς χοροὺς ψυχῶν ἁγίων, καθοσιοῦται μεταξὺ τῶν ὑπερουσίων τάξεων, καὶ προτίθεται εἰς ζωηρὸν πλέον θρησκευτικὸν προσκύνημα. Νικᾶται ἡ τῆς φύσεως τάξις, νικᾶται ἡ Ἱστορία, μεταγραφομένων τῶν γεγονότων της εἰς δέλτους λιθίνους, ὡς ὁ Δεκάλογος τοῦ Σαβαώθ, περιλαμβάνεται, πρὸς λατρείαν ἐσαεί, εἰς Βίβλον ἔχουσαν θεϊκὴν τὴν ἐμπνοήν.

Ὅταν φθάσῃ εἰς τοιαύτην ἐνοραματικὴν δύναμιν, ὁ μυστικὸς οἶστρος ἀγνοεῖ τὰ ἐπὶ μέρους συντελούμενα, τὰ ἐξαλείφει ἀπὸ τὴν μνήμην του, συγκεντρῶν ὅλην τὴν προσήλωσιν εἰς ἕν καὶ μόνον ὅραμα τοῦ Πνεύματος, διὰ τοῦ Λατρευτικοῦ Λόγου, τοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ αἰσθητῶς συναγόμενα, μετουσιοῖ καὶ ἐγκαθιδρύει μεταξὺ τῶν αἰωνίων, τῶν ὑπερβατικῶν, τῶν καθωσιωμένων οὐσιῶν. Συντελεῖται κάτι, διὰ νὰ προσφύγω εἰς παράλληλον εἰλημμένον ἐκ τῆς λατρείας, ὅπως ὁ ὑλικὸς κόκκος τοῦ λιβανωτοῦ, τοῦ θυμιάματος, ὁ ὁποῖος ἐνέχει μὲν τὰς μυστικάς του ἰδιότητας, ἀλλὰ κεκαλυμμένας. Ὁ λιβανωτός, πυρούμενος διὰ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ἀνημμένου ἄνθρακος, μετουσιοῦται εἰς νέφος καλῦπτον ὁλόκληρον τὸν ναόν, προετοιμάζον τὴν ἐπιφάνειάν τῆς Δόξης τοῦ Κυρίου, καὶ ἀναδίδει τὴν προσευχὴν ὀσμὴν εὐωδίας πνεύματος. Κάτι ἀνάλογον κατειργάσθη, καθ' ὅλην τὴν διαδικασίαν τῆς ποιητικῆς του πορείας, ὁ Σολωμὸς κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτῆς καὶ κυρίαν φάσιν.

Συνεκέντρωσεν ἀκέραιον τὸ λατρευτικόν του πάθος εἰς μίαν καὶ μόνην σκηνήν, ἀπὸ τὰ πολυάριθμα καὶ κατεσπαρμένα τοπικῶς καὶ χρονικῶς θέατρα τοῦ ἐθνικοῦ Ἀγῶνος, εἰς μόνον τὸ Μεσολόγγι καὶ τὴν μέσῳ αὐτοῦ ἔξαρσιν καὶ τραγικὴν κάθαρσιν, καὶ αὐτὸ ἀνέδειξεν ὡς ἱερὰν προσφορὰν ἐγκλείουσαν μυστηριακῶς τὸ μέγα Ἔπος, τὴν ἀθάνατον Ἐλλάδα.

Ἀληθῶς ποιητικὴ κοσμογονία συνετελεῖτο ἐντὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ποιητοῦ, ὅταν, ἀπὸ τῆς παραλίας τῆς νήσου του, ἀντικρύζῃ τὸ ἀγωνιῶν καὶ φλεγόμενον ἐθνικὸν προπύργιον• ἐδονεῖτο ψυχικῶς ἀπὸ τὰ κροτοῦντα πυροβόλα τῶν ἀπίστων, συνέπασχεν ἀναλογιζόμενος τὰ δεινὰ τῶν ἐγκλείστων ἡρώων, ηὔχετο καὶ προσηύχετο.

Καὶ ὁ μὲν ἄνθρωπος, ὁ ὑλικὸς ἄνθρωπος, συνώψιζε τὰ αἰσθήματά του μὲ τὴν συμπάσχουσαν ἀπὸ καρδίας ἀναφώνησιν:

«Καϋμένο Μεσολόγγι».

Ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὅμως θεία οὐσία ἔπλαθεν ἤδη τὰ μεγάλα ὁράματα, ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα συνέθετεν ἀγωνιωδῶς, προσθέτων ἐν σοφίᾳ λίθον πρὸς λίθον, τὸ ὑπερούσιον οἰκοδόμημα, τοὺς Ἐλεύθερους Πολιορκημένους.

