© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Ζωής Σαμαρά: ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ / ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ. Ο Άλλος ως εγώ και ως μίασμα στο αρχαίο δράμα (Πέρσαι, Μήδεια, Οιδίπους επί Κολωνώ)

Στην Αρχαιότητα υπήρχε η λέξη φιλοξενία, αλλά όχι η λέξη ξενοφοβία. Αυτή περίμενε τα τέλη του 19ου αιώνα (1887) για να εμφανιστεί στην ελληνική γλώσσα. Μάλιστα ξένος σήμαινε αρχικά «φιλοξενούμενος» και έγινε αφορμή για την ύπαρξη πολλών παραγώγων και σύνθετων λέξεων, όπως φιλόξενος στις Χοηφόρες (656), προξενία στη Μήδεια (359), ξενόστασις και ξενία στον Οιδίποδα επί Κολωνώ (90, 515). Στη Μήδεια ο Ιάσων είναι ξεναπάτης, ο Έλληνας που εξαπάτησε την ξένη (1392), ενώ στις Τρωάδες ξεναπάτης είναι ο Πάρης, ο οποίος, αν και ξένος, φιλοξενούμενος, εξαπάτησε τον Μενέλαο (866), τον «ξένο» που τον υποδέχθηκε. Άρα, η οπτική αλλάζει· σε μία υπονομευτική «διαλεκτική της διυποκειμενικότητας» (1), το υποκείμενο επαναπροσδιορίζεται, ξένος δεν είναι μόνο ο Άλλος αλλά και το Εγώ.

Τον ξένιο και ικέσιο Δία εξοργίζει η κακή μεταχείριση των προσφύγων στις Ικέτιδες του Αισχύλου (347, 385). Είναι δε τόσο σημαντική η φιλοξενία που ο Άδμητος κρύβει από τον Ηρακλή το θάνατο της Άλκηστης, για να τον υποδεχθεί όπως απαιτούν τα έθιμα. Μια κορυφαία στιγμή αυτής της γενναιοδωρίας προς τον Άλλο ζούμε ήδη στους Πέρσες. Πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ένας Έλληνας αναπαριστά εμμέσως τις εμπειρίες των συμπατριωτών του στη ναυμαχία που διαφύλαξε την ελευθερία της πατρίδας του, ενώ άμεσα, πάνω στη σκηνή, βλέπουμε την αγωνία των ηττημένων, των εχθρών, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των βαρβάρων, λέξη που σηματοδοτεί τους μη Έλληνες, τους ξένους, και δεν φαίνεται να έχει ακόμη ιδεολογική σημασία. Γινόμαστε μάρτυρες ενός πολιτισμού που η ανθρωπότητα έχει συλλάβει με το πνεύμα αλλά δεν έχει κάνει ειλικρινείς προσπάθειες για να τον δει να υλοποιείται.

Για να επικοινωνήσεις με τον Άλλο, αντί να ασκήσεις βία εναντίον του, χρειάζεται διάλογος: «πέρας γαρ ουδέν μη διά γλώσσης ιόν», τίποτε δεν τελειώνει αν δεν εκφρασθεί με λέξεις, λέει ο Θησεύς, στις Ικέτιδες του Ευριπίδη (112). Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι ο Αισχύλος επινόησε τον δεύτερο υποκριτή για λόγους συνάμα σκηνικούς και ιδεολογικούς. Δεν δημιούργησε μόνο ένα θεατρικό φαινόμενο, έδωσε στο κοινό του ένα προϊόν κοσμοθεωρίας. Ο διάλογος είναι τόσο έντονος σε τόσο πολλά επίπεδα που επιβάλλει την ενεργό παρουσία του Άλλου.

Με τον δεύτερο υποκριτή ξεκινά ο ουσιαστικός θεατρικός λόγος· πάνω στη σκηνή, ο Άλλος αποκτά σάρκα και οστά. Ο σκηνικός λόγος ανάγεται σε προέκταση της αναζήτησης του Άλλου, της συζήτησης με τον Άλλο, με την αντίπερα όχθη, την «αντίπορον γείτονα χώραν» (Πέρσαι 69). Την ίδια στιγμή, ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία, η επικοινωνία αρχίζει. Οι θεατές προφανώς συμμερίζονταν την οπτική του Αισχύλου, γιατί δεν ήταν μόνο οπτική του ξένου αλλά και του Έλληνα με οικουμενικό βλέμμα, όπως περιγράφει τους αρχαίους Έλληνες η Jacqueline de Romilly (2), και δεν είναι η μόνη. Ως συνέχεια αυτής της επικοινωνίας αναδύεται ένας εκούσιος αναχρονισμός, μαγική σύνδεση της ιστορικής στιγμής της παράστασης και του μύθου, μια ακόμη μορφή διαλόγου, μια ετεροτοπία, όπως θα έλεγε ο Foucault (3), η οποία ωστόσο επενδύει την πραγματικότητα με μυθικές αποχρώσεις.

Η σημειωτική του θεατρικού λόγου θα είχε πολλά να επισημάνει για την τεχνική του διπλού διαλόγου, που είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε όλο το αρχαίο δράμα. «Πού βρίσκεται η Αθήνα;» (231), ρωτά η Άτοσσα, ενώ σε λίγο δεν διστάζει να την αποκαλέσει «ξακουσμένη» (474), σαν να ήθελε να απαλύνει το άλγος της ήττας. Η περίφημη αγωνία που διακρίνεται στα έργα του Αισχύλου δεν ξεχωρίζει ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους. Την οπτική του ηττημένου ακολουθεί μια τεχνική αλλαγής με σημείο εκκίνησης τη συνείδηση του δημιουργού και τελικό παραλήπτη το αθηναϊκό κοινό. Με την τέχνη του ο Αισχύλος καλεί το θεατή να γίνει σημαντικός συντελεστής της παραγωγής νοημάτων· ενώ οι Γέροντες μιλούν με θαυμασμό για την Αθήνα, αυξάνοντας την αγωνία της βασίλισσας, ο ποιητής θυμίζει στους συμπατριώτες του τη δόξα που έζησαν. Η Ελλάδα δοξάζεται ακόμη και στο όνειρο της Περσίδας βασίλισσας. Και όταν ο Άγγελος ανακοινώνει την ήττα με τις λέξεις «Θεοί πόλιν σώζουσι Παλλάδος θεάς» (347), αποκαλύπτει το θαυμασμό του: μιλά σαν να ταυτιζόταν με τους Έλληνες, ενώ εντυπωσιάζει τους θεατές με την «αντικειμενικότητά» του. Ο Αισχύλος αποτίνει φόρο τιμής στην Αθηνά και στην πόλη της. Τα έμμεσα μηνύματα για την υπεροχή της Αθήνας προέρχονται από τους Πέρσες αλλά και ανταποδίδονται σε αυτούς. Όταν το είδωλο του Δαρείου προειδοποιεί να μην πολεμούν στη γη των Ελλήνων, γιατί είναι σύμμαχος του λαού της (790-2), το κοινό νιώθει συγχρόνως το μεγαλείο της πατρίδας του και τη μεγαλοψυχία του Δαρείου (4). Εντούτοις, η καλή σχέση των Ελλήνων με τη γη τους δεν τους κάνει εθνικιστές: οι Πέρσες είναι αδέλφια τους που ζουν σε «βάρβαρη» γη.

