© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Μια ακόμη αναβίωση της Γκιόστρας

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Όταν το 2005 ξεκίνησε η προσπάθεια της αναβίωσης της περίφημης Γκιόστρας της Ζακύνθου, η οποία σύμφωνα με τους ιστορικούς μας (Σπυρίδων Δε Βιάζης), αλλά και πολλούς ξένους περιηγητές (Tomas Dallam), όπου επισκέφθηκαν το νησί μας και αργότερα αποτύπωσαν σε τυπωμένο χαρτί τις εντυπώσεις τους από αυτό, ήταν το σημαντικότερο γεγονός της χρονιάς για τον τόπο, οι κοσμαγάπητοι αυτοί ιππικοί αγώνες ήταν πια ξεχασμένοι και μόνο κάποιοι λόγιοι και μελετητές της ντόπιας ιστορίας, τους συναντούσαν στις έρευνές τους και τις αναδιφήσεις τους.

Σήμερα η Ζακυνθινή Γκιόστρα όχι μόνο έχει αποκτήσει πανευρωπαϊκό χαρακτήρα, με τη συμμετοχή στις εκδηλώσεις της και άλλων χωρών, με παρόμοιες αναζητήσεις (Ιταλία, Σλοβακία, Σαν Μαρίνο), αλλά έχει επανέλθει ουσιαστικά και οριστικά στην καθημερινότητα των κατοίκων του παλαιού «Φιόρου του Λεβάντε» και χρόνο με το χρόνο γίνηκε το σημαντικότερο και κυριότερο γεγονός του σύγχρονου καρναβαλιού του νησιού.

Η επιτυχία αυτή οφείλεται στις μεθοδευμένες και άοκνες προσπάθειες, που καταβάλει όλο το χρόνο η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία διοργανώνει την σημαντική αναβίωση, αλλά και στο αγκάλιασμα της όλης προσπάθειας από τους ανθρώπους του πνεύματος, των γραμμάτων και της τέχνης, οι οποίοι σαν κάτι το ουσιαστικό και βγαλμένο από την ιστορία και την τοπική παράδοση του νησιού, όπου είναι, το στηρίζουν και, ο καθένας με τον τρόπο του, το βοηθούν και το ενισχύουν.

Τα ειδικά φυλλάδια, τα οποία κάθε χρόνο, παράλληλα με τις εκδηλώσεις, εκδίδει το Σωματείο με ιστορικά κείμενα και ανακοινώσεις, οι οποίες προσθέτουν πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία του «Ιππηλασίου», η σημαντική ημερίδα όπου διοργανώθηκε τον περασμένο Απρίλιο με θέμα της την «Γκιόστρα στη Ζάκυνθο», αλλά και η φιλοτέχνηση εικαστικών έργων, τα οποία σκοπό τους είχαν και έχουν να χρησιμοποιηθούν για τις αφίσες της, στάθηκαν αιτία σύγχρονης δημιουργίας και αφορμή περαιτέρω έρευνας. Στα ίδια πλαίσια πρέπει να εντάξουμε την προσφορά της αναβίωσης με την γραφή νέων σημαντικών ποιημάτων, από νέους δημιουργούς του νησιού, που θέμα τους έχουν την ιστορική Γκιόστρα ή αυτή στάθηκε πηγή έμπνευσης και συμβολισμού στην γραφή τους.

Φέτος, μάλιστα, με την παιδική Γκιόστρα, που θα πραγματοποιηθεί παράλληλα με την μεγάλη, το σημαντικό αυτό κομμάτι της τζαντιώτικης ιστορίας και του επτανησιώτικου πολιτισμού θα κληροδοτηθεί στην νεότερη γενιά και με τον τρόπο αυτό θα διασφαλισθεί η συνέχεια και επιβίωσή της.

Από τον καιρό που τα πέταλα των αλόγων ακούστηκαν στον μακρινό Αρίγκο, δίπλα από την παλιά μας πόλη, η οποία για λόγους ασφάλειας βρισκόταν μέσα από τα τείχη του Κάστρου, έως και τις μέρες μας, όπου τα χλιμιντρίσματα δίνουν πνοή και πάλι στον γνώριμό τους χώρο της Πλατείας Ρούγας, η Γκιόστρα αγαπήθηκε από όλους τους ενοίκους του νησιού και έτσι όπως ανάγκασε παλιότερα τους κατοίκους των χωριών, ακόμα και των πιο απομακρυσμένων και ορεινών, να «μπουν τη Χώρα», πείθει και σήμερα τους νεότερους απογόνους τους να βγουν στους δρόμους και να αναπαραστήσουν το γνήσιο παρελθόν τους. Είναι που η Γκιόστρα είναι κάτι το υπαρκτό και αληθινό, κάτι που προϋπήρχε και απ’ ότι φαίνεται θα εξακολουθεί να υπάρχει, δίχως να δίνει μομφή στους οπαδούς της για την συμμετοχή και χωρίς να τους κάνει να μιμούνται κάτι ξένο, απαρνούμενοι τον εαυτό τους.

Οι μορφές της είναι πολλές και η παρουσία της πολυδιάστατη και διαταξική. Εκτός από αυτήν του Καρναβαλιού και της Πρωτομαγιάς, όπου παρότι ήταν υπόθεση των Ευγενών, είχε και σημαντικά λαϊκά στοιχεία, μια και την παρακολουθούσαν πάνδημα και οι τρεις τάξεις του νησιού, διασώθηκε μέχρι την Άνοιξη του 1953 και η καθαρά λαϊκή της μορφή, εκφρασμένη στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου και στην ομώνυμη εκκλησία του Γερακαρίου, αλλά και στην θεατρική της εκδοχή, μέσα από την τοπική διασκευή του «Ερωτόκριτου» και την πρωτοπορία της «Ευγένας».

Το κονταροχτύπημα του ποιήματος του Βιτσέντζου Κορνάρου, το οποίο ήρθε από την Κρήτη, αλλά πολύ νωρίς πολιτογραφήθηκε ζακυνθινό, με την πολλαπλή διάσωσή του, παίχτηκε πολλές φορές από τους λαϊκούς θεατρίνους του νησιού, σαν «Ομιλία» και κυρίως στο χωριό Σκουλικάδο, με τον ομώνυμο και δραστήριο πολιτιστικό σύλλογο, ο οποίος αποτελεί ένα αληθινό φυτώριο και προεκτείνοντας το γνωστό σκίτσο του μεγάλου συγχωριανού συγγραφέα και αγωνιστή Κονίδη Πορφύρη, επαναφέρει το στην θεατρική του μορφή αγώνισμα, σε μουσική στίχων και δείχνει το πώς η τέχνη επενδύει στην ιστορία.

Η Εταιρεία “Giostra di Zante” με τις μεθοδευμένες και βασισμένες στην επιστημονική έρευνα προσπάθειές της επανέφερε τους φημισμένους ιππικούς αγώνες στις δύο βασικότερες μορφές τους. Στα τέλη του Χειμώνα ξαναθυμίζει την δόξα των επίσημων αναμετρήσεων, που πάντοτε, σε αντίθεση με το σήμερα, γίνονταν με την αρωγή της πολιτείας και λίγο πιο μετά, εκεί στην κυριαρχία της Άνοιξης και την μεγαλοσύνη του Πάσχα, ξαναζωντανεύει τον Τροπαιοφόρο καβαλάρη της νότιας άκρης της πόλης και τον αναγκάζει να κατέβει κι αυτός με το άλογό του, μαζί με τους ενορίτες του, τους αδελφούς του ναού του, αλλά και όλους τους απλούς ανθρώπους του νησιού, που τον τιμούν και τον γιορτάζουν με την μεγαλοσύνη της απλότητάς τους.

Αναμφίβολα η Γκιόστρα έδωσε ποιότητα στο σημερινό ζακυνθινό Καρναβάλι. Ένωσε το χθες με το σήμερα κι αναζητά προεκτάσεις στο μέλλον. Αποτελεί ιστορία και όχι φαντασίωση. Είναι το διαφορετικό, που πάνω του μπορεί να στηριχτεί, χωρίς σαθρά και κατασκευασμένα στηρίγματα, η προσπάθεια μιας πολιτισμένης συνέχειας. Είναι πρώτα απ’ όλα «ξεφάντωση των φίλων» και τρόπος καλλιέργειας των κατοίκων και μετά ουσιαστικός πόλος έλξης τουριστών, σε μια περίοδο κατά την οποία έχει ανάγκη στήριξης ο πιο σημαντικός τρόπος πλουτισμού του νησιού μας.

Αλλά και για την πιο πέρα, εκτός συνόρων, διαφήμιση της Ζακύνθου η Γκιόστρα είναι ο πιο καλός της πρεσβευτής. Αν αναλογισθεί κανείς το σε πόσα μέρη της Ευρώπης γίνονται παρόμοιες και επιτυχημένες προσπάθειες αναβίωσής της, θα καταλάβει το τι προοπτικές έχει και το πώς μπορεί να βοηθήσει με πολλούς τρόπους τον τόπο της και τόπο μας.

Ήδη το Σωματείο που την οργανώνει έχει έρθει σε επαφή με αυτές τις διοργανώσεις, τουλάχιστον με τις περισσότερες από αυτές και τις πιο γνωστές και έχει ξεκινήσει προσπάθειες αδελφοποίησης και ανταλλαγών. Με την Ιταλική πόλη Sulmona, μάλιστα, στην οποία πραγματοποιείται η Ευρωπαϊκή Γκιόστρα, έχει από καιρό καλλιεργήσει ιδιαίτερη φιλία και πολλοί είναι εκείνοι που έρχονται στο νησί μας από την πόλη αυτή για να περάσουν τις διακοπές τους.

Να γιατί πρέπει η προσπάθεια αυτή να στηριχθεί και να ενισχυθεί από τους αρμόδιους, άρχοντες και ιδιώτες. Είναι κομμάτι της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας, μπορεί να αναβιώσει σήμερα, χωρίς να μας εκθέτει και έχει προοπτικές για ένα μέλλον ευοίωνο.

