© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Η επίδραση της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας πάνω στην Τέχνη

Του Τάκη Κεφαλληνού

“Ένα λεπτό σκοταδιού
θα μας έκανε τυφλούς.”
Μήνυμα, από τα τόσα που άφησαν νέοι Χιλιανοί στο φράκτη του σπιτιού του Νερούντα πάνω στον ωκεανό, στην Ισλα Νέγκρα, όταν και αυτός ακολούθησε, οκτώ μέρες μετά, στον θάνατο τον νεκρό Αλιέντε.

Είναι γεγονός ότι κάθε προσπάθεια να φωτίσει κάποιος και να αναδείξει όψεις και φροντίδες, οι οποίες αφορούν θέματα τέχνης και πολιτισμού προϋποθέτει τη στοιχειοθέτηση μιας συνολικής διερεύνησης για το πώς η ίδια η τέχνη σχετίζεται με την ιστορία. Αυτό απαιτείται ιδιαίτερα σήμερα, όπου μια εκρηκτική παντοδύναμη πλειοψηφία επιμένει να δίνει στην τέχνη την «πρωτοκαθεδρία» και το «αυτόνομο» έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας και των κινημάτων. Τέχνη η οποία, όπως λέγεται, ολοκληρώνεται με αφηγηματικά στερεότυπα, παρά με πραγματικές κοινωνικές αλήθειες, όπου ο μυστικισμός και η απαισιοδοξία αποτελούν τη μόνιμη «πίστη», η οποία έχει απομείνει στους περισσότερους αστούς διανοούμενους και καλλιτέχνες «υψηλού κύρους», εκτός από το βόλεμα. Εμπορευματοποιημένη και κυρίαρχη τέχνη, όπου η καλλιτεχνική της αξία αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο σήμερα στο ύψος της εμπορικής επιτυχίας που σημειώνει. Μια εμπορική επιτυχία περίβλεπτη και εξασφαλισμένη, τα δε κέρδη της βιομηχανίας του θεάματος και των εκδόσεων να βρίσκονται διαρκώς σε απογείωση. Ασφαλώς, δεν ξεχνάμε και τα «καλλιτεχνικά» σκουπίδια, τα οποία παρόλο που υπήρχαν ανέκαθεν, σήμερα κυριαρχούν μαζικά και ως πλημμυρίδα δημιουργούν στην κοινωνία τις ανάλογες προτιμήσεις για την πλέον απλή παρέκκλιση μιας αποπροσανατολιστικής καλλιτεχνικής καρικατούρας. Η τέχνη σε αυτό το σημείο είναι σε αντιστοιχία με το αγαθό της γνώσης, όπου και εκεί την ενιαία «ημιμάθεια» αντικατέστησαν ετεροβαρώς η ολοένα γενικευμένη «αμάθεια» από την μια, και η ειδικευμένη υψηλή γνώση από την άλλη.

Στην εποχή μας, η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη και η υποχώρηση του διεθνούς κινήματος επέτρεψαν στους «νικητές» να επιβάλουν τη νέα τάξη πραγμάτων και να ξαναγράψουν την ιστορία σε συνθήκες μάλιστα μονόπλευρης αποϊδεολογικοποίησης. Είναι φυσικό και επόμενο να συμβούν όλα αυτά, αφού η προσπάθεια για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου να υπάρξει μια μη εκμεταλλευτική και στην προοπτική της αταξική κοινωνία, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, έμεινε από νωρίς στη μέση του δρόμου.

Συγχρόνως επιμένουν οι «νικητές» ότι δήθεν ήλθε το τέλος της ιστορίας, το υπάρχον αστικό κοινωνικό σύστημα θα παραμένει αιώνιο και πως όλα στην τέχνη έχουν γραφεί. Η άποψη αυτή βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο. Τη βλέπουμε και στα πρώιμα χρόνια, όταν υποχωρούσε ο ιδεαλισμός και ο Χέγκελ μιλούσε για «το τέλος της τέχνης», ως το «τέλος» βέβαια της «αισθητής εμφάνισης της ιδέας», παρ’ όλο που πλούτισε τη φιλοσοφία με την επεξεργασία της διαλεκτικής μεθόδου. Στο Χέγκελ κατά τον Ένγκελς και η φύση εμφανίζεται ως απλή ‘‘εξωτερίκευση’’ της ιδέας.

Τα παραπάνω μας οδηγούν στην ανάγκη να εξετάσουμε την επίδραση της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας πάνω στην τέχνη, κυρίως δε την αναζήτηση του θεού στον οποίο πιστεύει και κάνει σπονδές στις διάφορες εποχές η τέχνη, ανέκαθεν στρατευμένη. Το παράδειγμα του εξπρεσιονισμού το οποίο αρκετές φορές θα χρησιμοποιήσουμε παρακάτω, ίσως μπορέσει να μας βοηθήσει στην κατανόηση των παραπάνω ζητημάτων. Η επιλογή του εξπρεσιονισμού γίνεται από εμάς για δύο κυρίως λόγους:

Ο πρώτος διότι, ενώ αποτελεί υψηλή και οριακή καλλιτεχνική έκφραση μιας ώριμης αστικής τάξης, μπορεί να μας προσφέρει διαχρονικά αληθινές συγκινήσεις.

Ο δεύτερος λόγος, επειδή προσπαθούμε και εμείς να παρουσιάσουμε μια έστω πρωτόλεια και ατελή γνώμη, για όσους επιμένουν και επικεντρώνονται τόσο εκκωφαντικά, σε επιφανειακές, και πολλές φορές ανιστόρητες, συντηρητικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις για διώξεις, τις οποίες επέβαλε μια παράλογη εξωφρενική και ακαλλιέργητη κομματική καθοδήγηση στον μοντερνισμό του εξπρεσιονισμού, του υπερρεαλισμού και της αφηρημένης τέχνης γενικότερα. Ξεχνάνε ασφαλώς ότι η τέχνη ακόμη και στον σοσιαλισμό κατορθώνει σε ορισμένες περιπτώσεις να αναπτύσσει τα εκφραστικά της μέσα, στα πλαίσια μιας ελίτ ξεκομμένης από τις ανάγκες και τα πραγματικά ενδιαφέροντα του επαναστατημένου λαού, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, η ανάδειξη της φόρμας σε βάρος του περιεχόμενου να βρίσκεται καθολικά στο προσκήνιο. Τότε η ιδεολογική διαπάλη απέναντι στο φορμαλισμό και στα παραπάνω φαινόμενα, γίνεται έντονη και παίρνει οξεία μορφή. Σε πολλές περιπτώσεις έγιναν λάθη και υπερβολές από την σοβιετική εξουσία, και ιστορικά για ένα τόσο μεγάλο άλμα θα ήταν αδύνατο να μη γίνουν. Έτσι και στην χώρα μας, τη δεκαετία του 50 και ενωρίτερα, στα πλαίσια κυρίως της Επιθεώρησης Τέχνης, ο προβληματισμός και η αντιπαράθεση υπήρξε έντονη. Τελικά μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι σε ένα στροβιλισμό της ιστορίας, που πέφτουν κορμιά εκατέρωθεν, αυτοί που επιδιώκουν να τα αλλάξουν όλα στα πλαίσια της οικοδόμησης ενός άλλου κοινωνικού συστήματος θα άφηναν την κυρίαρχη τέχνη του προηγούμενου, που αντιστρατεύεται τον αγώνα τους, να πορεύεται την γαλήνια οδό; Βεβαίως σε αρκετά έργα της σοσιαλιστικής τέχνης παρατηρήθηκε, όχι μόνο νόθευση της επαναστατικής αλήθειας και ανεπαρκής γνώση της ζωής, αλλά και χαμηλό ιδεολογικό και καλλιτεχνικό επίπεδο.

Με τα παραπάνω, χωρίς να κομίζουμε δικαιολογίες, δεν επιθυμούμε να ξεχαστούν τα αυτονόητα: Ότι ο σοσιαλισμός είναι ατελής, ενδιάμεση κοινωνία για τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είτε, σωστότερα, αποτελεί την κατώτερη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, και το κάθε γεγονός αξίζει να το κρίνουμε στα ιστορικά πλαίσια της εποχής του.

Αλίμονο, και των επαναστάσεων όπως και των προσώπων τα λόγια και τις πράξεις οφείλουμε να τα διασταυρώνουμε με την μετέπειτα πορεία τους και την κατάληξή τους.

Θεωρώντας λοιπόν τα πράγματα από την αρχική τους βάση πιστεύουμε ότι ο υλισμός έναντι του ιδεαλισμού, ως βασικό φιλοσοφικό ρεύμα ανά τους αιώνες, λύνει σωστά και επιστημονικά το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, που είναι η σχέση ανάμεσα στη Νόηση και στο Είναι. Παραπέρα ο διαλεκτικός υλισμός έφερε στο προσκήνιο τη διαλεκτική, όπου αφήνοντας πίσω την ετυμολογία της λέξης, ως τέχνη της συζήτησης, την ορίζει πλέον ως την επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της Φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της σκέψης.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, που διαμόρφωσαν τον 19ο αιώνα οι Μαρξ - Ένγκελς και ανάπτυξαν ο Λένιν και οι σύντροφοί του στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα αποτελεί άλμα και επανάσταση στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης που πλουτίζεται ακατάπαυτα. θεωρία αυτή, εκτός των άλλων νόμων που τη διέπουν, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας πραγματώνεται μέσα από την συνάφειά τους, την αλληλεπίδρασή τους και τις αλλαγές, που από ποσοτικές μεταβάλλονται αναγκαστικά σε ποιοτικές, χωρίς να ρωτούν κανέναν. Όσοι έχουμε ριζωθεί στη γη και βιώνουμε την αυθεντική ζωή στην φύση, συνειδητοποιούμε το γεγονός ότι, ενώ οι καρποί διαμορφώνονται για μήνες πάνω στα δέντρα παραμένοντας ωστόσο «αγίνωτοι», όταν έλθει ο κατάλληλος χρόνος χρειάζονται ελάχιστες ημέρες ακόμη και ώρες να ωριμάσουν ολοκληρωτικά.

Το ίδιο συμβαίνει και στις επαναστάσεις - ένας πίνακας ζωγραφικής δείχνει το Λένιν να κοιτάζει το ρολόι του, παριστάνοντας φυσικά την ιστορική ομολογία του: «Δώδεκα παρά πέντε ήταν ενωρίς, δώδεκα και πέντε θα είναι αργά για να ξεκινήσει η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα». Και στην τέχνη, όπου εγκαταλείφθηκε τόσο βίαια η συμβατικότητα της ακαδημαϊκής και κλασικής τέχνης τόσων αιώνων, όταν ωριμάσαν οι συνθήκες στα τέλη του 19 ου αιώνα στην Ευρώπη, το ίδιο συνέβη.

