© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

π. Παναγιώτης Καποδίστριας: "Η πολιτισμική ανεστιότητα φθείρει τη Ζάκυνθο"

[Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ, Ζάκυνθος 2.2.2011, φ. 908, σ. 8 εξ.]


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ –ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΙΩΤΗ

Με τη σαγήνη της χριστιανικής μυσταγωγίας, η αιρετική ματιά του π. Παναγιώτη καποδίστρια στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στη Ζάκυνθο, προκαλεί αισθήματα μελαγχολικής νοσταλγίας στον αναγνώστη.

Παράλληλα, μάς αποκαλύπτει γιατί κάποιοι άνθρωποι κατορθώνουν να ξεχωρίσουν από το πλήθος, κάθε φορά που με θρησκευτική ευλάβεια προσφέρουν τα «Άνθη του Κακού» στην υποκριτική μας παραίτηση.

Ας περιπλανηθούμε λοιπόν στις επόμενες γραμμές του κειμένου και σοφά... ας σιωπήσουμε...


Η πρώτη εποχή

Επιτρέψτε μου, αρχικά, να ισχυρισθώ ότι ζω στον ομφαλό της γης, δηλαδή στο χωριό Μπανάτο της Ζακύνθου! Εκεί γεννήθηκα, μεγάλωσα, εργάζομαι. Αγαπώ έως λατρείας τον καταπράσινο ζακυνθινό Κάμπο, τους προγόνους που είναι φυτευμένοι εκεί, τους τωρινούς συμπολίτες και ενορίτες μου, αλλά και όσους έπονται πολύ μετά από την δική μας γενιά. Κάποτε με ψέγουν ορισμένοι, γιατί μένω και εμμένω στο χωριό μου… Δεν μπορούν να καταλάβουν όμως αυτό, που αποτελεί ακλόνητη πεποίθησή μου ανέκαθεν: Εάν ο μικρός σου τόπος, εφόσον τον έχεις επιλέξει ως προσωπικό σου παράδεισο, δεν είναι για σένα ομφαλός της γης, τότε καλύτερα να (δια)φύγεις, ώστε να γλιτώσεις αυτού του είδους τον εγκλωβισμό, που οδηγεί συνήθως σε δυστυχίες και διψυχίες. Ευλογήθηκα να είμαι αρκετά ικανοποιημένος με τη ζωή στον μικρό μου τόπο, με τους απλούς συγχωριανούς, με την οικογένεια και λιγοστούς φίλους μου, γευόμενος έτσι μέρα με την ημέρα τον μεγάκοσμο των μικρών -αμελητέων για τους πολλούς- πραγμάτων, προσλαμβάνοντας με βουλιμία το μυστικό μεγαλείο του απλού και του ανεπιτήδευτου.

Ο Πατέρας ήταν πλανόδιος μικροπωλητής πόρτα-πόρτα στα τριγύρω χωριά, η Μάνα υφάντρα ταπήτων από κουρέλια που τής έφερναν οι κυρίες της περιφέρειας. Παρά το ότι δεν είχαμε ως οικογένεια κτηματικές περιουσίες, όπως οι πλείστοι συντοπίτες, θεωρώ πλέον ότι πέρασα πολύ πλούσια και ήρεμα παιδικά χρόνια, βαπτισμένα στη στοργή σπουδαίων γονιών. Οι πνευματικού περιεχομένου επιθυμίες μου αποτελούσαν διαταγές γι’ αυτούς, οι οποίοι -σημειωτέον- ουδέποτε τελείωσαν το Δημοτικό της εποχής τους... Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι όντας μαθητής του Λυκείου, μεταξύ 1976 και 1979, κάποιο μεσημέρι είπα στο σπίτι πως ο φιλόλογός μας είχε στο μάθημα κάμει αναφορά στο Μεγάλο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας του Σταματάκου. Εε, λοιπόν το ίδιο απόγευμα ο… Σταματάκος βρισκόταν, σε επίσημο περιτύλιγμα, στο γραφειάκι μου. Είχε πάει ειδικά στη Χώρα ο Πατέρας, στο βιβλιοπωλείο του Μυλωνά (παλαιού του φίλου, όπου ξοδεύαμε συνήθως αρκετές οικονομίες για βιβλία), για να μην μού λείψει το Λεξικό, το οποίο στην πραγματικότητα δεν μού πολυχρειαζόταν και μάλλον ουδείς άλλος το απόχτησε από τους συμμαθητές! Με καύχηση αναθυμάμαι επίσης ότι η Μητέρα μου ήξερε απέξω και ανακατωτά όλη τη «Θυσία του Αβραάμ» και τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, συχνά πυκνά μού τα απάγγελνε μάλιστα παραστατικότατα και μού άρεσε πολύ αυτό. Είδατε, πώς τα κορυφαία αυτά έργα της Κρητικής Γραμματολογίας έχουν περάσει στη συνείδηση του απλού λαού της Ζακύνθου;;; Το 1973 (στην Α΄ Γυμνασίου) η Μητέρα σκέφτηκε να μού αγοράσει τη «Θυσία» (υπό Γεωργίου Α. Μέγα, της «Εστίας»), ώστε ν’ αποκτήσω ενιαίο το κείμενο. «Τον Ερωτόκριτο, αργότερα, που θα μεγαλώσεις», είπε!

Καρδιακός φίλος αποδείχτηκε από πολύ νωρίς ο συμμαθητής από το γειτονικό χωριό, το Σαρακινάδο, ο Σπύρος Καρυδάκης, διαπρεπής σήμερα μυθιστοριογράφος και εξαίσιος ποιητής. Με τον Σπύρο μοιραστήκαμε τις πρώτες δοκιμές στην Ποίηση, κάποτε μάλιστα γράψαμε μια κοινή ποιητική δοκιμή - άσκηση αυτόματης γραφής, επηρεασμένοι από το «Μανιφέστο του Σουρεαλισμού» του Μπρετόν, που μόλις είχαμε ανακαλύψει στα διαβάσματά μας. Μόνο με τον Σπύρο αισθάνομαι μέχρι σήμερα μαθητής και, εάν θα του διάβαζα κάτι νεότερο ποιητικό μου, θα αισθανόμουν πάλι και πάλι το γνωστό μαθητικό άγχος ενώπιον του δασκάλου του. Χρωστώ και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό για μένα, στον Σπύρο και στην καλότατη οικογένειά του: Την πρόσβασή μου στη μεγάλη και πολύτιμη βιβλιοθήκη του δικού του Πατέρα, του αλησμόνητου Γιώργη Καρυδάκη, ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου και λογίου της ζακυνθινής υπαίθρου του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, που η συναναστροφή μαζί του μόνο θησαυρούς ποιότητας και γνησιότητας σού παρείχε! Πάντα τον μνημονεύω με ευγνωμοσύνη!


Ενώ ήρθε η Ποίηση

Τα χρόνια περνούσαν και, μεσ’ από μυστικές της εσωτερικότητάς μου διεργασίες, η ποιητική έκφραση έγινε σταδιακά μέθοδος ψυχικής αναπνοής για την αγοραφοβική -όπως αυτοερμηνεύομαι σήμερα- προσωπικότητά μου. Τούτο σημαίνει ότι ουδέποτε υπήρξε για μένα μια πολυτελής ενασχόληση εν είδει χόμπι ή αθλήματος, αλλά λειτούργησε πάντα μου και λειτουργεί ακόμη ως ηφαιστειακή έκρηξη - εξωτερίκευση κάποιας απροσδιόριστης, σχεδόν μυστηριακής, λάβας.

Χωρίς να επιθυμώ να κάμω επίδειξη υψηλών γνωριμιών, τολμώ να πω ότι οι πρώτοι, που καταδέχτηκαν να ρίξουν βλέμμα κατανόησης έως και ενθουσιασμού προς τα αμετροεπή γραφτά μου ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης (τον οποίον με νεανικό θράσος προσέγγισα πριν και κατά την επίσκεψή του στη Ζάκυνθο το 1980) και η Μάχη Μουζάκη, η αγέρωχη ποιήτρια των Κήπων του Τζάντε μας. Και οι δυο, κενώνοντας υποδειγματικά την καταξιωμένη προσωπικότητά τους, αλληλογραφούσαν ευγενέστατα με τον φιλόδοξο νεαρό, που έγραφε στιχάκια και τους είχε προσεγγίσει, ενοχλώντας τους ευκαίρως ακαίρως.

Ο ταχυδρόμος τότε άφηνε συνήθως τις επιστολές μου στο κεντρικό καφενείο - μπακάλικο του χωριού στο διάστημα των πρωινών ωρών, ενόσω εγώ ήμουν σχολείο ή αλλού. Το μεσημέρι έκλεινε το μαγαζί κι εγώ, που υπολόγιζα περίπου τον χρόνο της απάντησής τους, βρισκόμουν να περιμένω εναγωνίως πότε θα προχωρήσουν οι ώρες, να έρθει απόγευμα, ν’ ανοίξει επιτέλους το μαγαζί, για να πάρω στα χέρια μου το πολυπόθητο γράμμα, το οποίο πάντως έβλεπα από το τζάμι του παράθυρου να με περιμένει στο ράφι, ανάμεσα στις ζάχαρες, τα γλειφιτζούρια, τα ζυμαρικά και τα καφεκούτια.


Οι τρεις δρόμοι

Πολύ νωρίς, ήμουν 21 μόλις χρόνων, ήρθε ο γάμος με τη Φωτεινή μου και ακολούθησαν τα τρία παιδιά μας. Ας προσπεράσουμε τα οικογενειακά – προσωπικά δεδομένα και να Σας αναφέρω εδώ ότι τρία πράγματα θέλησα από τη ζωή μου, τα οποία θεωρώ ότι -ούτως ή άλλως- τα κατάφερα: Πρώτα να γίνω ιερέας, μετά να γίνω εκπαιδευτικός και ύστερα να γίνω δημοσιογράφος.

Το 1977 πρωτοδημοσιεύτηκε ένα πρωτόλειο κείμενό μου στη μεταδικτατορική εβδομαδιαία εφημερίδα της Ζακύνθου Ελεύθερη Φωνή του αγωνιστή της Δημοκρατίας και της Παιδείας Σωκράτη Κωστή, με τον τίτλο «Το πρώτο πέταγμα». Έκτοτε, κάθε βδομάδα σχεδόν, πότε με ποιήματα, πότε με αφηγήματα, αλλά και με ψευδώνυμες παρεμβάσεις μου, ήμουν παρών στο κοινό του τόπου μας επί αρκετά χρόνια. Χρωστώ πολλά στον αείμνηστο Κωστή, ο οποίος με υπεραγαπούσε και με εμπιστευόταν δίχως καμία παρέμβαση σε ό,τι τού έδινα για δημοσίευση, αν και ποτέ δεν μπορούσε να μού συγχωρήσει το ότι προετοιμαζόμουν ήδη να γίνω… παπάς, κάτι εντελώς αδιανόητο για τις ιδέες του.