Οι σάλπιγγές της, συνοδευόμενες από τα τύμπανά της, θα ξανακουστούν και πάλι φέτος για μιαν ακόμα, πολλοστή φορά. Θα ενώσουν την Τέρρα και τον Αιγιαλό και το παρελθόν με το σήμερα. Με τους μικρούς Τζαντιώτες παρέα θα ποντάρουν το αύριο και θα διεκδικήσουν, σαν το νικητή, τα πρωτεία. Αυτή τη χρονιά μάλιστα, παρά την κρίση, για πρώτη φορά, οι σημαίες θα ξεχυθούν στον αέρα στα χέρια των δικών μας παιδιών, μια και αποκτήθηκε τμήμα σμπαντιερατόρων (σημαιοφόρων) καθαρά ζακυνθινό.

Όλοι ας της δώσουμε την αρμόζουσα νίκη. Έχουμε πολλά να ωφεληθούμε από την αναβίωσή της.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΣΤΗ ΧΟΒΟΛΗ (διήγημα)


Άμα τρώω μελιτζάνες το βράδυ βλέπω εφιάλτες. Το ξέρω κι όμως το κάνω και το ξανακάνω και λέω υπεύθυνα: τελευταία φορά. Εχθές ήταν ακόμη μια τέτοια νύχτα. Σηκώθηκα κάθιδρος και με το στομάχι μου κόμπο. Δεν είχα αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Σαν ζόμπι κινήθηκα λίγο και άκουσα σειρήνες και φωνές.

«Δεν ξέρω τίποτα». Αυτό θα έλεγα, αν με συλλάβουν. Απλά η Μαρία, αυτή ήταν η αιτία που βρέθηκα εδώ. Η Μαρία με τα μαύρα μακριά μαλλιά και κείνο το χαμόγελο που σκοτώνει. Και πού είναι τώρα; Ένας Θεός ξέρει. Συστάσεις δεν είχα, την γνώρισα χθες, άλλο τίποτα δεν έχω να δηλώσω.

Έπιασα το κεφάλι μου. «Ποιος θα με πιστέψει;», αναρωτήθηκα. Κοίταξα γύρω, σκοτάδι. Μόνο τα κόκκινα περιστρεφόμενα φώτα. «Είναι απέξω, έρχονται», σκέφτηκα και διπλώθηκα στα δύο. Περίμενα. «Μπορεί να μη με δουν. Μπορεί να γίνω αόρατος και να με προσπεράσουν. Μπορεί να με λυπηθούν και να με αφήσουν να φύγω. Παιδιά τους είμαστε, δεν θα χτυπήσουν».

Τι το 'θελα; Σε λίγους μήνες θα έπαιρνα πτυχίο και μετά στρατό. Δύο χρόνια και κάτι μήνες. Όλα τα είχε κανονίσει ο πατέρας μου. Άνθρωπος των καταστάσεων και φυσικά δικτυωμένος. Θα περνούσα ζάχαρη. Μετά, το γραφείο στην επαρχία. Οικογενειακή επιχείρηση. Τι με έπιασε; Ελευθερίες, ανθρώπινα δικαιώματα... Τι παράνοια...

Η ώρα περνούσε αργά. Κάθε λεπτό και χρόνος ολάκερος. Κάθε στιγμή και σταγόνα που τρέχει. Ιδρώτας. Οι φωνές ρυθμικά συνεχίζουν να πάλλονται. Πρέπει να φύγω και όμως δεν μπορώ να κουνηθώ. Θα με πιάσουν. Με συνοδεία θα μας μεταφέρουν στην ασφάλεια. Στο κελί θα πάψουν να με χτυπούνε. Εκεί θα είναι και άλλοι. Κάποια στιγμή θα έρθουν να με δουν οι δικοί μου. Κάτι θα φέρουν κάτι θα κάνουν και όλα θα μοιάζουν απλά εφιάλτης. Ο θείος είναι στρατιωτικός. Το παιδί, θα πει, παρασύρθηκε. Αν χρειαστεί θα τα ξεράσω όλα. Για τις προκηρύξεις, για τον πολύγραφο... Θα δώσω ακόμη και ονόματα... Δεν αντέχω το ξύλο. Από μικρός τρομοκρατιόμουν με την αίσθηση της βίας.

Κάποιος ανεβαίνει τις σκάλες. Ήχος βαρύς. Φοράει μπότες. Εσατζής θα 'ναι. Μπήκανε μέσα. «Μάνα, σώσε με». Κρύβομαι κάτω από τα σκεπάσματα. Να γίνω ελάχιστος. Να φύγω μακριά με το νου. Μου το είχε πει ο Άκης, που έκανε μήνες στο Μεταγωγών. Δεν αισθάνεσαι τον πόνο. Απλά λιποθυμάς και ύστερα σε αφήνουν ήσυχο. Αυτό είναι. Τα βήματα ακούγονται στον διάδρομο. Μετρώ την απόσταση. Είναι στην πόρτα. Έπρεπε κάτι να βάλω από πίσω. Τώρα είναι αργά. Η πόρτα ανοίγει με θόρυβο. Τετέλεσται...

- Δεν περνάει ο φασισμός, φωνάζω με όλη μου τη δύναμη.

Ανοίγει το φως. Κάποιος με κοιτά σαν χαμένος. Φοράει κουκούλα και έρχεται προς το μέρος μου.

- Ψωμί – παιδεία – ελευθερία, συνεχίζω απτόητα.

Δύο χέρια με πιάνουν σφιχτά. Αγωνίζομαι να ξεφύγω, αλλά μάταια. Ανοίγω τα μάτια με κόπο. Απέναντί μου, η Μαρία. Ανοίγει τον δέκτη. Εικόνες από την κατάληψη της Νομικής.

-Τι είναι αυτά; ρωτώ με ασφάλεια.

- Μετανάστες ταμπουρώθηκαν στο άσυλο ζητώντας δικαιώματα, μου απαντά αδιάφορα.

- Εξοργιστικό, δηλώνω και γυρίζω πλευρό. Δεν ξανατρώω μελιτζάνες, της λέω και κείνη γελώντας αλλάζει σταθμό.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Το περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες» αποχαιρετά το αναγνωστικό του κοινό

Της Κατερίνας Δεμέτη

Η γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και το αναγνωστικό κοινό είναι μία πραγματικότητα που λίγα έντυπα στην χώρα μας έχουν επιτύχει.
Ανάμεσα σ’ αυτά συγκαταλέγεται και το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, για το οποίο η πρόσφατη οικονομική συγκυρία αποδείχθηκε εξαιρετικά αρνητική, με αποτέλεσμα την αναστολή της έκδοσής του, μετά από τριάντα χρόνια συνεχή εκδοτική παρουσία.
Το παρόν δημοσίευμα είναι λοιπόν αφιερωμένο σ’ αυτό, ως μικρό φόρο τιμής στα χρόνια που μας συντρόφεψε ως φοιτητές και στη συνέχεια ως εργαζόμενοι στο χώρο της αρχαιολογίας, μιας επιστήμης ιδιαίτερα γοητευτικής, που τα τελευταία χρόνια διευρύνει συνεχώς το πεδίο μελέτης της.
Γιατί στην προσπάθεια προσδιορισμού της πολιτιστικής μας παράδοσης, η σύγχρονη αρχαιολογία δεν περιορίζεται στην ανακάλυψη, περιγραφή, καταγραφή και χρονολόγηση μνημείων. Ανατρέχει στα πορίσματα άλλων επιστημών, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία, χωρίς να παραλείψουμε την ολοένα μεγαλύτερη προσφορά των θετικών επιστημών.
Και το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, αυτό το κενό κατάφερε να καλύψει, παρακολουθώντας τα επιτεύγματα της επιστήμης της αρχαιολογίας, σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ειδικούς και το πλατύ κοινό και έχοντας εξασφαλίσει την αποκλειστική συνεργασία Ελλήνων και ξένων επιστημόνων, με παγκόσμια επιστημονική αναγνώριση.

Μια ματιά μόνο στα ονόματα της εποπτικής επιτροπής του 1ου τεύχους, του Νοεμβρίου του 1981, που ήταν τυπωμένο σε πολυτονικό, θα μας πείσει: Η. Ahrweiler (Kαθηγήτρια Παν/μίου Paris I), Μ. Ανδρόνικος (Καθηγητής Παν/μίου Θεσ/κης), H.W. Catling (Δ/ντής Αγγλικής Αρχ/κής Σχολής Αθηνών), Ν. Γιαλούρης (Γενικός Επιθεωρητής Αρχ/των), Α. Di Vita (Δ/ντής Ιταλικής Αρχ/κής Σχολής Αθηνών), H. Immerwahr (Δ/ντής Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών Αθηνών), Κ. Κyrieleis (Δ/ντής Γερμανικού Αρχ/κού Ινστιτούτου Αθηνών), Γ. Λάββας (Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Θεσ/κης), R. Martin (Ακαδημαϊκός, Καθηγητής Παν/μίου Paris I και της Ecole Pratique des Hautes Etudes), X. Nτούμας (Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών), Ο. Picard (Δ/ντής Γαλλικής Αρχ/κής Σχολής Αθηνών), Ν. Σβορώνος (Καθηγητής της Ecole Pratique des Hautes Etudes), Σ. Φιλιππάκης (Υπεύθυνος των Προγραμμάτων Αρχαιομετρίας του Κ.Π.Ε. Δημόκριτος).

Στο τελευταίο διπλό τεύχος, το 117ο & 118ο, του Δεκεμβρίου του 2010, από την ίδια ομάδα λείπουν τα ονόματα των: Μ. Ανδρόνικου, H.W. Catling, Γ. Λάββα, R. Martin, και Ν. Σβορώνου και έχουν προστεθεί οι νέες ιδιότητες-τίτλοι στους υπόλοιπους, όπου όλοι σχεδόν είναι τέως Διευθυντές και Ομότιμοι Καθηγητές, ενώ η Ahrweiler είναι Ομότιμος Πρύτανης του Παν/μίου Paris I.

