© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Μαργαρίτας Κεφαλάκη: ΟΜΟΡΦΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ [Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2012]



Όμορφη πρωτοβουλία
Με γεμίζεις ευωδία
Και του κόσμου τα θηρία
Δες χαμόγελο φορούν

Μ' έπιασε λιγοθυμία
Διώξε θεέ μου την ανία
Κάθε κρίσης δυσοσμία
Οι ανέμοι ευλογούν

Όμορφη πρωτοβουλία
Με ποιήματος μαγεία
Χάραξα γλυκιά πορεία
Ζωγραφιά στους ουρανούς

Έναν φίλο, μιαν αγάπη
Χέρι κράτα στυλοβάτη
Κι αν ξανά ζητήσει κάτι
Ξόδεψε μιαν αγκαλιά

Να ξορκίζεις τις ρυτίδες
Τις πιο άσκημες παρτίδες
Και χαμόγελο για λίγο
Να γεμίζει την φωτιά.

20-03-2012


Φωτογραφία: π. Π. Κ.

Τάσου Βυζάντιου: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ / ΤΑ ΑΡΘΡΑ / ΑΓΡΑΦΟΙ ΘΟΛΟΙ [Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2012]

Φωτογραφία: π. Π. Κ.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι υδρορροές της λύπης
φυγαδεύουν αενάως
τα αίματα αχρείαστων θυσιών.

Στην αρχαιότερη πόλη των δεινών
ο νεόφυτος αρχιθύτης αίτιος κατέστη
της μεταβολής των θλιβομένων.

Ο τόπος με τα άπειρα φωνήεντα
καθαγίασε στον εσπερινό του
τα κύματα της ρηχής θάλασσας.

Στον προθάλαμο του μεσονυκτικού
επικυρώθηκε η μέθεξη της επιστροφής
υπό το απλάνευτο σεληνόφως.

Μέρμπακα, 31 Οκτωβρίου 2009



ΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο πράσινος στυλός
εκούσια βούτηξε
στο πηγάδι του Ζεμενού.

Η γλώσσα
γεμάτη γωνίες
και αγγλισμούς.

Το ραδιόφωνο
σε στάση σιωπής
θαυμάζει τους πολυτονικούς.

Εν πτήσει, 21 Φεβρουαρίου 2010



ΑΓΡΑΦΟΙ ΘΟΛΟΙ

17 μέτρα πάνω από το έδαφος
κρυμμένο
πίσω από τις χορδές
της βασιλικής άρπας
το βέλος
πετάχτηκε ξάφνου
από τον ουράνιο θόλο
και κατευθύνθηκε μ’ επιτυχία
προς τον περίτεχνο τρούλο
του άφωνου -ακόμα- καμπαναριού.

Domes in dialogue
επίχρυσοι
και στεφανωμένοι
με σύμβολο ιερό
φάροι για τα πετούμενα
σηματοδότες για τα μελλούμενα.

Τα χρώματά τους
επιτέλους
στολίζουν
τους ετερόδοξους ουρανούς
τη φύση της ωραιότητας
εναποθέτοντας
στα 17 μέτρα
πάνω από το έδαφος.

Λονδίνο, 18 Νοεμβρίου 2010

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Βράδυ αμήχανο του ξεψυχίσματος του Χειμώνα. Κουρασμένος από μια κοπιαστική μέρα, κάθομαι σπίτι κι αναζητώ ξεκούραση. Δεν θέλω ούτε να γράψω, ούτε να διαβάσω, αλλά να κάνω αυτό ακριβώς που σημαίνει το ρήμα «χαζολογώ». Ανοίγω, λοιπόν, την τηλεόραση, κάτι που πολύ σπάνια κάνω τελευταία, και με το τηλεκοντρόλ στο χέρι περιδιαβαίνω τα κανάλια και ψάχνω κάπου να σταθώ και κάτι να δω, δίχως προβληματισμούς και ψυχοπλακώματα, δίχως μνημόνια και μέτρα, αλλά προ πάντων χωρίς τραγικές κι ανίκανες φιλοδοξίες, που ζητούν να με σώσουν.
Πατώ και ξαναπατώ το κουμπί και το μαγικό κουτί και λόγω κρίσης γίνεται ολοένα και πιο αδιάφορο. Πριν ενδώσω και καταφύγω στον υπολογιστή, ξανακάνω μια περιδιάβαση και περισσότερο από αντίσταση, παρά από ενδιαφέρον στέκομαι σε μιαν εκπομπή ρουτίνας, απ’ αυτές που τα «εν οίκω» βγαίνουν «εν Δήμω» κι ικανοποιούν την έστω και στιγμιαία του νεοέλληνα πολίτη επιθυμία για προβολή και διασημότητα.
Η υπόθεση απλή κι ανιαρή, όπως πάντα. Κάποιος δεν ξέρει τάχα την κρυφή κάμερα, που τον παρακολουθεί και καταγράφει και ζει παράλογες σκηνές, που αν τις αντέξει θα επιβραβευθεί και θα νικήσει. Αισθητική μηδενική και νοημοσύνη κάτω της ελαχίστης. Κάθομαι όμως και παρακολουθώ και για να μάθω τι γίνεται στον κόσμο, αλλά κι επειδή δεν είμαι για κάτι καλύτερο αυτήν την στιγμή.
Ανάμεσα στα πρόσωπα του δράματος ή της κωμωδίας κι ένα πρόσωπο, συγγενικό της αρραβωνιαστικιάς του πρωταγωνιστή, ο οποίος αν ξεπεράσει τους σκοπέλους, θα την κερδίσει οριστικά, που δηλώνει ποιητής. Το τι γράφει, βέβαια, δεν χρειάζεται να σχολιαστεί, μια κι είναι μια επανάληψη για το πώς έχει παρουσιάσει την σύγχρονη γραφή ο λεγόμενος παλιός, καλός ελληνικός κινηματογράφος. Κάτι, πα να πει, σαν τον βιολονίστα, άλλης ταινίας, ο οποίος «ξύπνησε» και το έριξε στο μπουζούκι. Πολιτισμός νεοελλήνων!
Δεν θέλω να σχολιάσω την ποίηση του τηλεοπτικού δημιουργού, ούτε ν’ ασχοληθώ με την περίπτωσή του. Θα μου ήταν, επίσης, αδιάφορο ν’ ασχοληθώ με την εκπομπή και να δώσω συνέχεια κι αξία. Στέκομαι, όμως, σ’ αυτήν για μια και μόνο φράση, που ακούστηκε από ένα άλλο, συγγενικό του «λογοτέχνη» πρόσωπο, το οποίο εκπροσωπώντας, ίσως, τον μέσο συμπατριώτη μας είπε: «Τον 21ο αιώνα και ασχολιόμαστε με ποίηση!». Κι αυτό ήταν χειρότερο από την καρικατούρα της μαυρόασπρης ταινίας.
Είπαν κάποιοι πως η πνευματική κρίση των τελευταίων χρόνων είναι πιο επίφοβη και πιο σοβαρή από την οικονομική κι είχαν απόλυτο δίκιο. Αυτό το αποδεικνύει κι η τηλεοπτική ατάκα, η οποία, αλλοίμονο, αντιπροσωπεύει την σκέψη του μεγαλύτερου μέρους των οικιστών της χώρας μας, αλλά και των πολιτικών σωτήρων μας.
Κάποτε ετούτος ο τόπος αγάπησε τους ποιητές του και γαλουχήθηκε με το έργο τους. Οι κηδείες του Παλαμά και του Σεφέρη ήταν πάνδημες και σε καιρούς χαλεπούς, μετατράπηκαν σε διαδηλώσεις. Κι οι δυο παραπάνω, ιδιαίτερα ο τελευταίος τραγουδήθηκαν και συντρόφεψαν την καθημερινότητα, τις χαρές και τα προβλήματά μας, μαζί με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Αναγνωστάκη, τον Λειβαδίτη, τον Κατσαρό και πολλούς άλλους, οι οποίοι στάθηκαν μπροστάρηδες κι ουραγοί.
Στο νησί μας, ο Σολωμός ακούστηκε στα καντούνια, πριν τον μελοποιήσει ο Μάντζαρος και πριν οι στίχοι του γίνουν ο εθνικός μας ύμνος, της ήττας και της νίκης μας. Αργότερα, στην εποχή της Μεταπολίτευσης, το ίδιο επιχειρήθηκε και με τον Κάλβο, που ο «Φιλόπατρίς» του οικειοποιήθηκε λυτρωτικά στην ταβέρνα και τα σπίτια μας κι έγινε το σήμα του ντόπιου ραδιοφωνικού μας σταθμού. Αφήστε τις στιγμές που η νόνα μας, μας απήγγειλε «Ερωτόκριτο», σαν παραμύθι και δάκρυζε.
Στα εφηβικά μου χρόνια είχα την τύχη ν’ ανοίγω τα δύο κρατικά κανάλια της τότε τηλεόρασης και να βλέπω να μιλούν ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο Ιωάννου, ο Κουν και πολλοί άλλοι σημαντικοί και στυλοβάτες. Σήμερα κυριαρχεί η κενότητα και το εφήμερο. Προβάλλονται τα σούργιελα και διαγωνίζεται η βλακεία.
Ο νεοέλληνας, μη γνωρίζοντας την ιστορία του και τον πολιτισμό του, όπως κι ο νεοζακύνθιος, διαγράφει τις ρίζες του κι αντιγράφει αβασάνιστα. Φορεί προσωπείο για να μην φαίνεται το πρόσωπό του. Εδώ οδηγεί η αμάθεια, η πνευματική κατάπτωση.
Στις 21 Μαρτίου, ημέρα της Εαρινής Ισημερίας είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Με αφορμή αυτήν την επέτειο γράφτηκε κι αυτό εδώ το άρθρο.
Εμείς σαν Ζακυνθινοί ας θυμηθούμε ετούτες τις μέρες τους τρεις μας μεγάλους, τον Φώσκολο, τον Κάλβο και τον Σολωμό, αλλά και όλους τους άλλους συντοπίτες μας, τεχνίτες του στίχου, που ζώντας στην σκιά των παραπάνω κορυφών φαίνονται ελάσσονες, ενώ αλλού θα ήταν πρώτοι.
Ας τους επαναφέρουμε στη ζωή μας και, με το έργο τους, ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε τα προβλήματα. Η οικονομική κρίση δεν είναι τίποτα μπροστά στην πνευματική.
Λένε πως εμάς και κάποιους άλλους θα μας διαφυλάξει κάπως ο τουρισμός. Δεν αμφιβάλλω. Θέλω να τονίσω, όμως, πως το νησί μας θα το διασώσουν τελικά οι ποιητές του, που και στις μέρες μας αξιοπρόσεκτα υπάρχουν και συνεχίζουν να προσεύχονται. Μακάρι να τους ακούσουμε.
Η ποίηση υπάρχει τον 21ο αιώνα και θα συνεχίσει να επιβιώνει. Δεν υπάρχουν, αυτοί που την αρνούνται.