Ως ιερωμένος, από το 1983, προσπαθώ το καλύτερο, μαχόμενος νύχτα-μέρα με τη σμικρότητά μου σε όλα τα επίπεδα. Παρηγορούμαι, με τη σκέψη ότι το να πέφτεις είναι ανθρώπινο, το να ανασταίνεσαι όμως είναι ο θεοπρεπής προορισμός μας! Εύχομαι και παρακαλώ, η Μεγάλη Στιγμή να με βρει σε Ανά(σ)ταση, έχοντας συνεπάρει σε αυτή την ανοδική πορεία -ως εκ της θέσεώς μου- και κάποιες άλλες ψυχούλες, που το επιθυμούν και μ’ εμπιστεύονται προς τούτο. Σκέπτομαι διαρκώς ότι, ενώ ως λογοτέχνης δεν θα είχα αντίρρηση να παραμείνει το όνομα και το όποιο έργο μου, έχοντας συνεισφέρει το κατά δύναμιν στα Γράμματα του τόπου μας (αν και ο πήχης φαντάζει δυσθεώρητος, καθώς νοιώθω δίπλα μου τους ήσκιους των παμμέγιστων δημιουργών Σολωμού, Κάλβου, Φώσκολου), ως ιερέας εκείνο που επιθυμώ είναι να επιστρέψω το ράσο μου στον Ουρανό αστιγμάτιστο, έστω και αν δεν έχω πράξει κάτι το άξιο μνημοσύνης, δεδομένου ότι άλλοι, προ εμού στην ιερατική - αποστολική διαδοχή, έχουν ξοδέψει και το ίδιο τους το αίμα ακόμη, αφοσιωμένοι με σύνολη την ύπαρξή τους στη βίωση του Θείου Έρωτα.

Ως εκπαιδευτικός, διδάσκοντας το μάθημα των Θρησκευτικών από το 1992 ανελλιπώς, αφήνω να μιλήσουν οι ίδιοι οι μαθητές μου από τα διάφορα Γυμνάσια και τα Λύκεια του νησιού μας έως και το Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων (Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος και Οικολογίας Ζακύνθου), όπου επί εξαετία ευτύχησα να διδάξω, ως εργαστηριακός συνεργάτης, το μάθημα «Θρησκεία και Περιβάλλον». Χαίρομαι αφάνταστα ότι παντού, όπου και αν βρεθώ, συναντώ χαμογελαστά τα πρόσωπα αρκετών μαθητών μου, οι οποίοι σήμερα έχουν εξελιχθεί στην τοπική κοινωνία και όχι μόνο, με ωραίες οικογένειες, καλές εργασίες και όλα τα συναφή.

Επανέρχομαι στο δημοσιογραφικό μεράκι – σαράκι. Κατάφερα τελικά και αυτό να συνεχίσω να το υπηρετώ, με τον δικό μου τρόπο. Από τον Μάρτιο του 2007, με τις δυνατότητες που μας παρέχει πλέον η Τεχνολογία, δημιούργησα ορισμένους θεματικούς ιστότοπους στο Διαδίκτυο, οι οποίοι, ενοποιημένοι όλοι υπό τον τίτλο «Στον ίσκιο του Ήσκιου» (http://www.iskiosiskiou.com/), αποτελούν πλέον ένα ηλεκτρονικό πολυπεριοδικό ή αλλιώς «Τετράδια καθημερινών σημειώσεων για τη Λογοτεχνία, την Τέχνη, την Κριτική, τη Ζωή», όπως χαρακτηριστικά λέμε στο λογότυπό του. Τα θεματικά ένθετα ενημερώνονται καθημερινά σχεδόν, ενώ στατιστικά μπορώ να αναφέρω ότι μέχρι σήμερα έχουν παρουσιασθεί περί τα 2.500 δημοσιεύματα, τα πλείστα πρωτότυπα, υπερβήκαμε ήδη τις 320.000 πραγματικές (και όχι πλασματικές, καθώς συμβαίνει αλλού) επισκέψεις αναγνωστών, ενώ μας τιμούν μόνιμα με τις πρωτοδημοσιευόμενες συνεργασίες τους δέκα αξιόλογοι άνθρωποι των Γραμμάτων και της Επιστήμης. Η όλη προσπάθεια αποτελεί για εμάς όλους ορθάνοιχτο παράθυρο στον νεότερο κόσμο, ο οποίος εκφράζεται σήμερα σχεδόν αποκλειστικά μέσω του ίντερνετ και όλοι χαιρόμαστε, αισθανόμενοι ευθύνη συνάμα, μόλις πληροφορούμαστε ότι πάμπολλοι φίλοι ανά την υφήλιο ξεκινούν ή κλείνουν την ημέρα τους «Στον ίσκιο του Ήσκιου» μας!


Η σύγχρονη Ζάκυνθος, πόσο «ωραία και μόνη»;

Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, κατανοείτε ότι, αν και υπεραγαπώ όσο τίποτε το νησί μας -εδώ, άλλωστε, στη materna terra, είναι το απώτερο λιμάνι του κάθε Ζακυνθινού- δεν μπορώ να μην πω και να ξαναπώ ότι ο τόπος μας (παρά την αίσθηση, που έχουν όλοι) αποτελεί μια κακή έως φρικτή επαρχία. Οι συμπατριώτες μας ασχολούνται με ό,τι πιο ευτελές και κιτσάτο υπαγορεύει ο Τουρισμός (άραγε θα τους αγγίξει -ευεργετικά, ιαματικά- η οικονομική Κρίση, που διάγουμε;), ενώ όσοι ασχολούμαστε με τα κάθε είδους πνευματικά ζητήματα, μεμψιμοιρούμε διαρκώς, μηρυκάζοντας τη νοσταλγία των παλαιών μεγαλείων του τόπου μας. Έτσι καταλήγουμε και να κλαιγόμαστε και ουσιαστικά βήματα αποκατάστασης να μην κάνουμε. Οι εκάστοτε πολιτικοί μας αποδείχτηκαν μέχρι τώρα φαιδρές κουφότητες και δεν παύουμε να ελπίζουμε -εφόσον η ελπίδα πεθαίνει τελευταία- ότι, με τις νεότερες εξουσίες συν τα παθήματα του πρόσφατου παρελθόντος, ίσως αντιστραφούν οι ανεπίστροφοι όροι… Γενικώς, βιώνουμε μια γενικευμένη θλίψη… Όχι πως δεν υπάρχουν κατά καιρούς αξιοπρόσεκτες παρήγορες προσπάθειες, αλλά αυτές λειτουργούν μάλλον ως αναλγητικά χάπια, ενώ η πολιτισμική ανεστιότητά μας συνεχίζει να φθείρει οντολογικά, ως κακή ασθένεια, το νησί μας. Γι’ αυτό -όπως έχω γράψει και αλλού- προσωπικά πιστεύω εντέλει στην πολιτισμική ιδιωτεία ενός εκάστου. Τούτο βέβαια δεν είναι το δέον, αλλά αποτελεί την ύστατη «μόνη παρηγορία», για την οποία μιλά και ο Σολωμός. Ξέρω δηλαδή και παρηγορούμαι και στηρίζομαι πολύ σε αυτό ότι, στην ιδιωτεία του ο καθείς, σε κάποια μοναχική γωνιά του Τζάντε μας, παράγουν μεστό πολιτισμό οι πολύτιμοι φίλοι και συνοδίτες μου Μάχη Μουζάκη, Λούλα Βάλβη-Μυλωνά, Έρση Λάγκε, Διονύσης Σέρρας, Διονύσης Φλεμοτόμος και άλλοι νεότεροι που πολύ τιμώ και αγαπώ, οι οποίοι όλοι, αν και πικραίνονται και αυτοί από την περιρρέουσα θανατερή αδιαφορία, δεν υποστέλλουν την προσπάθεια! Τώρα μάλιστα, με την εξακτίνωση των παραγόμενων λογοτεχνημάτων – ιδεών – απόψεων κλπ μέσω του Διαδικτύου, θα μπορούσαμε να επαναπαυτούμε, λέγοντας το: «είναι και αλλού πορτοκαλιές…», όμως ο γενέθλιος τόπος πάντα μάς ενδιαφέρει, μάς πονάει και θέλουμε την εν γένει πρόοδό του.


Για τις «Καμένες Πεταλούδες»

Σας αναφέρω ένα τελευταίο παράδειγμα – στίγμα νεοζακυνθινής συμπεριφοράς: Το περασμένο καλοκαίρι (2010) ευτύχησα να εκδώσει, με δικά του αποκλειστικά έξοδα, όλες τις μέχρι τώρα ποιητικές μου συλλογές ο Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη της Θεσσαλονίκης, σε έναν πανόδετο τόμο 464 σελίδων και με τίτλο: «Καμένες Πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009». Έγινε άρτια δουλειά, με καλή διάθεση και μεράκι από πλευράς του, δίχως να υπολογίσει το μεγάλο κόστος που απαίτησε η ακριβή αυτή έκδοση. Παρότι δεν θα έχω καμιά οικονομική απολαβή από τη συγκεντρωτική αυτή έκδοση, μιας και άλλος πλήρωσε γι’ αυτήν, ήθελα πολύ να πάει καλά, ιδίως στο νησί μας, ώστε να βγούμε όλοι «ασπροπρόσωποι» στον ευγενέστατο Θεσσαλονικιό εκδότη. Ελάχιστοι αγόρασαν το βιβλίο (έχουν συνηθίσει όλοι, βλέπετε, να τους χαρίζω ό,τι κυκλοφορώ), αλλά το χειρότερο είναι τούτο: Ο εκδότης επικοινώνησε με τα τοπικά βιβλιοπωλεία, ώστε να ενημερωθούν για την έκδοση και, εάν τους ενδιέφερε, να την προμηθευτούν. Όλοι πήραν από ελάχιστα αντίτυπα προς διάθεση στο αναγνωστικό κοινό (ποιο κοινό;;;) της Ζακύνθου, ένας όμως από τους φίλους βιβλιοπώλες μας (λέτε και έχουμε τη χειρότερη έχθρα) αρνήθηκε μ’ ένα στεντόρειο «Όχι», που έκαμε τον Εκδότη να απορεί και να εξίσταται.

