© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκου Αρβανιτάκη: ΤΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟΝΙΑΚΑΡΟ, ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ


[Ομιλία στη σειρά επιστημονικών συνάξεων του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου Μπανάτου «ΑΛΗΘΩΣ»,
Πλάτωμα Φανερωμένης στο Μπανάτο της Ζακύνθου, Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011]

Τα αγροτικά τραγούδια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν τον κορμό της λαϊκής – δημοτικής μουσικοχορευτικής παράδοσης του νησιού. Διακρίνονται για τη γρήγορη μουσική τους αγωγή, για τη λεπτότητά τους, τη χάρη των τόνων τους και τη γλυκύτητα της μουσικής τους έκφρασης. Μπορεί εύκολα να ξεχωρίσει, κάποιος, χαρακτηριστικά του πνεύματος και της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων της Ζακύνθου, μέσα από τη μελωδία και τους στίχους.

Τις περισσότερες φορές τα τραγούδια αυτά χορεύονται με αντίστοιχους λαϊκούς χορούς και συνοδεύονται από ταμπουρλονιάκαρο ή από βιολί, ακορντεόν, μαντολίνο και κιθάρα. Όταν λέμε «ταμπουρλονιάκαρο», εννοούμε δύο παραδοσιακά χειροποίητα μουσικά όργανα, ένα πνευστό την ανιάκαρα (είδος πίπιζας, ζουρνά, αυλού, φλογέρας) και ένα κρουστό το ταμπούρλο ή ντα(β)ούλι (μεσαίου μεγέθους τυμπάνου). Είναι ένα λαϊκό όργανο το ταμπουρλονιάκαρο, που τείνει να εξαφανιστεί σήμερα, μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της ζωής μας.

Στα παλαιότερα χρόνια το ταμπουρλονιάκαρο ήταν το μοναδικό μουσικό όργανο που συνόδευε τους χορούς των ανθρώπων των λαϊκών τάξεων, στις λίγες φορές που τους δινόταν η ευκαιρία να διασκεδάσουν και ιδίως να χορέψουν. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν κάποιος γάμος συγγενικού προσώπου, το καρναβάλι ή κάποιο λαϊκό πανηγύρι στα χωριά της Ζακύνθου.

Λαϊκοί χοροί που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα είναι ο συρτός Ζακύνθου, ο σταυρωτός, ο κυνηγός, η άμοιρη, το γιαργητό ή χορός του Θησέα, ο γέρανος ή μεγάλος ζακυνθινός και το λεβαντίνικο σε δύο – τρεις παραλλαγές.



Αγρότης με ανιάκαρα.
Φωτό Λ. Σαλβατόρ από την πολύτιμη έκδοση ΖΑΝΤΕ,
Πράγα 1904.
 ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ

Λίγα λόγια για τον ζουρνά
Η λέξη ζουρνάς προέρχεται από την περσική σορνάς. Είναι είδος οξυαύλου (ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο) που αποτελείται από τα εξής μέρη: το σωλήνα, την κεφαλή, τη στεφάνη και τη γλωττίδα. Ο οξύαυλος είναι πανάρχαιο όργανο. Το γνώριζαν οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, οι Πέρσες και οι Έλληνες, και αναφέρεται στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και τον Πλούταρχο.
Όταν παίζεται ο οξύαυλος / ζουρνάς, πρέπει η γλωττίδα να μπαίνει εξ ολοκλήρου μέσα στο στόμα. Αυτό δημιουργεί ήχο τρομερό σε όγκο, διαπεραστικό, λίγο έρρινο, μελαγχολικό και ψυχαρπάχτη!

[Μάγδα Βελτσίστα–Βανδώρου (από το βιβλίο της «Το πανηγύρι της Αγιαγάθης») Παράδοση και τέχνη, τεύχος 48, διμηνιαία έκδοση της Δ.Ο.Λ.Τ., Νοέμβριος–Δεκέμβριος 1999, σ. 9].


Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα είναι όργανο τύπου όμποε, δηλαδή με διπλό γλωσσίδι, στο οποίο οφείλει τον οξύ, διαπεραστικό του ήχο.
Στην ίδια οικογένεια ανήκε και ο αυλός, το κατεξοχήν πνευστό της αρχαίας ελληνικής μουσικής.
Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη (από 22 έως και 60 εκ.).
Τους πιο κοντούς ζουρνάδες τους συναντάμε στη δυτική Ρούμελη και τον Μωριά και τους μακρύτερους στη Μακεδονία.
Συνήθως παίζονται δύο ζουρνάδες μαζί (ο ένας για τη μελωδία κι ο άλλος για το ίσο). Με το νταούλι αποτελούν το παραδοσιακό συγκρότημα (ζυγιά) της στεριανής Ελλάδας, κατάλληλο γι΄ ανοιχτό χώρο.

[ΦΟΙΒΟΥ ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, Υπουργείο Πολιτισμού, Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού, Μουσείο ελληνικών λαϊκών μουσικών οργάνων ΑΘΗΝΑ 2000, ΖΟΥΡΝΑΣ, σ. 50].


Νιάκαρες: κρουστόν μουσικόν όργανον, άλλως ανάκαρα (βλ. λ.)

[Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ, τ. 18, 789].


Ανάκαρα (τα): κρουστόν μουσικόν όργανον, αποτελούμενον εκ ζεύγους χαλκών τυμπανίων, ήτοι κυμβάλων, εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς, οίτινες παρέλαβον αυτό παρά των Σαρακηνών.
Ο Κωδινός αναφέρει ότι «καβαλλικεύσαντος του βασιλέως, οι ανακαρισταί κρούουσι τα ανάκαρα, κτλ.»
Αραβιστί λέγεται έτι και σήμερον, νάκαρα.
Ιταλιστί δε nacchera και γαλλιστί nacaire.
Eν τω Ερωτοκρίτω απαντά η λ. υπό τον τύπον νιάκαρες, υφ΄ ον σώζεται και νυν εν Κρήτη και Επτανήσω, εν δε τη Ηπείρω λέγονται διαλεκτικώς (α)νακαράδες τα μουσικά εν γένει όργανα:
«… με τ΄ άργανα βραχνά – βραχνά, με τους ανακαράδες …»
Ανακαριστής (ο): Ο παίζων τα ανάκαρα.

[Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ, τ. 3, 29]
Φωτογραφία (Ιππέας με δύο ανάκαρα κατά το Μεσαίωνα).


Νάκαρα και ανάκαρα: Τύμπανα παρόμοια με τα σημερινά της ορχήστρας. Συναντιούνται κύρια στη βυζαντινή εποχή. Οι εκτελεστές λέγονταν ανακαριστές και ανακαράδες.
Η λέξη υπάρχει σε νησιώτικες διαλέκτους, όπως π.χ. στην Κέρκυρα, όπου νάκαρα σημαίνει ζουρνάδες ή πίπιζες και στη Ζάκυνθο (ταμπουρζονάκαρα= νταούλι και πίπιζα). Τα όργανα αυτά είναι γνωστά ιδιαίτερα στα ελληνικά χωριά σε γάμους, πανηγύρια και λαϊκές γιορτές.
Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά και για τη δήλωση της σωματικής και ψυχικής δύναμης, αντοχής, διάθεσης, όπως π.χ. στη φράση: «δεν έχει ανάκαρα να σηκωθεί από το κρεβάτι».

[Εγκυκλοπαίδεια ΚΟΣΜΟΣ, τ. 19, 155].


Ανιάκαρα, - βλ. : Ν ι ά κ α ρ α .

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ZΩΗ, ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΕΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, ΤΟΜΟΣ Β΄. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1963, σ. 38].


Νιάκαρα, είδος αγροτικού αυλού, του οποίου τους ήχους συνοδεύει τύμπανον, τ α μ π ο ύ ρ λ ο, αμφότερα καλούμενα Τ α μ π ο υ ρ λ ο ν ι ά κ α ρ ο και επαίζοντο εις αγροτικάς ιδίως πανηγύρεις και εορτάς. – Το Βυζαντινόν ανάκαρα.

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ZΩΗ, ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΤΟΜΟΣ Β΄. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ, ΑΘΗΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ 1963, σ. 311].


Ταμπούρο (ταμπούρλο), τύμπανον και τυμπανιστής, Επί Βεν. Οι τυμπανισταί ήσαν νέοι αμύστακες εις ηλικίαν, καθ΄ ην συγχέεται το φύλον, ανήθικοι δε άνθρωποι διέφθειρον τους νέους τούτους. Τούτο συνέβαινε και επί Προστασίας, ωνόμαζον δε τους νέους τούτους Ν ι α ρ ν ι ά κ ο υ ς – Και φρ: «Το ταμπούρλο στο Σκοπό κι΄ ο χορός στη Μπόχαλη», επί ασυναρτησίας και δυσχερούς συνεννοήσεως.

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ZΩΗ, ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΕΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ  1963, ΤΟΜΟΣ Β΄. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ, σ. 462].


Ταμπουρλονιάκαρο, τύμπανον μετά αυλού, νιάκαρας. Της αρχαίας των οργάνων τούτων μουσικής γίνεται χρήσις ιδίως εις αγροτικάς πανηγύρεις.
Και ο Αλής διέταξε κατά την μάχη της Ναυπάκτου 1571: «… suonare trombe, tamburi e gnacare,…» P. Paruta. “Hist. Vinetiana” II, 135.

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ZΩΗ, ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΕΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ  1963, ΤΟΜΟΣ Β΄. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ, σ. 462].


… Νιάκαρα= είδος αυλού, τον οποίον έπαιζον εις τας πανηγύρεις και ανέδευον τους ήχους αυτής με το κύμβαλον (ταμπούρλο). Εκ του ιταλικού nacchera. Το αρσενικόν nacchero σημαίνει και κύμβαλον. Ως εκ τούτου παρ΄ ημίν τα δύο ταύτα όργανα τα λέγομεν ταμπουρλονιάκαρον: - Είναι πανηγύρι με ταμπουρλονιάκαρο.
- Τον πήγανε με το ταμπουρλονιάκαρο.
- Ήρθανε με το ταμπουρλονιάκαρο. …

[ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΝΟΜΟΥ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ (1478–1978),  ΑΘΗΝΑ 1992, ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, Συλλογείς λαογραφικού υλικού και η συμβολή του Ανδρέα Γαήτα, σ. 138].


(10) Ταμπουρλονιάκαρα= τοπικά παραδοσιακά μουσικά όργανα, αποτελούμενα από ταμπούρλο και την ανάκαρα ή νιάκαρα.

[ΤΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ, Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου, ενημερωτικό εορταστικό φυλλάδιο των ετών 1995, 1996, 1997, …]


Πανηγύρι του Μαχαιράδου, στη Ζάκυνθο του 1900.
Φωτό από την μνημονευόμενη ανωτέρω έκδοση Λ. Σαλβατόρ.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΜΕ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟΝΙΑΚΑΡΟ

… Επί Βενετοκρατίας, εκτός των συνήθων οργάνων, της κιθάρας, του βιολιού, της άρπας και του αυλού, υπήρχε και η εξ εμπνευστών οργάνων στρατιωτική μουσική, ως εμφανίζεται εις τας εικόνας λιτανειών υπό τους γυναικωνίτας των ναών Αγίου Διονυσίου, Αγίων Πάντων, Αγίου Χαραλάμπους.
Παρά τοις χωρικοίς ήτο εν χρήσει το και μέχρι των ημερών μας, κατά τας εορτάς και πανηγύρεις, τα μ π ο υ ρ λ ο ν ι ά κ α ρ ο (2) (ιταλ. tamburo και το βυζαντινόν ανάκαρα).

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ΖΩΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ 1955, Μουσική, σ. 404].


… Από το απόγευμα της Λαμπρής αρχίζουν τα Ζακυνθινά πανηγύρια. Στον Άγιο Λάζαρο, στην Χρυσοπηγή, στον Άη Λίπιο και αλλού. Τι είναι τα Ζακυνθινά πανηγύρια; Έχουν κάτι ξεχωριστό. Δεν είναι λατρεία μόνο. Είναι περισσότερο ξεφάντωμα, φαγοπότι και διασκέδαση. Παστέλια, φριτούρες, αρνιά στη σούβλα και Ζακυνθινή βερντέα δίνουν τον τόνο στα πανηγύρια. Αργά το βράδυ ακολουθούν τα πυροτεχνήματα (φωτίες) που παριστάνουν τους πολιτικούς. Μετά την απελευθέρωση έκαψαν τον Μουσολίνι. Με τις «φωτίες» οι Ζακυνθινοί τεχνίτες δίνουν λαμπρές παραστάσεις και δημιουργούνε πραγματική φαντασμαγορία στον ουρανό. Ο «γλόμπος» - μια τεράστια φωτεινή μπάλλα - χάνεται στα βάθη. Είναι ο προάγγελος των επιτευγμάτων του σημερινού ανθρώπου. Στα πανηγύρια παίρνουν μέρος το πατροπαράδοτο ταμπουρλονιάκαρο και χορεύει ο κόσμος ζακυνθινούς χορούς, γιαργιτό και άλλους.

[ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ε. ΜΥΛΩΝΑΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ιστορικός λαογραφικός και τουριστικός οδηγός, ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1982, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, σ. 63].


… Το πανηγύρι της Αγίας Μαύρας είναι δεύτερο μετά του Αγίου Διονυσίου σε συρροή ντόπιων και ξένων. Αποβραδίς γίνεται πανηγυρικός εσπερινός που ψάλλεται βέρα Ζακυνθινά, στις δύο μετά τα μεσάνυχτα γίνεται ο όρθρος και συνέχεια η λιτανεία της μεγαλόπρεπης εικόνας της Αγίας. Τα πυροτεχνήματα, οι ήχοι των καμπάνων, η μουσική υπόκρουση από την μπάντα του δήμου συνθέτουν ένα μουσικό ακρόαμα που δεν αφήνουν ασυγκίνητη καμιά ψυχή. Το πρωί γίνεται αρχιερατική λειτουργία, το απόγευμα τοπικοί χοροί στο πλάτωμα της εκκλησίας με το πατροπαράδοτο ταμπουρλονιάκαρο. Κάθε ξένος επισκέπτης θα επισκεφτεί απαραιτήτως τον περικαλλή και εξοπλισμένο ναό των αγίων, με έργα τέχνης μεγάλης αξίας …

[ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ε. ΜΥΛΩΝΑΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ιστορικός λαογραφικός και τουριστικός οδηγός, ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1982, ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ, σ. 69].


… Γιαργιτό ή χορός του Θησέως - Σε ρυθμό 3/4 και 6/8 ήταν ο λαϊκότερος χορός της Ζακύνθου. Τον χόρευαν περισσότερο στις ορεινές περιοχές στους γάμους και στα πανηγύρια με ταμπουρλονιάκαρα. Γι΄ αυτόν έχουν γραφτεί πολλά και από πολλούς. Η λέξη «Γιαργιτό» προέρχεται από την ονομασία ενός Δήμου της Αττικής τον Γαρηττό. Είναι λέξη προελληνική όπως οι λέξεις: Υμηττό, Αρδηττό, Λυκαβηττό, Σφητό, κ. ά. Σήμερα η ονομασία αυτού του Δήμου σώζεται μόνο σαν τοπωνύμιο στα Ν.Δ. της Πεντέλης, εκεί ακριβώς που ο Θησεύς, όταν εγύρισε από την Κρήτη ύστερα από το φόνο του Μινώταυρου ήρθε σε σύγκρουση με τα ξαδέλφια του, τους πενήντα Παλλαντίδες, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Θησεύς ΧΙΙΙ). Εκεί ο Θησέας έκανε καθαρτήρια θυσία στο «Δία Μειλίχιο» και χόρεψε. Το ίδιο συμβαίνει και με την ονομασία του μουσικού οργάνου νιάκαρα που είναι η ανάκαρα. …

[ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ε. ΜΥΛΩΝΑΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ιστορικός λαογραφικός και τουριστικός οδηγός, ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1982, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, σ. 126].


… Στην αριστερή πλευρά της πλατείας, κορνιζαρισμένη από τις κορφές των πεύκων βρίσκεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής ή Χρυσοπηγής με το βυζαντινό εικόνισμα της Παναγίας, που μεταφέρθηκε από την Κρήτη στο Κάστρο και από κει στη σημερινή εκκλησία στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το πανηγύρι της Παναγίας γίνεται την Παρασκευή του Πάσχα κάτω από τους ήχους του «Ταμπουρλονιάκαρου». Η Παράδοση συνεχίζεται με τον ίδιο σεβασμό. …

[ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ε. ΜΥΛΩΝΑΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ιστορικός λαογραφικός και τουριστικός οδηγός, ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1982, ΜΠΟΧΑΛΗ, άρθρο του φιλόλογου Γιώργου Φιορεντίνου, σ. 183].


