© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Ενωτιστές και Ριζοσπάστες στο Ιόνιο (1848-1864)

Γράφει ο Δημήτρης Αρβανιτάκης

Δρόμοι που άνοιξαν και δρόμοι που έκλεισαν για τις Επτανησιακές κοινωνίες του 19ου αιώνα

«Η αρχή των εθνοτήτων είναι γραμμένη στο σχέδιο της Θείας Πρόνοιας», έλεγε ο πλέον φιλοσοφημένος έλληνας ιστορικός του δέκατου ένατου αιώνα, ο ρομαντικός Ερμάννος Λούντζης. Γραμμένη ή όχι στο σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, είναι αλήθεια ότι τούτη η αρχή κυριάρχησε στον αιώνα εκείνον, αποτελώντας τον πολικό αστέρα της δράσης των λαών, αλλά επιπλέον κυριάρχησε κατόπιν και στον τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας των κοινωνιών του ίδιου εκείνου αιώνα. Με άλλα λόγια, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η κατοπινή ιστορική έρευνα θέλησε να κατανοήσει και να ερμηνεύσει μονοσήμαντα την πορεία των κοινωνιών, τις ιδέες και τη δράση των ανθρώπων, υπό το πρίσμα της «εθνικής ολοκλήρωσης», της δημιουργίας δηλαδή των εθνικών κρατών. Αυτή, για μεγάλο διάστημα, αποτέλεσε τη βασική ερμηνευτική γραμμή, κινούμενη στην πολύ ολισθηρή περιοχή μεταξύ εθνικής ιδεολογίας και επιστημονικής έρευνας. Αυτή η ερμηνευτική κατεύθυνση υπήρξε βεβαίως πολύ αποτελεσματική στην ενίσχυση της εθνικής ιδεολογίας, μέσα από μηχανισμούς όπως η συγκρότηση του εθνικού πάνθεου (στοχαστών, πολιτικών, στρατιωτικών κ.λπ.): καθώς υποβαθμίζονται οι διαφορές, οι ανταγωνισμοί, οι αντιφάσεις και οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες του παρελθόντος, προβάλλει μία ομοιογενής εικόνα του εθνικού παρελθόντος — μία ψευδεπίγραφη μεν, πολύ λειτουργική δε, εικόνα για το εθνικό κοσμοείδωλο. Οι διαφορές αμβλύνονται, οι συγκρούσεις στρογγυλεύουν και όλα τυλίγονται στην αύρα της «εθνικής ιδεολογίας». Ας στοχαστεί καθένας μας ποιες ήταν οι αληθινές σχέσεις, ανθρώπινες και ιδεολογικές, εκείνων που το ελληνικό κράτος έκρινε απαραίτητο να κοσμήσουν τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών!

Τα παραπάνω μπορούν να χαράξουν ένα πλαίσιο ή μάλλον να ορίσουν δύο προκείμενες για την ιστορική ανάγνωση του παρελθόντος. Και είναι: α) ακόμα κι αν το κύριο αίτημα του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, η εθνική ολοκλήρωση, ο ιστορικός δεν πρέπει να παγιδευτεί εντός αυτού του σχήματος και να κατανοήσει την ιστορία αποκλειστικά εντός αυτού του ορίζοντα και αποκλειστικά υπ’ αυτούς τους όρους˙ στόχος του ιστορικού είναι η κατανόηση της πολύπλευρης και βεβαίως αντιφατικής πραγματικότητας και όχι η καθυπόταξη στην ιδεολογία του έθνους. β) οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις πρέπει να ιστορικοποιούνται, προκειμένου να κατανοηθούν, και όχι εξαερώνονται ή να οδηγούνται στη α-ιστορική μεταφυσική, ώστε να διαφυλαχτεί το ψευδεπίγραφο σχέδιο της εθνικής ομοψυχίας, του κατασκευασμένου πάνθεου, δηλαδή.

Γιατί όμως αυτές οι παρατηρήσεις σε μια συζήτηση περί «επτανησιακού Ριζοσπαστισμού» και περί «Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα»; Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα δύο αυτά βεβαίως και συνδέονται, αλλά θέλω να υποστηρίξω ότι η έρευνά μας υπήρξε μονόπλευρη και η κατανόηση του Ριζοσπαστισμού στάθηκε ως τα σήμερα, αποκλειστικά συνδεμένη με το ιστορικό αίτημα των κοινωνιών του Ιονίου για την Ένωση. Ότι δηλαδή η πλειονότητα των μελετητών δεν επιχείρησε να κατανοήσει αυτόνομα και να ερμηνεύσει τον Ριζοσπαστισμό καθεαυτόν, ως ιστορικό φαινόμενο στην πολλαπλότητά του, μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενά του, ευρωπαϊκά και ελληνικά, αλλά νοηματοδοτήθηκε σχεδόν πάντα ετερόφωτα, μέσω της συζήτησης για την Ένωση. Θέλω να υποστηρίξω δηλαδή ότι η ερευνητική κατεύθυνση, που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, συσκοτίζει σε μεγάλο βαθμό τα φαινόμενα, εφόσον προτάσσοντας την έννοια του έθνους (το υπαρκτό και ιστορικά δικαιολογημένο αίτημα για την Ένωση, δηλαδή), βλέπει πρόσωπα, ιδέες και φαινόμενα, υπ’ αυτό αποκλειστικά το πρίσμα, παγιδεύοντας την ιστορική μελέτη και αδιαφορώντας για την κατανόηση των θεμελιωδών αντιθέσεων των ιστορικών υποκειμένων.


Τι ήταν ο Ριζοσπαστισμός;

Τι ήταν ο Ριζοσπαστισμός; Αυτός δεν υπήρξε, όπως συνήθως υποστηρίζεται, ένα ενιαίο κόμμα ή κίνημα το οποίο «κάποια στιγμή διασπάστηκε», δεν υπήρξε ακριβώς «το πρώτο κόμμα αρχών στην Ελλάδα», ούτε ακόμα περισσότερο ένα «ενιαίο κίνημα στο εσωτερικό του οποίου διακρίνουμε τρεις τάσεις (κεντρώα, δεξιά και αριστερή)», όπως έχει επίσης προταθεί. «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864) είναι ένα κίνημα εθνικό, απελευθερωτικό και δημοκρατικό», ισχυριζόταν ο σημαντικότερος μελετητής του, ο Γιώργος Αλισανδράτος, στον οποίον οφείλουμε πολλές θεμελιακές μελέτες, καθώς και τη διαλεύκανση πολλών σχετικών ζητημάτων. Ο ίδιος, σε άλλη του μελέτη, γράφει: «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864), στη γνησιότερη έκφρασή του, όπως δηλ. εκδηλώθηκε στην Κεφαλονιά το 1848-1849 και ύστερα στη Ζάκυνθο, ήταν κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό. Απαιτούσε δηλαδή την Ένωση της Επτανήσου με την ελεύθερη Ελλάδα σύμφωνα με την πολυδύναμη αρχή των εθνοτήτων και συγχρόνως εμπνεόταν από τα δημοκρατικά ιδανικά των γαλλικών επαναστάσεων του 1789 και του 1848 (λαϊκή κυριαρχία, ισότητα, ελευθερία, αδελφότητα)». Και αλλού: το «κίνημα είχε διπλό προσανατολισμό: εθνικό και δημοκρατικό. Με το πρώτο αίτημα απαιτούσε την Ένωση με την Ελλάδα, σύμφωνα με την “αρχή των εθνοτήτων” (καρμποναρισμός), και με το δεύτερο απέβλεπε στην επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα μετά την Ένωση, σύμφωνα με τη δημοκρατική ιδεολογία των δύο γαλλικών επαναστάσεων».

Ο Αλισανδράτος γνώριζε βέβαια τις τεράστιες «εσωτερικές» διαφωνίες των Ριζοσπαστών, ο ίδιος άλλωστε δημοσίευσε τα σχετικά κείμενα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, στο ερμηνευτικό του σχήμα επέμενε πάντα ότι μόνον «από ένα σημείο και μετά» οι «κοινωνικές ιδέες του Ριζοσπαστισμού εγκαταλείφθηκαν» κ.λπ. Ο ίδιος, νομίζω, αντιλαμβανόταν τη μεγάλη σύγκρουση, αλλά γοητευόταν και από τις δύο εκδοχές του: από τη μία οι θεμελιωτές, οι «αρχαϊκοί», οι «αγνοί ιδεολόγοι» (Ιωσήφ Μομφερράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Δημήτρης Δαυής, Παναγιώτης Πανάς…) και από την άλλη ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος και η ομάδα του, οι πραγματιστές, εκείνοι που υπηρέτησαν αποκλειστικά την Ένωση και στη δράση των οποίων κατά βάση οφείλεται η επιτυχία αυτού του σκοπού. Το ιδεολογικό πλαίσιο και τα προτάγματα του εικοστού αιώνα (και οι ιδεολογίες των κοινωνικών αγώνων, αλλά και η υπεράσπιση του έθνους) ενίσχυαν τη διπλή αυτή «γοητεία»: έπρεπε και να αναδειχτεί η σημασία της «αγνής ιδεολογίας» των «ακραιφνών Ριζοσπαστών» αλλά και να τονιστούν οι «εθνικοί αγώνες» του Λομβάρδου. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έπρεπε να μείνει έξω από το εθνικό πάνθεον. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό: είναι να κατανοήσουμε τις ιδέες και τη δυναμική τους. Και αυτό απαιτεί άλλες ερευνητικές προϋποθέσεις.

Αποδεσμευόμενοι από τη μόνο φαινομενικά δεσμευτική σύνδεση «Ριζοσπάστες — αίτημα για Ένωση», μπορούμε ευχερέστερα να αντιληφθούμε ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ενιαίος, δεν ήταν ένα «κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό» μαζί. Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι υπό τον όρο αυτόν στεγάστηκαν δύο σαφώς διακριτές ιδεολογίες, δύο διαφορετικές στρατηγικές, δύο, όπως θα υποστηρίξω στη συνέχεια, διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνική οργάνωση και το έθνος. Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι και οι δύο συμφωνούσαν ότι η απελευθέρωση του Ιονίου από τη βρετανική «προστασία» και η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα ήταν μέσα στους κατά βάση επιδιωκόμενους σκοπούς. Αλλά, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είχαν πλήρη επίγνωση ότι αυτό δεν αρκούσε για να ταυτίσει τις θέσεις τους και να γεφυρώσει τις χαοτικές τους διαφορές. Στη στιγμή της μεγάλης και δημόσιας σύγκρουσης των κύριων εκφραστών των δύο απόψεων, ο Μομφερράτος έγραφε στον Λομβάρδο: «Μέγιστον χάσμα εξ ανάγκης μεταξύ ημών […] υπάρχη, του οποίου το μέγεθος δεν δύναται να ελαττόνη η τυχαία κατά τινα άλλα ομοφωνία» (28 Ιουνίου 1858). Η «τυχαία ομοφωνία» αφορούσε τον στόχο της Ένωσης και το «μέγιστον χάσμα» το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου καθένας κατανοούσε και τοποθετούσε την Ένωση.

Υπ’ αυτή την οπτική, είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι στην περίπτωση των Ριζοσπαστών δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα με καταστατικές αρχές, περιχαρακωμένη ιδεολογία, σαφή δομή και όργανα εσωτερικής λειτουργίας, όσα γνωρίζουμε ότι είναι αυτονόητα για τη λειτουργία των κομματικών σχηματισμών. Έχει μεγάλη σημασία η παλιότερη παρατήρηση του Αντώνη Λιάκου ότι πρόκειται μάλλον για πυρήνες που λειτουργούσαν αυτόνομα και αυτοπροσδιορίζονταν, δίχως να προϋποτίθεται συμφωνία επί καταστατικών αρχών. Αυτό όχι μόνο είναι σαφέστατο για την εποχή της εμφάνισης των Ριζοσπαστών (1848-1849), αλλά και μπορεί κάλλιστα να εξηγήσει και την ευκολία με την οποία επήλθε εκείνο που η παραδοσιακή ιστοριογραφία αποκαλούσε «εγκατάλειψη των πρώτων, των κοινωνικών ιδεών», κατά την εποχή της εξορίας των Ζερβού και Μομφερράτου δηλαδή (1851-1857) και της επιβολής του Λομβάρδου (μετά το 1852) στον χώρο των Ριζοσπαστών. Γιατί ήταν ευκολότατη η επιβολή των αποκλειστικά εθνικών θέσεων του Λομβάρδου; Πρώτα, λόγω της ανυπαρξίας μίας ενιαίας και εξαρχής συμφωνημένης ιδεολογίας, πράγμα κατανοητό για τις τότε αντιλήψεις και λόγω της ανυπαρξίας πολιτικής πείρας. Και ύστερα, γιατί η απολυτοποιημένη ιδεολογία του Λομβάρδου (Ριζοσπαστισμός = Ένωση) βρισκόταν σε εμφανέστερη συμφωνία με την κυρίαρχη τάση της εποχής, την τάση δηλαδή που υπαγόρευε την επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης μέσα από μετριοπαθείς ή συντηρητικές πολιτικές και διπλωματικές λύσεις.