Ο Αισχύλος παρουσιάζει ένα σύνθετο θεατρικό παιχνίδι με θέμα την ετερότητα, με την αρχαία έννοια της λέξης. Διαφορά και ετερότης δεν είναι το ίδιο, το έτερο δεν χρειάζεται να είναι διαφορετικό, θα γράψει ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά (1054b 26-30). Όντως, ενώ ο ποιητής γράφει από την πλευρά των «βαρβάρων», η ηρωίδα του αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση με την Ελλάδα. Η γη είναι βάρβαρη (187), λέει, μη ελληνική, όπως στο όνειρό της, οι δύο γυναίκες προέρχονται από το ίδιο γένος, μόνο το ένδυμα αλλάζει. Στη μία έλαχε ο κλήρος να έχει πατρίδα την Ελλάδα, στην άλλη τη γη των βαρβάρων (185-6). Οι διαφορές τους είναι επομένως επιφανειακές, οι αρετές τους οφείλονται στην τύχη. Σημαντική διαφορά, ωστόσο, οι βάρβαροι φοβήθηκαν, ενώ η ανδρεία φαίνεται να είναι ελληνικό προνόμιο (393). Η περιγραφή αυτή γίνεται ακόμη πιο πειστική γιατί η πληροφορία δίνεται στην περσική αυλή, από τον Πέρση αγγελιαφόρο (353-432). Το «ίτε παίδες Ελλήνων» (402-5), που θα ακουσθεί σε λίγο, περιέχει ακόμη περισσότερο συναίσθημα, γιατί δίνεται δήθεν αντικειμενικά.

Ο ξένος δεν είναι μίασμα, αν και εχθρός· ίδια έθιμα, ίδιες δοξασίες συνδέουν τους δύο λαούς. Όπως οι Έλληνες στις Χοηφόρες, οι Πέρσες, στην ομώνυμη τραγωδία, παρακαλούν τον νεκρό βασιλιά τους να τους προστατεύσει. Οι χοές στον τάφο είναι εξίσου σημαντικές με την ίδια την ύπαρξη, στους Έλληνες και τους «βαρβάρους». Οι τραγικοί ποιητές δεν εκλαμβάνουν τον άλλο ως διαφορετικό, όταν πρόκειται για αρχετυπικές, αιώνιες αλήθειες, όπως είναι ο πόλεμος ή ο θάνατος. Τι βάρβαρα μαρτύρια σκεφτήκατε, Έλληνες. Τι φταίει το παιδί, θα φωνάξει η Ανδρομάχη στις Τρωάδες (765-766). Και τότε η έννοια της λέξης βάρβαρος, καθώς προσδιορίζει τις πράξεις των κατεξοχήν μη βαρβάρων, θα γίνει ρευστή, θα κάνει τις αναφορές μέσα στο έργο του Ευριπίδη (5) να ακούγονται ειρωνικές, πικρόχολες.

Οι Πέρσες κατάγονται από τον Περσέα, γιο του Δία και Ελληνίδας θνητής, πληροφορεί τους θεατές ο Κορυφαίος του Χορού (80). Καθώς οι κάτοικοί της προέρχονται από τη χρυσή βροχή, η Περσία είναι πλούσια χώρα, λιμήν πλούτου (250). Η Άτοσσα βγαίνει από χρυσοστόλιστα παλάτια (159), ενώ στην ερώτησή της αν έχει πλούτη η Ελλάδα, ο Χορός απαντά ότι έχει ασήμι (238). Προφανώς, το ελληνικό χρυσάφι έχει αποκλειστικά μεταφορική έννοια (6). Όταν ο Άγγελος φέρνει την είδηση ότι όλος ο στρατός των βαρβάρων χάθηκε (255), βάρβαρος δεν μπορεί να σημαίνει «ξένος», ούτε να παραπέμπει στην ετυμολογία της λέξης, αν και σε λίγο θα πει «Περσίδος γλώσσης ρόθος» (406). Ακούνε τη δική τους γλώσσα σαν να ήταν ξένη· δεν αποτελείται από γλωσσικά σημεία αλλά από αχό, από αντάρα. Η οπτική αλλάζει ξανά.

Η Μήδεια θα έχει διαφορετική γνώμη. Στην ερώτηση σε τι διαφέρουν οι βάρβαροι, θα απαντούσε μόνο με αυτοσαρκασμό. Όπως οι Πέρσες, αυτοπροσδιορίζεται ως βάρβαρη, αλλά η λέξη έχει πλέον μειωτική χροιά. Είμαι από βάρβαρο γένος και δεν θα ήταν τιμή να φτάσεις στα γηρατειά με βάρβαρη γυναίκα (591-2), λέει χλευαστικά, και εδώ σαφώς δεν είναι μόνο η γη βάρβαρη, ό,τι και αν σημαίνει η λέξη. Και όταν ο Ιάσων σχολιάζει με απόγνωση ή αφέλεια: Ελληνίδα δεν θα έκανε ποτέ μια τέτοια πράξη (1339-40), σαν να μην ήταν οι Λήμνιες Ελληνίδες (7), όσο και αν θέλει ο Ευριπίδης να δοξάσει την Ελλάδα και να καλύψει τα νώτα του, έχουμε την αίσθηση ότι καγχάζει. Στα χέρια του μεγάλου τραγικού, ο πρώην ήρωας της Αργοναυτικής Εκστρατείας μοιάζει με ανδρείκελο που δεν μπορεί καν να συνειδητοποιήσει τις ευθύνες που του αναλογούν. Νιώθει ότι έχει κάνει το χρέος του απέναντι στη γυναίκα του, καθώς, χάρη σε αυτόν, ζει στην Ελλάδα, χώρα με δίκη και νόμους. Έχουμε ξανά διάλογο ανάμεσα στο χρόνο του μύθου και το χρόνο του θεατή. Εντούτοις η ετεροτοπία, ή η ετεροχρονία (8), αποκτά εδώ άλλο νόημα: η σύζευξη αχρονίας και ιστορίας δεν απονέμει μυθική χροιά στην πραγματικότητα. Όταν ο Ιάσων μιλά για το δίκαιο του ισχυρού (236-8), δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο ορισμός που δίνει του βάρβαρου είναι μια εικόνα του εαυτού του. Άρα, βάρβαρος δεν σημαίνει για τον Ευριπίδη το αντίθετο του Έλληνα, καθώς ο τίτλος του πολιτισμένου κερδίζεται από το άτομο.

Στον δέκατο έβδομο αιώνα στη Γαλλία ο Corneille ανοίγει την αυλαία της δικής του Μήδειας με τον Ιάσονα να παρουσιάζει την τραγική του θέση και να κερδίζει το ακροατήριο. Διαφορετικά, ο Γάλλος ποιητής δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιλογή ενός μύθου με θέμα την παιδοκτονία. Καταδικάζει τη Μήδεια, την ηρωίδα του –όπως φαίνεται από τον τίτλο της τραγωδίας του–, με τις λέξεις βάρβαρη, ξένη, μάγισσα, όλες αρνητικές. Αν και μιμείται περισσότερο τον Σενέκα, αυτή η αλλαγή οπτικής δίνει αναδρομικά άλλη αίγλη στην πρώτη Μήδεια και μας δείχνει το θάρρος που χρειάστηκε ο Έλληνας ποιητής, πολλούς αιώνες πριν, για να παρουσιάσει τη σκοπιά της βάρβαρης. Εκείνο που κάνει την ευριπίδεια τραγωδία μοναδική είναι η σκιαγράφηση μιας γυναικείας μορφής πάνω στη σκηνή, μπροστά στο αθηναϊκό κοινό, η οποία δεν είναι ακριβώς ηρωίδα τραγωδίας. Είναι μια δύναμη της φύσης, ίση μόνο με το πεπρωμένο: τίποτε δεν μπορεί να τη συγκρατήσει. Αυτή η γυναίκα, μητέρα επιπλέον, με το άλλοθι ότι είναι βάρβαρη, αποκαλύπτει στο κοινό όλη την καταπίεση που δέχθηκε το φύλο της, άσχετα από χώρα προέλευσης, με τους πολιτισμένους και τους ξένους εξίσου βάρβαρους, και δείχνει τα δεινά που μπορούν να ακολουθήσουν. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι στην τραγωδία Υψιπύλη, η βασίλισσα της Λήμνου σώζεται, όπως και οι δύο γιοι της, παιδιά του Ιάσονα. Η έννοια της ετερότητας, του Άλλου ως μη διαφορετικού όπως υπονοεί ο Αριστοτέλης, αποδεικνύεται χρήσιμη για την κατανόηση της φιλοσοφίας του Ευριπίδη. Ο Άλλος μεταμορφώνεται σε Εγώ και αντιτίθεται, όπως και στις Τρωάδες, στη βαρβαρότητα.