Τα ΑΓΡΟΤΙΚΑ τραγούδια της Ζάκυνθος είναι σε γρήγορο δίσημο ρυθμό και κινούνται πάντα σε ματζόρε σκάλες. Διακρίνονται για τη χάρη τους, τη λεπτότητα των τόνων και τη διαύγεια των χρωμάτων τους.
Το πνεύμα, η γρήγορη μελωδική κίνηση, το μουσικό και στιχουργικό κλίμα στ΄ αγροτικά είναι καθαρό και ιδιόμορφο. Η δε διάθεση αστείων και μιας λεπτής ειρωνείας εκφράζει την κεφάτη και πολλές φορές πειραχτική πλευρά μιας ντόπιας ιδιαιτερότητας.
Τα τραγούδια αυτά χορεύονται αντίστοιχα με λαϊκούς χορούς του νησιού και συνοδεύονται από τα παραδοσιακά ταμπουρλονιάκαρα (νταούλι και πίπιζα) ή από βιολί, ακορντεόν και κιθάρα
Σώθηκαν από λαϊκούς οργανοπαίχτες και με την προφορική παράδοση των χωρικών μας. Ο Τάσης Κουκής στο Κερί, ο Μπάμπης Χαραλαμπαίος στον Άγιο Λέοντα, η Ρούσα Τσουκαλά στις Ορθωνιές μου τραγούδησαν στιχάκια και στιχάκια. Ο πλούτος των αγροτικών είναι μεγάλος, εδώ έχω κάνει μια μικρή επιλογή.
Βέβαια, δημοτικά τραγούδια και χοροί από το Μοριά και τη Στερεά Ελλάδα ταξίδεψαν στη Ζάκυνθο. Η έκφρασή τους όμως χρωματίστηκε μ΄ ένα άλλο τρόπο όταν δέχτηκε την επίδραση, στον ήχο και την κίνηση της λαϊκής ζακυνθινής ευαισθησίας.
Η ρυθμική αγωγή και τα μελίσματα των αγροτικών δεν έχουν σχέση με τις αρέκιες που τραγουδιούνται στη Χώρα. Κοινό γνώρισμα στα αγροτικά, τις αρέκιες και τη ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική παράδοση είναι το κυρίαρχο λαϊκό στοιχείο στην ερμηνεία και στον τρόπο έκφρασης.

[Εισαγωγικό σημείωμα από τον δίσκο «ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ» Έρευνα, καταγραφή, επεξεργασία, σχόλια, διδασκαλία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΓΙΟΣ – ΚΑΛΒΕΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΑΡΙΟΥ, σ. 3].


… Οι πιο συνηθισμένοι λαϊκοί χοροί της Ζακύνθου ήταν: το Γαλαριώτικο, Γιαργυτό, Γαλιάντρα, Λεβαντίνικο, Ριγαντό, Ροζέττα, στα Τρία, Συρτός, Τσάμικος, Τραγουδιστός, κ. ά. Οι χοροί των χωρικών συνοδεύονται από ταμπουρλονιάκαρο, συνδυασμός τυμπάνου και αυλού, οι δε χορευτές τραγουδούν ταυτόχρονα σχετικά άσματα. Από τις αρχές όμως του αιώνος αρχίζουν να κυριαρχούν οι Ευρωπαϊκοί χοροί …

[ΣΠΥΡΟΣ Π. ΚΡΕΖΙΑΣ, ΓΕΡΑΚΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΑΡΙΑ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, ΧΟΡΟΙ, ΑΘΗΝΑ 1995, σ. 374].


… Ενδεικτικά θα περιγράψω την εκτέλεση μιας «Ομιλίας» στο Καταστάρι, όπως την παρουσιάζει από μια μαρτυρία του κάποιος Γεώργιος Βούτος για το χωριό αυτό, που μας λέει:
«Την παράσταση τήνε συνοδεύανε όργανα, βιολιά, κιθάρες και μαντολίνα. Εβαρούσανε συρτούς τοπικούς Καλαματιανούς και Ευρωπαϊκούς χορούς… Τις «Ομιλίες» επαίζαμε τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς στο Πλάτωμα της Παναγίας της Καταστάρας. Εφτιάχναμε μια πρόχειρη σκηνή με χαρτιά, λιόπανα, κλαριά και λουλούδια. Από 1500 άτομα και άνω από το Καταστάρι και τα γύρω χωριά, Πηγαδάκια, Κούκεσι, Σκουλικάδο, κ.τ.λ.
Ξέχωρα από τα άλλα όργανα είχαμε και το ταμπουρλονιάκαρο που επαίζανε ο Σπυρίδων Βούτος ταμπούρλο και ο Αναστάσιος Τεμπονέρας ανιάκαρα.
Πριν και μετά την «Ομιλία» το ταμπουρλονιάκαρο μαζί με μασκαράδες της «Ομιλίας» και άλλους περιοδεύανε τους δρόμους του χωριού παίζοντας και διασκεδάζοντας - όπου σ΄ αυτούς συμμετείχε και ένας Νικόλας που τον λέγανε «ο Αρκούδας» γιατί ήταν ντυμένος αρκούδα …

[ΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από την παλιά Ζάκυνθο, Ζάκυνθος 1996, ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ, σ. 74].


… Η παρέλαση αυτή άρχιζε από τις πρώτες απογευματινές ώρες και ξεκινούσε από την καμάρα του Αγίου Λαζάρου, περνούσε από τον Άγιο Παύλο, συνέχιζε από τα Τσαρουχαρέικα, Ανάληψη, πλατεία Ρούγα, πλατεία Αγίου Μάρκου και κατέληγε στη Δημαρχία όπου γενόταν και η καύση του καρνάβαλου. Η όλη παράταξη που είχε μήκος πεντακοσίων περίπου μέτρων αποτελείτο, όπως θυμόμαστε, από δεκάδες μεταμφιεσμένους και μάσκαρες με πολύχρωμες ενδυμασίες που χορεύανε διάφορους χορούς υπό τους ήχους της φιλαρμονικής, των ταμπουρλονιάκαρων και διάφορων άλλων οργάνων, όπως μαντολίνα, κιθάρες, βιολιά, ακορντεόν, κ.ά. Στο ενδιάμεσο και κατά διαστήματα ακολουθούσαν τα άρματα με στολισμένα μεγάλα ομοιώματα, που ήσαν φορτωμένα είτε επάνω σε συρτόκαρα, είτε σε φορτηγά αυτοκίνητα με το ανάλογο στόλισμά τους από χρωματιστά χαρτόνια, σερπαντίνες, κ.λ.π. και πάνω σε αυτά ωραιότατες μάσκαρες που χαιρετούσαν και έριχναν στον κόσμο χαρτοπόλεμο, σερπαντίνες, σοκολάτες ή και καραμέλες …

[ΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ, ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ Από την παλιά Ζάκυνθο, Ζάκυνθος 1996, ΑΛΛΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ, σ. 77].


… Τα τραγούδια αυτά χορεύονται αντίστοιχα με λαϊκούς χορούς του νησιού και συνοδεύονται από τα παραδοσιακά ταμπουρλονιάκαρα (νταούλι και πίπιζα) ή από βιολί, ακορντεόν και κιθάρα …

[Δημήτρη Λάγιου, "ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ Ε΄ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΑΝΙΟΝΙΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ (ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ – ΛΗΞΟΥΡΙ, 17–21 ΜΑΪΟΥ 1986), ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ 1991, τόμος 4, ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ – ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ – ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,  σ. 505].


… Όλα έγιναν όπως στα προσεισμικά χρόνια. Δεν έλειψαν ούτε οι φριτούρες και τα παστέλια, τα «καημένα και ψημένα», η βερντέα και το ταμπουρλονιάκαρο …

[ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΝΟΜΟΣ, Τση Ζάκυθος, ΑΘΗΝΑ 1983, Η ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΤΟΥ 1954, σ. 22].


… Και τώρα φτάνουμε στο τέλος του ταξιδιού, στην τελευταία μέρα του καρναβαλιού. Θα ιδούμε μασκαράτες. Μέσα στους χορούς και στο γλέντι της ημέρας θα παρελάσουν από τους δρόμους παρέες μεταμφιεσμένων, που παριστάνουν διάφορα πρόσωπα και γεγονότα, τοπικά έθιμα και επαγγέλματα: «Το πανηγύρι του Αγίου Λύπιου», με ψημένα αρνιά, παστέλια, φριτούρες, και με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου ταμπουρλονιάκαρου, «Το ιπποδρόμιο», με άλογα και καβαλάρηδες, σάλπιγγες, ταμπούρλα, χορευτές, γελωτοποιούς, «Ο Βενετσιάνικος γάμος», η παλιά μασκαράτα με την λεντίκα και την αρχόντισσα νύφη που υποδύεται ο ποπολάρος, «Το φαβραρίο», με όλα του τα σύνεργα, το φισούνι, το σφυρί και το αμόνι, «Η δημοπρασία των γαμπρών» …

[ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΝΟΜΟΣ, Τση Ζάκυθος, ΑΘΗΝΑ 1983, ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ, σ. 69].


… Στη Ζάκυνθο, εκεί στον Καλλιτέρο, επάνω σ΄ ένα λοφίσκο, βρίσκεται το γραφικό μικρό εκκλησάκι, που τιμάται το όνομα του Αγίου Αλύπιου.
Εκεί γινότανε το «πανηγύρι του Άη – Λύπιου», την Κυριακή του Θωμά, που αποτελούσε την κατακλείδα των πανηγυριών της «νιας βδομάδας» και που σε ιδιομορφία και σε παλλαϊκή εκδήλωση υπερείχε από όλες τις άλλες μεταπασχαλινές γιορτές (πανηγύρια) της πόλης και της υπαίθρου. Αρχικά το πανηγύρι της Κυριακής του Θωμά (επί Βενετοκρατίας) γινότανε στον άγιο Θωμά – στο Καλαμάκι. Επειδή όμως έγινε ένα φονικό, οι Βενετσιάνοι το απαγόρευσαν. Οι Ζακυνθινοί όμως που τους έλειπε αυτό το πανηγύρι το μετέθεσαν, τρόπον τινά, στον άγιο Λύπιο.
Από το απόγευμα του Σαββάτου το «ταμπουρλονιάκαρο» έδινε το αίσθημα της αρχής του πανηγυριού. Το πρωί της Κυριακής εγίνετο η θεία λειτουργία με αρμονικότατο Ζακυνθινό ψάλσιμο. Όταν τέλειωνε η εκκλησία, άρχιζε πυρετώδης η προετοιμασία του πανηγυριού … Το απόγευμα στις έξη – εξήμισι όλα ήσαν έτοιμα. Το ταμπουρλονιάκαρο έπαιζε τους παλιούς Ζακυνθινούς χορούς, οι φωνές των πουλητάδων και των ψηστάδων, που γύριζαν τα αρνιά στις σούβλες, άρχιζαν να δημιουργούν ένα σωστό πανδαιμόνιο …

[ΔΗΜ. Σ. ΚΟΡΙΑΤΟΠΟΥΛΟΥ (ΕΓΩ), απ’ όσα θυμούμαι, Συλλογή από τις πιο διαλεχτές αναμνήσεις της παλιάς Ζακύνθου, ΑΘΗΝΑΙ 1999, ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΕΝΗ, ΤΟ ΣΒΗΣΙΜΟ ΕΝΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΟΥ, σ. 138–139].


… Το χωριό γιορτάζει επίσημα δύο φορές το χρόνο. Την πρώτη της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (22 Ιουλίου) και τη δεύτερη του Αγίου Χαραλάμπη (10 Φλεβάρη), σε ανάμνηση της διάσωσής του από την πανούκλα, ύστερα από θαυματουργική επέμβαση του αγίου.
Οι προετοιμασίες για τη γιορτή της Αγίας Μαρίας αρχίζουν δύο ημέρες πριν τη μνήμη της … Την ημέρα της γιορτής, μετά την επίσημη αρχιερατική λειτουργία, γίνεται περιφορά της εικόνας της αγίας στους δρόμους του χωριού … Το απόγευμα γίνεται μεγάλο λαϊκό πανηγύρι με ολονύχτιο χορό, ψητά, παστέλια και φιτούρες. Τα παλιότερα χρόνια τους χορευτές τους συνόδευε ο ήχος του ταμπουρλονιάκαρου. Στα χρόνια μας όμως δυστυχώς έφτασε και δω «η πρόοδος» και «ο μοντερνισμός» και τα πατροπαράδοτα όργανά μας τα΄ αντικατέστησαν τα αμφίβολης ποιότητας «κλαμπατσίμπανα» … Στις Αποκριές γινόταν μεγάλο ξεφάντωμα με ταμπουρλονιάκαρο στην πλατεία του χωριού. Έπαιρναν μέρος άντρες και γυναίκες, που όλοι σχεδόν ήταν μασκαρεμένοι και προσφέρονταν κατσίκι και άφθονο κρασί …
… Σήμερα στο χωριό, που έχει δική του κοινότητα, υπάρχει ένας δραστήριος πολιτιστικός σύλλογος από νέους του χωριού, που προσπαθεί να κρατήσει άσβηστες τις παραδόσεις του. Υπάρχουν επίσης και αρκετοί λαϊκοί οργανοπαίχτες κι ανάμεσά τους ο γνωστός σ’ όλο το νησί Δ. Γιατράς ή Πούρος, που είναι και ο τελευταίος παίκτης του τοπικού λαϊκού οργάνου «ανιάκαρα» …

[ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ, "Τα χωριά μας ΟΙ ΜΑΡΙΕΣ", Ζάκυνθος '85, Ετήσια Εικονογραφημένη Επιθεώρηση, τεύχος 4ο, σ. 38-41].


… Φεστίνια: Κατά το Καρναβάλιον οι μη αρκούμενοι εις τας θεαματικάς διασκεδάσεις των Μασκαράδων, αλλ΄ επιποθούντες υλικοτέραν απόλαυσιν, ενοικίαζον οίκημά τι κατάλληλον δια χορόν και μισθούντες ορχήστραν εδέχοντο γυναίκας προσωπιδοφόρους μεθ΄ ων εχόρευον και διασκέδαζον. Τα τοιαύτα εκαλούντο Φεστίνια. … Εις τα Φεστίνια εχόρευον τους εν χρήσει παρά της αριστοκρατίας και τη τάξει των αστών χορούς, το μινουέτο δηλαδή, την ροζέτα, το κουτελιό και άλλους χορούς εισαχθέντας εκ της Ευρώπης. Ο δε λαός εχόρευεν εις τας πανηγύρεις του και τας διασκεδάσεις του, τον συρτόν, τον πυρρύχιον, και τον τσάμικον, συνοδεύων αυτούς εις μεν τα πανηγύρια με το ταμπούρλο και την νιάκαρα, εις τας οικίας με το βιολίον και εν ελλείψει τούτου με άσματα, εν των οποίων ήτο και το αρχόμενον:
«Κάτω στη Ρόδο, στη Ροδοπούλα,
Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα κλπ.».
Και αυτοί δε οι άρχοντες δεν απεντροπιάζοντο να χορεύωσι τους πατρώους χορούς και ιδία δημοσία, ως συνέβαινε κατά την εορτήν της Αναλήψεως, όπου μετέβαινον αθρόοι εις το εν τη πόλει πανηγύρι της Αναλήψεως, όπου υπό τον ήχον του ταμπουρλονιάκαρου, εχόρευον τον συρτόν, τον τσάμικον κλπ.
Και μετά την εγκαθίδρυσιν της Αγγλικής Προστασίας, τα Φεστίνια εξηκολούθησαν κατά το Καρναβάλιον. …

[ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΝΟΜΟΥ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ (1478–1978), ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, Συλλογείς λαογραφικού υλικού και η συμβολή του Ανδρέα Γαήτα, ΑΘΗΝΑ 1992, σ. 270–271].