Η σύγκρουση και η ρήξη

Ο Λομβάρδος, όταν πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής στη Ι΄ Ιόνιο Βουλή (φθινόπωρο του 1852), ως ικανότατος και ρεαλιστής πολιτικός που ήταν, όχι μόνον δεν προβληματίστηκε, λόγω της πλήρους ιδεολογικής του διαφωνίας με τον Μομφερράτο και τον Ζερβό, για την υιοθέτηση του όρου «Ριζοσπάστης», αλλά μάλλον τον αποδέχτηκε ασμένως, λόγω του προϋπάρχοντος εθνικού πυρετού, επιδιώκοντας εξαρχής να καρπωθεί το διαμορφωμένο κλίμα από τις διακηρύξεις, τους αγώνες και τους διωγμούς των πρώτων Ριζοσπαστών, περιθωριοποιώντας σταδιακά τον Μομφερράτο και εγκαταλείποντας πλήρως την ιδεολογία εκείνου. Όταν ο Μομφερράτος και ο Ζερβός επέστρεψαν από την εξορία (1857) και ήρθε η ώρα της σύγκρουσης με τον Λομβάρδο, ο τελευταίος είχε ήδη γίνει πανίσχυρος. Η σταδιακή σύγκρουση του Λομβάρδου, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1858, αλλά και την επόμενη χρονιά, αρχικά με τους ζακυνθινούς Ριζοσπάστες Δημήτριο Καλλίνικο και Γεώργιο Βερύκιο και στη συνέχεια με τον ίδιο τον Μομφερράτο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Ο Λομβάρδος κατηγορούσε τους αντιπάλους του για «κομμουνισμό» και ανατρεπτικές κοινωνικές ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να εξοργίσουν τους «βασιλείς της Ευρώπης» και να υποσκάψουν την πορεία προς την Ένωση, διακηρύσσοντας μαζί ότι ο Ριζοσπαστισμός ουδέποτε είχε κοινωνική χροιά. Λοιπόν, αποφάσιζε να καθαρίσει το πεδίο από τις ιδεολογίες και τις στρατηγικές που θεωρούσε ότι αντιστρατεύονταν ή δυσχέραιναν τον εθνικό σκοπό: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν; Και ο Επτανήσιος και ο Μακεδών και ο Θεσσαλός και ο Κρης και όλον εν γένει το έθνος ουχί δι’ άλλο αγωνίζεται, ειμή δια να φθάση να ίδη τον πολιτικόν ένα και μόνον αρχηγόν του, από της πρωτευούσης των Κωνσταντίνων το έθνος κυβερνώντα και τον Αρχηγόν της Εκκλησίας του από τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας την Ανατολήν ευλογούντα» (28 Ιουλίου 1858). Και ακόμα: «… η Αναγέννησις [η εφημερίδα του Μομφερράτου] κηρύττει άνευ δισταγμού ενώπιον της Επτανήσου και του έθνους ότι Ριζοσπαστισμός είναι ταυτόσημος με το δημοκρατικομμουνισμός. […] Αν τινές […], δύο ή τρεις εν Κεφαλληνία σοσιαλισταί ή κομμουνισταί αποκαλούνται Ριζοσπάσται, δεν έπεται εκ τούτου ότι όσοι αποκαλούνται Ριζοσπάσται είναι δια τούτο σοσιαλισταί ή κομμουνισταί». Για τον Λομβάρδο, ο Μομφεράτος και οι συν αυτώ ζητούσαν «εθνικήν ενταυτώ και δημοκρατικήν αποκατάστασιν, πολιτικήν συνάμα και κοινωνικήν ανάπλασιν», ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι «εις την τωρινήν θέσιν των ανατολικών πραγμάτων τοιαύται προσπάθειαι είναι λίαν επιζήμιοι εις τα εθνικά συμφέροντα» (5 Ιουνίου 1859). Συμφωνώντας με τον τελευταίο, η κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα εποχή του Στέφανου Παδοβά (Απρίλιος 1858) έθετε πιο ρητά το ζήτημα: «Δεν είναι της παρούσης εποχής να υβρίζωμεν τους δυνατούς και να συζητήσωμεν περί εγκαθιδρύσεως κοινωνικής δημοκρατίας» και δίχως να μασάει τα λόγια της εχαρακτήριζε τους οπαδούς του Μομφερράτου «εθνοκατάρατους και επικατάρατους»!

Πού έγκειται, λοιπόν, η σύγκρουση, ποια είναι η αιτία της πλήρους διαφωνίας; Σύμφωνα με τον Μομφερράτο, η λύση του εθνικού ζητήματος (και εντός αυτής, η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα) δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά, μαζί με την εθνική αποκατάσταση και των άλλων λαών, ήταν μόνον ένα βήμα στη μεγάλη πορεία της Ευρώπης και της ανθρωπότητας. Η εφημερίδα του, η Αναγέννηση (9 Απριλίου 1849), επικροτούσε τα συνθήματα που αναρτήθηκαν στο «Δημοτικό Κατάστημα Αργοστολίου» για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου της χρονιάς εκείνης: «Εθνική ανεξαρτησία — Ζήτω η απελευθέρωσις των λαών» και «Ελευθερία — Ισότης — Αδελφότης. — Ζήτω η Παγκόσμιος Δημοκρατία». Υπαινίχθηκα πριν ότι η ιδεολογία του Μομφερράτου προϋπέθετε μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη φύση και την αποστολή του έθνους (όχι μόνον του ελληνικού). Ενώ, δηλαδή, για τους συντηρητικούς θιασώτες του έθνους, όπως ο Λομβάρδος, ο τελικός στόχος των λαών ήταν η εθνική ολοκλήρωση (στην ελληνική εκδοχή αυτό σήμαινε και την υποστήριξη της Μεγάλης Ιδέας), για τον Μομφερράτο και τον μεγάλο δάσκαλό του, τον Τζουζέππε Ματσίνι, η εθνική ολοκλήρωση του κάθε λαού ήταν απλώς ένα βήμα προς τη μεγάλη «ομόσπονδη Ευρώπη των εθνών» και την «παγκόσμια δημοκρατία». Ο Ματσίνι και ο κεφαλονίτης ακόλουθός του θεωρούσαν την αποτίναξη των τυραννικών δεσμών, την απελευθέρωση των εθνών και τη δημιουργία των εθνικών κρατών ως ένα ενδιάμεσο στάδιο για τη διαπαιδαγώγηση της ρεπουμπλικανικής και επαναστατικής συνείδησης των λαών, οι οποίοι θα οδηγούνταν κατόπιν στη δημιουργία της «Ευρώπης των εθνών». Εξ ου και η υπεράσπιση της δημοκρατικών αρχών, η πολεμική κατά των θρόνων και των βασιλιάδων, εξ ου και, για την περίπτωση του Μομφερράτου, η πολεμική ενάντια στον Όθωνα και ο διηνεκής αγώνας του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι συγκρούστηκαν ακριβώς γι’ αυτό, τον Μάιο του 1859. Ο μεν Μομφερράτος για να υποστηρίξει ότι οι Ριζοσπάστες «ουδέ τας υπό του Ματσίνη κηρυττομένας ιδέας, […] ενόμισαν ποτέ διαφόρους των ιδικών των…» και ότι «τοιούτον χαρακτήρα έχων και τοιαύτην πορείαν ακολουθών ο Ριζοσπαστισμός, δεν ηδύνατο, ουδέ άλλως δύναται, ειμή εξ ανάγκης να συμβαδίζη με τον ευρωπαϊκόν και καθόλου Ριζοσπαστισμόν, τον αποβλέποντα εις την εκρίζωσιν πάσης τυραννίας, και εις την πολιτικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν των λαών˙ επομένως και με τα κηρύγματα των απανταχού προμάχων και μαρτύρων της ελευθερίας και του δικαίου»˙ ο δε Λομβάρδος για να επαναλάβει ότι αν το θέμα του Ιονίου απέκτησε συμπάθειες στην Ευρώπη, αυτό έγινε «καθότι εθεωρήθη, ως πραγματικώς είναι, ομόθυμος πολιτική ιδέα ολοκλήρου της κοινωνίας, και ουχί ιδέα κόμματος και δη κόμματος Ματσινιανού…». Πλήρης διαφωνία.


Ιταλία – Ιόνιο: αναλογίες

Αν η ιστοριογραφία μας είχε φροντίσει να απεγκλωβιστεί από τα παραδοσιακώς παραδεδεγμένα και αν αρνιόταν να επαναλαμβάνει όσα με την επανάληψη μοιάζουν αυτονόητα, αλλά δεν είναι!, θα είχε αντιληφθεί ότι η σύγκρουση εντός του χώρου των Ριζοσπαστών προϋπέθετε την ύπαρξη δύο εντελώς διαφορετικών θεωρητικών αντιλήψεων και ότι δεν επρόκειτο απλώς για διαφορά τακτικής στη διεκδίκηση του εθνικού στόχου. Θα είχε επιπλέον διαπιστώσει ότι η σύγκρουση αυτή αντανακλούσε την ακριβώς ομόλογη σύγκρουση στον ιταλικό χώρο ως προς τη λύση του ιταλικού εθνικού ζητήματος, η οποία προσωποποιήθηκε αντιστοίχως στη σύγκρουση Ματσίνι και Καβούρ. Στην Ιταλία, όπως συνέβη και στο Ιόνιο, επιβλήθηκε η συντηρητική γραμμή του Καβούρ και περιθωριοποιήθηκε (ιδιαίτερα μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο) η ρεπουμπλικάνικη γραμμή του Ματσίνι. Και στην ιταλική περίπτωση, όπως και στο Ιόνιο, το Risorgimento δεν ήταν ένα ενιαίο κίνημα, κάθε άλλο, και η ήττα της ιδεολογίας και δράσης του Ματσίνι εσήμαινε την ήττα των κοινωνικών ιδεών και την τελεσίδικη επιβολή της προοπτικής του εθνικού κράτους, μία προοπτική που εξελήφθη ως ιστορική αναγκαιότητα, επιβάλλοντας, όπως και στην Ελλάδα, εκ των υστέρων μονόδρομες, ουσιαστικά δικαιολογητικές, ιστοριογραφικές αναγνώσεις. Είχε έρθει η ιστορική ώρα του έθνους, αλλά ακόμα της κοινωνίας…

Δυστυχώς, αν και είναι περισσότερο κι από αυτονόητο, ακόμα δεν έχει επιχειρηθεί παρά ελάχιστα η μελέτη της «αριστερής δημοκρατικής» (όχι κομμουνιστικής) ιδεολογίας του Μομφερράτου στο φως της «πολιτικής θρησκείας» του Ματσίνι. Όταν αυτό γίνει, θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι η εκ μέρους του εντελώς διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους, η τόσο έγκαιρη υπέρβαση της ιδέας του «έθνους-κράτους», οι δημοκρατικές αρχές του, οι απόψεις του για την αναγκαιότητα μόρφωσης και προστασίας των εργατικών τάξεων, οι θέσεις του για τη θεμελιώδη έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, διέφεραν εντελώς από τις αντιλήψεις των «ενωτιστών» για το έθνος και την κοινωνία (και στη θεωρία και στην πράξη). Σήμαιναν την είσοδο του ελληνικού κόσμου σε έναν νέο ιδεολογικό ορίζοντα, σε έναν νέο πολιτικό κώδικα, που έθετε ταυτόχρονα το εθνικό και το κοινωνικό ζήτημα με τρόπο ολοκληρωτικά διάφορο από εκείνον των «ενωτιστών». Και έστω κι αν η ιδεολογική εκείνη γραμμή ιστορικά ηττήθηκε, διευκόλυνε την είσοδο στον ελληνικό χώρο και στην ελληνική γλώσσα των νεωτερικών και εν πολλοίς επαναστατικών όρων κατανόησης της κοινωνίας και του κόσμου. Η σύγκρουση Λομβάρδου και Μομφερράτου, θεωρημένη μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα είχε να μας πει κάτι για την «αρχαιολογία» των πολιτικών ιδεών και της πολιτικής ορολογίας στην Ελλάδα. Οι κατηγορίες του Λομβάρδου π.χ. για «κομμουνισμό», έστω κι αν ούτε ο Ματσίνι ούτε ο Μομφερράτος υπήρξαν «κομμουνιστές», μπορούν να φωτίσουν το πεδίο διαμόρφωσης των όρων της δημοκρατίας και των νεωτερικών ιδεολογιών στην Ελλάδα, μπορούν να συνεισφέρουν στον εντοπισμό χαμένων κρίκων στη διαμόρφωση των ιδεολογιών στον τόπο και στη γλώσσα μας: έτσι, ακόμα και οι απόψεις του Καββαδία περί «συνεταιριστικών οργανώσεων» ή του Κονεμένου περί «κομμουνισμού» θα φάνταζαν λιγότερο μετέωρες. Ή ακόμα, θα ερμηνεύαμε καλύτερα την κατοπινή διαδρομή των οπαδών του Μομφερράτου (π.χ. του Πανά) και τον κρίσιμο ρόλο τους στη διάδοση των σοσιαλιστικών και ποικιλόχρωμων διεθνιστικών οργανώσεων στην κυρίως Ελλάδα και στον βαλκανικό χώρο.

