© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Οι λαβωματιές της αγάπης και η συμφιλίωση

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Πρέπει να διαβάσεις!», σε ριπές οπλοπολυβόλου. Μάτωμα, πόνος, λαβωματιές της αγάπης - απόλαυσης του διαβάσματος τρυπούν την ακοή, παγώνουν τη διάθεση της νιότης. Ο σχολικός προγραμματισμός - ανταγωνισμός, προσαρμοσμένος στην αγορά εργασίας, επιβάλλει το δόγμα «πρέπει να διαβάσεις». Η ζωντάνια ποτέ δεν μπήκε στ’ αναλυτικά προγράμματα της διδακτέας ύλης. Μόνο το καθήκον του δασκάλου και του μαθητή, η αλαζονεία ή η ταπείνωση του γονιού για τις επιδόσεις… Η ζωή είναι αλλού.

Είναι και τα όπλα της τηλεόρασης, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τ’ απαρχαιωμένα βιβλία, η ανικανότητα των δασκάλων, ο προϋπολογισμός του Υπουργείου για το βιβλίο, ο καταναλωτισμός, η εκτροπή από τη φυσική αγάπη για την ανάγνωση! Πώς γίνεται, υπό τέτοιες συνθήκες, να διαβάζει ο γιος μου, η κόρη μου, τα παιδιά μας, η νεολαία; Νυσταγμένα βιβλία, ταξινομημένα, περιμένουν στα ράφια το ξύπνημα, να ανοίξουν διάπλατα τις εικόνες της φαντασίας στην γκαλερί του ονείρου!

Χάθηκε ο αναγνώστης, μα πού κρύφτηκε και ο αφηγητής; Ειρηνοποιός από την αντάρα της ημέρας, ιερουργός στο μυστήριο του παραμυθιού, πώς γλιστρούσε μες στο προσκεφάλι με τις παιδικές πιτζάμες. Η κοκκινοσκουφίτσα, η χιονάτη, η μαμουνοπαρέα, βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, πειρατές και κουρσάροι, η Τριάδα της βραδινής προσευχής: το βιβλίο, εμείς και τα παιδιά στην πιο ιερή στιγμή της οικειότητας και της αγάπης δίχως αντάλλαγμα, δωρεάν! Δίχως να το ξέρουμε, ανακαλύπταμε και μια από τις πιο ουσιαστικές λειτουργίες του παραμυθιού και της τέχνης γενικότερα, που είναι να επιβάλλει μιαν ανακωχή στη μάχη των ανθρώπων. Εκκολάπταμε νέους αναγνώστες, μέχρι να ’ρθει η ώρα του σχολείου, που οι νεράιδες και οι μάγισσες έγιναν σκουτελάκια και μπαστουνάκια, κουλουράκια και γεφυρούλες το ένα δίπλα στ’ άλλο μες στις αράδες σε συμπιεσμένες σελίδες. Πώς άλλαξε μορφή η μαμά πάνω στο λευκό χαρτί με τις οριζόντιες γραμμές! Φόρεσε τα γράμματά της πιο ωραία κι από τα στολίδια της! Πού πήγε ξαφνικά το χαμόγελό της, η ταξιδιάρικη φωνή της μες στο δάσος με τα ψηλά τα δέντρα; Πρέπει να διαβάσεις κι άλλο, να γράψεις με καλύτερα γράμματα, να πάρεις καλύτερο βαθμό, η δασκάλα είπε ότι έχεις δυνατότητες, μπορείς να πετύχεις κάτι παραπάνω! Γιατί η μαμά κατάντησε λογιστής; Ποιο είναι το παραπάνω, τι είναι οι δυνατότητες; Στα παραμύθια ποτέ δε ζητούσε ανταλλάγματα, μόνο μοίραζε φιλιά κάτω απ’ τα σκεπάσματα του Μορφέα, στο χαμηλωμένο φως της σελήνης.

Ο εκκολαπτόμενος αναγνώστης ξεστράτισε στην αρχή του δρόμου, όταν οι ράγες του τραίνου της απόλαυσης βυθίστηκαν στο τσουνάμι της προσταγής. Πρέπει να διαβάσεις, πρέπει να ονειρευτείς, πρέπει ν΄ αγαπήσεις… «Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ απ’ το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι!». Ορισμένα πράγματα δεν δέχονται προσταγές! Οι επαναλήψεις των μαθημάτων δεν είναι ίδιες με τις επαναλήψεις των παραμυθιών, ούτε βέβαια και με τις επαναλήψεις των προσταγών.

Η απόλαυση της ανάγνωσης και η επιθυμία της μάθησης είναι το ζητούμενο. Η έμπνευση της επιθυμίας της μάθησης κάνει κάθε μέθοδο κατάλληλη, ο πιο σίγουρος όμως και πιο γρήγορος τρόπος ν’ αποκτήσει κανείς κάτι είναι να μη βιάζεται να το αποκτήσει. Γιατί βιάζονται οι γονείς να επιβάλουν στα παιδιά τους να τα μάθουν όλα και μάλιστα όλα μαζί; Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, μουσική, αθλητισμό, ελληνικά, μαθηματικά φυσική, υπολογιστές… Πότε θα βρει ανάπαυλα ο ψυχικός κάματος και θ’ ανασάνει τη δροσιά της απόλαυσης το νεανικό μυαλό; Η ποίηση, το διήγημα και το μυθιστόρημα αναζητούν τον κλεμμένο χρόνο στην καρδιά του αναγνώστη, όταν εκείνος θα θελήσει να κλείσει τ’ αυτιά του από τα παράσιτα των αναλυτών τους στις σχολικές τάξεις και τις ηλεκτρονικές οθόνες στα δωμάτια των σύγχρονων κατοικιών.

Παγιδευμένοι στ’ αναλυτικά προγράμματα γίναμε στα σχολεία εξηγητές των έργων, κριτικοί, βιογράφοι, ερμηνευτές, ενίοτε και ερευνητές. Αντί ν’ αφήσουμε το κείμενο να μας ταξιδέψει στο μαγικό του κόσμο, εμπιστευτήκαμε τη δική μας ευφυΐα και μιλάμε εμείς για το κείμενο... Απουσιάζει δραματικά η φωνή του αφηγητή, ο ήχος των φθόγγων και των λέξεων, η χροιά της φωνής και η αυξομείωσή της, ο καλός οδηγός στο χαραγμένο δρόμο. Βαριέται ο γονιός-αφηγητής στο σπίτι, πιέζεται ο δάσκαλος-αφηγητής στο σχολειό, αγχώνεται απροσάρμοστος ο νέος και η νέα στο ταξίδι της εφηβείας.