Το τρίτο χρονολογικά έργο που επέλεξα δεν έχει κάποια σχέση με ξένο από άλλη χώρα, άρα η έννοια του βάρβαρου απουσιάζει. Μολονότι ο Θησεύς προειδοποιεί με σαρκασμό τον Κρέοντα ότι, αν δεν επιστρέψουν αμέσως οι κόρες του Οιδίποδα, θα τον κάνει μέτοικο χρησιμοποιώντας βία (934-5), δηλαδή θα του αφαιρέσει τα πολιτικά του δικαιώματα, μία ακόμη μορφή ετεροτοπίας, η έννοια του ξένου θριαμβεύει στον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Ο Οιδίπους μάλιστα είναι ένας ετερότοπος ξένος, σε ένα θαυμαστό παιχνίδι του Σοφοκλή ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι. Στη Θήβα φαίνεται ξένος ενώ δεν είναι· στην Κόρινθο, ακριβώς το αντίθετο. Συμβολίζει μάλιστα τον ξένο σε τέτοιο βαθμό που όταν το μαντείο των Δελφών τον συμβουλεύει –όπως θα διατυπώσει το χρησμό ο Φρόυντ– «να μείνει μακριά από την πατρίδα του», εκείνος κινείται ακριβώς προς αυτήν, απομακρύνεται από την υποτιθέμενη πατρίδα του. Οι σχολιαστές του πατέρα της ψυχανάλυσης λένε ότι δεν διάβασε προσεχτικά το έργο (9) πάνω στο οποίο έχτισε το περίφημο σύμπλεγμά του. Όντως, σύμφωνα με τον Οιδίποδα τύραννο (791-3), το μαντείο είπε μόνο ότι θα γίνει άνδρας της μητέρας του, φονιάς του πατέρα του. Όμως, στην ανάγνωση του Φρόυντ διαφαίνονται δύο σημαντικά στοιχεία: η γνώση –πρέπει να γνωρίζεις τις αμαρτίες της γενιάς σου για να κατορθώσεις να τις αποφύγεις, να γνωρίζεις το εγώ σου για να γίνεις άλλος– και μια νέα εκδοχή του Άλλου – να μείνεις μακριά από την πατρίδα σου, να παραμείνεις ξένος, να αποδεχθείς τη διαφορετικότητά σου.

Το παιδί, που η γέννησή του παραπέμπει σε θαύμα, όπως θα έλεγε η Marie Delcourt –γεννιέται ενάντια στη θέληση των γονιών του–, θα σώσει τη γενέτειρά του με τη χρήση του νου, θα την καταστρέψει εν αγνοία του, αποκλειστικά με την ύπαρξή του. Κύριο χαρακτηριστικό του: είναι ξένος. Διώκεται από τη Θήβα μόλις γεννηθεί, αργότερα θα μείνει εκεί μόνο όσο δεν γνωρίζει ότι είναι η πατρίδα του. Όμως, έχει ακόμη ένα χαρακτηριστικό: είναι πάντα ή παιδί βασιλέων ή βασιλιάς. Ο ήρωας του Σοφοκλή, «ο ένδοξος Οιδίπους» (Ο.Τ. 81), θα κατρακυλήσει στην κατάσταση του μιάσματος (Ο.Τ. 353) πριν του επιτραπεί να αγιάσει τη νέα πόλη που θα τον υποδεχθεί. Στον Οιδίποδα Τύραννο ο ήρωας αναρωτιέται με οδύνη, και μάλιστα δύο φορές, μήπως είναι άναγνος (823, 1383). Ο Cocteau, που δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν διάβασε προσεχτικά τον Σοφοκλή, θα χρησιμοποιήσει πολλές φορές, στη Χθόνια μηχανή, το επίθετο immonde, μιαρός, βδελυρός. Ο Αιγύπτιος θεός των νεκρών και ψυχοπομπός Άνουβις, που παίζει το ρόλο της Σφίγγας, αποκαλεί τον Οιδίποδα immonde, ακριβώς με τη σοφόκλεια σημασία.

«Ο πάσει κλεινός Οιδίπους καλούμενος» (Ο.Τ. 81) της αρχής του Οιδίποδα Τυράννου γίνεται απλώς «ξένος» στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, όπως επιβάλλει η συνθήκη της φιλοξενίας μεταξύ των πόλεων, γι’ αυτό ξένοι για τον ήρωα γίνονται οι Κολωνείς στον ίδιο τον τόπο τους· το Εγώ γίνεται Άλλος για να υποδεχθεί τον ξένο. Στο έργο, «ξένος» είναι η πιο συνήθης προσφώνηση και φαίνεται να ισοδυναμεί με το σημερινό «κύριε» ή «φίλε». Ακόμη και όταν ο Οιδίπους αποκαλύπτει την ταυτότητά του, ο Θησεύς εξακολουθεί να τον αποκαλεί «ξένο»· η λέξη επαναλαμβάνεται, σε σημείο να εκφράζει μια εμμονή (10): το παιχνίδι φιλοξενία / ξενοφοβία, και ας μην υπήρχε ο δεύτερος όρος, το φόβο ότι ο ξένος μπορεί να είναι μίασμα. Οι λέξεις μίασμα και μύσος, «βδέλυγμα», επαναλαμβάνονται στον Οιδίποδα Τύραννο, δεν αναφέρονται ωστόσο σε ξένο αλλά στο φονιά του Λαΐου, ο οποίος φαίνεται ξένος, μέτοικος, αλλά είναι Θηβαίος, όπως αποκαλύπτει ο Τειρεσίας (452). Στις Ικέτιδες του Ευριπίδη ο Θησεύς θα πει στον Άδραστο: μόλυνες το σπιτικό σου, όταν έδωσες τις κόρες σου σε ξένους (223). Ωστόσο, επικρίνει το βασιλιά του Άργους, γιατί έσμιξε την καθαρή γενιά του με σόι θολό (222), δεν είναι ο ξένος μίασμα αλλά το σόι του, όπως η ξένη γη στους Πέρσες είναι κατώτερη από την ελληνική.

Στις δύο ερωτήσεις του Χορού «ποιος είσαι;», «ποια είναι η πατρίδα σου;» (204, 206), ο Οιδίπους απαντά αρχικά μόνο στη δεύτερη, δίνει την κύρια ιδιότητά του, αρχίζοντας με μια προσφώνηση συναισθηματικά φορτισμένη: «ω ξένοι, απόπτολις» (207), είμαι μακριά από την πόλη μου, και εννοεί τη Θήβα. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Άγγελος στον Οιδίποδα Τύραννο για τον Οιδίποδα που έμεινε μακριά από την πόλη του, την Κόρινθο (100). Απόπολις είναι η τιμωρία που προβλέπει για την Κλυταιμήστρα ο Χορός στον Αγαμέμνονα (1410). Άπολις (11) αυτοαποκαλείται η Μήδεια (255) και θεωρεί το Χορό πιο σημαντικό από την ίδια, εφόσον ζει στη δική του πόλη. Κατοικείς εδώ στην ξένη γη (435-6), θα απαντήσει ο Χορός με συμπόνια στην εξόριστη. Είσαι ξένος στα ξένα (184-5), θυμίζει ο Χορός στον Οιδίποδα και τον παροτρύνει, με οίκτο, να πράττει όπως οι ντόπιοι. Στην αρχή της τραγωδίας ο Οιδίπους λέει στην Αντιγόνη ότι οφείλουν ως ξένοι να μαθαίνουν από τους αστούς (13). Στις Ικέτιδες του Αισχύλου ο Δαναός συμβουλεύει τις κόρες του να μη μιλούν αν δεν ερωτηθούν πρώτα. «Πρόσφυγας (φυγάς) είσαι. Οι ταπεινοί (ήσσονες) δεν πρέπει να αυθαδιάζουν (θρασυστομείν)» (202-3). Ο ξένος οφείλει να αποδέχεται τα έθιμα της πολιτείας, θα συμφωνήσει η Μήδεια (222).