Εν κατακλείδι. Η μακρά διαδρομή της ιστορίας του βρετανικού προτεκτοράτου στο Ιόνιο βρήκε την κατάληξή της στην ημέρα της Ένωσης των νησιών με την Ελλάδα — και ήταν αυτό η δικαίωση της όλο και αυξανόμενης επιθυμίας των πληθυσμών του, σε συμφωνία με την κυρίαρχη τάση στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, για την ιστορική μας γνώση και συνείδηση, η ίδια εποχή υπήρξε μία γόνιμη περίοδος αντιθέσεων, σύγκρουσης ιδεών και ποικίλων ζυμώσεων. Χρέος της ιστορικής γνώσης δεν είναι οι εκ των υστέρων «καταδίκες» ή «αθωώσεις», η «εξομάλυνση» αντιθέσεων ή η φιλοτέχνηση ενός δήθεν εθνικού παρελθόντος ομοφωνίας. Χρέος μας είναι η κατανόηση των μηχανισμών, των ιδεών, των αντιθέσεων, των δυνατοτήτων και των πιθανοτήτων, η κατανόηση του ιστορικώς δυνατού. Χρέος μας είναι να καταλάβουμε ότι πίσω από τις ιδέες κρύβονται οι άνθρωποι και ότι αν οι ηττημένοι μιας ιστορικής συγκυρίας επέλεξαν συνειδητά τον δρόμο της ήττας, γιατί δεν θέλησαν να αφομοιωθούν από τη λογική των νικητών, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τους κάνουμε εμείς να αφομοιωθούν εκ των υστέρων.

[Πηγή: Ημέρα τση Ζάκυθος, 20.5.2011]

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΑΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΞΙΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

[Διάλεξη κατά την ανακήρυξή του σε Επίτιμο Καθηγητή του Τμήματος Τεχνολογίας Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου του Τ.Ε.Ι. Καβάλας,
Καβάλα, 19 Μαΐου 2011]


Ιερώτατοι εν Χριστώ αδελφοί,
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίαι και Κύριοι,

Η επιστήμη και η τεχνολογία προσέφερον και προσφέρουν πολλά εις τον άνθρωπον. Συνέβαλον εις την υπέρβασιν πολλών λεγομένων «μοιραίων» καταστάσεων, εις την αντιμετώπισιν της ενδείας και της ασθενείας, εις την άνοδον του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητος ζωής και προάγουν τον πολιτισμόν, την εκπαίδευσιν και την επικοινωνίαν. Ουδείς νουνεχής δύναται να αμφισβητήση την ανθρωπιστικήν διάστασιν της επιστήμης. Βεβαίως, δια τα ευεργετήματα αυτά, η ανθρωπότης πληρώνει βαρύ τίμημα. Η επιστημονική και τεχνική πρόοδος δίδει λύσεις, δημιουργεί όμως νέα προβλήματα, τα οποία η ιδία δυσκολεύεται να αντιμετωπίση.

Σήμερα, εις τον «αιώνα της Βιολογίας», η Γενετική και η Βιοτεχνολογία έχουν καταστή δυνάμεις απρόβλεπτοι και αυτονομημέναι από τας πραγματικάς ανάγκας του ανθρώπου. Η κυριαρχία της τεχνολογίας και της λογικής της μετατρέπει ταχύτατα την παγκόσμιον κοινωνίαν εις «τεχνοπώλιον», υποτάσσοντας εις τας αρχάς της όλας τας εκφάνσεις του πολιτισμού. Η επανάστασις της Πληροφορικής όχι μόνον διευκολύνει την επικοινωνίαν και την οργάνωσιν της ζωής, αλλά και δημιουργεί ποικίλας εξαρτήσεις και ανεξελέγκτους «πλοηγήσεις» και παρεμβάσεις.

Η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά, αλλά υποτάσσει τον άνθρωπον εις την τυραννίαν των αναγκών και του έχειν, εις τον οικονομισμόν και την κερδοσκοπίαν. «Ποτέ το χρήμα δεν βοούσε, όπως σήμερα, απ’ τη μία ώς την άλλη άκρη του πλανήτη», γράφει ο George Steiner. Κατωρθώσαμεν να αντλώμεν από την φύσιν ποικίλα και πλούσια αγαθά, αλλά έχομεν μετατραπή εις εκμεταλλευτάς και καταστροφείς της φύσεως. Ο ονομαστός σύγχρονος θεολόγος J. Molten παρατηρεί ευστόχως τα εξής: «Παγκοσμιοποιούμεν τον τεχνικόν πολιτισμόν μας, χωρίς να υπολογίζωμεν τας δυνατότητας και τα αδύνατα σημεία αυτού του πλανήτου. Παγκοσμιοποιούμεν την οικονομίαν μας, εις βάρος των φυσικών πόρων αυτής της γης. Τα αποκαλούμεν αυτά «πρόοδον», όμως η πρόοδος ημών σημαίνει οπισθοδρόμησιν δια τα υπόλοιπα έμβια όντα και απειλήν δια την εύθραυστον ισορροπίαν των όρων ζωής. Εξαφανίζονται πάμπολλα είδη του ζωϊκού βασιλείου, το κλίμα επιδεινώνεται, αι έρημοι επεκτείνονται, διαπιστώνεται άνοδος της στάθμης της θαλάσσης. Όλοι γνωρίζομεν την μελέτην του Club of Rome του 1972 δια τα «Όρια της αναπτύξεως», όμως δεν σεβόμεθα αυτά τα όρια» (J. Moltmann).

Δυστυχώς, οι κίνδυνοι αυτοί επιτείνονται σήμερον δια δύο λόγους: Πρώτον, επειδή ο άνθρωπος φαίνεται να πιστεύη αφελώς η αυταπατώμενος ότι το περιβάλλον είναι εις θέσιν να ανανεώνεται εις το διηνεκές και να αντέχη και την πλέον ακραίαν εκμετάλλευσιν. Δεύτερον, λόγω του γεγονότος ότι σήμερα πολλοί από εκείνους, οι οποίοι αποφασίζουν δια τας εξελίξεις και καθορίζουν το μέλλον, πιστεύουν αναφανδόν εις την παντοδυναμίαν της επιστήμης και της τεχνολογίας και εις την απόλυτον ασφάλειαν των τεχνολογικών των επιτευγμάτων.

Είναι προφανές ότι αι σύγχρονοι κοινωνίαι προσπαθούν να διαφοροποιηθούν και να αποκοπούν οριστικώς από το παρελθόν, από πεπαλαιωμένας κατ αὐτάς λύσεις των μεγάλων προβλημάτων, εθελοτυφλούσαι εμπρός εις την πραγματικότητα των αμεταθέτων όρων της ανθρωπίνης ζωής, αλλά και της ζωής γενικώτερον. Λησμονούν το «μη μέταιρε όρια, ά οι πατέρες καλώς έθεντο».

Είμεθα όλοι συγκλονισμένοι από το δράμα του λαού της Ιαπωνίας. Σαφώς ο σεισμός και το σεισμικόν υπερθαλάσσιον κύμα -το τσουνάμι- προκάλεσαν την βιβλικήν καταστροφήν. Όμως δια το γεγονός ότι το ατύχημα ήτο και «πυρηνικόν» δεν ευθύνεται, βεβαίως, ο σεισμός, αλλά ημείς, οι οποίοι κατασκευάζομεν πυρηνικά εργοστάσια, παρ ὅλον ότι γνωρίζομεν τους κινδύνους. Πταίει η ύβρις, η επιστημονική υπεροψία του συγχρόνου ανθρωποθεού, ο οποίος νομίζει ότι είναι παντοδύναμος, και επίσης η πίστις ημών εις την προτεραιότητα των οικονομικών κριτηρίων, δηλαδή η λογική της παραγωγής ευθηνής ενεργείας, η μείωσις του κόστους, εις βάρος, φυσικά, της ασφαλείας των πυρηνικών σταθμών.

Τι ποιητέον; Τι δέον γενέσθαι; Είναι άραγε πιο αργά από όσον φανταζόμεθα; Είναι δυνατόν να σταματήση η πορεία από την σύγχρονον οικολογικήν κρίσιν προς την παγκόσμιον οικολογικήν καταστροφήν; Πόσον ασφαλείς είναι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες, πόσον ειρηνική ημπορεί να χαρακτηρισθή η χρήσις της πυρηνικής ενεργείας; Είναι προφανές ότι ειρήνη σημαίνει ειρήνη και με την γην. Όμως, η ειρηνική αξιοποίησις της πυρηνικής ενεργείας ήτο μόνον κατ’ επίφασιν ειρηνική, διότι αποτελεί απειλήν δια το φυσικόν περιβάλλον και δια την ανθρωπίνην ζωήν. Εμφανέστατα, η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ασφαλής, δεν είναι «πράσινη ενέργεια», όπως ποικιλοτρόπως υποστηρίζεται. Εφ ὅσον τα πυρηνικά εργοστάσια θεωρούνται οικονομική επένδυσις, είναι αδύνατον να μην υπακούουν εις τους νόμους της αγοράς και εις την λογικήν του κέρδους.

Όλοι γνωρίζομεν, πώς ξεκίνησε η στροφή εις την κατασκευήν πυρηνικών εργοστασίων. Το ενεργειακόν πρόβλημα της δεκαετίας του 1970 και η πετρελαϊκή κρίσις, με την εκτίναξιν της τιμής του πετρελαίου και τον γενικώτερον προβληματισμόν δια τα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτου μας, έθεσαν επί τάπητος οξύτερον το θέμα της ενεργείας. Λύσις εθεωρήθη η κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων, τα οποία εγγυώντο την παραγωγήν αφθόνου ενεργείας με μικρότερον κόστος. Εις την πορείαν απεδείχθη, βεβαίως, ότι και το οικονομικόν κόστος ήτο αρκετά υψηλόν, αλλά κυρίως ότι το οικολογικόν κόστος ήτο δυσβάστακτον, όχι μόνον αναφορικώς προς το πρόβλημα διαχειρίσεως των πυρηνικών αποβλήτων, αλλά και ως προς τα ενδεχόμενα ατυχήματα, με απροβλέπτους συνεπείας δια την φύσιν και τον άνθρωπον.

Το πυρηνικόν ατύχημα του Τσερνομπίλ της 26ης Απριλίου 1986, προυξένησεν ισχυρόν «σοκ», όχι όμως ικανόν να αποτρέψη την κατασκευήν νέων πυρηνικών αντιδραστήρων, αφού η ανεπτυγμένη δυτική τεχνολογία εθεωρείτο εγγύησις δια την ασφαλή λειτουργίαν των. Είδομεν, όμως, ότι η νέα τεχνολογία δεν άντεξε τον σεισμόν της Ιαπωνίας, με αποτέλεσμα την οικολογικήν τραγωδίαν της Φουκουσίμα, τον παρελθόντα Μάρτιον. Είναι προφανές ότι εάν συνεχίσωμεν να έχωμεν αυτήν την νοοτροπίαν, να κρατώμεν εν λειτουργία τους υπάρχοντας πυρηνικούς αντιδραστήρας και να οικοδομώμεν νέους πυρηνικούς σταθμούς, με βάσιν κυρίως οικονομικούς υπολογισμούς και δείκτας, τότε η επομένη πυρηνική καταστροφή είναι όχι απλώς πιθανή, αλλά προγραμματισμένη και βεβαία.