Πανηγύρια.
Καθ’ ημέρας εόρταζον αι μεγάλαι εκκλησίαι εσυνήθιζαν να γίνονται πανηγύρια. Τα πανηγύρια ταύτα κατεσκευάζοντο ούτως πως: Εις το προ της εκκλησίας πλάτωμα ενεπηγνύοντο δοκοί, αίτινες απετέλουν εν τετράγωνον, το οποίον άνωθεν εκαλύπτετο δι΄ ιστών πλοίου, ίνα προφυλάττει τους υπ΄ αυτό ισταμένους ή χορεύοντας εκ του καύσωνος του ηλίου και εκ της βροχής. Προς το άνω μέρος των δοκών ετίθετο λευκή οθόνη ενός πήχεως πλάτους, ήτις διήκει κατά τας τέσσαρας πλευράς του πανηγυρίου εάν ήτο τετράγωνον ή ολόγυρα εάν ήτο στρόγγυλον. Επί της οθόνης ταύτης ανήρτον εικόνας και το εστόλιζον με μεταξωτά μανδήλια, με μεταξωτάς ζώνας και άλλα κοσμήματα, ως και με κάτοπτρα, τας δε δοκούς περιέβαλλον με μυρτίας. Το πανηγύρι ήτον έτοιμον την προτεραίαν της εορτής, επειδή άμα τω εσπερινώ της εορταζούσης εκκλησίας άρχιζε και το «ταμουρλονιάκαρο», το οποίο εξηκολούθει να παίζη μέχρι του μεσονυχτίου της επιούσης ότε έληγεν το πανηγύρι και αμέσως κατεδαφίζετο η σκιάς αύτη.
Κατά τας εισόδους της πλατείας της Εκκλησίας ανεγείροντο αψίδες «πορτόνια» λεγόμενα, δι’ ων εισέρχετό τις εις την πλατείαν του πανηγυριού. Εντός της πλατείας και εις τους προ αυτής δρόμους διάφοροι επώλουν παστέλια και ετηγάνιζον φριτούρας, εξυμνούντες δια των κραυγών των την εκλεκτότητα των πωλουμένων και προσκαλούντες αδιακόπως τους μεταβαίνοντας εις το πανηγύρι να γευθώσιν αυτών, ίνα εντρυφήσωσιν εκ της γλυκύτητος αυτών. Εις τας φωνάς δε αυτών ανεμειγνύετο και ο βαρύς εκκωφαντικός ήχος του ταμπουρλονιάκαρου, όπερ αδιακόπως προσεκάλει τους φιλεόρτους εις το πανηγύρι και εις τον χορόν. Από πρωίας της προτεραίας του πανηγυριού, το ταμπουρλονιάκαρο συνοδευόμενον από σμήνος παιδίων περιήρχετο τας οδούς της πόλεως, αναγγέλον ούτως ειπείν την πανήγυριν.
Αφ΄ εσπέρας δε μετέβαινον εις την εκκλησίαν προς προσκύνησιν αλλ΄ ιδίως την ημέραν της εορτής αθρόον το πλήθος προσήρχετο εις την πανήγυριν, οπού έτρωγον παστέλια και φριτούρας και εχόρευαν υπό το πανηγύρι το συρτόν ή το τζάμικο ή άλλους τοιούτους χορούς υπό τον ήχον του ταμπουρλονιάκαρου. Εκεί οι αποτελούντες τον κύκλον τον πέριξ των χορευτών απεθαύμαζον και επευφήμουν τους διακρινομένους δια την ορχηστικήν αυτών εμπειρίαν. Εις τα πανηγύρια ταύτα μόνον άνδρες προσήρχοντο.
Ενταύθα δέον να παρατηρήσωμεν ότι και η εορτή ή πανήγυρις της εκκλησίας, καθώς και η ανεγειρόμενη σκιάς υπό την οποίαν έπαιζε το ταμπουρλονιάκαρο και εχόρευον, συνεχέετο εις εν και δια κοινής εκφράσεως ελέγετο Πανηγύρι. Συχνά όμως προς διάκρισιν της απλής πανηγύρεως ή εορτής εκκλησίας τινός από την «πανήγυριν με την σκιάδα», έλεγον εις δείνα εκκλησίαν είναι «πανηγύρι με τέντες», δηλαδή με σκιάδα, με σκηνήν (tenda).
Ονομαστά πανηγύρια ήσαν: Το πανηγύρι της Αναλήψεως, (το οποίον) είχε ποιάν τινα αροστοκρατικήν χροιάν, επειδή κατ΄ αυτό μετέβαινον οι άρχοντες υπό την σκιάδα και υπό τον ήχον του ταμπουρλονιάκαρου, εχόρευον τον συρτόν και τους άλλους εγχώριους χορούς, και απελάμβανον της λαϊκής διασκεδάσεως.
Κατ΄ αυτό επίσης εψήνοντο εν υπαίθρω και εντός της πόλεως αρνία και άλλα σφάγια εις τους οβελούς, τα δε ψητά κατελάμβανον την Πλατείαν Ρούγαν καθ΄ όλον το μήκος αυτής, εξικνούντο δε μέχρι (της εκκλησίας) του Αγίου Λαζάρου. Άπασαι αι οικογένειαι, πλούσιαι και πτωχαί, ευγενείς ή μη, την ημέραν εκείνην κατ΄ έθος, ηγόραζον από τον δρόμον το ψητόν αυτών. …
… Δύο πανηγύρια εγίνοντο κατά την εορτήν της Αγίας Τριάδος. Το πανηγύρι της Αγίας Τριάδος της Μέσα και το πανηγύρι της Αγίας Τριάδος της Έξω. Δια των εκφράσεων τούτων εννοούν την εντός της πόλεως Αγίαν Τριάδα την Μέσα, την δε κειμένην εις το άκρον της πόλεως, προς το μεσημβρινόν αυτής μέρος, Αγίαν Τριάδαν την Έξω. Και εις την Αγίαν Τριάδαν την Μέσα ανεγείροντο εις το προ αυτής πλάτωμα το «πανηγύρι με τας τέντας», υπό το οποίον έπαιζε το ταμπουρλονιάκαρο και εχόρευον, εις δε τα πέριξ και τους παρακειμένους δρόμους επώλουν τα παστέλια και τας φριτούρας, επί δε της παραλίας ανήγειρον εξέδρας ας μετεσχημάτιζον εις καφενείον ένθα προσήρχοντο οι βουλόμενοι και εκάθηντο ίνα φάγωσι τα παστέλια και πίωσι την ρακήν.
Εις δε την Αγίαν Τριάδα την Έξω, πλην του πανηγυρίου, του ταμπουρλονιάκαρου και του καφενείου, τα οποία εγίνοντο δια της περιφράξεως των εκεί ευρισκομένων περγουλιών, με οθόνας, υπήρχε και η Ρόδα (ο τροχός).
Εις το ισόγειον της οικίας της εκκλησίας, εν η διέμενεν ο εφημέριος, υπήρχε τοποθετημένη η Ρόδα, την οποίαν έβλεπε το παριστάμενον πλήθος όταν ηνοίγετο η προ αυτής θύρα του ισογείου. Η Ρόδα συνίστατο εκ δύο μεγάλων αλλ΄ αφεστώτων αλλήλων τροχών, μεταξύ των οποίων ανηρτώντο μικραί καθέκλαι κινηταί, ίνα στρεφομένου του τροχού διατηρώνται πάντοτε κάθετοι.
Πολλοί, όταν τα μικρά αυτών τέκνα έκειντο βαρέως ασθενή και κίνδυνος επέκειτο ν΄ απωλέσωσιν αυτά, έτασσον εις την Αγίαν Τριάδα, εάν έσωζε την ζωήν των να τα βάλλωσι εις την Ρόδα κατά την εορτήν αυτής. Τωόντι την ημέραν της Αγίας Τριάδος έβλεπέ τις πολλά παιδάκια από τεσσάρων μέχρι έξ και οκτώ ετών, άρρενα και θήλεα, πολυτελώς ενδεδυμένα, με άνθη εις την κεφαλήν, και με χρυσά και αργυρά κοσμήματα, να τα φέρουν εις την Αγίαν Τριάδα, να τα θέτουν εις τας καθέκλας και αφού ήθελον ανοίξει την θύραν του ισογείου, ίνα θεώνται αυτά παριστάμενοι, εις να στρέφη τον τροχόν, εν μέσω των κραυγών και των κλαυμάτων των πλείστων εξ αυτών, άτινα ήκιστα ευχαριστούντο εκ της ακουσίας εκείνης γυμναστικής. Μετά τινας στροφάς του τροχού εκλείετο η θύρα και κατεβιβάζοντο τα παιδάκια, ίνα επαναληφθή και αύθις η γυμναστική αύτη μέχρι του τέλους του πανηγυρίου, προς τέρψιν των θεατών και ικανοποίησιν της συνειδήσεως των γονέων των παιδίων, οίτινες εξεπλήρωσαν πιστοί το προς την Αγίαν Τριάδα τάξιμον αυτών.
Την προτεραίαν της εορτής τα παιδάκια ταύτα, στολισμένα ως θα ήσαν όταν θα ετίθεντο εις την Ρόδαν, παρηκολούθουν το ταμπουρλονιάκαρο εις την ανά την πόλιν περιοδείαν του, χρησιμεύοντα ως ρεκλάμα, ούτως ειπείν, ίνα προσέλθωμεν περισσότεροι εις την πανήγυριν και ίδωσιν αυτά εις την Ρόδαν..
Το Πανηγύρι των Αγίων Πάντων, το οποίον εθεωρείτο ως το τελευταίον των μεγάλων πανηγύρεων, ετελείτο μετά πλείστης όσης επισημότητος και λαμπρότητος, αμιλλωμένων των Αγιοπαντιτών να υπερβώσι κατά την πολυτέλειαν και μεγαλοπρέπειαν το πανηγύρι της Αγίας Τριάδος της Μέσα. Η άμιλλα αύτη των Αγιοπαντιτών και Αγιοτριαδιωτών έσχε πολλάκις θλιβεράς συνεπείας, επειδή συνέβαινον συγκρούσεις σπουδαίαι, ενίοτε δε έρευσαν και αίματα…
Ο αρχιεπίσκοπος όμως, Νικόλαος Κοκκίνης, θεωρών τα πανηγύρια ως αντιχριστιανικά, καθό αναμιμνήσκοντα τελετάς και πανηγύρεις της εθνικής αρχαιότητος (1), απηγόρευσεν αυστηρώς να ανεγείρονται αυτά προ της εορταζούσης εκκλησίας και να παίζη το ταμπουρλονιάκαρο (2). Ίνα δε μη προσβάλλη αμέσως τα απ΄ αιώνων ερριζωθέντα έθιμα του λαού, επέτρεψεν την ανέγερσιν αυτών αλλ΄ εις μεγάλην από της εκκλησίας απόστασιν. Μετά την απαγόρευσιν ταύτην, ήτις πολλάς διαμαρτυρίας και μεμψιμοιρίας εκ μέρους των φιλεόρτων διήγειρεν, αλλ΄ οίτινες δεν ίσχυσαν να μεταβάλλουν το παράπαν την απόφασιν του Αρχιεπισκόπου, τα πανηγύρια άρχισαν να παρακμάζουν και βαθμηδόν και κατ΄ ολίγον να εκλείπωσι, μη απομεινάσης ειμή μόνον της αναμνήσεως αυτών.
Ότε όμως επήλθε η ένωσις της Επτανήσου μετά της Ελλάδος, ο λαός της Ζακύνθου ζηλωτής των παλαιών εθίμων, βία σχεδόν επανέφερε τα πανηγύρια και το ταμπουρλονιάκαρο, εν τω θείω δε ζήλω αυτού υπέβαλε και εις καταναγκαστικόν φόρον τους ξυλεμπόρους και εμπόρους, υποχρεώσας αυτούς εκόντας άκοντας να δίδωσι τα ξύλα και τας σανίδας προς ανέγερσιν του πανηγυριού, ως και τα υφάσματα και οθόνας και άλλα προς στολισμόν αυτού. Ταύτα πάντα όμως μετά το πέρας του πανηγυρίου δεν επιστρέφοντο προς παρασχόντας επί επιστροφή, αλλ΄ εξεποιούντο προς όφελος των ζηλωτών των πατρίων εθίμων.
Η βιαία αύτη αναστήλωσις των πανηγυρίων δεν διήρκεσεν επί πολύ παρακμάσασα άμα τη γεννήσει αυτής. Εάν δε μέχρι τούδε γίνονται εισέτι πανηγύρια τινά τούτο οφείλεται εις την επιμονήν των επιτρόπων των εκκλησιών, επειδή φρονούν, ότι δια του τρόπου τούτου δύνανται να προσελκύσουν περισσοτέρους φιλεόρτους εις την εορτάζουσαν εκκλησίαν και ούτω ν΄ αυξήσουν τας εκ του δίσκου εισπράξεις της εκκλησίας, εισπράξεις τας οποίας οι εκ θείου ζήλου εμφορούμενοι αρκούνται να τας διαμένουν αδελφικώς με την εκκλησίαν. Οπωσδήποτε όμως, εάν ανεγείρονται εισέτι πανηγύρια, εάν περιφέρεται το ταμπουρλονιάκαρο ανακρούον ήδη πόλκας και βάλσερ, δεν χορεύουν πλέον τον συρτόν υπό το Πανηγύρι, ουδέ αισθάνονται πλέον οι άνθρωποι την τέρψιν εκείνην ην ησθάνοντο οι προπάτορες ημών, οίτινες ουδέ τα σημερινά ημών ήθη και έθιμα είχον, ουδέ τας σημερινάς ημών διασκεδάσεις εγνώριζον.

(1) Ιδέ κ. Σάθα, Ιστορία Βυζαντινού Θεάτρου (Σημ. Ανδρέα Γήτα).
(2) Η εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Νικολάου Κοκκίνη προς τους Ιερείς του Νησιού περί απαγορεύσεως των πανηγυριών εκυκλοφόρησε την 16 Μαϊου 1859 έ.π.

[ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΝΟΜΟΥ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ (1478–1978), ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, Συλλογείς λαογραφικού υλικού και η συμβολή του Ανδρέα Γαήτα, ΑΘΗΝΑ 1992, σ. 272-275].


… Εκτός των εις τας οικογενείας και τας Λέσχας χορών, οι οποίοι μεγάλην διασκέδασιν και αναψυχήν παρείχον εις του κατοίκους, επίσης διασκεδαστικαί ήσαν και οι εν υπαίθρω τοιούτοι, διδόμενοι, τη συνοδεία του ταμπουρλονιάκαρου (1), του βιολίου και της κιθάρας. Ήσαν δε τοιούτοι το Γαϊτάνι, το γιαργυτό (2), το συρτό, το γαλαριώτικο, το ριγκοτό, το τσακιστό, το τζάμικο, το σταυρωτό, το νυφιάτικο, το καράκ, το πανωρηά, το λεβαντίνικο και άλλοι διάφοροι.
… Άλλο είδος λαϊκών διασκεδάσεων ήσαν τα Πανηγύρια, τελούμενα καθ’ ας ημέρας ήγον εορτήν οι κεντρικώτεροι ναοί. Επί της πλατείας (εις το πλάτωμα) του εορτάζοντος ναού εστήνοντο δοκοί εχόμεναι άνω δια σανίδων και σχηματίζουσαι τετράγωνον καλυπτόμενον προς τα άνω δι’ ιστιόνης, άλλη δε λευκή οθόνη διήκε καθ΄ όλας του τετραγώνου τας πλευράς και επί της οποίας ανηρτώντο διάφοροι εικόνες εστολισμέναι δια σημαιών, μανδυλίων και άλλων αντικειμένων. Η σκηνή αύτη μυρσινοδαφνοστόλιστος εκαλείτο «Πανηγύρι με τένταις» προς διάκρισιν των άνευ αυτών απλών πανηγύρεων των άλλων ναών, έπρεπε να είναι ετοίμη από της παραμονής της εορτής, διότι οι παίζοντες το ταμπουρλονιάκαρον περιερχόμενοι από πρωίας της παραμονής την πόλιν προσεκάλουν ούτω τους φιλεόρτους εις την πανήγυριν, ετοποθετούντο δε υπό σκιάδα παρά το Πανηγύρι προ της ενάρξεως του Εσπερινού ανακρούοντες κατά διαλείμματα και μέχρι της νυχτός της επιούσης, ότε και έληγεν η πανήγυρις.
Εις τας εισόδους της πλατείας του ναού ανεγείροντο αψίδες «πορτόνια» εστολισμέναι και αύται δια σημαιών, μυρσινών, εικόνων, παρά δε την πλατείαν ιδίως εσχηματίζοντο σκηναί και πρόχειρα καπηλεία, όπου εψήνοντο οβελίαι, ετηγανίζοντο «φριτούραι», επωλούντο «παστέλια» και άλλα φαγώσιμα είδη διαλαλούμενα υπό των πωλητών δια το εύγεστον και την ευθυνίαν, ενώ αι θορυβώδεις φωνασκίαι των αγυιοπαίδων, ο βαρύς ήχος του ταμπουρλονιάκαρου, αι συνεχείς κωδωνοκρουσίαι, οι εκάστοτε πυροβολισμοί και ο θόρυβος των συνευοχουμένων απετέλουν αληθές πανδαιμόνιον (3).
Υπό το Πανηγύρι και τους ήχους του ταμπουρλονιάκαρου εχόρευον οι εορτάζοντες διαφόρους χορούς, ενώ το πέριξ συγκεντρούμενον πλήθος εχειροκρότει τους δια την ορχηστικήν δεξιότητα διακρινομένους χορευτάς. Εις τα Πανηγύρια μετέβαινον δια τον χορόν μόνον άνδρες, και αυτοί δε οι άρχοντες δεν απεντροπιάζοντο να χορεύουν πατρίους χορούς εις τε τα Πανηγύρια και εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς. …

(1) Βλ. Μουσική. 
(2) Ο χορός ούτος, λεγόμενος «Χορός του Θησέως», εσώζετο εις Κρήτην από της εποχής, ως ελέγετο του Θησέως, μετενεχθείς εκείθεν, κατά το 1669, ότε η μεγαλόνησος εκείνη περιήλθεν εις του Τούρκους και πολλοί των Κρητών κατέφυγον εις Ζάκυνθον. Η λέξις «Γιαργυτό» παράγεται κατ΄ άλλους εκ του διαγυριτόν, ως έχοντος του χορού πολλούς γύρους, και κατ΄ άλλους εκ του αργήεις, ταχύτατος δια τον ταχύν ρυθμόν του. Νομίζω ότι αλλαχού ζητητέαν την παραγωγήν της λέξεως. Ο Βαρβιάνης περιέσωσε αυτόν μετά της μουσικής του εις το «Χρονικόν» του, έγραψαν δε σχετικώς οι: SS. και LS. και ΚΑ Ψάχος υπό τίτλον: «Το δημώδες άσμα εν Ζακ.» βλ. «Μουσική Ζωή» Αθηνών, 1931 αρ. 6 και μετέφρασεν εκ της ιταλικής ο Ζ. ΖΑ. 238 – ΕΦ. Β΄. 6. εικόνες του χορού.
(3) Διαταγή του Γεν. Προβλ. θαλάσσης Ι. Γριμάνη από 22 Οκτ. 1680, οι εν τη πόλει ναοί της Αναλήψεως, Αγ. Ιωάννου Θεολόγου, Οδηγητρίας, Φανερωμένης, Αγ. Πάντων και Αγ. Γεωργίου Πετρούτσου έχαιρον το προνόμιον εορτάζοντες να τελούν εις τας πλατείας των εμπορικάς αγοράς.