Ποίημα ὑπὸ τὴν τελείαν μορφήν, δημιουργία ἀκεραία, δὲν μᾶς παρεδόθη. Τί πρὸς τοῦτο ὅμως; ὁ Ποιητὴς μᾶς προσέφερε διὰ τῆς μεταδόσεως τῆς ὅλης του ἀγωνιώδους ποιητικῆς πορείας, τῶν σχεδιασμάτων του, τοῦ ὁλονὲν καὶ τελειότερον μορφουμένου δράματός του, τῶν ἀποσπασματικῶν του ἐπιτευγμάτων, τὸ ἱερατικώτερον, τὸ πνευματικώτερον ποιητικὸν δημιούργημα, τὸ ὁποῖον, ὅστις τὸ παρακολουθεῖ καὶ τὸ στοχάζεται, πείθεται ὅτι τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν ἔργον ὑλικοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ' ὑπαγόρευσις θεία, φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ. Τὰ κινούμενα πρόσωπα δὲν εἶναι πλέον ἄνθρωποι ἀλλὰ ψυχαὶ ἄυλοι. Αἱ συγκρουόμεναι δυνάμεις, δὲν εἶναι ἀνθρώπιναι, ἀλλὰ ἐπουράνιοι, ἀναμὶξ καὶ δαιμονικαὶ ἐπιφοιτήσεις, οἱ τόποι δὲν εἶναι πέτραι, γῆ, ρύακες, χωρία, ἀλλ' ἀναμὶξ παράδεισοι καὶ κολάσεις. Οὔτε Μαρτυρολόγιον θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομάσῃ κανεὶς τὸ Σολωμικὸν αὐτὸ ὅραμα, διότι εἰς τοὺς Βίους τῶν μαρτύρων τῶν Συναξαρίων ἱστοροῦνται κυρίως τὰ σαρκικὰ μαρτύρια, ἡ θηριωδία τῶν ἀπίστων, ἡ καρτερία καὶ ἡ πίστις τῶν ἁγίων, δὲν ἐξαίρονται ὅμως ἐπαρκῶς ἡ ἀκολουθοῦσα θεωτικὴ δόξα, καὶ ἡ συνουσία μὲ τὰς θεότητας καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Ἐνῷ εἰς τὸν Ὕμνον τῶν Πολιορκημένων, χωρὶς νὰ παραλείπεται ἡ ὅλη λιτάνευσις τῶν παθῶν, αἱ ἀντιμαχόμεναι δυνάμεις, τὸ σθένος καὶ ἡ πίστις, τὸ ὅλον ἐν τούτοις πνεῦμα τῆς ποιητικῆς δημιουργίας σφραγίζεται ἀπὸ κάτι τὸ ἄυλον, εἶναι θεωτικὴ ἡ κατάληξις καὶ πλήρως τετελεσμένη ἡ προσφορά. Ἐπὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν παθῶν ἐπιχέεται, ὡς τὸ ἅγιον Μῦρον, τὸ πραϋντικὸν ἔλεος.

Ἀλλ' ἂς προστρέξωμεν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ἱερὸν κειμήλιον, πού μᾶς ἀφῆκεν αἰωνίαν κληρονομίαν ὁ Ὁμολογητὴς τοῦ Ἀγῶνος καὶ σμιλευτὴς συνάμα τῆς δραματικωτέρας συμπυκνώσεως εἰς πρότυπον τέχνης τῆς ἱερότητός του. Σπανιώτατον, ἂν μὴ μοναδικὸν εἶναι τὸ φαινόμενον εἰς τὴν παγκόσμιον ποιητικὴν δημιουργίαν ὅλων τῶν αἰώνων, ὡρισμένοι κατεσπαρμένοι καθοδηγητικοὶ στοχασμοὶ τοῦ ποιητοῦ πρὸς ἑαυτόν, τρία ἡμιτελῆ σχεδιάσματα, καὶ ἀκατέργαστοι μερικοὶ στίχοι, μεμονωμένοι ἢ καὶ ἡμιστίχια νὰ συγκροτοῦν καὶ νὰ ὀρθώνουν, ἐν τῇ ἀποσπασματικότητί των καὶ τῇ ἀτελείᾳ των, ἕν ἐκ τῶν τελειοτέρων ἀριστουργημάτων, ἰσότιμον, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, πρὸς τὸ τραγικὸν μεγαλεῖον τοῦ Αἰσχυλείου Προμηθέως.

Εἰς τὰ κωδικοποιημένα Σολωμικἀ Ἅπαντα προηγοῦνται οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητοῦ, περιέχοντες τοὺς αὐστηροὺς αἰσθητικοὺς καὶ ἠθικοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος, κατόπιν μόχθου, καθισταμένου εὐθὺς αἰσθητοῦ, ἐνομοθέτησε καὶ ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτόν, καὶ τοὺς ὁποίους πιστῶς ἠκολούθησε κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν Ἐλευθέρων Πολιορκημένων. Ἀλλ' ἂς ἀκουσθῇ ἡ συγκινοῦσα, ὑπὲρ πάντα ἄλλον λόγον, αὐθεντία τοῦ στοχασμοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Σολωμοῦ. Προτάσσει εἰς τὸν ἑαυτόν του: «Ἐφάρμοσε εἰς τὴν πνευματικὴν μορφὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ φυτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἀπὸ τὸν σπόρο καὶ γυρίζει εἰς αὐτόν, ἀφοῦ περιέλθη, εἰς βαθμοὺς ξετυλιγμοῦ, ὅλες τὲς φυτικὲς μορφές, δηλαδὴ τὴ ρίζα, τὸν κορμό, τὰ φύλλα, τ' ἄνθη καὶ τοὺς καρπούς. Ἐφάρμοσέ την ... καὶ πρόσεξε ὥστε τοῦτο τὸ ἔργο νὰ γίνεται δίχως ποσῶς νὰ διακόπτεται».

Κι' ἐξακολουθεῖ ἐπεξηγῶν: «Μία μεστὴ καὶ ὡραία δημιουργία ἰδεῶν, αἱ ὁποῖες νὰ παρασταίνουν οὐσιαστικὰ τὸν εἰς τὰς αἰσθήσεις ἀόρατο Μονάρχη». (Ὁ Μονάρχης, κατὰ τὸν Σολωμόν, εἶναι ὁ κυρίαρχος λόγος, ὁ διέπων Νοῦς) .