Δεν βαριέστε… Ο λόγος του Χριστού «Ουδείς προφήτης εν τη ιδία αυτού πατρίδι» ισχύει κι εδώ!…


* * * Οι σελίδες από την εφημερίδα μεγεθύνονται αρκετά, μ' ένα κλικ επάνω τους.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

H Έκθεση Εικαστικών στο BARRAGE Culture

Tης Κατερίνας Δεμέτη


Σε καιρούς άκρας γαστρονομικής έξαρσης, με τηλεοπτικές εκπομπές, περιοδικά, βιβλία, μπλογκς, διαγωνισμούς, και πολιτικές αντιπαραθέσεις για το μισογεμάτο και το μισοάδειο καλάθι της νοικοκυράς, η επιτυχημένη συνταγή της συμπαρουσίασης των: Ελένη Γούναρη, Διονύση Ματαράγκα, Θάλειας Ξενάκη, Κώστα Πλέσσα και Μίκας Συμβουλίδου, μόνο ως η «σίγουρη συνταγή» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού όλοι τους ανήκουν στη εν ενεργεία εικαστική πρωτοπορία του νησιού μας, με πολλές επιτυχίες εντός και εκτός των συνόρων του και έχουν εκτεθεί πολλές φορές μαζί στο φιλότεχνο κοινό.


Για την ιστορία αξίζει ν’ αναφέρουμε την έκθεση εικαστικών «50 χρόνια μετά τους σεισμούς του ΄53», που συνδιοργάνωσαν η Δ.Ε.Π.Α.Ζ. και ο ΠΛΑΤΥΦΟΡΟΣ στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου από 23-12-2003 έως 10-1-2004, και τις δύο θεματικές εκθέσεις που έγιναν το 2009. Η πρώτη, στο Αμφιθέατρο του Μουσικού Σχολείου (Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009), με θέμα την παγκόσμια βία και αφορμή τις ταραχές που ξέσπασαν στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού και η δεύτερη, στον Κινηματογράφο «Φώσκολος» (Tρίτη 7 Aπριλίου 2009), με θέμα το πορτραίτο, από την Κινηματογραφική Λέσχη Ζακύνθου, στα πλαίσια της εκδήλωσης "κινημα-φωτο-ζωγραφίζω".



Γι’ αυτό η αναφορά μας στην επιτυχημένη κοινή καλλιτεχνική τους παρουσία θα κατέληγε κοινότυπα αν δεν εντοπίζαμε το αλάτι και το πιπέρι, που διαφοροποιεί τη συνταγή της συγκεκριμένης έκθεσης από τις προηγούμενες, και την κάνει πραγματική συνταγή επιτυχίας.
Και αυτό δεν είναι άλλο από το κέλυφος που περικλείει τα έργα, τα οποία γνωρίζουν την χαρά για πρώτη φορά να εκτίθενται σ’ ένα χώρο που έχει αποκλειστικά σχεδιαστεί για να τα υποδεχτεί.
Και αυτό το κέλυφος δεν είναι φουαγιέ κινηματογράφου, ούτε αμφιθέατρο σχολείου, ούτε αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, που άφησαν για λίγο τις κύριες χρήσεις τους και στέγασαν την περιπλανώμενη τέχνη της σύγχρονης Ζακύνθου.
Είναι αντίθετα ένας χώρος που οργανώνεται για πρώτη φορά με αποκλειστικό στόχο ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ και ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ.
Και επειδή το BARRAGE στέγασε τις νεανικές μας ανησυχίες, η μεταμόρφωσή του σε BARRAGE Culture, λειτουργεί ακόμα περισσότερο συναισθηματικά, δίνοντάς μας την ελπίδα ότι αφού ένας χώρος μπορεί μέσα από την Τέχνη να μεταμορφωθεί και να σηκώσει πάνω του τις ανησυχίες μας, τα άγχη μας, τις αποτυχίες και τις επιτυχίες μας, μπορούμε κι εμείς οι ίδιοι να μεταμορφωθούμε και να βρούμε παρηγοριά και έμπνευση κοντά στη Τέχνη.
Μας κάνει μ’ άλλα λόγια να σκεφτούμε πώς θα ήταν η ζωή μας αν βάζαμε σε κάθε τι το αλάτι και το πιπέρι της κουλτούρας, το Culture δηλαδή που πρόσθεσε το BARRAGE και κατάφερε να μεταμορφωθεί τόσο επιτυχημένα με την καθοδήγηση του Μπάμπη Μουζάκη και της Τζίνας Δράκου.


Τα έργα των Ελένη Γούναρη, Διονύση Ματαράγκα, Θάλειας Ξενάκη, Κώστα Πλέσσα και Μίκας Συμβουλίδου, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά και τόσο πιστά στην εσωτερική διαδρομή του καθενός δημιουργού, χαίρονται την φιλοξενία, μ’ έναν τρόπο πραγματικά αυτάρεσκο, απολαμβάνοντας τον σωστό φωτισμό, την μελετημένη ανάρτηση και την έκθεση σε ατομικούς χώρους, που επιτρέπουν τους επισκέπτες να περάσουν ομαλά μέσα από διαφορετικές τεχνοτροπίες, τεχνικές και θεματικές και ν’ αφεθούν στην εμπειρία της επίσκεψης.


Γι’ αυτό και η προτροπή μας να επισκεφτείτε την έκθεση που λειτουργεί στο BARRAGE από τις 29 Ιανουαρίου έως 6 Φεβρουαρίου, ας ακουστεί από τη στήλη μας ως επιτακτική και επιβαλλόμενη.

Ατίθασες λέξεις από στάχτες

Γράφει η Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ


Πηγή: Βιβλιοθήκη της Εφημερίδας Ελευθεροτυπία, Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011, φύλλο 640, σ. 12 

 Παναγιώτης Καποδίστριας, Καμένες πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009, Θεσσαλονίκη, Αντ. Σταμούλης – Επί-γνωση, σ. 466, € 33,02

Ποιητική κατάθεση τριάντα ετών, οι Καμένες πεταλούδες του Παναγιώτη Καποδίστρια μάς ταξιδεύουν στα βάθη του ουρανού και της θάλασσας. Μέσα από τη στάχτη ξεπροβάλλουν ατίθασες λέξεις. Μεταφέρουν την ιστορία της ποίησής μας, κρύβουν κάτω από τα φτερά τους υπο-κείμενα, υπαινιχτικά μηνύματα, με ακροβατικά παιχνίδια που οδηγούν σε ένα ποιητικό θαύμα, μια ποίηση βαθιά ανθρώπινη. Από τις πρώτες λέξεις ο ποιητής αστροφόρος προσκαλεί σε κοσμικό ταξίδι που δεν ευοδώνεται: «Το πλοίο με τους διάττοντες στα ύφαλα ποντισμένο». Αν κάθε γνήσιος ποιητής έχει ένα δικό του τόπο που μας προσκαλεί να εξερευνήσουμε, τόπος εδώ είναι η ανθρώπινη ύπαρξη.

«Σπρώξε τις λέξεις ως τον γκρεμό τους / και να, το Ποίημα»: μια οριακή εμπειρία το ποίημα, μια συνεχής πάλη με την ανυπαρξία. Στην άκρη του γκρεμού οι λέξεις παίζουν, ζουν, μεταμορφώνονται σε επικίνδυνα όπλα στα χέρια του ποιητή: το λέπι γύρω από τον άνθρωπο-ιχθύ γίνεται λεπίδι. Ο ποιητής τοποθετεί τις λέξεις σε ανοίκειο περιβάλλον, τις αναζωογονεί. Όταν προειδοποιεί: «Την τόλμη / να φοβάσαι των ποιητών / την προπατορική», η ποιητική λειτουργία συγγενεύει με το προπατορικό αμάρτημα, ενώ το τελευταίο εξαγνίζεται, ανάγεται σε ηρωική πράξη. Οι λέξεις χάνουν σκοπίμως τον δρόμο τους, συγκρούονται στο πέρασμα με άλλες πιο ηχηρές, ξυπνούν ιερές στιγμές. Η ιερότητα γίνεται μια προσωπική υπόθεση υψίστης σημασίας για τον καθένα μας, ενώ ο ποιητής ιερωμένος κρατά πάντα εν εγρηγόρσει τη σοφία του, όπως στο «χοϊκό χαϊκού»: «Κι αν παριστάνεις / και τον καμπόσο Κάμπια / το τέλος εγγύς». Ωστόσο, η θλίψη δεν είναι εδώ τόσο έντονη όσο στο τρίστιχο «Δούρειος έρως»: «Μεγάλη Πέμπτη / στα κάτεργα του σώματος / και στάζεις ήλιο». Μυθολογία, χριστιανική θρησκεία, πλατωνική φιλοσοφία, ελληνικό τοπίο συνδυάζονται για να προσφέρουν την αλλοπρόσαλλη εικόνα μιας αδιέξοδης κουλτούρας που αναμασά τις ρίζες της. Ο εμπνευσμένος ποιητής κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Φόρο τιμής στη δημιουργικότητα της ελληνικής γλώσσας, αλλά και στους Έλληνες ποιητές, ιδιαίτερα στους μεγάλους Ζακύνθιους Κάλβο και Σολωμό, αποτίνει ο Καποδίστριας, με την εθνική πνοή τους να διαπερνά το έργο του. Καθώς στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η ευθύνη του ποιητή διευρύνεται, η μετανάστευση, η προσφυγιά, ο πόλεμος σε Ιράκ ή Λίβανο –«ρωγμή στον τοίχο του Όνειρου»– αναταράζουν την ποίηση. Η επιθυμία για ανατροπή, για την αποκάλυψη μιας βαθιάς αλήθειας χτίζει τον ρυθμό του ποιήματος: «Πού ’ναι το κράτος σου / να κηρύξω επανάσταση;» ρωτά τον καθένα μας. Και ποιος δεν θα συμφωνήσει με τους ανάλαφρους στίχους που σπάνε φθόγγους και πέτρες: «Κάμανε κόμμα τα χρώματα / εναντίον μου. / – Δεν πολιτεύομαι, τους δήλωσα / κι έμεινα / ο επιπόλαιος / εκτός σχεδίου πόλεως».

Θεματική του π. Παναγιώτη Καποδίστρια είναι το ιερό στη ζωή και στην ποίηση. Κάθε λέξη, μεγαλειώδης ή ταπεινή, κρύβει το δέος του ποιητή για τη Δημιουργία. Και όταν φαίνεται να μιλά για ουρανό, πάλι μιλά για τον άνθρωπο: «αλλόκοτες χημείες τ’ ουρανού / στο πρώτο αστροπελέκι / μηχανορραφίες εωσφόρων για το πώς / να ξαναγίνουν άγγελοι».