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ΖΩΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ 1955, Κεφάλαιον λδ΄, Ηθογραφία, σελ. 394 – 395 εξ.].


… Επί Βενετοκρατίας, εκτός των συνήθων οργάνων, της κιθάρας, του βιολιού, της άρπας και του αυλού, υπήρχε και η εξ εμπνευστών οργάνων στρατιωτική μουσική, ως εμφανίζεται εις τας εικόνας λιτανειών υπό τους γυναικωνίτας των ναών Αγίου Διονυσίου, Αγίων Πάντων, Αγίου Χαραλάμπους. Παρά τοις χωρικοίς ήτο εν χρήσει το και μέχρι των ημερών μας, κατά τας εορτάς και πανηγύρεις, «ταμπουρλονιάκαρο» (2) (ιταλ. tamburo και το βυζαντινόν ανάκαρα). Αλλ΄ εκτός τούτου αρχαιότερον ήσαν εις χρήσιν και «η κλανιόρες», είδος οξυαύλου, ομοίου προς τα κλαδοτζύμπαλα (ιτ. clavicembala, τα μεσαιωνικά «πανδούρια»), τα οποία εχρησιμοποίουν μετά και άλλων μουσικών οργάνων οι Κρήτες τραγουδισταί (3). Επειδή δε ο ήχος των τοιούτων οξυαύλων ωμοίαζε προς φύσας, μετέπλασαν, χάριν αστεϊσμού, τας κλανιώρας εις είδος σωλήνων εξ ελαστικού ή αργύρου μετά επιστομίου, ακροφύσων, χρησιμοποιουμένων δήθεν εις την κλίνην, όπως η οσμή της φύσης μη παραμένη αλλ΄ εξέρχεται δια των σωλήνων εκείνων της κλινοστρωμνής. …

(2) Ο Ρα. (11, 135) αναφέρει κατά την ναυμαχίαν της Ναυπάκτου (Εχινάδων) … «sonando trombe, tamburi e gnaccare …»
(3) Βλ. Κ.Φ. - «Συμβολή εις την Κρητικήν λαογραφίαν επί Βενετοκρατ.» εν «Επετ. Κρητ. Σπουδών» Γ΄ όπου και σχέδια των κλαδοτζυμπάνων. Ισχυρίζονταί τινες, ότι τοιούτοι σωλήνες παρεδίδοντο πράγματι εις τας νύμφας, κατά την προικοπαράδοσιν, ημείς όμως διεξελθόντες υπερδισχίλια προικοσύμφωνα ουδέποτε τοιούτον τι απηντήσαμεν.

[ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ΖΩΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ 1955, Κεφάλαιον λε΄, Μουσική, σ. 404].


… Την Παρασκευή της Διακαινησίμου γιορτάζει το γραφικότατο προάστιο της Μπόχαλης. Εκεί πραγματοποιείται, μέσα στη μαγευτική ανοιξιάτικη φύση, το παραδοσιακό πανηγύρι, με λιτάνευση της πανάρχαιας και θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Χρυσοπηγής, υπό τους ήχους του «ταμπουρλονιάκαρου» (10). …

(11) Ταμπουρλονιάκαρα= τοπικά παραδοσιακά μουσικά όργανα, αποτελούμενα από ταμπούρλο και την ανάκαρα ή νιάκαρα.

[ΤΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ, Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου, ενημερωτικό εορταστικό φυλλάδιο των ετών 1995, 1996, 1997, …]


… Στο λοφάκι της Αγίας Μαρίνας μας πήγαιναν οι μανάδες μας πολλές φορές για να μας ταισουν και να δούμε την πόλη από ψηλά. Εκεί παίζαμε πετροπόλεμο. Το τρουποκεφάλισμα ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Η μνήμη της Αγίας Μαρίνας γιορταζόταν στις 17 Ιουλίου. Εκείνη την ημέρα δεν πηγαίναμε στη θάλασσα. Δεν κάναμε μπάνιο, γιατί, όπως έλεγαν, ρίχνανε στη θάλασσα μάγια.
Από την παραμονή άρχιζαν οι προετοιμασίες με ταμπουρλονιάκαρο, παστέλια και φριτούρες. Από τον Άγιο Βασίλη τον Κάτου έπαιρναν στις 11 το πρωί την εικόνα, που τη φύλαγαν εκεί ολόκληρο το χρόνο, και με πομπή την πήγαιναν στην εκκλησία της.
Στον Άγιο Βασίλη, στον πρόναο, υπήρχε και η εικόνα του Αγίου Φανουρίου, όπου, όταν θέλαμα να δούμε αν κάποια επιθυμία μας θα πραγματοποιόταν, αφού κάναμε το σημείο του σταυρού, κολλούσαμε πάνω νομίσματα. Αν κολλούσε η δεκάρα μας, θα πετυχαίναμε. Αν έπεφτε κάτω, τζίφος η υπόθεσή μας. Έτσι προσπαθούσαμε να μαντέψουμε αν θα γράφαμε καλά σε κάποιο διαγώνισμα ή αν θα προβιβαζόμαστε.
Τη μέρα της γιορτής κορυφώνονταν οι εκδηλώσεις με την επίσημη λειτουργία, την παρουσία του Δεσπότη και μεγάλου αριθμού ιερωμένων. Η περιφορά της εικόνας γινόταν στα δρομάκια της γειτονιάς και το βράδυ φυλασσόταν μέχρι τον επόμενο χρόνο. Ήταν ένα απλό, γραφικό [πανηγύρι, όπου ο κόσμος διασκέδαζε συμμετέχοντας στη λατρεία της μεγαλομάρτυρος Αγίας Μαρίνας.
Πρέπει να πω ότι πολλές οικογένειες μετέφεραν τη μέρα της γιορτής στο πλάτωμα της εκκλησίας το φαγητό τους και έτρωγαν. Όλα τα παιδιά αγοράζαμε από τα καϊκια καρπούζια, που τα έφερναν από την Πελοπόννησο, και καθόμαστε στα πεζούλια της αυλής και τα τρώγαμε.
Σήμερα είναι λίγοι αυτοί που θυμούνται ότι στο χώρο αυτό υπήρχε εκκλησία και γινόταν εκεί ένα όμορφο πανηγύρι. Τίποτα δεν έμεινε για να το θυμίζει. Και δυστυχώς οι νεότεροι δεν έχουν τη δυνατότητα να το μάθουν. …

[ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΔΕΜΕΤΗΣ, ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ, Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ, Ταξίδια στα μονοπάτια του χθες, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΟΥ, ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, σελ. 177 εξ.].


… Ο Συρτός Ζακυνθινός όπως και οι άλλοι ζακυνθινοί χοροί χορεύονταν σε ξεχωριστούς κύκλους (άντρες, γυναίκες).
Ο χορός με ρυθμό 3/4 έχει 12 βήματα, κύριο χαρακτηριστικό βήμα τη «Βήματος αλλαγή …». Υπάρχουν πολλά τραγούδια σε ρυθμό Συρτού Ζακυνθινού, κυρίως Νυφιάτικα, που τραγουδιόνταν και χορεύονταν από γυναίκες. Επίσης ο χορός παιζόταν και παίζεται από τη λαϊκή ορχήστρα που την αποτελούσαν στη Ζάκυνθο (βιολί – ακορντεόν – κιθάρα) και κυρίως από τα λαϊκά παραδοσιακά μουσικά όργανα «ταμπουρλονιάκαρο».
Το «ταμπουρλονιάκαρο» είναι δύο ξεχωριστά όργανα, το ταμπούρλο (είδος νταουλιού) και η ανιάκαρα (είδος ζουρνά ή πίπιζας) που και σήμερα υπάρχει ακόμα στη Ζάκυνθο, με μοναδικούς και πιθανόν τελευταίους οργανοπαίχτες από το χωριό Μαριές, τους κ. Διονύσιο Γιατρά ή Πούρο που παίζει ανιάκαρα και Χαράλαμπο Γιατρά που παίζει ταμπούρλο.

[Νίκου Κεφαλληνού – Καθηγητή Φυσικής Αγωγής, "Συρτός Ζακυνθινός", (Λαογραφικό Σημείωμα), Ζάκυνθος ΄82, ετήσια εικονογραφημένη επιθεώρηση].


… Τέλος, καθαρώς τοπικά, χωριάτικα όργανα είναι, εις μεν την Κεφαλληνία το «σκορτσάμπουνο» - άσκαυλος νησιώτικος με δίαυλο όχι καλαμένιο, αλλά τρυπημένο επάνω σε ξύλο (σκόρτσο = σανίδι), εις δε τη Ζάκυνθο η «ανάκαρα» - έτσι όπως ονομάζεται εδώ με το βυζαντινό της όνομα - η πίπιζα (μικρός ζουρνάς). Όργανα με τα οποία διασκέδαζε ο κόσμος μέχρι χθες εις τις γιορτές και τα πανηγύρια, και που στις ημέρες μας τείνουν να πέσουν σε αχρησία. Εις τούτο οφείλεται και το ότι δεν έγινε δυνατό να έχωμε μια καλή ηχογράφηση σκορτσάμπουνου εις την Κεφαλληνία. …

[«ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ», Δίσκος του Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής (SDNM 115)].


… Όταν αρχίζει η συγκομιδή της σταφίδας, πολλοί από τους νεότερους άνδρες των ορεινών χωριών κατεβαίνουν στον Κάμπο, για να κερδίσουν κάποια χρήματα ως ημερομίσθιοι εργάτες. Τότε έχει κανείς την ευκαιρία να γνωρίσει και να θαυμάσει την καρτερία και την ολιγάρκεια του έλληνα χωρικού. Ο άνθρωπος αυτός δουλεύει από το χάραμα μέχρι το πρώτο σκοτάδι της νύχτας, βουτηγμένος στον ιδρώτα και εκτεθειμένος, χωρίς καμιά προστασία, στις καυτές ακτίνες ενός ήλιου που λάμπει σε έναν ανέφελο ουρανό. Σβήνει τη δίψα του με μια γουλιά νερό. Η τροφή του συνίσταται από ψωμί, αλατισμένες ελιές, ξερά κουκιά, ωμά κρεμμύδια και σκόρδα. Και τούτο, επειδή η συγκομιδή της σταφίδας συμπίπτει με τις ημέρες νηστείας για τη γιορτή της Παναγίας, στη διάρκεια της οποίας κανείς δε βάζει κρέας στο στόμα του. Τα βράδια, όταν τελειώσει πια η σκληρή δουλειά, παραδίδεται σε μια αθώα ευθυμία, παρέα με τους συντρόφους του. Πόσες φορές δεν είδα τους θεριστές αυτούς να σέρνουν, κάτω από το φως του φεγγαριού, τους κυκλικούς χορούς τους με τη συνοδεία αυλού (48) ή ενός τραγουδιού! Τέλος, όταν η φύση απαιτήσει επιτακτικά τα δικαιώματά της, οι άνθρωποι αυτοί θα ξαπλώσουν πάνω στο χώμα ή σε κάποιο σκαλοπάτι για ένα σύντομο ύπνο …

(48) Ο αυλός του Σμιτ είναι η ζακυνθινή «νιάκαρα», η ανάκαρα των Βυζαντινών. Μαζί με το ταμπούρλο - εξ ου και «ταμπουρλονιάκαρο» - αποτελούσαν την απαραίτητη μουσική συνοδεία των διασκεδάσεων της εξοχής.

[ΒΕΡΝΑΡΔΟΥ ΣΜΙΤ, Η ΝΗΣΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ - Εντυπώσεις και Εμπειρίες, ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΖΑΚΥΝΘΙΩΝ, ΑΘΗΝΑ 2005, VI. ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ, σ. 95].


[Ένα άρθρο του Στέφανου Δραγούμη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΑΝΔΩΡΑ, στις 18-9-1876. Ο Στέφανος Δραγούμης υπηρέτησε ως δικαστικός στη Ζάκυνθο τα πρώτα χρόνια μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και μας άφησε ανεκτίμητη μαρτυρία περιηγητικών αναμνήσεων, που συμβάλει έτσι στην καλύτερη γνωριμία των ανθρώπων και των γεγονότων του νησιού τη χρονική εκείνη περίοδο.]

… Την εορτήν ή το πανηγύριον εκκλησίας τινός προ εβδομάδος πολλάκις, συνήθως όμως την προτεραίαν ή προ δύο ημερών, προαναγγέλουσι τύμπανον και άσκαυλος εις τας οδούς περιαγόμενα και μανιωδώς κρατούμενα, παρά αυτά δε δίσκος στρόγγυλος αργυρούς μετά προεξεχουσών και αναλύπτων εικόνων ως πάντες οι δίσκοι των εκκλησιών της Ζακύνθου, λείψανα της Ιταλικής κατά τον μεσαίωνα τέχνης, περιφερόμενος υπό τα παράθυρα των οικιών εξ ων βλέπεις γυναικείαν χείρα εξερχομένην και ρίπτουσα όβολον φαρδίνιον ή μπικικίνιον ή δανδολίνειον, ήτοι αναρίθμητα άξινα από την ονομασίαν λεπτά, ουδέν καν ευρίσκεις εν τη λοιπή Ελλάδα και δι' ων πλημμυρίζοντας ήτε αγορά και τα θυλάκια εν ταις Ιονίοις νήσοις…
… Η περιαγοραία μουσική υπό το όνομα ταμπουρλονιάκαρον περιέρχεται πάσαν την μακροσκελή πόλιν, επαναλαμβάνουσα τους αυτούς ήχους, υπό αυτής δε κατά την εορτήν εξεγειρόμενοι και συστρηλατούμενοι σπεύδουσιν εις όρχησιν και πηδήματα πανηγυρίζοντες.
Η εκκλησία στολίζεται αφ’ εσπέρας δια ανθέων μυρσίνης και σημαιών παρά την είσοδον αυτής και επί των οδών εγείρονται εκ σανίδων αψίδες δια μυρσινών κοσμούμεναι και αυτάς ανθέων και σημαιών και εξηρτημένας φέροσαι εικόνας παντός είδους ερωτικάς ή πολεμικάς κομήτων ή Βουκόλων υπό των ενοριτών δανειζομένας προς ευπρέπισιν …
… Οι προσκυνηταί συρρέουσι δια όλης της ημέρας και ανεβαίνει εις τον ουρανόν προς τους Ρώθωνας Αγίου ή της Αγίας εξελισσομένη περί καπνώ η κνίσα των έξωθεν της εκκλησίας οπτωμένων τηγανιτών. Αλλά η λαμπρότης της πανηγύρεως κορυφούται ευθύς ως το λυκαυγές πυκνωθή, εις σκοτία πάσα οικία κενούται και γυναικείον πλήθος χαρίεν, καθάριον, φιλοκάλως ενδεδυμένον διαπερνά τας οδούς της Ζακύνθου μεταβαίνον εις την πανήγυριν, ένθα ανήφθησαν με φώτα πολλά εδιπλασιάσθη δε η δύναμις του φυσώντος τον αυλόν και του τυμπανιστού αι χείρες μανιωδώς κυμβαλίζουσιν, οι δε των παστελίων, των τηγανιτών και των τραγαλίων πωληταί μόλις προφθάνουν να υπηρετώσιν εις τους αγοραστάς.
Κατά εμέ το γυναικείον τούτο πλήθος είναι το κύριον, το αληθές γλύκισμα των πανηγύρεων τούτων και μεταξύ πάντων των της εορτής κοσμημάτων αυτό μόνον έλκει των συρρεόντων του Αδάμ απογόνων τα βλέμματα, διότι πολλάκις αυτό και μόνον το θέλγητρον και τα σώματα αυτών εις την πανήγυριν είλκυσεν.
Μάσκουλα δε, κώδωνες και φωναί και γέλωτες και χοροί και θόρυβος παντοίος και αυτόν τον βαρύ του τυμπάνου ήχον και τον οξύ του ασκού καλύπτει.

[Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ,  Δευτέρα 21/1/2008, φ. 760, σ. 14, επιμέλεια άρθρου: Στάθης Μουζάκης Κότσαλας]


ΜΑΡΤΗΣ
… Την καθαροδευτέρα μαζί με το ταμπουρλονιάκαρο έβγαιναν όλοι οι άνδρες για συντήρηση και καθαρισμό των δρόμων. Όποιος δεν πήγαινε μαζί τους, οι υπόλοιποι του έσπαγαν τα κεραμίδια από το σπίτι …

[Ημερολόγιο έτους 2008 «… θυμάσαι;» του Πολιτιστικού Συλλόγου Κερίου «η άμπελος», μήνας Μάρτιος].