Καὶ συνεχίζει: «Τότε εἶναι ἀληθινὸ ποίημα. Ὁ Μονάρχης ὅπου μένει κρυμμένος γιὰ τὲς αἰσθήσεις καὶ γνωρίζεται μόνον ἀπὸ τὸ πνεῦμα, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγεννήθηκε, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν περιφέρεια τοῦ Καιροῦ. Ἀλλὰ μία δημοκρατία ἰδεῶν ἐνεργεῖ αἰσθητὰ μέσα εἰς τὰ ὅρια τοῦ Καιροῦ».

Ὁ ἀφορισμὸς αὐτός μᾶς διδάσκει τὴν αἰσθητικὴν συνύπαρξιν μεταξὺ αἰσθητῶν ἰδεῶν καὶ τῶν κεκρυμμένων ὑπερβατικῶν ὑπερουσίων, διὰ τῆς ἐντέχνου δὲ συμμίξεως ἀμφοτέρων ἀναλάμπει τὸ ἔκπαγλον καλλιτέχνημα. Ἀλλ' ἂς προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον, τὸ πολυσήμαντον καὶ βαρυσήμαντον:

«Σκέψου βαθειὰ καὶ σταθερὰ (μία φορὰ γιὰ πάντα) τὴ φύση τῆς Ἰδέας, πρὶν πραγματοποίησης τὸ ποίημα. Εἰς αὐτὸ θὰ ἐνσαρκωθῆ τὸ οὐσιαστικώτερο καὶ ὑψηλότερο περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ Πατρίδα καὶ ἡ Πίστις. Ὁ θεμελιώδης ρυθμὸς τοῦ ποιήματος ἂς εἶναι τὸ Κοινὸ καὶ τὸ Κύριο συρριζωμένα καὶ ταυτισμένα. Ἂς ἐργάζεται τὸ ποίημα γιὰ τὴν ἀληθινὴ οὐσία, ἀλλ' εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ τὸ καταλάβουν εἰμὴ οἱ νόες οἱ γυμνασμένοι καὶ βαθεῖς».

Εἰς τὸ ποίημα τοῦ Χρέους (Χρέος, ἂς σημειωθῇ, ἦτο εἷς ἐκ τῶν τίτλων τοὺς ὁποίους εἶχε στοχασθῆ ὁ Ποιητής, πρὶν καταλήξῃ εἰς τὸν ὁριστικὸν τίτλον «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι») , μακρυνὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ φρικτὴ ἀγωνία μέσα εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τοὺς πόνους, ὅπως ἐκεῖ «φανερωθῆ ἀπείρακτη καὶ ἅγια ἡ διανοητικὴ Παράδεισος».

«Εἰς τὸν πάτο τῆς εἰκόνος πάντα ἡ Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της ἀπὸ πόνο περνᾶνε σὲ πόνο, ἕως τὸν ἄκρο πόνο, τότε ἔτρεξε ἡ θάλασσα καὶ ἡ ψυχή τους ἔπλεε εἰς τὴν πίκρα κι' ἐτρέκλυζαν ὡσὰν μεθυσμένοι. Τότε ὁ ἐχθρός τοὺς ζητάει ν' ἀλλαξοπιστήσουν. Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέγει ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ καθέδρα τῆς ἀληθινῆς σοφίας ἐπειδὴ ὅσα ὁ Ἰησοῦς εἰς τρεῖς χρόνους ἐδίδαξε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅλα τὰ ἀνακεφαλαίωσε εἰς τρεῖς ὧρες ἀπάνου εἰς τὸν σταυρό. Ἔντονες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ξετυλίγονται εἰς φυσικοεθνικὰ ὄργανα, δυνάμεις μεγάλες κάθε λογῆς οἱ ὁποῖες ἐμψυχώνουν μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς περασμένης δόξας. Ἡ μικρὰ γῆ, ἕως τότε δίχως δόξα, δίχως ὄνομα, διὰ μιᾶς ὑψώνεται εἰς τὸ ἄκρον τῆς δόξας. Τὸ ποίημα ἂς ἔχη ἀσώματη ψυχή, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἀφοῦ σωματοποιηθῆ εἰς τὰ ὄργανα καιροῦ, τόπου, ἐθνικότητος, γλώσσης, μὲ τοὺς διαφορετικοὺς στοχασμούς, αἰσθήματα, κλίσεις κ.ἅ. (ἂς γένη ἕνας μικρὸς σωματικὸς κόσμος) , τέλος ἐπιστρέφει στὸ Θεό».
Ἐφαρμόζων τὴν ποιητικὴν αὐτὴν διαδικασίαν ὁ Σολωμὸς συμπυκνώνει ὅλα αὐτὰ τὰ πολυσύνθετα νοήματα εἰς τοὺς ἐπιγραμματικοὺς αὐτοὺς στίχους:

Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθὸ ὥς που δὲν ἦταν ἄλλος
Ἐκεῖθ' ἐβγῆκε ἀνίκητος.

Καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὰς πρὸς ἑαυτὸν ἐπιταγὰς συνοψίζει: «Κοίταξε νὰ σχηματίσης βαθμηδὸν ὡσὰν μίαν ἀναβάθρα ἀπὸ δυσκολίες τὶς ὁποῖες θὰ ὑπερβοῦν ἐκεῖνοι οἱ Μεγάλοι, μὲ ὅσα οἱ αἰσθήσεις ἀπορροφοῦν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, τὰ ὁποῖα ἢ τοὺς τραβοῦν μὲ τὰ κάλλη τους, ἢ τοὺς βιάζουν μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ μὲ τὸν πόνο, ἕως εἰς τὴν βεβαιότητα τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἐνθύμηση τῆς περασμένης δόξας. Ὅλα αὐτὰ ὁσο μεγαλύτερα εἶναι καὶ πλέον διάφορα, εἰς τόσο ὑψηλότερον στυλοπόδι σταίνουν τὴν Ἐλευθερία, μεστὴ ἀπὸ τὸ Χρέος, δηλαδὴ ἀπὸ ὅσα περιέχει ἡ Ἠθική, ἡ Θρησκεία, ἡ Πατρίδα, ἡ Πολιτικὴ καὶ ἄλλα».