Τα βιβλία δε γράφτηκαν για να τα σχολιάσουν τα παιδιά μας, αλλά για να τα διαβάσουν, αν κάνουν κέφι. Η συμφιλίωση με το διάβασμα απαιτεί έναν αδιαπραγμάτευτο όρο: να μη ζητάς τίποτε ως αντάλλαγμα, (επεξηγηματικές πληροφορίες, ερωτήσεις, εργασία, εξήγηση λεξιλογίου, κρίση, συζήτηση, βιβλιογραφική ένδειξη). Ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να μη διαβάζει, να πηδά σελίδες, να μην τελειώνει ένα βιβλίο, να διαβάζει οπουδήποτε και οτιδήποτε, να διαβάζει μεγαλόφωνα, να σωπαίνει, να ικανοποιεί άμεσα και αποκλειστικά τις αισθήσεις του, να διαβάζει για να τον πάρει ο ύπνος, να διηγείται αυτά που διάβασε. Το καθήκον του παιδαγωγού (γονιού και δασκάλου) είναι να δώσει στα παιδιά, μαθαίνοντάς τα να διαβάζουν, μυώντας τα στη Λογοτεχνία τα μέσα να κρίνουν ελεύθερα να νιώθουν ή όχι «την ανάγκη των βιβλίων». Τα δόγματα λαβώνουν την αγάπη.

Το βιβλίο, ο αναγνώστης, ο αφηγητής-παιδαγωγός στον αγώνα της συμφιλίωσης με το διάβασμα, «την πράξη της ανάγνωσης». Κι απ’ την άλλη, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, ο θεατής στον καναπέ των μασημένων: εικόνα, ήχος, ντεκόρ, ακόμα και ατμοσφαιρική μουσική, μην τύχει και δεν καταλάβεις την πρόθεση του σκηνοθέτη…

Το διάβασμα είναι μια πράξη διαρκούς δημιουργίας. Όσο διαστέλλεται ο χρόνος του τόσο ελευθερώνεται το φυλακισμένο όνειρο και διαστέλλεται ο χρόνος της ζωής μας. Γλυκόφωνα στο παιδικό προσκεφάλι των παραμυθιών, τελετουργικά θεμελιώνεται η ασπίδα της αγάπης και ιερουργείται το μυστήριο της μύησης στην απόλαυση του διαβάσματος.

Τούτο το δύσκολο καιρό των φυσικών καταστροφών, της αβεβαιότητας, της κρίσης και της ανατροπής των πάντων από τη δύναμη των ολίγων και ισχυρών, η ανθρώπινη σκέψη έχει την ανάγκη της απασχόλησης, ώστε να μη χαθεί στις εμμονές του, να αντέξει. Πλάι στους κοινωνικούς αγώνες, το προσωπικό ταξίδι στα ποιητικά και λογοτεχνικά καντούνια ίσως αμβλύνει τον πόνο και τη δυστυχία, ίσως μας κάνει έτσι να καταλάβουμε ότι η ζωή είναι μαζί μας. Η γιορτινή μέρα της παγκόσμιας ημέρας της Ποίησης (21 του Μάρτη) μπορεί να είναι η ώρα της συμφιλίωσης, η ώρα για τη γιατρειά της αγάπης-απόλαυσης του διαβάσματος από τις λαβωματιές της.

Ζάκυνθος, 15-3-2010

Στη φωτό: That's Life, έργο Θεόδωρου Καλούμενου

Γιάννη Ρηγόπουλου: ΜΙΑ ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Η επιστολή αυτή γράφτηκε ως απάντηση σε κείμενο του Βιβλιοδείκτη της εφημερίδας Η Καθημερινή, στις 25-27 Δεκεμβρίου 1998 (!!)


Κύριε Διευθυντά,

Οι αξιολογικές κρίσεις του Βιβλιοδείκτη (25-27 Δεκεμβρίου 1998) για την επτανησιακή τέχνη, η οποία εντάσσεται στην έκθεση «Θησαυροί της Νεοελληνικής Τέχνης: Η Συλλογή Γιάννη Περδίου» στην Εθνική Πινακοθήκη είναι στο σύνολό τους σχεδόν αβάσιμες και προδίδουν ανεπαρκή πληροφόρηση και γνώση της ιστορίας των καλλιτεχνικών μορφών, των συμβολικών συστημάτων, της τέχνης γενικά και της νεοελληνικής ειδικότερα:

1) ο κατάλογος της έκθεσης, με κείμενα της Νέλλης Μισιρλή και του Στέλιου Λυδάκη, δεν έχει καμιά «αποκαλυπτική λειτουργία», επειδή δεν αποκαλύπτει τίποτε σχεδόν νέο για την ως τώρα σχετική με την επτανησιακή τέχνη έρευνα (των Αγγέλου Προκοπίου, Ανδρέα Ιωάννου, Άλκη Χαραλαμπίδη, Νίκου Ζία, Δημήτρη Τριανταφυλλόπουλου και άλλων) και κατά συνέπεια δεν επανατοποθετεί σε καμία νέα θέση και μάλιστα «πρωτεύουσα» τον επτανησιακό πολιτισμό, όπως διατείνεται ο Β.,