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ [Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2012]



Ο ποιητής 
φωνή απόκοσμη
δανείζεται το χρόνο μας 
και μαρτυρεί:

«Ανάμεσα στ' άστρα 
άφησα πάθος και νου να φύγουν μαζί.
Τους φώναξα: γυρίστε πίσω…
και στη συνάντηση 
νοιώσαμε πάλι το βάρος της γης».

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (δοκίμιο)


1. Τι δεν ζητά η Θεολογία από την Λογοτεχνία
Κατ’ αρχήν επιθυμώ να γίνει σαφές ότι, στην προσπάθειά μας να ψαύσουμε την ενδεχόμενη σχέση της Τέχνης του Λόγου με την Θεολογία ή -πιο συγκεκριμένα εδώ- της Ποίησης με την Εκκλησιαστικότητα, μην αποπειραθούμε να θέσουμε στην προκρούστεια κλίνη κάποιους στίχους ποιημάτων και, με την μεζούρα των όποιων θρησκευτικών παραδεδομένων ή κατεστημένων μας, να βγάλουμε αβασάνιστα συμπεράσματα για τον ποιήσαντα. Θα ήταν λάθος επί της ουσίας και θα οδηγούσε σε ανάρμοστο και αδιέξοδο αποπροσανατολισμό εαυτών και αλλήλων.
Δεν είναι δυνατό και θεμιτό ν’ αναμένουμε ή και κάποτε -πράγμα άπρεπο- ν’ απαιτούμε ομολογία χριστιανικής ή άλλης πίστης από τον όποιον τεχνίτη του λόγου, επειδή ακριβώς η λογοτεχνία λειτουργεί κατά βάσιν ελεύθερα και αλογόκριτα, υπαινικτικά και μυστικά, επιθυμώντας να προσεγγίσει όσο γίνεται περισσότερους ευαίσθητους συνοδίτες και μάλιστα να προσληφθεί αρμοδίως από αυτούς. Οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν όλοι να συμπίπτουμε ως προς τα πιστεύματα με τους διπλανούς μας. Ο καθένας, ιδιαίτερα σε αυτή την εποχή της πολυπολιτισμικής δικτύωσης και της αμετροεπούς διαδικτύωσης, διαθέτει ανετότερη την ελευθερία της δικής του όρασης, της δικής του αντίληψης και της προσωπικής έκφρασής του.
Κατά συνέπειαν, χρειάζεται να κυριαρχεί ένας ειδικός / προσεκτικός τρόπος συνάντησης των θεολόγων ή θεολογούντων με την ετερότητα του Άλλου, την εκπεφρασμένη δια της λογοτεχνικής ενασχόλησης∙ χρειάζεται μια ιδιαίτερη μέθοδος ώσμωσης των πεποιθήσεων δύο υποθετικών συνομιλητών, ενός λογοτέχνη κι ενός θεολόγου, η οποία θα σέβεται αφενός μεν την δημιουργία του πρώτου, αφετέρου δε την εκκλησιαστική θέαση του δεύτερου, δίχως εκατέρωθεν ετικετοποιήσεις και περιθωριοποιήσεις, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάτι (και σίγουρα θα γίνει αυτό), που δεν θα συνάδει με τις προσωπικές τού καθενός πεποιθήσεις. 