Ὁλόκληρον τὸ ποιητικὸν καὶ πνευματικὸν κατόρθωμα τοῦ Σολωμοῦ, νὰ περικλείσῃ εἰς τοὺς διασπάρτους αὐτοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰ ἡμιτελῆ ἀποσπασματικὰ σχεδιάσματα τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἀγῶνος ἀκεραίου, συνοψίζεται εἰς τοὺς ἀκροτελευτίους αὐτοὺς στοχασμούς.

«Κάμε ὥστε ὁ μικρὸς Κύκλος, μέσα εἰς τὸν ὁποῖον κινιέται ἡ πολιορκημένη πόλη, νὰ ξεσκεπάζη εἰς τὴν ἀτμοσφαίρα του τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τόσο γιὰ τὴν ὑλικὴ θέση, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἠθικὴ θέση, δηλαδὴ τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς ἀνθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεσις δένεται μὲ τὸ παγκόσμιο σύστημα. Ἰδὲ τὸν Προμηθέα καὶ ἐν γένει τὰ συγγράμματα τοῦ Αἰσχύλου. Νὰ φανῆ καθαρὰ ἡ μικρότης τοῦ τόπου καὶ ὁ σιδερένιος καὶ ἀσύντριπτος κύκλος ὅπου τὴν ἔχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ τὴν μικρότητα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος παλεύει μὲ μεγάλες ἐνάντιες δυνάμεις, θέλει ἔβγουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες». Καὶ καταλήγει:

«Μεῖνε σταθερὸς εἰς τούτη τὴν ὑψηλὴ θέση».

Καὶ ἐκεῖνος μὲν Ἔμεινε σταθερὸς καὶ μᾶς παρέδωσε, μαζὶ μὲ τὸ ἀριστούργημά του ὁλόκληρον τὴν ψυχήν του, εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται ἀπ' αὐτὰ τὰ ὑψιπετῆ διδάγματα ὡς νόες γυμνασμένοι καὶ βαθεῖς, κατὰ τὸν λόγον τοῦ ποιητοῦ, ν' ἀντλῶμεν συνεχῶς τὸ σθένος πρὸς τὰ Μεγάλα, τὴν καρτερίαν εἰς τὸν πόνον καὶ τὴν προσπέλασιν πρὸς τὸ Κάλλος.

Μετὰ τοὺς στοχασμούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστον αἰσθητικὸν καὶ ψυχικὸν σχολιασμὸν αὐτοῦ τούτου τοῦ δημιουργοῦ των τοῦ καθαυτὸ λυρικοῦ μέρους τοῦ ποιήματος, ἂς εἰσέλθω ἐπ' ὀλίγον εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ κύριον ποιητικὸν σῶμα, τὸ εἰς τὰ τρία σχεδιάσματα ἐγκατεσπαρμένον, ὅπου οἱ στοχασμοὶ εὑρίσκουν τὴν πιστὴν καὶ σταθερὰν ἐφαρμογήν των.

Κατὰ τὸ πρῶτον σχεδίασμα, προκειμένου νὰ ὑψώσῃ ὁ ποιητὴς τὸν ψαλμόν του, ἐκκινεῖ, ὄρθρου βαθέος, ὡς αἱ μυροφόροι τῆς Ταφῆς καὶ τῆς Ἀναστάσεως, διὰ τῶν ἑξῆς ὑπερόχων στίχων:

Τὸ χάραμα ἐπῆρα
τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο
κρεμῶντας τὴ λύρα
τὴ δίκαιη στὸν ὦμο

Καὶ μόνος ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς λύρας ὡς δικαίας (τὸ «δίκαιη» αὐτὸ πόσον πλούσιον εἶναι εἰς περιεχόμενον!) προεξαγγέλλει τὸν ὑψηλὸν ἠθικῶς τόνον τοῦ ὅλου ἐγχειρήματος. Καὶ ἀκολουθεῖ ἐν πεζῷ ἀκόμη ὁ περαιτέρω σημειούμενος σχεδιασμὸς:

«Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι».

Μὲ τὴν ἠθελημένην σμίκρυνσιν εἰς τὸ ἐλάχιστόν τοῦ τόπου, ὅπου θὰ τελεσθῆ ἡ πρώτη πρᾶξις, διὰ τοῦ ὅρου «ἁλωνάκι», συμβολικοῦ καὶ ὡς τόπου, ὅπου λικνίζεται καὶ καθαίρεται ὁ σίτος, κατορθώνει ὁ ποιητὴς νὰ περικλείσῃ ὄχι μὸνον τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀγωνιζομένην, καὶ ὄχι μόνον τὴν Ἑλλαδὰ τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς ἀγῶνας της ὅλων τῶν αἰώνων. Καὶ πέραν τούτου, διὰ τοῦ ὕμνου του αἴρεται εἰς τὴν ἐξύμνησιν τῶν ὑψηλῶν πράξεων αἱ ὁποῖαι, διὰ μέσου τῶν αἰώνων, φωταγωγοῦν τὴν οἰκουμένην.