Μια τόσο δυνατή ομάδα λοιπόν δεν θα μπορούσε παρά να έχει ένα εκλεκτό αποτέλεσμα, αφού οι περισσότεροι συνεργάτες έβλεπαν στις δημοσιεύσεις του περιοδικού και ένα άνοιγμα της πανεπιστημιακής αίθουσας όπου δίδασκαν, προς ένα κοινό που διψούσε να συλλάβει καλύτερα την τροχιά της ιστορικής του πορείας, ζητώντας τεκμηρίωση από το παρελθόν του.
Έτσι το α΄ μέρος κάθε τεύχους αφιερωνόταν σ’ ένα συγκεκριμένο θέμα, ενώ στο β΄ περιέχονταν μελέτες πάνω σε ποικίλα θέματα, που συνδέονταν με όλο το φάσμα της αρχαιολογικής έρευνας, από την αναζήτηση των ιστορικών καταβολών του ανθρώπου, μέχρι την παρουσίαση του πιο πρόσφατου πολιτιστικού μας παρελθόντος.

Για την ιστορία αξίζει να μνημονεύσουμε μερικά τεύχη:
• Tεύχος 1, Νοέμβριος 1981, «Xρυσός και πολύτιμα μέταλλα»
• Τεύχος 2, Φεβρουάριος 1982, «H κατοικία: Προϊστορική Αρχιτεκτονική - Tο ελληνιστικό σπίτι - Νεοκλασική κατοικία»
• Τεύχος 14, Φεβρουάριος 1985, «Mουσική»
• Τεύχος 16, Αύγουστος 1985, «Παιδί και Μουσείο»
• Τεύχος 20, Αύγουστος 1986, «Mαγεία και Μαντική»
• Τεύχος 68, Σεπτέμβριος 1998, «Γυναίκες: σύμβολα-συμβολισμοί (ελληνική μυθολογία)»
• Τεύχος 111, Ιούνιος 2009, «Έρωτας...»

Στο τέλος του περιοδικού, στα «Αρχαιολογικά», δίνονταν σύντομες ειδήσεις σχετικές με τα τελευταία αρχαιολογικά ευρήματα, τις εκθέσεις, τις διαλέξεις και τις σημαντικότερες ελληνικές και ξένες δημοσιεύσεις.
Αυτό το τμήμα του περιοδικού, που ήταν τριμηνιαίο, αναπτύχθηκε τόσο πολύ, που στους συνδρομητές προσφερόταν δωρεάν ένα Μηνιαίο Ενημερωτικό Φυλλάδιο με πληροφορίες για Συνέδρια, περιοδικές εκθέσεις σε Μουσεία, Φεστιβάλ αρχαιολογικών ταινιών, που γίνονταν στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.
Το περιοδικό όμως συσπείρωσε γύρω του και δράσεις που ξεπερνούσαν την εμβέλεια μιας απλής εκδοτικής προσπάθειας.

Η πιο σημαντική από αυτές ήταν ο ΑΓΩΝ, η Διεθνής Συνάντηση Αρχαιολογικής Ταινίας του Μεσογειακού Xώρου, που ξεκίνησε το 1996 και γινόταν κάθε δύο χρόνια. Οργανωνόταν από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία AΓΩN, σε συνεργασία με το περιοδικό και είχε σαν στόχο όχι μόνο να μείνει η Ελλάδα πομπός πολιτισμού, όπως ήταν πάντα, αλλά να γίνει και δέκτης και να καταδείξει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των λαών που βρέχονται από τη Μεσόγειο και έχουν κοινές πολιτισμικές ρίζες, εμπειρίες και συγγένειες.
Επειδή η εικόνα είναι άμεση και μιλά όλες τις γλώσσες, ο κινηματογράφος θεωρήθηκε ότι αποτελεί τον κατεξοχήν τρόπο διάδοσης της αρχαιογνωσίας στο ευρύ κοινό. Κάπως έτσι, ο ΑΓΩΝ κηρύχθηκε διεθνής και το κεντρικό θέμα του έγινε η "Αρχαιολογία στον Μεσογειακό Χώρο". Από το 2002 δε έγινε ιδρυτικό μέλος της Ομοσπονδίας των Ευρωπαϊκών Φεστιβάλ Ταινίας Αρχαιολογικού Περιεχομένου και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Το περιοδικό μάλιστα έκανε προσφορά με τα τεύχη του επιλεγμένες ταινίες του φεστιβάλ. Έτσι κι εμείς οι μακρινοί συνδρομητές μπορέσαμε να δούμε τις εξής:
ΛΥΣΙΠΠΟΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ, του Νίκου Φραγκιά, Βραβείο Σεναρίου 1996, στο τεύχος 103
ΔΟΚΟΣ, το αρχαιότερο γνωστό ναυάγιο στον κόσμο, Βραβείο Φωτογραφίας 1996, σκηνοθεσία: Νίκος Βεργίτσης, Στράτος Στασινός, στο τεύχος 104
ΤΖΑΡΕΣ, τα χειροποίητα πιθάρια του Μεσσηνιακού Κόλπου - Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής, Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής 1998, Σκηνοθεσία-Παραγωγή: Νοοτροπία, στο Τεύχος 105
ΕΛΕΥΘΕΡΝΑ, η αναζήτηση μιας χαμένης πραγματικότητας, Σενάριο-Σκηνοθεσία: Μέμη Σπυράτου, στο Τεύχος 106
ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, Βραβείο Σεναρίου 2002, Σενάριο-σκηνοθεσία: Αθανασία Δρακοπούλου, στο Τεύχος 107
ΟΛΥΜΠΟΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, Εύφημος Μνεία 2008, Σκηνοθεσία: Γιάννης Λάμπρου, στο Τεύχος 108
ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ. ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Σκηνοθεσία: Elli Kriesch, στο Τεύχος 112
ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΒΛΕΜΜΑ. Πορτρέτο του Φαγιούμ, Βραβείο Σεναρίου 2000, σε σκηνοθεσία: Alain Jaubert, στο Τεύχος 114

Το αξιολογότατο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ, με το διπλό τεύχος 117-118, συμπληρώνοντας 30 χρόνια ζωής, αποχαιρετά το αναγνωστικό του κοινό. Η ιστοσελίδα www.arxaiologia.gr, όπου θα συνεχίσουν να αναρτώνται αρχαιολογικές ειδήσεις και άρθρα, ενώ μπορεί να βρίσκει κανείς το αρχείο των τευχών του περιοδικού, θα αποτελέσει μικρή μόνο παρηγοριά για τους φανατικούς αναγνώστες του.

Ας ελπίσουμε ότι στη νέα οικονομική συγκυρία δεν θα θυσιαστούν και άλλοι τέτοιοι πνευματικοί φάροι.

Μαντολίνα και πινέλα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Ανάμεσα σε χορδές και σε πινέλα κύλησε το τελευταίο Σαββατοκύριακο του τζαντιώτικου Γενάρη. Αναζωογονητική, ευτυχής συγκυρία πολιτιστικών γεγονότων, λυτρωτική ανάσα σαν την ώρα που λασκάρει η θηλιά στο λαιμό της ταχύτητας του άγχους και βλέπεις τη ζωή να σε καλεί και πάλι ήρεμα κοντά της.

Τα σαρακοφαγωμένα οριζόντια ξύλινα δοκάρια που στηρίζουν το πρώτο πάτωμα του ιστορικού κτιρίου στο Αργάσι (το γνωστό μας Barrage) αποτελούν από μόνα τους έργα γλυπτικής τέχνης, πόσο μάλλον όταν συνομιλούν με τα εικαστικά, που συντοπίτες μας εκθέτουν αυτή την περίοδο. Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης υποστηρίζει ότι «Ο καλλιτέχνης μεταγγίζει την εποχή του στο έργο του». Αυτό μπορεί να νιώσει ο θεατής της ομαδικής αυτής έκθεσης: να τρομάξει από το αιχμηρό χρυσό μαχαίρι του Κώστα Πλέσσα, να επαναστατήσει μέσα από τα πυρπολημένα αμάξια στα κολάζ του Διονύση Ματαράγκα, να περιπλανηθεί στα αδιέξοδα σκαλοπάτια και καντούνια της Θάλειας Ξενάκη, «ατενίζοντας το μέλλον» με φόντο το μαυρισμένο πλοίο στην ταλαιπωρημένη φύση, να γίνει μαριονέτα στον υπερπληθυσμό της αφιλόξενης τσιμεντένιας πόλης, όπως τον προστάζει η αδίστακτη εξουσία ή να εκραγεί φωτοβόλα, στις δημιουργίες της Λένας Γούναρη, μα και να λυτρωθεί στην απεραντοσύνη του κοιλιωμενιάτικου τοπίου με την ελπίδα φυλαγμένη ζεστά στις συνθέσεις των ρόδων της Μίκας Συμβουλίδου. Τα πινέλα των ζωγράφων, ένα σύνολο εντυπώσεων, αισθήσεων, αντιδράσεων στην ατμόσφαιρα που μας περιβάλλει με τη μουντάδα, τους καημούς, τις πίκρες αλλά και το μεγαλείο της!


Και η σκυτάλη στην κυριακάτικη γιορτή των «Τριών Ιεραρχών». Το βραδάκι θ΄ απαντήσουν και οι τρεις τους στα καίρια ερωτήματα του Διονύση Ζαφειρόπουλου, μέσα στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσικού Σχολείου. Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος από τα βάθη των αιώνων έχουν δώσει τις λύσεις στα διαχρονικά προβλήματα της καθημερινής μας ζωής, μέσα από τις βαθυστόχαστες θεολογικές φωνητικές χορδές των γραπτών κειμένων και των έργων τους. Στη μνήμη τους αφιερωμένη και η εξαιρετική συναυλία της «Μαθητικής Μαντολινάτας-Χορωδίας Ζακύνθου». Ο ταλαντούχος μουσικός Αντώνης Κλάδης που ήταν κι ο μαέστρος της βραδιάς (συνεπικουρούμενος από τον Κώστα Μεϊντάνη και τον Μπάμπη Πλατυπόδη), φάνηκε πως δίδαξε με ερωτικό πάθος κι έκανε τις χορδές των οργάνων και των εφήβων να ευφράνουν την ταλαιπωρημένη και κακοποιημένη ακουστική μας αίσθηση με αρμονία και γλυκύτητα, σαν εκείνη της γεύσης που αποκτά το καλό δέσιμο του σιροπιού στο σπιτικό γλυκό του κουταλιού. “Ave Maria” του Σούμπερτ, ποίηση Οδ. Ελύτη σε μουσική Δ. Λάγιου, στίχοι Αλ. Σακελλάριου σε μουσική Κ. Γιαννίδη, τραγούδια του Χατζιδάκη, ποίηση του Δ. Σολωμού και του Κ.Παλαμά σε μουσική, ήταν ένα πρόγραμμα για όλα τα γούστα και κοινό με υψηλές απαιτήσεις. Η συνεργασία με καλλιτέχνες όπως ο τενόρος Δημ. Σιγαλός και η μέντζο Σοφία Μάλαμα καθώς και άλλοι φιλοξενούμενοι μουσικοί εμπλούτισαν τα μαντολίνα και τις κιθάρες με πανδαισία ήχων.