2) γιατί η επτανησιακή τέχνη αποτελεί σύστημα πλήρες, με εύρος και αυτάρκεια; Αλλά πως ορίζει και εννοεί το σύστημα αυτό ο συγγραφέας; Πιστεύει ότι πρόκειται για συγκροτημένο παραστατικό, εικονογραφικό, συμβολικό και εικονολογικό σύστημα με θεωρητικό και αισθητικό υπόβαθρο του οποίου γνωρίζουμε την αφετηρία και διαδικασία διαμόρφωσης και του οποίου έχουμε εντοπίσει με βεβαιότητα τα προδρομικά μνημεία; Με ποια κριτήρια θεωρεί ο Β. ότι το πορτρέτο του κόμη Γιόχαν Ματίας φον ντερ Σούλενμπεργκ, που ζωγράφισε ο Παναγιώτης Δοξαράς το 1719, είναι το πρωιμότερο έργο της νεοελληνικής τέχνης; Μήπως με τα κριτήρια ότι είναι το πρώτο γνωστό κοσμικό έργο στη νεοελληνική τέχνη και ότι είναι πλήρως εξιταλισμένο; Αλλά και των δύο κριτηρίων αυτών υπάρχουν μορφές ήδη το 17ο και τις αρχές του 18ου αιώνα. Τα έργα του Θ. Πουλάκη και του άγνωστου ζωγράφου στις τοιχογραφίες στο Περιβόλι της Κέρκυρας του 1704, για να περιοριστώ στην αναφορά ευάριθμων παραδειγμάτων, διακρίνονται για την τάση εκκοσμίκευσης και εξιταλισμού τους. Οι τοιχογραφίες μάλιστα του Περιβολιού θεωρήθηκαν ως προδρομικά μνημεία της τέχνης του Π. Δοξαρά (Τριανταφυλλόπουλος 1985). Ασαφής επίσης είναι και η σημασία της έννοιας της πληρότητας της επτανησιακής τέχνης. Μήπως εννοεί ο Β. την ποικιλία των καλλιτεχνικών ειδών, την εκφραστική πληρότητα και την τεχνική τελειότητα; Και πώς αντιλαμβάνεται το εύρος και την αυτάρκεια του εν λόγω συστήματος;

Η έρευνα έχει επισημάνει τη διεικαστική σχέση της συνολικής καλλιτεχνικής παραγωγής της επτανησιακής τέχνης με τη δυτική: στη σύνθεση των πορτρέτων, των λιτανειών, των ουρανιών, των εικονογραφικών θεμάτων (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), των εμβλημάτων κ.ά. Πρόσφατα εξάλλου αμφισβητήθηκε η από παλιά κρατούσα άποψη (Σπ. δε Βιάζης) για την ύπαρξη στην επτανησιακή τέχνη καλλιτεχνικών ειδών (Ρηγόπουλος, Επτανησιακά Φύλλα, Χειμώνας 1997).

Ο υβριδικός χαρακτήρας της επτανησιακής τέχνης (ζωγραφικής, γλυπτικής) είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Η εν λόγω τέχνη δεν καινοτομεί, δεν εφευρίσκει τίποτε, της λείπει η έμπνευση (invention). Ως εκ τούτου δεν αναλαμβάνει καμιά πρωτοβουλία σε κανέναν τομέα εικαστικό: θεματικό, συνθετικό, στυλιστικό αλλά και θεωρητικό. Το «Περί Ζωγραφίας» τεχνολογικό εγχειρίδιο του Π. Δοξαρά, στο μέτρο που δεν αποτελεί εν πολλοίς αντιγραφή δυτικών εγχειριδίων, δε χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και καινοφανείς αισθητικές προτάσεις. Η επτανησιακή τέχνη είναι συνηθισμένη περίπτωση δορυφορικής τέχνης και κυρίως μια επαρχιώτικη όψιμη εκδοχή του δυτικού ιταλικού μπαρόκ.

3) Θα ήταν, τέλος, χρήσιμο να διευκρινίσει ο Β. αναλυτικότερα και πειστικότερα την πρότασή του ότι μπορούμε δηλαδή με τη βοήθεια της επτανησιακής τέχνης να δούμε «με άλλο μάτι τη λογοτεχνία της Επτανήσου, τον Κάλβο, τον Σολωμό, τη μουσική...». Η αντιστοιχία των τεχνών, τηρουμένης βέβαια της αυτονομίας των καλλιτεχνικών ειδών και των επιμέρους πεδίων τους, είναι δυνατή φτάνει όμως να επαληθεύεται η ομολογία αυτή στο δομικό, το σημασιολογικό και προπάντων στο κοσμοθεωρητικό, το φιλοσοφικό επίπεδο και ακόμη στο επίπεδο των ιδεών και της αισθητικής της εποχής. Δε γνωρίζω ερευνητικές δοκιμές επαλήθευσης της αντιστοιχίας αυτής στα πλαίσια της επτανησιακής τέχνης. Ωστόσο η δική μας προσπάθεια αναζήτησε στην ευρωπαϊκή τέχνη τις εικαστικές αφορμήσεις του Κάλβου για να δικαιολογήσουμε την εικονιστική κατασκευή των Ωδών του (βλ. «Φιλολογική», φ. 41 [1992]).

Παρακαλώ να δημοσιευθεί χωρίς συντομεύσεις, αν κριθεί δημοσιεύσιμο.

Σας ευχαριστώ,
Γιάννης Ρηγόπουλος
Φιλόλογος

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Σαράντη Αντίοχου: ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΑ Γ΄ (επιλογή) [ανέκδοτη ποίηση]


Mια εποχή στην κατάψυξη

Ι.

Ά, ετούτη η ζάλη
ετούτη η ζάλη!
Κι είναι ο τόπος (το δωμάτιο;) γεμάτος
υδρατμούς
και καπνούς
Κι αναπνέω με δυσκολία
έναν αγέρα που δεν είναι δικός μου
που καθόλου δεν μπορώ να προσδιορίσω
τα συστατικά του
το ειδικό του βάρος
Έναν αγέρα που δεν ξέρω από πού έρχεται
Η γεύση του
δεν μοιάζει με την γεύση των τοπίων
που έχω ζήσει – έχω ζήσει;
Ένας αγέρας θά ’λεγα σκόπιμα τεχνητός
Κι αναπνέω
αναπνέω – άρα θα υπάρχω

Ετούτη η ζάλη
ετούτη η ζάλη
πώς με βασανίζει
Πώς
μου φαίνεται ότι πετάω
ότι βρίσκομαι στη μέση ενός ονείρου –πραγματικού;
Πώς μου φαίνεται ότι είμαι
πεθαμένος –να χτυπήσω ξύλο
Τι παράξενα π’ ακούω
τον ήχο που κάνουν τα δάχτυλά μου στο τραπέζι
Είναι σαν να χτυπάς το ξύλο
με τα δάχτυλα των αγαλμάτων!
Σαν ν’ ακούς άλλους ήχους
από βαθειά μέσα στην πέτρα

Μα πού είμαι;
Αναπνέω
αναπνέω – άρα θα υπάρχω

Ετούτη η ζάλη
ετούτη η ζάλη!
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα καπνών και υδρατμών
που παίρνουν χρώμα
Παίρνουν χρώ
ματα που δεν μπορώ να προσδιορίσω
Θά ’ναι η σκόνη διαλυμένων ιριδισμών
Πόσοι ήλιοι! Θά ’ναι...