Εἰς τὸ δεύτερον σχεδίασμα, διὰ νὰ καταστῇ ἡ ἔξαρσις τῆς ἡρωικῆς θυσίας τοῦ Χρέους ἔτι ὑψηλοτέρα ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τονισθῇ ἐναργέστερον τὸ ἀνθρώπινον στοιχεῖον, τὸ γαιῶδες καὶ ὑλικόν, οὕτως ὥστε τελικῶς ν' ἀναλάμψῃ τὸ ὑπερφυσικὸν καὶ ἀπόλυτον, ὁ ποιητὴς περιγράφει διὰ τῶν ζωηροτέρων εἰκόνων ὅλους τοὺς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι συνωμοτοῦν κατὰ τῶν δεινοπαθούντων ἡρώων. Ἡ γοητεία τῆς ἐαρινῆς ὥρας, μὲ ὅλα της τὰ θέλγητρα καὶ τάς μαγγανείας διεγείρει νοσταλγικῶς τοὺς ἥρωας μέχρι παραλύσεως τῆς ψυχῆς. Οἱ συγγενικοὶ δεσμοὶ ἀφ' ἑτέρου πατέρων, μητέρων, τέκνων, συζύγων καθίστανται ἐντονώτεροι καὶ πιεστικώτεροι γεννῶντες τὴν πικρίαν ἐκ τοῦ προβάλλοντος φάσματος τοῦ θανάτου. Μὲ περισσὴν τέχνην ὁ ποιητὴς προετοιμάζει, διὰ ζωηρᾶς λυρικῆς περιγραφῆς, τὴν στάσιν τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι μέσα εἰς τὴν κόλασιν τῆς πείνης, τοῦ πολέμου, τῶν ἑτοιμοθανάτων βρεφῶν, ὑφίστανται καὶ αὐταὶ τοὺς πειρασμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους, λόγω τῆς ἀσθενεστέρας καὶ πλέον εὐκολοσυγκινήτου φύσεώς των εἶναι ἐκτεθειμέναι. Ὁ ἀνήρ, δηλαδὴ ὁ ἄνδρας εἰς τὸν λυρικὸν λόγον τοῦ ποιητοῦ, μονολογεῖ:

«Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὰς
ἐπαρατήρησα ἀδιακόπως
γιὰ ἡ δύναμη δὲν εἶν' σ' αὐτὲς ἴση μὲ τ’ ἄλλα δῶρα»

διαπιστώνει δηλαδὴ τὴν ἔμφυτον ἀδυναμίαν των καὶ ἀνησυχεῖ, διὰ νὰ καταλήξῃ ὅμως εἰς τὴν θαυμαστικὴν ἀναφώνησιν:

«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς στὸ λέω:
Θαυμάζω τὶς γυναῖκες μας καὶ στ' ὄνομά τους μνέω»
(δηλαδὴ ὀμνύω)

Καὶ καταλήγει:

«Μεγάλο πράμα ἡ ὑπομονὴ
Ἄχ μᾶς τὴν ἔπεμψε ὁ Θεός• κλεῖ θησαυροὺς κι' ἐκείνη».

Καὶ ἀκολουθεῖ ἡ περαιτέρω ἀνέλιξις τῆς λυρικῆς ἐπεξεργασίας τῆς στάσεως τῶν γυναικῶν, δεχομένων ἀλλεπαλλήλως τοὺς πειρασμοὺς: Μία ἐξ αὐτῶν

«ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχύνετο μέσα κι' ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο. Καὶ ἡ πρώτη εἶπε:

Καὶ τὸ ἀεράκι μᾶς πολεμάει — Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της».

Τελικῶς ὡμολόγησαν ὅτι ὅλαι καθ' ὕπνους εἶδον ὄνειρα καὶ ἀποφασίζουν νὰ τὰ ἀφηγηθοῦν, ἐνῷ ὁ ἀνὴρ παρακολουθεῖ τὴν ἀφήγησιν. Ὅλα τὰ ὄνειρα ἦσαν ὄνειρα ἐλπίδων, ὄνειρα φαινομενικῶς ἀπατηλά.

Κατὰ τὸν ποιητὴν:

«Καὶ μία εἶπε: Μοῦ ἐφαινόντουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς ἄνδρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι εἴμαστε ποτάμια, ποὺ τρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια κι' ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή.

Καὶ μεσ' τὴ θάλασσα, γλυκὰ βαστοῦσαν τὰ νερά μας» καὶ μιὰ δεύτερη εἶπε:

«Ἐγώ δὰ δάφνες! —Κι' ἐγὼ φῶς!
Κι' ἐγὼ σ' φωτιὰ μιὰν ὄμορφη π' ἀστράφτουν τὰ μαλλιά της».

Κι' ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὄνειρά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε:

«Ἰδὲς καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμονοοῦμε, καθὼς καὶ τὲς θέλησες καὶ εἰς ὅλα τ' ἄλλα ἔργα».

Ὁ δὲ ποιητὴς (ἢ ὁ παρακολουθήσας τὴν ἀφήγησιν ἀνὴρ) συμπεραίνει:

«Ἰδοὺ αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστὰ αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες κι' ἂς λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπὸ μᾶς, δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴν δόξα καὶ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπὸ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερην ὥρα».

Καὶ καθὼς ἔλεγε αὐτὰ ἀπομακρύνθηκε ταραγμένος

«Κι' ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα, τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν».