Συγχρόνως ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι ο τρόπος παραγωγής των υλικών αγαθών (παραγωγικές δυνάμεις - παραγωγικές σχέσεις) είναι η κύρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Από τον τρόπο παραγωγής εξαρτώνται όλα τα κοινωνικά συστήματα, οι πολιτικοί θεσμοί, το δίκαιο, οι θεωρίες και οι ιδέες. Επίσης η βάση της διαλεκτικής, η οποία είναι η κίνηση και η μεταβολή, ορίζει: ότι τίποτα στη φύση και στην κοινωνία δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν παραμένει ίδιο, αλλά έχει παρελθόν και μέλλον. Η αρχή της ταυτότητας δοκιμάζεται, δεν μπαίνουμε στο ίδιο ποτάμι δύο φορές.

Το ίδιο παρατηρούμε να ισχύει και σε ένα σπουδαίο τομέα της κοινωνικής δραστηριότητας, όπως είναι η δημιουργία της τέχνης σε κάθε εποχή. Οι αρχές, λοιπόν, που κυριαρχούν βίαια στον εξπρεσιονισμό, όπως είναι η οξύτατη έκφραση του εγώ και η καθολική υποκειμενική ερμηνεία της πραγματικότητας, έρχονται από τα χρόνια του ρομαντισμού, ο οποίος σηματοδότησε τον υποκειμενισμό με απόλυτο τρόπο. Συγχρόνως οι αρχές αυτές πάνε πολύ μακριά ως την εσχατιά, την κορυφή (μαζί με τον ‘‘Οδυσσέα’’ του Τζόυς) του αστικού μυθιστορήματος, που είναι το ‘‘Αναζητώντας το χαμένο χρόνο’’ του Προυστ. Το μυθιστόρημα αυτό, σημειώνει ο Π. Ζάννας, μπορεί να είναι ένας ολόκληρος κόσμος, όμως δεν παύουν να παίζουν ρόλο τα αντιφεγγίσματα στις κεραμιδοσκεπές. Η κάθε αντανάκλαση που περιγράφει εκεί ο συγγραφέας είναι ένας καθρέπτης. Ο Προυστ πιστεύει απολύτως στο είδωλο που προσφέρει ένας υποκειμενικός καθρέπτης. Η πραγματικότητα είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης. Για αυτόν έχουμε τόσους κόσμους, όσους πρωτότυπους καλλιτέχνες διαθέτουμε. Ίσως αυτό να υπαινισσόταν εκτός των άλλων ο Κλωντ Μονέ όταν ζωγράφιζε με διαφορετικό τρόπο και φωτισμό τα ίδια νούφαρα, την ίδια εκκλησία σαράντα φορές – πενήντα φορές απανωτά.

Αντίθετα από όλα αυτά ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους με την δράση τους μέσα στις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, ακολουθώντας τη θέλησή τους, που είναι η έκφραση των ιδεών τους, οι οποίες αφορούν τις υλικές –οικονομικές συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής σε μια κοινωνία. Οι συνθήκες αυτές αποτελούν τη λεγόμενη βάση της ύπαρξης της κοινωνίας. Αυτή η βάση (ο αντικειμενικός παράγοντας) μαζί με τον «υποκειμενικό» παράγοντα (τον οποίο αποτελούν ο συσχετισμός δύναμης, το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος και του ίδιου του κόμματος της πρωτοπορίας) καθορίζει το εποικοδόμημα, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, τη θρησκεία, την ηθική, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, και συγχρόνως η βάση επηρεάζεται από αυτό. Έτσι διαμορφώνονται και οι φιλοσοφικές, πολιτικές, καλλιτεχνικές απόψεις που επικρατούν μέσα στην κοινωνία. Αυτές προσδιορίζουν με την σειρά τους την κοινωνική της συνείδηση. Μια μορφή της κοινωνικής συνείδησης είναι και η τέχνη.

Διατηρώντας βέβαια και πάλι το παράδειγμα του εξπρεσιονισμού, μπορούμε να δούμε πώς η βάση (οικονομικές συνθήκες έστω στα πλαίσια του ίδιου συστήματος) επιδρά στο εποικοδόμημα, μέρος του οποίου, όπως προαναφέραμε, αποτελεί και η τέχνη. Από τα μέσα λοιπόν του 19ου αιώνα στην Ευρώπη εμφανίζεται η τέχνη που αποκαλείται «αβανγκάρντ», η οποία επιδιώκει να πει κάτι καινούργιο, να διεκδικήσει αισθητική αυτονομία, να αμφισβητήσει και κάποιες αξίες της αστικής κοινωνίας. Το ρεύμα αυτό δημιουργήθηκε χρόνο με το χρόνο, αφού δεν είχε ωριμάσει ο υποκειμενικός παράγοντας (δεν υπήρχε ο ικανός αριθμός ριζοσπαστών καλλιτεχνών που θα το υλοποιούσαν) και έφθασε στην απόλυτη κυριαρχία του στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αβανγκάρντ έφερε στο φως διαδοχικά τις τάσεις του ιμπρεσιονισμού και του εξπρεσιονισμού, καθώς και την ανάδειξη του κυβισμού, του σουρεαλισμού και της ολοκληρωτικά αφηρημένης τέχνης.

Τι ήταν αυτό που κίνησε όμως αυτές τις αλλαγές και από ποσοτικές έγιναν ποιοτικές; Ο Άγγλος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, David Cottington, απαντά στο ερώτημα και αναφέρει μεταξύ άλλων:

Λέγεται ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες αυτήν την εποχή, ανέδειξε την ολοκληρωτική κυριαρχία των εμπορικών αξιών σε όλες τις εκφάνσεις των πολιτιστικών αξιών. Αυτό οδήγησε ορισμένους καλλιτέχνες να επιχειρήσουν να αποδράσουν από τις συμβατικότητες της ακαδημαϊκής ζωγραφικής τόσων αιώνων, την εμπορευματοποίηση και την αυταρέσκεια μιας «κατεστημένης τέχνης» γενικότερα. Συγγραφείς, όπως ο Φλωμπέρ και ο Μπωντλαίρ και ζωγράφοι, όπως ο Μανέ βρήκαν προβληματική την καλλιτεχνική τους ύπαρξη, ως μέλη μιας «υλιστικής» αστικής τάξης που κυνηγάει αξιώματα. Συγχρόνως στο Παρίσι, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, συνέρρεαν καλλιτέχνες από κάθε μέρος του κόσμου με την ελπίδα να κερδίσουν τα αστραφτερά τρόπαια που υποσχόταν. Οι περισσότεροι αποτύγχαναν, καθώς έβρισκαν τα μονοπάτια προς την δόξα μπολοκαρισμένα και φραγμένα από τα πρωτοκόλλα προνομίων, μιας γνήσιας γραφειοκρατικής κουλτούρας. Έτσι αναζήτησαν τις εναλλακτικές διαδρομές, εκθέτοντας όλοι μαζί σε ανεπίσημες ομάδες, προσπαθώντας να δικτυωθούν επαγγελματικά στα πολλαπλασιαζόμενα καφέ, σε εφημερίδες και περιοδικά, καταλήγει ο Cottington.


Αυτοί ήταν λοιπόν οι δρόμοι που τους οδήγησαν μέχρι τον εξπρεσιονισμό (από το λατ. Expression- έκφραση), ο οποίος αποτελεί μια τάση στην τέχνη, που αναπτύχθηκε περίπου στο διάστημα 1905-1920 σαν εξέλιξη του ιμπρεσιονισμού (από τον πινακα του Κλοντ Μονέ «ιμπρεσσιόν» Εντύπωση). Ο εξπρεσιονισμός με τις «πλάγιες» αλήθειες και τις «μανιασμένες» πινελιές του, έγινε έκφραση διαμαρτυρίας κατά των κοινωνικών αντιθέσεων και του εκτρωματικού σύγχρονου αστικού πολιτισμού. Ήταν η απήχηση μιας οξύτατης κοινωνικής κρίσης, του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου και των επαναστατικών εξεγέρσεων της εποχής.

Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή, στα μέσα του 19ου αιώνα όπου πρωτοεμφανίζεται η «αβανγκάρντ» τέχνη, ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς στο Παρίσι. Ήταν το 1844, και πλέον τώρα μπορεί «το προλεταριάτο της Ευρώπης να καυχιέται ότι η επιστήμη του γεννήθηκε από δύο σοφούς και μαχητές, των οποίων η φιλική τους σχέση ξεπερνάει και τους πιο συγκινητικούς αρχαίους μύθους για την ανθρώπινη φιλία», όπως έγραφε ο Λένιν αργότερα. Αυτή η «επιστήμη», εκτός των άλλων, προσδιορίζει και τις θεωρητικές επεξεργασίες των Μαρξ – Ένγκελς για την τέχνη, στα πλαίσια μιας νέας όμως κομμουνιστικής και όχι της αστικής κοινωνίας. Σε αυτή την κομμουνιστική κοινωνία στην οποία, κατά τους ίδιους, ‘‘δεν θα υπάρχουν για παράδειγμα ζωγράφοι, αλλά άνθρωποι που κοντά στα άλλα ζωγραφίζουν’’, ενώ αντίθετα στις ταξικές κοινωνίες, σημειώνουν οι ίδιοι, ‘‘ακόμη και η αποκλειστική συγκέντρωση του καλλιτεχνικού ταλέντου σε μερικά άτομα και συγχρόνως η κατάπνιξη του ταλέντου των ανθρώπων της μεγάλης μάζας, με την οποία ούτως η άλλως οφείλει να είναι συνυφασμένη η τέχνη, είναι ένα ακόμη παράδειγμα του καταμερισμού εργασίας’’.

Η τέχνη, λοιπόν, βοηθά τους ανθρώπους να συλλάβουν και να αναπαραστήσουν μέσα από καλλιτεχνικές εικόνες, με τρόπο αυθεντικό ή διαστρεβλωμένο, την πραγματικότητα μέσα στην οποία βρίσκονται και λειτουργούν. Συγχρόνως παραμένει μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, ισχυρό μέσο γνώσης, και δύναμης και αποτελεί ένα ιδεολογικό όπλο πάλης για τις αντιμαχόμενες ιδεολογίες. Ακριβώς για αυτό, από την εποχή των σπηλαίων, όλες οι τάξεις - εξουσίες - θρησκείες και επαναστάσεις, όπως και οι Σοσιαλιστικές βεβαίως, επέβαλλαν με όλα τα μέσα μία τέχνη, που στηρίζει την ιδεολογία και τους σκοπούς τους.

Η υποκρισία όμως στην καθημαγμένη εποχή μας περισσεύει.