Χωριό Άγιος Λέων ή Άι-Λιος
Στο χωριό Άγιος Λέων ανιάκαρα έπαιζε παλιά ο Αντρέας Μπάστας ή Παστός (παππούς του Διονυσίου Μπάστα ή Αμερικάνου), ενώ ταμπούρλο έπαιζε ο Παναγιώτης Σοφός ή Κουλάκος.
Τη Δευτέρα του Πάσχα που έβγαινε το «κόνισμα» στους δρόμους του χωριού έπαιζε το ταμπουρλονιάκαρο κατά τη διαδρομή.
Το έτος 1912 όταν ήρθε ο βασιλιάς (που τον είχε εκθρονίσει πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος) πήγαν οι Αϊλιώτες να πανηγυρίσουν το γεγονός από το χωριό ως την πόλη της Ζακύνθου με τα πόδια, παίζοντας συνεχώς το ταμπουρλονιάκαρο κατά τη διαδρομή. Σταμάτησαν μόνο στην περιοχή «Κουτσουπιά» στα Λαγκαδάκια για ξεκούραση.

[Πληροφορίες: ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΜΠΑΣΤΑΣ ή ΣΗΦΗΣ, 24 Νοεμβρίου 2007]


Την εποχή του σκαψίματος της σταφίδας και του αμπελιού στα μεγάλα αγροκτήματα των αφεντάδων στον κάμπο της Ζακύνθου, που γινόταν με τις αξίνες από πολυμελείς ομάδες εργατών – σέμπρων (αργατίες) οι αφεντάδες πολλές φορές καλούσαν και έπαιζαν δύο, τρία μέχρι και πέντε ταμπουρλονιάκαρα. Οι οξείς ήχοι της ανιάκαρας και ο δυνατός χτύπος του ταμπούρλου έδινε δύναμη στους εργάτες, που έσκαφταν ήλιο με ήλιο. Παράλληλα ακουγόταν πολύ μακριά, μέχρι την πλησιέστερη ομάδα εργατών άλλου μεγαλογαιοκτήμονα.

[Πληροφορίες: ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ, Σαρακηνάδο, 2009]


Πατέρας και γιος, ο Τάσης Ξένος-Παλλαδινός (ανιάκαρα, αριστερά) και ο Γιάννης Ξένος-Παλλαδινός (ταμπούρλο, δεξιά), στο Πανηγύρι του χωριού Ορθωνιές Ζακύνθου, το 2001.

ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟΝΙΑΚΑΡΟ

… Αρμονικά μου νιάκαρα και μελωμένα σύκα,
τυράκι ΄ντόπιο, πρέντζα μου και πήλινή μου βίκα, …

[ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ, ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1926, ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΣ ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ 1884, σ. 202].


Να κι΄ ένα ψέμμ΄ αληθινό, αντίο χαραίς και νειάτα ! –
Φεύγει ο Σπουργίτης ! – Πόχαλες, γιουλάκια, μαντολάτα,
κληδόνους και Βλαχέρεναις, Κρυονέρια, πορπετούλαις,
αγίαις Μαρίναις, νιάκαραις, και φρίσσαις, και βαρκούλαις,
σύκα, βολίμια και βαγιά, αϊ Λύπιους κι΄ αϊ Λαζάρους,
καντούνια, ρίμναις, κι΄ αργαλιούς, και σέμπρους και κουμπάρους,…

[ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ, ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1926, ΣΠΟΥΡΓΙΤΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ 1888, σ. 220].


… «Πολλά πουλιά εκυνήγησα και λέσι με Πετρίτη,
μα εδά εκομπώθηκα κ΄ εγώ κ΄ επιάστηκα στο δίκτυ».
Δεν ήτονε καλά σωστός κι από μακρά γροικούσι
σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα και κτυπούσι
κι όλοι εστραφήκαν και θωρού προς τη μεράν εκείνη
και πεθυμού να μάθουσιν ίντα ΄το κ’ ίντα εγίνη …

[Βιτσέντζου Κορνάρου, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου, Γλωσσάριο, σ. 87, Μέρος 2ο, στίχοι: 227–232].


νιάκαρη= τύμπανο

[ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου, Γλωσσάριο, σ. 376].


… Η προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Λομβάρδου είναι στενά δεμένη με το Μεγάλο γεγονός. Ο ζακυνθινός λαός πανηγυρίζει για τη λευτεριά του και τιμά τον Λομβάρδο. Η Ένωση, κατά ένα ποσοστό, είναι έργο δικό του. Γι’ αυτό και του πρέπει να τιμηθεί. Να τώρα, πώς μια γρια Τραγακιώτισσα, (11) καλεί το λαό να χαρή και να τιμήση τον Λομβάρδο:

Φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, αδέρφια κι’ αδερφάδες,
Νοικοκυραίοι και φτωχοί, κόντιδες κι΄ αφεντάδες.
Τρεχάτε ούλοι με χαρές από χωριά και χώρα
Μ’ ανιάκαρες (12) και με βιολιά, με δάφνες και με φιόρα.
Μ’ ετιές και μ’ αγριολούλουδα και φύλλα από πλατάνια,
Να φτιάστε του Λουμπάρδου μας ματζέττα και στεφάνια.
Εμπάτε ούλοι στο χορό να πάρτε τη σειρά σας
Και με τα πασουμάκια σας και με τα τάλαρά σας.
Και όσες έχετε μαντρά (13) παρμένονε στη φτήνεια.
Και σεις με τα καλά μπουά (14) και τα ψηλά σκαρπίνια. …

Σημειώσεις:
(11) Ο κ. Γιάννης Πομόνης, που μου υπαγόρευσε το τραγούδι, μου είπε πως την έλεγαν Διονυσούλα Πομόνη. Ο ίδιος τη θυμήθηκε. Ήταν σύγχρονη της Ένωσης και αν και αγράμματη, έφτιαχνε με μεγάλη ευχέρεια στίχους που τους τραγουδούσε.
(12) Το γνωστό λαϊκό όργανο είδος πίπιζας. Η νάκαρα των Βυζαντινών.
(13) Αλατζά, φτηνό υφαντό από το Μανδράς των Ινδιών.
(14) Στενόμακρη γούνα που εκάλυπτε το λαιμό.

[ΣΑΡΑΝΤΗ ΑΝΤΙΟΧΟΥ, «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ», ΧΡΟΝΙΚΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΥΠΟ ΤΗΣ «ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΣΤΙΑΣ», ΑΘΗΝΑΙ 1964, τ. 1, 219].


ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από τα στοιχεία που αναφέραμε φαίνεται η διαχρονικότητα του σπουδαίου αυτού λαϊκού μουσικού οργάνου, παρ' ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το πότε εμφανίστηκε στη σημερινή μορφή του στη Ζάκυνθο. Απορίας άξιο είναι πώς από το βυζαντινό «ανάκαρα», που αναφέρεται καθαρά ότι είναι τα κρουστά όργανα, τα μικρά τύμπανα με τον πολύ δυνατό ήχο, φτάσαμε στη Ζάκυνθο να εννοούμε με τη λέξη «ανιάκαρα» το γνωστό πνευστό όργανο.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι για πρώτη φορά συναντάμε τη λέξη «νιάκαρα» στο μακροσκελές ποίημα, αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπου από τα συμφραζόμενα εννοείται το μουσικό λαϊκό όργανο νιάκαρα, που παίζεται με το στόμα, τους ήχους του οποίου συνοδεύει το κρουστό όργανο νταούλι ή ταμπούρλο. Πριν από αυτό το ποιητικό κείμενο, δεν μπόρεσε ο γράφων να βρει κάποια άλλη μαρτυρία, όπου «(α)ν(ι)άκαρα» είναι το πνευστό όργανο, που σήμερα υπάρχει στο νησί.

Εύκολα –πιθανόν και αυθαίρετα– μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι το ταμπουρλονιάκαρο (ταμπούρλο και ανιάκαρα), το έφεραν στο νησί μας οι Κρήτες πρόσφυγες όταν το έτος 1669, μετά την πτώση του Χάνδακα (σημερινού Ηρακλείου), κατέκλυσαν μεταξύ των άλλων και τη Ζάκυνθο. Είναι γνωστό ότι επηρέασαν αποφασιστικά την μετέπειτα πορεία και διαμόρφωση του ζακυνθινού πολιτισμού, σε όλες τις εκφράσεις του, σε όλα τα είδη της τέχνης. Εξ άλλου, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Χορός του Θησέα ή Γέρανος, που παίζεται μόνο με ταμπουρλονιάκαρο και στην αρχή οι κινήσεις του πρωτοχορευτή παριστάνουν την πάλη του Θησέα με το Μινώταυρο στον λαβύρινθο του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης.

Όπως και να έχει όμως το πράγμα, η πρώτη εμφάνιση του ταμπουρλονιάκαρου στη Ζάκυνθο είναι ένα ενδιαφέρον θέμα έρευνας από λαογράφους επιστήμονες. Το ταμπουρλονιάκαρο, αναμφίβολα, είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του ζακυνθινού λαϊκού πολιτισμού. Έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διασκέδαση και στη μουσικοχορευτική παράδοση των Ζακυνθινών, ιδιαίτερα των χωριών του Κάμπου, της Ρίζας και της ορεινής περιοχής.

Στους ξέφρενους ρυθμούς της σημερινής εποχής, στην εποχή του τουριστικού «θαύματος» της Ζακύνθου, μέσα στην παγκοσμιοποίηση και στη νέα τάξη πραγμάτων, της οικονομικής και όχι μόνο κρίσης, της εισαγωγής ξενόφερτης δυτικού τύπου υποκουλτούρας, το ταμπουρλονιάκαρο, που τους τελευταίους αιώνες ενυπάρχει στο ζακυνθινό πολιτιστικό γίγνεσθαι, τείνει να εξαφανιστεί και να καταντήσει μουσειακό είδος.

Δεν θα πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί αυτό. Έχουμε χρέος, να το διατηρήσουμε και να το μεταλαμπαδεύσουμε στις νεότερες γενιές. Πρέπει να το γνωρίσουν οι νέοι μας, να ευαισθητοποιηθούν και να καταλάβουν τη μεγάλη αξία του. Έχουν μείνει ελάχιστοι λαϊκοί οργανοπαίχτες ανιάκαρας σε όλη τη Ζάκυνθο. Το παίξιμο του ταμπούρλου είναι πιο εύκολο και μπορεί να παιχτεί από πολύ περισσότερους.

Μια πρότασή μας θα ήταν να εισαχθεί και να διδάσκεται σαν ξεχωριστό και ιδιαίτερο μάθημα της λαϊκής μας παράδοσης στο Μουσικό Σχολείο του νησιού μας. Ξέρουμε ότι υπάρχει ιδιαίτερη αντιμετώπιση και υποστηρίζεται από το πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας η εισαγωγή ενός τέτοιου μαθήματος εκμάθησης ενός τοπικού λαϊκού οργάνου, όπως είναι η ανιάκαρα και το ταμπόύρλο. Η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ο Σύλλογος Διδασκόντων του Μουσικού Σχολείου του νησιού μας, θα πρέπει να το σκεφτούν πολύ σοβαρά και να αποφασίσουν σύντομα την εισαγωγή του μαθήματος ανιάκαρας και ταμπούρλου. Θα κάνουν κάτι πολύ σημαντικό για τη λαϊκή παράδοσης του νησιού μας.

Μέχρι τότε, ο Τάσης Ξένος–Παλλαδινός, ο Φώτης Μποζίκης, ο Πέτρος Γιατράς, ο Νιόνιος Κωστής και ο Γιώργος Σεμιτέκολος θα κρατούν στα χέρια τους την πολύτιμη αυτή κληρονομιά μας, το παίξιμο της ανιάκαρας. Θα περιμένουμε και άλλους να τους μιμηθούν. 


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Στο πλάτωμα τση Φανερωμένης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Τελειώνοντας ο πολυθόρυβος και με ποικίλους τρόπους πολιτιστικά πολύρρυπος Αύγουστος και μπαίνοντας ο γλυκός Σεπτέμβρης, ο καθαρός μήνας των ποιητών, η Περιφερειακή Ενότητα Ζακύνθου οργάνωσε μια καθαρά «Ζακυνθινή βραδιά» με πρωταγωνιστές τα δύο γνωστά και καθιερωμένα πια Σωματεία “Giostra di Zante” και «Υακίνθη», όχι, ευτυχώς, για τουριστική προβολή και κατανάλωση, αλλά «για ξεφάντωση των φίλων», καθώς και για επιστροφή στην ταυτότητά μας και επαναφορά εις τα ίδια.

Μια μικρή παρέλαση με ιππείς, ντυμένους με τις παραδοσιακές στολές της Γκιόστρας, στην οδό «Δοξαράδων», αυτών δηλαδή που σ’ εκείνο το χώρο θεμελίωσαν την περίφημη Επτανησιακή Σχολή στη ζωγραφική, έδωσε πνοή στην επιθυμία του πρώτου Σωματείου, να αυτονομήσει τους ιππικούς αγώνες της Ζακύνθου, να τους αποκόψει από το νεοζακυνθινό Καρναβάλι και τις αμαρτίες του και να τους κάνει γεγονός ξεχωριστό, όπως συμβαίνει σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, τοποθετώντας τους στην αρχή του Καλοκαιριού και συγκεκριμένα στο τουριστικό τριήμερο της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος, δίνοντας στο δρώμενο, που τόσο αγάπησαν, στο παρελθόν και σήμερα, όλοι οι Ζακυνθινοί, την δική του υπόσταση και τονίζοντας ότι αυτό είναι κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας και προέκταση του πολιτισμού μας. Ο κόσμος που ακολούθησε την έφιππη παρέλαση, ο πολύ πιο μεγαλύτερος από το αναμενόμενο, δείχνει την αγάπη των ανθρώπων για τα άλογα και το ότι η Γκιόστρα της Ζακύνθου, που από το 2005 έχει αναβιώσει, μπορεί και πάλι, όπως τους προηγούμενους αιώνες, να γίνει το μεγαλύτερο γεγονός του νησιού μας και πόλος έλξης ποιοτικών τουριστών, για να βοηθηθεί έτσι η πολύπαθη οικονομία του τόπου μας και να βελτιωθεί ανάργυρα η ποιότητα ζωής των εγχωρίων.

Η επίδειξη των σμπαντιερατόρων, μετά, ενός άλλου χαρακτηριστικού κομματιού της Γκιόστρας, με το ρυθμικό πέταμα των σημαιών, προκάλεσε τα χειροκροτήματα των παρευρισκομένων, ενώ οι τοπικού χοροί –εποχής και λαϊκοί– από το σταθερά και προσεκτικά, δίχως συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, βαδίζον χορευτικό συγκρότημα «Υακίνθη» και η θρησκευτική ευλάβεια με την οποία ο κόσμος τους παρακολούθησε, δείχνουν πως η παράδοσή μας, παρά τις τόσες άσχετες επιμειξίες και τις από συμφέρον επιγαμίες, συνεχίζει να υπάρχει και πως το επτανησιακό αίμα εξακολουθεί να κυλά στις φλέβες μας, παρότι οι νεώτεροι αφεντάδες μας, μας θέλουν μια φολκλορική αναπαράσταση του παρεξηγημένου «Ζορμπά».

Τέλος οι καντάδες, που ακούστηκαν και τ’ άλλα ζακυνθινά τραγούδια, φάνηκε πως ευωδίασαν λυτρωτικά, δίπλα στην κοιμώμενη Θεοτόκο της φανερωμένης καλλιτεχνίας, αλλά και σ’ όσους συνεχίζουν να την λατρεύουν, είτε ακολουθώντας την επιτάφια λιτανεία της το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου, είτε υμνώντας την καλλίφωνα και έτσι όπως για αιώνες γνωρίζει ολοχρονίς, απομακρύνοντας τους κάδους της ντροπής από τον περίβολό της και εμποδίζοντας την πολύπλευρη βλασφημία στην είσοδο της εκκλησίας της, που είναι και ο ναός της τζαντιώτικης έκφρασης και η μητρόπολη της τοπικής αυτόνομης δημιουργίας.

Δεν επιλέχτηκε τυχαία ο χώρος από τα δύο Σωματεία. Ο πολλαπλά αφανιστικός σεισμός του Αυγούστου του 1953, με τις πολλές και ανεπούλωτες πληγές, πολλές από τις οποίες δείχνουν πως θα παραμείνουν αγιάτρευτες, δεν αφήνει περιθώρια για πολλές επιλογές. Η αυθάδειά μας απλώθηκε παντού, με μορφή μάλιστα κιτς κακοτεχνίας και λιγοστά είναι τα σημεία, όπου μας επαναφέρουν και μας υποχρεώνουν στην συνέχιση της ιστορίας μας.

Μια Φανερωμένη, που την καταντήσαμε παρ’ ότι καλλονή, κρυμμένη -περάστε βράδυ από εκεί και θα το διαπιστώσετε-, ένας Άγιος Νικόλαος του Μόλου, καθαρά πια στεριανός και επίφοβα πολύβουος, μια Κυρία των Αγγέλων, σε πτώχευση ζητείας, ένας Εσταυρωμένος ξανασταυρωμένος και ετοιμόρροπος, ένα Βενετσιάνικο Υδραγωγείο «άνυδρο» και ελάχιστα άλλα, έτσι όπως όλα τα μεταλλάξαμε σε μπετόν και αλουμίνιο, παραμένουν σε πείσμα των καιρών και συνεχίζουν, έστω και με προβλήματα, να υπάρχουν, όπως ακριβώς οι σπίθες μέσα στη στάχτη, μήπως και πάλι ανάψει η φωτιά και μας ζεστάνει, αντί να μας κάψει.