Ὅταν ὅμως ἡ συμφορὰ εἶχε φθάσει εἰς τὴν ὀξυτέραν της φάσιν καὶ ἡ ἐρήμωσις ἐβασίλευε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γενικῆς δεήσεως, τῆς ὄντως ἐπιθανατίου,

«οἱ γυναῖκες εἰς τὲς ὁποῖες ἕως τότε εἶχε φανῆ ὅμοια μεγαλοψυχία μὲ τοὺς ἄνδρες, ὅταν δέονται καὶ αὐτές, δειλιάζουν λιγάκι καὶ κλαῖνε• ὅθεν προχωρεῖ ἡ Πράξη• διότι ὅλα τὰ φερσίματα τῶν γυναικῶν ἀντιχτυποῦν εἰς τὴν καρδιὰ τῶν πολεμιστάδων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑστερνὴ ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς καταπολεμάει, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς καὶ ἀπ' ὅλες τὲς ἄλλες, αὐτοὶ βγαίνουν ἐλεύθεροι. Εἶναι προσωποποιημένη ἡ Πατρίδα, ἡ Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὅλα τὰ παθήματα, καὶ καθαρίζοντάς τα εἰς τὴν μεγάλην ψυχήν της ν' ἀναπνέει τὸν Παράδεισο».

«Πολλὲς πληγὲς κι' ἐγλύκαναν γιατ' ἔσταξ' ἁγιομῦρος».

Ἐπειδὴ ἡ «θεάνθρωπος» βλέπει τὸν ἐχθρὸν ἄσπονδον, ἄπονον ἀπὸ τὸ πολὺ πεῖσμα, καταλαβαίνει ὅτι ἂν τὸ ἔλεος ἔχυνε μεσ' στὰ σπλάγχνα της τοὺς θησαυρούς του, θὰ τοὺς ἠρεμοῦσε, γιατί βλέπει πὼς οἱ ἐθνομάρτυρες αὐτοὶ

«Τριαντάφυλλα εἶναι θεϊκὰ στὴν κόλαση πεσμένα».

Τοιαῦτα εἶναι τὰ τραγικὰ σκηνικά, ὅπου

«Ἡ ἐλπίδα περνάει ἀπὸ φριχτὴν ἐρημιὰ μὲ
τὰ χρυσοπράσινα φτερὰ γιομᾶτα λουλουδάκια».

Ἔκρινα προτιμότερον νὰ ἐπεκταθῶ ἀναλυτικώτερον εἰς μίαν καὶ μόνην πτυχὴν τοῦ τραγικοῦ Λόγου τοῦ ποιητοῦ, πτυχὴν ὅπου περικλείεται ἡ τρυφερότης τῶν γυναικῶν, ἡ καρτερία των, ἡ ἀνδρικὴ συμπόνοια, ἡ γενικὴ ἀλληλεγγύη πρὸ τῆς τελειωτικῆς συμφορᾶς, ἑνὸς ἐσμοῦ ἡρώων καὶ μαρτύρων ἀντλούντων ἡρωϊσμὸν ἐνώπιον τοῦ θανάτου. Παραλληλίζω τοὺς ἀντιξόους πειρασμούς, διὰ τῶν ὁποίων ἡ φύσις ἔπραττε τὸ πᾶν διὰ νὰ κατανίκησῃ τὸ μένος τῶν μαρτύρων, χωρὶς νὰ τὸ κατορθώσῃ πρὸς τοὺς τριπλοῦς πειρασμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ Σατανᾶς τὸν Ἰησοῦν, μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερον νηστείαν του, πειρασμοὺς τοὺς ὁποίους ὅλους κατενίκησε διὰ τοῦ τελειωτικοῦ ἐκείνου:

«Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ».

Καὶ ὡς γνωστόν, κι' ἐκεῖ, κι' ἐδῶ, ἠκολούθησε τὸ μαρτύριον, ἡ ταφὴ καὶ ἡ ἀνάστασις.

Ἂν αἱ γυναῖκες, ἀποκοιμίζουσαι τὴν ἀπελπισίαν των, ὠνειρεύοντο ὁράματα ἐλπιδοφόρα, τὰ ὁποῖα ἔκριναν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπατηλά, εἰς τὴν μακαριότητα ἐν τούτοις, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τὰ πάθη μετέστησαν, εἰς τὴν μακαριότητα τῆς δοξαστικῆς αἰωνιότητος, ἀπεδείχθησαν τὰ ὁράματα ἐκεῖνα, τῶν ποταμῶν τῶν ἐπαναπαυομένων εἰς τὰς θαλάσσας χωρὶς νὰ χάνουν τὴν γλυκύτητά των, τῶν δαφνῶν καὶ τοῦ φωτεινοῦ κάλλους, ὅλα ἀληθῆ — ὑπὸ ἐκδοχὴν ὅμως οὐχὶ ὑλικήν, οὐχὶ ἀνθρωπίνην, ἀλλ' ὑπερβατικήν.