2.  Το βλέμμα του αναγνώστη, κριτήριο ερμηνείας
Αυτό το περίγραμμα ισχύει πολύ περισσότερο για τον ποιητικό λόγο, ο οποίος διακρίνεται για την πυκνότητα, την αυτοσυγκράτηση, την νυκτικότητα και -γιατί όχι;- την νηπτικότητά του, έστω και αν δεν εντάσσεται σε πλαίσια συγκεκριμένων δογμάτων. Η Ποίηση εν γένει διακρίνεται για την ανοικτότητά της. Εάν επιζητήσουμε μια ποίηση ακραιφνώς και σαφώς ορθόδοξη, θα έχουμε σφάλει, με την έννοια ότι δι’ αυτού του χαρακτηρισμού θα τής έχουμε προσδώσει a priori μια πρώτη χροιά στράτευσης. Και στράτευση δεν επιδέχεται η ανένταχτη και ασυμβίβαστη τέχνη του λόγου και δη του ποιητικού[1].
Κατά τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο, «Η Χριστιανικότητα (καλύτερα: η εκκλησιαστική συνειδητότητα), δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποτελέσει στοιχείο ιδεολογικής ταυτότητας. Είναι χάρισμα μετοχής σε μια κοινή εμπειρία. Ο όρος “χριστιανική ποίηση” παραπέμπει σε μια ιδεολογική κατάχρηση. Κι επειδή, στην ποίηση, […], τοποθετούμαστε και κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, μόνο θυμηδία ή θυμό μάς προκαλούν τα ποιήματα μιας συγκεκριμένης “χριστιανικής” κατηγορίας»[2].
Σύμφωνα με τον Hans-George Gadamer, τον Jacques Derrida και τον Umberto Eco, η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου υπό το φως της θεολογίας αφορά περισσότερο στον τρόπο, με τον οποίον ο αναγνώστης ανταποκρίνεται και ελεύθερα καθορίζει την θεολογική σημασία, που μπορεί να έχει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Τότε ο αναγνώστης αποτιμά θεολογικά το κείμενο, δίχως να νοιάζεται αν η ερμηνεία του ανταποκρίνεται στις προθέσεις του συγγραφέα ή αν και κατά πόσον αυτή η «ανάγνωση» συνιστά τη μία και μοναδική σωστή ερμηνεία του συγκεκριμένου κειμένου[3]. Η πείρα μάς έχει καταδείξει ότι, εάν ο εκάστοτε αναγνώστης κοινωνεί του Θείου, εμφορούμενος από ασκητικό πνεύμα και νήφουσα καρδιά, όλα (μα όλα) τα θεωρεί θεούμενα και θεοειδή∙ αντίθετα, εάν είναι επενδυμένος το σαρκικό φρόνημα και τα συμπαρομαρτούντα, όλα (μα όλα) τα θεωρεί σαρκοεξαρτώμενα και σαρκοπρεπή. Όσο εγγύτερα λοιπόν βρίσκονται οι άνθρωποι στην τελείωση διά της θείας συνάφειας, τόσο συχνότερα αναγνωρίζουν τον βηματισμό του Θεού παντού τριγύρω τους, ακόμη και στα πιο απίθανα ή απόξενα σημεία της ύπαρξης, διότι έχει την δύναμη και την θέληση να υπάρχει ως «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»[4]. Το υποστηρίζει τούτο ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το Άσμα Ασμάτων, το έξοχα ποιητικό και εντούτοις αμφίσημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης[5].
Το ορθόδοξο προκύπτει, δεν προϋποτίθεται, πολλές φορές μάλιστα με όχημα την αμφιβολία, την δυσπιστία ή κάποτε και την -σε πρώτη ανάγνωση- απάρνηση του θείου. Ο θεολογικός λόγος, έστω κι αν είναι συγκεκαλυμμένος, αποπνέει ευθύς εξ αρχής «οσμήν ευωδίας πνευματικής», την οποία συλλαμβάνουμε δια των πνευματικών δικών μας δυνατοτήτων, κάποτε μάλιστα τις ιδρύουμε εμείς ως αναγνώστες / αποδέκτες ενός λογοτεχνικού κειμένου. Διότι το ζητούμενο στην Τέχνη του Λόγου -θα μού επιτρέψετε να ισχυρισθώ- δεν είναι τόσο το τι πραγματολογικά απορρέει από το κείμενο, αλλά κυρίως το τι ο αποδέκτης συλλαμβάνει, συχνά δε το τι νέο αυτός μπορεί να δημιουργήσει για την δική του ωφέλεια. Γι’ αυτό ακριβώς πάντοτε πίστευα ότι αποτελεί αστοχία ή και στάση βεβήλωσης για ένα λογοτεχνικό κείμενο το να αναλύεται τόσο συγκεκριμένα και τόσο ιατρικοχειρουργικά από πλευράς των φιλολόγων, να εξετάζεται μάλιστα δι’ αυτών των μεθόδων π.χ. στις πανελλαδικές εξετάσεις και το μόνο βέβαιο που προκύπτει εντέλει απ’ όλη αυτή την διαδικασία είναι η καταγεγραμμένη απέχθεια της νέας γενιάς προς τα λογοτεχνικά κείμενα, επειδή ποτέ τους δεν κατάφεραν να προσλάβουν όλα εκείνα, τα οποία δήθεν «θέλει να πει ο ποιητής» και που τούς καλεί ν’ αποστηθίζουν με κάθε τρόπο -δυνατό και αδύνατο- η παιδεία και κυρίως η παρα-παιδεία της σύγχρονης Ελλάδας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η φράση «τι θέλει να πει ο ποιητής», χρησιμοποιούμενη μάλιστα και από τη νέα γενιά ειρωνικά ή περιπαικτικά, δηλοί την αδυναμία κατανόησης των λεγόμενων του συνομιλητή μας, όταν εκείνος εκφράζεται ακαταλαβίστικα…
Αναφέρω δύο χαρακτηριστικές ενστάσεις επί της ανωτέρω λανθασμένης φιλολογικής τακτικής: Η Κική Δημουλά κατέθεσε προ ετών δημόσια την βαθιά στεναχώρια της ότι οι μαθητές μπαίνουν στην διαδικασία μιας συγκεκριμένης και δυσνόητης ερμηνείας της ποίησής της, ως κριτηρίου μάλιστα για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Ο Οδυσσέας Ελύτης, εξάλλου, εξέφραζε συχνά-πυκνά την απογοήτευσή του για τον τρόπο με τον οποίον τον ερμηνεύουν οι διάφοροι. Επειδή στις κρίσεις μας όμως χρειάζεται να προτείνουμε μια κάποια διέξοδο, προσωπικά ονειρεύομαι ένα μάθημα λογοτεχνίας στα σχολεία μας, κατά το οποίο θα εκπαιδεύεται από τα πρώτα χρόνια του ο μαθητής, εξ αφορμής ενός συγκεκριμένου λογοτεχνήματος, να καταθέτει τα δικά του βιώματα, τις δικές του σκέψεις, τις δικές του ψυχοπνευματικές τάσεις κι ενστάσεις. Έτσι θα προέκυπτε μια νέα δημιουργία, τα παιδιά θα εξέφραζαν την ψυχή τους ανετότερα και ειλικρινέστερα, ίσως μάλιστα να προέκυπταν δι’ αυτής της μεθόδου οι νεότεροι λογοτέχνες μας, προς τους οποίους θα είχε δοθεί η ευκαιρία να ξανοίξουν τον έσω άνθρωπό τους.