Η «φωτισμένη» αστική τάξη, ενώ χρησιμοποιεί η ίδια για τους σκοπούς της την τέχνη σε όλα τα επίπεδα, δεν επιτρέπει σήμερα στην από παντού επικηρυγμένη σοσιαλιστική τέχνη ούτε την «φιλοδοξία» της να υπηρετεί το λαό και να αναδεικνύει κοινωνικά προβλήματα, μέσα από την συμφωνία του καλλιτέχνη με τους σκοπούς της εργατικής τάξης και της επανάστασης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παράσταση «Κόκκινη Ζιζέλ» από το μπαλέτο του πρώην Σοβιετικού Μπορίς Άιφμαν, η οποία ανέβηκε τον Φλεβάρη του 2009 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού. Η κίνηση και τα εκφραστικά μέσα με τα οποία περιγράφει ο χορογράφος το συναίσθημά του είναι έξοχα και από αυτήν την άποψη η παράσταση είναι συναρπαστική. Ο μύθος του έργου στηρίζεται στην πραγματική ιστορία της χορεύτριας Όλγας Σπεσίβτσεβα (θρίαμβός της στην Τσαρική Ρωσία και στα χρόνια της Επανάστασης, αυτοεξορία το 1923, πρίμα μπαλαρίνα παγκοσμίου φήμης στο Παρίσι, έρωτας, απογοήτευση, νοσταλγία για την χώρα της και τρέλα μέχρι το τέλος της ζωής της το 1991). Δικαιούται όμως η παράσταση αυτή να αναδεικνύει, μέσα από την πράγματι δραματική ιστορία της Ζιζέλ και αυτό να καταγράφεται ενυπόγραφα, ως επισήμανση στο ίδιο το πρόγραμμα του Μεγάρου, ότι στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης: «… οι διαμαρτυρίες του επαναστατημένου πλήθους μετατρέπονται σε μια ξέφρενη γιορτή καταστροφής»; Είτε ότι: «Ένα νέο, βάρβαρο και επιθετικό καθεστώς έχει εγκατασταθεί τώρα στο θέατρο και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Οι λευκές μπαλαρίνες πρέπει να υπηρετήσουν υπάκουα την κόκκινη ιδέα»;

Φαίνεται ότι στην αυγή του 21ου αιώνα χρειάστηκαν ένας αιώνας και η νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση για να επανέλθουν οι θρασύτατοι αυτοί νοσταλγοί και τα φαντάσματα της Τσαρικής Ρωσίας. Τους θυμίζουμε τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Τσάρος καθοδηγούσε κάποτε ένα ζωγράφο σε πλατεία της Μόσχας, όπως μας τον διηγήθηκε ο αγαπητός φίλος, φιλόλογος, ιστορικός της τέχνης και συγγραφέας Γ. Ρηγόπουλος: ‘‘Πώς ζωγραφίζεις αυτόν τον αποκεφαλισμό, θα σου δείξω εγώ να τον κάνεις έτσι ώστε να φαίνεται’’, τού λέγει ο Τσάρος, και βγάζοντας το ξίφος του αποκεφάλισε επί τόπου έναν υπηρέτη του. Αυτό το «πως φαίνεται», αυτή η «φόρμα», η οποία τόσες φορές μας προβλημάτισε, ακολουθεί πάντοτε την τέχνη. ‘‘Να σκεφτεί κανείς πως ρώτησαν’’, συνέχισε να μας διηγείται ο Ρηγόπουλος και τον Θεόφιλο γιατί παριστάνει στις ζωγραφιές του τα ψωμιά και τα φτυάρια κολλημένα ψηλά στον τοίχο και απάντησε χωρίς δισταγμό, «μα για να φαίνονται αδελφέ μου».

Επιπλέον, για όσους δεν πήραν ολοκληρωμένα το μήνυμα της παράστασης, το πρόγραμμα καταλήγει: «Σε αντίθεση με την άλλη Ζιζέλ ένα από τα πιο σημαντικά μπαλέτα του 19ου αιώνα, η Κόκκινη Ζιζέλ δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας η συγχώρεσης». Αλίμονο! Αν δεν είχαν για συμμάχους τέτοιους ένστολους διανοούμενους και καλλιτέχνες, έστω «υψηλής αισθητικής», οι ΗΠΑ και Ε.Ε., θα μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο στη Σερβία και στο Ιράκ, να κρεμάσουν στο ψηλότερο κατάρτι της καπιτάνας όλους τους αρχηγούς των κρατών αυτών και να στήσουν μαζί με το Ισραήλ τα κρεματόριά τους για τα παιδιά της Παλαιστίνης;

Ωστόσο εμείς αντίθετα από την «Κόκκινη Ζιζέλ» του Άιφμαν, η οποία δεν συγχωρεί την σοσιαλιστική τέχνη και δεν ελπίζει, είμαστε έμπλεοι ελπίδας και «συγχώρεσης» προς την αστική τέχνη. Θεωρούμε νομοτελειακό ότι η σοσιαλιστική τέχνη κάποτε θα αξιωθεί να κατακτήσει ξανά κορυφές υψηλές, στα πλαίσια όμως μιας «εμπεδωμένης» πλέον και πάντοτε γνήσιας, αταξικής και μη εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Τότε, θα μπορεί μια ώριμη υψηλή τέχνη του προηγούμενου κοινωνικού συστήματος, όπως είναι για παράδειγμα ο εξπρεσιονισμός, να γίνεται δικαιοπάροχος, όπως αρμόζει, προς την σοσιαλιστική τέχνη η οποία θα εκφράζει το νέο κοινωνικό σύστημα.

Συγχρόνως η δική μας «συγχώρεση» προς την αστική τέχνη είναι και πάλι νομοτελειακή, τίποτα όπως είπαμε δεν είναι οριστικό, αλλά έχει παρελθόν και μέλλον. Ακόμη και ο Αισχύλος παραδεχόταν ότι «έτρωγε από τα ψίχουλα του τραπεζιού του Ομήρου». Πάντοτε βρίσκονται σε ισχύ και οι υπόλοιποι νόμοι της διαλεκτικής όπως της αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης πραγμάτων και γεγονότων.

Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, να επιζητούμε να γνωρίσουμε, ως πρώτη προσέγγιση της ζωγραφικής το ρεύμα του εξπρεσιονισμού, ο οποίος φορτωμένος με τόσες όψεις εκλεπτυσμένης ευαισθησίας, μας συγκινεί και δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους. Πάντοτε είχαμε μια ξεχωριστή εύνοια της τύχης να γινόμαστε και εμείς μικροί Παυσανίες των αισθήσεων. Με αυτή την λογική επιλέξαμε το πρώτο ταξίδι μας πριν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, να είναι το Παρίσι. Εκεί μια «τύχη αγαθή» συνηγόρησε, έστω εν αγνοία μας, η διαμονή μας να οριστεί στο Winston, ένα μικρό συμπαθητικό ξενοδοχείο στην πλατεία Πιγκάλ πλησίον της Μονμάρτρης, σχεδόν πάνω στο βουλεβάρτο Κλισύ. Οι χώροι αυτοί πριν γίνουν «κοινότοποι» στους καιρούς μας, κατοικήθηκαν από καλλιτέχνες, συγγραφείς και πάνω από όλα μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους του κυβισμού και της αφηρημένης ζωγραφικής. Τι αφέλεια! Πριν συναντήσουμε αυτούς τους ιχνηλάτες της τέχνης τους, στα μουσεία του Παρισιού πιστέψαμε, προς στιγμή, ότι γράφουν και ζωγραφίζουν ακόμη στην Πιγκάλ, ο Β. Ουγκώ στο νούμερο 55, ο Ντελακρουά, ο Μανέ και τόσοι άλλοι. Επίσης ότι στο Κλισύ συνεχίζει να ζει ο Ντεγκά στον αρ. 6, ο Πικάσσο στο 130γ και οι Βαν Γκογκ, Λωτρέκ … οι οποίοι είχαν και αυτοί τα ατελιέ και τα διαμερίσματά τους στο βουλεβάρτο αυτό.

Συγχρόνως ο Σηκουάνας, το κέντρο του Παρισιού όπως γράφεται στον μπλέ τουριστικό οδηγό μας, με τις αποβάθρες, τις γέφυρες και τα νησιά του, ενώνει όλη την ατμόσφαιρα της πόλης, την ιστορία και τα μνημεία της. Αυτό μας σπρώχνει ώστε, στην πρώτη σύντομη επαφή μας με την πόλη να καταλήξουμε στην γέφυρα Ιενά, η οποία ενώνει τις όχθες του Σηκουάνα απέναντι στον πύργο του Άιφελ. Δεν περάσαμε την γέφυρα, ήταν τέλος Απρίλη και ο καιρός παρέμενε άσχημος, μπήκαμε σε ένα ταξί και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Να ήταν ο ίδιος παγωμένος άνεμος, ο οποίος ανάγκασε τον Πικάσο, να έχει σηκωμένο τον γιακά του πανωφοριού του και τα μαύρα μαλλιά του ανακατεμένα, όταν βρέθηκε και αυτός την Άνοιξη του 1904 στο ίδιο σημείο; Τότε, που μόλις είχε φτάσει στο Παρίσι, και ένα σκίτσο της εποχής τον δείχνει εκεί ακριβώς να κρατά τις μοναδικές αποσκευές του, ένα μπαστούνι και ένα πελώριο φάκελο με σχέδια. Αυτοί οι τόποι και τα τοπία λατρείας, προσφέρουν τους τόσο αναγκαίους χρησμούς του πάθους, όπως τα σώματα και οι ψυχές και η διάφανη ομίχλη της Μονμάρτρης.

Πέρα όμως από αυτές τις ριψοκίνδυνες γενικεύσεις ενός μη ειδικού, έμφορτες δανείων και ιδωμένες μάλιστα από συγκεκριμένη πολιτική σκοπιά, το θέμα της τέχνης παραμένει ανοικτό, και το τέλος της ιστορίας, όσο και να το επιθυμούν κάποιοι, δεν ήλθε. Άλλωστε δεν είναι προνόμιο μόνο της ζωής και του έρωτα, αλλά και της τέχνης να παραμένει διαρκώς σε εκκρεμότητα. Απαιτείται να υπονομεύσουμε όλοι μας τους αφορισμούς, τον σκοταδισμό, τα στεγανά και τις μικρότητες που αναδεικνύονται στις θεωρητικές επεξεργασίες περί τέχνης ιδιαίτερα στην εποχή μας. Ασφαλώς, ο λόγος μας δεν θέλουμε να είναι απολύτως ενδεής, να στερείται δηλαδή των αναγκαίων και να παραδοθεί στην ηδονή του τυμβωρύχου. Αναζητούμε λοιπόν συνειδητά τα απαραίτητα στηρίγματα για να διαμορφώσουμε την δική μας άποψη στις ιστορικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες, στις κλασικές επαναστατικές θεωρίες, καθώς και στην καθημερινή δράση στα κινήματα. Το έχουμε πει δεν γεννηθήκαμε να μην ανήκουμε πουθενά, δεν ωριμάζουμε στη ζωή ανέστιοι, όπως οι ήρωες στην ταινία «Το Λιβάδι που δακρύζει». Τελικά η δική μας αισιοδοξία στηρίζεται στο στέρεο έδαφος της νομοτελειακής εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας, αποπνέει τις ανάσες των καταπιεσμένων που οργανώνουν την πάλη τους για την ανατροπή της ιστορίας και οραματίζονται ευφρόσυνες, εαρινές και αταξικές κοινωνίες. Όλα αυτά να είναι η δική μας εκδοχή, για την εντύπωση του κοσμοκαλόγερου στο «Σπιτάκι στο λιβάδι» όπου το σπίτι είναι έτοιμο να πέσει, «Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατάει από το ένα μέρος, δια να μη καταρρεύσει όλον»;

Ζάκυνθος, Νοέμβρης 2009

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΝ



"χαίρε ευώδες Ζακύνθου το βλάστημα"
Άγγελος Κονιδάρης


α΄
Κοκκινόχωμα
βάτα φουγκαρωμένα
τόπος αίματος.