Σαφώς, το εκρηκτικόν μίγμα της τυφλής εμπιστοσύνης εις την δύναμιν της τεχνολογίας και εις τον άκρατον οικονομισμόν και κερδοσκοπισμόν επιτείνει τους κινδύνους δια τον άνθρωπον και την ακεραιότητα του κόσμου του. Καθημερινώς προβάλλονται ανερυθριάστως οικονομικαί θεωρίαι και στρατηγικαί χωρίς ηθικόν έρεισμα και με μοναδικόν κριτήριον την μεγιστοποίησιν του κέρδους. Είναι χαρακτηριστικόν ότι εις την Ιαπωνίαν γίνονται σήμερον ογκώδεις διαδηλώσεις, με αίτημα την άμεσον διακοπήν της λειτουργίας των πυρηνικών εργοστασίων και την οριστικήν στροφήν εις ηπίας μορφάς ενεργείας. Εις αυτά τα αιτήματα αντιπαρατίθενται, όμως, συστηματικώς το οικονομικόν κόστος και η αρχή της αναπτύξεως. Και εις την Γερμανίαν εκτυλίσσεται έντονος συζήτησις δια το ενεργειακόν πρόβλημα, με έμφασιν εις την ανάγκην ταχείας απεξαρτήσεως από την πυρηνικήν ενέργειαν. Το αντεπιχείρημα είναι, και εδώ, το υψηλόν κόστος της ηπίας ενεργείας, η αναπόφευκτος αύξησις της φορολογίας και αι μεγάλαι ενεργειακαί ανάγκαι της βιομηχανίας, δηλαδή καθαρώς οικονομικά κριτήρια.

Γνωρίζομεν την ρίζαν του κακού! Της καταστροφής του εξωτερικού κόσμου προηγείται πάντοτε μία εσωτερική «ανατροπή των αξιών», μία πνευματική και ηθική καταστροφή.

Σύγχρονος επιφανής ορθόδοξος θεολόγος, ο καθηγητής Μαντζαρίδης, παρατηρεί ορθώς: «Η οικολογική κρίσις είναι κρίσις της επιστήμης, της τεχνολογίας, της οικονομίας, της πολιτικής, του δικαίου, της ηθικής, της θρησκείας. Είναι κρίσις του φρονήματος, του ήθους και της συμπεριφοράς του ανθρώπου μέσα εις την κτίσιν. Η οικολογική κρίσις μπορεί να χαρακτηρισθή ως μετάστασις της ηθικής και της κοινωνικής κρίσεως από τον άνθρωπον εις την κτίσιν. Είναι η φανέρωσις της ανθρωπίνης αμαρτίας εις τας οικολογικάς διαστάσεις της».

Το οικολογικόν πρόβλημα είναι διάστασις της κρίσεως ενός πολιτισμού οικονομοκεντρικού, τεχνοκρατικού, ατομικιστικού, αλαζονικού, ενός πολιτισμού της ποσότητος και των αριθμών, του κέρδους και της καταναλώσεως, του ευδαιμονισμού και της ασυδοσίας. Η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης επιλογής του τρόπου οικονομικής, τεχνολογικής και κοινωνικής αναπτύξεως, η οποία περιφρονεί τόσον το ανθρώπινον πρόσωπον όσον και την φύσιν.

Τα πυρηνικά όπλα και τα πυρηνικά εργοστάσια είναι σύμβολον προμηθεϊκού τιτανισμού, έκφρασις του «συμπλέγματος ισοθεΐας» του νεωτερικού ανθρώπου. Ο αλαζονικός ανθρωποθεός παραμένει η μόνιμος απειλή δια την ανθρωπότητα και την φύσιν. Εμπειρίαι, όπως η ανθρωπιστική και οικολογική καταστροφή του Τσερνομπίλ και της Φουκουσίμα, αλλά και η λεγομένη «Hiroshima της Ινδίας», η διαφυγή τοξικών αερίων από το εργοστάσιον της Union Carbide εις την πόλιν Bophal, κατά τον Δεκέμβριον του 1984, με χιλιάδας νεκρών, με φοβεράς επιπτώσεις εις την υγείαν αμετρήτων ανθρώπων και με ανυπολογίστους περιβαλλοντικάς καταστροφάς, καθώς επίσης και η εκτεταμένη μόλυνσις του κόλπου του Μεξικού από την διαρροήν πετρελαίου προσφάτως, μας υπενθυμίζουν ότι αι λέξεις μέτρον και ευθύνη πρέπει να έχουν κεντρικήν θέσιν εις την σκέψιν και την δράσιν μας. Επειδή είμεθα η εποχή της δυνατότητος να υπερβαίνωμεν τα όρια, δια τούτο είναι καίριον να σεβώμεθα τα όρια και τα μέτρα. Αυτό είναι η αληθής δύναμις του ανθρώπου και όχι η άποψις ότι είμεθα απόλυτοι κυρίαρχοι, ότι αποτελούμεν πρωταγορικώς «πάντων χρημάτων μέτρον». Δεν αρκεί, τελικώς, η πληροφόρησις δια τας απειλάς κατά του περιβάλλοντος, δια την λειτουργίαν της και τας αντοχάς της φύσεως, αφού απεδείχθη ότι ο άνθρωπος γνωρίζει, αλλά δρα ως να μη εγνώριζεν. Οφείλομεν να αναπτύξωμεν οικολογικήν ευθύνην, νέαν οικοφιλικήν ηθικήν, να υπερβώμεν το έχειν και τον λεγόμενον «monytheism», μέσα εις ένα οικολογικόν και προσωποκεντρικόν πολιτισμόν.

Θεμελιώδεις αρχαί και αξίαι αυτού του πολιτισμού θα είναι αι εξής:
1) Επειδή μία ανθρωπότης προσανατολισμένη εις τον ευδαιμονισμόν και την συσσώρευσιν πλούτου, εις το «καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω» και εις το «αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου», είναι αδύνατον να επιβιώση, οφείλομεν να αγωνιζώμεθα δια την εγκαθίδρυσιν ενός μετοχικού πολιτισμού, του πολιτισμού του «εμείς», που εμπερικλείει και την αλληλεγγύην μας μετά της κτίσεως. Δεν υπάρχει «επί γης ειρήνη» χωρίς ειρήνην με την γην.
2) Δια την αντιμετώπισιν των κοινών προβλημάτων, απαιτείται κοινή προσπάθεια, συνεργασία και αλληλοϋποστήριξις, πέραν των διαφορών των πολιτισμών και των συμφερόντων. Το αίτημα των καιρών είναι η πολύπλευρος κινητοποίησις εις τον χώρον της παιδείας και της εκπαιδεύσεως, της επιμορφώσεως των ενηλίκων και του πολιτισμού, εις το επίπεδον της τοπικής αυτοδιοικήσεως, του κράτους, των διεθνών σχέσεων και των διεθνών οργανισμών καθώς και των θρησκευτικών κοινοτήτων.
3) Αι μεγάλαι θρησκευτικαί παραδόσεις, αι οποίαι διασώζουν ζωτικάς αληθείας δια τον άνθρωπον και τον κόσμον, οφείλουν να συμβάλουν εις την ριζικήν αλλαγήν νοοτροπίας και να στρέψουν τους ανθρώπους εις το βάθος και την αλήθειαν της ζωής και των πραγμάτων, εις τον σεβασμόν του ανθρωπίνου προσώπου, ο οποίος είναι αδιανόητος χωρίς την προστασίαν του «οίκου» του προσώπου, δηλαδή του φυσικού περιβάλλοντος.

Πρέπει να κλείνωμεν τα ώτα εις το κυνικόν «Δεν υπάρχει άλλη λύσις», εις την θέσιν ότι είναι παράλογον και επικίνδυνον να μη υποτασσώμεθα εις τας επιταγάς της οικονομίας και της οικονομικής προόδου. Οφείλομεν να εκφράζωμεν την αντίθεσίν μας εις εκείνας τας μορφάς ενεργείας, αι οποίαι απειλούν τους όρους της ζωής εις την γην, και να αγωνιζώμεθα δια την επικράτησιν των εναλλακτικών και ηπίων μορφών ενεργείας, απαιτούντες να μη λαμβάνωνται οικονομικαί αποφάσεις χωρίς να υπολογίζωνται αι επιπτώσεις των εις το περιβάλλον. Οικονομικαί αποφάσεις, αλλά συγχρόνως και οικολογικαί!

Κυρίαι και Κύριοι,

Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία αφουγκράζεται την κραυγήν αγωνίας της γης, των εμβίων όντων και του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασθέντος ανθρώπου, που πάσχουν από τας οδυνηράς επιπτώσεις του αλαζονικού επιστημονισμού και της αλογίστου γεωκτονίας. Ο αγών δια την προστασίαν της κτίσεως είναι διάστασις της πίστεώς μας, είναι περιεχόμενον της ζωής εν Εκκλησία. Μέσα εις την φιλάνθρωπον και οικοφιλικήν Παράδοσιν της Ορθοδοξίας, εις αυτό το «στερεό έδαφος» όπου «πατά η ψυχή μας», όπως θα έλεγεν ο ποιητής (Ο. Ελύτης), αι επιταγαί του οικολογικού πολιτισμού αποκτούν έμφασιν ως εντολαί του Θεού της αγάπης, του Θεού της ειρήνης επί γης, η οποία είναι ειρήνη με τον Θεόν, ειρήνη με τον συνάνθρωπον, αλλά και ειρήνη με την γην και ειρήνη της γης.

Επί αυτής της θεολογικής και βιωματικής βάσεως, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, η Εκκλησία του ευχαριστιακού τρόπου του βίου και της ευχαριστιακής χρήσεως της δημιουργίας, πρωτοστατεί εις την οικολογικήν ευαισθητοποίησιν των ανθρώπων. Αντιστέκεται με σθένος εις όσους θεωρούν -λίαν κακώς- το βιβλικόν «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γεν. 1, 28), απαρχήν της κυριαρχικής στάσεως του ανθρώπου έναντι της κτίσεως, η οποία στάσις ωδήγησεν εις την σύγχρονον οικολογικήν κρίσιν. Επιμένομεν ότι η εκμετάλλευσις της δημιουργίας είναι διαστρέβλωσις του χριστιανικού ήθους και όχι συνέπειά του. Ο «Θεός ημών» είναι ο Θεός της αλληλεγγύης με τον άνθρωπον και την κτίσιν. Είναι ο Θεός όστις «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους», ο Θεός, τον Οποίον συναντώμεν «εν τω κόσμω». Το μεγαλείον του χριστιανικού ήθους είναι το γεγονός ότι συνδυάζει το «εν τω κόσμω» με το «ουκ εκ του κόσμου». «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», εύχονται οι πιστοί αδιαλείπτως.

Ο χριστιανός είναι ευχαριστιακός άνθρωπος, ιερεύς της δημιουργίας, φύλαξ και εταίρος της κτίσεως. Αυτόν τον ευχαριστιακόν, μετοχικόν και ασκητικόν πολιτισμόν της Ορθοδοξίας κηρύττομεν, από την ορθόδοξον ημών πίστιν εις τον σκηνώσαντα εν ημίν Λόγον του Θεού αντλούμεν δύναμιν και θάρρος εις τον αγώνα μας δια την προστασίαν του περιβάλλοντος.

Ευχαριστούμεν δια την προσοχήν σας.


Πηγή: amen



Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Νέοι Σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Frederic Chopin

Του άρεσε να κινείται σε αριστοκρατικούς κύκλους, ακολουθούσε τη μόδα του καιρού του και φρόντιζε ιδιαίτερα την εμφάνισή του. Εύθραυστος, απόμακρος ο «Ραφαήλ» του πιάνου όπως αποκαλούσαν τον Frederic Chopin [1810-1849], ταίριασε απόλυτα στο Παρίσι του 19ου αιώνα.

Αν και δεν είχε ιδιαίτερα στενούς φίλους οι σύγχρονοί του διανοούμενοι Balzac, Hugo, Sand, Lamartine, Vigny, Heine, Musse, Gautier, τον θαύμαζαν και τον σέβονταν. Ήξεραν ότι είχαν να κάνουν με μια μεγαλοφυΐα. Το ίδιο και οι καλλιτέχνες που βρίσκονταν στο αποκορύφωμα της καριέρας τους όπως ο Delacroix και ο Ingres, ενώ οι συνθέτες Liszt, Rossini, Meyerbeer, Cherubini, Berlioz, τον παρακολουθούσαν στενά, μελετούσαν το έργο του και είχαν κάνει, όπως και ο ίδιος, σπίτι τους την πόλη του φωτός.