Μα, τι ήθελα να πω;

Τα τοπία
κρέμονται ανάποδα μες στον καθρέπτη
Στα κάδρα - ποιοι είναι τούτοι οι μασκοφόροι;
Όλα θαμπά κι αλλόκοτα εδώ μέσα – εδώ μέσα;
Κι όταν αίφνης
καταφτάνει και μ’ αγγίζει
ένα ρίγος μακρυνό
κι αισθάνομαι
ότι συνέρχομαι
ότι ξυπνάω
το ίδιο τούτο ρίγος με παρασέρνει πάλι σε μια ζάλη
πιο βαθειά
πιο αλλόκοτη
πιο κρύα
κι έχω στο στόμα όλη τη γεύση μιας εποχής παγετώνων
ένα καιρό σπηλαίων
μιαν Αλτα-μοίρα
Και βαραίνω - και βαραίνω
Μόλις που μπορώ να κουνήσω τ’ αθώα μέλη
Και η σκέψη - η σκέψη;
Η μνήμη - η μνήμη;
Δεν έχω τίποτα να σκεφτώ
Δεν θέλω τίποτα να θυμηθώ
Και είναι
σαν να υπάρχω και να μην υπάρχω
Και είναι
σαν να υπάρχουν και ταυτόχρονα να μην υπάρχουν
όλοι κι όλα
Και βουλιάζω
κι ανεβαίνω
μέσα σε μια ρευστή -παράξενη- ύλη
που έχει
τη δική της μνήμη
τη δική της σκέψη
τον δικό της προ
ορισμό

Και βουλιάζω
κι ανεβαίνω και.... ξυπνάω.


ΙΙ.

Αργότερα,- πολύ αργότερα - πληροφορήθηκα
πως μ’ είχαν φέρει με μια κίτρινη Rolls-Roys
πως μ’ ανεβάσαν
με μεγάλη προσοχή
με αφάνταστες περιποιήσεις
στο απέραντο αυτό δώμα -
στο σπίτι όπου μένω τώρα με μια στρατιά υπηρέτες
βωβούς
σαν νά ’χουν πιει τ’ αμίλητο νερό.

Κάθε νύχτα εδώ μέσα
μαθαίνω όλο και λιγότερο τον κόσμο
Κάθε νύχτα ξεμαθαίνω πιο πολύ τον εαυτό μου
εκείνο που κάποτε ήμουν
πριν από χρόνια
χθες
πριν από λίγο
εκείνο που τώρα είμαι –τώρα
λέω κατά προσέγγιση
Ποίος ξέρει για ποιο τώρα μιλάμε επακριβώς;

«Πώς είσθε Κύριε, καλημέρα»
μου λέει μια φωνή που δεν αντίκρυσα ποτέ το πρόσωπό της
Κι εγώ απαντώ βαριεστημένα: ΚΑΛΗΜΕΡΑ
ΩΡΑΙΑ ΚΥΡΙΑ.
«Πήρατε το πρωινό σας;»
Α, ναι, το πρωινό μου
«Σας ικετεύω, τις ρετσέτες κατά γράμμα»
επιμένει εκείνη
Κατά γράμμα... μα τις ξέρω απ’ έξω
σαν τα παιδιά του σχολαρχείου που αποστηθίζουν αποβραδίς το μάθημα της άλλης μέρας και που τα χάνουν -χάνουν τον ειρμό τους- σαν τα διακόψεις και ζητήσεις να επαναλάβουν κάποια φράση που δεν άκουσες καλά. {....}


ΙΙΙ.

Κάθε νύχτα ξαγρυπνάω στο σπίτι ετούτο
που και πάλι λέω μου ανήκει
μα δεν ακούω φωνές παιδιών - όπως πρώτα
Στ’ αφτιά μου μόνο φτάνει ο θόρυβος από τα πλήχτρα
που χτυπούν αόρατα χέρια πάνω στις μηχανές της Αλφαβήτας και σε άλλα μαραφέτια με ονόματα πρωτάκουστα

Οι μηχανές
τα πλήχτρα
που μου φέρνουν τον αχό ενός κόσμου
που μυρίζει καμένο γυαλί
Ενός κόσμου οικείου και ταυτόχρονα
τόσο μασκαρεμένου
Τόσο που δεν μπορώ να ξεδιαλύνω
τι επακριβώς μού είναι οικείο
τι επακριβώς μού είναι ξένο
τι σημαίνουν
οι πρωτάκουστοι αυτοί γρίφοι
αυτές οι λέξεις που για πρώτη φορά ακούω
και εκπλήσσομαι κι αναρωτιέμαι
τι να συμβαίνει στον έξω κόσμο
τι να συμβαίνει εδώ μέσα και σε μένα
ποιο άδηλο μυστήριο χτυπάει την γυάλινη πόρτα
ποια μυστική σημασία
ποια προφητεία
διαλαλούν τ’ άπειρα τούτα πλήχτρα και οι καθρέπτες που δεν μπορείς να δεις το πρόσωπό σου και που σου δείχνουνε τα πρόσωπα -τις μάσκαρες- που εκείνοι θέλουν...

Ποιος θα μου δώσει το κλειδί να καταλάβω
τι τρέχει στα κοντινά βουνά
στους πέρα κάμπους;


ΙV.

ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ -ΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ’ΝΑΙ- ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ...
Κι εγώ ζητάω με επιμονή τον Αυτοκράτορα
τον Νικηφόρο
Κι ένα χέρι που χτυπάει τα πλήχτρα: «Τον Νικηφόρο;;»
με ρωτάει
«Τώρα βρισκόμαστε στην τυραννία του Τρίτου Μπανκουήλ!»

Κι εγώ ζητάω περισσότερες πληροφορίες
Πότε απεβίωσε ο Αυτοκράτωρ;
Γιατί δεν ανήλθε στο θρόνο κάποιος από τους νόμιμους διαδόχους
η ωραία συμβία;
Τι γίνανε οι μεγάλοι στρατηγοί,
ο Βάλας- ο Βοτανιάτης- ο Γύπαρης- ο Δαφνομήλης; -φερειπείν.
Ποίος επιτέλους είναι τούτος ο Τρίτος Μπανκουήλ;

Ζητάω μια άμεση απάντηση από τον χρονικογράφο της υπηρεσίας και απάντηση δεν παίρνω
εκτός από μια διαβολεμένη θύελλα στα πλήχτρα και από την άλλη άκρη ένα αστρικό χαχανητό
ένα κράμα θυμού και κοροϊδίας
ΤΙ ΜΑΚΑΒΡΙΑ ΑΣΤΕΙΑ!