Φυγάδας φονιάς
κι ο λίθος ο εντός του
αμετάθετος.


Δάκρυ βουερό
κ' η Αναφωνήτρα μάρτυς.
Το κρίμα σώζει.


β΄
Πίσω απ' το βλέμμα
αν έχεις μάτια βλέπεις
τη νέα φύση.


Δώμα των ευχών
σώμα της αφθαρσίας
αγγελόκτιστο.


Φέγγει ολόρθος.
Τα ίχνη του φιλώντας
αιωνίζομαι.
(Απρίλιος-Μάιος 1997)


[Από το ποιητικό βιβλίο του π. Παν. Καποδίστρια, "Ενύπνιο μετά τρούλλου", εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σ. 24 εξ.]

"Ζορμπισμός" ή "η νόσος του Ζορμπά", η επάρατη ασθένεια του Νεοέλληνα. "Χωριατισμός" ή "εθνικισμός", το άθλιο συμπλήρωμά της

Αφορισμοί για τη νεοελληνική πραγματικότητα, με όρους ψυχανάλυσης

Γράφει ο συνθέτης Νίκος Γράψας

Επί χρόνια οι Νεοέλληνες πίστευαν πως δεν είναι πραγματικοί, πίστευαν πως είναι κινηματογραφικοί ήρωες, ο Ζορμπάς και η Στέλλα. Είχαν διαμορφώσει μια απατηλή συλλογική και ατομική ταυτότητα. Είχαν μετατρέψει την φαντασιακή ταυτότητα των κινηματογραφικών ηρώων σε πραγματική. Πίστευαν πως θα ζουν αιωνίως. Σ΄αυτό βοήθησε και η ελληνική μυθολογία, οι θρύλοι των αθανάτων και των ημιθέων ηρώων των σχολικών βιβλίων. Ο Όμηρος και η μοναδική ελληνική γλώσα, το τέλειο και ανάδελφο εργαλείο σκέψης. Τελικά, οι μοναδικότητες οδηγούν μαθηματικά και στην απομόνωση. Οι μοναδικοί έλληνες με τη μοναδική γλώσα και τη μοναδική ιστορία του πολιτισμού, γίναμε από μοναδικοί, ολομόναχοι και απομονωμένοι, όσοι απόμειναν εντός των ορίων του νεοελληνικού κράτους.

Οι Νεοέλληνες, μετά τον δεύτερο πόλεμο των Γερμανών, αγράμματοι και φτωχοί άνθρωποι στην πλειοψηφία τους, δεν ήθελαν και πολύ για να πιστέψουν πως ζωή είναι η χαρά του μεροκάματου και η ταβέρνα. Το γλέντι και ο καβγάς, οι έρωτες και το τραγούδι. Οι Ευρωπαίοι επισκέπτες είχαν ήδη καταπιεί το παραμύθι του "Ζορμπά δε Γκρηκ" και το είχαν χωνέψει τόσο καλά ώστε έκαναν και τους νεοέλληνες να το πιστέψουν ότι έτσι είναι. Μόνο που ο "Ζορμπάς δε γκρηκ" ήτανε στην πραγματικότητα "Ζορμπάς δε φρήκ" και οι επιπτώσεις από την διαστρεβλωμένη αντίληψη των Νεοελλήνων για την πραγματική τους ταυτότητα, οδυνηρές.

Ανυπολόγιστη η ζημιά για την κοινωνία, όταν η φαντασιακή ταυτότητα, που επιβάλλεται από "έξω" και "πάνω", λογίζεται ως πραγματική, όπως αναφέρει και η θεωρία των κοινωνικών επιστημών.

Μαζί με τους κινηματογραφικούς ήρωες, το κράτος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μηχανικοί και πολεοδόμοι, δικηγόροι και γιατροί, δίνουν το σύνθημα της εσωτερικής μετανάστευσης. Μεγαλούπολη ή θάνατος. Διαμέρισμα ή κοπριά.

Έτσι ξεφύτρωσε το νεοαθηναϊκό κράτος, όπως φυτρώνουν οι μπανανιές στη Δαχομέη. Ένα κράτος εργατών, έτοιμων να ζήσουν τη μεγάλη ζωή του Ζορμπά. Μεροκάματο και ταβέρνα, γλέντι και καβγάς, κι αν γίνεται και καμιά μικροκομπίνα για το κάτι τι μας. Οι πολυκατοικίες στην Αθήνα, τα δικαστήρια στην Αθήνα, τα νοσοκομεία στην Αθήνα. Κράτος εν κράτει μηχανικοί, γιατροί και δικηγόροι. Η Βουλή των Ελλήνων γεμίζει από τέτοιους. Το κράτος εγκαθιδρύεται. Συντεχνιακή Δημοκρατία. Πολιτισμός και κράτος αγκαλιάζονται, ραδιοφωνία και στρατός φλερτάρουν ασύστολα, κινηματογράφος και ανάκτορα πλέκουν ειδύλλια, στρατός και δισκογραφία ερωτοτροπούν σφόδρα. Οι εφοπλιστές και βιομήχανοι κάνουν μπίζνες και βολτάρουν στο Λονδίνο, τα παιδιά σπουδάζουν Αμερική, και ο λαός ονειρεύεται πως είναι ο πιο μάγκας του πλανήτη "από ανέκαθεν". Ο συναισθηματισμός περισσεύει και το ελληνικό ‘φιλότιμο’ γίνεται διάσημο παγκοσμίως όπως και η "γκρηκ σάλατ".

Έτσι, όποτε οι κυβερνήσεις ζητούν λιτότητα ή απειλούν με πτώχευση, ο λαός λυπάται τους κυβερνήτες και κάνει πίσω από τα δικαιώματά του, αν τα ήξερε και ποτέ. Με απλά λόγια, ερασιτεχνισμός παντού, κάτι σαν ψέμμα, σαν παράσταση, σαν λαϊκό θέατρο, σαν κινηματογραφική ταινία. Κανείς δεν πάει φυλακή (εξαίρεση αποτελούν ολίγοι ηγέτες της χούντας των συνταγματαρχών), κανένα αυθαίρετο δεν γκρεμίζεται, κανείς δημόσιος λειτουργός δεν απολύεται. Όπως στα παραμύθια.

Στο τέλος, γάμος και φαγοπότι. Και το μεροκάματο, επισήμως στο 51% του μέσου ευρωπαϊκού. Αρκεί η φιέστα, το πανηγύρι, το ευρωπαϊκό κύπελο, οι ολυμπιακοί αγώνες. Αυτά είναι μεγαλεία αντάξια των ηρώων ζορμπάδων!

Κι έτσι πέρασαν 60 χρόνια. Διαμορφώθηκε πια μία, τουλάχιστον, καινούργια δομική σπείρα στο DNA του Νεοέλληνα. Και ξαφνικά…, τι έγινε ξαφνικά και χάθηκε ο κόσμος! Ήρθε η ώρα του λογαριασμού.Οι Ευρωπαίοι συμπολίτες απαιτούν δουλειά. Τέλος τα θεσμικά φαγοπότια, τέλος η μαμά κράτος που τάϊζε όλο τον κόσμο με χρήματα δανεικά. Και ποιος θα πληρώσει τώρα τους γάμους, τα ξενύχτια και τα γλέντια; Σε λίγο στην Ελλάδα θα έχουν χρήματα μόνο αυτοί που είχαν πάντα πολλά (και δεν τα δίνουν σε κανένα, προτιμούν να τα φυγαδεύσουν σε άλλες πολιτείες) και οι εργατικοί μετανάστες. Κι οι Ζορμπάδες; Οι Στέλλες; Τι θα απογίνουν οι γόνοι των αιωνίων Νεοελλήνων, που δεν έχουν μάθει τι θα πει κόπος και προγραμματισμένη εργασία; Τι θα κάνουν τώρα οι Νεοέλληνες εφευρέτες και χρήστες του φραπέ και της θαλάσιας ρακέτας; (μήπως και του "βυζαντινισμού" και της φοροκλοπής;)

Ένα μένει να κάνουν και αυτό θα κάνουν οι Ζορμπάδες. Θα πουλήσουν ό,τι έχει και δεν έχει το ελληνικό κράτος. Δεν τους νοιάζει καθόλου. Δικό τους είναι; Αυτοί απλώς γλεντούσαν στην περιοχή εδώ τριγύρω που είχε ήλιο και θάλασσα και δούλους μετανάστες να τους σερβίρουν την εύκολη ζωή. Και τα σχολεία, τα νοσοκομεία, σιγά! Δεν πα' να κλείσουν! Μια ζωή την έχουμε. Δεν μας πιάνει ούτε αρρώστια, ούτε τίποτα εμάς. Και τα σχολεία, σιγά! Οι Έλληνες έκαναν μάθημα κάτω από τις ελιές και γίνανε φιλόσοφοι. Εξάλλου είμαστε ευφυΐες, τα ξέρουμε όλα, τι να τις κάνουμε τις σπουδές, τόσοι πτυχιούχοι είναι άνεργοι. Και τα παιδιά, το μέλλον τους; Εμάς ο πατέρας μας δεν μας άφησε τίποτα, μόνοι μας τα κάναμε, ας κάνουν κι αυτά ότι και εμείς.

Αυτά λένε οι Ζορμπάδες, οι άμοιροι, γιατί νομίζουν ότι κάτι μεγαλειώδες κάνανε, ως συνήθως, αφού είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και, χωρίς να το θέλουν, είναι εντεταλμένοι από τις Μοίρες να κάνουν μόνο μεγαλειώδη θαύματα.

Μα τα παιδιά δεν ξέρουν απ’ αυτά. Κάτι έχουν μυριστεί, ευτυχώς και δουλεύουν μερικά, ιδίως τα μεταναστάκια. Δεν πέρασαν πόλεμο, εμφύλιο, δικτατορία. Και θα ξαφνιαστούν, που δε θα μπορούν να σπουδάσουν ούτε στο λύκειο και που δε θα πάρουν σύνταξη, που δε θα έχουν σπίτι , μόνιμη δουλειά, οικογένεια οργανωμένη. Γιατί αυτά είναι τα συμπτώματα του ζορμπισμού. Και δεν υπάρχει χειρότερη ζωή από αυτή που προαναγγέλει έναν αναξιοπρεπή θάνατο.

Ο μεσαίωνας θα έρθει και πάλι, οι ζορμπάδες του Νότου θα χτυπηθούν από τους λογιστές και τραπεζίτες του Βορρά. Ήρθε η ώρα να καταστραφεί το νεοελληνικό υβρίδιο, ο ιός του ζορμπά και μαζί του ο επάρατος ζορμπισμός. Κι αν δεν ξαναμιληθεί επισήμως η νεοελληνική γλώσα, δεν θα χαθεί κι ο κόσμος, ένα ψέμμα ήταν κι αυτό. Εξ άλλου στα ταξίδια μας κανείς δε μιλάει ελληνικά και τα παιδιά σπουδάζουν ξένες γλώσες, όχι αρχαία ελληνικά.