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

«Παρηγορημένος από τες» πινελιές των ζωγράφων

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πολύ συχνά σε τούτο τον τόπο, τον τόπο μου, όπου ζω ηθελημένα και βιώνω την πραγματικότητα, παράλληλα με την ιστορική του μνήμη, θέλοντας να σωθώ και να διαφύγω, επαναφέρω στην μνήμη μου τον μακρινό, αλλά τόσο κοντινό μας, λόγω της υψηλής του ποίησης, «Διονύσιο Ιερομόναχο», των ουσιαστικών «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και τον παρακολουθώ ή πιο σωστά τον ακολουθώ να βηματίζει στοχαζόμενος υποσχέσεις προς την ανηφοριά του Αγίου Λύπιου, όπου «εγκάτοικος» προσπαθεί να περιγράψει «ό,τι στοχάζεται».

Ιδιαίτερα στέκομαι διακριτικά κοντά του, πάνω από το φιλιατρό, στην λιτή ή με λιτή προσευχή του και τον παρακολουθώ να υψώνει τα τρία δάχτυλα της προσοχής και προσευχής του, μετά από την αναζήτηση των δικαίων, πριν ακριβώς «αποπάνου από το κεφάλι» του ο «αστροβόλος ουρανός», συνοδευόμενος «από τες μυρωδίες του κάμπου» και «από τα γλυκότρεχα νερά», γένει αληθινά «μία Ανάσταση».

Εκείνη την ώρα κι εγώ, λοιπόν, παρασυρμένος από την ορθόδοξη και έμφυτη πίστη και αγάπη για την «μητρική γη» του άλλου μας προστάτη, του εμπνευστή των «Τάφων», αναζητώ, μιμούμενος αδέξια και με διασωστική αυθάδεια, τρία δάχτυλα του χεριού μου, έστω και με δίχως δαχτυλίδια, μια κι αυτά χάθηκαν ανεπίστρεπτα τον κακοθύμητο εκείνον Αύγουστο του 1953 και, επαναλαμβάνοντας την κίνηση, προσπαθώ να μιμηθώ την παράκληση.

Οι τρεις αιτίες, ευτυχώς, της σιωπηλής συνομιλίας με το θείο, υπάρχουν ακόμα και είναι οι ποιητές, οι ζωγράφοι μας και οι μουσικοί μας.

Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στους παλαιότερους και δικαιωμένους, αυτούς που επάξια έχουν κερδίσει μια θέση στον παράδεισο και δίπλα στο θρόνο της Τέχνης, αλλά στους νεότερους, αυτούς που συνεχίζουν και, με τις δυνάμεις του ο καθένας, προεκτείνουν και δημιουργικά προσαρμόζουν.

Το έχουμε ξαναϋποστηρίξει και αληθινά το πιστεύουμε, σαν μια «παρηγορία». Η σημερινή Ζάκυνθος, μισό και κάτι αιώνα μετά τις ισοπεδωτικές θεομηνίες της, γεμίζει άνθη το χάσμα του σεισμού και αντιστέκεται σε ’κείνο του συρμού, έχοντας σημαντικούς και πάλι ποιητές, ικανούς και σήμερα ζωγράφους και πολλά υποσχόμενους ξανά μουσικούς. Αυτοί είναι τα τρία δάχτυλα, της στο δικό της ύφος προσευχής της.

Από το ομοούσιο αυτής της τριάδας σήμερα θα σταθούμε στους εικαστικούς δημιουργούς και μ’ αυτούς θ’ ασχοληθούμε, αντλώντας καρτερία. Αφορμή γι’ αυτή την όχι τυχαία διάκριση μια ομαδική έκθεση, η οποία εγκαινιάστηκε το περασμένο Σάββατο κι ακόμα κρατεί με έργα πέντε εκπροσώπων αυτής της φυγής και διαφυγής. Ο χώρος της ένας γνωστός τόπος ψυχαγωγίας, που με αυτήν την κίνηση έδωσε στην παρουσία του μιαν άλλη διάσταση στην ερμηνεία του προορισμού του. Πρόκειται για το αγαπημένο σ’ όλους μας “Barrage” εκεί στο δρόμο για τ’ Αργάσι των ποιητών και της τζαντιώτικης ανάμνησης, όπου εκτός από μέρος αναγκαίας αναμελιάς και απαραίτητων, όσο το νερό, καλοκαιρινών ερώτων, προεκτάθηκε και σε διασκέδαση ουσιαστικής και καλλιτεχνικής αγάπης, σαν επισφράγισμα τελειότητας και αρμονίας.

Η Ελένη Γούναρη, η Μίκα Συμβουλίδου, η Θάλεια Ξενάκη, ο Κώστας Πλέσσας και ο Διονύσης Ματαράγκας γέμισαν δημιουργικά χρώματα τον χώρο και χάρισαν στο κοινό το έργο τους, αντίδοτο στην τόση κακογουστιά του νεοπλουτισμού μας και αντίδωρο σ’ αυτούς που επιμένουν και περιμένουν την ουσιαστική κοινωνία και την λυτρωτική επικοινωνία.

Συντονίστρια αυτής της σολωμικά «έναστρης» προσπάθειας η Τζίνα Δράκου, η οποία επέστρεψε στον τόπο της, μετά από ένα καβαφικό ταξίδι και προσπαθεί να θεμελιώσει μιαν «αγαπημένη αίσθηση». Έτσι στο χώρο αυτό, όπου η ιστορία συνεχίζεται, προσαρμοσμένη στην σημερινή πραγματικότητα, παρά τις φθονερά αμφίβολες ματιές της πεπερασμένης σταθερότητας και της γερασμένης κάποτε προοδευτικότητας, τα άψυχα τελάρα πήραν μορφή και στέγνωσαν τους τοίχους της παραδοσιακής μας υγρασίας, ζεσταίνοντας την χειμωνιά μας και δίνοντας αιτία ύπαρξης σ’ έναν απρόσωπο κι ανιαρό, ατέλειωτα μεθεόρτιο Γενάρη.

Ο Πατροκοσμάς έλεγε κάποτε, ατενίζοντας κι αυτός με «παρηγορία» έναν τουρκοκρατούμενο τόπο, πως «όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή». Εμείς οι Επτανήσιοι, που ο χώρος μας, κατά Κάλβο, δεν εγνώρισε «ποτέ την σκληράν μάστιγα / εχθρών τυράννων», μπορούμε στις μέρες μας να προσαρμόσουμε την σοφή και κατασταλαγμένη ρήση του στα δικά μας και να πούμε πως όπου ανοίγει ένας χώρος τέχνης, κλείνει μια επίφοβη και θανατηφόρα πληγή.

Περιφερόμενος, με κάθε σημασία της λέξης, εκείνο το βράδυ στους χώρους του Barraze, συνάντησα στα παράθυρά του, έτσι σαν ραντεβού με την ιστορία μου και παρακαταθήκη της τέχνης των χωμάτων και χρωμάτων μου, κάποια χαρακτηριστικά πλακάκια, σημάδια ποιότητας και καλαισθησίας, στην χειροποίητη μορφή μιας ζεστής, απαιτητικής καθημερινότητας. Ήταν το χθες μου και η περηφάνια μου. Κυριολεκτικά ο τόπος που πάνω του πατούσα και μου δημιουργούσε απαιτήσεις και ευθύνη.

Η μοναξιά θα ήταν απαρηγόρητη και η λύπη πραγματικά και οριστικά μεγάλη, αν στους παρακείμενους τοίχους δεν υπήρχε κρεμασμένη και ελκόμενη η σύγχρονη, εικαστική δημιουργία της σημερινής και αληθινής πραγματικότητας.

«Μια ελαφριά ανησυχία» του Διονύση Ματαράγκα, με «Όχι συνηθισμένα όνειρα», ένα ηθελημένα «Άτιτλο» του Κώστα Πλέσσα, σε «Βάπτιση (ή Όρκο)», οι «Ατέρμονοι κύκλοι» της Θάλειας Ξενάκη, όπου από αυτούς αυτοκρίνεσαι «Ατενίζοντας το Μέλλον», η με τον μη απεικονιζόμενο Κούρο συνυπάρχουσα «Κόρη» της Ελένης Γούναρη, με την επίκληση του στίχου «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου» και η «Αχλή 1» και «Αχλή 2» της Μίκας Συμβουλίδου, κοιταγμένες μέσα από ένα «Παράθυρο με ρόδι», έκαναν πιο ζεστές τις νύχτες του μήνα που πήρε τ’ όνομά του από τον πιο διπρόσωπο θεό κι έδωσαν στον χώρο και πάλι, μες το καταχείμωνο, τη ζωή της θερινής του ταυτότητας και καλοκαιρίας. Με άλλα λόγια εκείνο το βράδυ δόθηκε παράταση νεότητας στα ετοιμόρροπα γηρατειά.

Το άλλο παρήγορο της προσπάθειας ήταν το αληθινά πολυπληθές, φιλότεχνο κοινό, το οποίο ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και συμμετείχε στην προσπάθεια. Ιδιαίτερες εικόνες – προεκτάσεις των πινάκων, τα νέα παιδιά, όπου κατεβαίνοντας τις σκάλες ενός πολύ οικείου τους χώρου, ουσιαστικά ανέβηκαν, προπάντων δίχως να προδώσουν την ηλικία τους. Αυτό το ελπιδοφόρο γεγονός δεν δίνει μόνο κουράγιο και στήριξη στους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, αλλά είναι ένα δείγμα ελπίδας και μια υπόσχεση «παρηγορίας», για να μην ξεχνάμε τον Γενάρχη, πως ίσως μας ακούσει και εισακούσει ο ουρανός.

Μια πραγματική «Ανάσταση», σαν αυτήν του Ιερομόναχου Διονύσιου, της «Γυναίκας τση Ζάκυθος» ήταν για όλους μας αυτή η ομαδική έκθεση, με πυροτεχνήματα χρωμάτων και αστέρια δημιουργίας. Ήταν «του Γενάρη το φεγγάρι», που ως γνωστό είναι «παρ’ ολίγο σαν ημέρα».

Αν συνεχίσουμε έτσι θα οδηγηθούμε και στο ξημέρωμα, με ήχους στίχων, χρωματισμούς πινάκων και νότες εωθινές. Κάτι τέτοιο το χρωστάμε στον τόπο μας και προπάντων στον εαυτό μας.