Ακατάπαυστα παλαμάκια σαν τους παλμούς των εγχόρδων, έκφραση χαράς από την απόλαυση της όρασης και της ακοής, επαίνων για τη μουσική αγωγή των παιδιών που εξημερωμένα θα στηρίξουν το μέλλον και πολύχρωμες ανθοδέσμες σ΄ όλους τους συντελεστές. Με μαντολίνα και πινέλα ανθεί ο πολιτισμός.

Ζάκυνθος, 31-1-2011


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Ταξιδεύοντας, την υπόγεια σχέση των πραγμάτων ανασύρουμε

Άρθρο του Τάκη Κεφαλληνού

Όταν
συναντούσα τους μύθους
ήμουνα μόνος.

Η άλφα βήτα των ταξιδιών
και ο έρωτας προσήλυτος

ψάχνει Θεούς
για πλαγιότιτλους θανάτου.

Το γεγονός ότι έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν, με την επίδραση της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας πάνω στην τέχνη, το πώς δηλαδή η ίδια η τέχνη σχετίζεται με την ιστορία, μας επιτρέπει να προχωρήσουμε σε κάτι πιο ευάλωτο και προσωπικό, όπως είναι οι μνήμες για τις υπόγειες συσχετίσεις που αφορούν την τέχνη, τους τόπους και τα πρόσωπα, αυτή τη χειροπιαστή όψη των πραγμάτων. Ουσιαστικά είναι μια υπαινικτική επικοινωνία με την "μυσταγωγική" κοινότητα των περιηγητών.

Αν είναι, λοιπόν, αλήθεια πως στα ταξίδια αναζητούμε με πάθος τις νοσταλγίες μας, η Κυανή Ακτή και οι εξοχές της Νότιας Γαλλίας αποτελούν έναν αληθινό προορισμό.

Βαν Γκογκ, Αυτοπροσωπογραφία. 1888
Σε μια πρώτη προσέγγιση κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος στην προοπτική να βρεθεί σε τόπους που κατατάσσονται ανάμεσα στα δημοφιλέστερα παραθεριστικά κέντρα του κόσμου, με ιστορικό υπόβαθρο και πολιτισμό, να περπατήσει τον παραλιακό δρόμο με τους φοίνικες στην Νίκαια, την περίφημη Promenade des Anglais και να απολαύσει έστω ένα ποτό στο Negresco, το δημοφιλέστερο από τα μεγαλοπρεπή ξενοδοχεία που υπάρχουν εκεί και αποπνέουν την χλιδή του 19ου αιώνα. Να δοκιμάσει, ακόμη και σε μια απλή τουριστική εκδοχή, την τύχη του στο καζίνο του Μόντε Κάρλο, έναν περίπατο στην περίφημη Κρουαζέτ της Μελίνας και του Χαντζηδάκι στις Κάννες, να βρεθεί επίσης στο πολύβουο και γραφικό Σεν Τροπέ, είτε στη Μασσαλία, μια Ελληνική αποικία του 7ου π.χ. αιώνα, το παλαιότερο και μεγαλύτερο λιμάνι της Γαλλίας, γενέτειρα άξιων μαχητών της Γαλλικής επανάστασης, άλλοτε λαϊκή - άλλοτε κοσμοπολίτικη, αλλά πάντα ξεχωριστή, όπως αναφέρεται στους τουριστικούς οδηγούς μας.

Ωστόσο, την πραγματική γοητεία ενός τόπου, αν υπάρχει, οφείλουμε να τη λογαριάζουμε από το μέγεθος της προσφοράς του στην κοινωνική εξέλιξη και στην τέχνη, όταν βέβαια αυτές στέκονται άξιες, επαναστατικές και πρωτοπόρες. Είναι η αληθινή ιστορία ενός τόπου, η οποία μας αναστατώνει το νου και φέρνει τις ζωές μας σε μόνιμη τρικυμία.

Συγκίνηση λοιπόν αληθινή στo μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης και στις πινακοθήκες Matisse, και Chagall στη Νίκαια. Μαγεία οι πόλεις καταφυγής καλλιτεχνών, κυρίως ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, στην Προβηγγία μέσα στην κοιλάδα και άλλες πάνω στο Ροδανό ποταμό, Αβινιόν – Αρλ – Εξ - Νιμ. Δακρυσμένα μάτια στο «Ήχος και Φως» και πώς να περιγράψει κανείς την προβολή, μέσα σε ένα καταιγισμό μουσικής και εικόνων, των έργων του Βαν Γκογκ, ενός μεγάλου δασκάλου και προδρόμου του εξπρεσιονισμού. Αυτή η επιτομή της μοναχικής μεγαλοφυΐας, που πούλησε έναν μονάχα πίνακα μέχρι την μέρα της αυτοκτονίας του. Οι εικόνες αυτές, συνεχώς άλλαζαν σε όλες τις τεράστιες λείες επιφάνειες δαπέδων, πλευρών και οροφής, ενός αχανούς υπόγειου λατομείου πωρόλιθου. Ένας κόσμος αποκαλύπτεται και μας απορροφά. Έχει για συντεταγμένες του ζωγραφική - μουσική - ποίηση, το μαγικό τρίγωνο της ψυχής μας, εκεί που κτίζεται η μία τέχνη πάνω στην άλλη.

Πώς υλοποιείται άραγες η αγιότητα της φύσης που αντικρίσαμε εκείνες τις μέρες στα έργα των ζωγράφων, συγγραφέων και μουσικών που δούλεψαν σε τέτοια μέρη; Μήπως δηλαδή αυτά τα τοπία, που «τα καθάρισαν οι βροχές και οι άνεμοι», όπως θα έλεγε ο Ελύτης, αποτέλεσαν από μόνα τους ολοκληρωμένους πίνακες ζωγραφικής, ποιητικές εικόνες και μουσικά μοτίβα, ενταγμένα μέσα στο μέγα κόσμο των ίδιων των έργων τους ή αποτελούν απλά μια οντότητα που, όπως αναφέρεται, τη δανείζονται και την παραμορφώνουν, για να αποδώσουν πιο έντονα τη φλόγα του πάθους τους;

Κρίμα που δεν ζουν πια, για να μας απαντήσουν ο Βαν Γκογκ και ο Γκωγκέν που ζωγράφιζαν στην Αρλ, ο Σεζάν που είχε το ατελιέ του στην Εξ, ούτε και ο Καζαντζάκης που έγραφε στην παραλιακή Αντίμπ.

Το περισσότερο για εμάς, δεν υπάρχει πια ώστε να μας απαντήσει ο Γιάννης Κεφαλληνός, μέλος της οικογένειάς μας, ζωγράφος, χαράκτης, φίλος και προσωπογράφος του Καβάφη, καθώς και διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών. Ο χαράκτης περιέφερε και αυτός το ατελιέ του από την Αλεξάνδρεια στο Παρίσι και από εκεί στην κοιλάδα του υπέροχου Λίγηρα ποταμού.

Στην Αλεξάνδρεια, κατέληξε το 1862 ο πατέρας τού χαράκτη Διονύσης, ως έμπορος βαμβακιού, προερχόμενος από τη Σύρο, όπου εργαζόταν μετά τις οικονομικές του σπουδές στην Ιταλία.

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957)
Ο Διονύσης φυγαδεύτηκε στην Ιταλία από τον ιερέα πατέρα του Νικόλαο Κεφαλληνό, εξαιτίας απίστευτων φονικών και αντεκδικήσεων που συνέβαιναν από το 1825, από τότε που έχουμε διερευνήσει τα διάφορα αρχεία, μέχρι και στις μέρες μας στην οικογένειά μας στο Σκουλικάδο. Γύρω στα 1860 λοιπόν, όπως περιγράφει ο Ε. Χ. Κάσδαγλης στο δίτομο έργο του «Γιάννης ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ ο Χαράκτης», ένας Πλέσσας ανήμερα του Πάσχα σκοτώνει τον Κωνσταντίνο, πρωτότοκο γιο του παπά-Νικόλα, ο οποίος πληροφορείται το φονικό μέσα στο ιερό της εκκλησίας του Σκουλικάδου και ενώ τελεί τη λειτουργία της Ανάστασης. Ο πατέρας καταπνίγει τον πόνο του, βγαίνει στην Ωραία Πύλη, δίνει στο εκκλησίασμα τη φοβερή είδηση, αλλά και την άφεση στο φονιά.

Στη χριστιανική αυτή πράξη δεν τον ωθεί μόνο το σχήμα του και η ημέρα της Λαμπρής αλλά και η έγνοια του για τον δεκαοκτάχρονο δευτερότοκο γιο του Διονύση, πατέρα του χαράκτη, που θέλει να τον απαλλάξει από τις υποχρεώσεις του άγραφου νόμου της αντεκδίκησης. Δυστυχώς, η φρόνιμη αυτή πράξη, προκειμένου να σταματήσει το αίμα που χώριζε τις δύο οικογένειες, δεν στάθηκε ικανή ν` αφοπλίσει το χέρι ενός άλλου μέλους της οικογένειας και πρωτοξάδελφου του θύματος, Αντώνη Κεφαλληνού, ο οποίος μπήκε στη φυλακή και έπνιξε τον φονιά με τα ίδια του τα χέρια.

Φυσικό και επόμενο για την εποχή εκείνη, ο Αντώνης Κεφαλληνός η Κακριμάνος (πατέρας του παππού μου) να ακολουθήσει, όπως και σε όλη την πολυτάραχη ζωή του, τις λογικές της οικογένειας. Σε αυτές ο παλικαρισμός υπήρξε πάντοτε αλληλόχρεος της ιεροσύνης, της τέχνης και της πολιτικής.