Ο κόσμος άλλαξε δια παντός. Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία, που λέει και ο ποιητής. Είμαστε πολίτες του κόσμου, όπως ήταν στ’ αλήθεια οι έλληνες και η παγκόσμια σκέψη τους είναι γνωστή σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, όχι επειδή εμείς μιλάμε ελληνικά, αλλά γιατί είναι ένα χρήσιμο εργαλείο σκέψης, που, δυστυχώς, οι ζορμπάδες δεν το κατέκτησαν ποτέ.

Καλύτερα να μάθουμε στα παιδιά να είναι εργατικά, λογικά, οργανωμένα, προνοητικά, παρά Έλληνες.

Αυτός ο εθνικός προσδιορισμός, ψευδής και φαντασιακός, όπως και εκείνος του ζορμπά , συνέβαλλαν στην ολοκλήρωση της κοινωνικής καταστροφής και απομόνωσής μας. Ζορμπάς ο έλληνας! Και οι δύο όροι ψευδείς και απατηλοί. Φαντασιακή και συμβολική ταυτότητα που προβλήθηκε ως πραγματική και κάποιοι έυπιστοι αγράμματοι το πίστεψαν. Αλλά και η φημισμένη "αριστερά" του κοινοβουλίου, απέναντι στον κόσμο, προτείνει την απομόνωση. Έξω από όλα. Η πιο εθνική αριστερά του Δυτικού πολιτισμού, κάτι σαν θρησκευτική αίρεση.

Και οι νεότεροι εργατικοί και τίμιοι έλληνες, όσοι δηλαδή έχουν συνειδητοποιήσει τα καταστροφικά σύνδρομα και προσπαθούν να ξεφύγουν από το νοσηρό παρελθόν και την προγονολατρεία ινδιάνικου τύπου, απελπισμένα εκπέμπουν σήμα κινδύνου, "κανέναν απ’ τους δύο"… "κανέναν απ' τους δύο". Αλλά οι "δύο", οι εκλεκτοί των Ζορμπάδων, με την βοήθεια και των μικρότερων, καταφέρνουν πάντα με τη διοργάνωση μεγάλων θεατρικών παραστάσεων, με τη συμμετοχή μεγάλων ξένων πρωταγωνιστών, Γάλλων, Γερμανών και Αμερικανών, να συγκινούν τους ζορμπάδες. Και οι ζορμπάδες περιμένουν το θαύμα κάθε φορά, διότι αισθάνονται αθάνατοι, άτρωτοι, και μοναδικοί.

Το θαύμα τελείωσε. Η πραγματικότητα λέει πως το 75% των Αμερικανών πολιτών εργάζονται, το 65% των Ευρωπαίων και μόλις το 55% των Ελλήνων. Αν αφαιρέσεις και τους, μοναδικούς παγκοσμίως και αντισυνταγματικούς, ωρομίσθιους, καθώς και τους πλαστούς αγρότες, ο μισός πληθυσμός δουλεύει και ο μισός πίνει φραπέ.

ΥΓ. Αν κάτι καθυστερεί, πάντως, τους Ευρωαμερικανούς τραπεζίτες και δεν μας έχουν πάρει τα σπίτια, είναι αυτό το "κανένας απ’ τους δύο".

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Παύλου Φουρνογεράκη: ΒΟΓΚΗΤΑ Τ' ΑΝΕΜΟΥ




Βογκητά τ' ανέμου,  συρίζουν μεταλλικά
σε ράγες κιγκλιδωμάτων, στεγνός ο ήχος
κι οι πλάκες σκούπισαν τον ιδρώτα  τους

Βογκητά τ' ανέμου σαν ιαχές των όπλων
από  επέλαση βορινής λαίλαπας
κι η ξηρασία στέγνωσε τον υδράργυρο της ελπίδας

Βογκητά τ' ανέμου σ' έρμες βιτρίνες προς ενοικίαση
σκουπίδια αδέσποτα σε στάση του χρόνου
κι οι άνεργοι γεμίζουν όλπες συσσιτίων

Βογκητά τ' ανέμου στις χάρτινες κούτες αστέγων
κάτω απ' το στολισμένο δέντρο του πάρκου
σαν  δώρα χλιδής  με γιορτινές κορδέλες  

Βογκητά τ' ανέμου, προεόρτια Χριστού γέννας
ποια χνώτα θα ζεστάνουν το βρέφος;
Οι θερμάστρες της καρδιάς πάγωσαν στο χιόνι

Βογκητά τ' ανέμου, βουτιά στη μελωμένη οσμή,
πυρός φλόγα το αναμμένο τζάκι
κι ο καναπές χαίρεται αδιάφορα την  ξαπλωσιά μας.

Ζάκυνθος, 10-12-2010
Στη φωτό: Μάθημα Ιστορίας - Τα κάτω άκρα. Μεικτή τεχνική Γιάννη Ψυχοπαίδη, 1996. 

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Άγιο μου κορμάκι

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Παραμονές της γιορτής του Αγίου μας, της χειμωνιάτικης και πραγματικής. Αυτήν την φορά είναι η επέτειος της μνήμης του και ’μεις - και λόγω του σύμμαχου κακού καιρού - τον τιμάμε οικογενειακά και ζεστά, παραδοσιακά και σεμνά, όπως και ο ίδιος σίγουρα θα επιθυμούσε. Μαζί του γιορτάζουν όλα τα σπίτια, όχι μόνο την χρονιάρα μέρα, την μεγαλύτερη του χρόνου για το νησί, αλλά και για τα ονομαστήρια πολλών, μια και δεν υπάρχει οικογένεια στην πόλη και τα χωριά χωρίς Διονύσιο ή Διονυσία και συχνά, προς τιμή του, δίνουμε και άλλα ονόματα στους δικούς μας, σαν πούροι Ζακυνθινοί, όπως Σιγούρος, που ήταν το επώνυμό του, Δραγανίγος, για το κοσμικό του όνομα ή Δανιήλ, όπως και ο ίδιος ονομάζονταν για λίγο, μετά την μοναχική του κουρά στο πυργομονάστηρο των Στροφάδων και πριν την ανάρρησή του στο υπέρτατο αξίωμα της ιεροσύνης, τον βαθμό του επισκόπου, στο εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου της Αθήνας, για να ποιμάνει το νησί της Αίγινας.

Λατρεία αληθινή έχουν όλοι οι συμπατριώτες του, τους οποίους πολύμορφα και ποικιλότροπα προστατεύει, στο ιερό και πολυαγάπητο πρόσωπό του. Είναι απλά και μόνο ο Άγιός τους, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό και συχνά φτάνουν στο ακραίο σημείο αγάπης και λατρείας να τον θεωρούν και πάνω και από τον ίδιο το Θεό. Υπερβολή, που όσο και να μην την κατανοούν οι θεολόγοι και να την καυτηριάζουν, ιδιαίτερα όταν είναι ξένοι με τον επτανησιακό χώρο, την βιώνουν οι συμπολίτες του Αγίου και εξακολουθούν να την διατηρούν, γιατί είναι το ζακυνθινόπουλο που άγιασε και το αρχοντόπουλο που απαρνήθηκε τα πλούτη και τις τιμές της οικογένειάς του, για να κερδίσει οριστικά μια θέση στα επουράνια.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι πιστοί του νησιού, αλλά και οι άπιστοι, που τον δέχονται και τον τιμούν, θέλουν τις μεγάλες γιορτές του χρόνου και τις χρονιάρες μέρες να τις συνδέουν με τ’ όνομά του και τη χάρη του και γι’ αυτό ο Άγιος αυτές τις στιγμές «είναι στη Θύρα του», για να μπορούν να τον προσκυνούν και τα τον συνδοξάζουν με τον Χριστό, είτε αυτός γεννιέται στην Βηθλεέμ, είτε βαπτίζεται στον Ιορδάνη, είτε ανασταίνεται εκ νεκρών, νικώντας τον θάνατο και δίνοντας την αιώνια ζωή στο ανθρώπινο γένος.

Στη Ζάκυνθο το να πας να προσκυνήσεις τον Άγιο, ιδιαίτερα όταν το λείψανό του είναι όρθιο «στη θύρα του», αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όταν λύπη ή χαρά το απαιτεί, είναι εφάμιλλο με το να κοινωνήσεις και συχνά - πυκνά ακούγεται η φράση: «έχω καιρό να προσκυνήσω τον Άγιο», όπως ο κάθε πιστός λέει: «έχω καιρό να μεταλάβω».

Εξάλλου σε όλες τις λαϊκές εκφράσεις ο Άγιος έχει αντικαταστήσει τον Θεό. «Μα τον Άγιο», λέμε πάντοτε, θέλοντας να ορκιστούμε. «Δεν έμεινε Άγιος», τονίζουμε, θέλοντας να δηλώσουμε μεγάλη καταστροφή και - για να τελειώσουμε τα ενδεικτικά παραδείγματα - εκείνο το «αν θέλει ο Άγιος», το οποίο λέμε συχνά και περισσότερη σημασία έχει πως και το πιστεύουμε πραγματικά.

Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει τον Πολιούχο της Ζακύνθου και δίνει την διαφορετικότητα στην λατρεία των δικών του πιστών, είναι η εντελώς ανθρώπινη προσφώνηση στο ιερό του πρόσωπο, όταν οι συντοπίτες του τον καλούν με την ποιητική και ζεστά ανθρώπινη προσφώνηση «άγιο μου Κορμάκι».

Η προέλευση και η δημιουργία αυτής της επίκλησης έχει πολλές σημασίες και πάμπολλες διαστάσεις. Πρώτα απ’ όλα την επιβάλει η ίδια η άφθαρτη παρουσία του σκηνώματος του Ιεράρχη, η οποία είναι και το μεγαλύτερο δείγμα αγιότητας για τους κατοίκους του νησιού του. Ζώντας όχι μόνο στη Ζάκυνθο οι τελευταίοι, αλλά και στον ιόνιο χώρο, όπου και άλλα ολόσωμα λείψανα υπάρχουν, όπως αυτό του Οσίου Ιωσήφ στο χωριό Γαϊτάνι του νησιού τους, του Αγίου Γερασίμου στην γειτονική Κεφαλονιά και των Αγίων Σπυρίδωνος και Θεοδώρας στην συγγενική Κέρκυρα, έχουν εξοικειωθεί με την παρουσία τους και θεωρούν την αφθαρσία του σώματος υπέρτατο δείγμα αγιοσύνης. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά έχουν πρόσκαιρα αποδοθεί τίτλοι αιωνιότητας σε νεκρούς, οι οποίοι, για διάφορους λόγους «δεν έχουν λιώσει», όπως χαρακτηριστικά λέει ο λαός μας.

Επίσης να μην ξεχνάμε και την πολύμορφη επίδραση που έχει ο χώρος μας από την Δύση και προ πάντων από την κοντινή, γεωγραφικά και πολιτιστικά, Ιταλία. Σ’ αυτήν την χώρα, με την οποία η Ζάκυνθος και η Επτάνησος είχε και έχει πολλά κοινά, υπάρχουν πάμπολλα σκηνώματα Αγίων και αν δεν υπάρχουν, τα δημιουργούν.