Ο διάλογος με το Χορό (510-48) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Οιδίπους θα φέρει τύχη στην Αθήνα. Όπως και ο Φιλοκτήτης, απόβλητος της κοινωνίας του, έχει υπεράνθρωπες δυνάμεις που οφείλονται στη διαφορά του. Οι δύο ήρωες του Σοφοκλή σώζουν και ιαίνουν τους άλλους, γιατί όσα υπέφεραν τους χάρισαν νέες ικανότητες. Ένα μήνυμα ειρηνικής συμβίωσης με τον Άλλο αναδύεται μέσα από τα δύο έργα: ο διαφορετικός φέρνει καλή τύχη στην κοινωνία που έχει το σθένος και τη σοφία να τον υποδεχθεί.

Η ύπαρξη του ξένου μάς υποχρεώνει να σκεφτούμε ότι κάποιος που μας μοιάζει κατά τα άλλα είναι μίασμα, γιατί είναι άγνωστος ή γιατί διώκεται από δυνάμεις που μας ξεπερνούν. Σήμερα που η αναζήτηση μιας ταυτότητας συγχρόνως εθνικής και οικουμενικής έχει αποδειχθεί πρωταρχικής σημασίας, ο Άλλος παραμένει μια απειλή για την ύπαρξη του Εγώ, αντίθετα από το αρχαίο δράμα, ίσως όπως σε όλες τις πραγματικότητες, ακόμη και στην αθηναϊκή δημοκρατία.

Αυτός ο Άλλος, ο ξένος, με την έννοια του αγνώστου, απειλεί να εκτοπίσει το Εγώ, περισσότερο σήμερα από ποτέ, σε μια αχανή επικράτεια, όπου η βάρβαρη γη δεν είναι η «αντίπερα όχθη», ξένη και όμως οικεία, αλλά ολόκληρη η οικουμένη, κυρίως ο χώρος όπου κινείται κάθε φορά το Εγώ. Το αρχαίο δράμα κρύβει ένα πολύτιμο μάθημα. Οι μυθικοί βασιλείς ζητούν από το λαό να εγκρίνει τις πράξεις τους, ενώ ο Ξέρξης αποφασίζει μόνος. Η ετεροτοπία, ο διάλογος μύθου και ιστορικής στιγμής, δημιουργεί την αίσθηση μιας μυθικής δημοκρατίας, καθώς οι πολίτες λαμβάνουν πάντα τις σωστές αποφάσεις.

Οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές αναδεικνύουν την ανθρώπινη, ευάλωτη φύση του ξένου. Ο Αισχύλος επιπλέον εξορκίζει τον πόλεμο, κάνει τον εχθρό συγγενή, λιγότερο απειλητικό για το μέλλον. Ο Ευριπίδης προκαλεί τον βάρβαρο που κρύβουμε μέσα μας να αποκαλυφθεί, να αφαιρέσει από το πρόσωπό του το προσωπείο τού πολιτισμένου. Ο Σοφοκλής υμνεί τον ξένο κυνηγημένο από τους θεούς. Και στα τρία έργα οι αντιθέσεις Έλληνας-βάρβαρος και αστός-ξένος αυτοαναιρούνται: οι ηττημένοι βάρβαροι θρηνούν όπως οι Έλληνες, η βάρβαρη παιδοκτόνος ανάγεται σε εκπρόσωπο των δικαιωμάτων του καταπιεσμένου, ο ξένος αγιάζει το χώμα κάτω από το οποίο εξαφανίζεται. Μήπως τελικά η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι το αποκορύφωμα του πολιτισμού του ανθρώπινου γένους;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Ο Jacques Lacan χρησιμοποιεί τον όρο «dialectique de l’intersubjectivité» στο περίφημο σεμινάριό του με αφορμή το διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Το κλεμμένο γράμμα». Βλ. Écrits, Παρίσι, Seuil, 1966: 53.
2. Jacqueline de Romilly, Pourquoi la Grèce? Παρίσι, Éditions de Fallois, 1992.
3. Hétérotopie: μυθικός τόπος που θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματικότητα, ενώ η ουτοπία μάς απομακρύνει από αυτήν. Βλ. Michel Foucault, «Des espaces autres » (1967), στο Dits et écrits, IV, Παρίσι, Gallimard, 1994: 756. Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο ως «διαλεκτική» του μυθικού και του πραγματικού χώρου, η οποία αναδεικνύει τη μυθική δυναμική της ιστορίας, παράδειγμα η αθηναϊκή δημοκρατία όπως εμφανίζεται στο αρχαίο δράμα.
4. Στους Επτά επί Θήβας ο μάντης Αμφιάραος προειδοποιεί τον Πολυνείκη, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αγγέλου, ότι η πατρική του γη θα πάψει να είναι σύμμαχός του αν μπει με ξένο στρατό (585-6). Ο Πλάτων θα μιλήσει για το «γηγενές» (στον Πολιτικό 271a) καθώς και για τη γη, μάνα και τροφό όλων των πολιτών, άρα αδέλφια μεταξύ τους, σε περίπτωση που επιτεθεί εχθρός (στην Πολιτεία 414e).
5. Τρωάδες: 477, 771, 1021, 1277.
6. Ο Σωκράτης θα επισημάνει ότι το «χρυσούν γένος» του Ησιόδου «ουκ εκ χρυσού πεφυκός αλλ’ αγαθόν τε και καλόν» (Κρατύλος 398a).
7. Βλ. επίσης Χοηφόρες 631-2 και Εκάβη 887.
8. Hétérochronie, ετεροτοπία του χρόνου. Βλ. Foucault: 759.
9. Βλ., λ.χ., Conrad Stein, « Œdipe Roi selon Freud », Εισαγωγή στο Marie Delcourt, Œdipe ou la légende du conquérant, Παρίσι, Belles Lettres, 1981 : xi.
10. Όπως και στις Χοηφόρες.
11. Ο Ευριπίδης θα χρησιμοποιήσει τη λέξη απόπτολις στην Υψιπύλη. Βλ. Εκδ. Κάκτος, 1997: 42.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Επιμένοντας πνευματικά…

Της Κατερίνας Δεμέτη

Τα Πρακτικά της Ημερίδας, που πραγματοποίησε στο Λόφο του Στράνη, στις 27 Αυγούστου 2010, ο νεοσυσταθείς Πολιτιστικός Σύλλογος Ζακύνθου «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ», για να τιμήσει το μεγάλο Ποιητή και να ευαισθητοποιήσει τους Ζακυνθινούς στις προσπάθειές του να κατασκευαστεί η οικία του σε οικόπεδο του Δήμου Ζακυνθίων, εκεί που προσεισμικά βρισκόταν το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε, δημοσιεύτηκαν σε μια καλαίσθητη και σεμνή έκδοση.

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία του Τμήματος Προστασίας και Συντήρησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, που αποδεικνύει καθημερινά όχι μόνο ότι παράγει αθόρυβα εκπαιδευτικό έργο μεγάλης πολιτιστικής αξίας για τον τόπο μας, αλλά και ότι βρίσκεται ενεργά ευαισθητοποιημένο σε κάθε προσπάθεια που τον προάγει πνευματικά.

Στη έκδοση περιλαμβάνεται ο Χαιρετισμός του Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου κ. Νίκου Λαλώτη και οι ομιλίες της κ. Φανής Καζαντζή: «Ο μεν βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά: Ο μαγικός λόγος του Foscolo», του κ. Γεράσιμου Γ. Ζώρα: «Σολωμού – Foscolo, Ποιητικός διάλογος» και του κ. Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή: «Ugo Foscolo: Η εποχή».

Επίσης σ’ ένα μικρό ένθετο καταχωρούνται και δημοσιεύματα από τον τοπικό τύπο, που κυκλοφόρησαν τις ημέρες εκείνες και αφορούσαν στην εκδήλωση.