Υστέρα περιγράφουν κάποιοι τα φοβερά πάθη που συγκλονίζουν τον Γκωγκέν. Αυτά, λένε, και η αναταραχή του πνεύματός του, μεταπλάθονται σε ήλιους που απειλούν τον ουρανό, σε συσπασμένα ελαιόδεντρα σε κυπαρίσσια που μεταμορφώνονται σε φλόγες απελπισίας. Για τα συσπασμένα ελαιόδεντρα του Σκουλικάδου πότε και ποιος θα μιλήσει άραγε; Φυσικά όλα αυτά σε καμία σχέση με τον Πικάσσο, ο οποίος όντας νέος και επιρρεπής στα μπλεξίματα κουβαλούσε πάνω του το πιστόλι του Ζαρί προκειμένου όμως να πυροβολεί πληκτικούς και όσους τον ρωτούσαν τι εννοεί στα έργα του.

Ο Κώστας Βάρναλης ο οποίος φιλοξενήθηκε από τον χαράκτη το 1923 για πολλούς μήνες, περιγράφει στα απομνημονεύματά του με συγκίνηση: «Το Σολωμό χωρίς μεταφυσική, τους Σκλάβους Πολιορκημένους, τα πρώτα σκίτσα της Απολογίας του Σωκράτη τα έγραψα στη Γαλλία, στο χωριό Σεν-Μαρ της Τουραίνης. Εκεί είχε σπίτι ο ξυλογράφος Γιάννης Κεφαλληνός, ο οποίος με φιλοξενούσε κάθε φορά που οι ιδέες μου με τιμωρούσαν … και με ανάγκαζαν να ζητώ άσυλο κοντά στον εξαιρετικόν αυτόν καλλιτέχνη, φίλο και προπάντων άνθρωπο. Ποτέ μου δεν έζησα πλουσιότερη πνευματική και υλική ζωή ... είχαμε μια πλούσια βιβλιοθήκη από γενικές ιστορίες τέχνης και από ειδικές μονογραφίες. Το χωριό μας ήτανε … δίπλα στην δεξιά όχθη του Λίγηρα, γύρω δάση και αμπέλια, η Τουραίνη, «ο κήπος της Γαλλίας», η πατρίδα του Ραμπελαί και του Καρτέσιου. Διαβάζαμε τους συγγραφείς της και πίναμε τα κρασιά της. Τα βράδια τα περνούσαμε στο ατελιέ διαβάζοντας και δουλεύοντας. Ησυχία και ερημιά παντού. Εγώ δούλευα κυρίως τις πρωινές ώρες, τα βράδια … έσβηνα ό,τι έγραφα το πρωί! Ο Γιάννης σκάλιζε ξύλα με τα εργαλεία του ή σχεδίαζε τα έργα του. Έτσι περνούσε η ζωή μας…».

Τελικά, μήπως η απάντηση στο αρχικό ερώτημα για την υλοποίηση της αγιότητας της φύσης στην τέχνη, βρίσκεται και στα λόγια του τρελού Ολλανδού (Βαν Γκογκ) του μυθιστορήματος «Ο παράδεισος στην άλλη γωνία», του Μάριο Βάργκας Λιόσα: Η τέχνη γίνεται μεγάλη χάρη στην ελευθερία του πνεύματος και του σώματος που κατακτά ο καλλιτέχνης, όταν σέβεται το ένστικτό του, αποδέχεται τη φύση του και τα δαιμόνια που υπάρχουν μέσα του;

Διότι τι άλλο από απελευθέρωση του πνεύματος (της φόρμας στην ουσία, και στα πλαίσια του αστικού συστήματος βεβαίως) ήταν το γεγονός ότι, όσοι θέλησαν να ζήσουν την περιπέτεια μιας άλλης ζωγραφικής:
- εγκατέλειψαν τη συμβατικότητα της ακαδημαϊκής ζωγραφικής* τόσων αιώνων.
- έσπασαν τον κωδικό των σχημάτων, εκφράζοντας το βαθύτερο εγώ των αντικειμένων.
- μετέτρεψαν τις μορφές σε αλλόκοτες γεωμετρίες, όπου αποδίδονται σε περισσότερες από τρεις διαστάσεις.
-έψαξαν τη θεματογραφία τους στην φύση, στο φως και στα χρώματα, χρησιμοποιώντας την πραγματικότητα ως αφετηρία και ποτέ ως σταθμό.

Απελευθέρωση του σώματος ίσως να θεωρούσε και ο Πικάσο το γεγονός ότι, στο ατελιέ του πλησίον της Μονμάρτης στο Παρίσι, το καλοκαίρι φορούσε μόνο ένα φουλάρι στην μέση. Άφηνε επίτηδες, όπως λέγεται, την πόρτα πάντοτε ανοικτή, για να αερίζεται το δωμάτιο και να εισπράττει το θαυμασμό των δεκάδων γυναικών που περνούσαν στο διάδρομο. Ίσως και ο Γκωγκέν να σκεπτόταν το ίδιο, όταν ζωγράφιζε στην Ταϊτή έχοντας για ερωτική συντροφιά του νεαρά κορίτσια με θαυμαστά κορμιά και θαμπό δέρμα.

Ασφαλώς δε θα δακρύσουμε, αν δεν ανακαλύψουμε όλες τις "τακτοποιημένες" αλήθειες οι οποίες αφορούν τη μορφή και τη φόρμα αυτής της υψηλής τέχνης του εξπρεσιονισμού, καλλιτεχνική φορμαλιστική έκφραση μιας ώριμης πλέον αστικής τάξης, η οποία ωστόσο μπορεί να μας προσφέρει αληθινές συγκινήσεις. Εξάλλου δεν ξεχνάμε ότι και η ασάφεια στη διάταξη του χώρου στα έργα του Σεζάν ( η εικόνα που έχει ο θεατής για το έργο αλλάζει ανάλογα με την θέση από την οποία το παρατηρεί) ήταν και για τον ίδιο ένα πλεονέκτημα, αφού αυτά τα έργα αποτέλεσαν τον προθάλαμο και την είσοδο στον εξπρεσιονισμό και τον κυβισμό.

Το ταξίδι στην Νότια Γαλλία, μιας ομάδας Εκπαιδευτικών, έγινε τον Ιούλιο του 2008. Ήταν ένα από τα ταξίδια που ακολούθησαν, όταν έκλεισε ο κύκλος των ταξιδιών της ΕΛΜΕΖ. Άλλωστε, όχι μόνο τα ταξίδια και η φύση αλλά και οι ζωές των ανθρώπων, με κύκλους χαμένων παραδείσων πορεύονται.

Είχαμε λοιπόν, μέσω ΕΛΜΕΖ, την ευκαιρία από το 1996 και για μία δεκαετία, να βρεθούμε συνάδελφοι μαζί σε μια ενότητα ταξιδιών. Εκεί μακριά μπορέσαμε να πλουτίσουμε τις ψυχές μας και ίσως να νιώσουμε, όπως λένε, την παιδική ηλικία των πραγμάτων.

Στο πρώτο ταξίδι μας στη Βιέννη μιλήσαμε για τα όνειρα, ονειρευτήκαμε να ζήσουμε λίγες στιγμές της ανθρωπότητας, όταν αυτή περάσει από την προϊστορία στην ιστορία. Όσες πόλεις μαγικές, παλάτια και καθεδρικούς κι αν φτιάξει ο άνθρωπος δεν αρκούν για να ανασαίνει στην ιστορία, αφού η εργασία αγοράζεται και οι βασιλείς είτε οι αστοί "ελέω Θεού" κυβερνάνε.

Στην επίσκεψη στους θησαυρούς του Αγίου όρους αναφερθήκαμε στα ταξίδια. Αφορμή στάθηκε η τελευταία συνέντευξη της Μούσχουρη. Σιγά που την πιστέψαμε την Νάνα, τότε μια εξηντάρα σε αναζήτηση, πως ήταν δικό της ότι: «δεν βρέθηκε ένας άνδρας να με ταξιδέψει» μια παραλλαγή έκανε, σ’ αυτό που ο Γκάτσος είπε γι’ αυτή: «η Νάνα είναι ένα καράβι που ταξιδεύει».

Αναζητώντας με την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τα βήματα του Σολωμού στην Ιταλία μιλήσαμε για τις αναμνήσεις. Είπαμε πολλά, δώσαμε μια συμβουλή σε όσους αγωνιούσαν για ένα σουβενίρ από κάθε τόπο. Μπορεί ένα διαμάντι ή και ένα εισιτήριο τραίνου να αποτελέσουν ένα καημό ιδιωτικής χρήσης.

Και το ταξίδι στην Ισπανία – Πορτογαλία είχε αφορμές. Το πρόβλημα είναι να συνδέσει κανείς τα κομμάτια του. Τι κοινό έχει ο Πικάσο με τον Λόρκα και τον ωκεανό;

Η ζωγραφική λοιπόν, αν είναι γνήσια, απελευθερώνει τις έννοιες. Μέσα από την αφαίρεση απελευθερώνεται και η ίδια η μοντέρνα ζωγραφική από τον πιο ύπουλο εχθρό της, που είναι το σχήμα.

Αναφέρεται για το Λόρκα ότι δε διαχώριζε τον τρόπο ζωής του από τον τρόπο της τέχνης του, χαιρόταν την ελευθερία του, γι’ αυτό άλλωστε την ξόδεψε τόσο γρήγορα. Αλλά και ο ωκεανός απελευθέρωσε τον άνθρωπο από μια κακοδαιμονία, όπως είναι κάθε απόλυτη πίστη, ότι: «ο κόσμος τελειώνει στη γη που πατάμε». Μήπως αυτός ήταν ο λόγος που έγινε η επίσκεψή μας στον ωκεανό, στο Cavo da Roca στην Λισαβόνα, το δυτικότερο άκρο της Ευρώπης, χωρίς να το έχουμε από πριν αποκαλύψει. Μια εκδοχή και πρόθεση που δεν ήταν ολότελα αθώα.