Κι απελπίζομαι
και δεν θέλω να με πάρει πάλι ο ύπνος
με τόσες φοβερές αμφιβολίες
και κατεβαίνω μ’ ένα σβηστό κερί στο χέρι
στην αίθουσα των κατόπτρων
εκεί που παίζεται Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ μας κήπου
όπου διακρίθηκε ο Βοτανιάτης με το περίφημο εκείνο τέχνασμά του να ρήξει τα εχθρικά τ’ ασκέρια που απειλούσανε την ύπαρξη της χλόης
μέσα στη λίμνη για να γίνουν
αθώα
διάφανα
κρύσταλλα
αστραπιαίως...

{...}




Ready made
ή
βουβή χορογραφία


η νύχτα βγάζει
την ηδονική Σαλώμη
- επί σκηνής -
και ο Ιωάννης
γυμνός
ένα ταμπλό
σε λάθος θέση
ο θεατής
χωρίς ήχο

η λειτουργική προσδοκία
άγαλμα ντυμένο
στα μαύρα

το προφανές γενννάει την αμυ
δρή εντύπωση
και η υπομονή
σιδερένια
μεταξύ Ε
ΡΩΤΑ και ΘΑ
ΝΑΤΟΥ

το προφανές
παίζει με τη φυσι
κή δϊάσταση

του πόθου
η νύχτα
ένα «τίποτα»

διχοτομεί
τον θεατή
νοερή
βαθυκύανη
μακρινή μουσική



love is in the air

Σφηνάκια και καθαρές κουβέντες:
Το παζάρι των παραδεισένιων πουλιών
κλείνει νωρίς
Η πόλη αρδεύεται από το άπειρο

Μαρμάρινες επιρροές

Στη σχολή της σύνθεσης
άγουρο κίτρο
η απλότητα

Η πόλη καίγεται

Who sings
Love is in the air?



TO ONEIΡO

με φωνάξανε κι επήα
και ήτανε πολύ ακρίδα
και φορούσαν προσωπίδα
μέμπρα καμιά δεκαρία

φεύγει ο κόσμος φοβισμένος
ξάφνου κι έμεινα ο καημένος
να κοιτάζω να κοιτάζω
χωρίς να καταλαβαίνω
τίνος ήτανε το κρίμα
και ο τόπος και το κτίσμα
που έκραζαν τον κεραυνό

κι άκουσα να λέει: «Παιδία...»
μια φωνή απ’ άλλη μερία
κι έβγαλα κραυγή: «Διονύσιεεεεε...»
μα με ξύπνησε η Αγνή.




μακινημακινημακινημακινημακιν
ημακινημακινημακινημακινημακι
νημακινημακινημακινημακινημακ
ινημακινημακινημακινημακινημα
κινημακινημακινημακινημακινημ
ακινημακινημακινημακινημακινη
μακινημακινημακινημακινημακιν
ημακινημακινημακινημακινημακι
νημακινημακινημακινημακινημακ
ινημακινημακινημακινημακινημα
κινημακινημακινημακινημακινημ
ακινημακινημακινημακινημακινη
μακινημακινημακινημακινημακιν
ημακινημακινημακινημακινημακι
νημακινημακινημακινημακινημακ
ινημακινημακινημακινημακινημα

κινηματογραφος




FOR/PARA/ΓΙΑ...

το φως
την πατρίδα
την ποιητική
τον νοσηρό νου

τα μέρη της «Οδύσσειας»

το στήθος
το αιφνίδιο εκείνο
τη γνώμη
την επιβίωση
(απλώς ένας Οδηγός)
το οικείο
το τίμημα της γνώσης
τον λήθαργο

την προέλευση του συναισθήματος
την τυραννία του ωραίου

το επίμονο
το διφορούμενο
το αδιάκριτο βλέμμα

την αμηχανία
την μέθη
την κατάπληξη...
το γυμνό κορμί



ΓΕΥΣΙΓΝΩΣΙΕΣ

α

λιλιπούτειοι μύθοι
λαμνοκοπούν
στα πέριξ

σβίγα που γυρίζει

το Μ
το μυστικό μου

μαύρο μαγνάδι (η νύχτα)
η σήραγγα
που τρέχει

ο νέος Ροδολίνος

ορδές-σκιές-οράσεις
ανάποδο
το Δ

σαν το βουνό π’ ανοίγει
και τρέχει
κρύα βρύση

η εγκοίμηση το δόρυ
στριμμένου
ανατολίτη

εξέρχεται απαστράπτον
σαν από
μεταλλείο

παν δώρημα η άλλη
η κίτρινη
Μαρία

προθέσεις – αφαιρέσεις
το άλας που γυρεύει
να μπει στη
θάλασσά του

{....}

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Διονύση Σέρρα: ΚΡΙΚΟΣ


Στον Διονύση Φλεμοτόμο, τον κυρίως νικητή

1
Θύμησης κόψη
μ' άλλο κοντάρι κατά-
στηθα στο Κενό.

2
Απ' τον Αρίγκο
ηχούν χρυσοπέταλα
ώς την Πλατεία.

3
Άτι αγώνα
φτερώνει με χάμουρα
της Περηφάνιας.

4
Νιόκοπες λόγχες
με Ήσκιους ιππήλατους
σμίγουν στον κρίκο.

5
Ιππότες αλκής
λαβώνουνε χίμαιρες
ή ψευδαισθήσεις.

6
Λάβαρα μνήμης
κι ανάσας γεννήματα
κλείνουν το χάσμα.

7
Κήρυκες νίκης
με αύρας δαφνόφυλλα
στέφουν την Γκιόστρα.

Ζάκυνθος, 9-10/2/2010

Μια αισιόδοξη είδηση για το «Μουσείο Γρηγορίου Ξενόπουλου», αρκετή για ν’ αναπτερώσει το πεσμένο ηθικό μας

Της Κατερίνας Δεμέτη

Δεν είναι υποχρεωτική η άγρα ειδήσεων για τη σύνταξη του εβδομαδιαίου άρθρου μας από την πανελλήνια και τη διεθνή βιβλιογραφία, ούτε κατ’ ανάγκη η αποδελτίωση εξειδικευμένων βιβλίων και περιοδικών.