3. Τρεις περιπτώσεις, δείγματος χάριν
Μια και αναφερθήκαμε στους δύο ανωτέρω Νεοέλληνες Ποιητές μας, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμους και αγαπητούς από το αναγνωστικό κοινό του τόπου μας και όχι μόνον, αξίζει να μείνουμε για λίγο στο έργο τους, χάριν παραδείγματος. Και οι δύο -όπως κι ένας τρίτος, εξίσου αγαπητός, ο Γιάννης Ρίτσος, που επίσης επικαλούμαστε- ουδέποτε έκαμαν ομολογία χριστιανικής ή ελληνορθόδοξης πίστης, αλλά στο έργο τους ξεδιακρίνουμε στίχους-κλειδιά, δια των οποίων μπορούμε ν’ ανοίξουμε τις πύλες τού πραγματικά ορθόδοξου κόσμου μιας βαθιάς και ειλικρινούς εκζήτησης του θείου, μιας εναγώνιας προσδοκίας των Εσχάτων. Μεταχειρίζομαι μικρά σπαράγματα από έργα τους:
α) Γράφει η Κική Δημουλά:
«[...]
Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου»[6].
Πώς προσεγγίζω τους στίχους αυτούς; Είναι τόσο σφοδρή και επιτακτική η διάθεση της ποιήτριας για άμεση ψαύση του Ιησού, ώστε οδηγείται, όχι πια σε μια δεητική εκζήτηση, αλλά στην διεκδικητική απαίτηση του ζωοποιού και ζωογόνου αγγίγματος του Κυριακού Σώματος. Η απαίτηση είναι τόσο γοερή, ώστε νομίζει κανείς -σε μια πρώτη ανάγνωση- ότι πρόκειται για μια σχεδόν ασεβή ενατένιση του Αναστάντος. Και όμως! Συμβαίνει το αντίθετο. Η ποιήτρια αποτείνεται σ’ Εκείνον, με την ίδια απαιτητική παρρησία, με την οποίαν το κάθε παιδί (έστω και ως άσωτος γιος) εκμαιεύει από τον γονέα του ό,τι τού είναι ποθητό, δίχως ν’ ανέχεται την αναβολή δι’ ενός νεότερου «μη μου άπτου»! Επειδή, κατά την εύστοχη έκφραση του Μοναχού Νικοδήμου, ενός αξιόλογου συγκαιρινού μας τεχνίτη του λέξεων, «Ο ποιητής, όπως ο άσωτος γιος, ζητάει συνειδητά από τη θεότητα το μερίδιο που του ανήκει»[7].
β) Γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης:
«Αν είναι να πεθάνεις
πέθανε
αλλά
κοίτα να γίνεις
ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη»[8].
Τι θεολογικότερο θα μπορούσε να εκφράσει ένας μη θεολόγος ποιητής τής σήμερον σταυρικής εποχής μας; Το βέβαιο του θανάτου δύναται να ανατραπεί δια του εγερτήριου κηρύγματος της Ανάστασης στο κράτος του Άδη. Το κεντρί του Χαμού δεν θα δύναται πια να ισχύει, εφόσον ακουσθεί το άγγελμα της νέας ημέρας (ως λάλημα πετεινού κατάφασης και όχι άρνησης ή προδοσίας), το οποίο μπορεί να κηρυχθεί από τον κάθε κεκοιμημένο, εάν με τον βίο και την πολιτεία του έχει χαριτωθεί με αυτή την αναστάσιμη προοπτική!
γ) Εν τω μεταξύ, παντού στα πέριξ καραδοκεί η Απουσία. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παραπέμπει σε υπαρξιακή έκπτωση, σε μεγαλοβδομαδιάτικη θλίψη και ανεστιότητα. Μόνον η θυσία του Ενός, του μόνου επιμένοντος στην άκρα ταπείνωση εξ Αγάπης πολλής, ανθίσταται στην παρακμιακή αυτήν κατάσταση του τοπίου. Είναι σκέψεις που διατυπώνω, καθώς μελετώ το ποίημα «Τα καρφιά» του Γιάννη Ρίτσου:
«Κι αυτό περιττό κι εκείνο και τ’ άλλο.
Ψόφησε το σκυλί, ψόφησε τ’ άλογο.
Ο άδειος κουβάς κάτω απ’ τη σκάλα.
Πλανόδιοι ψαράδες φωνάζουν στο δρόμο.
Το σπίτι βουίζει απουσία και μες στον καθρέφτη
χλωμός ο Εσταυρωμένος σφίγγει
φιλάργυρα στις φούχτες του τα δυο καρφιά του.[9]»