Τον επόμενο χρόνο η Σκανδιναβία πρόσφερε σε εμάς το πιο καλοκαιρινό της πρόσωπο. Να ήταν ότι δεν ήξερε πως μας τρελαίνουν χειμωνιάτικες ιστορίες, η ομορφιά της σιωπής και οι κόσμοι που είναι θαμμένοι στο χιόνι; Σίγουρα όχι. Απλά δεν μας άξιζε! Στα φιορδ του Μπέργκεν σταματήσαμε. Ποιανού η ψυχή θα άντεχε να ξεγυμνωθεί τόσο βίαια, όταν θα συναντούσε ακόμη πιο ψηλά τον "ήλιο του μεσονυκτίου" στο Νάρβικ;

Γαλήνιο τοπίο συναντήσαμε στην Αγγλία - Σκωτία. Ταίριαζε με τον ιστορικό συμβιβασμό Φεουδαρχίας – Αστών που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Όμως το Σίτυ και οι Δούκες ορίζουν πάντα το σκληρό πρόσωπο της πάλαι ποτέ κραταιάς Αυτοκρατορίας. Η αλήθεια αυτή αφήνει ανεξήγητο το γεγονός πως ακόμη και για εμάς που δεν θέλουμε να έχουμε φτωχή μνήμη και έχουμε την "ξιπασιά" να τρέφουμε ακριβές ελπίδες για τον κόσμο, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να φαντάζει ένας Κόσμος Ολόκληρος.


Με τη ζωγράφο Λένα Γούναρη στο θρυλικό θωρηκτό ABPOPA
 Αργότερα μετά την επιστροφή μας από ταξίδι στην Μόσχα – Πετρούπολη αφιέρωσα στη συνταξιδιώτισσά μου και φίλη Λένα Γούναρη, τη ζωγράφο που ονειρεύεται στο βυθό των χρωμάτων, παλαιότερες σκέψεις, οι οποίες ταίριαζαν στην περίσταση.

«Πήγαμε μακριά.

Στο γυρισμό, κρατούσες σταγόνες βροχής
αναπνοές εύθραυστες
κόκκινα τριαντάφυλλα που πότιζαν
εξαίσιες μελαγχολίες αιώνων.»


--------------------------------------------
* Ωστόσο η Ακαδημαϊκή τέχνη, παρ’ όλο που εντάσσεται σε ένα αισθητικό δόγμα το οποίο ακολουθεί κώδικες κλασικών προτύπων, εάν είναι αληθινή, μπορεί να παραμένει μαγική, όπως και στις αρχαίες φυλές ο ποιητής ήταν ο μάγος της φυλής. Ίσως γι’ αυτό ο Μαρσέλ Προυστ να μονολογούσε: «πως ένας καθεδρικός ναός, το κύμα στην καταιγίδα και το άλμα του χορευτή δεν είναι τόσο ψηλά, όσο πιστεύουμε».

Το γεγονός αυτό επιτρέπει στον εαυτό μας να διατηρεί έστω ένα "λοξό" βλέμμα προς τη γοητεία της κλασικής τέχνης, όταν βεβαίως αυτή η γοητεία, βρίσκει τον τρόπο να δραπετεύει και να γίνεται αξιολάτρευτη.

Σάντρο Μποτιτσέλι:
Παναγία με Βρέφος και Αγγέλους που ψάλλουν, 1477

Είμαστε εκεί, τον Ιούλιο του 2009 στην Gemaldegalerie στο Βερολίνο. Μπροστά μας ο πίνακας «Παναγία με Βρέφος και Αγγέλους που ψάλουν», ζωγραφισμένος σε φυσικό μέγεθος το 1477 από το Σάντρο Μποτιτσέλι. Είναι η πρώτη φορά που στην επαφή μας με ένα "αληθινό" έργο τέχνης δεν αισθανόμαστε ανεπαρκείς. Ο χρόνος μισής και πλέον χιλιετίας καμπυλώνεται, γίνεται παρόν, και η όποια θρησκευτικότητα του καλλιτέχνη έχει πλέον υπονομευθεί.

Η απόλυτα δραματική και αισθησιακή ένταση που εκπέμπουν τα πρόσωπα της εικόνας, έρχεται καθολικά στο προσκήνιο, για να μας συγκινήσει, το "ποίημα" έχει ήδη βρει την πληγή του.

Συγχρόνως η φλόγα των υπερβολικά λαξεμένων χρωμάτων, ανασαίνει μέσα από το λόγο του Αριστοφάνη: «Εμπρός ξεκίνα, πες τους γλυκά τους ανάπαιστους».
Ζάκυνθος, Φλεβάρης 2011

π. Παναγιώτης Καποδίστριας: "Η πολιτισμική ανεστιότητα φθείρει τη Ζάκυνθο"

[Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ, Ζάκυνθος 2.2.2011, φ. 908, σ. 8 εξ.]


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ –ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΙΩΤΗ

Με τη σαγήνη της χριστιανικής μυσταγωγίας, η αιρετική ματιά του π. Παναγιώτη καποδίστρια στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στη Ζάκυνθο, προκαλεί αισθήματα μελαγχολικής νοσταλγίας στον αναγνώστη.

Παράλληλα, μάς αποκαλύπτει γιατί κάποιοι άνθρωποι κατορθώνουν να ξεχωρίσουν από το πλήθος, κάθε φορά που με θρησκευτική ευλάβεια προσφέρουν τα «Άνθη του Κακού» στην υποκριτική μας παραίτηση.

Ας περιπλανηθούμε λοιπόν στις επόμενες γραμμές του κειμένου και σοφά... ας σιωπήσουμε...


Η πρώτη εποχή

Επιτρέψτε μου, αρχικά, να ισχυρισθώ ότι ζω στον ομφαλό της γης, δηλαδή στο χωριό Μπανάτο της Ζακύνθου! Εκεί γεννήθηκα, μεγάλωσα, εργάζομαι. Αγαπώ έως λατρείας τον καταπράσινο ζακυνθινό Κάμπο, τους προγόνους που είναι φυτευμένοι εκεί, τους τωρινούς συμπολίτες και ενορίτες μου, αλλά και όσους έπονται πολύ μετά από την δική μας γενιά. Κάποτε με ψέγουν ορισμένοι, γιατί μένω και εμμένω στο χωριό μου… Δεν μπορούν να καταλάβουν όμως αυτό, που αποτελεί ακλόνητη πεποίθησή μου ανέκαθεν: Εάν ο μικρός σου τόπος, εφόσον τον έχεις επιλέξει ως προσωπικό σου παράδεισο, δεν είναι για σένα ομφαλός της γης, τότε καλύτερα να (δια)φύγεις, ώστε να γλιτώσεις αυτού του είδους τον εγκλωβισμό, που οδηγεί συνήθως σε δυστυχίες και διψυχίες. Ευλογήθηκα να είμαι αρκετά ικανοποιημένος με τη ζωή στον μικρό μου τόπο, με τους απλούς συγχωριανούς, με την οικογένεια και λιγοστούς φίλους μου, γευόμενος έτσι μέρα με την ημέρα τον μεγάκοσμο των μικρών -αμελητέων για τους πολλούς- πραγμάτων, προσλαμβάνοντας με βουλιμία το μυστικό μεγαλείο του απλού και του ανεπιτήδευτου.

Ο Πατέρας ήταν πλανόδιος μικροπωλητής πόρτα-πόρτα στα τριγύρω χωριά, η Μάνα υφάντρα ταπήτων από κουρέλια που τής έφερναν οι κυρίες της περιφέρειας. Παρά το ότι δεν είχαμε ως οικογένεια κτηματικές περιουσίες, όπως οι πλείστοι συντοπίτες, θεωρώ πλέον ότι πέρασα πολύ πλούσια και ήρεμα παιδικά χρόνια, βαπτισμένα στη στοργή σπουδαίων γονιών. Οι πνευματικού περιεχομένου επιθυμίες μου αποτελούσαν διαταγές γι’ αυτούς, οι οποίοι -σημειωτέον- ουδέποτε τελείωσαν το Δημοτικό της εποχής τους... Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι όντας μαθητής του Λυκείου, μεταξύ 1976 και 1979, κάποιο μεσημέρι είπα στο σπίτι πως ο φιλόλογός μας είχε στο μάθημα κάμει αναφορά στο Μεγάλο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας του Σταματάκου. Εε, λοιπόν το ίδιο απόγευμα ο… Σταματάκος βρισκόταν, σε επίσημο περιτύλιγμα, στο γραφειάκι μου. Είχε πάει ειδικά στη Χώρα ο Πατέρας, στο βιβλιοπωλείο του Μυλωνά (παλαιού του φίλου, όπου ξοδεύαμε συνήθως αρκετές οικονομίες για βιβλία), για να μην μού λείψει το Λεξικό, το οποίο στην πραγματικότητα δεν μού πολυχρειαζόταν και μάλλον ουδείς άλλος το απόχτησε από τους συμμαθητές! Με καύχηση αναθυμάμαι επίσης ότι η Μητέρα μου ήξερε απέξω και ανακατωτά όλη τη «Θυσία του Αβραάμ» και τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, συχνά πυκνά μού τα απάγγελνε μάλιστα παραστατικότατα και μού άρεσε πολύ αυτό. Είδατε, πώς τα κορυφαία αυτά έργα της Κρητικής Γραμματολογίας έχουν περάσει στη συνείδηση του απλού λαού της Ζακύνθου;;; Το 1973 (στην Α΄ Γυμνασίου) η Μητέρα σκέφτηκε να μού αγοράσει τη «Θυσία» (υπό Γεωργίου Α. Μέγα, της «Εστίας»), ώστε ν’ αποκτήσω ενιαίο το κείμενο. «Τον Ερωτόκριτο, αργότερα, που θα μεγαλώσεις», είπε!

Καρδιακός φίλος αποδείχτηκε από πολύ νωρίς ο συμμαθητής από το γειτονικό χωριό, το Σαρακινάδο, ο Σπύρος Καρυδάκης, διαπρεπής σήμερα μυθιστοριογράφος και εξαίσιος ποιητής. Με τον Σπύρο μοιραστήκαμε τις πρώτες δοκιμές στην Ποίηση, κάποτε μάλιστα γράψαμε μια κοινή ποιητική δοκιμή - άσκηση αυτόματης γραφής, επηρεασμένοι από το «Μανιφέστο του Σουρεαλισμού» του Μπρετόν, που μόλις είχαμε ανακαλύψει στα διαβάσματά μας. Μόνο με τον Σπύρο αισθάνομαι μέχρι σήμερα μαθητής και, εάν θα του διάβαζα κάτι νεότερο ποιητικό μου, θα αισθανόμουν πάλι και πάλι το γνωστό μαθητικό άγχος ενώπιον του δασκάλου του. Χρωστώ και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό για μένα, στον Σπύρο και στην καλότατη οικογένειά του: Την πρόσβασή μου στη μεγάλη και πολύτιμη βιβλιοθήκη του δικού του Πατέρα, του αλησμόνητου Γιώργη Καρυδάκη, ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου και λογίου της ζακυνθινής υπαίθρου του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, που η συναναστροφή μαζί του μόνο θησαυρούς ποιότητας και γνησιότητας σού παρείχε! Πάντα τον μνημονεύω με ευγνωμοσύνη!