Η είδηση μπορεί να προκύψει και μέσα από μια σχολική τσάντα, με τη μορφή μιας ανακοίνωσης, που τα παιδιά μας μάς έφεραν σπίτι, και που από μόνη της έχει τη δυναμική να δημιουργήσει πολλές ευχάριστες σκέψεις για τον τρόπο που η πολιτιστική πολιτική του Δήμου μας, καλλιεργεί ευαισθησίες και ασκεί τα παιδιά μας σε ουσιαστικές διαδικασίες πολιτιστικής εμπειρίας.

Ο λόγος για την ανακοίνωση που υπογράφει ο Αντιδήμαρχος Ζακυνθίων Διονύσιος Α. Λαδικός, και που αναφέρει:

Αγαπητοί γονείς και αγαπητά παιδιά,
Στα πλαίσια της λειτουργίας Παιδικής Βιβλιοθήκης στον ισόγειο χώρο του Μουσείου Γρηγορίου Ξενόπουλου και της ανάπτυξης του εθελοντικού πνεύματος, θα θέλαμε να βοηθήσετε τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης με βιβλία που ήδη έχετε διαβάσει και να γίνετε έτσι δωρητές της Βιβλιοθήκης.
Με αυτήν την εθελοντική πράξη δίνετε μια «δεύτερη ζωή» στα βιβλία σας και την ευκαιρία να αναπτυχθούν η φιλομάθεια και η βιβλιοφιλία.
Τα προσφερόμενα βιβλία θα τα μαζέψει συνεργείο του Δήμου Ζακυνθίων, την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011.
Πιστεύοντας στην δύναμη της συνεργασίας και της αλληλοβοήθειας.
Ο Αντιδήμαρχος Δ.Ε. Ζακυνθίων

Και φυσικά θα με ρωτήσετε γιατί η τόση χαρά μου. Μα η απάντηση είναι πολύ απλή: Γιατί δεκατρία χρόνια μετά την ίδρυσή του και εξήντα χρόνια από το θάνατο του Ξενόπουλου, στη μνήμη του οποίου χτίστηκε το μοναδικό δημοτικό μουσείο της πόλης μας, παρέμενε ερμητικά κλειστό, σε πείσμα των ανθρώπων που μόχθησαν γι’ αυτό, εδώ και χρόνια και αποδείκνυε περίτρανα ότι και πολιτική βούληση χρειάζεται, αλλά και συντονισμένη αγάπη ανθρώπων και φορέων, που θ’ αφήσουν πίσω τους μικροπολιτικές και θα το αγκαλιάσουν.

Και παρέμενε κλειστό, παρ’ όλο που η αρχειοθέτηση, η καταγραφή και η τακτοποίηση επιστολών, βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων του προσωπικού αρχείου του Ξενόπουλου και μελών της οικογένειάς του και η καταγραφή των προσωπικών αντικειμένων και επίπλων, είχαν ολοκληρωθεί από τον Αύγουστο του 2000.

Και αυτή η μικρή ανακοίνωση, η βγαλμένη από τη σχολική τσάντα, αυτό με έκανε να ξαναθυμηθώ. Την αγάπη, που πρέπει να μπολιάσουμε τα παιδιά μας, για κάθε τι που έχει σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μας. Θυμήθηκα διαβάζοντάς τη άθελά μου εκείνη τη μέρα, που βρήκα τα παιδιά της γειτονιάς να ποτίζουν τα λουλούδια της αυλής και να σκουπίζουν τα πεσμένα φύλλα, που με περισσή φροντίδα φύτεψαν η Μαρία Φιορεντίνου, ο Διονύσης Συνετός και η Κούλα Καρυδάκη.

Και ήρθε στη μνήμη μου το απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του Ξενόπουλου, που έγραφε για τα παιχνίδια που έκανε στο περιβόλι του με τα άνθη της βαγιάς: «Κι’ η βαγιά επίσης ήταν πολύ ψηλή. Άπλωνε ελεύθερα τα πελώρια σπαθόφυλλα κλαδιά της κι ήταν φουντωτή εκεί -πάνω σαν ομπρέλα. Ήξερα πως η βαγιά κάνει τους χουρμάδες που τρώγαμε ξερούς, κι όταν ρωτούσα γιατί δεν έκανε κι η δική μας φρέσκους, μου απαντούσαν πως ο ήλιος μας δεν ήταν τόσο ζεστός ώστε να δένουν τα άνθη της. Και μου φαινόταν παράξενο. Πιο ζεστό ήλιο ήθελε η κυρά βαγιά απ’ αυτόν που μας έψηνε τα καλοκαίρια κι ωρίμαζε τόσα και τόσα φρούτα στο περιβόλι μας; Ωστόσο άνθη έκανε αμέτρητα. Κι είχα μεγάλη χαρά να βλέπω τις μακρουλές εκείνες ιδιόρρυθμες θήκες τους, που έμοιαζαν ξύλινες τορνευτές, ν’ ανοίγουν σιγά–σιγά, να προβάλλει από μέσα το κλαρί με τ΄ άσπρα ανθάκια, κι έπειτα να στρώνεται το χώμα, γύρω στη ρίζα της βαγιάς, από ένα πλήθος χαριτωμένα αστρουλάκια, στερεά σαν κοκάλινα, με τρυπίτσα στη μέση, που τα έπαιζα για μέρες».

Και είπα μέσα μου ότι το σπίτι αυτό πρέπει να λειτουργήσει. Και το υλικό του πρέπει να βγει προς τα έξω, όχι μόνο γιατί το αδημοσίευτο υλικό είναι επιστημονικά άχρηστο, όχι για να το δει και να το γνωρίσει ο επισκέπτης του Μουσείου, αλλά γιατί μπορεί με τον καλύτερο τρόπο να υψώσει ένα φράγμα. Μπορεί «το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός ευθύς να γιόμισε άνθη», αλλά το χάσμα που συντελείται καθημερινά από την απώλεια της μνήμης μας, είναι ένα χάσμα που δύσκολα γεφυρώνεται αν δε βιαστούμε όλοι.