Ειδικότερα τα άρθρα του Νίκου Λαλώτη: «Το οφειλόμενο χρέος», του Διονύση Σέρρα: «Για του Φώσκολου το σπίτι» (ποίημα), του π. Παναγιώτη Καποδίστρια: «Στεγάζοντας την ανεστιότητα του Ούγου Φώσκολου», του Σπύρου Κοριατόπουλου: «Υπάρχει ελπίς…» και του Διονύση Φλεμοτόμου: «Ο Ούγος Φώσκολος και το φιλιόκβε».

Τα Πρακτικά θα διανεμηθούν δωρεάν σε Βιβλιοθήκες της Ελλάδας, πνευματικά Ιδρύματα, φορείς, άτομα που μπορούν να βοηθήσουν προς την κατεύθυνση της ανέγερσης της Οικίας του Ποιητή και σε όσους θέλουν απλώς να διαβάσουν τις ανακοινώσεις, της μαγικής βραδιάς, που ζήσαμε στις 27 Αυγούστου, στο Λόφο του Στράνη.

Το πρώτο βότσαλο στη λίμνη έχει πέσει, και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ζακύνθου «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ» αποδεικνύει ότι ο κυματισμός που δημιουργεί δεν μπορεί παρά ν’ αρχίσει να συμπαρασύρει και άλλους.

Ελπίζουμε μόνο το κύμα να φτάσει και στ’ αυτιά των καθ’ ύλην αρμόδιων…

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Επιχειρώντας ένα ζακυνθινό εορτολόγιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στο σημερινό μας κείμενο, το πρώτο του 2011, θα προσπαθήσουμε να συντάξουμε ένα καθαρά ζακυνθινό εορτολόγιο, έτσι όπως δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και από τις διάφορες ιστορικές και ιδιάζουσες συνθήκες, οι οποίες παρασκεύασαν αυτό που περήφανα ονομάζουμε ζακυνθινό ή και επτανησιακό γενικότερα πολιτισμό και σήμερα, αυτομολούντες τις περισσότερες φορές, κινδυνεύουμε να τον ξεχάσουμε ή ακόμα χειρότερα να τον ισοπεδώσουμε.

Στο νησί μας, λοιπόν, με τις πολλές ιδιαιτερότητες, είναι φυσικό και αρκετές διαφορές να υπάρχουν στα ονομαστήριά μας και αυτό, συν τοις άλλοις, μας κάνει να ξεχωρίζουμε, άρα και να υπάρχουμε. Αυτές θα τις επαναφέρουμε σήμερα στην μνήμη μας και για να μπορέσουμε να τις διατηρήσουμε και να τις συνεχίσουμε, αλλά και για ν’ αντισταθούμε στο έσχατα παρουσιασθέν από πολλούς φαινόμενο, που κυκλοφορούν, τέτοιες μέρες, ημερολόγια με αντιγραφές από αθηναϊκές εκδόσεις. Για να μην καταντήσουμε, ως εκ τούτου, στο φαινόμενο να γιορτάζουμε εμείς οι Διονύσηδες και στις 3 Οκτωβρίου, στην επέτειο της μνήμης του Αρεοπαγίτη, μιμούμενοι την συνήθεια να κόβουμε και κουλούρα και βασιλόπιτα, αρχίζουμε από την αρχή του ενιαυτού και καταγράφουμε τις τζαντιώτικες ιδιορρυθμίες.

Ξεκινάμε από τον πρώτο μήνα, τον Γενάρη, όπου στις 22 του την τιμητική τους έχουν οι Αναστάσιοι. Στην υπόλοιπη Ελλάδα έχει επικρατήσει να άγουν τα ονομαστήριά τους, όπως εύστοχα και κυριολεκτικά θα έλεγαν οι παλιότεροι, την ημέρα του Πάσχα και να συσχετίζουν το βαπτιστικό τους με την μεγάλη γιορτή της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Εδώ, όμως, γνωρίζουμε τον Οσιομάρτυρα, τον εκ της Περσίας και τιμούμε την μνήμη του. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή η λατρεία του ήταν από παλιά γνωστή στο νησί μας και εκκλησία του υπήρχε μέχρι την πολλαπλή καταστροφή του 1953 στο κέντρο της πόλης, κάπου εκεί στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό νοσοκομείο, κτισμένη στα τέλη του 17ου αιώνα από τον πρόσφυγα Πρωτοπαπά Κρήτης Στέφανο Παλαδά. Επίσης στον Άγιο Αντώνη του Ανδρίτση γιορταζόταν ο Μάρτυς, επειδή εκεί βρισκόταν τεμάχιο του λειψάνου του, αφιερωμένο, όπως συχνά συνήθιζε, από τον ετεροθαλή αδελφό του εθνικού μας ποιητή, τον Ροβέρτο Σολωμό.

Την ίδια μέρα, όπου συμπίπτει η μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του Κρητός, το σκήνωμα του οποίου φυλάσσεται στο χωριό Γαϊτάνι, μεταφερμένο εκεί από τους συμπατριώτες του πρόσφυγες, μετά την πτώση της Μεγαλονήσου, στην κωμόπολη αυτή γιορτάζουν και όσοι έχουν το όνομά του, οι οποίοι συνήθως λέγονται Σήφηδες, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ζάκυνθο, όπου το ίδιο όνομα γιορτάζει άλλη μέρα, την οποία θα γνωρίσουμε στη συνέχεια.

Τον επόμενο μήνα, τον Φλεβάρη, ο οποίος «κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», έχουμε την 11η του, όπου προς τιμήν της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, της οποίας το σκήνωμα διασώζεται στον μητροπολιτικό ναό της όμαιμης Κέρκυρας, γιορτάζει το όχι και τόσο συχνό γυναικείο όνομα Αυγούστα, αλλά και το πιο σπάνιο Αύγουστος. Οι Θοδώρες, αντίθετα, συνεορτάζουν με τους Θεόδωρους, το πρώτο Σάββατο των νηστειών και όχι στην μνήμη τής εν Επτανήσω Αυτοκράτειρας.

Ο Μάρτης και ο Απρίλης περνούν δίχως κάτι το αξιοσημείωτο. Ο Μάης, όμως, στην αρχή του κιόλας, την τρίτη του μέρα, έχει την επέτειο του ζεύγους των Αγίων του Μαχαιράδου, της Μαύρας και του Τιμοθέου. Τα ονόματα, τα οποία δίδονται στο νησί μας προς τιμήν αυτής της «σεπτής ξυνωρίδος» είναι πολλά και η λατρεία της Αγίας ιδιαίτερα, το όνομα της οποίας είχε παλιότερα και το νησί της Λευκάδας, έχει γίνει γνωστό στον Ιόνιο χώρο από τους Βενετούς, οι οποίοι την τιμούσαν ιδιαίτερα. Αξίζει να σημειωθεί πως το όνομα Τιμόθεος στην υπόλοιπη Ελλάδα γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, μέρα της μνήμης του ομώνυμου Αποστόλου, αλλά εδώ επικρατεί ο δικός μας πολιτογραφημένος Μάρτυρας.

Οι Μαρίες στο νησί μας δεν χωρίζονται, όπως εκτός Επτανήσου συμβαίνει, σε παντρεμένες και ανύπαντρες, αλλά όλες μαζί, έτσι για να μην μπερδευόμαστε και αδικούμε τις «μεγαλοκοπέλες», δέχονται ευχές στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας.