Ενώ ήρθε η Ποίηση

Τα χρόνια περνούσαν και, μεσ’ από μυστικές της εσωτερικότητάς μου διεργασίες, η ποιητική έκφραση έγινε σταδιακά μέθοδος ψυχικής αναπνοής για την αγοραφοβική -όπως αυτοερμηνεύομαι σήμερα- προσωπικότητά μου. Τούτο σημαίνει ότι ουδέποτε υπήρξε για μένα μια πολυτελής ενασχόληση εν είδει χόμπι ή αθλήματος, αλλά λειτούργησε πάντα μου και λειτουργεί ακόμη ως ηφαιστειακή έκρηξη - εξωτερίκευση κάποιας απροσδιόριστης, σχεδόν μυστηριακής, λάβας.

Χωρίς να επιθυμώ να κάμω επίδειξη υψηλών γνωριμιών, τολμώ να πω ότι οι πρώτοι, που καταδέχτηκαν να ρίξουν βλέμμα κατανόησης έως και ενθουσιασμού προς τα αμετροεπή γραφτά μου ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης (τον οποίον με νεανικό θράσος προσέγγισα πριν και κατά την επίσκεψή του στη Ζάκυνθο το 1980) και η Μάχη Μουζάκη, η αγέρωχη ποιήτρια των Κήπων του Τζάντε μας. Και οι δυο, κενώνοντας υποδειγματικά την καταξιωμένη προσωπικότητά τους, αλληλογραφούσαν ευγενέστατα με τον φιλόδοξο νεαρό, που έγραφε στιχάκια και τους είχε προσεγγίσει, ενοχλώντας τους ευκαίρως ακαίρως.

Ο ταχυδρόμος τότε άφηνε συνήθως τις επιστολές μου στο κεντρικό καφενείο - μπακάλικο του χωριού στο διάστημα των πρωινών ωρών, ενόσω εγώ ήμουν σχολείο ή αλλού. Το μεσημέρι έκλεινε το μαγαζί κι εγώ, που υπολόγιζα περίπου τον χρόνο της απάντησής τους, βρισκόμουν να περιμένω εναγωνίως πότε θα προχωρήσουν οι ώρες, να έρθει απόγευμα, ν’ ανοίξει επιτέλους το μαγαζί, για να πάρω στα χέρια μου το πολυπόθητο γράμμα, το οποίο πάντως έβλεπα από το τζάμι του παράθυρου να με περιμένει στο ράφι, ανάμεσα στις ζάχαρες, τα γλειφιτζούρια, τα ζυμαρικά και τα καφεκούτια.


Οι τρεις δρόμοι

Πολύ νωρίς, ήμουν 21 μόλις χρόνων, ήρθε ο γάμος με τη Φωτεινή μου και ακολούθησαν τα τρία παιδιά μας. Ας προσπεράσουμε τα οικογενειακά – προσωπικά δεδομένα και να Σας αναφέρω εδώ ότι τρία πράγματα θέλησα από τη ζωή μου, τα οποία θεωρώ ότι -ούτως ή άλλως- τα κατάφερα: Πρώτα να γίνω ιερέας, μετά να γίνω εκπαιδευτικός και ύστερα να γίνω δημοσιογράφος.

Το 1977 πρωτοδημοσιεύτηκε ένα πρωτόλειο κείμενό μου στη μεταδικτατορική εβδομαδιαία εφημερίδα της Ζακύνθου Ελεύθερη Φωνή του αγωνιστή της Δημοκρατίας και της Παιδείας Σωκράτη Κωστή, με τον τίτλο «Το πρώτο πέταγμα». Έκτοτε, κάθε βδομάδα σχεδόν, πότε με ποιήματα, πότε με αφηγήματα, αλλά και με ψευδώνυμες παρεμβάσεις μου, ήμουν παρών στο κοινό του τόπου μας επί αρκετά χρόνια. Χρωστώ πολλά στον αείμνηστο Κωστή, ο οποίος με υπεραγαπούσε και με εμπιστευόταν δίχως καμία παρέμβαση σε ό,τι τού έδινα για δημοσίευση, αν και ποτέ δεν μπορούσε να μού συγχωρήσει το ότι προετοιμαζόμουν ήδη να γίνω… παπάς, κάτι εντελώς αδιανόητο για τις ιδέες του.

Ως ιερωμένος, από το 1983, προσπαθώ το καλύτερο, μαχόμενος νύχτα-μέρα με τη σμικρότητά μου σε όλα τα επίπεδα. Παρηγορούμαι, με τη σκέψη ότι το να πέφτεις είναι ανθρώπινο, το να ανασταίνεσαι όμως είναι ο θεοπρεπής προορισμός μας! Εύχομαι και παρακαλώ, η Μεγάλη Στιγμή να με βρει σε Ανά(σ)ταση, έχοντας συνεπάρει σε αυτή την ανοδική πορεία -ως εκ της θέσεώς μου- και κάποιες άλλες ψυχούλες, που το επιθυμούν και μ’ εμπιστεύονται προς τούτο. Σκέπτομαι διαρκώς ότι, ενώ ως λογοτέχνης δεν θα είχα αντίρρηση να παραμείνει το όνομα και το όποιο έργο μου, έχοντας συνεισφέρει το κατά δύναμιν στα Γράμματα του τόπου μας (αν και ο πήχης φαντάζει δυσθεώρητος, καθώς νοιώθω δίπλα μου τους ήσκιους των παμμέγιστων δημιουργών Σολωμού, Κάλβου, Φώσκολου), ως ιερέας εκείνο που επιθυμώ είναι να επιστρέψω το ράσο μου στον Ουρανό αστιγμάτιστο, έστω και αν δεν έχω πράξει κάτι το άξιο μνημοσύνης, δεδομένου ότι άλλοι, προ εμού στην ιερατική - αποστολική διαδοχή, έχουν ξοδέψει και το ίδιο τους το αίμα ακόμη, αφοσιωμένοι με σύνολη την ύπαρξή τους στη βίωση του Θείου Έρωτα.

Ως εκπαιδευτικός, διδάσκοντας το μάθημα των Θρησκευτικών από το 1992 ανελλιπώς, αφήνω να μιλήσουν οι ίδιοι οι μαθητές μου από τα διάφορα Γυμνάσια και τα Λύκεια του νησιού μας έως και το Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων (Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος και Οικολογίας Ζακύνθου), όπου επί εξαετία ευτύχησα να διδάξω, ως εργαστηριακός συνεργάτης, το μάθημα «Θρησκεία και Περιβάλλον». Χαίρομαι αφάνταστα ότι παντού, όπου και αν βρεθώ, συναντώ χαμογελαστά τα πρόσωπα αρκετών μαθητών μου, οι οποίοι σήμερα έχουν εξελιχθεί στην τοπική κοινωνία και όχι μόνο, με ωραίες οικογένειες, καλές εργασίες και όλα τα συναφή.

Επανέρχομαι στο δημοσιογραφικό μεράκι – σαράκι. Κατάφερα τελικά και αυτό να συνεχίσω να το υπηρετώ, με τον δικό μου τρόπο. Από τον Μάρτιο του 2007, με τις δυνατότητες που μας παρέχει πλέον η Τεχνολογία, δημιούργησα ορισμένους θεματικούς ιστότοπους στο Διαδίκτυο, οι οποίοι, ενοποιημένοι όλοι υπό τον τίτλο «Στον ίσκιο του Ήσκιου» (http://www.iskiosiskiou.com/), αποτελούν πλέον ένα ηλεκτρονικό πολυπεριοδικό ή αλλιώς «Τετράδια καθημερινών σημειώσεων για τη Λογοτεχνία, την Τέχνη, την Κριτική, τη Ζωή», όπως χαρακτηριστικά λέμε στο λογότυπό του. Τα θεματικά ένθετα ενημερώνονται καθημερινά σχεδόν, ενώ στατιστικά μπορώ να αναφέρω ότι μέχρι σήμερα έχουν παρουσιασθεί περί τα 2.500 δημοσιεύματα, τα πλείστα πρωτότυπα, υπερβήκαμε ήδη τις 320.000 πραγματικές (και όχι πλασματικές, καθώς συμβαίνει αλλού) επισκέψεις αναγνωστών, ενώ μας τιμούν μόνιμα με τις πρωτοδημοσιευόμενες συνεργασίες τους δέκα αξιόλογοι άνθρωποι των Γραμμάτων και της Επιστήμης. Η όλη προσπάθεια αποτελεί για εμάς όλους ορθάνοιχτο παράθυρο στον νεότερο κόσμο, ο οποίος εκφράζεται σήμερα σχεδόν αποκλειστικά μέσω του ίντερνετ και όλοι χαιρόμαστε, αισθανόμενοι ευθύνη συνάμα, μόλις πληροφορούμαστε ότι πάμπολλοι φίλοι ανά την υφήλιο ξεκινούν ή κλείνουν την ημέρα τους «Στον ίσκιο του Ήσκιου» μας!