Η έκθεση στο Barrage ας είναι απλά το ξεκίνημα. Οι δημιουργοί υπάρχουν. Ας βρεθεί και το ανάλογο κοινό τους.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Μητροπολίτου Νιγηρίας Αλεξάνδρου: [ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ]

ΠΡΟΣΑΓΟΡΕΥΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΓΗΡΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
Κ.Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β΄
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΕΝΘΡΟΝΙΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΚΚΡΑΣ Κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΑΚΚΡΑ, 23 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011


Σεβασμιώτατοι ἀδελφοί, Μητροπολίτα Εἰρηνουπόλεως κ. Δημήτριε, Ζάμπιας και Μαλάουι κ. Ἰωακείμ, Θεοφιλέστατε Ἐπίσκοπε Μοζαμβίκης κ. Ἰωάννη,
Εὐλαβέστατοι Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας,
Ἐξοχώτατοι ἐκπρόσωποι Διπλωματικῶν Ἀρχῶν,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας,
Ἐκπρόσωποι ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν,
Εὐσεβέστατε λαέ τοῦ Θεοῦ,

Τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Θρόνου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας ταύτης κενωθέντος, ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἀποστολικῆς Ἕδρας τοῦ Ἁγίου Μάρκου, Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί Πάσης Ἀφρικῆς κ. Θεόδωρος καί ἡ περί Αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος, ἐξέλεξαν τόν ἀπό Ζιμπάμπουε Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην κ. Γεώργιον, ὡς νέον Μητροπολίτην τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Ἄκκρας.

Σεβασμιώτατε καί ἀγαπητέ ἀδελφέ Μητροπολῖτα Ἄκκρας κ. Γεώργιε,

Ὑπακούοντας μέ ταπείνωση καί προθυμία στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ὄργανο λειτουργικό στά χέρια Του, «σκεῦος ἐκλογῆς», ἀναλαμβάνεις σήμερα ἐπίσημα τήν διαποίμανση τῆς Ἐκκλησίας πού παροικεῖ στήν Ἄκκρα. Ἐπίσκοπος, ποιμένας, διδάσκαλος, πατέρας, ἀδελφός, μά πάνω ἀπό ὅλα «ἀπόστολος», δηλαδή διάκονος. Διάκονος τοῦ Θεοῦ καί τῶν μυστηρίων Του, τῶν ἀνθρώπων καί τῆς προσωπικῆς τους περιπέτειας καί ἀγωνίας.

Τό ἀποστολικό λειτούργημα εἶναι στάση ζωῆς καί μαθητεία καί ἀναμφίβολα «κεῖται εἰς προσωπικήν ἀνάστασιν ἤ πτῶσιν». Ἡ διακονία σου, ἡ πορεία σου, πρέπει νά κινηθεῖ ἀνάμεσα στούς ἄξονες κένωση καί πρόσληψη. Τό σχῆμα αὐτό δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστο. Εἶναι ἡ πορεία Ἐκείνου πού σέ ἐξέλεξε καί σέ ἀπέστειλε, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Καί ἐάν Ἐκεῖνος ἀποδέχτηκε καί καταδέχτηκε νά κενωθεῖ «μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ», πιστεύεις ὅτι ἔχεις ἄλλη ἐναλλακτική ἐπιλογή;
Ἐάν Ἐκεῖνος, ὁ Κύριος καί Θεός σου ἐπιμένει νά κωφεύει στήν παράκληση τοῦ Πέτρου «καλόν ἐστίν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» γιά διαρκῆ παραμονή στό Θαβώρ, καί ἐπιλέγει νά κατεβαίνει στήν ἱστορία γιά νά τήν μεταμορφώσει, στόν κόσμο πού «στενάζει καί συνωδίνει» γιά νά τόν προσλάβει καί νά τόν λυτρώσει ἀπό τόν «ἔσχατο ἐχθρό», πιστεύεις ὅτι ὑπάρχει ἄλλος δρόμος γιά σένα;
Μήν πτοηθεῖς μπροστά στό μέγεθος τῆς πρόκλησης, μή σκεφτεῖς τήν ἀδύναμη ἀνθρωποσύνη σου. «Ἀρκέσει ἡ χάρις Του. Ἡ γάρ δύναμις Του ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τελειοῦται».

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ Γεώργιε,

Ἡ Τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Γκάνας ζεῖ, ἀναπνέει καί κινεῖται ἐν μέσω ποικιλίας ἀνθρώπων, φυλῶν, παραδόσεων, ὁμολογιῶν, θρησκειῶν. Ἡ διακονία σου δέν μπορεῖ νά ἀγνοήσει αὐτή τήν πραγματικότητα. Μιά πραγματικότητα πού καθιστᾶ ἐπιτακτική τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ξένο, τό διαφορετικό, μέσα ἀπό τόν διάλογο καί τήν ἀποδοχή, ὄχι ἁπλά τήν ἀνοχή, ὥστε ἡ πίστη νά μήν γίνεται ἀφορμή καί αἰτία ἐρίδων μαχῶν καί ἀκαταστασιῶν, οὔτε δεκανίκι πολιτικῶν, ἐθνικιστικῶν κ.ἄ. στρατηγικῶν. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πίστη γενικότερα, εἶναι καί πρέπει νά παραμείνει φορέας καταλλαγῆς καί συμφιλίωσης τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους καί τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό. Καλεῖσαι ἑπομένως νά διαλεχθεῖς, νά συνομιλήσεις μέ τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί ἐκφράσεις, ἀλλά καί μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, ὅπως τό Ἰσλάμ καί τά Ἀφρικανικά Παραδοσιακά Θρηκεύματα.

Ἐκλογή καί ἐπιλογή σου, ἐπιλογή ὅλων μας, πρέπει νά εἶναι ὁ ἱεραποστολικός δρόμος καί τρόπος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ὅπως αὐτός χαράχθηκε καί ἐκφράστηκε στήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, στόν Ἄρειο Πάγο, μέ τήν ἀναγνώριση τῆς θρησκευτικότητας τῶν Ἀθηναίων, τῆς «εὐσέβειάς» τους καί τοῦ πόθου τους γιά γνωριμία μέ τήν «ἀλήθεια». Ὁ Παῦλος ἐπαινεῖ, δέν καταδικάζει καί ἔτσι μᾶς δείχνει τόν τρόπον τοῦ «κηρύττειν». Εἰσηγεῖται μιά «συνέχεια» μεταξύ αὐτῶν πρός τούς ὁποίους εὐαγγελιζόμεθα τό σωτήριον καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τόν ὁποῖο θέλουμε νά ὁδηγήσουμε τά βήματά τους. Τό «πῶς καί τό «τί» τοῦ κηρύγματός σου, σοῦ τό παρέχει ὁ τοπικός πολιτισμός, οἱ παραδόσεις, ἡ τέχνη, ἡ φιλοσοφία, καί θεο-λογία τῶν ἀνθρώπων, ὅλα αὐτά τά ἀποτυπώματα, τά χαράγματα τοῦ Θεοῦ καί τῆς σοφίας αἰώνων στίς καρδιές τους.
Εἶναι ἀναγκαῖο καί ἐποικοδομητικό γιά τήν Ὀρθοδοξία στήν Ἀφρική, νά ἀναγνωρίσει μιά ὑστέρηση χρονική καί τροπική στήν ἱεραποστολική της δραστηριότητα καί ἔστω τήν ἐσχάτη ὥρα νά ἀντιληφθοῦμε, συλλογικά πλέον, τήν ἀναγκαιότητα «ἀλλαγῆς παραδείγματος», ἐγκαταλείποντας ἱεραποστολικά μοντέλα πού παραπέμπουν σέ ἄλλες ἐποχές, ἄλλες λογικές, ἄλλη θεολογία, ἄλλες πολιτικές ἐπιλογές, ἱερουργοῦντες καθημερινά, μέ πόνο καί κόπο, ἀλλά κενωτικά καί ἀγαπητικά, τό μυστήριο τῆς Σάρκωσης στό ἐδῶ καί τώρα. Τό πάντοτε ἀνανεωτικό Πανάγιο Πνεῦμα, «ἡ συνεκτική καί δημιουργική τῶν ἁπάντων Θεοῦ Σοφία καί Δύναμις», μᾶς προσκαλεῖ νά ὑιοθετήσουμε νέες στάσεις ζωῆς καί νά «τείνομεν εὐήκοον οὖς» στίς προφητικές ἐκεῖνες φωνές, κληρικῶν καί λαїκῶν, πού ὅλο καί πληθαίνουν καί πού καλοῦν σέ ἀλλαγή ρότας, σέ ἀλλαγή νοῦ, σέ μετάνοια. Τό διακύβευμα, στήν ἀντίθετη περίπτωση, εἶναι ἡ ἴδια ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ εὐαγγελικός λόγος καί ἀλήθεια.

Τέλος, ἡ Ἐκκλησία σοῦ ζητᾶ, τό κήρυγμά σου νά μήν περιοριστεῖ μόνο «εἰς τούς ἐγγύς», ἀλλά νά ἀκουμπήσει καί «τούς μακράν» τῆς Ἀφρικανικῆς ἠπείρου καί πραγματικότητος εὑρισκόμενους. Μίλησε σέ ὅλους αὐτούς, πού δέν γνωρίζουν, δέν μποροῦν ἤ καί δέν θέλουν νά ἀντιληφθοῦν τήν «κοσμογονία» πού συντελεῖται αὐτή τή στιγμή στήν Ἀφρική. Μίλησέ τους γιά τήν Ἀφρική καί τήν Ἐκκλησία της πού κυοφορεῖ ἰδέες, θεολογία, νέες προσεγγίσεις καί κατηγορίες, σκέψεις, ἀγῶνες, ζωή καί ἐλπίδα. Γιά τήν Ἀφρική καί τήν Ἐκκλησία της πού δέν εἶναι δίκαιο νά τήν ἐκλαμβάνουν ὡς μόνιμο ἀποδέκτη ἰδεῶν, ἀπόψεων, προτάσεων, θεολογικοῦ λόγου καί προβληματισμοῦ, ἀλλά πού ἔφτασε καιρός νά τήν ἀποδεχθοῦν ὡς ταμεῖο ἀπό τό ὁποῖο πολλά μποροῦν νά ἀντλήσουν καί νά ὠφεληθοῦν οἱ ἴδιοι. Γιά τήν Ἀφρική, πού, ἐνῶ θά ἤθελε ὅλους τούς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς νά συμμετάσχουν σ’αὐτή τήν διεργασία, δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ἐθνικιστικές περί ἐκκλησίας προσεγγίσεις. Γιά τήν Ἀφρική, πού ξέρει ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔστω τελικά καί μόνη, θά διέλθει «καί τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
Διαβεβαίωνε, σέ κάθε εὐκαιρία, ὅλους τούς «μακράν ἡμῶν» εὑρισκόμενους ἀδελφούς τοῦ πρώτου λεγόμενου κόσμου, ὅτι τούς ἐνθυμούμεθα μέ πολλή ἀγάπη στίς προσευχές μας. Πονᾶμε βλέποντας τόν ραγδαῖο ἀποχριστιανισμό τῶν χωρῶν τους, τήν πνευματική ἐρήμωση καί τή νέκρωση τῆς ἐλπίδας στίς καρδιές τους, τήν ὥρα πού ἐμεῖς, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί παρά τά ἐμπόδια καί τίς πολλές δυσκολίες μας, βιώνουμε καθημερινά τήν Ἀνάσταση στίς κοινότητες μας καί στίς καρδιές μας. «Ὃτι στεῖρα ἔτεκεν ἡ ἐξ Ἐθνῶν Ἐκκλησία καί ἡ πολλή ἐν τέκνοις ἠσθένησε συναγωγή» (Εἰρμός Προεορτίου Κανόνα, 21 Δεκεμβρίου). Θά συντρέξουμε κάθε προσπάθειά τους γιά ἐπανευαγγελισμό τῶν χωρῶν τους.