Η εκδήλωση έγινε όχι μόνο για να υπενθυμίσει την παράδοσή μας, αλλά και για να υπογραμμίσει την αξία των μνημείων μας και να προσπαθήσει να τα επαναφέρει στη ζωή μας.

Στο ιστορικό πλάτωμα τση Φανερωμένης, εκεί που τόσα μεγάλα και θαυμάσια διαδραματίστηκαν, νέα παιδιά, είτε με την ευθύτητα της κορμοστασιάς τους πάνω στ’ άλογα, είτε συνεχίζοντας τα χορευτικά βήματα της παράδοσης και τους ήχους της ιδιοσυγκρασίας μας, ξαναζωντάνεψαν το μνημείο και από το χθες το πέρασαν και στο σήμερα.

Ευτύχημα η γειτονιά που ξανασυγκεντρώθηκε και η ανθρώπινη ανάγκη, που και πάλι ικανοποιήθηκε.

Δεν χρειάστηκε στολισμός, εκτός από κάποια μεσαιωνικά, πολύχρωμα πεύκια, που κρεμάστηκαν στον περίχωρο, ούτε και φωτισμός του κτιρίου, που έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε από μόνο του και η υπερβολή θα το κατέστρεφε.

Οι πέτρες της Φανερωμένης έδεσαν με τις στολές εποχής και λειτούργησαν σαν μοναδικό φόντο. Οι στολές των ιπποτών δεν ξένισαν, αλλά μάλλον απαιτούνταν και τα χορευτικά βήματα συλλειτουργούσαν και συμπορεύονταν στις πλάκες του πλατώματος.

Πόρισμα ηθικό της εκδήλωσης: υπάρχει και ο χώρος της Φανερωμένης. Είναι μια σκοντράδα στον Άμμο, η γειτονιά του Ξενόπουλου και ο ερωτισμός του χρωστήρα.

Μακάρι με αφορμή κάποιο μικρό και ανεπαίσθητο σεισμό να ξεπηδήσει και πάλι από το καμπαναρίο της εκκλησίας ένα νεότερο ζευγάρι και αυτό να εμπνεύσει, όπως τον γνωστό «Φαίδωνα», κάποιον νεότερο δημιουργό.

Είναι ντροπή να κάνουμε σκουπιδότοπους τα μνημεία μας. Είναι το ίδιο μας το πρόσωπο. Με ό,τι άλλο προβάλλουμε, κινδυνεύουμε για πλαστοπροσωπία.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ)

1. Προλεγόμενα

Πᾶνε ἀρκετά χρόνια ἀπό τότε πού βρέθηκα γιά λόγους ὑγείας κάποιου μέλους τῆς οἰκογενείας μου, στή μακρυνή Ἀγγλία, σέ μία ἀπό τίς μεγαλουπόλεις της, τό Birmingham. Ἀπό τόν τόπο μου ἔφυγα μέ συντροφιά τούς Ἁγίους μου, ἀλλά καί κάποια βιβλία-συνομιλητές στήν ἑκούσια αὐτή ἐρημία μου, πού ἐπρόκειτο νά διάγω. Μεταξύ τῶν βιβλίων πού μέ συντρόφεψαν ἦταν καί ἡ ποιητική συλλογή τοῦ Π. Β. Πάσχου (στή συνέχεια Π. Β. Π.), "Ἔγκλειστος βίος", μέ τήν ὁποία ἔχω ξεχωριστούς δεσμούς ἀπό τά χρόνια ἀκόμα τῶν σπουδῶν μου.

Πολυάριθμη πολιτεία τό Birmingham, ξένος ἐγώ ἀνάμεσα σέ ξένους, ἔνοιωσα τό σχῆμα τῆς ἀπουσίας νά ἐγγράφεται μέσα μου μέ στοχασμούς διάφορους, τούς ὁποίους ἄρχισα νά τούς ἐπεξεργάζομαι σιωπηλά καί καρτερικά, μέ παράλληλη παρατήρηση τῆς πόλης καί τοῦ βιώματος τῆς μοναξιᾶς, πού ἐμφάνιζε. Αὐτές λοιπόν οἱ γραμμές σέ πρώτη, ἡμερολογιακή καταγραφή, χαράχτηκαν σ᾿ ἕνα μικρό δωμάτιο τῆς περιοχῆς τοῦ Selly Park, ἐκείνης τῆς Ἀγγλικῆς μεγαλούπολης. Ἐδῶ δέ λαμβάνουν τήν τελική τους μορφή, ἄν μπορεῖ νά ὑπάρξει ποτέ αὐτή, τήν ὁποία ὡστόσο καλεῖται νά τήν συμπληρώσει καί ὁ φίλος ἀναγνώστης μέ τίς παρατηρήσεις του. Παρατηρήσεις, πού ἄν εἶναι καλοπροαίρετες, ἀποτελοῦν καί ἀπομένουν πάντα χρήσιμο ὑλικό γιά τή στέρέωση-θεμελίωση τοῦ κάθε μας γραπτοῦ.

Πάντως θέλω νά σημειώσω, καθώς κλείνω αὐτές τίς πρόδρομες γραμμές, ὅτι ἡ ποίηση τοῦ Π. Β. Π. γίνεται μέ τόν εὐεργετικό καί τίμιο λόγο της, τό φιλάνθρωπο καί φιλάδελφο καταφύγιο, τό ὁποῖο θραύει τό κέλυφος τῆς σκληρῆς μόνωσης καί ὁδηγεῖ τά πρόσωπα στή συνάντηση: τόσο μεταξύ τους, ὅσο καί μέ τήν Κτίση, προπάντων ὅμως μέ τόν Θεό.


2. Οἱ ὁρισμοί

Ἄν μελετήσουμε προσεχτικά τίς ποιητικές συλλογές τοῦ Π. Β. Π. ἀσφαλῶς θά παρατηρήσουμε, πώς κυρίαρχο θέμα μέσα τους εἶναι τό βίωμα τῆς μοναξιᾶς. Τῆς μοναξιᾶς, ἡ ὁποία συνυπάρχει πάντα μέ τή διαβίωση τοῦ ποιητή στίς μεγάλες πόλεις καί ἐμφανίζεται ὡς ἡ λυτρωτική ἐκείνη δύναμη πού ἐξαγνίζει τήν ψυχή καί τήν ἐπιστρέφει στίς ρίζες της, στίς σωτήριες πηγές, ὅπως εἶναι ὁ γενέθλιος τόπος του: ἡ Λευκοπηγή καί εἰδικότερα ἡ ἑστία τοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ.

Ὡστόσο τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι τό ἑξῆς: Τελικά τί εἶναι πολιτεία καί τί μοναξιά; Ὅπως ἐπίσης κι ἕνα δεύτερο ἐρώτημα: Ἡ μοναξιά καί ἡ πολιτεία πώς λειτουργοῦν στόν ψυχισμό τοῦ ποιητή καί κατ᾿ ἐπέκταση στό δικό μας τόν ψυχισμό;

Μοναξιά λοιπόν εἶναι ἡ ἄρση τῆς ἐπιθυμίας, τῆς ἀνάγκης, "γιά νά δεῖς τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, νά τόν συναντήσεις" (1). Γιατί ἡ συνάντηση τοῦ Ἐγώ μέ τό Ἐσύ προϋποθέτει πάντα τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας, γι᾿ αὐτό σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση τοῦ πρώτου βιβλίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τή Γένεση, ὁ Θεός εἶδε ὅτι "οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ᾿ αὐτόν" (Γεν. 2, 18), πού σημαίνει ὅτι "ὁ Δημιουργός θεωρεῖ τήν ἀνθρώπινη μοναξιά ἀρνητική, ὡς ἀντιτιθέμενη στήν πληρότητα τῆς ζωῆς καί ὡς κατάσταση ἐμπεριέχουσα δυστυχία καί κίνδυνο, γι᾿ αὐτό ἐφευρίσκει τόν τρόπο θεραπείας της" (2).

Ἡ δημιουργία τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τοῦ Ἀδάμ καί ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐκ τῆς πλευρᾶς του δημιουργία τῆς γυναίκας-συνανθρώπου του, τῆς Εὔας, ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, ὑπάρχοντας ἐν κοινωνίᾳ Προσώπων, ἐπιθυμεῖ νά συστήσει καί στή γῆ αὐτή τήν κοινωνία τοῦ Ἐγώ μέ τό Ἐσύ, ὥστε τό ἄθροισμα αὐτῶν, τό Ἐμεῖς δηλαδή, ν᾿ ἀναφερθεῖ θεοφιλῶς καὶ ἁγιοτρόπως στό Θεό.

Πολιτεία πάλι εἶναι ὁ χῶρος συγκέντρωσης μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων πού προέρχονται ἀπό μικρές κοινωνίες χωριῶν καί μικροεπαρχιῶν. Στά πολυάριθμα αὐτά λοιπόν ἀστικά μεγέθη οἱ ἄνθρωποι κατά πολύ μεγάλο ποσοστό εἶναι καί παραμένουν μεταξύ τους ἄγνωστοι.

Τό βίωμα τῆς μοναξιᾶς τό ἔχει γευτεῖ κατά κόρον ὁ ποιητής στίς μεγαλουπόλεις, γι᾿ αὐτό καί πασχίζοντας νά ἰσορροπήσει ἀγωνίζεται νά μεταποιήσει τή σκληρή κι ἀπάνθρωπη μοναξιά σέ ἐργαστήριο πνευματικῆς ἀθλήσεως καί ζωῆς, σέ μιά γόνιμη δηλαδή μοναξιά.


3. Ἀναζητώντας τά σημεῖα: Ὁ ποιητής, ἡ μοναξιά καί ἡ πολιτεία

Στούς ἀναιμικούς καιρούς πού ζοῦμε, τό γεγονός τῆς μοναξιᾶς ἁπλώνεται καί ἐνδημεῖ, κατά κανόνα στίς μεγάλες πολιτεῖες- χώρους ἀπόλυτα εὔφορους- γιά νά ριζώσει καί ν᾿ ἀναπτυχθεῖ αὐτό τό φαινόμενο. Φαινόμενο κοινωνικό, ἀλλά καί κυριαρχικό στόν ἀνθρώπινο βίο.

Ὡστόσο αὐτό τό φαινόμενο τῆς μοναξιᾶς, σύμφωνα μέ τίς γνῶμες καί τίς παρατηρήσεις τῶν εἰδικῶν, ἄν καί δέν ἦταν ἄγνωστο σέ παλαιότερες ἐποχές, στίς μέρες μας ἔλαβε τήν πιό τραγική του ἔκταση. Γιατί στήν ἐποχή μας κυριαρχεῖ τό βιομηχανικό πνεῦμα, τό πνεῦμα τῆς τεχνολογίας, πού δέν ἐπιτρέπει καί δέν δικαιολογεῖ τίς ἐκφράσεις τῆς συνάντησης καί τῆς φιλίας (3).

Αὐτό ἄλλωστε πιστοποιεῖ καί ἡ παρακάτω ἐξομολόγηση τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητή: "Ἐγώ ὁ ἴδιος ἔζησα στιγμές φοβερά ἐρημικές καί μοναχικές στήν Ἀθήνα, στό Παρίσι, στό Λονδίνο, στή Νέα Ὑόρκη, ὅπου περπατοῦσαν πλάϊ μου ἑκατομμύρια κόσμος..." (4). Κι ἐδῶ πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς ἡ αὐτή ἡ ἀναφορά τῶν μεγαλουπόλεων ἀπό τόν Π. Β. Π. γίνεται, μέ σκοπό νά γνωστοποιηθεῖ καί νά ὑπογραμμισθεῖ τό βέβαιο καί κορυφαῖο βίωμα τῆς μοναξιᾶς πού τόν συνοδεύει. Μέ μοναδική παρηγορία καί δυναμική ὑπέρβασή της, τήν ἀνάκληση τοῦ εὐλογημένου τόπου του, ἐκείνου δηλ. τοῦ χωριοῦ του, ἀκόμα καί σέ ὧρες πού τό ἔχει ἐπισκεφτεῖ ὁ θάνατος.

Σούρουπο στό Quartier Latin, μέ τούς παλιούς
πύργους καί τίς ἀρχαῖες ἐκκλησίες του, ὅλα
σ᾿ ἕνα μαγνάδι γκρίζο ἤ μαῦρο τυλιγμένα
.................................................................................μά τώρα
θαρρῶ πώς τό βαρύ ρολόϊ τοῦ Saint Suplice μοῦ φέρνει
μνῆμες ἀπ᾿ τήν καμπάνα τοῦ χωριοῦ μου σέ κηδεία... (Ε. Β. 38)

Ὅμως ὑπάρχει καί ἡ συνέχεια. Τούτη τή φορά σέ ὥρα νυχτερινή, πού ἀναμφίβολα γεννᾶ πολλούς πειρασμούς.

Νύχτα Παρισινή, μέ τά δαιμονισμένα φῶτα σου... (Ε. Β. 37)

Αὐτές λοιπόν οἱ εἰκόνες ἀπό μιά πολιτεία στήν ὀποία ἡ μοναξιά καί ἡ θλίψη σέρνονται στούς δρόμους ὃπως ἡ ἐπιδημία, κυριολεκτοῦν, νομίζω, κι ἀναλυτικά ἐπεξηγοῦν τούς παρακάτω στίχους, πού ἀναγλυφα προβάλλουν τόν ψυχισμό τοῦ ποιητή, ἀλλά καί τήν πρόθεσή του ν᾿ ἀποφύγει τίς ὅσες παρενέργειες γεννᾶ αὐτός ὁ ἀστικός βίος:

Ἐπί τῶν ποταμῶν τῆς νέας Βαβυλώνας
δέν ἔχει γιά τούς ποιητές πλατάνια καί ἰτιές
κι οὔτε νερό γαλάζιο ἤ οὐρανό
καθάριο, νά σοῦ θυμίζει τήν πατρίδα... (Α. Υ. 13)

Μοναδική καταφυγή λοιπόν σ᾿ αὐτές τίς ὧρες τῆς δοκιμασίας ἀπομένει ἡ ὑπομονή, πού στερεώνει τήν ψυχή καί τήν ταξιδεύει, πάνω ἀπό τά θλιβερά καί ὀμιχλώδη τοπία.

Τί δέντρο νά φυτέψεις ἄλλο ἀπ᾿ τήν ὑπομονή
γιά νά κρεμάσεις τήν ἀνία καί τήν πλήξη σου... (Α. Υ. 13)

Προσέχοντας, λοιπόν, τούς παραπάνω στίχους βλέπουμε νά τοποθετεῖται μέ ἀκρίβεια ἡ ὕπαρξη τοῦ ποιητή ἀνάμεσα στά "μεγέθη" τῆς πολιτείας καί τῆς μοναξιᾶς. Ἄν δέν ἐπισκεφτοῦμε κι ἄλλα παρόμοια ποιήματά του, τό μόνο διαφορετικό εἶναι τό ὄνομα τῆς πολιτείας. Τῆς Ἀγγλίας π.χ,

Ἀπ᾿ τό κρεβάτι μου δέν φαίνονται παρά μονάχα
κάτι σκεπές σπιτιῶν καί λίγες λεῦκες τῆς Ὀξφόρδης. (Α. Υ. 18)

ἤ τοῦ Παρισιοῦ,

Γκρίζα μέρα βροχερή στή Rue de Vaugirard. (Α. Υ. 14)

ἀλλά καί τῆς Ἀθήνας.

(.........) τό μικρό δωμάτιο, πού μένει
σχεδόν μονάχα τό κορμί μου (Ἐρεσσοῦ 18
κοντά στήν Ἱπποκράτους) εἶναι ἀποπνιχτικά
στενό καί σκοτεινό......... (Γ .Θ. 42)

Ἐπίσης, ἄν ἐπιχειρήσουμε νά δοῦμε τά ἐπίθετα γκρίζο, σκοτεινό, ἀποπνιχτικό ἴσαμε τό βυθό τοῦ νοήματός των, δέ θά δυσκολευτοῦμε ν᾿ ἀνιχνεύσουμε τήν ἀνείπωτη πίκρα, καθώς συγκρούονται μέ κεῖνο τό οὐράνιο φῶς καί τήν παρθένα ἀνάσα τῆς γενέθλιας του γῆς.

Ὁ ἥλιος σου, Λευκοπηγή μου, ἔρχεται ὁλοένα
καί πιό συχνά στή σκέψη μου.......... (Π. Ε. 58).

Νά θεωρηθοῦν, ἆραγε ὑπερβολικά τά παραπάνω; Δέν τό νομίζω. Γιατί, ὅπως ξέρουμε, ἕνας συνειδητός ποιητής δέν ἐπιτρέπεται νά καταγράφει καί νά περιγράφει ἄστοχα πράγματα καί ζητήματα, ἀλλά μόνο τά μηνύματα πού τοῦ προσφέρουν, ὁ χῶρος, οἱ ἄνθρωποι καί οἱ ἐνέργειές τους. Ἄλλωστε, αὐτό μᾶς τό τό πιστοποιεῖ κι ὁ ἴδιος ὁ Π. Β. Π. ὅταν λέει: "Ὁ ποιητής τίς περισσότερες φορές εἶναι τραγικός δέκτης καί πομπός συγκλονιστικῶν ἐσωτερικῶν μηνυμάτων, πού ἀναταράζουν τό μέσα σύμπαν του" (5).