Η σύγχρονη Ζάκυνθος, πόσο «ωραία και μόνη»;

Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, κατανοείτε ότι, αν και υπεραγαπώ όσο τίποτε το νησί μας -εδώ, άλλωστε, στη materna terra, είναι το απώτερο λιμάνι του κάθε Ζακυνθινού- δεν μπορώ να μην πω και να ξαναπώ ότι ο τόπος μας (παρά την αίσθηση, που έχουν όλοι) αποτελεί μια κακή έως φρικτή επαρχία. Οι συμπατριώτες μας ασχολούνται με ό,τι πιο ευτελές και κιτσάτο υπαγορεύει ο Τουρισμός (άραγε θα τους αγγίξει -ευεργετικά, ιαματικά- η οικονομική Κρίση, που διάγουμε;), ενώ όσοι ασχολούμαστε με τα κάθε είδους πνευματικά ζητήματα, μεμψιμοιρούμε διαρκώς, μηρυκάζοντας τη νοσταλγία των παλαιών μεγαλείων του τόπου μας. Έτσι καταλήγουμε και να κλαιγόμαστε και ουσιαστικά βήματα αποκατάστασης να μην κάνουμε. Οι εκάστοτε πολιτικοί μας αποδείχτηκαν μέχρι τώρα φαιδρές κουφότητες και δεν παύουμε να ελπίζουμε -εφόσον η ελπίδα πεθαίνει τελευταία- ότι, με τις νεότερες εξουσίες συν τα παθήματα του πρόσφατου παρελθόντος, ίσως αντιστραφούν οι ανεπίστροφοι όροι… Γενικώς, βιώνουμε μια γενικευμένη θλίψη… Όχι πως δεν υπάρχουν κατά καιρούς αξιοπρόσεκτες παρήγορες προσπάθειες, αλλά αυτές λειτουργούν μάλλον ως αναλγητικά χάπια, ενώ η πολιτισμική ανεστιότητά μας συνεχίζει να φθείρει οντολογικά, ως κακή ασθένεια, το νησί μας. Γι’ αυτό -όπως έχω γράψει και αλλού- προσωπικά πιστεύω εντέλει στην πολιτισμική ιδιωτεία ενός εκάστου. Τούτο βέβαια δεν είναι το δέον, αλλά αποτελεί την ύστατη «μόνη παρηγορία», για την οποία μιλά και ο Σολωμός. Ξέρω δηλαδή και παρηγορούμαι και στηρίζομαι πολύ σε αυτό ότι, στην ιδιωτεία του ο καθείς, σε κάποια μοναχική γωνιά του Τζάντε μας, παράγουν μεστό πολιτισμό οι πολύτιμοι φίλοι και συνοδίτες μου Μάχη Μουζάκη, Λούλα Βάλβη-Μυλωνά, Έρση Λάγκε, Διονύσης Σέρρας, Διονύσης Φλεμοτόμος και άλλοι νεότεροι που πολύ τιμώ και αγαπώ, οι οποίοι όλοι, αν και πικραίνονται και αυτοί από την περιρρέουσα θανατερή αδιαφορία, δεν υποστέλλουν την προσπάθεια! Τώρα μάλιστα, με την εξακτίνωση των παραγόμενων λογοτεχνημάτων – ιδεών – απόψεων κλπ μέσω του Διαδικτύου, θα μπορούσαμε να επαναπαυτούμε, λέγοντας το: «είναι και αλλού πορτοκαλιές…», όμως ο γενέθλιος τόπος πάντα μάς ενδιαφέρει, μάς πονάει και θέλουμε την εν γένει πρόοδό του.


Για τις «Καμένες Πεταλούδες»

Σας αναφέρω ένα τελευταίο παράδειγμα – στίγμα νεοζακυνθινής συμπεριφοράς: Το περασμένο καλοκαίρι (2010) ευτύχησα να εκδώσει, με δικά του αποκλειστικά έξοδα, όλες τις μέχρι τώρα ποιητικές μου συλλογές ο Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη της Θεσσαλονίκης, σε έναν πανόδετο τόμο 464 σελίδων και με τίτλο: «Καμένες Πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009». Έγινε άρτια δουλειά, με καλή διάθεση και μεράκι από πλευράς του, δίχως να υπολογίσει το μεγάλο κόστος που απαίτησε η ακριβή αυτή έκδοση. Παρότι δεν θα έχω καμιά οικονομική απολαβή από τη συγκεντρωτική αυτή έκδοση, μιας και άλλος πλήρωσε γι’ αυτήν, ήθελα πολύ να πάει καλά, ιδίως στο νησί μας, ώστε να βγούμε όλοι «ασπροπρόσωποι» στον ευγενέστατο Θεσσαλονικιό εκδότη. Ελάχιστοι αγόρασαν το βιβλίο (έχουν συνηθίσει όλοι, βλέπετε, να τους χαρίζω ό,τι κυκλοφορώ), αλλά το χειρότερο είναι τούτο: Ο εκδότης επικοινώνησε με τα τοπικά βιβλιοπωλεία, ώστε να ενημερωθούν για την έκδοση και, εάν τους ενδιέφερε, να την προμηθευτούν. Όλοι πήραν από ελάχιστα αντίτυπα προς διάθεση στο αναγνωστικό κοινό (ποιο κοινό;;;) της Ζακύνθου, ένας όμως από τους φίλους βιβλιοπώλες μας (λέτε και έχουμε τη χειρότερη έχθρα) αρνήθηκε μ’ ένα στεντόρειο «Όχι», που έκαμε τον Εκδότη να απορεί και να εξίσταται.

Δεν βαριέστε… Ο λόγος του Χριστού «Ουδείς προφήτης εν τη ιδία αυτού πατρίδι» ισχύει κι εδώ!…


* * * Οι σελίδες από την εφημερίδα μεγεθύνονται αρκετά, μ' ένα κλικ επάνω τους.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

H Έκθεση Εικαστικών στο BARRAGE Culture

Tης Κατερίνας Δεμέτη


Σε καιρούς άκρας γαστρονομικής έξαρσης, με τηλεοπτικές εκπομπές, περιοδικά, βιβλία, μπλογκς, διαγωνισμούς, και πολιτικές αντιπαραθέσεις για το μισογεμάτο και το μισοάδειο καλάθι της νοικοκυράς, η επιτυχημένη συνταγή της συμπαρουσίασης των: Ελένη Γούναρη, Διονύση Ματαράγκα, Θάλειας Ξενάκη, Κώστα Πλέσσα και Μίκας Συμβουλίδου, μόνο ως η «σίγουρη συνταγή» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού όλοι τους ανήκουν στη εν ενεργεία εικαστική πρωτοπορία του νησιού μας, με πολλές επιτυχίες εντός και εκτός των συνόρων του και έχουν εκτεθεί πολλές φορές μαζί στο φιλότεχνο κοινό.


Για την ιστορία αξίζει ν’ αναφέρουμε την έκθεση εικαστικών «50 χρόνια μετά τους σεισμούς του ΄53», που συνδιοργάνωσαν η Δ.Ε.Π.Α.Ζ. και ο ΠΛΑΤΥΦΟΡΟΣ στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου από 23-12-2003 έως 10-1-2004, και τις δύο θεματικές εκθέσεις που έγιναν το 2009. Η πρώτη, στο Αμφιθέατρο του Μουσικού Σχολείου (Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009), με θέμα την παγκόσμια βία και αφορμή τις ταραχές που ξέσπασαν στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού και η δεύτερη, στον Κινηματογράφο «Φώσκολος» (Tρίτη 7 Aπριλίου 2009), με θέμα το πορτραίτο, από την Κινηματογραφική Λέσχη Ζακύνθου, στα πλαίσια της εκδήλωσης "κινημα-φωτο-ζωγραφίζω".



Γι’ αυτό η αναφορά μας στην επιτυχημένη κοινή καλλιτεχνική τους παρουσία θα κατέληγε κοινότυπα αν δεν εντοπίζαμε το αλάτι και το πιπέρι, που διαφοροποιεί τη συνταγή της συγκεκριμένης έκθεσης από τις προηγούμενες, και την κάνει πραγματική συνταγή επιτυχίας.
Και αυτό δεν είναι άλλο από το κέλυφος που περικλείει τα έργα, τα οποία γνωρίζουν την χαρά για πρώτη φορά να εκτίθενται σ’ ένα χώρο που έχει αποκλειστικά σχεδιαστεί για να τα υποδεχτεί.
Και αυτό το κέλυφος δεν είναι φουαγιέ κινηματογράφου, ούτε αμφιθέατρο σχολείου, ούτε αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, που άφησαν για λίγο τις κύριες χρήσεις τους και στέγασαν την περιπλανώμενη τέχνη της σύγχρονης Ζακύνθου.
Είναι αντίθετα ένας χώρος που οργανώνεται για πρώτη φορά με αποκλειστικό στόχο ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ και ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ.
Και επειδή το BARRAGE στέγασε τις νεανικές μας ανησυχίες, η μεταμόρφωσή του σε BARRAGE Culture, λειτουργεί ακόμα περισσότερο συναισθηματικά, δίνοντάς μας την ελπίδα ότι αφού ένας χώρος μπορεί μέσα από την Τέχνη να μεταμορφωθεί και να σηκώσει πάνω του τις ανησυχίες μας, τα άγχη μας, τις αποτυχίες και τις επιτυχίες μας, μπορούμε κι εμείς οι ίδιοι να μεταμορφωθούμε και να βρούμε παρηγοριά και έμπνευση κοντά στη Τέχνη.
Μας κάνει μ’ άλλα λόγια να σκεφτούμε πώς θα ήταν η ζωή μας αν βάζαμε σε κάθε τι το αλάτι και το πιπέρι της κουλτούρας, το Culture δηλαδή που πρόσθεσε το BARRAGE και κατάφερε να μεταμορφωθεί τόσο επιτυχημένα με την καθοδήγηση του Μπάμπη Μουζάκη και της Τζίνας Δράκου.


Τα έργα των Ελένη Γούναρη, Διονύση Ματαράγκα, Θάλειας Ξενάκη, Κώστα Πλέσσα και Μίκας Συμβουλίδου, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά και τόσο πιστά στην εσωτερική διαδρομή του καθενός δημιουργού, χαίρονται την φιλοξενία, μ’ έναν τρόπο πραγματικά αυτάρεσκο, απολαμβάνοντας τον σωστό φωτισμό, την μελετημένη ανάρτηση και την έκθεση σε ατομικούς χώρους, που επιτρέπουν τους επισκέπτες να περάσουν ομαλά μέσα από διαφορετικές τεχνοτροπίες, τεχνικές και θεματικές και ν’ αφεθούν στην εμπειρία της επίσκεψης.


Γι’ αυτό και η προτροπή μας να επισκεφτείτε την έκθεση που λειτουργεί στο BARRAGE από τις 29 Ιανουαρίου έως 6 Φεβρουαρίου, ας ακουστεί από τη στήλη μας ως επιτακτική και επιβαλλόμενη.
Related Posts with Thumbnails