Μα μια και αναφερόμαστε στις γιορτές της κοσμαγάπητης Μητέρας του Χριστού, ας αναφερθούμε στην κατεξοχήν δική μας ιδιαιτερότητα. Στις 24 του Σεπτεμβρίου τα Κύθηρα γιορτάζουν την προστάτιδά τους Μυρτιώτισσα, η οποία είναι γνωστή και στην Ζάκυνθο, από την σε καθέδρα εικόνα της, η οποία προσεισμικά υπήρχε και γιορταζόταν επίσημα αυτή τη μέρα στους περίφημους Αγίους Πάντες και σήμερα φιλοξενείται στον Μητροπολιτικό ναό του νησιού μας. Την ημέρα αυτή, λοιπόν, εκτός από το θηλυκό όνομα Μυρτώ, γιορτάζουν και οι… Μιλτιάδηδες. Γιατί; Μα στον τόπο μας και στην ξεχωριστή του ντοπιολαλιά οι τελευταίοι λέγονται Μιρτιάδηδες ή Μίρτοι και το όνομά τους, λόγω εκείνου του «ρ», ταιριάζει, ηχητικά τουλάχιστον, περισσότερο με την Τσιριγώτισσα Παναγία. Έτσι ο φερώνυμος Άγιος της 10ης Απριλίου, ο συνεορταζόμενος με τους άλλους αρχαιοπρεπείς Ηρακλή, Ισοκράτη Περικλή και Σοφοκλή και άγνωστος στους πολλούς, ξεπερνιέται και προτιμείται η Πολιούχος του μικρού μη Ιόνιου, αλλά ανήκοντος στα Επτάνησα νησιού.

Ποιητικότατη είναι η ζακυνθινή περίπτωση της γιορτής του ονόματος Αγγελική, η οποία συμπίπτει με την ανάμνηση των Εισοδίων της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου και όχι με αυτήν των Αρχαγγέλων, στις 8 του ίδιου μήνα, όπως αλλού. Αυτό επειδή στη Ζάκυνθο, η αλλού «Μεσοσπορίτισσα», ονομάζεται κυρίως «Κυρία των Αγγέλων» και φερώνυμες εκκλησίες υπάρχουν όχι μόνο στη χώρα, αλλά και στην ύπαιθρο του νησιού.

Ιδιορρυθμίες υπάρχουν και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ανήμερα στην μεγάλη αυτή μέρα της χριστιανοσύνης δέχονται οι Μανώληδες, όπου στην υπόλοιπη Ελλάδα γιορτάζουν την επόμενη μέρα, στις 26 Δεκεμβρίου, όπου εκεί την τιμούν σαν Δεύτερη των Χριστουγέννων, ενώ εμείς την έχουμε αφιερωμένη στην Παναγία και γιορτάζουμε τους Παναγιώτηδες.

Την ίδια μέρα, στις 26 Δεκεμβρίου, γιορτάζουν και όσοι έχουν το όνομα Ζέπος, το οποίο προέρχεται από τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, ένα από τους πρωταγωνιστές της Θείας Ενανθρώπισης. Η μνήμη του, βέβαια, από την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία, τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά την 25η Δεκεμβρίου. Μα η παράδοση και εδώ υπερισχύει και ξεπερνά δόγματα, τυπικό και κανόνες. Ίσως και αυτό είναι ένα βενετσιάνικο κατάλοιπο, όπως και το ίδιο το όνομα, το οποίο είναι πολύ σπάνιο στον ελληνικό χώρο, ενώ πολύ συχνό στη Δύση.

Με αφορμή την τελευταία αυτή ζακυνθινή ιδιομορφία των τοπικών βαπτιστικών μας ονομάτων θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια εκτεταμένη αναφορά σε ίδιας προέλευσης ονόματα, όπως το Λορέντζος, το Φραγκίσκος, το Γαϊτάνος, το Αλοΐσιος, το Τερέζα, το Τζόγια και πολλά άλλα, τα οποία σιγά-σιγά αρχίζουν να εκλείπουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υποκοριστικά, όπως, για παράδειγμα, το Κέκος, το Ντάντος ή το Νύσος. Αυτά, όμως, τα αφήνουμε για μιαν άλλη φορά, έτσι για να έχουμε και θέμα κάθε Πέμπτη.

Μακάρι τα τοπικά ημερολόγια να σέβονται και να υπενθυμίζουν αυτές τις παρεκτροπές. Είναι η ταυτότητά μας. Η απόδειξη πως δεν προσαρμοζόμαστε στα στεγανά. Η αιτία της ύπαρξής μας.

Εξάλλου αυτό είναι η Ζάκυνθος. Αυτό είναι η Επτάνησος. Κοιτάζει ανατολικά την Δύση και δυτικότροπα την Ανατολή.

Φίλοι και φίλες «Καλή Χρονιά».

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Δυο πόλεις, ένας Ποιητής, ένα σπίτι…


Επιμέλεια αφιερώματος: Κατερίνα Δεμέτη*

Με ιδιαίτερη συγκίνηση, την Κυριακή 2 Ιανουαρίου, πραγματοποιήθηκε στην θέση που προσεισμικά βρισκόταν το σπίτι του ποιητή Ούγου Φώσκολου, μία σεμνή τελετή, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος» και αντιπροσωπεία από την πόλη Τρεβίζο της Ιταλίας, αποτελούμενη από τον Αντιδήμαρχο της πόλης, Vittorio Janini και μέλη της Ορχήστρας Gruppo d’ Archi Veneto.

Οι Ιταλοί, που ήρθαν στο νησί μας, με αφορμή τις συναυλίες που έδωσαν τις μέρες των εορτών, εξέφρασαν την επιθυμία να επισκεφτούν τη θέση που προσεισμικά ήταν η Οικία του Ποιητή και να αποθέσουν ένα στεφάνι στην μνήμη του.

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ζακυνθίων, οι Τραγουδιστάδες τση Ζάκυνθος, μέλη του Συλλόγου για την κατασκευή της Οικίας του Ποιητή, αλλά και αρκετός κόσμος, έδωσαν το παρόν.

Ο Αντιδήμαρχος του Δήμου Ζακυνθίων και υπεύθυνος για τα Πολιτιστικά κ. Άκης Λαδικός, ο οποίος είναι και Ταμίας του Συλλόγου, διάβασε τον χαιρετισμό του Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος», κ. Νίκου Λαλώτη, ο οποίος βρισκόταν εκτός Ζακύνθου και κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο που σήμερα κοσμεί την Πλατεία του Ποιητή.

Η αγάπη των Ιταλών επισκεπτών, ενδυναμώνει τις προσπάθειες του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος», ο οποίος έχει καταθέσει στο Δήμο Ζακυνθίων τα σχέδια του Καθηγητή Διονύση Ζήβα για την κατασκευή της Οικίας.

Η ποίηση, η μουσική, η τέχνη γενικότερα, είναι εκείνη που ενώνει λαούς, και μπορεί να δώσει την ώθηση που χρειάζεται η κοινωνία μας για να προχωρήσει.

Η σεμνή τελετή στη μνήμη του Ούγου Φώσκολου, η πρώτη πολιτιστική εκδήλωση για το 2011, ας ευχηθούμε πως θα κάνει το καλό ποδαρικό και σύντομα, στη θέση αυτή, θα έχουμε τη χαρά να δούμε, το σπίτι του Ποιητή.

[*Η Κατερίνα Δεμέτη είναι Διευθύντρια στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων και Γενική Γραμματέας στο Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος».]

Ο Αντιδήμαρχος Άκης Λαδικός και ο Αντιδήμαρχος του Τρεβίζο Vittorio Janini, o μαέστρος Francesco Fanna, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια της Ορχήστρας Gruppo dArchi Veneto, Fiorella Foti, ο Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου πόλης Αλφρέδος Ξένος, ο Αντιπρόεδρος Θανάσης Παπαηλιού, οι Τραγουδιστάδες τση Ζάκυνθος, η Φιλαρμονική του Δήμου Ζακυνθίων και αρκετός κόσμος.

 Οι Αντιδήμαρχοι Άκης Λαδικός & Vittorio Janini μετά το στεφάνωμα και ο Nino Foti, 1o βιολί της ορχήστρας.

Οι δύο Αντιδήμαρχοι Ζακύνθου-Τρεβίζο.