Για την επιβεβαίωση των παραπάνω θέλω να θυμηθώ και να σας γνωρίσω μια παραδειγματική ιστορία, την οποία έζησα μικρός και δείχνει το πώς οι Ζακύνθιοι έχουν συνδέσει την αιωνιότητα με την μη φθαρτότητα.

Μια σεβάσμια κυρία, λοιπόν, που ηθελημένα είχε ζήσει όλη τη ζωή της στο νησί μας, πήγε στην συμπρωτεύουσα, την Θεσσαλονίκη, για να παρευρεθεί στον γάμο στενού συγγενικού της προσώπου. Το πρώτο που ζήτησε σαν έφτασε στην όμορφη πόλη του βορά, ήταν να προσκυνήσει τον προστάτη της, τον Άγιο Δημήτριο. Πήγε με σεβασμό στην εκκλησία του και ζήτησε να μάθει πού βρισκόταν το, λείψανό του. Σαν είδε, όμως, μόνο οστά, απογοητεύτηκε και προς στιγμήν αμφέβαλε για την εγκυρότητα του Μυροβλύτη. Αυτήν της την εμπειρία την διηγιόταν για χρόνια σε φίλους και γνωστούς και πάντα στρεφόμενη προς τον Άμμο, έκανε το σταυρό της και έλεγε: «Άγιο μου κορμάκι. Μεγάλη η χάρη σου»!

Μα δεν είναι μόνο ο λόγος αυτός η αιτία της ιδιαίτερης αυτής επίκλησης στον Άγιο Διονύσιο. Οι Ζακυνθινοί, οι οποίοι όχι μόνο συμπατριώτη τους τον έχουν, αλλά και «ακοίμητο», όπως λέει το μεγαλυνάριό του, «πρέσβη» τον αισθάνονται, στο διάβα της ιστορίας τους έχουν θρεφτεί με μια Αναγέννηση και έναν Διαφωτισμό. Ως εκ τούτου είναι δύσπιστοι στο αφηρημένο και επιδιώκουν το απτό και αυτό που φαίνεται. Έχουν πιστέψει και ασπαστεί εικόνες των δημιουργών της Επτανησιακής Σχολής στην ζωγραφική, των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Καντούνη και έχουν λατρέψει το Θεό τους με την παραδοσιακή εκκλησιαστική μουσική του τόπου τους, η οποία δεν θα μπορούσε να είναι ξένη με τα άλλα μουσικά τους ακούσματα. Έχουν ζήσει, επίσης, θεατρικές Αποκαθηλώσεις, έχουν δακρύσει με το «Ανάστα ο Θεός» και την Γκλόρια, έχουν αγιασθεί, «Φωτώνε» μέρα, από πάρκα καλλιτεχνικά στημένα και αναπαραστάσεις της σωτήριας Βάπτισης.

Ο επιτάφιός τους είναι ο «Αμνός», εικόνα αμφιπρόσωπα ζωγραφισμένη και κομμένη, έτσι ώστε και όταν βρίσκεται στο ναό, αλλά και όταν περιφέρεται να τονίζει την παρουσία του νεκρού και να αναγκάζει τον θεατή στον θρήνο και την λύπη, σαν αυτή που εικονίζεται στην περιφερόμενη Mater Dolorοsa, κάτω από την πενθηφορούσα «ουρανία», η οποία προσκυνείται και δοξάζεται στο νησί και η πίκρα της ρομφαίας της μεταδίδεται σε παράθυρα και μπαλκόνια, όπου με το κορετάδο κρεμασμένο πεύκι παρακολουθούν την τελετή οι πιστοί και συμμετέχουν σε μια πραγματική εξώδιο λιτανεία.

Μα και ο Εσταυρωμένος μας, είτε βρίσκεται πίσω από την Αγία Τράπεζα, είτε το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής περιφέρεται στην πόλη, έχει την ανθρώπινη μορφή του πόνου και της θυσίας και πλησιάζει περισσότερο στην πραγματικότητα, από την μεταφυσική.

Χαρακτηριστική η διασωθείσα από την ιστορία απάντηση του Νικολού Κουτούζη, του ζωγράφου, ποιητή και ιερέα, όταν του ζητήθηκε να ιστορήσει έναν βυζαντινό Χριστό, κρεμάμενο πάνω στο Σταυρό. «Εγώ, σαν πιτόρος», απάντησε, «γνωρίζω πως πεθαίνει ένα σώμα στο Σταυρό και δεν μπορώ να κάνω κάτι διαφορετικό». Αρνήθηκε, μάλιστα, την παραγγελία.

Όπως και να έχει, όμως, είτε όλα αυτά είναι αλήθεια, είτε εικασίες, σημασία έχει πως όλοι ανεξαίρετα οι Ζακυνθινοί τιμούν τον Άγιό τους και κυριολεκτικά τον λατρεύουν. Είναι ο δικός τους που άγιασε και ο μόνιμος συγκάτοικός τους. Ο συνοδοιπόρος τους και αυτός που, σαν οικείος, γνωρίζει και συμπονάει. Ένα «κορμάκι» που ξεπέρασε την φθορά και άγιασε. Μια άφθαρτη παρουσία, η οποία ανελλιπώς σκέπει και φρουρεί το νησί.

Απλά και μόνο είναι ο Άγιός μας!

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Οι νικητές ξαναγράφουν την ιστορία, μα οι «φρυκτωρίες» του μέλλοντος δεν θα σβήσουν!

Γράφει ο Τάκης Κεφαλληνός

Πάντα λοιπόν ο νικητής τού νικημένου γράφει την ιστορία.
Μπέρτολτ Μπρεχτ

Θεωρώντας κάποιος την παιδεία, εκτός των άλλων, ως μια άσκηση ελευθερίας προκειμένου να κατακτηθεί το μέλλον, δικαιούται να τονίσει εξ’ αρχής ότι ο δημόσιος λόγος του δεν επιθυμεί να εγκλωβίζεται σε ένα ανώφελο και αντιαισθητικό διδακτισμό. Ωστόσο, στους καιρούς μας, που διαβαίνουμε έρημο, επιβάλλεται να συμβάλλουμε στον έρανο της ιστορίας, η οποία, όπως λέγεται, βγαίνει πια στην επαιτεία. Η ιστορική επιστήμη και έρευνα είναι εργαλεία εξαιρετικά χρήσιμα για την αναζωογόνηση των σύγχρονων λαϊκών και ταξικών αγώνων αλλά και για την ίδια την προοπτική και την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, προκειμένου να μη γεράσει ο κόσμος. Αυτό το αντιλαμβάνεται η αστική τάξη και από την μεριά της οξύνει την ιδεολογική της επίθεση, πολλαπλασιάζει και ενισχύει τους μηχανισμούς χειραγώγησης της λαϊκής συνείδησης, των εργαζομένων και της νεολαίας, στα πλαίσια πάντοτε μιας ολοκληρωτικής προσπάθειας παραχάραξης και «αναθεώρησης» της ιστορίας.

Σήμερα, με την οικονομική κρίση και τη λεηλασία των κοινωνικών δικαιωμάτων στο προσκήνιο, το κεφάλαιο συναντά δυσκολίες στην αναπαραγωγή του και διαμορφώνονται πιο ξεκάθαρα οι προϋποθέσεις ανόδου του ταξικού ριζοσπαστικού κινήματος διεθνώς. Αυτό προκαλεί τη σύγχρονη αντιδραστική, πραγματικά φασιστική αντικομμουνιστική εκστρατεία, με ηγετική δύναμη την ΕΕ, η οποία δε διστάζει να ταυτίσει ακόμη και το σοσιαλισμό με το ναζισμό – φασισμό. Με αυτό τον τρόπο, η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων παραγράφει την ιστορία του 20ου αιώνα και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, διευρύνει τη βαρβαρότητα, απειλεί όλη τη γραμμή του μετώπου και – αλίμονο - βρίσκει πολύτιμο συμπαραστάτη της τον οπορτουνισμό, ο οποίος, όντας σε στρατηγική συμφωνία με την αστική τάξη δρομολογεί μια μεγάλη έφοδο στην ιστοριογραφία, με σκοπό να φέρει τα γεγονότα του παρελθόντος στα μέτρα των διαχειριστικών αναγκών και επιδιώξεων του.

Σε αυτή την κατεύθυνση, οι οπορτουνιστές προσπαθούν, δύο από τους αμέτρητους ήρωες του ΚΚΕ (Μπελογιάννη – Πλουμπίδη) όχι μόνο να τους διαχωρίσουν από το κόμμα τους, αλλά και να τους κάνουν δικούς τους, να τους βάλουν απέναντι στο κόμμα που τους διαπαιδαγώγησε και στο οποίο έμειναν πιστοί μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η πλουτοκρατία, οι Αμερικανοί, το παλάτι και η Ελληνική κυβέρνησή σκότωσαν, με τα όπλα του εκτελεστικού αποσπάσματος, τους ταξικούς τους αντίπαλους, αλλά είχαν την «μεγαλοψυχία» να μη τους προσβάλουν. Τους εκτελούσε καθημερινά όσο ζούσε και μετά τον θάνατό της ακόμη (έχει αφήσει στο Μουσείο Μπενάκη ένα σφραγισμένο φάκελο για να ανοίξει μετά τον θάνατό της) και η Έλλη Παππά αλλά και οι συνοδοιπόροι και θαυμαστές της, φυσικά με τα δικά τους όπλα: λάσπη και ανάθεμα στο κόμμα και τα στελέχη του. Δεν είμαστε, αλλά ούτε και παριστάνουμε τους ήρωες, δεν συντάσσουμε τις αγιογραφίες κανενός και γνωρίζουμε τις αυτοκριτικές, φυσικά από τη μεριά στήριξης του σοσιαλισμού, που μέχρι τις μέρες μας κάνουν το ίδιο το κόμμα μας και τα στελέχη του για λάθη, αδικίες και παραλήψεις στους μεγάλους και δύσκολους αγώνες των λαϊκών δικαίων. Αρνούμενοι της πολιτικές «θεολογίες», δεν αφαιρούμε το δικαίωμα που έχει ο καθένας, εφ’ όσο το επιλέξει, να εγκαταλείψει την επαναστατική στρατηγική ενός κομμουνιστικού κόμματος. Ωστόσο η ιστορία σεμνή και καταφρονημένη στις μέρες μας, ίσως μπορεί να βγει στο προσκήνιο και να ρωτήσει ποια ιδεολογία, αισθητική, ηθική μπορεί να τροφοδοτήσει το δικαίωμα: να απαγορεύεται στο ανθρώπινο είδος να εξελίσσει τα κοινωνικά συστήματα με αυτοθυσία. Να ξεριζώνει ακόμη και την τελευταία λέξη από την καρδιά του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη, το«ζήτω» στο κόμμα τους. Ακρωτηριασμένες, νάρκισσες ψυχές που ξεχνούν πως οι ήρωες μάρτυρες δεν μπορούν να ανήκουν σ’ όλους, κυρίως δε σε συγγενείς και φίλους, αποστάτες των δικαίων τους!