Ο Frederic Chopin, ένας από τους μεγαλύτερος πιανίστες στην ιστορία της μουσικής, θα ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος αν βρισκόταν ανάμεσά μας στις 8-10-2010 και παρακολουθούσε στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ένα νέο κορίτσι, τη Νεφέλη Μούσουρα, να παίζει με τόση χάρη και ευαισθησία και να αναδεικνύει μέσα από το πιάνο της τις πλούσιες αποχρώσεις των ήχων και το έντονο εκφραστικό βάθος της απαιτητικής σύνθεσης: Andante spianato και Μεγάλη Πολωνέζα brillante για πιάνο και ορχήστρα έργο 22.

Ο Αρχιμουσικός Βύρων Φιδετζής σε μια εναρμόνια ερμηνεία με τη Σολίστ και την Ορχήστρα, ανέδειξε τα νεωτεριστικά στοιχεία του καινοτόμου συνθέτη και προάγγελου του μοντερνισμού. Έδωσε όμως την ελευθερία στη νεαρή πιανίστα να ξεδιπλώσει την ποίηση, τη διάχυτη στο έργο του συνθέτη αλλά και το ηρωικό στοιχείο που δονούσε την υπόδουλη πατρίδα του, την Πολωνία.

Με την καθαρότητα του τραγουδιού, η νεαρά Σολίστ απέδωσε την λεπταίσθητη σύνθεση του Πολωνού δημιουργού, για να μας θυμίσει ότι ο Chopin, συνιστούσε στους μαθητές του να σπουδάσουν το λυρικό τραγούδι αν ήθελαν να γίνουν καλοί πιανίστες.

Η Νεφέλη Μούσουρα, στα 21 μόλις χρόνια της, είναι μια πολυβραβευμένη πιανίστα και ως υπότροφος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer συνεχίζει τις σπουδές της στο πιάνο στην Ακαδημία Mozarteum του Salzburg.


Claude Debussy

Όταν ο Claude Debussy [1862-1918], συνέθετε το έργο La Mer, που έμελλε να γίνει ένα από τα αριστουργήματά του, δέχτηκε μια παραγγελία από τον Pleyel που μόλις είχε κατασκευάσει τη «Χρωματική» Άρπα του [1903], να συνθέσει και ένα έργο για το νέο του δημιούργημα.

Καρπός αυτής της παραγγελίας είναι η σύνθεση του Debussy Danse sacrée et danse profane για άρπα και ορχήστρα εγχόρδων.

Είναι η εποχή που οι δύο γαλλικοί μουσικοί οίκοι Pleyel και Erard όχι μόνο αναζητούν νέους δρόμους στην εξέλιξη των μουσικών οργάνων αλλά επιδιώκουν να κόψουν και το νήμα στο πεδίο του ανταγωνισμού. Ο Erard, δεν μένει αδρανής στην πρόκληση του ανταγωνιστή του και αναθέτει στον Maurice Ravel ένα έργο για την παραδοσιακή του Άρπα κι εκείνος συνθέτει την Εισαγωγή και Allegro για Άρπα, φλάουτο, κλαρινέτο και κουαρτέτο εγχόρδων [1905].

Τη σύνθεση του Debussy κλίθηκε να ερμηνεύσει και να μας μυήσει στη μαγεία της ένα άλλο Κορίτσι με την Άρπα του, αυτή τη φορά, η Σίσσυ Μακροπούλου, μαθήτρια της Μαρίας Μπιλντέα, με ενδιαφέρουσα πορεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπου και συνεχίζει τις σπουδές της στην Ακαδημία του Detmoid της Γερμανίας.

Η νέα σολίστ απέδωσε εξαιρετικά τον τελετουργικό χαρακτήρα του Ιερού Χορού και έκανε διακριτό το αρχαϊκό στοιχείο το οποίο αποδίδεται στην επίδραση που δέχτηκε ο Debussy από το ύφος του Eric Satie. Το Ισπανικό χρώμα δεσπόζει στον Κοσμικό Χορό που η Άρπα και η Ορχήστρα ανέδειξαν με πηγαία ζωντάνια και αξιοποίησαν τις λεπτές χρωματικές εναλλαγές του.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τρεις ταλαντούχους σολίστ: τον βιολονίστα Leonidha Qose στο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, έργο 14, του S. Barber, σε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Τον κιθαρίστα Ιωάννη Ανδρόνογλου, λαμπερό και δυναμικό ερμηνευτή του Κοντσέρτου «του Αρανχουέθ» για κιθάρα και ορχήστρα του J. Rodrigo και τον πιανίστα Δημήτρη Μαρίνο να κλείνει αυτή τη νεανική βραδιά με μια διάφανη ερμηνεία της Γαλάζιας Ραψωδίας για πιάνο και ορχήστρα του G. Gershwin.

Το άνοιγμα που κάνει ο Αρχιμουσικός Βύρων Φιδετζής και η Κρατική Ορχήστρα σε νέους ταλαντούχους καλλιτέχνες είναι εξαιρετικά σημαντικό, άξιο επαίνου και ελπίζουμε στη συνέχειά του.

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

18η Μαΐου: Διεθνής Ημέρα Μουσείων 2011 / Μνήμες Λαϊκού Πολιτισμού στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

«Μουσεία και Μνήμη», είναι το θέμα που επέλεξε το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) για τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων 2011.

Τα μουσεία διαφυλάσσουν τη μνήμη και αφηγούνται ιστορίες. Στις πλούσιες συλλογές τους, διασώζουν τη μνήμη των κοινωνιών. Οι συλλογές αυτές συγκροτούνται από τεκμήρια της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και η Διεθνής Ημέρα Μουσείων 2011, αποτελεί μια ευκαιρία ανακάλυψης της ατομικής και συλλογικής μνήμης. Επιλέγοντας ως θέμα της φετινής χρονιάς το «Μουσεία και Μνήμη», το ICOM επιθυμεί να αναδείξει τη σημασία των μουσείων ως φορέων διάσωσης και διαφύλαξης αυτής της μνήμης.

Το μήνυμα της επετείου είναι: «να γίνουν όλα τα μουσεία φορείς πολιτισμικών ανταλλαγών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, με σκοπό την ανάπτυξη της μόρφωσης, την αμοιβαία κατανόηση και τη συνεργασία μεταξύ των λαών». Τα επιμέρους θέματα δε που προτείνει το ICOM είναι: «Συλλογές και τεκμήρια, επιμέλεια και πρόσβαση - Ιστορία των μουσείων - "Ξεχασμένες" μνήμες - Σχέση μνήμης, κοινωνίας και ταυτότητας - Η πολιτιστική συνεισφορά της Αφρικής στον κόσμο».

Για πρώτη φορά, το ICOM θα εντάξει και την Ευρωπαϊκή Νύχτα των Μουσείων, στην Διεθνή Ημέρα Μουσείων ξεκινώντας με 24ωρη γιορτή των μουσείων. Η Νύχτα των Μουσείων έχει ως στόχο να καταστήσει τα μουσεία πιο προσιτά στο ευρύ κοινό και ειδικότερα σε ένα νέο κοινό και να ενώσει ένα δίκτυο ευρωπαϊκών μουσείων γύρω από ένα κοινό εορταστικό και φιλικό αγώνα.

Η κεντρική εκδήλωση του φετινού εορτασμού θα γίνει στο Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού «Φιλιώ Χαϊδεμένου», που είναι το τιμώμενο μουσείο για το 2011. Το μουσείο περιλαμβάνει κειμήλια από τη Μικρά Ασία, όπως λάβαρα, στολές, λευκά είδη, βιβλία, έγγραφα, χρηστικά αντικείμενα, που δώρισαν Μικρασιάτες από διάφορα σημεία της Ελλάδας και του κόσμου.


Το μουσείο πήρε το όνομά του από τη Μικρασιάτισσα Φιλιώ Χαϊδεμένου, η οποία με προσωπικό αγώνα κατόρθωσε να το αναστήσει μετά τις πληγές που υπέστη από τον σεισμό του 1999 και την ακόλουθη υπολειτουργία του, λόγω έλλειψης πόρων και προσωπικού. Η Φιλιώ Χαϊδεμένου, παρά τη προχωρημένη ηλικία της -ξεκίνησε την προσπάθεια περισυλλογής των κειμηλίων σε ηλικία άνω των 90 ετών-, δούλεψε ακούραστα, ταξιδεύοντας ακόμα και στη γενέτειρά της, τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, για να φέρει χώμα και σκόνη από την Αναξαγόρειο Σχολή για να τα εκθέσει στο μουσείο. Όργωσε όλη τη χώρα για να ενημερώσει τους απανταχού Μικρασιάτες για το μουσείο. Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Έλληνες από όλο τον κόσμο ανταποκρίθηκαν, προσφέροντας προσωπικά αντικείμενα για να εκτεθούν στο μουσείο. Από τις 2 Απριλίου 2007 το μουσείο επανεγκαινιάστηκε και έκτοτε λειτουργεί κανονικά, φιλοξενώντας πεντακόσια και πλέον εκθέματα από τα 1.500 που διαθέτει η συλλογή.


Επιγραφή από την είσοδο του Μουσείου Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

Όπως κάθε χρόνο έτσι κι εφέτος το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, συμμετέχει στο επίσημο πρόγραμμα της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων. Η φετινή συμμετοχή περιλαμβάνει μία έκθεση βιβλίων για το λαϊκό πολιτισμό και ζακυνθινών ενδυμασιών και έργων κεντητικής από τις συλλογές του, τα οποία φυλάσσονταν στις αποθήκες του Μουσείου.

Η 18η Μαΐου γίνεται λοιπόν η αφορμή για να παρουσιαστεί σε μία περιοδική έκθεση ένα υλικό, που δεν ήταν εκτεθειμένο στο κοινό, αποτελεί όμως μία ευκαιρία για να γνωρίσουμε από μία άλλη οπτική την ιστορία της Ζακύνθου, αφού όπως είναι γνωστό η ενδυμασία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της αισθητικής αντίληψης των ανθρώπων, της πολιτιστικής τους ταυτότητας και της εξέλιξής τους στη μακραίωνη ιστορία.

Στα έργα κεντητικής, που διακοσμούν στενόμακρες επιφάνειες σε μεγάλες ζωφοροειδείς συνθέσεις, απηχούνται τα μέτρα των δημοτικών μας τραγουδιών σ’ ένα μουσικότατο ρυθμό. Κεντημένα με μετάξια σε λαμπρούς χρωματισμούς, που χάρη στη φυτική τους προέλευση έμειναν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου, τα κεντήματα του σπιτιού ανήκουν στο χώρο της γυναικείας οικιακής χειροτεχνίας και γι’ αυτό έχουν έντονο τοπικό χαρακτήρα.

Η μορφή τους επηρεάζεται άμεσα από τη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων και δένεται μαζί τους, σχεδόν όπως η τοιχογραφία και η ξυλογλυπτική. Και επειδή το κυριότερο στοιχείο της λαϊκής οικοδομής είναι ο χώρος του ύπνου, τα πλουσιότερα και ωραιότερα δείγματα της ελληνικής κεντητικής είναι τα κάθε είδους στρωσίδια του κρεβατιού (σεντόνια, κρεβατόγυροι, μπροστοσέντονα, κουρτίνες, μαξιλάρες).

Η δαντέλα πάλι, το στερνοπαίδι της κεντητικής, που έμεινε αυστηρά γυναικεία χειροτεχνία. σε γενικές γραμμές συνίσταται στο πολύπλοκο δέσιμο κόμπων και θηλιών, των οποίων ο αριθμός εξαρτάται από τις απαιτήσεις του σχεδίου. Η εκτέλεση γίνεται συνήθως με λευκή μεταξωτή κλωστή και με βελόνα, βελονάκι ή κοπανέλια. Η λεπτεπίλεπτη αυτή χειροτεχνία, που διαδόθηκε από τα καθολικά γυναικεία μοναστήρια των ελληνικών νησιών, γρήγορα προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις και την καλαισθησία του ελληνικού λαού και χρησιμοποιήθηκε περισσότερο στο στολισμό του ρουχισμού της νησιωτικής Ελλάδας. Επίδραση της δαντέλας μαρτυρούν τα «τρυπητά» ή «χυτά» κεντήματα, που στόλιζαν κρεβατόγυρους, σεντόνια και πετσέτες και κεντιούνταν συνήθως με λευκή βαμβακερή κλωστή σε επίσης λευκό βαμβακερό ή λινό ύφασμα με την τεχνική του fil-tire.