Σεβασμιώτατε Ἅγιε ἀδελφέ,

Τά ἔτη τῆς ἀρχιερατείας σου νά εἶναι πολλά. Ἡ διακονία σου καρποφόρος καί δημιουργική. Πάντοτε νά εἶσαι γιά τούς ἀδελφούς σου, κληρικούς καί λαϊκούς, τό θέλημα τοῦ Πατρός, ὁ Υἱός Λόγος ἐν τῶ μέσῳ αὐτῶν, ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας στίς καρδιές τους.

Σέ ἀσπάζεται πατρικά καί σέ εὐλογεῖ ὁ πολυσέβαστός μας Πατριάρχης προσευχόμενος ἡ χάρις τοῦ Ἐπιφανέντος Κυρίου νά σέ ἐπισκιάζει, νά σέ στηρίζει καί νά σέ ἐνδυναμώνει, καί καρδιακά εὐχόμενος πάντοτε τό φῶς σου νά λάμπει «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων».

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Εξαιρετικά δυσάρεστο το συναίσθημα του φόβου, σαν φράκτης της ελπίδας μ’ αγκαθωτό μεταλλικό πλέγμα, όμοιο μ’ εκείνο που σχεδιάζουν να στολίσουν τις λασπερές όχθες του Έβρου. Τυλίγεται σαν ώριμος βόας, έτοιμος να συνθλίψει κάθε αισιοδοξία για οποιαδήποτε ατομική και κοινωνική πρόοδο. Πραγματικοί και υποθετικοί κίνδυνοι αναπαράγονται και αναμασιούνται, και μια μόνιμη γεύση πικρίας μουνταίνει την ατμόσφαιρα σε ένα διαρκές φοβούμαι και φοβίζω, με όσα συμβαίνουν και για όσα πρόκειται να συμβούν.

Ο φόβος, πολλές φορές και σταδιακά, εξελίσσεται σε φοβία, μόνιμο δεύτερο συνθετικό γνωστών τυραννικών ψυχολογικών καταστάσεων, όπως ανθρωπο-φοβία, αγορα-φοβία, υψο-φοβία, μυο-φοβία, κενο-φοβία, κλειστο-φοβία κ.ά.

Η σημερινή βαθιά οικονομική κρίση, γέννημα και θρέμμα της πολιτικής και ηθικής κρίσης, τροφοδοτεί και αναζωπυρώνει το φόβο που κουβαλάει καθένας μας από τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, γίνεται συγκεκριμένος και ορατός σε ένα αβέβαιο, διεθνές και εχθρικό καπιταλιστικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες το δίκαιο παραδόθηκε στο λαϊκισμό της ανομίας και στον ξέφρενο δανεικό πλουτισμό. Ο φόβος απέναντι στο νόμο και στις συνέπειες της ανυπακοής του δεν παραμέρισε για να δώσει τόπο στην «αιδώ και τη δίκη», αφού η κοινωνία με τους πολιτικούς που εξέλεξε δεν πρόταξε την καλλιέργεια και την πνευματική αναβάθμισή της, ώστε σταδιακά να εξαλείψει την ψυχολογική αυτή βία.

Η λαϊκή φράση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα», η πιθανότητα, δηλαδή, ενδεχόμενης τιμωρίας που δρα αποτρεπτικά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει άμεσος, ορατός κίνδυνος αποκάλυψης μιας παράνομης πράξης, έχει πολύ βαθιές ρίζες. Μοιάζει σαν να μην έχει ξεκολλήσει ο άνθρωπος από το μηδέν στην κλίμακα της προόδου ή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασής του. Ο Αισχύλος, στο έργο του «Ευμενίδες» (στιχ 516-524), θέτει στο στόμα του Χορού ότι στην πόλη πρέπει να υπάρχει (απαραιτήτως) ο φόβος της τιμωρίας, του κολασμού των πολιτών για τα αδικήματα που διαπράττουν, γιατί αν εκλείψει ο φόβος, κανένας δε θα σέβεται το δίκαιο. Η δε θεά Αθηνά εισάγοντας το θεσμό του Αρείου Πάγου, ως ανώτατου δικαστηρίου, λέει, ότι επάνω σ΄ αυτό το βράχο (Πάγον) «σέβας αστών φόβος τε συγγενής το μη αδικείν σχήσει τ΄ ήμαρ και κατ΄ ευφρόνην ομώς…», δηλαδή, ο σεβασμός και ο αδελφός του ο φόβος θα συγκρατούν τους πολίτες από την αδικία ημέρα και νύχτα, και ότι (στ 698-699) δεν πρέπει ο φόβος να λείψει από την πόλη, γιατί ποιος άνθρωπος, χωρίς να φοβάται τίποτε, μπορεί να είναι δίκαιος; («και μη το δεινόν παν πόλεως έξω βαλείν. Τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών;»)

Και ο Σοφοκλής στον Αίαντα (στ 1073-1076) δια στόματος του Μενέλαου, λέει, υπαινισσόμενος τις αυστηρές αρχές των Σπαρτιατών, ότι στην πολιτεία δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσουν οι νόμοι όπως πρέπει, αν δεν υπάρχει ο φόβος, ούτε και ο στρατός θα μπορούσε να κυβερνηθεί σωστά, αν δεν είχε ως στήριγμα (αμυντική δύναμη) το φόβο και την εντροπή («ου γαρ ποτ΄ ουτ΄ αν εν πόλει νόμοι καλώς φέροντ΄ αν, ένθα μη καθεσήκει δέος, ουτ΄ αν στρατός γε σωφρώνως άρχοιτ΄ έτι, μηδέν φόβου πρόβλημα μηδ΄ αιδούς έχων»).

Ο Αθηναίος, εξάλλου, πολιτικός, συγγραφέας και τύραννος Κριτίας (5ος αι. π.Χ.), που εθεωρείτο άθεος, στο σατιρικό του δράμα με τον τίτλο «Σίσυφος» χαρακτήριζε την αντίληψη για την ύπαρξη των θεών ως επινόηση παλαιού σοφού νομοθέτη, ο οποίος απέβλεπε στη δια του φόβου των θεών αποτροπή των ανθρώπων από τις κακές και άδικες πράξεις. («…κάπειτά μοι δοκούσιν νόμους θέσθαι κολαστάς, ίνα δίκη τύρανος η … έπειτ΄ επειδή ταμφανή μεν οι νόμοι απέργον αυτούς έργα μη πράσσειν βία λάθρα δ΄ έπρασσον, τηνικαύτα μοι δοκεί…πυκνός τις και σοφός γνώμην ανήρ (θεών) δέος θνητοίσιν εξευρείν, όπως είη τι δείγμα τοις κακοίσι, καν λάθρα πράσσωσιν ή λέγωσιν ή φρονώσι τι…»). «Και έπειτα νομίζω ότι έθεσαν οι άνθρωποι νόμους για τιμωρία όσων παρεκτρέπονται και για να βασιλεύει η δικαιοσύνη… επειδή όμως οι μεν νόμοι κωλύουν τους ανθρώπους από τις εμφανείς κακές τους πράξεις δεν συγκρατούν όμως αυτούς που τις πράττουν κρυφά, γι αυτό νομίζω ότι κάποιος τετραπέρατος και σοφός άνθρωπος επινόησε το φόβο των θεών, για να υπάρχει κάποιος ανασχετικός ισχυρός φόβος σ’ εκείνους οι οποίοι πράττουν λέγουν ή διανοούνται, έστω και κρυφά, κακά πράγματα».

Οι σύγχρονοι χριστιανοί θεολόγοι ερμηνεύουν το φόβο Θεού ως δέος και σεβασμό προς το άκτιστο, την ανώτερη δύναμη που γέννησε τον κόσμο, στην προσπάθειά τους να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τα αιχμηρά καρφιά του φόβου και της δουλείας. (π. Βασίλειος Θερμός: «Ο Έρωτας του Απόλυτου»)

Η σημερινή Ελληνική κοινωνία δυσπιστεί και φοβάται να υπακούσει στους νόμους, όχι μόνον γιατί έτσι την δίδαξαν δικαστές και πολιτικοί αφού η τιμωρία για τις σοβαρές παρεκτροπές και αδικίες, ιδιαίτερα στη διοίκηση και στην οικονομία , είναι υποτυπώδης αν όχι ανύπαρκτη, αλλά και γιατί οι νέοι νόμοι οδηγούν σε μεγαλύτερη αδικία και αλλοιώνουν τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Έτσι πολλές φορές παρατηρούμε ότι η φράση «ο φόβος φυλάει τα έρμα» κατευθύνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων προς ατομικές λύσεις που μοιάζουν με αυτοδικία και απόρριψη της επίσημης νομοθεσίας.

Στη δημοκρατία οι νόμοι αλλάζουν και βελτιώνονται μέσα από δημοκρατικούς συλλογικούς αγώνες που αναγκάζουν κυβερνήσεις κι εμπνέουν νομοθέτες, ώστε να παραγκωνίζονται άμυαλοι τεχνοκράτες καπιταλιστές. Στις μέρες μας κυριαρχεί ο εκφοβισμός της κοινωνίας για το αβέβαιο μέλλον που μαζί με την ομηρεία της ανεργίας, της φτώχιας και των δυσβάστακτων δανείων απομονώνουν τους πολίτες με αποτέλεσμα ηττοπαθείς κι ανήμποροι να χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους.