Τὸ πόσον ἔμμονος ὑπῆρξεν εἰς τὸν Σολωμόν ὁ ψυχικὸς πόνος καὶ ἡ ἀπόλυτος συμπαράστασης εἰς τὸ κορυφωθέν, μέσα εἰς τὸ σπαρασσόμενον Μεσολόγγι, δρᾶμα τοῦ μέχρις ἐσχάτων ἀγωνιζομένου Γένους, καταφαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ κείμενον τὸ προηγηθὲν τῆς ἐπεξεργασίας τῶν Σχεδιασμάτων τῶν Ἐλευθέρων Πολιορκημένων. Τοῦ κειμένου τούτου, τοῦ ὁποίου αἱ σελίδες εἶναι σελίδες Ἀποκαλύψεως, σελίδες κρυπτικαὶ κι' ἀθάνατοι. Παρ' ὅλον τὸ μυστήριον τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸ κείμενον τοῦτο, τὴν Γυναῖκα τῆς Ζάκυθος, διότι περὶ αὐτῆς πρόκειται, ἡ μόνη καθαρὰ ἀναλάμπουσα εἰκὼν εἶναι καὶ πάλιν τὸ Μεσολόγγι καὶ ἡ θυσία του. Τραγικὸν μεγαλεῖον ἐνέχουν καὶ ρῖγος προκαλοῦν αἱ φράσεις αἱ περιγραφικαί, ὅπου αἱ Μεσολογγίτισσαι γυναῖκες, πρόσφυγες εἰς Ζάκυνθον, ἀρχόντισσαι εἰς τὸν τόπον των, τὸν ὁποῖον κακαὶ κακῶς ἐγκατέλειψαν, ἀναγκάζονται νὰ ζητοῦν ἐλεημοσύνην ὑπὲρ τῶν μαχομένων. Ἀνατρέχω εἰς μερικὰς γραμμάς, μόνον, αὐτοῦ τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ κειμένου, ἰσοτίμου, ὡς πρὸς τὸ μεγαλεΐον, μὲ τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Ψαλτηρίου, ὑπερτέρου ὅμως κατὰ τὴν τραγικότητα καὶ τὸν σπαραγμόν.

«1. Καὶ ἐσυνέβηκε αὐτὲς τὲς ἡμέρες ὅπου οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τὸ Μεσολόγγι, καὶ συχνὰ ὁλημερὶς καὶ κάποτε ὁλονυχτὶς ἔτρεμε ἡ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸ Κανόνισμα τὸ πολύ.
2. Καὶ κάποιες γυναῖκες Μεσολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τ' ἀδέρφια τους, γιὰ τὰ παιδιά τους ποὺ ἐπολεμούσανε.
3. Καὶ στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νὰ βγοῦνε, καὶ περιμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ νὰ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἦταν μαθημένες.
4. Καὶ ἀκολούθως ἐβιαζόντανε καὶ ἐσυχνοτηράζανε ἀπὸ τὰ παράθυρα τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψῃ νὰ βγοῦνε.
5. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες, ἐχάσανε τὴν ἐντροπή, ἐβγαίνανε ὁλημερνίς.
6. Κι' ὅταν ἐκουραζόντανε, ἐκαθόντανε στ' ἀκρογιάλι, καὶ συχνὰ ἐσηκώνανε τὸ κεφάλι κι' ἀκούανε, γιατί ἐφοβόντανε μὴ πέση τὸ Μεσολόγγι.
7. Καὶ τὶς ἔβλεπε ὁ κόσμος νὰ τρέχουνε τὰ τρίστρατα, τὰ σταυροδρόμια, τὰ σπίτια, τ' ἀνώγεια καὶ τὰ χαμώγεια, τὶς ἐκκλησίες, τὰ ξωκλήσια, γυρεύοντας.
8. Καὶ ἐλαβαίνανε, χρήματα, πανιὰ γιὰ τοὺς λαβωμένους.
9. Καὶ δὲν τοὺς ἔλεγε κανεὶς τὸ ὄχι, γιατί οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἦταν τὶς περισσότερες φορὲς συντροφευμένες ἀπὸ τὶς κανονιὲς τοῦ Μεσολογγιοῦ, καὶ ἡ γῆ ἔτρεμε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας.
10. Καὶ οἱ πλέον πάμπτωχοι ἐβγάνανε τ' ὀβολάκι τους καὶ τὸ δίνανε καὶ κάνανε τὸ σταυρὸ τους κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μεσολόγγι καὶ κλαίοντας».

Τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο εἶχε παραθέσει ὁ Ἰάκωβος Πολυλᾶς, ὁ ἀφωσιωμένος φίλος, ὁ θαυμαστής, ὁ βιογράφος καὶ ὁ εὐλαβὴς ὑπομνηματιστής τοῦ Σολωμοῦ. Ἀναφερόμενος εἰς τὸν χρόνον, καθ' ὅν ὁ ποιητὴς ἔγραψε τὸν Λάμπρο, σημειώνει τὰ ἑξῆς:

«Εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν, 1826, ὁ Σολωμὸς ἔγραψε τὸν Λάμπρο. Καὶ τούτου τοῦ συνθέματος ἠθικὸς ἦταν ὁ ἐξωτερικὸς σκοπός, μὲ μέρη ὅπου εἰκονίζεται ὁ ἐθνικὸς ἀγῶνας. Καὶ ἐνῷ ἐκαταγίνετο ὁ ποιητὴς εἰς αὐτό, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ὕστερα ἀπὸ ἀθάνατα ἀνδραγαθήματα, ἐκόντευε νὰ καταποντισθῆ ἀπὸ τὲς ἄγριες καὶ πολυάριθμες δυνάμεις τοῦ βαρβάρου. Ὁ ἡρωισμὸς μέσ' τὰ βάθη τῆς συμφορᾶς, ἄκρως εἰς τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγιοῦ, ἀντιχτυποῦσε εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ποιητῆ μας. Καὶ βέβαια αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ ὕστερος εἰς τὸ νὰ αἰσθάνεται καὶ ν' ἀποδείξη τὴν συμπάθειά του πρὸς τὴν ὑψηλὴ πολυθρήνητη τραγωδία, ὅπου ἐξετυλίγετο εἰς τὴν ἐκεῖ ἀντίκρυ στερεά. Αὐτὴ τὴ συμπάθεια, ἡ ὁποία τότες ἐτίμησε τόσο τὰ ἐθνικὰ φρονήματα τοῦ λαοῦ, καθὼς πρωτύτερα κι' ἔπειτα ἐδοξάσθηκαν πολλὰ παιδιά του θυσιαζόμενα γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας, δὲν δύναμαι καλύτερα νὰ τὴ μαρτυρήσω, παρὰ μὲ τὲς ὀλίγες γραμμές, σχεδιασμένες ἀπὸ τὸν ποιητὴ σύγχρονα μὲ τὰ συμβάντα».