Τα γενικά τεχνοτροπικά και αισθητικά στοιχεία της κεντητικής του σπιτιού χαρακτηρίζουν και ορισμένα κεντημένα εξαρτήματα της φορεσιάς, όπως είναι το «πουκάμισο» και το «φουστάνι». Βασικό και κοινό εξάρτημα σε όλες ανεξαιρέτως τις παραλλαγές της γυναικείας φορεσιάς.

Στην έκθεση παρουσιάζονται οι κάτωθι δωρεές:
Α. Η παλαιότερη δωρεά της Οικογένειας Τσακασιάνου, (1981), που περιλαμβάνει: Κοπανέλια τόρνου, τρεις Ωρολογοθήκες, Νυχτικοθήκη λευκή με κεντημένο το όνομα ΧΡΙΣΤΙΝΑ, δύο Σεμέν ντε ταμπλ, δύο μεγάλες λινές μαξιλαροθήκες, κεντημένες με άνθη και ένα κεφαλαίο ψηφίο στο μέσο, δύο Νυχτικοθήκες, μαξιλαροθήκη, Γυναικείο επιστήθιο, ζωνάρι, κλινοσκέπασμα.
Β. Η δωρεά της κ. Μαρίας Σιδηροκαστρίτη (2010), που αποτελείται από: Δύο ζεύγη κάλτσες, τρία κεντητά γυναικεία εσώρουχα, ένα κεντητό μπούστο και τρία κεντητά κομπινεζόν, των τελών 19ου αι. και των αρχών 20ου αι., και προέρχονται από τη γιαγιά της, Μαρία Καλοφώνου, και
Γ. η δωρεά του κ. Peter Mastbooms (2011), κατοίκου Λιθακιάς Ζακύνθου, που αποτελείται από δύο λαϊκές παιδικές ενδυμασίες.

Επίσης στην έκθεση παρουσιάζονται και Βιβλία που σχετίζονται με το Λαϊκό Πολιτισμό από τη Βιβλιοθήκη του Μουσείου.


Βιβλιογραφία

• Κατερίνα Δεμέτη, "Οι ζακυνθινές τοπικές ενδυμασίες", στο Ζάκυνθος – Απουλία, Ήθη, Έθιμα, Μουσική, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, Ζάκυνθος, 2001
• Πόπη Ζώρα, Λαϊκή Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, 1994
• Νέλλη Λαγάκου, Η ενδυμασία δια μέσου των αιώνων, Αθήνα, 1998

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Tα συμπεράσματα μιας επιτυχημένης Ημερίδας

Της Κατερίνας Δεμέτη

Tο εορταστικό τριήμερο της «Γκιόστρας τ’ Άϊ–Γιωργιού 2011», μετά την απονομή αναμνηστικών διπλωμάτων στους μαθητές, που έλαβαν μέρος στην παιδική Γκιόστρα 2011, το λαϊκό πανηγύρι στο χώρο που προσεισμικά ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου και μετά την έφιππη παρέλαση και τις ιππικές επιδείξεις, έκλεισε την Κυριακή 8 Μαΐου, με μία επιστημονική Ημερίδα, που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο της πόλης μας.

Η Ημερίδα, ως συμπλήρωμα της αναβιωμένης λαϊκής γκιόστρας, που γινόταν προσεισμικά στο νησί μας για να τιμηθεί ο άγιος Γεώργιος, πραγματοποιήθηκε για δεύτερη συνεχή χρονιά (η περσινή σε συνεργασία με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων) και χαρακτηρίστηκε από μεγάλη επιτυχία, τόσο για την προσέλευση του κοινού που την παρακολούθησε, όσο και για τα επιστημονικά συμπεράσματα που εξήγαγε.

Εάν μάλιστα θα προσπαθούσαμε να την χαρακτηρίσουμε, θα λέγαμε ότι, ενώ πέρυσι το θέμα της ήταν γενικότερο, προσπαθώντας να χωροθετηθεί το δρώμενο, καθώς ασχολήθηκε με την «Γκιόστρα στη Ζάκυνθο» από κοινωνιολογική, ιστορική, φιλολογική - λογοτεχνική, ποιητική, εικαστική και θεατρολογική πλευρά, φέτος, ενδυναμωμένη ακόμα περισσότερο από την αγάπη και τη συμμετοχή του κόσμου σε όλες τις εκδηλώσεις της, και σ’ αυτές που έλαβαν χώρα την περίοδο του Καρναβαλιού, αλλά και στις άλλες, που πραγματοποιήθηκαν τις προηγούμενες δυο ημέρες, ασχολήθηκε μ’ ένα θέμα εξειδικευμένο και συγκεκριμένα με την: "Πρόσληψη της Γκιόστρας σε κείμενα Ζακυνθινών συγγραφέων. Η περίπτωση της “Ευγένας” του Θεόδωρου Μοντσελέζε".

Για την πρόσληψη της Γκιόστρας σε κείμενα Ζακυνθινών συγγραφέων έχουν γίνει αναφορές στα ενημερωτικά φυλλάδια, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια, ως συνοδά του προγράμματός της, και τα οποία εμπεριέχουν πρωτότυπες εργασίες διαφόρων μελετητών - ερευνητών, που τεκμηριώνουν ιστορικά το δρώμενο και φροντίζουν για την πιστότερη αναπαράστασή του.

Έτσι η Ημερίδα δεν στάθηκε, στο πολύτιμο έργο του Ερμάννου Λούντζη: «Η Ενετοκρατία στα Επτάνησα», ο οποίος αφιέρωσε σ' αυτήν ολόκληρο κεφάλαιο (το Κ΄), που έχει τον τίτλο «Ιππικαί Γυμνασίαι - Giostre - Περιγραφή αυτών», ούτε στον περίφημο «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου και στην «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση, που περιγράφουν ιππικούς αγώνες, ούτε καν στον «Θρήνο της Κάντιας» του Διονύση Ρώμα με την εκπληκτική περιγραφή της γιορτής για τη Γκιόστρα που συμμετέχει ο Κέκος Νταβιτσέντσα, ούτε τέλος στο εκτεταμένο διήγημα «Ο Αλαμάνος», του Ανδρέα Α. Αβούρη.

Στην Ημερίδα, η φιλόλογος κ. Αντωνία Χαρτά, ο λογοτέχνης κ. Διονύσης Φλεμοτόμος, η θεατρολόγος κ. Πηνελόπη Αβούρη, η εικαστικός κ. Άντα Κορφιάτη, ο ηθοποιός - σκηνοθέτης κ. Κώστας Καποδίστριας, και η θεατρολόγος κ. Αθηνά Σαραντίδη, ασχολήθηκαν, ο καθένας με τη δική του ιδιότητα, και έφεραν στο φως νέα στοιχεία, τόσο για το έργο και για τον συγγραφέα του, όσο και για τους τρόπους που μπορεί να παρασταθεί.

Η "Ευγένα"του Θεόδωρου Μοντσελέζε, έργο του λαϊκού πολιτισμού, με επιρροές από το μεσαιωνικό και κρητικό θέατρο, αντλεί στοιχεία από το μύθο της κουτσοχέρας, που συναντάται σε διάφορες εκδοχές στην Ευρώπη, από τον 11ο αιώνα κι έπειτα. Είναι, γραμμένη σε ζακυνθινή διάλεκτο και αποτελείται από δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους.

Για το έργο μίλησε στην ανακοίνωσή της η φιλόλογος κ. Αντωνία Χαρτά, με θέμα: «Τραγωδία ονομαζομένη Ευγένα… ποιηθείσα υπό του κυρού Θεοδώρου Μοντσελέζε 1646: εξωκειμενικά συμφραζόμενα, ο ποιητής, το κείμενο, το έργο».

Έτσι μάθαμε ότι η Ευγένα, μια νεαρή βασιλόπουλα έπεσε θύμα της μητριάς της, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά οι εκτελεστές της τη λυπήθηκαν και τελικά της κόβουν μόνο τα χέρια. Η ηρωίδα θα καταφύγει σε άλλη χώρα και θα παντρευτεί ένα ρηγόπουλο με το οποίο θα κάνει δύο παιδιά. Αλλά η μητριά ξαναμπαίνει στη ζωή της και με συκοφαντίες καταφέρνει το διωγμό της. Ακολουθεί η επέμβαση του «από μηχανής» θεού, ο οποίος εισακούγοντας τις παρακλήσεις της, τη βοηθά με ένα θαύμα, και τα χέρια της ξαναφυτρώνουν. Η γκιόστρα εμπλέκεται όταν ο βασιλιάς - πατέρας της, προκειμένου να διώξει το πένθος και να ευθυμήσει ο λαός του, κάνει ιππικούς αγώνες…

Το έργο που γράφτηκε πριν από τρεις αιώνες και συγκεκριμένα το 1646, το ανακάλυψε σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, ο Μάριο Βίτι πριν από περίπου 35 χρόνια στη Ρώμη. Η πρώτη δημοσίευση του Βίτι ήταν το 1964 στο περιοδικό Θέατρο του Κώστα Νίτσου. Επανεκδόθηκε στη Νάπολη και πρόσφατα (1995) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας, με εισαγωγή του Μάριο Βίτι και φιλολογική επιμέλεια του Τζουζέπε Σπαντάρο.

Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Ευαγγελάτος «Στην αρχή θεωρήθηκε της κρητικής λογοτεχνίας, λόγω της συγγένειας της γλώσσας. Αποδείχθηκε όμως ζακυνθινό τόσο λόγω των επτανησιακών στοιχείων που διαθέτει, κυρίως όμως γιατί μέσα στο έργο αναφέρονται έξι ζακυνθινά τοπωνύμια που υπάρχουν ακόμη στο νησί. Ακόμη υπάρχει μνεία του ονόματος Μοντσελέζε στη Ζάκυνθο, το 1727».

Για το συγγραφέα του, η Ημερίδα στάθηκε πολύ γενναιόδωρη, χάρις την ανακοίνωση του Προέδρου του Σωματείου, λογοτέχνη Διονύση Φλεμοτόμου, ο οποίος έφερε αρκετά νέα στοιχεία για το βίο του συγγραφέα με το θέμα του «Θεόδωρος Μοντσελέζε: ένας ορθόδοξος Ζακύνθιος. Νεότερα βιογραφικά στοιχεία».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι πληροφορίες του κ. Φλεμοτόμου αντλήθηκαν από τον κώδικα του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση, που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο του νησιού μας, του οποίου το υλικό πρέπει να τύχει άμεσης συντήρησης, γιατί δυστυχώς σύντομα ό,τι πολύτιμο απέμεινε από την τρομερή πυρκαγιά του Αυγούστου του ’53, θα καταστρέψει η αδιαφορία και η επιδεινούμενη κατάσταση διατήρησης των φυλασσόμενων χειρογράφων…

Με ένα αρκετά ειδικό θέμα μίλησε η θεατρολόγος Πηνελόπη Αβούρη: «Οι μεταμορφώσεις του μοτίβου της giostra publica στο χάρτη των κειμένων που συνομιλούν με την Ευγένα του Θεόδωρου Μοντσελέζε ως υπέρ–κείμενο των miracoli», ενώ η εικαστικός Άντα Κορφιάτη, πρότεινε να παρασταθεί σαν μεσαιωνικό δράμα, με την ανακοίνωσή της: «Σκηνογραφική πρόταση για το ανέβασμα της Ευγένας του Μοντσελέζε», κάνοντας συγχρόνως και μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού θεάτρου.

Ο ηθοποιός – σκηνοθέτης Κώστας Καποδίστριας, ο οποίος εδώ και λίγα χρόνια ανέβασε το έργο, έκανε τη δική του «Σκηνοθετική προσέγγιση της Ευγένας του Μοντσελέζε», ενώ αναφέρθηκε και στην πρώτη παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου.

Η θεατρολόγος τέλος κ. Αθηνά Σαραντίδη, με το θέμα «Η σκηνή του κονταροχτυπήματος στην “Ευγένα” του Μοντσελέζε: μια δραματουργική προσέγγιση των σύγχρονων σκηνοθετικών αποδόσεων της Γκιόστρας στην ελληνική σκηνή», συνόψισε όλες τις σκηνοθετικές προτάσεις, από την παλιότερη έως την πιο τελευταία, που έγινε μόλις τον προηγούμενο μήνα (29 Μαρτίου, 5 και 12 Απριλίου 2011), από την ομάδα Boy Oh στο Six d.o.g.s στο Μοναστηράκι, σε σκηνοθεσία Μαγδαληνής Σαββίδου.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, η δεύτερη Ημερίδα του Σωματείου Giostra di Zante, για την «Ευγένα» του Θεόδωρου Μοντσελέζε, ολοκλήρωσε τις εργασίες της, αφήνοντάς μας την αίσθηση ότι, το έργο, στη δραματική του δομή, δεν ακολουθεί κανέναν από τους κανόνες της δραματικής σύνθεσης, ενώ ανήκει στη σχολή του μεσαιωνικού θεάτρου με όλες τις ιδιοτυπίες του.