Ο φόβος από την πτώση εξαρτάται από το βάθος της χαράδρας και το χρόνο παραμονής. Τα άλματα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στο συμπαντικό χαοτικό περιβάλλον όπου η αφύπνιση διεγείρει άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης δύναμης. Τότε η ρήση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα» θα είναι ένα σκαλοπάτι πριν τον εξοστρακισμό του φόβου και την εδραίωση του σεβασμού ως ακρογωνιαίου λίθου της συνοχής της κοινωνίας και της προσωπικής ευτυχίας.

Ζάκυνθος, 24-1-2011

Εικονογράφηση: Γιάννη Αδαμάκου, Ο χώρος ανάμεσά μας, Μεικτή τεχνική, 2005.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΧΑΡΗΣ Ο ΒΑΡΚΑΡΗΣ (διήγημα)


στον Περικλή τον Σταύρακα

Εψές στο αντάμωμα βαρέθηκα τη βουβαμάρα. Κάτι προσπάθησε ο πατέρας μου, μάταια όμως. Κανείς δεν είχε διάθεση για επικοινωνία. Καθόμασταν όλοι σε ένα τεράστιο μοναστηριακό τραπέζι με πλήθος εδεσμάτων απλωμένα επάνω του. Ήταν εκεί θείες και θείοι και αρκετοί φίλοι των δικών μου. Ακόμη και ο ποιητής. Κάτι προσπάθησα να του πω για τα λογοτεχνικά δρώμενα, μα με αντιμετώπισε λες και του τάραξα την ησυχία. Κοίταξα το τραπέζι. Πλούτος. Μα κανείς δεν έτρωγε. Προβληματίστηκα.

«Θα περιμένουνε τα όργανα», σκέφτηκα. Μα πέρναγε η ώρα και κανείς δεν έπαιζε παρά μόνο τα στρατιωτάκια ακούνητα και αμίλητα. Ακόμη και ο ήλιος λες και ήταν χάρτινος. Φορούσαμε όμως όλοι τα καλά μας. Κάτι γιορτάζαμε. Μα δεν έβρισκα το λόγο. Ο πατέρας μου με ρώτησε για τη μάνα.

- Έχει πάει στον Περικλή, του είπα και συνέχισα την προσπάθεια με τον ποιητή.

-Δεν είμαι εγώ αλλά ο αδελφός του, μου απάντησε.

«Απόλυτη ομοιότητα», διέκρινα και γύρισα τη ματιά μου απέναντι. Από αντίκρυ φάνηκε κόσμος συγκεντρωμένος στην είσοδο της πολυκατοικίας στο λόφο. Να σου και η μάνα μου, με τη μαγκούρα ν’ αγωνίζεται να σταθεί. Σηκώθηκα, κοίταξα γύρω μου και, ανάμεσα στους αγέλαστους, πήρα την έγκριση του πατέρα μου.

- Πάω να πάρω τη μάνα και θα ξανάρθω, τού είπα κι έφυγα από τη μάζωξη. Έφυγα με ήλιο και πιο κάτω συννέφιασε. Ο Χάρης με περίμενε.

- Θα με περάσεις απέναντι; τον ρώτησα. Έριξε τα κουπιά και άρχισε να τραβάει τη θάλασσα. Δίπλα στον κόλπο ήταν το μονοπάτι. Ανέβηκα και άρχισα να ζεσταίνομαι. Τι τόπος και αυτός. Από τη μια λιακάδα και να κρυώνεις και από την άλλη νοτιάς και συννεφιά και να καίγεσαι. Λίγο πιο πάνω σταμάτησα. Τον είδα να έρχεται. Φορούσε τα γαμπριάτικά του και ήταν έτοιμος για την συνάντηση.

- Ρε Περικλή, τι κάνεις εδώ κάτω; Άφησες τον κόσμο μόνο του; φώναξα. Απάντηση δεν πήρα. Με κοίταξε απλά και περνώντας από την εκκλησούλα των Αγίων Ασωμάτων έριξε ένα νόμισμα πάνω στην αναποδογυρισμένη από την εγκατάλειψη τράπεζα. Κατόπι κατηφόρισε το μονοπάτι και μπήκε στη βάρκα του Χάρη. Τους αγνάντευα που ξεμάκραιναν. Ο βαρκάρης δεν θα γύριζε πια. Άλλωστε δεν είχα κέρματα και η διαδρομή απαιτούσε αντίτιμο.

Βγήκα στο δρόμο. Όλα γίνηκαν ευκολότερα. Μα πέτρες παντού. «Άκρο Ταίναρο» έγραφε η ταμπέλα και, αφήνοντας τις πύλες πίσω μου, άκουσα ένα μελίσσι που ζωηρά δειπνούσε στους ασφοδέλους.


 
[Εικονογράφηση: Ο Ψυχοπομπός, έργο Alexander Dmitrievich Litovchenko (1835-1890)]

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Διονύση Σέρρα, «Η Μαγεία και η παρουσία της στο έργο του Διονύση Ρώμα». Ομιλία, Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Ζάκυνθος 2011

Της Κατερίνας Δεμέτη


Με τη δημοσίευση της ομιλίας του φιλόλογου – εκδότη των Επτανησιακών Φύλλων κ. Διονύση Σέρρα, επισφραγίζεται η πολύ επιτυχημένη εκδήλωση που πραγματοποίησε το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στην εκδήλωση για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2010.

Η ομιλία, που έγινε το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, πραγματοποιήθηκε για να τιμηθεί ο δεύτερος κατά σειρά Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μουσείου (1961-1981), ως συμβολή στα τριάντα χρόνια από το θάνατό του (1906-1981), που συμπληρώνονται εφέτος.


Το θέμα της ομιλίας: «Η Μαγεία και η παρουσία της στο έργο του Διονύση Ρώμα», γλαφυρό και πρωτότυπο, συγκίνησε τους ακροατές και έδωσε τη διάσταση που άρμοζε στην θεματική που όρισε το Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων: «Η Μαγεία στο χώρο και το χρόνο», τιμώντας παράλληλα το Διονύση Ρώμα, που αποτέλεσε μία από τις πνευματικές μορφές, που ευλόγησαν με τον ούριο άνεμο της πνευματικότητάς τους τα πανιά, που άνοιξε το «Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων».

Το δημοσιευμένο κείμενο της ομιλίας, θα μαγέψει τους αναγνώστες, καθώς κυκλοφορεί ολοκληρωμένο, μαζί με κάποια «κομμάτια», που είχαν παραληφθεί κατά την εκφώνησή του, για εξοικονόμηση χρόνου, με τις απαραίτητες σημειώσεις.

Ο κ. Σέρρας αναπτύσσει διεξοδικά το θέμα της Μαγείας, ακολουθώντας κατά το δυνατόν μία διεπιστημονική προσέγγιση.

«Αποδελτιώνει» τα έργα του Ρώμα που γίνεται χρήση της λέξης Μαγεία στον τίτλο τους, με την κυριολεκτική ή την μεταφορική σημασία της. Τέτοιοι ενδεικτικοί τίτλοι από τα χρονογραφήματά του είναι οι: «Μαθητευόμενοι Μάγοι», «Πρόσφυγες και μάγοι», «Κομπογιαννίτες», «Ορφικά», «Γόητες», «Γιατροσόφια» και πολλοί άλλοι.

Κατόπιν παρουσιάζει, σε μία δεύτερη ενότητα, τα θεατρικά έργα, στα οποία γίνεται λεκτική αναφορά στη Μαγεία και ειδικότερα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» και στον «Καζανόβα στην Κέρκυρα», αλλά και τις επιστολές του Ρώμα προς διάφορα πρόσωπα, όπως στον ζωγράφο Dicky Sargint και στον δικηγόρο και εκδότη της εφημερίδας Ηχώ της Ζακύνθου, Δημήτριο Κοριατόπουλο.

Στην τρίτη και πιο σημαντική ενότητα, αποθησαυρίζει από τον ανολοκλήρωτο Περίπλου, άφθονες πληροφορίες γύρω από το θέμα, το οποίο ο Ρώμας το επεξεργάζεται με επιστημονική ακρίβεια. Μέσα στον Περίπλου γίνονται αναφορές σε μάγους, μάγισσες, γιατροσόφια και ξόρκια, σε γνωστούς αλχημιστές και ιατροφιλοσόφους, σε ωροσκόπια και ζώδια, στον κλήδονα, στις νεράιδες και στα ξωτικά, αλλά και στους ποικίλους τρόπους πρόβλεψης του μέλλοντος.

Αλλά το σπουδαιότερο, ο κ. Σέρρας εντοπίζει σημεία μέσα στο έργο του Ρώμα, που μαγεύουν πραγματικά με τη λογοτεχνική επεξεργασία τους και ιχνογραφούν την εικόνα ενός νησιού που δεν έχει ακόμα αλωθεί από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη. Με τον ίδιο πάνω κάτω τρόπο που ο παλαιολιθικός κυνηγός και ζωγράφος, «φυλάκιζε» στις βραχογραφίες το θήραμα, ο Ρώμας φυλακίζει στο έργο του την μαγική εικόνα της Ζακύνθου, που υπεραγαπά. Στο νου του η λογοτεχνική αναπαράσταση δεν είναι παρά η πρόβλεψη του ιδεατού αποτελέσματος.

Και έτσι μας υποδεικνύει να την βλέπουμε κι εμείς, με τα μάτια της φαντασίας μας, μέσα από τη μαγική του πένα.

Κρατώντας την όμως έτσι φυλακισμένη, ίσως θα μπορέσουμε να την πλησιάσουμε περισσότερο, γιατί αυτό που μετά τους σεισμούς του ’53 εντόπιζε εκείνος, εμείς ακόμα δεν το έχουμε κατορθώσει.