Ἄν μέ τά παραπάνω λόγια του ὁ ποιητής ἐπιχειρεῖ ν᾿ ἀνοίξει τίς θύρες τῆς ψυχῆς του, ὥστε νά κατορθώσουμε νά τήν χαρτογραφήσουμε, τότε μᾶς προσφέρεται ἕνα ἀπό τά μέγιστα ἀγαθά, τό νά ἐρευνήσουμε, κατά τό δυνατόν πάντα, πτυχές τοῦ ἀστικοῦ του βίου. Ἑνός βίου δηλαδή, τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγκαιότητα παρομοιάζεται μ᾿ ἐκείνη τῆς ἄλλης ὄψης τοῦ νομίσματος. Κι αὐτό, ἐπειδή ἡ πολιτεία, μέσα στό πλῆθος τῶν προβλημάτων καί τῶν πνιγηρῶν καταστάσεων πού παρουσιάζει, προσφέρει καί μιά σειρά ἀπό ἀγαθά. Ὅπως ἡ μόρφωση, ἡ πιό ἄνετη μετακίνηση, ἡ παροχή ὑπηρεσιῶν πρώτης ἀνάγκης κ.ἄ.

Τώρα περπατῶ σέ δρόμους ἀσφαλτοστρωμένους ·
κλείνομαι σέ βιβλιοθῆκες πού μυρίζουν μουχλιασμένο ξύλο·
μπορῶ νά ἔχω ἀδιάβροχα κι ἀκριβά ποδήματα... (Λ. 46),

ἐξομολογεῖται ὁ ποιητής ἀφήνοντάς μας νά καταλάβουμε ὅτι μέ τούς στίχους του αὐτούς ἀποδέχεται τά ἀγαθά καί τίς προσφορές τῆς πολιτείας, ὅμως στό βάθος τῆς μνήμης καί τῆς καρδιᾶς του ὑπάρχουν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ μόχθου πού γυρίζουν ἀπό τά χωράφια

ἴσαμε τό κόκκαλο βρεγμένοι.

ὅπως Πατέρας του. Καί δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἡ Μορφή του, ὅπως καί τῆς Μάνας του, τοῦ προξενοῦν ἀνάμικτα συναισθήματα, ὡσάν κι ἐκεῖνο πού εὐθέως ἐξομολογεῖται,

ντρέπομαι πού ἄφησα....

θά μᾶς πεῖ, καθώς στοχάζεται τό μόχθο τους γιά νά τά βγάλουν πέρα. Μόχθος πού δέν πῆγε εἰς μάτην, ἀφοῦ κι ὁ ἴδιος μετρήθηκε μέ τή θλίψη, τήν ἀγωνία ἀκόμα καί μέ τό θάνατο, γιά νά κατορθώσει νά φανεῖ ἀπόλυτα συνεπής.

Μά χτές τοῦ στείλανε (οἱ Γονεῖς του)
κάποιο γραφτό μέ δάκρυα, γιατί ἔμαθαν κ᾿ οἱ δυό
πώς τό παιδί τους, μέ τά γράμματα
πού δέν ἔχουν τόση πέραση
στῆς Βερανζέρου ἕνα πατάρι σκοτεινό, χωρίς δουλιά
παλεύει μέ τό χάρο....... (Α. Υ. 38)


4. Ἡ ὑπέρβαση ἤ ἡ μεταποίηση τῶν σχημάτων

Πολύ σωστά εἰπώθηκε, πώς "τό πνεῦμα πού κυριαρχεῖ στή μεγάλη πολη.....ἐμποδίζει τήν ἀνάπτυξη καί τήν προκοπή μιᾶς ἀνθρώπινης κοινότητας, θερμότητας, ἀνθρωπιᾶς, φροντίδας καί συμπάθειας" (6). Τό παράλληλο βίωμα τοῦ ποιητή, πού νοιώθει στή μεγαλούπολη ὡς ὁ Ἰωνᾶς στήν κοιλία τοῦ κήτους (Ἰων. 2, 1) , καταγράφουν μέ σαφήνεια οἱ παρακάτω στίχοι.

Ὅταν σηκώνεις τά τρεμάμενά σου χέρια
ἤ τήν καρδιά σου μυστικά
σέ μιά γωνιά τοῦ Παρισιοῦ, γιά προσευχηθεῖς
μοῦ δίνεις τήν ἐντύπωση τοῦ Ἰωνᾶ πού ἐκραύγαζε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τή φοβερή σπηλιά τοῦ κήτους... (Θ. Γ. 35)

Πῶς ὅμως ξεπερνάει κανείς στήν ἀπρόσωπη καί σκληρή πολιτεία τούς ρυθμούς τῆς ἀγωνίας, πού προκαλοῦνται ἀπό τόν ἀγχωτικό βασανισμό τῆς καθημερινότητας καί φυσικά τούς πειρασμούς της; Γιατί εἶναι ἀπαραίτητες οἱ ἀντιστάσεις ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες θά ἰσορροπήσουν τό εἶναι μέσα σέ τούτη τήν κάμινο. Κι αὐτές οἱ ἀντιστάσεις εἶναι δύο: α. ὁ Νόστος καί β. ἡ Προσευχή.

Νόστος σημαίνει γυρισμός, δηλώνει τήν ἐπιστροφή (7) στή ρίζα, στόν γενέθλιο τόπο. Ἐκεῖ δηλαδή πού πρωτοβλέπεις τόν κόσμο, τόν ψηλαφεῖς σιγά-σιγά, πρῶτ᾿ ἀπό τό ἴδιο τό σπίτι, ὕστερα τή γειτονιά, τό χωριό, γιά νά βγεῖς ἔξω ἀπ᾿ αὐτό μόλις μεγαλώσεις καί στερεωθεῖς καί ν᾿ ἀνταμώσεις τή μεγάλη πολιτεία.

Ὅμως αὐτό πού ἔχει βαθύτατη σημασία καί πρέπει νά προσεχτεῖ ἰδιαίτερα εἶναι ἐκεῖνα τά πρῶτα βιώματα, οἱ πρῶτες εἰκόνες, οἱ ὁποῖες καί συνοδεύουν τἠ μνήμη καί τήν ψυχή μέχρι τό τέλος τοῦ βίου μας. "Πάντα ὁ καθένας μας κουβαλάει στά πιό μύχια ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς του τήν Ἰθάκη του, τή Λευκοπηγή του -ἤ ὅπως ἀλλιῶς λέγεται ὁ γενέθλιος τόπος μας, στόν ὁποῖο αἰώνια θέλουμε νά ἐπιστρέφουμε" (8), θά μᾶς πεῖ ὁ Π. Β. Π.

Σύμβολο αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς, τοῦ Νόστου δηλαδή, εἶναι ὁ μυθικός Ὀδυσσέας, τόν ὁποῖον ἔχει ὡς ἀρχέτυπο ὁ κάθε νοσταλγός. Γιατί "ὁ Ὀδυσσέας δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος πού ὀφείλει νά θυμᾶται, εἶναι ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά βλέπει, νά γνωρίζει, νά δοκιμάζει ὅλα ὅσα ὁ κόσμος μπορεῖ νά τοῦ προσφέρει..." (9).

Ὡστόσο, αὐτό πού ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας μας εἶναι, πώς μπορεῖ μέν ὁ Ὀδυσσέας νά εἶναι τό σύμβολο, ὅμως τή συναισθηματική φόρτιση τή φέρνουν στό νοσταλγό τά οἰκεῖα πρόσωπα, τά ὁποῖα διακρατοῦν ὄρθια τή συνείδηση μέσα στούς κλυδωνισμούς πού ὑφίσταται στήν τραγική τῆς πολιτείας μοναξιά. Πρόσωπα ἱερά, ὅπως οἱ γονεῖς (Λ. 46) ἀλλά καί τ᾿ ἀδέλφια, ἀποπνέουν τή δρόσο τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ἀγάπης καί τῆς σιγουριᾶς.

Βυθίζομαι σ᾿ ἕνα θολό ζεστό ποτάμι ἀναμνήσεων
ὅπου ἡ Μάνα κι Πατέρας ἤ τ᾿ Ἀδέλφια μου
μοιάζουν μέ δέντρα, πού μπορῶ ἀπ᾿ τά κλωνάρια τους
νά κρατηθῶ μέ σιγουριά... (Π. Ε 54)

Ἀνάμεσα δέ στά δικά του πρόσωπα συμπεριλαμβάνονατι κι οἱ ἁπλοί καί ταπεινοί παπάδες τοῦ χωριοῦ του, ὅπως

ὁ παπα Μάρκος
ὀλιγογράμματος, ἀλλά θερμός στήν πίστη του
καί ἅγιος......... (Λ. 23) (10)

ἀλλά καί οἱ συγχωριανοί του (Λ 19), ἀφοῦ στίς μικρές κοινωνίες τῶν χωριῶν ἡ συναλληλία καί ἡ ἀμοιβαιότης ἦταν τό κύριο, κατά κανόνα, χαρακτηριστικό τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων.

Ὅμως ὑπάρχει καί κάποιο ἄλλο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐκφράζει μέ τόν πλέον βέβαιο τρόπο τόν ἀέναο Νόστο του, θεραπεύοντας ἔτσι μέ τόν λόγο του τίς πληγές τῶν μαχαιριῶν-λόγων ἤ συμπεριφορῶν πού ὑφίσταται ὁ ποιητής στή δύνη τῆς Νέας Βαβυλώνας. Κι αὐτός εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ πνευματικός του ὁδηγος, ὁ Γέροντάς του .

Μεγάλε Γέροντα, μέσα στήν κατανυχτική σιωπή σου
ἔρχεσαι ἀπόψε καί γεμίζεις μέ τό δάκρυ σου
τήν ἐρημιά τῆς Βαβυλώνας μου......
Πατέρα μου ἄσε νά σέ λέω καλύτερα ἤ δάσκαλό μου... (Θ. Γ. 20)

Ἡ Βαβυλώνα (12), πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή ἀπό τή ξενιτιά , μνημονεύεται έδῶ ὡς ὁ χῶρος ἐκεῖνος ὅπου ἡ ὑπαρξη ἀναγκάζεται νά συμβιβαστεῖ μέ τίς ἐκεῖ τρέχουσες συνθῆκες, γιατί πρέπει νά ἐπιβιώσει, ἀλλά καί νά διασωθεῖ ἀπό τίς καθημερινές παγίδες τοῦ ἐχθροῦ (13).

Κατακαλόκαιρο. Καίει τό τσιμέντο καί πυρώνει
ἡ ἄσφαλτος. Σκόνη κ᾿ ἱδρῶτας ἀπ᾿ τά σταυροδρόμια.
Ὁ βόγκος πνίγεται, μά οἱ πληγές ὁλάνοιχτες
βαθαίνουν ὁλοένα καί κακοφορμίζουν (Ο. Δ. 23).

Πῶς ὅμως αὐτές τίς φριχτές τίς ὧρες, ὅπου ὁ Νόστος λειτουργεῖ ἀνασχετικά ἀπέναντι σέ ὅλα τά φαινόμενα καί τίς ἐμπειρίες τῆς σκληρότητας, τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τῶν συγκρούσεων, εἶναι δυνατή ἡ ἀπόδραση ἀπ’ αὐτή τήν ἀπελπιστική κατάσταση;

Ἀρκεῖ μιά λεύκα μόνο μέ τήν ἀσημένια κόμη της
νά λούζεται στό φῶς, νά ταξιδεύει ἁπαλά στόν ἄνεμο,
γιά νά σηκώσει μές στά μουσικά θροΐσματα
τήν κουρασμένη μου ψυχή καί νά τήν ταξιδέψει
στά περιβόλια τῆς Λευκοπηγῆς καί στά τρεχούμενα
νερά της......... (Λ. 108),

θά μᾶς πεῖ ὁ ποιητής καί θά μᾶς παρουσιάσει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μεταποιεῖ τή φρίκη σέ εὐλογημένη ἀναπόληση, ὅπου,

ἡ μνήμη ἀποκοιμιέται στό ἁπαλό πεζούλι
τοῦ χρόνου κι ὀνειρεύεται τοπία τοῦ αἰωνίου (Ε. Β. 19).

Μεταποίηση, ἡ ὁποία ἀναγεννᾶ τήν ὕπαρξη καί τήν ὁδηγεῖ, ἔστω καί γιά λίγες μόνο στιγμές, μακρυά ἀπό τήν ὀδύνη τῆς καθημερινότητας, ἀπό τόν βυθό τῆς ἀπόγνωσης - ἕνα σκαλοπάτι δηλαδή πρίν ἀπό τό θάνατο.

Λέγει πολύ σοφά ὁ Γέροντας Παΐσιος, πώς τά πάντα πρέπει νά τ᾿ ἀντιπετωπίζεις μέ τόν καλό τόν λογισμό. Τότε μονάχα θά πάψεις νά φθείρεσαι καί ν᾿ ἀγανακτεῖς.

Ὅταν ἀκούω τόν πάταγο τῆς πολιτείας,
λέω: θ᾿ ἀλέθουν τώρα στό χωριό μου καί χτυποῦν
οἱ ἀσήκωτες μυλόπετρες. Ἀκούω τ᾿ ἄγρια μηχανήματα
τούς δρόμους νά δαγκώνουν, δέρνοντας, καί ψιθυρίζω·
θά καλιγώνει τ᾿ ἄλογα ὁ πατέρας μου. Ἀκούω
νά ξεφορτώνουν ὑλικά οἰκοδομῶν, καί λέω:
τώρ᾿ ἁλωνίζουν στή Λευκοπηγή, καί τ᾿ ἄλογα
τρέχουν στό πέτρινο ἁλώνι. Ἀκούω, ὕστερα,
φωνές ἀνάκατες ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτά παράθυρα, καί λέω:
θά᾿ ναι οἱ ἐλεγεῖες τῶν ποιμένων, πού ἀνηφορίζουν
στοῦ χωριοῦ μου τά βουνά, τά καταπράσινα... (Λ. 96)

Ἡ μεταποίηση αὐτή, λοιπόν, εἶναι πού συνδράμει ἀπόλυτα τόν ὑγιῆ καί δημιουργικό Νόστο, τὀ ταξίδεμα τῆς μνήμης πού ἐπιστρέφει φορτωμένη θύμησες, πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐλπίδα παραμένει νά εἶναι ἡ κορυφαία πτυχή τῆς ζωῆς.

Ξαναγυρνῶ στό σπίτι πού γεννήθηκα
κι ἀνάβω ἕνα κερί γιά ὅσους ἔχουν κοιμηθεῖ.
Ἡ σκάλα τρίζει τώρα περισσότερο. Ἴσως γιατί
θά᾿ ναι τό βάρος πιό πολύ, πού κουβαλῶ σέ μνῆμες... (Λ. 40)

Ἡ κάθε ἐπιστροφή στήν πατρική ἑστία, ὅπου μπορεῖ κανείς, ἔστω καί νοερά, νά βρεῖ τήν ἀνάπαυση, ἀλλά καί τή δρόσο τ᾿ οὐρανοῦ, εἶναι ὁ πόθος, ἡ ἀνάγκη, τοῦ κάθε νοσταλγοῦ.

Βόστρυχοι κερασιᾶς ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτό παράθυρο
θωπεύουν τρυφερά τό βλέμμα μου. Ἐπιστρέφω
στίς φυλλωσιές τοῦ πατρικοῦ μου, ὅπου Ἀρχάγγελοι
ψάλλουν τροπάρια οὐράνιας εὐφορίας.
Ὑποχωρεῖ ὁ καύσωνας τῆς Ἀττικῆς κ᾿ ἡ δρόσος
ἀπό τήν εὐδοκία τῆς Λευκοπηγῆς ἀποθεώνει μνῆμες. (Π. Ε. 17)

Τό ρῆμα ἐπιστρέφω, παρακαλῶ πολύ, νά τό δοῦμε παράλληλα μέ τό Νόστο γιά ἐπιστροφή τοῦ μυθικοῦ Ὀδυσσσέα, ὁ ὁποῖος ἀναζητοῦσε, “καπνόν ἀποθρώσκοντα νοῆσαι" (14), ὅπως, ἄλλωστε κι ὁ ἴδιος ὁ ποιητής.

Λίγο καπνό γαλάζιο ἀπ᾿ τήνκεραμιδένια
στέγη τοῦ πατρικοῦ μου, ἀπόψε φέρε
στ᾿ ὄνειρο, ὕπνε, ἀδελφέ τοῦ μαύρου ξένου,
ὅταν ἐρθεῖς καί σβύσεις τ᾿ ἁρμυρά τραγούδια
τῆς ξενητιᾶς, μέ τό βαθύ σταμνί, τό κρύο
νερό τῆς βρυσομάνας... (Λ. 38)

Ἀπέναντι ἀπό τό Νόστο ὑπάρχει ἡ Προσευχή, αὐτή ἡ ἐναγώνια προσπάθεια πού ὁδηγεῖ τά βήματα σέ μιά συνάντηση μέ τό Θεό, στήν ἀνακαίνιση τοῦ εἶναι, ἀλλά καί στή βεβαιότητα ὅτι τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τό Μαφόριο τῆς Παναγίας καί ἡ ζεστή ἀνάσα τῶν Ἁγίων συνεχίζουν νά παραμυθοῦν, νά σκέπεουν καί νά ἐπευλογοῦν.