Σε αυτήν ακριβώς την ιδιομορφία έγκειται και η γοητεία ενός κειμένου που παραλύει τη λογική του θεατή, αλλά ικανοποιεί τις πιο ονειρικές του διαθέσεις, γι’ αυτό ευχή του Προεδρείου, που εκτός από την υπογράφουσα ήταν και ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου και Διευθυντής του Ι.Ε.Κ. Δρ. Κωνσταντίνος Καποδίστριας, ήταν σύντομα να δούμε την «Ευγένα», να παίζεται στο Νέο Θέατρο της Ζακύνθου.

Όσο για το Σωματείο Giostra di Zante, δεν παίρνει τίποτ’ άλλο, παρά να το συγχαρούμε και να του ευχηθούμε: «και στην επόμενη Γκιόστρα» - «και στην επόμενη Ημερίδα…»!

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Κάποια γεγονότα που δεν πρέπει να ξεχνιούνται...

Του καθηγητή - συγγραφέα Αριστείδη Πανώτη
Άρχοντος Μ. Ιερομνήμονος της Μ.τ.Χ.Ε.

Ιστολόγια που κατευθύνονται από κύκλους «κορυβαντιώντων» κάθε προελεύσεως, συμφερόντων και ανατροφής, εκθέτουν πρόσφατα στο διαδίκτυο τα υποπροϊόντα τους με συλλογισμούς που διασύρουν την Εκκλησία της Ελλάδος ως αναρχούμενη από κάποιο εσμό φανατικών ακριβολατρών (φονταμενταλιστών) που τρομοκρατούν με κροτίδες «αποτειχίσεών» τους ενταύθα εκκλησιαστικούς επαΐοντες. Το φαινόμενο αυτό το είχα ήδη επισημάνει στην αρχή του, πριν 47 χρόνια, στο περιοδικό που εξέδιδα τότε, την Ορθόδοξη Παρουσία (1964), όταν το αυγό του άρχισε να εκκολάπτεται από διάφορους χρησμολόγους που υποδύονταν από τότε τον «μάντη των κακών» για το μέλλον της ορθοδοξίας της Εκκλησίας μας, συνεχώς διαψευδόμενοι από τα γεγονότα επί μισό αιώνα. Οι σημερινοί μιμητές τους και πάλιν έχουν πορισμό την ευσεβεία του λαού μας χωρίς ν’ αλλάξουν και γνώμη, αλλά μόνον τρόπο μεταδόσεως των παραληρημάτων τους, εφαρμόζοντας την φαρισαϊκή μεθοδολογία του περιάγειν τους αιθέρας «ποιήσαι ένα προσήλυτον» (Ματθ. κγ΄15).

Στόχος τους είναι να παρεμβαίνουν σε κάθε ευκαιρία με το λαπ-τοπ στα γόνατα, για να περιπλέκουν τα εκκλησιαστικά πράγματα και να τα συσκοτίζουν, για να παραμένουν πάντα άλυτα! Μάλιστα και κάποιοι πρόσφεραν και άσυλο σε καταδικασμένο σε καθαίρεση από την οικεία εκκλησιαστική αρχή του μόνον και μόνον γιατί αυτός από χρόνια εμφανιζόταν ως μανιακός ομοϊδεάτης τους! Οι κύκλοι αυτοί, για να τρομάξουν την ιεραρχία, εμφανίζονται ως κλώνοι του μαινόμενου Αίαντος του Τελαμώνιου και υποδύονται τον «γιγαντόσωμο φράκτη» κατά του φάσματος του Οικουμενισμού, αλλά και κατά πάσης άλλης φιλάδελφης εκδηλώσεως «ίνα μή μυανθώσιν, αλλ’ ίνα φάγωσι το Πάσχα»!

Γι’αυτό και λοιδορούν κάθε διϊστάμενο με τις αστήρικτες θέσεις τους για δήθεν «ξεπούλημα της Ορθοδοξίας» και «προσχώρηση στον παπισμό», αντιγράφοντες εαυτούς και αλλήλους και διαδίδοντες διάφορες εμπορεύσιμες φλυαρίες. Μια απ’ αυτές ήταν και η ψευδεπίγραφη «Ομολογία πίστεως», που παρέσυρε και μερικούς αρχιερείς οι οποίοι δεν υποψιάστηκαν τη δολιότητά της, αφού τους εμφάνιζε ως επίορκους των φρικτών όρκων που έδωσαν κατά την χειροτονία τους για να λάβουν την αρχιερατική αξία! Όμως υπάρχουν και κάποιοι που αφού έδωσαν αυτούς τους όρκους δεν άντεχαν την «ξενητειά» και επανέκαμψαν όχι στην μετάνοιά τους, αλλά διολίσθησαν σε «ευάλωτα περιβάλλοντα» προς «αξιοποίησή» τους! Άλλοι πάλι ουδένα «ανθενωτικόν» λογισμό κατέθεταν πριν αποκτήσουν την επαγγελματική τους μονιμότητα! Όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι κανένας από τους κληρικούς και θεολόγους που μετεκπαιδεύτηκαν σε ετερόδοξες Σχολές, δεν απεσκίρτησε από το «πατροπαράδοτο σέβας», ούτε και απέκλινε σε αλλότριες πεποιθήσεις.

Η συντηρητική πτέρυγα της Θεολογικής Σχολής και όχι η Φιλελεύθερη μάς άνοιξε τα μάτια να προσέξουμε πόσο ανά τους αιώνες διακριτικά πολιτεύθηκε η Εκκλησία μας απέναντι στη Παλαιά Ρώμη. Παράδειγμα οι περίφημες Εγκύκλιοι του 19ου αιώνα, όπου παρά την σκληρή επισήμανση των ρωμαϊκών καινοτομιών, ποτέ δεν εξετράπησαν σε απαξιωτικούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για την Ρωμαϊκή Εκκλησία. Όσοι μαθητεύσαμε σε συντηρητικούς διδασκάλους στην Αθήνα, όπως ήταν ο Παναγιώτης Μπρατσίωτης και ο Παναγιώτης Τρεμπέλας κ.ά. στα αυτιά μας ακόμη αντηχούν οι χαρακτηρισμοί τους για την Δυτική Εκκλησία, ότι πρόκειται περί «της σεβασμίας Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας»! Αυτή η θέση ενισχύθηκε σε εμένα και κατά την μετεκπαίδευσή μου στον Άγιο Σέργιο στο Παρίσι από τον Κατάνης Κασσιανό και τον Αθανάσιο Καρτασώφ κ.ά., οι οποίοι ποτέ δεν εκστόμισαν τέτοιες ανιστόρητες ασυναρτησίες σαν αυτές περί της «δυτικής παρασυναγωγής» και άλλα ευτελή ακούσματα που κάνουν την Οικουμένη να καγχάζει σε βάρος του επιπέδου της Εκκλησίας μας. Δυστυχώς, οι λεκτικοί εξωφρενισμοί αναιρούν και τις θέσεις και αυτού του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, ο οποίος θεωρούσε την Παλαιά Ρώμη κανονική Εκκλησία και τον επίσκοπό της ως Πρώτον της, παρά την και τότε διαπιστωμένη ετεροδοξία της! Οι γραπτές μαρτυρίες του Συρόπουλου δείχνουν ότι ο Εφέσου συμμετείχε στην Σύνοδο της Φλωρεντίας με συνείδηση ότι συμπράττει σε κανονική Οικουμενική Σύνοδο μέχρι τις αντορθόδοξες αποφάσεις της. Γι’ αυτό και συμπροσευχόταν χωρίς την άρση της θλιβερής ιστορίας του 1054 μεταξύ του μοναχού Νικήτα και του καρδιναλίου Ουμβέρτου, ιστορίας που μέχρι τα χρόνια μου παρουσιαζόταν από ζηλωτική παραπληροφόρηση ως εμπόδιο στην καταλλαγή και παρέσυρε τους πάντες, ακόμη και τον π. Αυγουστίνο, να πιστεύει ότι υπήρχε αμοιβαίο Ανάθεμα! Όμως η ιστορική έρευνα διαπίστωσε ότι η «ακοινωνησία» των δύο Εκκλησιών δεν προήλθε από Αναθέματα και έπρεπε να απομυθοποιηθεί το παρελθόν και γι’αυτό έγινε και η γνωστή άρση τους ως μια απόφαση εκκλησιαστικής σκοπιμότητας! Ήδη ο παπά-Χαραλάμπης είχε αρχίσει τις αγρυπνίες του στη μονή Πετράκη και απειλούσε με τους ζηλωτές του, συνασπισμό των παρεκκλησιαστικών παρατάξεων για την επανάληψη των Ημερολογιακών ασχημιών του Αγίου Όρους των ετών 1927-1928. Αλίμονο αν κάποτε καταγράψω την ιστορία και την θεολογική ποιότητα του ελλαδικού «ανθενωτισμού» !

Ο αλληλοσεβασμός μεταξύ των δύο Εκκλησιών δεν χάθηκε και μετά την απόρριψη των πεπραγμένων της Φλωρεντίας, όπως φαίνεται από την ήδη δημοσιευμένη αλληλογραφία του πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και του πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄. Και μετά ταύτα έχουμε αποδείξεις της συγγενείας των δύο Εκκλησιών κάτι που αγνοούν οι πολλοί όπως είναι: η αμοιβαία σιωπηρή αναγνώριση της κανονικότητος των χειροτονιών όλων των βαθμών. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι εκείνο του περίφημου κανονολόγου Καλλίνικου Δελικάνη, μετά μητροπολίτη Καισαρείας, πού όταν τον έστειλε το Φανάρι στο Άγιον Όρος για να μάθει την ορθόδοξη τάξη οι Αγιορείτες εξέλαβαν την παρουσία του ως προσπάθεια «εξουνιτισμού» και αντέδρασαν! Αυτό καταδεικνύει πόσον «κύμβαλα αλαλάζοντα» είναι όσοι μιμούνται τον στείρο και άκριτο ζηλωτισμό του Νικήτα του ΙΑ΄αιώνα και τα του Αυξεντίου του 18ου αιώνα, ίσως γιατί ποτέ δεν πρόσεξαν την τίμια συμβουλή του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ: «μή ποτε και θεομάχοι ευρεθούν» (Πραξ. ε΄ 39)! Με την πείρα των ετών μου συχνά διερωτώμαι: αν κάποιοι από τους αυτόκλητους «αμύντωρες των πατρίων» είχαν γεννηθεί σε κάποια ετερόδοξη Εκκλησία θα υποστήριζαν τις ίδιες ιδέες ή και πάλι θα υπεραμύνονταν τις εντελώς αντίθετες με τις δικές μας;

Ας έλθουμε τώρα σε ένα πονηρό άρθρο που πρόσφατα δημοσιεύθηκε για να αμφισβητήσει την ύπαρξη της κανονικής τάξεως της «Πενταρχίας» την οποία η κατ’ Ανατολάς Εκκλησία θεωρεί ως τιμαλφές πατροπαράδοτο πολίτευμα, το οποίο στήριξε και μετά την απομάκρυνση της Παλαιάς Ρώμης από την αδελφότητα των πέντε αποστολικών Θρόνων. Κατά την β΄ χιλιετία της Χριστιανοσύνης, μετά το μεγάλο Σχίσμα, η Ανατολή δεν εξέλεξε ποτέ Επίσκοπο Ρώμης έτσι ώστε να συμφωνήσει μαζί του για την σύγκληση νέας Οικουμενικής Συνόδου. Έτσι, ο τόπος του «Πρώτου Επισκόπου» παρέμεινε πάντα ανοικτός και αναπληρώθηκε στην Ανατολή από τον έχοντα τα «ίσα πρεσβεία τιμής», αρχιεπίσκοπον της Νέας Ρώμης. Όμως ο επίσκοπος της Π. Ρώμης δεν άντεξε αυτήν την απομόνωσή του, αφού τα «πατριαρχεία» της Ακυηλίας και της Βενετίας ήταν απλές σκιές. Έτσι κατέφυγε στην κατασκευή αντιγράφων της «Πενταρχίας» από «πατριαρχικούς θρόνους» που προέκυψαν από τις διαστάσεις υποψηφίων διεκδικητών αυτών των θρόνων ή και από την ανάγκη διεθνούς προστασίας των χριστιανών στη Μέση Ανατολή λόγω του κινδύνου των εξισλαμισμών. Στην Ανατολική Ευρώπη η αφομοιωτική τακτική της τσαρικής και αργότερα της σοβιετικής παρεμβάσεως συσπείρωσε το εθνικό φρόνημα όμορων λαών και τους έκανε να αναζητήσουν προστασία στη Ρώμη. Έτσι δημιουργήθηκε το πολυδαίδαλο «Ουνιτικό πρόβλημα», που μερικοί το απλοποιούν γνωρίζοντας μόνον την ελλαδική εκδοχή του, πρόβλημα που τώρα αποτελεί πραγματικό «σκόλωπα» στην αγαθή εξέλιξη των σχέσεων των δύο Θρόνων της μιας Ρώμης.