4. Η πολυσημία των λέξεων ως προφητεία κι έκφραση των Εσχάτων
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι, ούτως ή άλλως, οι λέξεις όλες διακρίνονται για την πολυσημία τους, οι δε Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευαν και επανερμήνευαν το ίδιο έργο, αποκαλύπτοντας κάθε φορά νεότερα, λανθάνοντα ή κεκρυμμένα νοήματά του[10]. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, συλλαμβάνοντας άριστα την παράμετρο αυτήν και γράφοντας προς Ευνόμιον, ισχυρίζεται τα ακόλουθα αξιομνημόνευτα:
«[…] ο Κύριος ονομάζεται από τη Γραφή με διάφορα επι-νοήματα και “κατάρα” και “αμαρτία” και “δαμαλίδα ξέφρενη” και “λιονταρόπουλο” και “αρκούδα σε δύσκολη θέση” και “λεοπάρδαλη” και τα όμοια. Οι άγιοι και οι θεοφόροι άνδρες διατρανώνουν εύστοχα με αυτά τα ονόματα το σκοπό του νοήματος προς τον οποίο απέβλεπαν, αν και υπό μια πρώτη οπτική φαίνονται να είναι κάπως διαβλητά. Καθένα από αυτά, αν κάποιος δεν δεχτεί ότι λέγονται για το Θεό σύμφωνα με την ευσεβή πρόθεση του νοήματος, δεν θα αποτελούσε μία λέξη καθαρή από την υπόνοια της ασέβειας. […]»[11].
Κύριο μέλημα και (προσ)ευχής έργο θα ήταν να υπάρχει σ’ ένα λογοτέχνημα -και δη σ’ ένα ποιητικό έργο- ο προφητικός χαρακτήρας και προσανατολισμός του, ώστε να λειτουργεί αποκαλυπτικά και, μέσω της αναπαράστασης, να προσφέρει στους ανθρώπους ουσιαστική γνώση των όντων, σύμφωνα με την σχετική άποψη του Ζήσιμου Λορεντζάτου[12]. Ας θυμηθούμε τον ρόλο των Προφητών προ Χριστού: Με όποιο κόστος για την σωματική ακεραιότητά τους, αναλάμβαναν εγερτήριο έργο στις κοινωνίες που ζούσαν, αναστάτωναν αναστατικά τον λαό, ψέγοντας άρχοντες και αρχόμενους για την εφαρμοσμένη έπαρσή τους, ενώ ταυτόχρονα κήρυτταν την εγγύτητα του Ερχόμενου και Αναμενόμενου, την συνάντηση του οποίου θα πετύχαινε ο σκοτισμένος λαός μόνο με την Μετάνοια.
Προσωπικά θέλγομαι από τους ποιητές, οι οποίοι δρουν ως σύγχρονοι Προφήτες, καθώς συστενάζουν και αυτοί, ταλαίπωροι μέσα στον βαρυαλγούντα καιρό και τόπο μας! Και δεν είναι λίγοι ή αμελητέοι, αν και οι σύγχρονες πλατείες, όπου οι περισσότεροι (δια)δηλώνουν την παρουσία τους, είναι πλέον τα ιντερνετικά fora και συχνά η αγωνιώδης κραυγή τους επικαλύπτεται από την γρηγοράδα της διαδικτυακής πολυφωνίας και του κατακλυσμού των πληροφοριών.
 Υπάρχουν όμως αυτοί οι σύγχρονοι Προφήτες και λένε τα πράγματα ευθαρσώς, με τ’ όνομά τους! Καλούν τον λαό σε αλλαγή νοοτροπίας (έναν λαό, που ο Σολωμός έχει ονομάσει «πάντοτ’ ευκολοπίστευτο και πάντα προδομένο»[13]), έναντι της πτώσης, στην ροπή της οποίας ήδη έχουμε γλιστρήσει, εξαιτίας της πολυειδούς «λαμογιάς», που ευδοκιμεί εντός εκτός και τής επιτρέψαμε -αλίμονο- να μας οξειδώσει εντελώς. Στην πεποίθησή μου αυτήν βρίσκω σύμμαχο τον William Blake, ο οποίος, στο βιβλίο του Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, γράφει: «η Ποίηση είναι προφητεία και ο Ποιητής σε όλες τις μεγάλες εποχές φέρνει για τους άλλους ή για λογαριασμό των άλλων το μήνυμα του Θεού»[14].
Όμως και με την άλλη σημασία θα μπορούσε να θεωρηθεί Προφήτης ο Ποιητής. Κατά τον Ματθαίο Μουντέ, «Είναι ένας προφήτης, ένας οραματιστής – ένας “nabi” κατά την εβραϊκή ονομασία. Δηλαδή ένας “βλέπων”. […] Έτσι μπορεί να δει, να νοιώσει, να μιλήσει και να εξηγήσει. Μην ξεχνάτε πως οι ποιητές στην αρχαιότητα εθεωρούνταν ως “ερμηνείς των θεών”»[15].
Αλλά και ο εσχατολογικός χαρακτήρας της σύγχρονης Ποίησης αποτελεί το ζητούμενο από πλευράς των θεολόγων, ώστε να συνταιριασθεί και να συμπορευτεί με τον εκκλησιαστικό λόγο. Η Εκκλησία ανά πάσα στιγμή και ώρα της δισχιλιετούς πορείας της εντός του ιστορικού γίγνεσθαι βιώνει λειτουργικά / λατρευτικά την ανάμνηση του Μέλλοντός της[16], δεδομένου ότι παραδεχόμαστε ότι η Εκκλησία είναι, όχι αυτό που είναι ή που ήταν, αλλά κυρίως αυτό που θα είναι, καθώς στην χριστιανική σκέψη τα Έσχατα είναι παράγοντες που νοηματοδοτούν τα πρώτα και όχι τα πρώτα στα Έσχατα[17]!
Κατ’ αναλογίαν της πεποίθησης αυτής, ο Ελύτης έχει γράψει: «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω»[18]. Τούτο -νομίζω- αποδίδει επακριβώς το ανωτέρω θεολογικό σκεπτικό και ζητούμενο. Τι καλά, να μπορούσαμε να είχαμε κατορθώσει να μην ζούμε τόσο δεμένοι με τον ενθάδε τόπο μας, μη έχοντες «μένουσαν πόλιν», αλλά να επιζητούσαμε την «μέλλουσαν»[19]! Πολλές κρίσεις θα είχαμε αποφύγει!...

5. Με το σφυρί των λέξεων
Όλα τούτα και άλλα τόσα είναι και μπορεί η Ποίηση ως πρέσβειρα της ανθρώπινης εσωτερικότητας είτε στην Εκκλησία του Δήμου, είτε στην Εκκλησία του Χριστού. Ευχή και προσευχή μας είναι να βρεθεί τρόπος σωστικής ενυδάτωσης του αφυδατωμένου λαού μας -κυρίως στην άνυδρη εποχή μας- με στίχους παυσίλυπους, με ποιήματα παραμυθητικά, με λογοτεχνήματα δροσιστικά της ψυχής. Μακάρι όλοι, ως αναγνώστες πλέον, ν’ αφουγκραζόμαστε και να προσλαμβάνουμε τον έλλογο λόγο όλων εκείνων, οι οποίοι με το σφυρί των λέξεών τους ξεκαρφώνουν τον κάθε αποκλεισμό απ’ τα περίκλειστα πατζούρια της ψυχής μας, ελπίζοντας κάποτε να διαπλατωθούν στο Φως, το αναστάσιμο Φως, που μάς μέλλει!!!
Κατακλείω τις σκέψεις μου μ’ ένα ποίημα του Θεσσαλονικιού δημιουργού Τάκη Βαρβιτσιώτη, υποστηρικτικό των όσων προαναφέρθηκαν:

ΑΝΕΡΜΗΝΕΥΤΕ ΛΟΓΕ[20]

La palabra un ala de silencio
PABLO NERUDA

Ανερμήνευτε λόγε
Του διαστήματος εσύ μουσική
Όπου η αιώνια αρχή
Αναπάλλεται
Ψίθυρε κανενός
Των λέξεων μαρμαρυγή
Ακαταμέτρητο φως
Που έρχεσαι να με συναντήσεις
Από τη στέρνα της σιωπής
Διάφανο κρύσταλλο που με διδάσκεις
Είδωλο της ψυχής
Έρως παντοτινά δικός μου
Άστρο κρυφό
Παραγνωρισμένο
Μέσα στην άβυσσο του κόσμου.