Μετά το στεφάνωμα, αντιπροσωπεία από Ιταλούς και Ζακυνθινούς μαζί με τον ευγενικά εκτελούντα χρέη μεταφραστή τοπικό σύμβουλο αρχιτέκτονα, Νικόλα Βουτσινά.

Μετά το στεφάνωμα, αντιπροσωπεία από Ιταλούς και Ζακυνθινούς και μέλη του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ».

Η Οικία του Ποιητή, φωτογραφία από τον β΄ τόμο του ΖΑΝΤΕ του Αρχιδούκα Λουδοβίκου Σαλβατόρ, Πράγα 1904.

Η Φωσκολιανή Βιβλιοθήκη, φωτογραφία από τον β΄ τόμο του ΖΑΝΤΕ του Αρχιδούκα Λουδοβίκου Σαλβατόρ, Πράγα 1904.

Οικία του UGO FOSCOLO. Όψη επί της οδού Φωσκόλου του σπιτιού του Ποιητή: Αρχιτεκτονικό σχέδιο Καθηγητή Διονύση Α. Ζήβα από τη κατατεθειμένη μελέτη του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ» στο Δήμο Ζακυνθίων.


* * *

Αγαπητοί φίλοι,

Με μεγάλη χαρά σας υποδεχόμαστε στη Ζάκυνθο που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής Ugo Foscolo, που όπως εσείς έτσι και εμείς δοξάζουμε και τιμάμε. Το σπίτι που γεννήθηκε, και η περίφημη φωσκολιανή βιβλιοθήκη καταστράφηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιδρύσαμε αποκλειστικά τον πολιτιστικό μας σύλλογο «Ούγος Φώσκολος» για να αποκαταστήσουμε πλήρως το ιστορικό σπίτι στην αρχική του μορφή, του οποίου ευτυχώς διασώζονται αρκετές απεικονίσεις.

Είναι ένα μεγάλο χρέος που το οφείλει η μητέρα πατρίδα στον μεγάλο ποιητή.

Καλωσορίζοντάς σας λοιπόν στην πατρίδα του Ugo Foscolo, ζητώ και τη δική σας συμπαράσταση ώστε να ευδοκιμήσει η προσπάθειά μας.

Ο Πρόεδρος του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ»
Νίκος Λαλώτης


Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Παύλου Φουρνογεράκη: ΣΥΝΑΥΛΙΑ (ποίημα)


Ραβδιστής ο χρόνος

εκχύλισμα ελαιοκάρπου

κόπος-πόνος



Γήτεμα συναυλητών ομόρων

την πρώτη του νέου

ο ραβδούχος Strauss



Άνω-θρώσκω

λεύτερος ορίων γηίνων

δοξάρι χάδι



ανκόρ κορύφωσης

αντί-δωρον

βραβείου χειροκροτημάτων


[Ζάκυνθος 1-11-2011. Εντυπώσεις από την πρωτοχρονιάτικη συναυλία του 2011 στο θέατρο του Σαρακηνάδου από Ιταλούς και Ζακυνθινούς μουσικούς]

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Άταχτες σκέψεις για το χρόνο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην τοπική μας αγιογραφική παράδοση και κυρίως στην δημιουργία των δύο μας μεγάλων πιτόρων, του Κουτούζη και του Καντούνη, ο Θεός - Πατέρας εικονίζεται και παριστάνεται σαν ένας σεβάσμιος και σοφός γέρος. Ιδιαίτερα στην εικόνα της Αγίας Τριάδας κατέχει την δεξιά θέση, δίπλα στον κρατούντα την γη και τον λυτρωτικό σταυρό του ημίγυμνο Υιό -τα Επτάνησα δεν ήταν ποτέ σεμνότυφα- έχοντας πάνω τους το, «εν είδει περιστεράς», Άγιο Πνεύμα και κρατά το σκήπτρο της απόλυτης εξουσίας του. Σχετικά καλλιτεχνήματα σώθηκαν από την μεγάλη καταστροφή του Αυγούστου του 1953 και φυλάσσονται σήμερα τόσο στο νέο μας Μουσείο, της πλατείας Σολωμού, όσο και σε πάμπολλες εκκλησίες του νησιού μας. Το απόλυτα δίκαιο και με ουράνια ισότητα ιστορημένο τρίγωνο της κεφαλής του τονίζει ακόμα περισσότερο την δικαιοσύνη του και τα ολόλευκά του γένια, την δίχως αμφισβήτηση, εκ φύσεως, σοφία του. Υπάρχουν, επίσης, και άλλες παραστάσεις, όπως σε μερικές περιπτώσεις αυτή του Ευαγγελισμού ή της Βάπτισης, που ο πρώτος των τριών, αλλά και ο προϋπάρχων της όλης δημιουργίας, διαφαίνεται και ιστορείται και πολλές φορές τον παριστάνουμε και ανάγλυφο, όπως σε κάποιες ξυλόγλυπτες καθέδρες διαπιστώνουμε, να ευλογεί την κάτωθέν του εικόνα της Παναγίας συνήθως, αλλά και πολλών Αγίων.

Κάτι τέτοιο, βέβαια, στην ορθόδοξη, ανατολική εκκλησία είναι απαράδεκτο. Σκληροπυρηνικοί, μάλιστα, θεολόγοι, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τα πάντα, το θεωρούν ασυζητητί αμαρτία. Και αυτό επειδή ισχυρίζονται - και φαινομενικά ίσως έχουν δίκιο - πως κανένας δεν έχει ποτέ δει το Θεό και γι’ αυτό δεν πρέπει να ζωγραφίζεται. Δογματική αλήθεια, βέβαια, μα για έναν Επτανήσιο και δη Ζακυνθινό ο κανόνας πάντα ήταν -και θα έπρεπε να είναι- η μη τήρηση του κανόνα. Η εικόνα της Αγίας Τριάδας, ως εκ τούτου, γι’ αυτούς, τους μη Ιόνιους, είναι η προεικόνιση του γεγονότος και συγκεκριμένα η φιλοξενία των τριών Αγγέλων από τον Αβραάμ.

Πώς σου ήρθε, αλήθεια, θα μου πείτε, μες στο γιορταστικό κλίμα του Δωδεημέρου, που ζούμε και παραμονές Πρωτοχρονιάς, να θυμηθείς όλα αυτά, που αν τα επιθυμούσες επίκαιρα, κάπου εκεί κατά τις αρχές του Καλοκαιριού, στο εορταστικό και τουριστικό τελευταία τριήμερο της Πεντηκοστής θα έπρεπε να τα σκεφτείς και να μας τα επισημάνεις;

Δεν έχετε άδικο, θα σας απαντήσω, μα πάντα η μορφή του Άναρχου Πατέρα, όπως η δική μου παράδοση και ιδιοσυγκρασία τον έχει αποτυπώσει στην παιδική μου μνήμη, άρα και στην προσωπικότητά μου, θυμίζει τον χρόνο και μ’ αυτόν ταυτίζεται. Έτσι κλείνοντας το 2010 και περιμένοντας το 2011, σε αναμονή μιας αρχιχρονιάς, ο «φθονερός γέρων» του συντοπίτη μας του Ανδρέα Κάλβου, έχει την τιμητική του και για να μην μας φέρει θλίψη το κύλισμά του, τον επαναφέρουμε σαν Θεό δίχως φθόνο.

Είναι αλήθεια πως ποτέ δεν μου άρεσε η Πρωτοχρονιά, ακόμα και όταν ήμουν μικρός και αυτήν την μέρα μου έκαναν τους μποναμάδες. Ιδιαίτερα το απόγευμα της γιορτής, που «τελείωνε με την μπάντα», είχε μια μεγάλη θλίψη και ένα παράξενο βάρος. Έκρυβε μια μοναξιά και μια μουντάδα.