Μήπως είναι αποκύημα της παλαιάς «φυλετικής φαντασίας» η πρόσφατη άποψη γνωστού «χώρου» διεκδικήσεων, πως δεν υπάρχει για την σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησιολογία η «Πενταρχία»;

Οι συντάκτες και οι υποκινητές αυτού του άρθρου θέλουν να αγνοούν την κανονική προσήλωση των παλαίφατων Πατριαρχείων της Ανατολής στην τήρηση της τάξεως των Διπτύχων της Εκκλησίας μας;

Μήπως αγνοούν πόσον επιμελώς συντηρείται η παραχάραξη της «Πενταρχίας» από την Παλαιά Ρώμη;

Η «Πενταρχία» για τους Ορθοδόξους παραμένει αμετακίνητος θεσμός οικουμενικής και πατερικής κληρονομιάς στη Δύση και στην Ανατολή.

Όμως επί του θέματος ενδέχεται κάποτε να προκύψουν Κανονικά ζητήματα, ίσως με πρωτοβουλία της Παλαιάς Ρώμης, για όλα τα Πατριαρχεία και τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες της ανατολική Ευρώπης που προέκυψαν από τον 15ο αιώνα μέσα στη δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης.

Μήπως αυτά εκπροσωπούνται από την Μητέρα Εκκλησία τους στις Οικουμενικές Συνόδους, όπως γινόταν στην αρχαιότητα για τα δυτικά πατριαρχεία Ακυϊλίας και Βενετίας;

Επομένως, όσοι αναμοχλεύουν το θέμα του ήδη παγιωμένου αυτού θεσμού ας αναλογιστούν τι θα συμβεί όταν πραγματικά βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο κορυφαίων αρχαίων Εκκλησιών. Τότε τα εσωτερικά κάθε εκκλησιαστικής διοικήσεως θα ρυθμιστούν όχι με το πληθυσμιακό μέγεθος, αλλά με καθαρά κανονικά, εκκλησιολογικά και ιστορικά κριτήρια στα πλαίσια της «Πενταρχίας»!


[Πηγή άρθρου: amen.gr / Εικονογράφηση: Fundamentalism, έργο του Kyle Ethan Fischer]

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Όταν η γειτονιά γίνεται και πάλι σκοντράδα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Έκλεισαν και φέτος, με επιτυχία θέλω να πιστεύω, οι τριήμερες εκδηλώσεις, που με τον τίτλο «Η Γκιόστρα τ’ Άι-Γιωργιού», οργανώθηκαν, για δεύτερη φορά – και γι’ αυτό αρχίζουν να γίνονται θεσμός – από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Giostra di Zante». Πρόκειται, όπως και άλλες φορές έχουμε ξαναγράψει, για τους έφιππους αγώνες, οι οποίοι στην ουσία είναι η εξέλιξη της άλλης, της μεγάλης Γκιόστρας, η οποία από το 2005 έχει και αυτή αναβιώσει και έως και την χρονιά των καταστρεπτικών σεισμών του 1953 πλαισίωναν το πανηγύρι της ιστορικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, στην «Όξω Μερία» και συγκεκριμένα στην νότια άκρη της σημερινής οδού Κάλβου, λίγο πιο πάνω από εκεί που στις μέρες μας υπάρχει ο φούρνος με το όνομα της εκκλησίας και του μεγαλομάρτυρα.

Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πραγματικά συγκινητική. Στο πρόχειρο πανηγύρι που στήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου στη γειτονιά της αδικοχαμένης εκκλησίας –ας επαναλάβουμε πως δεν την γκρέμισε ο σεισμός, ούτε την έκαψε η φωτιά, αλλά την ισοπεδώσαμε εμείς– με ψητά, φιτούρες, μυρτιές και σινιάλα, για πρώτη φορά ακούστηκε στο χώρο, μετά από πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια, ο αναστάσιμος χαιρετισμός, μαζί με τα λόγια του απολυτίκιου του Τροπαιοφόρου, από τον σεμνό ιερέα Παναγιώτη Πόθο, ο οποίος έκανε μια σύντομη παράκληση και ευλόγησε τα άλογα, αλλά και ο ήχος των πετάλων, ο τόσο γνωστός στον έφιππο και εαρινό Άγιο.

Είκοσι δύο άλογα, με τους ανάλογους καβαλάρηδες, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Σωματείου και η απόμερη συνοικία έγινε και πάλι σκοντράδα. Μετά από μισό και βάλε αιώνα σιωπής οι γείτονες του Άι-Γιώργη ξανάγιναν πανηγυριώτες και μια πανάρχαια συνήθεια ξαναζωντάνεψε, θυμίζοντας στους παλιότερους και γνωρίζοντας στους νεότερους.

Η μεγαλύτερη χαρά και ικανοποίηση όλων εμάς, που οργανώσαμε την εκδήλωση, μεγαλύτερη ακόμα και από την επιτυχία της, ήταν, πιστεύω, τα δάκρυα εκείνων των λίγων, που γι’ αυτούς γύρισε ο χρόνος πίσω και αναπόλησαν και η ικανοποίησή τους, που και πάλι ο δρόμος της εκκλησίας τους έμεινε δίχως αυτοκίνητα και θορύβους και επέτρεψε να ξανακουστούν ποδοβολητά και ήχοι καθαρά εόρτιοι.

«Ήρθα εδώ πάνω», μου είπε μια σεβάσμια κυρία, «γιατί από μικρή μ’ έφερνε εδώ ο πατέρας μου και πάντα ερχόμαστε εδώ, για να δούμε τους αγώνες». «Μπράβο παιδιά», μας είπε μια άλλη, «να ξέρατε τι μας θυμίσατε»! Και αυτά, νομίζω, είναι τα πιο πολύτιμα έπαθλα της Εταιρείας, για την σκέψη της να αναβιώσει τους λαϊκούς αυτούς αγώνες, ισάξια, αν όχι και πιο ακριβή, από την καλοζυμωμένη κουλούρα, με τη ζάχαρη και τα ζαχαρόκουκα, που πρόσφεραν τότε στον νικητή.

Στην γειτονιά του Άι-Γιώργη του Πετρούτσου ευωδίασε ξανά η φρεσκοκομμένη μερτία, ακούστηκαν και πάλι τα «χρόνια πολλά» και το «Χριστός ανέστη» και η τσίκνα του ψητού, μαζί με την οικεία σε όλους εμάς τους ζακυνθινούς μυρωδιά της φιτούρας θύμισε γιορτή και σμίξη ανθρώπων, οι οποίοι ενάντια στην κρίση ή και με αφορμή, αν θέλετε, την κρίση, επανήλθαν στα οικεία και γνώρισαν πόσο ανέξοδη είναι η αληθινή διασκέδαση και πόσο πολύτιμη η σωστή και σωστική επαφή.

Ο αντιδήμαρχός μας, μάλιστα, ο αιώνια αεικίνητος και δραστήριος Άκης Λαδικός, που πάντα βρίσκεται κοντά, αρωγός και συμμέτοχος, αλλά και συνεορταστής της κάθε πολιτιστικής προσπάθειας, πήρε παστέλι και φιτούρες, όπως ο κάθε καλός ζακυνθινός συνηθίζει σε παρόμοιες περιπτώσεις, για να τα πάει στην πεθερά του, που μένει λίγο πιο πάνω. Αυτό ήταν μια εικόνα, που επιβεβαίωσε την επιτυχία της εκδήλωσης, απομάκρυνε το στημένο και έδωσε υπόσταση στην επαναφορά. Και δεν ήταν η μόνη. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα μια συνοικία της πόλης πήρε ζωή και το απόκεντρο έγινε κεντρικό. Οι παλιότεροι γύρισαν πίσω την μνήμη και οι νεότεροι έμαθαν.

Εκτός από τον Άγιο Γεώργιο των Φιλικών, υπήρχε και αυτός του Πετρούτσου, όπου έκανε πανηγύρι με Γκιόστρα και αυτή φέτος ξέφυγε από τις σελίδες του βιβλίου του Γιάννη Πομόνη–Τζαγκλαρά, που την διαφύλαξε και από χθες έγιναν σήμερα. Σ’ αυτήν, μάλιστα, συμμετείχε διακριτικά, κάπου εκεί μετά τους είκοσι δύο συνέφιππους και ο ίδιος ο Μεγαλομάρτυρας, με το ανοιχτόχρωμα καφετί άτι του, αμέτοχος της διεκδίκησης της νίκης σαν απ’ αιώνος νικητής, αλλά συμμέτοχος του αγώνα και συνεορταστής του.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπως μας πληροφορεί ο χρονικογράφος Διονύσιος Βαρβιάνης, υπήρχε από το 1478, στην ίδια θέση και ήταν παραθαλάσσια. Το 1505, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Ντίνου Κονόμου «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», αναφέρεται σε συμβόλαιο του Αλ. Ραφτόπουλου και λίγα χρόνια αργότερα, το 1513, παραχωρήθηκε από την Βενετική Διοίκηση στην οικογένεια Πετρούτσου, σαν jus patronato, η οποία την ανακαίνισε από τα θεμέλια, με δικά της έξοδα.

Στις 18 Απριλίου 1776, λίγες μέρες δηλαδή πριν την γιορτή της, ο κτήτοράς της Θωμάς Κολέττης, σύζυγος της μοναδικής απογόνου της οικογένειας Πετρούτσου, όπου ζούσε, της Νικολέτας ποτέ ιερέως Αρσενίου Πετρούτσου, λόγω της κακής κατάστασης του ναού, τον παραχώρησε σε αδελφάτο. Ξαναχτίστηκε το 1783 πανύψηλη, με ωραιότατη πύλη και ανάλογα σκαλισμένα στην πέτρα παράθυρα. Πάνω από την είσοδό της υπήρχε η επιγραφή με το όνομα του τεχνίτη και η χρονολογία της εργασίας του: «Ιω. Κασσιμάτης / κτήτωρ αψπγ [1783]».

Από τις πιο αξιόλογες εικόνες της ήταν αυτές του Θείου Πάθους, έργα του μεγάλου Νικολάου Κουτούζη, στην πάνω ζώνη του τέμπλου, όπου άλλες από αυτές βρίσκονται στην σημερινή εκκλησία της Ανάληψης, όπου και το τέμπλο και άλλες στο μετασεισμικό μας Μουσείο.

Σήμερα την ύπαρξη της ιερής αυτής στέγης μας την θυμίζει ο ομώνυμος, όπως προαναφέραμε, φούρνος και ένα μικρό προσκυνητάρι, κάπου εκεί κοντά, όχι βέβαια έργο των αρμοδίων, αλλά κάποιων ευαίσθητων γειτόνων.

Ας ελπίσουμε η εκδήλωση αυτή της Γκιόστρας του Άι-Γιωργιού να γίνει θεσμός και να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, έτσι ώστε να μην χαθεί η ιστορική μνήμη.

Η αξιόλογη αυτή εκκλησία θα μπορούσε να σωθεί, αλλά θυσιάστηκε και αυτή στην νεοελληνική μας νοοτροπία. Και άλλα κομμάτια της πόλης και του νησιού μας θα μπορούσαν μα συντηρηθούν και να βοηθούν στο να μην χαθεί η συνέχεια. Δυστυχώς, όμως, αποκτήσαμε μια μπετόν πραγματικότητα.

Έσχατη αντίσταση η διατήρηση της παράδοσής μας. Σ’ αυτά τα πλαίσια κινείται και η επαναφορά της Γκιόστρας του Αγίου Γεωργίου.

Να είμαστε καλά και του χρόνου να την ξανακάνουμε. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας.
Related Posts with Thumbnails