[1] Πρβλ. όσα αναφέρονται επ’ αυτού στο: Δημήτρη Αγγελή, «Η ποιητική ενοίκηση στον κόσμο. Μικρή σπουδή στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη», Πρακτικά Ημερίδας «Θεολογία και Λογοτεχνία», εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Καλαμάτα 2011, σ. 55 εξ.
[2] Δημήτρη Κοσμόπουλου, «Ο λάκκος του άδειν», Σύναξη 70 (Απρίλιος – Ιούνιος 1999) 35 εξ. Πρβλ. την ακόλουθη απαισιόδοξη θέση: «[…] Αν εξακολουθήσουμε να ψάλλουμε τους νέους αγίους μας με τον τρόπο του π. Γερασίμου [εννοεί, του Μικραγιαννανίτη] και όχι στη ζωντανή μας γλώσσα, δεν θα έχουμε ποτέ λειτουργική νεοελληνική ποίηση. Γιατί η χριστιανική ποίηση σήμερα έχει μια παρουσία στα Γράμματά μας, που πρέπει να μπει στο λειτουργικό και ποιμαντικό χώρο (λ.χ. αρχικά στα κατηχητικά, στα κηρύγματα, στα σχολικά εγχειρίδια). Αλλά αυτό απαιτεί μιαν άλλη προοπτική, που δεν διαφαίνεται προς το παρόν.» [Πάνου Λαλιάτση, «Η λειτουργία της χριστιανικής ποίησης», Σύναξη 20 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1986) 43].
[3] Βλ. Σπ. Αθανασοπούλου, «Ορθοδοξία και Λογοτεχνία», στο: Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου – Σταύρου Γιαγκάζογλου – Αναστασίου Μαρά, Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2008, τ. 3 (Ορθοδοξία και [Μετα-] Νεωτερικότητα), 87.
[4] Από το Δοξαστικό της Πεντηκοστής.
[5] «[…] τι γαρ αν γένοιτο τούτου παραδοξότερον ή το αυτήν ποιήσαι την φύσιν των ιδίων παθημάτων καθάρσιον διά των νομιζομένων εμπαθών ρημάτων την απάθειαν νομοθετούσαν τε και παιδεύουσαν; ου γαρ λέγει το δειν έξω των της σαρκός γίνεσθαι κινημάτων και νεκρούν τα μέλη τα επί της γης και καθαρεύειν από των εμπαθών ρημάτων τω στόματι, αλλ’ ούτω διέθηκε την ψυχήν, ως δια των απεμφαίνειν δοκούντων προς την καθαρότητα βλέπειν, διά των εμπαθών ρήσεων την ακήρατον ερμηνεύων διάνοιαν, έν μεν δη τούτο δια των προιμίων ημάς παιδευσάτω ο Λόγος, το μηκέτι ανθρώπους είναι τους επί τα άδυτα των του βιβλίου τούτου μυστηρίων εισαγομένους αλλά μεταποιηθήναι τη φύσει διά της του Κυρίου μαθητείας προς το θειότερον, […]» [Γρηγορίου Νύσσης, “In Cantium canticorum”, στο Langerbeck (επιμ.), Gregorii Nysseni opera, Brill, Leiden, The Netherlands 1986, τ. 6, 29]. Βλ. περισσότερα, στο: Σπ. Αθανασοπούλου, ό.π., σσ. 119-121 («Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και η ερμηνευτική ευθύνη του/της αναγνώστη/τριας»).
[6] Κικής Δημουλά  Ήχος απομακρύνσεων, 5η εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σ. 61.
[7] Από Τα ιερά Κείμενα ενός Μοναχού, του Μοναχού Νικοδήμου, 1998. Το βρίσκω στο: Του ίδιου, Αναδάσωση μνήμης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2008, σ. 7.
[8] Οδυσσέα Ελύτη, Σηματολόγιον, εκδ. Ερμείας, Αθήνα 1980, σ. 95.
[9] Γιάννη Ρίτσου, Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991, σ. 157.
[10] Βλ. Σπ. Αθανασοπούλου, ό.π., σ. 88.
[11] Βλ. ό.π.
[12] Ζ. Λορεντζάτου, Το Χαμένο Κέντρο, σ. 333 εξ. και 362.
[13] Από Επίγραμμα του Διονυσίου Σολωμού.
[14] W. Blake, Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, μτφρ. Ζ. Λορεντζάτος, εκδ. Διάττων, Αθήνα 1986, σ. 18.
[15] Ματθαίου Μουντέ, «Οι Γείτονες του Θεού», Σύναξη 20 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1986) 28.
[16] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, εκδ. Ευεργέτις, Μέγαρα 2009, σσ. 185-199.
[17] Βλ. Παντελή Καλαϊτζίδη, «Θεολογικές προϋποθέσεις του διαλόγου με τη μοντέρνα λογοτεχνία», Νέα Εστία 1776 (Μάρτιος 2005) 334 εξ.
[18] Οδυσσέα Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1991, σ. 21.
[19] Εβρ 13, 14.
[20] Τάκη Βαρβιτσιώτη, Τα δώρα των μάγων, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σ. 10.

*** Τα έργα που κοσμούν το δοκίμιο είναι του Χρήστου Μποκόρου.

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΚΟΙΤΑ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ (νέο διήγημα)