Ποιος λοιπόν από τους «νικητές» που ξαναγράφουν την ιστορία θα επιτρέψει να αναγνωρισθεί η ευαισθησία και το ταλέντο, χωρίς να παραβλέπεται όμως η ιδεολογίας τους, σε μερικούς από τους πιο μεγάλους καλλιτέχνες και ποιητές του 20ου αιώνα, όπως ο Μπρεχτ, Μαγιακόφσκι, Χικμέτ, Ρίτσος, Ελυάρ, Νερούδα κλπ., οι οποίοι ήταν κομμουνιστές; Πιστεύουμε, κανείς από τους «νικητές» δεν θα το επιτρέψει, ούτε βέβαια ο Αμερικανός υφυπουργός εξωτερικών του Ομπάμα, ο οποίος μετά την ορκωμοσία του και «τιμώντας» εν έτει 2009 την 25η Μαρτίου δηλώνει – παραγράφοντας την ιστορία - ότι δεν έχει υπόψη του καμιά Τουρκική κατοχή στην Κύπρο! Επιμένουν φυσικά οι Ιμπεριαλιστές στη διχοτόμηση της Κύπρου, αφού εξυπηρετεί τα σχέδιά τους, σύμφωνα με τα οποία επιζητούν να ελέγξουν σε παγκόσμιο επίπεδο τις αγορές, τους λαούς και τον κόσμο της εργασίας. Με τον ίδιο τρόπο επιμένουν και οι αντίστοιχοι επικυρίαρχοι του σημερινού πολιτισμού να διαχωρίζουν ξεδιάντροπα το έργο των δημιουργών, αλλά και τους ίδιους από την ιδεολογία τους και τις αξίες τις οποίες με τόσες θυσίες σε δύσκολες και σκοτεινές εποχές υπερασπίστηκαν.

Θα αναδείξουμε εδώ ένα από τα αναρίθμητα παραδείγματα που υπάρχουν, αυτό της επιμονής των αστών, να διαχωρίζουν τον ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, και δημιουργό του Επικού Θεάτρου Μπέρτολτ Μπρεχτ από τον Μαρξιστή-Κομμουνιστή και αγωνιστή Μπρεχτ, παρουσιάζοντάς τον περίπου ως έναν αντισοβιετικό, προοδευτικό αστό για να τον κάνουν δικό τους. Όχι βέβαια μόνο δικό τους, αλλά και «ναζιστή» κατ' αντιστοιχία θα μπορούσε να πει κάποιος αφού, όπως παραπάνω αναδείξαμε, επιχειρούν να ταυτίσουν στις μέρες μας το σοσιαλισμό με το ναζισμό – φασισμό!

Ναζιστής ο συγγραφέας του έργου «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ», του οποίου το όνομα, το Νοέμβρη του 1923, ο Χίτλερ περιέλαβε στη λίστα αυτών που θα συλλαμβάνονταν μετά την επιβολή του πραξικοπήματός του. Ναζιστής αυτός, ο οποίος στις 28 Ιανουαρίου 1933 αντιμετώπιζε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, οπότε ο ίδιος μαζί με την οικογένειά του και μερικούς φίλους εγκατέλειψε τη Γερμανία για να ζήσει εξόριστος για 15 χρόνια σε χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ , όπου υπήρξε θύμα του μακαρθισμού. Και βέβαια στις 10 Μαΐου 1933 οι εθνικοσοσιαλιστές καίνε τα βιβλία του μπροστά στην όπερα του Βερολίνου. Ναζιστές άλλωστε και τα μέλη του ΚΚΣΕ που το κομματικό τους βιβλιάριο αρκούσε για να εκτελεστούν επιτόπου από τους ναζί χωρίς δίκη!

Η Νάντια Βαλαβάνη, το 1986 βέβαια, αναφέρει μεταξύ άλλων στον πρόλογο της μετάφρασής της στα ποιήματα του Μπρεχτ, από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή:

Πού να φανταζόταν (ότι οι αστοί επικυρίαρχοι θα θελήσουν να τον κάνουν δικό τους), ο καλλιτέχνης, ο οποίος ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόταν για να ανατρέψει το αστικό σύστημα υπερασπίζοντας συγχρόνως το σοσιαλισμό! Βεβαίως είχε ευαισθησίες, αγωνία και ερωτήματα, όπως είναι φυσικό, για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Βεβαίως έκανε προτάσεις, ως όφειλε, για να διορθώνονται λάθη και παραλείψεις. Ακόμη και στην ταφόπλακά του ζήτησε να γράψουν :

Έκαμε προτάσεις.
Εμείς τις κάναμε δεκτές.

Ο ίδιος ο Μπρεχτ δεν επιθυμούσε να έχει ανοικτούς λογαριασμούς με την ιστορία, λες και γνώριζε ότι η ιστορία είθε να ξαναγραφεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Δια τούτο ομολογεί: Φτιάχνουμε τις εικόνες μας απ’ την κοινωνική ζωή, για αυτούς που διορθώνουν το ρεύμα των ποταμών , για αυτούς που μπολιάζουν τα δέντρα…..Όμως για τους «άλλους»…

Ποτέ δε θα βρεθεί η λέξη
Που να μπορεί να ενώσει εμάς τους δύο.
Η βροχή πέφτει στο χώμα από τον ουρανό.
Εσύ ’σαι ο ταξικός μου εχθρός.

Έγραψε τόσα ποιήματα στήριξης της απόπειρας οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και λίγο πριν τον θάνατό του διατύπωνε: «Η νεαρή Σοβιετική Κυβέρνηση σκληρά πιεσμένη από μέσα και έξω έδειξε συγκινητική φροντίδα για το θέατρο σε συνθήκες πολέμου και πείνας, με μορφή κάρβουνου, ειδικών δελτίων, επιτακτικών καθηκόντων…Αυτό επαληθεύτηκε και 25 χρόνια αργότερα, όταν ο Σοβιετικός διοικητής στο κατεχόμενο Βερολίνο έδωσε διαταγές από τις πρώτες μέρες να ανοίξουν τα θέατρα που είχε κλείσει ο Χίτλερ. Ο εχθρός με τέτοια δυσκολία νικημένος προσκλήθηκε στο θέατρο. Τα πρώτα πράγματα που έκαμε ο νικητής ήταν να εξασφαλίσει την παραγωγή ψωμιού και τα αποθέματα νερού, καθώς και να ανοίξει τα θέατρα».

Ο τρόπος πολιτικοποίησης του Μπρεχτ είναι μια συγκινητική και «διδακτική» ιστορία. Ο ίδιος αρχικά μη έχοντας γνώσεις πολιτικής οικονομίας δεν μπορούσε να καταλάβει τις αστικές θεωρίες του μηχανισμού του χρηματιστηρίου σταριού στο Σικάγο, και στην προσπάθεια να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί τρώω το ψωμί πανάκριβο», που γεννιόταν στο θεατρικό του έργο «Τζόε Φλαϊσχάκερ από το Σικάγο» μελέτησε το Κεφάλαιο του Μάρξ. Ο ποιητής και φίλος του Μπρεχτ, αργότερα Υπουργός Παιδείας της ΛΔ Γερμανίας Γιοχάνες Μπέχερ περιγράφει το 1934 « ο Μπρεχτ στράφηκε σε εμάς ως εξής: Άρχισε η κρίση. Τα μεροκάματα μειώνονταν. Το ψωμί γινόταν πιο ακριβό. Τότε αποφάσισε να γράψει ένα έργο με ήρωα το στάρι. Το στάρι τον έφερε στο Μάρξ κι από εκεί έφθασε στο Λένιν. Το έργο δεν γράφτηκε ποτέ. Μα δημιουργήθηκε ένας καινούργιος Μπρεχτ που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά» κι εντάχθηκε στις γραμμές των κομμουνιστών «εργατών της τέχνης».

Ο Μπρεχτ λέει, «σαν διάβασα το κεφάλαιο του Μαρξ κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα». Στην ουσία για πρώτη φορά ομολογεί ότι ξεκαθάρισε τις κινητήριες δυνάμεις και τα αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αυτής που στην ουσία ήταν το επίκεντρο των έργων του. Το κορυφαίο σημείο στη σύγκρουση του Μπρεχτ με τις αστικές ψευδαισθήσεις για την ηθική, τη θρησκεία, το δίκαιο και την τέχνη αποκαλύπτεται στην «όπερα τις πεντάρας», αναδεικνύοντας μια πραγματικότητα, όπου όλες οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν εμπορευματοποιηθεί. Τώρα η επανάσταση στη σκέψη του Μπρεχτ τον οδηγεί σε έναν άλλο δρόμο. Από την διακήρυξη του 1928 στο πρώτο φινάλε της «Όπερας της πεντάρας», ότι καλύτερα θα ’ταν «να ’μασταν καλοί…αντί τόσο χυδαίοι, οι σχέσεις όμως έτσι δεν είναι», μέχρι τα λόγια που βάζει το 1932 στο στόμα της «Αγίας Ιωάννας των Σφαγείων» την ώρα που πεθαίνει: «Σιγουρέψου σαν φεύγεις απ’ τον κόσμο. Όχι απλά πως ήσουνα καλός. Μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό». Η επαναστατική του σκέψη, τέλος, ολοκληρώνεται με το αίτημα το οποίο διατύπωσε τη χρονιά που πέθανε στη ΛΔ της Γερμανίας το 1956, για το «σοσιαλιστικό και ρεαλιστικό τρόπο γραψίματος», που «με πολύπλευρους τρόπους μπορεί να τελειοποιηθεί ποιητικά….ιδιαίτερα μέσα από την μελέτη της υλιστικής διαλεκτικής και τη της σοφίας του λαού».

Συγχρόνως ο Μπρεχτ από το Λένιν, τον οποίο απάγγελε με ενθουσιασμό, όπως κάποιοι εστέτ απαγγέλουν Βιργίλιο, έμαθε πως ούτε τα ρεφορμιστικά «γιατροσόφια» για τη σωτηρία του καπιταλισμού, ούτε οι αριστερίστικες ουτοπίες μπορούν να βοηθήσουν την εργατική τάξη να βελτιώσει την κατάστασή της, πολύ δε περισσότερο να νικήσει, καταλήγει η Νάντια Βαλαβάνη.

Σήμερα, ενώ έχει περάσει μισός και πλέον αιώνας από τον θάνατο του συγγραφέα, το περίφημο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, το «Νέο Θέατρο» που ίδρυσε ο Μπρεχτ στον τομέα του Ανατολικού Βερολίνου συνεχίζει να ανεβάζει τα έργα του.

Στις 22 Ιουλίου του 2009 το Βερολίνο, άλλοτε κέντρο του παγκόσμιου ιδεολογικού διχασμού, όχι μόνο μας φιλοξενεί αλλά ικανοποιεί μια ξεχωριστή μας επιθυμία: Να συναντήσουμε τον Μπρεχτ στην «ανάσα των ζωντανών ανθρώπων». Φτάσαμε λοιπόν στο σταθμό της οδού Φρήντριχ, περάσαμε επί τόπου τον ποταμό Σπρέε και δίπλα του ακριβώς, στο «Φράγμα των Ναυπηγών», αντικρύσαμε το θέατρο που Μπρεχτ. Επιτέλους! Θεατές της τελευταίας παράστασης της σεζόν, στη μικρή σκηνή του θεάτρου στο ενοποιημένο πλέον Βερολίνο, του έργου «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Δίπλα, στην κεντρική σκηνή που ολοκλήρωνε και αυτή το ίδιο βράδυ τις παραστάσεις της με το έργο «Η Όπερα της πεντάρας», η αναζήτηση εισιτηρίου έγινε επί ματαίω. Αναγκαστικά λοιπόν θα μείνουμε με την ανάμνηση της παράστασης του έργου αυτού στο θέατρο «Αθήναιον» σε διδασκαλία Ζυλ Ντασσέν το χειμώνα του 1993 στην Αθήνα.