Τα Χριστούγεννα, που είχαν προηγηθεί, ήταν, αναμφίβολα, το κάτι άλλο. Είχαν φως, ζεστασιά, θαλπωρή, μελωδία και προπάντων ελπίδα. Το ίδιο και τα Φώτα, που ακολουθούσαν. Σ’ αυτήν την γιορτή υπήρχε μυστήριο, εξαγνισμός, διαφορετικότητα και το φως παντού, όχι μόνο λόγω ονόματος, αλλά και αυξανόμενο κάθε που νύχτωνε ή και το πρωί, που ξυπνούσα και το ξανάβρισκα, εισερχόμενο από τις γρίλιες.

Το ενδιάμεσό τους, η αρχή της νέας χρονιάς, ήταν ημέρα ετερόφωτη στην άγουρη αφέλειά μου και μια δίχως αιτία φασαρία. Τηγανίτες, ημερολόγια, μπαλόνια, κάλαντα (με μαντολίνα και κιθάρες και όχι με τριγωνάκια), ευχές, τυχερά παιγνίδια, μα τίποτα καινούργιο δεν μου φαινόταν να ερχόταν, ούτε καταλάβαινα πως κάτι άλλαζε, όπως για παράδειγμα τον Μάρτη, που εφήβευε η Άνοιξη ή τον Σεπτέμβρη, που παρά την θέλησή μου, τέλειωναν οι διακοπές και ξεκινούσαν τα σχολεία.

Έτσι την ημέρα αυτή, αιρετικός, όπως πάντα, την φανταζόμουν σαν τον προχωρημένης ηλικίας χρόνο, που έχασκε πάνω από τα κεφάλια μας σε όλες τις τάξεις του σχολείου του Άμμου, σε κάποιον χάρτη, ο οποίος έκανε παρέα στους ήρωες του '21 και στα φυτά και τα ζώα, που πιστεύαμε πως διακοσμούσαν τους τοίχους και έκαναν καλύτερη την μαθητική ζωή μας, με τις γαλανόλευκες ετικέτες και τα πολλά «ζήτω».

Μπέρδευα, επίσης, τότε ή πιο σωστά από τότε, την μορφή εκείνη του χάρτη με την άλλη, που γονατισμένος πάνω σε φρεσκοκομμένες μερτίες, οι οποίες μύριζαν μεθυστικά, δίπλα στην κατασυγκινημένη νόνα μου, γεμάτος από πλήξη, έβλεπα να λιτανεύεται πανηγυρικά και να μπαίνει στο τετράποδο, αλλάζοντας μιαν άλλη με μια αντρική φιγούρα στο κάτω μέρος, που υπήρχε φυλακισμένη, σε μια στενότητα, ποδοπατούμενη από δώδεκα γενειοφόρους.

Αργότερα έμαθα πως αυτός ο τελευταίος ήταν ο κόσμος και αναρωτιόμουν από τότε ποιος τον είδε και γιατί τον απεικόνισε, επειδή ακόμα πιστεύω πως είναι σφαιρικός ή έστω σαν καρβέλι χωριάτικο ψωμί, όπως μας έλεγε η δασκάλα μας στο Δημοτικό και ουδέποτε είχε μορφή ανθρώπινη.

Λίγο αργότερα έμαθα να ταυτίζω τον χρόνο με τον Κρόνο, μα όχι επιπόλαια και αυθαίρετα, σαν τον Παλαιό των Ημερών, τον οποίο μπέρδευα με την γεροντική μορφή του χάρτη. Ήταν τότε που ο μύθος γινόταν πραγματικότητα. Τότε που ο φοβερός πατέρας έτρωγε τα παιδιά του. Παρ’ όλ’ αυτά ποτέ δεν τα είχα καλά μαζί του. Αυτός συνέχιζε να μεγαλώνει αγέραστα και εγώ δεν διάβαζα τα επισκεπτήριά του..

Πρόσφατα ο χρόνος επανήλθε στη ζωή μου ή πιο σωστά στη αληθινή γειτονιά μου. Εκεί στην οδό «Φωσκόλου», όπου μεγάλωσα και επηρεάστηκα, τ’ όνομά του το επανέφερε ένας ζεστός και πολιτισμένος χώρος, ο οποίος, σεβόμενος την επωνυμία και την ιστορία του δρόμου, που όντως «είχε τη δική του ιστορία», γραμμένη λιγότερο με μπογιά και περισσότερο ανεξίτηλα, προσπαθεί να τον νικήσει με καλαισθησία ή - για να μην κρυβόμαστε πίσω από το μικρό μας δαχτυλάκι - να τον κάνει ν’ αργοπορήσει, καλυτερεύοντας την καθημερινότητά μας. Έτσι μπορείς πια να φας ή να πιεις τον καφέ ή το τσάι σου στον «Χρόνο», καινοποιώντας τον.

Πρωτοχρονιά, λοιπόν, σε λίγες μέρες και ο νέος ενιαυτός, νηπιάζων, βρίσκεται μπρος από την πόρτα μας, όχι σαν έκθετο, μα πιθανόν σαν ένας άλλος άνθρωπος υποσχόμενος. Πιστεύουμε πως κάτι καινό, καλύτερο θα φέρει «το νέον έτος» και πως το παλιό θα περάσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, σαν μια κακή ανάμνηση και ένας περασμένος εφιάλτης. Γι’ αυτό οι ευχές, οι χαρές και οι προσδοκίες. Γι’ αυτό οι πυροβολισμοί της αλλαγής.

Παλιότερα στο νησί μας, τέτοιες μέρες, κυκλοφορούσαν ειδικές, σατιρικές εφημερίδες με «μπουναμάδες». Στίχους δηλαδή, που στόλιζαν κυριολεκτικά, παρότι εντός εισαγωγικών, τα δημόσια πρόσωπα του τόπου μας και προ πάντων τους πολιτικούς μας. Ήταν μια προσπάθεια εξορκισμού του χρόνου με το πολυτιμότερο όπλο του πολίτη του τόπου, την έφεσή του στην ρίμα και την «ποιητική», ποιοτική κριτική.

Μικρός θυμάμαι τον αξέχαστο Σπύρο Μαρίνο - Μισοπούλη να κρατά στο χέρι το «Αγκάθι» του και να το πουλά στις γωνίες της Πλατείας Ρούγας και κυρίως σ’ αυτήν που σχηματίζεται με την διασταύρωσή της με την δικιά μου, την Διονυσίου Στεφάνου, που δεν υπέστη καμιά επίφοβη αλλαγή από την πρόσφατη λαίλαπα της ονοματοδοσίας των οδών, εκτός του ότι, σαν σε στρατολογικό ή άλλο δημόσιο κατάλογο, μπήκε μπρος το επώνυμο και ύστερα το όνομα. Μου άρεσε εκείνη η μορφή και ήταν μια πρωτοχρονιάτικη φιγούρα, δίχως την ψεύτικη προσδοκία. Ένας τζαντιώτης Αϊ - Βασίλης. Πιστεύω πως ήταν και μια αντίσταση στην φθορά του χρόνου.

Τώρα οι εφημερίδες αυτές χάθηκαν, μαζί με τους δημιουργούς και τους αναγνώστες τους. Η Ζάκυνθος ριζικά αλλάζει, χάνοντας υπόσταση και ταυτότητα. Ο χρόνος, πάντως, επιμένει να τρέχει επιζήμια για την φθαρτότητά μας και ωφέλημα για την ανθρωπότητα.

Δεν μπορούμε να τον δαμάσουμε, μα γίνεται να τον βελτιώσουμε. Ο νέος που σε λίγο αρχίζει, ας είναι τουλάχιστον λίγο καλύτερος από αυτόν που φεύγει. Ο πολιτισμός και η ποιότητα μπορούν να τον θεμελιώσουν έτσι, όπως τον προσδοκάμε.

Φίλοι και φίλες, «καλή χρονιά».

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρέα Μήτσου: ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΤΥΧΟΥ ΜΠΑΤΣΟΥ (διήγημα)


Εικονογράφηση: ΕΦΗ ΞΕΝΟΥ
Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

Ήθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Έσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

Όχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Όπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Άρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

«Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

«Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

«Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

«Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

«Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

«Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

Όταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.
Related Posts with Thumbnails