Έργο Giannis Kounellis
Όλα ξεκίνησαν με δέος. Τους κοιτούσα που έκριναν και αποφάσιζαν. Κάθονταν μπροστά στα τερματικά και με μία μόνο κίνηση του χεριού τους εξαφάνιζαν επιχειρήσεις, κεφάλαια, ακόμη και κράτη.  Πανίσχυροι. Παρατηρούσα με πόση ευκολία αποφάσιζαν και με τι διάθεση έκαναν πράξη το λόγο τους. «Αγοράζω και πουλώ», φώναζαν και ύστερα ακολουθούσε ένας χαμός, μια βουή και στο τέλος καμπανάκι. Έπειτα κάτι είχε πάλι χαθεί. Κατόπιν έκλειναν τα τερματικά, άφηναν την αίθουσα και πήγαιναν για χαλάρωση. Τους άνοιγα την πόρτα, έμπαιναν μέσα στη λιμουζίνα και με χαμόγελο μου έδιναν εντολές. Συνήθως ακριβά εστιατόρια. Τι κλάση! Άρχοντες. Περίμενα πάντα απ’ έξω. Έπιανα κουβέντα με τους άλλους οδηγούς και κάποτε - κάποτε μας έφερναν πιάτο με ορεκτικά. Υπέροχες γεύσεις. Φουαγκρά, χαβιάρι, σολομό, ψωμάκια με μπρικ. Τρώγαμε και ρευόμασταν το όνειρο. Πού και πού αφήναμε αρωματικά αέρια κοιτώντας την πόλη από ψηλά. Φώτα νέον και σειρήνες στη διαπασών. Μια κραυγή και ύστερα άλλη. Προσπαθούσα να μαντέψω το φύλο, τη φυλή, το θρόισμα της ζωής που χάνεται πίσω από το χρόνο. Μάταια. Ποτέ δεν έπεσα μέσα. Κάποιος ανώνυμος, κάτω στα φώτα, σημάδευε την ευτυχία με αίμα. Μόνο για λίγο. Ύστερα ο πίνακας πάλι λευκός και η συνέχεια ασθμαίνοντας στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων. Ο κάδος αδειάζει και η επόμενη μέρα καρμπόν. Αγοραπωλησίες, βουή, χλιδή και γυάλισμα στη λίμο. Ψωμάκια πασαλειμμένα στο βούτυρο, απελπισμένα κορμιά στη λίμνη του νέον, αίμα στο λευκό και επιστροφή στην έπαυλη.
Ανοίγω την πόρτα, κατεβαίνει ο μύθος και χάνεται μέσα στο σπίτι. Φεύγω, ανοίγω το ραδιόφωνο και στρίβω αριστερά στη λεωφόρο. Με κοιτούν και κοιτώ. Κόσμος στον κόσμο. Στην έξοδο περνώ κάτω από την γέφυρα. Πουτάνες και άστεγοι, χαμίνια και φωτιές δίπλα σε κάδους. Κάποιος κινείται πάνω στην άσφαλτο. Φοβάμαι και πατάω το γκάζι. Χάνομαι πίσω από βρισιές και μπουκάλια που πέφτουν με κρότο. Νυστάζω. Στο λάρυγγα ανεβαίνει το ψάρι. «Βαρύ, πώς το αντέχουν;»
Κάθομαι μες στο σκοτάδι. Ανάβω τσιγάρο και αρχίζω να βήχω. Ανοίγω μια μπύρα και πίνω γουλιές. Χτυπά το τηλέφωνο.
- Να έρθω; με ρωτά. Δεν  απαντώ. Κλείνω και περιμένω. Μετά από λίγο ανοίγω και μπαίνει. Τι όμορφη.
 - Πού ήσουνα σήμερα;
- Ξέρεις. Στο ναό και ύστερα πάλι στο δρόμο.
- Μαζί με τους θεούς;
- Πάντα αυτό κάνω. Ακολουθώ τα βήματά τους.
- Έχεις ξεφύγει. Τι τους πιστεύεις;
- Απλά πειθαρχώ.
- Φοβάσαι  να ζήσεις.
- Και συ τι προτείνεις; Το χάος; της λέω και μπαίνω στο μπάνιο. Γελά και το παίζει πως είναι η έξυπνη. Βάζει καφέ και κοιτάει στο τζάμι.
- Κοίτα τα αστέρια.
Πάω κοντά και βλέπω πάλι τα σύννεφα. Πηχτά και μαύρα ταξιδεύουν στη νύχτα.
- Πού τα δες ;
- Στα μάτια σου, μου απαντά και πιάνει το χέρι μου. Τραβιέμαι στον πάγκο. Δεν έχω το κέφι.
- Άρρωστη. Αυτό είσαι, τρελή.
Καμώνεται πως πειράχτηκε και αφήνει ένα «γιατί;».
- Γιατί δεν το βλέπεις. Είναι ανίκητοι  και αξίζουν λατρεία, της λέω με έμφαση.
Με κοιτά σιωπηλή.
- Κρέμασμα θέλουν, μου λέει στο τέλος.
- Πάρε σκοινί και βγες μόνη στο δρόμο.
- Το κάνω. Μου δείχνει το έντυπο. «Διαδήλωση».
- Μούφες. Και τι θα κερδίσεις;
- Αξιοπρέπεια.
- Παραμύθια, στους κάδους σε βλέπω και μάλιστα μέσα. Να, πάρε.
Της δίνω το αδιάβροχο και ύστερα γάντια μιας χρήσης.
- Κοίτα τα αστέρια, μου λέει ξανά.
Την κοιτώ με αηδία.
- Να πλένεις τα δόντια σου, μυρίζει το χνώτο.
Ανοίγει και φεύγει χτυπώντας την πόρτα.
Ξεμπέρδεψα. Απερίσπαστος κοιτώ την ομίχλη. Σκοτάδι βαρύ. Αύριο θα πρέπει να σηκωθώ αχάραγο. Να πλύνω το αμάξι και ύστερα να πάω στη βίλλα. Να πάρω το αφεντικό και να τον πάω στο χρηματιστήριο. Μπαίνω στο μπάνιο. Βούλωσε πάλι. Σκύβω, κοιτώ το σιφόνι. Γεμάτο σκατά. Βάζω μέσα τα χέρια και χάνομαι. Ξάφνου με παίρνει ο βόθρος. Ένα ποντίκι με σηκώνει στον ώμο του. Βγαίνω από τον εφιάλτη. Πετάγομαι, είναι ώρα να φύγω.
Το  καμπανάκι χτυπά. Ο κύριος δούλεψε και τώρα πεινά. Περιμένω σε στάση προσοχής. Υποκλίνομαι, ανοίγω την πόρτα.
- Ξέρεις…
Ξέρω και χάνομαι. Πατάω το γκάζι και κει που πετώ προσγειώνομαι πάνω σε κόσμο.
- Πορεία, του λέω, τι κάνουμε;
- Μην στρίβεις, ευθεία.
 Το σκέφτομαι, κάνω να κόψω, αλλά πιο πολύ φοβάμαι αυτόν. Πέφτω επάνω τους και ακούω τα κόκαλα. Εκείνο το βράδυ μας φέρανε ψάρι ξανά.
- Κηδεία έχουμε; Τολμώ να ρωτήσω.
Η πόλη παντού φωτιές και εκρήξεις. Μόνος κοιτούσα τα αστέρια που έτρεμαν πίσω από την κραυγή της.   

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

ΜΠΕΡΤΟΛΝΤ ΜΠΡΕΧΤ - ΚΟΥΡΤ ΒΑΪΛ: ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΧΑΓΚΟΝΝΥ / ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, THEATRO REAL ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 

«Ούτε σε αναρχία ούτε σε σκλαβιά να μη δεχθείς να ζήσεις» 
[Ευμενίδες. Χορός 525] ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Με το ανέβασμα της τρίπρακτης Όπερας «Άνοδος και πτώση της πόλης  Μαχαγκόννυ» των Μπρεχτ- Βάιλ, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη [13, 15, 17 Μαρτίου] ξεκίνησε μία λαμπερή συνεργασία του διάσημου Theatro Real της Μαδρίτης με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η Καταλανική ομάδα του θεάτρου, La Fura dels Baus αναζήτησε νέους τρόπους έκφρασης μέσα από τη μουσική, το χορό, τα σκηνικά εφέ. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην έναρξη τελετής των Ολυμπιακών αγώνων της Βαρκελώνης. Συνεργάστηκε με τη Σκάλα του Μιλάνου, το Κόβεν Γκάρντεν, το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ. Η Όπερα των Μπρεχτ-Βάϊλ, «Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ», παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 2010, σε σκηνοθεσία της Καταλανικής ομάδας υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Ζεράρ Μορτιέ. 

Ο Γερμανός δραματουργός, ποιητής και σκηνοθέτης, πατέρας του επικού θεάτρου, Μπέρτολντ Μπρεχτ, γεννήθηκε το 1896 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1956. Σπούδασε Ιατρική στο Μόναχο και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Με την άνοδο του Ναζισμού αυτοεξορίστηκε σε διάφορες χώρες και κατέληξε στην Αμερική όπου κυνηγήθηκε από τον Μακαρθισμό. Τη δεύτερη σύζυγό του Χελένε Βάιγγελ παντρεύτηκε το 1930 και μαζί της ίδρυσε το περίφημο «Μπερλίνερ Ανσάμπλ» μετά το τέλος του πολέμου, όταν επέστρεψαν στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1949.

Ο Γερμανοεβραίος συνθέτης Κουρτ Βάιλ γεννήθηκε στο Ντεσάου το 1900 και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1950. Έχει συνδέσει το όνομά του με την όπερα και κυρίως με το έργο του Μπρεχτ, όπως «Η όπερα της πεντάρας», «Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα», «Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ» κ.α. 