Καὶ εἰς τὸ σημεῖο τοῦτο ὁ Πολυλᾶς παραθέτει τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα. Ἐπιλέγει δὲ:

«Εἰς τοῦτο τὸ κομμάτι φαίνεται ἁπλᾶ χαραγμένη ἡ τοτεσικὴ διάθεση τοῦ πνεύματός του• ἤδη ἐσχεδίαζε τὸ ποίημα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε εἰς τὸ ἑξῆς νὰ εἶναι τὸ κυριώτερον ἔργον τῆς ζωῆς του. — Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι. Καὶ σύγχρονα μὲ τὸ πέσιμο τοῦ Μεσολογγιοῦ ἐγράφθηκαν οἱ σωζόμενες στροφὲς τοῦ Α' Σχεδιάσματος».

Ὅσον πτωχός, ἀσθενὴς καὶ ἄχρωμος ἂν ἀκούεται ὁ λόγος μου, ἀναφερόμενος ὅμως εἰς τὰ μεγαλεῖα τῆς ἀνωτάτης λυρικῆς ὁμοῦ καὶ ἐθνικῆς φωνῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προκαλέσῃ συγκίνησιν. Εὔχομαι δέ, ὅπως πολλοὶ ἐξ ὅσων μὲ ἐτίμησαν διὰ τῆς παρακολουθήσεώς των, ἀπερχόμενοι ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀποσυρόμενοι εἰς τὰ ἴδια, πράξουν ὡς συνηθίζω κι' ἐγὼ νὰ πράττω κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, ἤτοι νὰ προσφύγουν εἰς πληρεστέραν μελέτην τῶν Σολωμικῶν κειμένων. Ἀπ' αὐτὰ ἀντλοῦνται ὑψηλὰ νοήματα, ἀλλὰ καὶ διαχέεται αἰσθητικὴ εὐφροσύνη. Ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνη τοῦ τρίτου, τοῦ καὶ πληρεστέρου Σχεδιάσματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀναβλύζει φωτεινὴ καὶ γόησσα, ἐν μέσῳ τῆς ἐρημώσεως καὶ τοῦ δεινοῦ πολέμου, ὁλόκληρος ἡ ἐαρινὴ πειραστικὴ γοητεία, τὴν ὁποίαν κατώρθωσαν νὰ ὑπερνικήσουν οἱ ἥρωες. Τελειότερον ποιητικὸν κάλλος δὲν κατέχει ὁλόκληρος ἡ παγκόσμιος λυρικὴ δημιουργία.

Ἐπέμεινα εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῆς τελειώσεως τοῦ ποιητοῦ, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἀποκορυφώσεως τῆς μυστικῆς του ἐξάρσεως• δὲν πρέπει ἐν τούτοις νὰ μὴ μνημονεύσω ὅτι προηγήθησαν ἄλλα στάδια, νεανικώτερα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ὑπὸ διαφόρους ἁπλουστέρας μορφάς, πᾶν ἄλλο ἢ ἀπουσίαζεν ὁ ἔρως τοῦ ποιητοῦ πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν, τὴν Πίστιν, τὴν Πατρίδα, τὴν ἀθλοῦσαν τὸν ὕψιστον ἀγῶνα. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ὁ οἶστρος τοῦ ποιητοῦ, ἐνῷ ἔκτοτε ἔφερε τὴν σφραγῖδα τῆς προσωπικότητός του, ἐν τούτοις παρήγαγεν ἔργα δυνάμενα νὰ παραλληλισθοῦν πρὸς Πινδαρικὰς ὠδάς, προσεγγίζοντα οὕτω τὰς ἐμπνεύσεις καὶ παρορμήσεις τῶν ἐθνικῶν ἀνατάσεων τοῦ Ἀνδρέου Κάλβου. Εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν χρεωστοῦμεν τὸν Ὕμνον εἰς τὴν Ἐλευθερίαν, τὸν διαιωνίζοντα καὶ συμβολικῶς τὴν δόξαν τοῦ ποιητοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἐπαναλάβω τοὺς δύο στίχους τῆς Δαντικῆς Κωμωδίας, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιστέφεται ὁ Ὕμνος:

Libertà vo cantando ch' è si cara
come sa chi per lei vita rifiuta

δηλαδὴ «ψάλλω τὴν Ἐλευθερία, ποὺ εἶναι τόσον ἀγαπητή, καθὼς γνωρίζει ὅποιος γι' αὐτὴν γίνεται ἀρνητὴς κι' αὐτῆς τῆς ζωῆς».

Ἁρμόζει, νὰ ἀκουσθοῦν ὡς κατακλεὶς τῆς δοξαστικῆς ἡμῶν τελετῆς, οἱ ἡρωικοὶ τόνοι στροφῶν τινων τοῦ Ὕμνου:

Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
Σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλό•
Ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
Δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

Ὦ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
Καὶ ξανάλθετε σὲ μᾶς•
Τὰ παιδιά σας θέλ' ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μὲ σᾶς.

.............................................

Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
Ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
Εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
Ματωμένη περπατεῖς.

........................................

Μεσ' τὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
Τὸ ποτῆρι δὲν βαστῶ•
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

Ἀπ' τὰ κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
Καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
Χαῖρε, ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!

Related Posts with Thumbnails