Ὅταν ὁ Ὄσιος Νεῖλος ἀσκητής ἔγραφε ὅτι "προσευχή ἐστι λύπης καί ἀθυμίας ἀλέξημα" (15), νομίζω ὅτι ὅριζε καί αἰτιολογοῦσε, γιατί ἐπιδιώκουμε αὐτήν τήν ἐπικοινωνία μέ τό Θεῖο. Μάλιστα, ἐπειδή "ἡ ζωή τῆς προσευχῆς μας εἶναι τήν ἴδια στιγμή ἕνας ἀγώνας ἐναντίον ἐκείνων πού δέν εἶναι τοῦ Χριστοῦ" (16), φρονῶ ὅτι μέλημα κι ἀγώνας τοῦ ποιητή εἶανι τό ν᾿ ἀντιστρατευτεῖ σέ κάθε τι τό σκοτεινό κι ἀβέβαιο. Γι᾿ αὐτό κι ὅταν προσεύχεται,

................. Ἐσύ μονάχα
ξέρεις, πού μ᾿ ἔπλασες, πoιό δρόμο μέσα μου μπορεῖς
νά πάρεις, γιά νἀ ρθεῖς ἀπόψε στή σπηλιά μου. (Α. Υ. 112),

μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐπιθυμεῖ καί ἐπιζητᾶ τήν Παρουσία Του.

Εἶμαι ἡ γῆ Σου, Κύριε, καί μπορεῖς ἄν θέλεις
Ἐσύ μέ τό ἀλέτρι Σου νά μέ ὀργώσεις ὅπως ξέρεις..... (Π. Ψ. 60)

Παρουσία, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία στή ἀλλότρια γῆ καί χώρα, ὅπου "ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν" κι ἀπόμεινε μόνο τό παγερό τό ὕφος καί τὀ ἦθος τῆς σκληρῆς συμπεριφορᾶς, τῆς ἀδιαφορίας καί τοῦ ἀδίστακτου λογχισμοῦ τῆς ἐξόντωσης.

......................... Ἀπόψε (στήν Ἀθήνα)
κανείς νά μοῦ ζεστάνει δέ μπορεῖ τά κρύα δάχτυλα
ἐκτός ἀπό τό κομποσκοίνι πού ἕνας ἐρημίτης
μοῦ ἐχάρισε γιά εὐλογία στό Φριχτό Καρούλι
τοῦ Ἄθωνα.......... (Θ. Γ. )

Ἀλήθεια, ἄν ἐπιχειρήσουμε μιά σύγκριση τῶν χώρων: Ἀθήνα - Φρικτό Καρούλι, θά παρατηρήσουμε πολλά πράγματα, ἀπό τά ὁποῖα καί θά ἐξάγουμε ἕνα πλῆθος συμπερασμάτων. Εἰδικότερα, θά δοῦμε πώς στήν ἔρημο τοῦ Ὄρους ἡ μοναξιά εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτη, ἀφοῦ ἐκεῖ βιώνεται καθημερινά τό γεροντικό λόγιο: "Ἐάν μή εἴπῃ ἐν τῇ καρδία αὐτοῦ ἄνθρωπος, ὅτι ἐγώ μόνος καί ὁ Θεός, ἐσμέν ἐν τῷ κόσμῳ, οὐκ ἔξει ἀνάπαυσιν" (17). Ἀντίθετα στή μεγάλη πολιτεία τό πολύβουο κύμα τῆς ἀνθρωποθάλασσας κατακλύζει τά πάντα μέ μιά δύναμη τέτοια, πού, ἄν δέν ἔχεις ἰσχυρά στηρίγματα, τότε βυθίζεσαι στό στόμα τοῦ βύθιου δράκοντα τῶν μεταβυζντινῶν τοιχογραφιῶν. Ἑπομένως, μεταξύ τοῦ στεγνοῦ κι ἄγονου Φριχτοῦ Καρουλιοῦ καί τοῦ γέμοντος πλούσια ἀγαθά ἄστεως, "χάσμα μέγα ἐστήρικται" (Λκ. 16, 26), τό ὁποῖο ὡστόσο ὁ ποιητής κατορθώνει νά γεφυρώνει, χτίζοντας

κάπου-κάπου
μέ στίχους ἕν᾿ ἁπλό, μικρό γεφύρι... (Ε. Β. 35).

Γεφύρι, πού θά σταθεῖ χρήσιμο, ὥστε νά περάσουν κι ὅσοι τό ἐπιθυμοῦν ἀπό τήν πολυάνθρωπη μοναξιά στήν εὔσπλαχνη καί ἀγγελοτόκο, κατά τόν ποιητή, ἔρημο, ὅπου καί θά συναντήσει γνήσιους καί ἀκέραιους ἀνθρώπους.

Ὅταν μετρῶ μές στήν καρδιά μου τούς ἀνθρώπους,
ὅπως στόν κῆπο τ᾿ ἀνθισμένα ρόδα, σκέφτομαι πώς μπορῶ καί νά᾿ μαι
μιά μαρτυρία Θεοῦ, μι’ ἀγάπη
γιά τήν καρδιά τοῦ ξένου καί τοῦ φίλου... (Θ. Γ. 30)

Κι ἐδῶ εἶναι πού ἔρχεται ἡ προσευχή, γιά νά γίνει ἡ βακτηρία ὁπού θά στηριχτεῖ πάνω της ἡ ὕπαρξη καί θά κοιτάξει ἀπερίσπαστα τόν Οὐρανό, ὅπου καί μπορεῖ νά ἐκφράσει τούς μύχιους καϋμούς καί τήν ἀπελπισία του ἀπό τή συντυχία του μέ τόν κόσμο:

Ἡ ζωή μου πόλεμος ἀτέλειωτος, Ἀσπίδα
δέ βρίσκω ἄλλη ἀπ᾿ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μου! (Θ.Γ. 54)

γι᾿ αὐτό,

Κατευθυνθήτω πάλι ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν Σου
ἡ προσευχή μου, Κύριε, μέσ᾿ ἀπ᾿ τήν ὀμίχλη πού ἀνεβαίνει
πρός τό γνόφο Σου, μαζί μέ τό ὑγρό ἀπό δάκρυ βλέμμα μου (Θ. Γ. 59)

Πολύ περισσότερο συγκινεῖ ἡ προσευχή αὐτή, καθώς ἐνεργεῖται, ἀπευθύνεται στό Θεό, "ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ", ὅπου δέν περισεύει ἀνρθωπινη ζεστή καί φιλική φωνή καί παρουσία κι ὅπου τά πάντα ὁριζοντιώνονται σέ σημεῖο τραγικό, ὥστε ἀκόμα καί μέσα στίς ἐκκλησίες νά χάνεις τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ...

Κινδυνεύω, Θεέμου, ἀκόμη
καί μές στήν ἐκκλησία νά σέ γυρεύω μάταια! (Α. Υ. 43)

παρ᾿ ὅλο πού Τόν νοιώθει νά ἔρχεται, νά τόν ἐπισκέπτεται μέ ὅλη του τήν τρυφερότητα καί τήν φιλάνθρωπη συγκατάβασή Του, ὅπως, ἄλλωστε, μᾶς παραδίδει ὁ ποιητικός λόγος τοῦ Π. Β. Π.

Περπατᾶς πάνω στίς φλέβες μου ἀπ᾿ ὅλους
τούς δρόμους, Κύριε, τῆς τρυφερότητας (Α. Υ. 110).

Ὅμως ὁ ταλανισμός τοῦ εἶναι, πού ἡ καθημερινότητα πραγματώνει, ἀποτελεῖ κι ἀπομένει τό σισίφειο μαρτύριό του. Μαρτύριο, πού τό ξεδιπλώνει μέσα στή σιωπή, γιά νά μήν ἀποκάμει ἀπό τό ἐπικείμενο χάος:

πήζει ξανά ἡ σιωπή, βαραίνουν ὅλα· καί τό χάος
πλανιέται ὡς ἐφιάλτης σέ ἀλύτρωτη ἐρημιά (Ε. Φ. 53)

ἐρημιά, ὅπου ἀσφαλῶς ἀπαιτεῖται "ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, ἡ συνάντηση μαζί Του" (18) πάντα διά τῆς ὁδοῦ τῆς προσευχῆς:

-Ἔλεος, Κύριε, κάμε σ᾿ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
τ᾿ ἀρρωστημένα στήθη, τά ὄνειρα
καί τά φτερά γιατρεύοντας, γιά νά πετάξουν
πάλι ἀπ᾿ τή λάσπη ἐπάνω, στά ψηλά! (Ε. Φ. 53)

Οἱ στίχοι αὐτοί, οἱ ποτισμένοι μέ εὐλάβεια, ἀνθρωπιά καί ἔγνοια γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, πού συνθλίβεται καθημερινά στίς μυλόπετρες τῆς μεγάλης πολίτείας καί κοιτάζει πώς νά πετάξει ἀπό πάνω του τή λάσπη καί τόν κουρνιαχτό πού μαζεύει, ἄθελά του, στόν καθημερινό του τόν ἀγῶνα, πιστεύω πώς δέν θά μποροῦσαν νά μή διαβασθοῦν παράλληλα μέ τούς παρακάτω, πού ἐκφράζουν, ἄλλωστε, τόν κανονισμό τοῦ βίου τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητή

Κι ὅταν ἡ ἐρημιά τοῦ κόσμου σέ συντρίβει
μή γέρνεις, ἑαυτέ μου, στή βρεγμένη ἀπ᾿ τό δάκρυ
καί λασπωμένη γῆ ............. σηκώσου
καί πάρε πάλι τό γαλάζιο χέρι, πού ἁπλώνει
πάνω σου ὁ Οὐρανός μέ τρυφερότητα (Π. Φ. 45)


5. Ἀκροτελεύτιο ἤ ὁ ἐπίλογος

Εἶναι διαπιστωμένο, πώς "ὁ ἄνθρωπος τῶν μεγάλων πόλεων κατέχεται ἀπό τήν ψυχολογία τοῦ ἀνικανοποίητου" (19). Μόνο πού αὐτή ἡ ἀκόρεστη βουλημία ἐπικεντρώνεται μόνο στήν προμήθεια ὑλικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ὅλο καί περισσότερο περιχαρακώνουν τόν σύγχρονο ἀστό στή μοναξιά του. Φαινόμενο τραγικό, πού ἄρχισε νά ἐνδημεῖ τελευταῖα καί στήν ἐπαρχία.

Κι ἐδῶ εἶναι πού χρειάζεται νά ἑρμηνευτεῖ καί νά προσεχτεῖ ἡ στάση τοῦ ποιητή, ὁ ὁποῖος, ζυγιάζοντας τά πράγματα, πασχίζει αὐτή τήν ὑπέρβαση τῶν παραπάνω νοσηρῶν καταστάσεων, μέ ὅραμα πάντα τή γενέθλια γῆ του, τή Λευκοπηγή, ἡ ὁποία τοῦ εἰρηνεύει κάθε τάραχο καί τοῦ προσφέρει ἀφειδώλευτα κατάνυξη καί χαρμολύπη.

Λευκοπηγή ἀγαπημένη μου
Ἀκόμη καί στήν πιό ψυχρή καί μαύρη νύχτα
σιωπηλά τό δρόμο ἀναζητῶ πού θά μέ φέρει
κοντά σου πάλι, γιά νά βρῶ τόν ἥλιο σου
ἤ τό ζεστό φεγγάρι πάνω άπ᾿ τίς λεῦκες σου. (Π. Ε. 85)

Τό ἀνικανοποίτητο βίωμα, λοιπόν, τοῦ ποιητή ἕνα εἶναι καί μάλιστα ἔχει ὄνομα: Λευκοπηγή. Ἔτσι, ἔχει τή δυνατότητα νά διαβεῖ τά σύνορα τῆς ὀμιχλώδους πολιτείας, νά ὑπερβεῖ τή μοναξιά της καί ν᾿ ἀποδράσει ἀπό τήν ἀπρόσωπη καί σκληρή κοινωνία της, ὥστε νά ξαναβρεθεῖ, ἔστω καί νοερά, στή Λευκοπηγή του τήν σφόδρα ἀγαπημένη (Θ. Γ. 21-22). Πρός τοῦτο, ἄλλωστε, καί ἡ παράκληση πού κάνει στά σύγνεφα, καθώς τά βλέπει νά ταξιδεύουν πάνω του:

Πάρτε με, σύννεφα, στούς ἄσπρους ὤμους σας
καί ταξιδέψτε με μακριά, πάνου ἀπ᾿ τίς λεῦκες
καί τά πλατάνια τῆς Λευκοπηγῆς... (Π. Ψ. 13)

Καί ἡ ἐπιστροφή αὐτή εἶναι ἀναμφίβολα κι ἡ σωτηρία του.

Σκόπελος, Ἰαν-Φεβρ. 2003, μέ βαρυχειμωνιά

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Π. Β. Πάσχου, Ἀδελφοί Συνέλληνες..., ἔκδ. Νομαρχιακῆς Αὐτοδιοίκησης Κοζάνης, Κοζάνη 2002, σελ. 32 ἑξ. καί Κ. Π. Μιχαηλίδη, Ὁ ἄνθρωπος καί ὁ κόσμος. Μιά ἑρμηνευτική τοῦ προσώπου, Λευκωσία 1971, σ. 107-108.
2. Σταύρου Ε. Καλαντζάκη, "Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν Θεός". Ἑρμηνευτική ἀνάλυση τῶν περί Δημιουργίας διηγήσεων τῆς Γενέσεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 424 καί 425 ἑξ.
3. Ἰω. Ν. Ξηροτύρη, Magna Civitas, Magna Solitudo, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 10.
4. Π. Β. Πάσχου. Συνέντευξη. βλ. αὐτήν στό τέλος τῆς ποητικῆς του συλλογῆς, Οὐράνιο Δένδρο, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1985, σ. 94.
5. Π. Β. Πάσχου, Συνέντευξη..., ὅπ. παρ. σ. 92
6. Ἰω. Ν. Ξηροτύρη, Magna Civitas, ..., ὅπ. παρ. σ. 54.
7. Βλ. περισσότερα στό βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου, Νόστος, ἐκδ. Ροές, Ἀθήνα 1987, σ. 66 ἑξ.
8. Π. Β. Πάσχου, Λευκοπηγή, Αρμός Ἀθήνα 1994, σ. 9. Ἡ ὑπογράμμιση δική μου.
9. J. P. Vernant, Τό Σύμπαν, οἱ Θεοί, οἱ Ἄνθρωποι. Ἑλληνικές ἱστορίες γιά τή δημιουργία τοῦ κόσμου, Πατάκης, Ἀθήνα 22001, σ. 109.
10. Γιά τούς ἱερεῖς στό ποιητικό ἔργο τοῦ Π. Β. Πάσχου, βλ. τήν μελέτη μου, "Ἡ ποίηση πού διδάσκει", Ἀθήνα 1995, (ἀνάτυπο ἀπό τό περιοδικό Ἐφημέριος).
11. Ἐδῶ ὁ ὅρος Γέροντας δέν χρησιμοποιεῖται μέ τήν εὑρύτητα καί τό εἰδικό βάρος πού ἔχει στήν Ὀρθόδοξη πνευματική ζωή καί παράδοση, ἀλλ’ ὡς τό σεβάσμιο ἐκεῖνο πρόσωπο πού ἐμπνέει, καθοδηγεῖ καί συντρέχει μέ τό λόγο καί τή βιοτή του.
12. Γιά τήν ἔννοια καί τό περιεχόμενο τῆς λ. Βαβυλώνα βλ. Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, Γρηγόρη, Ἐν Ἀθήναις 1973, σ. 172 ἑξ, Γιά τήν ἀλληγορική της ἔννοια βλ. σελ. 174.
13. Πρβλ. τό Γεροντικό ἀπόφθεγμα τοῦ Μ. Ἀντωνίου, "εἶδον πάσας τά παγίδας τοῦ έχθροῦ ἡπλώμένας ἐπί τῆς γῆς· καί στενάξας εἶπον· τίς ἄρα παρέρχεται ταύτας; καί ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· ἡ ταπεινοφροσύνη". εἰς Τό Γεροντικόν, Πρόλογος, Κείμενον, Γλωσσάριον, Σχόλια εὑρετήριον θεμάτων, Π. Β. Πάσχου, Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1970, σ. 2, ζ.
14. Ὁμήρου Ὀδύσσεια Α΄ 58. Τό παράθεμα μέ τήν ἑρμηνεία καί τά ὑπόλοιπα σχόλιά του βλ. στοῦ Στέλιου Ράμφου, Νόστος..., ὅπ. παρ. σ. 80.
15. Βλ. Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη, "Εἰς ὕψος νοητόν........", Ἀποστολική Διακονία, Ἀθῆναι 1981, σ. 98-99.
16. Ἀρχιεπισκόπου Antony Bloom, Ζωντανή προσευχή, Ἑτοιμασία, Ἀθῆναι 1978, σ. 104.
17. Τό Γεροντικόν, ὅπ. παρ. σ. 20, α΄.
18. Ἀρχιεπισκόπου Antony Bloom, Ζωντανή Προσευχή, μετ. Δημ. Κόκκινος, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1988, σ. 11.
19. Ἰω. Ν. Ξηροτύρη, Magna Civitas, ..., ὅπ. παρ. σ. 53.
Related Posts with Thumbnails