Έγραφε λοιπόν ο Ρώμας το 1955: «Χωριστά ο καθένας μας ελάχιστη υλική συνδρομή μπορεί να προσφέρει στην καταρρακωμένη μας πατρίδα –όλοι μαζί όμως αποτελούμε ένα ηθικό έρεισμα τεράστιας σημασίας! Δεν ζητάει πια την υλική μας βοήθεια η βαρειόμοιρη Ζάκυνθος, δεν αποτείνεται στο ατομικό μας βαλάντιο, αλλά στο νου, την ψυχή και τις καρδιές μας! Μονάχα όταν ολόκληρο το εγώ μας πλημμυρίσει από πίστη και ελπίδα. Τότε θα χαλυβδωθούνε και τα μπράτσα που θα δημιουργήσουνε το νέο «Φιόρο του Λεβάντε»…

Ας ευχηθούμε, ενστερνιζόμενοι απόλυτα την άποψη που ο Ρώμας διατύπωνε, ότι ο ούριος άνεμος θα φυσήξει και στην εικόνα της ονειρεμένης πατρίδας μας, για να την φυλακίσουμε μέχρι να γίνει πραγματική…

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο ερωτισμός της μηχανής σε μια εκ των υστέρων φωτογράφηση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το ότι πολλοί από τους τελευταίους λογοτέχνες, στην πλειοψηφία τους ποιητές, Ζακύνθιοι, νεοέλληνες και ξένοι, ασχολήθηκαν τα τελευταία χρόνια στους στίχους και στην έμπνευσή τους και με την μηχανή, κυρίως, μάλιστα, με την καθαρά ερωτική της διάσταση, προέκταση και έκφραση, δηλώνει, θέλω να πιστεύω, ως συμμέτοχος και συνένοχός τους κι’ εγώ, πολλά και σημαντικά.

Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, τον Δεκέμβρη του 2007, ο εκ της Συμπρωτεύουσας πολυτάλαντος και πολύπλευρος Σπύρος Λαζαρίδης κυκλοφόρησε ή πιο σωστά συγκέντρωσε και πρόσφερε στο αναγνωστικό και όχι μόνο κοινό έναν πολυσέλιδο και πολυδιάστατο τόμο με τον τίτλο «Ενδοσκεληδόν», ο οποίος, όπως ο υπότιτλος διευκρινίζει και ξεκαθαρίζει, είναι μια «Ανθολογία έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσικλετιστές». Η σημαντική αυτή έκδοση, με πρόλογο του ιδιάζοντος Ντίνου Χριστιανόπουλου, επίσης ποιητή της Θεσσαλονίκης, όπως και ο ανθολόγος, είδε το φως της δημοσιότητας το 1998 από τις εκδόσεις «Ζήτρος», στις οποίες ο εμπνευστής της είχε εμπιστευτεί, σε δεύτερη έκδοση, το συναφές βιβλίο του «Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία», το οποίο πρωτοτυπώθηκε πριν δύο χρόνια, το 1986, από τις εκδόσεις της «Διαγωνίου» και στην ουσία είναι ένα προοίμιο του προηγούμενου.

«Ξέροντας τον ανθολόγο», σημειώνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στον πρόλογό του, «πιο καλά απ’ ότι ξέρω το αντικείμενό του, μπορώ να βεβαιώσω ότι απ’ όλη αυτή την ιστορία δε θα βγει κανείς ζημιωμένος, ούτε το θέμα ούτε οι αναγνώστες. Τόσο αυτοί που παθαίνονται με τη μοτοσυκλέτα, όσο κι αυτοί που αγαπούν τη λογοτεχνία, είμαι σίγουρος πως από μέσα τους θα πουν στον ανθολόγο ένα μεγάλο ευχαριστώ».

Αυτήν την διαπίστωση πρέπει, πιστεύω, ελαφρώς παραλλαγμένη, να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς για το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση: «Μοτο ερωτισμός και συναμαρτούμενα…», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Έντυπο» κι αν όχι κάτι άλλο, δίνει νεανικότητα και δροσιά στις ανέραστα γκρίζες μέρες που ζούμε.

Η μηχανή είχε και έχει σχέση με τη νεότητα. Αυτοί που την κατηγορούν και την φοβούνται καθομοιάζονται με τα φρικτά εκείνα γραΐδια, όχι του έχοντος φέτος την τιμητική του Παπαδιαμάντη, αλλά του δίχως να προηγηθεί νεότητα, θανάτου, τα οποία παρηγορούν την παντοειδή τους στέρηση με εκφοβισμούς και ηθικές διαπιστώσεις συντηρητικών παραδειγματισμών, επιθυμώντας, σαν την πονηρή, αισώπεια αλεπού, να κολοβωθούν και όλοι οι άλλοι, μη αντέχοντας την μοναξιά της φθοράς και την καθημερινότητα του επερχόμενου και γι’ αυτούς προϋπάρχοντος τέλους.

Μα η μοτοσυκλέτα, σε πείσμα όλων αυτών, είναι αιτία και απαύγασμα φυγής, είτε συναισθηματικής, είτε πραγματικής. Κρύβει τον κίνδυνο και τον θάνατο, όπως ακριβώς και ο έρωτας. Σαν τη ζωή περιέχει την ομορφιά και την ενόχληση, τον βιοπορισμό και την ψυχαγωγία, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση. Αυτά ο «Ευαίσθητος Μηχανόβιος» της πρωταρχικής και πρωτοπόρας Ε.Ρ.Ζ, της «Κυρά – Ροζίτας», όπως τότε την έλεγε, τα ξανάφερε στην μνήμη του, τα μετέτρεψε σε κρίκους, τα συνέθεσε σε αλυσίδα και τα παρέχει όχι σαν θύμισες και νοσταλγίες, αλλά σαν θεμέλια βιωτής σε όσους ανοίξουν και μελετήσουν το βιβλίο του.

«Τώρα που μένουμε μαζί / μου λείπει / ό,τι χωρούσε στο φιλί της καληνύχτας / μα πιο πολύ η εικόνα σου / να χαιρετάς μαρσάροντας ανάμεσα στα φώτα», εκμυστηρεύεται η Ολυμπία Σταύρου σ’ ένα ολιγόστιχο, γι’ αυτό και περιεκτικό ποίημά της. Την αληθινή του ανάλυση την πραγματοποιούμε και την χαιρόμαστε ουσιαστικά ξεφυλλίζοντας και μελετώντας, ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση. Μαζί του ταξιδεύουμε έχοντας τον κίνδυνο του μη κινδύνου, είτε σε «μοναχικά …αυτοΕρωτικά ταξίδια», είτε σε ομαδικές αποδράσεις.

Μια γενιά, αυτή του 60, που τώρα, όπως ο ίδιος συγγραφέας και παιδί της μάς διηγείται, είναι πια, «60+», αυτοαποκαλύπτεται από τις τυπωμένες αυτές σελίδες και είτε μαυρόασπρα, είτε πρώιμα ή όψιμα έγχρωμα, βγάζει κάτω από το στρώμα το «Καρδιοχτύπι» και το φανερώνει –είναι πταίσμα πια-, χαίρεται που οι δικοί της Beetles και Rooling Stone έγιναν κλασσικοί και ακούγονται συχνά – πυκνά από το «Τρίτο», μαζί με άλλους επώνυμους, επαναφέρει την εποχή του αυθόρμητου γυμνισμού στα χρόνια της ισοπεδωτικής γυμνότητας και διεκδικεί τα αρμόζοντα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου γνωρίζει τον συγγραφέα, έτσι ακριβώς όπως τον πρωτοσυνάντησε ο «ψυχίατρος και φίλος του μοτοσικλετιστής» Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος και μας το περιγράφει στο «εισαγωγικό σχόλιο – παρουσίαση», ερχόμενο, πάνω σε μοτοσυκλέτα, από αντίθετη κατεύθυνση. Αυτός με την BMW του και ο αναγνώστης με την HONDA του.

Η ανάγνωση εδώ περιέχει τον «θάνατο του μηχανόβιου και τον ερωτισμό των …. θεατών» - αναγνωστών, για να παραλλάξουμε ελαφρώς, αν κάτι τέτοιο θεωρείται παραλλαγή, τον τίτλο ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου. Και επειδή το κεφάλαιο αυτό εφάπτεται κάπως περισσότερο στα ενδιαφέροντά μας, αντιγράφουμε από τις σελίδες του: «Πολλοί Συγγραφείς, Ποιητές, Ζωγράφοι, Σκιτσογράφοι, Σκηνοθέτες …… ασχολήθηκαν πολύ σοβαρά και με μεγάλη ευαισθησία, για τούτο το επιγραμματικό Φινάλε – CRASH TEST των Μηχανόβιων: την πιο Φαμόζα στιγμή της σύντομης, είτε μακρόχρονης μηχανόβιας ζωής τους. Διηγήματα, Ποιήματα, Σχέδια, Ταινίες, αφιέρωσαν χρόνο και πάθος για να μας μεταφέρουν τον … πόνο τση ξαφνικής απώλειας. Κάτι που όλοι μας, συχνά χάνοντας ένα φίλο, έναν παλιό σύντροφο ταξιδιωτικών και όχι μόνο διαδρομών, μοιρολογώντας τον, ο καθείς με τον τρόπο του, είτε συνοδεύοντας τον με τις μηχανές στην τελευταία του κατοικία, μπήκαμε αυτόματα και στιγμιαία στη θέση του, πέρα απ’ την απώλεια και την μόνιμη πια έλλειψή του! ντοκουμεντάροντας και οριστικοποιώντας τις όποιες … Επιλογές μας. Αυτό το αδρανές Κοινό, πλην όμως συγκινησιακά ευκολοαυτοερεθιζόμενο, πρόθυμα πλαισιώνει το κάδρο της εκάστοτε, εκ των υστέρων φωτογράφησης, παρατηρώντας επισταμένως την τελική εικαστική και αιματοβαμμένη Παραμόρφωση των ξορκισμένων μοναχικών Ειδώλων – Αναβατών στις … ασυνείδητες και ανομολόγητες φαντασιώσεις τους».

Από τα παραπάνω εμείς στεκόμαστε σε μια περιεκτική και πολλαπλά ερμηνευόμενη φράση, η οποία πιστεύουμε πως χαρακτηρίζει το βιβλίο και την επισημαίνουμε: «εκ των υστέρων φωτογράφηση». Ναι, αυτό ακριβώς μας χαρίζει η έκδοση. Φωτογραφίζει, αποτυπώνει και διαιωνίζει ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν και παρά τα μέσα της τεχνολογίας, τα οποία πολύ σωστά ακολουθεί, τα απεικονίζει με την αισθητική και το πνεύμα της εποχής τους.

Αν κάποιους σκανδάλισε, αυτό είναι η επιτυχία του. Ο κόσμος λίγο άλλαξε. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια, παρά τις ουτοπίες. Ευτυχισμένοι αυτοί που έζησαν ή πιο σωστά βίωσαν την ταχύτητα του ερωτισμού και την ηδονή της ταχύτητας.

Η Ιθάκη είναι το ταξίδι!

Μια μηχανή μπορεί να γίνει το καράβι.
Related Posts with Thumbnails