Έτσι κάθε φορά που έρχεται στα χέρια μου κάτι σχετικό με την πολυαναμενόμενη επαναλειτουργία του, η χαρά μου είναι μεγάλη, ξέροντας ότι τα περισσότερα πράγματα εδώ στο νησί μας στηρίζονται στη μνήμη. Ίσως πάλι γιατί σκέφτομαι ότι πραγματικά θα 'θελα να ξαναγίνει αυτό το κτίριο στον πεζόδρομο της οδού Γαΐτα το «Σπίτι του Ξενόπουλου» και ο μόνος τρόπος για να γίνει είναι να δοθεί η πρωτοβουλία στη νέα γενιά.

Γι’ αυτό, την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011, πρέπει όλοι να ενισχύσουμε την προσπάθεια που ο Δήμος Ζακυνθίων κάνει και να εξηγήσουμε στα παιδιά μας για ποιο σκοπό τα ξαναδιαβασμένα βιβλία, που θα βάλουμε στη σάκα τους, θα διατεθούν. Είναι για το Μουσείο Ξενόπουλου και για την αίθουσα που θα ονομαστεί «Τα Διαπλασόπουλα». Είναι γιατί εκεί τα παιδιά μας θα μπορούν να βρουν μία εστία μελέτης. Είναι γιατί από εκεί θα μπορούν να συνδεθούν με το διαδίκτυο για τις πληροφορίες που θέλουν και να μην καταφεύγουν στα ίντερνετ καφέ. Είναι γιατί εκεί μία σκιά θα τα προστατεύει και θα τα μπολιάζει με όσα έχουν από καιρό ξεχαστεί. Ας είμαστε λοιπόν γενναιόδωροι. Άλλωστε δεν θα κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να ξεσκονίσουμε κάποια παιδικά βιβλία ξεχασμένα από καιρό στο πάνω πάνω ράφι της βιβλιοθήκης τους.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Οι Άγιοι Σαράντες και το πλάτωμά τους

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Ο πολλαπλά καταστροφικός σεισμός του κακοθύμητου εκείνου Αυγούστου του 1953, η φωτιά που τον ακολούθησε, αλλά και όλα τα άλλα δείγματα της αδιαφορίας και της ανθρώπινης αδυναμίας, όπου εξελίχτηκαν στην συνέχεια, έχουν παίξει, όπως κι άλλες φορές έχουμε ισχυρισθεί από αυτήν εδώ την στήλη, αλλά και αλλού, καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της τοπικής μας ιστορίας και έχουν στιγματίσει τον μετέπειτα πολιτισμό και την σύγχρονή μας καθημερινότητα. Υποστηρίξαμε μάλιστα, αν θυμάστε, πως αν ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος χωρίζεται σε προπολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια, η δική μας ιδιαίτερη πατρίδα, η Ζάκυνθος, έχει διχαστεί σε προσεισμική και μετασεισμική περίοδο, που αν τις συγκρίνεις, αληθινά θλίβεσαι και απογοητεύεσαι.

Πολλοί είναι οι λόγοι του ανελέητου αυτού διχασμού, οι οποίοι για να αναλυθούν απαιτείται χρόνος, σκέψη και προβληματισμός. Δεν τολμάμε να τους θίξουμε, όχι μόνο για να μην ανοίξουμε πληγές που δεν επουλώνονται, αλλά και επειδή κάτι τέτοιο δεν χωρά στις λιγοστές γραμμές αυτού του βδομαδιάτικου κειμένου και δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια επιφυλλίδα. Σαν δείγμα, μόνο, σε μια περίοδο που έχουμε αφήσει πίσω μας την ανάσα του Καρναβαλιού και βαδίζουμε προς το Πάσχα, το οποίο ευτυχώς δεν έχει αλλοιωθεί τόσο, όσο το πρώτο και συνεχίζει να κρατά τις ιδιαιτερότητες και το χρώμα του, θα θίξουμε μια σημαντικά ασήμαντη λεπτομέρεια και από αυτήν θα προσπαθήσουμε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα και να δούμε σε ποιο βαθμό έχει φτάσει η άρνηση της καταγωγής μας και η αλλοτρίωσή μας.

Η λεπτομέρεια αυτή είναι μια απλή ονομασία, η οποία, αν ερμηνευτεί σωστά και με σύνεση, μπορεί να μας προβληματίσει και να μας παραδειγματίσει. Αλλά ας μην φλυαρούμε με εκτεταμένες εισαγωγές και εκτενείς προλόγους, δείγμα αδυναμίας του λόγου και ανθρώπινης μικρότητας, και ας προχωρήσουμε στο θέμα μας, μια και ο χρόνος εκτός από ανελέητος, είναι και πολύτιμος.

Οι ονομασία αυτή, λοιπόν, είναι το πλάτωμα των Αγίων Σαράντων, το οποίο παρότι μισό σχεδόν αιώνα τώρα βρίσκεται στην ζωή μας, δίχως την ιστορική και φημισμένη εκκλησία του, αλλά μονάχα σαν θύμηση και σημείο νοσταλγικής αναφοράς, έχει έρθει και πάλι στην επικαιρότητα, λόγω του σημερινού μας Καρναβαλιού.

Από το σημείο εκείνο της πόλης μας ξεκίνησαν πριν λίγες μέρες, την περίοδο της Αποκριάς και συγκεκριμένα στις τελευταίες της μέρες, κάπου εκεί προς το τέλος της Τυρινής, οι περισσότερες εκδηλώσεις της Ζακυνθινής Γκιόστρας και αυτό ήταν αιτία, όχι μόνο να ξαναρθεί στην επικαιρότητα το μέρος αυτό της Χώρας, που δίχαζε κοινωνικά την Ζάκυνθο, αλλά και να μας προβληματίσει για το πώς άλλαξε η ντοπιολαλιά και η τοπική μας έκφραση.

Αιώνες τώρα ονομάζαμε την περιοχή, με ή χωρίς την αξιομνημόνευτη ιερή της στέγη των πολυάριθμων στρατιωτών της Σεβαστείας λίμνης, με τον λαογραφικά μυθικό αριθμό, «Αγίους Σαράντες», δίχως να προστρέχουμε στην γραμματική ή να φοβόμαστε το κοκκίνισμα του υπολογιστή μας. Είναι μια ακόμα γλωσσική μας ιδιαιτερότητα, λαθεμένη μεν, αλλά αναμφίβολα ποιητικότατη και μουσικότατη, σαν το «επέστρεφε» εκείνο του μεγάλου Καβάφη, το οποίο, αν τηρούσε γραμματική και κανόνες, δεν θα είχε θέση στον χώρο της τέχνης και της ποιοτικής έκφρασης.