 Η έντονη αμφισβήτηση των θεατρικών τάσεων του 19ου αιώνα, από το επικό έργο του Μπρεχτ, ανέδειξε τον κοινωνικό ρόλο της Όπερας και δημιούργησε για τον 20ό αιώνα ένα έργο αυτόνομο που όχι μόνο δεν ακολούθησε την παραδοσιακή μορφή της Κλασικής Όπερας, αλλά την «ειρωνεύτηκε», αναμειγνύοντας ήχους της τζαζ και την ίδια ειρωνεία επεφύλαξε για την εύπορη ευημερούσα τάξη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης η οποία, θεοποιώντας  το χρήμα, δε θα αργούσε να παραδοθεί στις αγκάλες του ναζισμού. Στην όπερα μια συμμορία γκάνγκστερς κυνηγημένη από την αστυνομία καταφέρνει να ξεφύγει και να ιδρύσει μια πόλη, την πόλη της ευχαρίστησης όπου όλα επιτρέπονται. Μέσα  από αυτό το δραματικό στοιχείο ο Μπρεχτ δείχνει  την τραγική αλήθεια της κοινωνίας και ασκεί κριτική στο σοσιαλιστικό σύστημα. Δεν προσπαθεί να βρει λύση αλλά να προκαλέσει, να αναδείξει την ψευδαίσθηση μέσα στην οποία οι άνθρωποι ζουν. Μεγάλος οραματιστής της δεκαετίας του 30, ο Μπρεχτ, προείδε τον πόλεμο και την άνοδο του Ναζισμού και αγωνίστηκε για την αποτροπή του. Μόνο που τα μηνύματά του οι «Άρχοντες» τα προσπερνούσαν και οι νέοι «Εστεμμένοι» χειρότεροι από τους πρώτους εγκαθίδρυσαν την ανομία στη «Νέα Βαβυλώνα».  Η Όπερα ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο χρόνια και ανέβηκε για πρώτη φορά στις 9 Μαρτίου του 1930 στο Νέο Θέατρο της Λειψίας αφού η προγραμματισμένη πρεμιέρα στο Βερολίνο  είχε ακυρωθεί λόγω του «ωμού και χυδαίου» χαρακτήρα του έργου. Η παράσταση στη Λειψία έγινε με περικοπές καθ’ υπόδειξη της Διεύθυνσης και αποτέλεσε ένα τρομερό πολιτικό σκάνδαλο για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. «Και το γιουχάρισμα τη βραδιά της πρεμιέρας ήταν σε μεγάλο βαθμό οργανωμένο», θα πει ο βιογράφος του Κουρτ Βάιλ, Γιούργκεν Σεμπέρα. Η παράσταση του Βερολίνου τελικά έγινε το Δεκέμβρη του 1931 υπό την διεύθυνση του Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι. Την Τζένη Χιλ ερμήνευσε η σύζυγος του Κουρτ Βάιλ, Λότε Λένια η οποία συνέδεσε το όνομά της με όλες τις επιτυχίες των δύο δημιουργών.


Παρακολουθήσαμε την παράσταση στα Γερμανικά με Ελληνικούς υπέρτιτλους, στην ποιητική μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου, στις 13-3-2012. Η  συγκλονιστική σκηνοθεσία ήταν των Άλεξ Ογέ και Κάρλους Παντρίσα. Τα σκηνικά του Αλφόνς Φλόρες και τα κοστούμια του Γιουκ Καστέλ. Την πολυεθνική ομάδα των τραγουδιστών αποτελούσαν η Αμερικανίδα υψίφωνος Τζέιν Χένσελ, ιδανική Λεοκάντια, η Πολωνή σοπράνο  Ελζπιέτα Ζμίτκα, μοναδική Τζέννη Χιλλ, οι εξαιρετικοί τενόροι, ο Αμερικανός Ντόναλντ Κάας, ως Φάττυ ο πληρεξούσιος, ο Ολλανδός Χουμπ Κλάσενς, ως Μωυσής Τριάδας και αρκετοί Έλληνες καλλιτέχνες ανάμεσά τους οι τενόροι μας Χάρης Ανδριανός που μας χάρισε μια υψηλού επιπέδου ερμηνεία ως Μπίλ ο κουμπαράς, το ίδιο και ο Τάσος Αποστόλου, ως Τζο.  Σε πρωταγωνιστικό ρόλο η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ υπό την διεύθυνση του αρχιμουσικού Νίκου Τσούχλου ο οποίος έσπασε στην κυριολεξία το γνωστό κλασικό ύφος και έδωσε με την ορχήστρα του κάτι εξαιρετικά νέο, φρέσκο και ενδιαφέρον. Την άρτια προετοιμασία της δύσκολης αυτής Όπερας είχαν ο Δημήτρης Γιάκας και η Μάτα Κατσούλη. 


Η μεγάλη έκπληξη ήταν οι Σκηνοθέτες, οι οποίοι έπιασαν το σφυγμό της εποχής. Εμπνεόμενοι από την  ισχυρά ΕΥΡΩΠΗ, που μετατρέπει τους ανίσχυρους, όπως την ΕΛΛΑΔΑ, λαούς σε χωματερή ΑΝΘΡΩΠΩΝ, κάλυψαν τη σκηνή με τεράστιο όγκο σκουπιδιών απ’ όπου ξεπηδούσαν όντα παραμορφωμένα μα τόσο οικεία!  Μέσα από τούτη τη χωματερή γεννιέται η πόλις του Μαχαγκόννυ με προστάτες τους εγκληματίες, τους καταχραστές και τους προδότες. Κι όμως οι απλοί πολίτες καταλαβαίνουν ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο «Βασίλειο» του Μαχαγκόννυ που  κρύβεται επιδέξια. Μια «πόλη» κατ’ όνομα, χωρίς καμιά δομή με το λαό  «ελεύθερο» να κάνει ό,τι θέλει. Τυχοδιώκτες, πόρνες, μαστροποί, δολοφόνοι, αυτοί είναι οι «άγγελοι» του Μαχαγκόννυ. Ακολουθώντας τη «σκληρή»,  σύλληψη των Μπρεχτ και Βάιλ, η ομάδα των Καταλανών, έστησε ένα «σκληρό ανέβασμα» και κατάφερε, αναβιώνοντας την πτώση  του πολιτισμού στη σύγχρονη «Βαβυλώνα», να ερεθίσει τη σκέψη του  θεατή,  να τον προβληματίσει και να δώσει εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς από τις πάνδημες διαδηλώσεις! Αλλά και οι Καλλιτέχνες με την ευρηματική, ανατρεπτική ερμηνείες τους,  ξεσκέπασαν τον σοσιαλιστικό καπιταλισμό, ανέδειξαν τη σάπια δομή του, τη διαφθορά, την απληστία, τη δίψα για εξουσία, την εγκληματικότητα, τη μεθοδευμένη φτώχεια, την εξαθλίωση των λαών. Διαχρονικό το θέμα, αγγίζει το τώρα και συγκλονίζει  διπλά. Ζώντας και πικρό- ζώντας τη σημερινή παρακμή, την  άκρα ταπείνωση του ανθρώπου στο σύγχρονο Μαχαγκόννυ, το νιώθουμε,   τίποτα δεν άλλαξε ύστερα από τόσο αίμα, τόσο πόνο, τόσες θυσίες. Ο  βασανιστής είναι πάντα ίδιος και ο βασανιζόμενος το ίδιο ανίσχυρος και ανήμπορος.

Ισχυρότερο ράπισμα για τους «Άρχοντες» της πόλης από την  παράσταση, «Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε! 


Related Posts with Thumbnails