Θυμάμαι τον φίλο και λογοτέχνη Νίκια Λούντζη, ο οποίος, πριν από μερικά χρόνια προήδρευε σε ένα συνέδριο, αφιερωμένο στον αξέχαστο επτανήσιο Δημήτριο Λουκάτο, στο Αργοστόλι της φίλης και γείτονος Κεφαλονιάς, ο οποίο προλογίζοντάς με, πριν ανέβω στο βήμα για να αναπτύξω το θέμα μου, που ήταν τα λαογραφικά της γιορτής των δεμένων με την αρχή της άνοιξης Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τόνισε χαρακτηριστικά την τζαντιώτικη αυτή ιδιαιτερότητα, μια και «Σαράντες» είχα γράψει κι εγώ τους Αγίους στον τίτλο της ανακοίνωσής μου, που υπήρχε τυπωμένος στο πρόγραμμα και στάθηκε για λίγο επαινετικά, σαν γνήσιος και αμετανόητος ιόνιος, στην σωστική αυτή γλωσσική αυθαιρεσία, η οποία υπογραμμίζει έναν διαφορετικό και αξιομνημόνευτο πολιτισμό και τονίζει μια διαφορετικότητα, η οποία για αιώνες στάθηκε αφορμή δημιουργίας και αιτία ύπαρξης και αυτονομίας.

Σε αντίθεση με όλα αυτά που διαδραματίστηκαν στο συνέδριο της Κεφαλονιάς κάποιο μαγιάτικο πρωινό, εδώ στην Ζάκυνθο, την περίοδο της πρόσφατης Αποκριάς, ακούσαμε και από τα χείλη των απλών ανθρώπων, αλλά και από πολλά μέσα μαζικής ενημέρωσης, την «διόρθωση» αυτού που γραφόταν στο επίσημο πρόγραμμα της Γκιόστρας του 2011 και την μετατροπή των Ζακυνθινών Αγίων «Σαράντων» στο ξενικό και ξένο με την νοοτροπία και ιδιοσυγκρασία μας «Άγιοι Σαράντα».

Κι αυτό δεν είναι το μόνο μας ατόπημα. Συχνά ακούμε ή διαβάζουμε, κυρίως σε διαφημίσεις, να έχει επικρατήσει το «Αλεξάνδρου Ρώμα», στέλνοντας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μας το «Πλατεία Ρούγα», να μην ξέρουμε το ποια είναι η «Στράτα Μαρίνα», όπου μιμητικά την ονομάζουμε «Λεωφόρος Κωνσταντίνου Λομβάρδου» ή μηρυκαστικά «Παραλιακή», θυμίζοντας σκυλάδικα, να λέμε το τζαντζαμίνι, «γιασεμί», την νόνα μας, «γιαγιά», τον φιότσο μας, «βαφτισιμιό», τον σίγλο, «κουβά», το φιόρο, «λουλούδι», το κορέτο, «πένθος» και πολλά άλλα, όπου δεν τα αναφέρω, όχι λόγω έλλειψης χώρου, αλλά λόγω της θλίψης και της οργής για μια ισοπέδωση, που καταλύει και καταργεί.

Σήμερα οι Ζακυνθινοί Αγίοι Σαράντες διασώθηκαν σε μια πινακίδα, η οποία θυμίζει την αλλοτινή κατοικία τους, στην θέση που υπήρχαν προσεισμικά και μοιράζονται μαζί με την πιεσμένη από το σύγχρονο μπετόν Ανάληψη την οφειλόμενη τιμή τους και την απαραίτητη λατρεία τους, μια και έσωσαν κάποτε το νησί μας από μια απειλητική επιδημία. Ούτε το κόνισμά τους δεν σώθηκε, αλλά δανείστηκαν την εικαστική παρουσία τους από την ομώνυμη εκκλησία των Κήπων, όπου κι εκεί συμβίωναν και συγκατοικούσαν με την Αγία Πελαγία. Στέκουν εκεί στο ημίφως τής κατά το ήμισυ δικής τους προσπετίβας, στην δεξιά της άκρη, όχι μόνο παγωμένοι από το κρύο της λίμνης, που ανάγκασε τον ένα από αυτούς να λιγοψυχήσει, αλλά και ανέστιοι στην ουσία, μια και ο αναδασμός ή πιο σωστά αναβρασμός, όπως τον ονόμαζε πιο εύστοχα ο ακούραστος Ντίνος Κονόμος, τους υποχρέωσε να γίνουν πρόσφυγες στην ίδια τους τη γη και να συρρικνωθούν, ενώ από την φύση τους ήταν πολυάριθμοι.

Φημισμένοι στρατιώτες κάποτε και αργότερα κοσμαγάπητοι Μεγαλομάρτυρες, με πλούσια λατρεία και πλουσιότερη λαογραφία –πάντα ο λαός μας θεωρούσε μυθικό τον αριθμό σαράντα– σήμερα στεγάστηκαν με την λύση της αρωγής και σχεδόν ξεχάστηκαν.

Μισό αιώνα, περίπου, μετά τον καταστροφικό και ισοπεδωτικό σεισμό επιμένουν στα φιλόξενα για την πίστη τους κρυσταλλωμένα νερά, που τα τονίζουν περισσότερο η αδιαφορία και η αδικία μας και αναζητούν τα ερείπια της στέγης τους, που ρίχτηκαν στην θάλασσα –πάντα τα νερά τους ακολουθούσαν!– ή θάφτηκαν στα θεμέλια μιας ανεξήγητης ανοικοδόμησης. Οι Αγίοι Σαράντες έγιναν και αυτοί σεισμόπληκτοι. Σαράντα και βάλε χρόνια μετά, έχασαν την ταυτότητά τους, μαζί με τους αδελφούς και τους ενορίτες τους. Εμείς, τουλάχιστον, ας κρατήσουμε, παρηγορητικά το όνομά τους. Αυτό ίσως είναι μια ικεσία στη μνήμη τους και μνήμη μας. Γιατί αλλοίμονο στους λαούς που δεν έχουν μνήμη. Οι Αγίοι Σαράντες είναι πολίτες γνήσιοι του νησιού μας, πολιτογραφημένοι τζαντιώτες. Οι Άγιοι Σαράντα βρίσκονται πολύ μακρύτερα...
Related Posts with Thumbnails