Αλήθεια, αυτό το έργο που ζει πέρα από την εποχή του, πόσες επίκαιρες μνήμες δεν ανασύρει; Όμως είναι εύκολο σήμερα, που η νίκη της αντεπανάστασης στο διεθνές προσκήνιο γυρίζει το ρολόι της ιστορίας πίσω και οξύνεται ο ήχος από το νανούρισμα του ατομικισμού, να φανερώνει κάποιος κυρίως μέσα από αγώνες- όπως αρμόζει- ότι: όσο το αστικό σύστημα γίνεται πιο κυρίαρχο και ισχυρό, τόσο όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικές αξίες και δικαιώματα θα διώκονται και θα εμπορευματοποιούνται; Ασφαλώς όχι.

Όσοι, λοιπόν, δεν καταδέχονται να παραμένουν απλά στα δικαστήρια των αποτελεσμάτων και των απλών διαπιστώσεων, επιμένουν να αναδεικνύουν τις πραγματικές αιτίες που δημιουργούν τα προβλήματα κάθε εποχής. Γνωρίζουν καλά ότι η ιστορία και η εξέλιξή της είναι η ίδια η ιστορία της πάλης των τάξεων: των δουλοκτητών με τους δούλους, των φεουδαρχών με τους δουλοπάροικους, των καπιταλιστών με την εργατική τάξη. Η ιστορική αυτή γνώση τους οδηγεί στο να εγκαταλείπουν τις αμήχανες σιωπές και τις συνεχείς αλληγορίες, να κατακτούν τη συλλογικότητα και να αγωνίζονται «οργανωμένα» αποτελώντας έτσι το πλέον πρωτοπόρο κομμάτι της εργατικής τάξης. Μιας εργατικής τάξης, «περιούσιας», η οποία, αφού απελευθερωθεί η ίδια, θα κτίσει την νέα εαρινή αταξική κοινωνία επιλύοντας, ως οφείλει, μια ιστορική εκκρεμότητα που άφησαν όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις, μηδέ εξαιρουμένης της μεγάλης Αστικής Γαλλικής Επανάστασης, εκκρεμότητα που αφορά στην κατάργηση των τάξεων και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Για όλους εμάς που συμμεριζόμαστε τα παραπάνω, το να μην είμαστε απόντες αλλά να συμμετέχουμε σε αυτή την «οργανωμένη μάχιμη πρωτοπορία» δεκαετίες ολόκληρες, μιλάει στην καρδιά μας, είναι ένα ‘‘χαλάλι για τη ζωή’’, είναι το φως από τις «φρυκτωρίες» του μέλλοντος και αξίζει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο!

Μιλάει και ο ίδιος ο Μπρεχτ, που συντρόφευε τους αγώνες μας, με ένα ποίημά του για τους «απόντες», σε άλλες βέβαια περιστάσεις. Εκεί αναδεικνύει τη «φρίκη», όπως χαρακτηριστικά λέει, ενός ποιητή, όταν αυτός αντιλαμβάνεται πως οι Ναζί από λάθος δεν έκαψαν στην ομαδική πυρά και τα δικά του βιβλία.

«Κάψτε με!» φώναζε με φρίκη «κάψτε με!
Την αλήθεια δεν έλεγα πάντα με τα βιβλία μου;
Και τώρα μου φέρεστε σαν να ̉̉μουν ψεύτης.
Σας διατάζω: Κάψτε με!»

Σήμερα, η ύπαρξη μιας τόσο αναγκαίας αριστοκρατικής χρονικής απόστασης από τα γεγονότα, μας επιτρέπει, αποφεύγοντας μυθοποιήσεις, ηχηρές αγιογραφίες και μανιέρες, να κάνουμε και εμείς μια, πρωτόλεια έστω, τοποθέτηση σε ερωτήματα που θέτουν αστοί κριτικοί για το πολιτικοκοινωνικό περιεχόμενο των έργων του Μπρεχτ. Αρκεί, λένε, το «δυνατό» χαρτί στα έργα του να είναι η κοινωνική κριτική στο κατεστημένο και στην μπουρζουαζία; Σε πόσα έργα του οι θετικοί ήρωες του προλεταριάτου, το οποίο οικοδομεί τη νέα πλέον κοινωνία, είναι και οι κορυφαίοι ήρωες;

Αναμφίβολα ο Μπρεχτ που στοίχειωσε το παγκόσμιο θέατρο, και όπως λέγεται, καθόρισε την ιστορία του, είναι ο σφαιρικός άνθρωπος αυτού του ασυνήθιστου θεάτρου που ο ίδιος δημιούργησε, είναι ο μεγάλος θεωρητικός ο οποίος το ζει όχι μόνο σαν συγγραφέας αλλά και σαν σκηνοθέτης, πολλές φορές σαν σκηνογράφος ακόμη, σαν μουσικός και ηθοποιός μαζί. Επίσης, είναι επηρεασμένος από πολλές πηγές, χώρες, εποχές. Δεν έφερε μόνο στον 20ο αιώνα το ρίγος των σαιξπηρικών έργων με το στρατευμένο επικό του θέατρο, αλλά μελέτησε την αρχαία τραγωδία και επηρεάστηκε από την comedia del arte.

Η πρώτη έξοδός του Μπρεχτ στην τέχνη γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την εποχή που κυριαρχεί ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, υψηλή αστική τέχνη η οποία προσφέρει αληθινές συγκινήσεις και εισάγει πολλά νέα στοιχεία και στη θεατρική τέχνη (κινηματογραφικό δόσιμο του έργου, πλαστική χρησιμοποίηση του φωτισμού, άπλωμα της σκηνής μέχρι την πλατεία, σύντομες και πολυάριθμες σκηνές, τελικά έναν καινούργιο λόγο). Φυσικά ο καλλιτέχνης πήρε τα θετικά στοιχεία, αλλά αρνήθηκε τη μετέπειτα πορεία του εξπρεσιονισμού προς την κενότητα, την υστερία, τον απομονωτισμό και την ουτοπία. Συγχρόνως, αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι τρία πρόσωπα επέδρασαν κυρίαρχα στην σκέψη του Μπρεχτ: Ο Σεργκέι Τετριακόφ, βασικός συνεργάτης του Αϊνζεστάιν στο θέατρο, καθηγητής της Ρωσικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Ο Καρλ Ρος, ο οποίος δίδασκε Φιλοσοφία στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή (MASCH). Στη σχολή αυτή που διευθυνόταν από το ΚΚΓ και ήταν ανοικτή για όλους του εργάτες που συναντούσαν εκεί την προοδευτική πρωτοπορία φοίτησε και δίδαξε γύρω στα 1930 και ο ίδιος ο Μπρεχτ. Η Μάργκαρετ Στέφιν, νεαρή εργάτρια και ηθοποιός, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «μικρή δασκάλα μου από την εργατική τάξη» και που τον έφερε σε επαφή με την κουλτούρα της γερμανικής εργατικής τάξης.

Ο Μπρεχτ, λοιπόν, έμφορτος επηρεασμών έφθασε στον μαρξισμό μέσα από τους δρόμους ενός διανοούμενου. Δημιούργησε στο θεατρικό του χώρο μια ιδανική κομμουνιστική πολιτεία, μια κολεκτίβα η οποία λειτούργησε στα πλαίσια μιας κοινωνικής συνείδησης, ενός συλλογικού συναισθήματος. Συγχρόνως, ζει μέσα σε εκρηκτικές ιστορικές συνθήκες, βιώνει την άνοδο και την κυριαρχία του ναζισμού στη Γερμανία, και το κυριότερο, διαμορφώνεται ο ίδιος από ένα πρωτοφανές ιστορικό γεγονός: οι κομμουνιστές και κάθε λογής επαναστάτες, όπου γης, δεν φρόντισαν το μέλλον τους και συμμάχησαν με τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη και τις οργανώσεις τους για να νικηθεί ο ναζισμός – φασισμός, δηλαδή να νικηθεί μια ακραία εκδοχή του ίδιου του αστικού συστήματος. Ένα αστικό σύστημα, που φυσικά, όταν θεράπεψε τα καρκινώματά του, κυνήγησε μετά τον πόλεμο, όπως ήταν φυσικό, ανηλεώς κάθε επαναστατική και προοδευτική ιδέα και δράση, εγκαθιδρύοντας και βοηθώντας συγχρόνως πλείστα όσα φασιστικά καθεστώτα ανά τον κόσμο. Παρόλο που σε αυτές τις συνθήκες είναι φυσιολογικό ο Μπρεχτ να θεωρεί ότι ο θεμέλιος λίθος για την αλλαγή του κόσμου ήταν η αμφισβήτηση του κατεστημένου και η αντίσταση κατά του ναζισμού, και αυτό να αναδεικνύει με συνέπεια στα έργα του, ο αγώνας κατά του φασισμού έπρεπε φυσικά να συνδέεται (σε κάθε στιγμή του) με την επαναστατική ανατροπή του αστικού συστήματος, που γεννά το φασισμό, όπως και σήμερα βέβαια που γεννά την τεράστια οικονομική κρίση που εξαθλιώνει τα λαϊκά στρώματα.

Ο Μπρεχτ πιστεύει ότι ο θεατής της τραγωδίας, σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, « …δι' ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», παρασύρεται από την αληθοφάνεια αυτών που συμβαίνουν στη σκηνή με αποτέλεσμα να ταυτίζεται με τους ήρωες, πράγμα που τον κάνει να τους συμπονά για την τραγική τους μοίρα. Αρνείται αυτήν την ταύτιση και θέλει το θεατή να τοποθετείται απέναντι στους ήρωες κριτικά. Αυτό πιστεύει ότι μπορεί να επιτευχθεί με την τεχνική της «αποστασιοποίησης», που έχει στόχο ο θεατής να συνειδητοποιεί πως αυτό που βλέπει στην σκηνή είναι ένα «ψεύτικο» θέαμα και όχι η ίδια η πραγματικότητα. Και ο Λένιν άλλωστε έγραφε ότι η τέχνη δεν έχει την αξίωση ν’ αναγνωριστούν τα έργα της σαν πραγματικότητα. Έχει ακόμη γραφεί ότι ο συγγραφέας δεν θέλει, για παράδειγμα, ο θεατής να συμπονά τη μάνα Κουράγιο που χάνει διαδοχικά τα παιδιά της στον πόλεμο, αλλά να την κρίνει σαν παράδειγμα αλλοτριωμένης συνείδησης, που δεν καταλαβαίνει ότι με το να ακολουθεί με την καντίνα της τα στρατεύματα και να πουλάει τρόφιμα στους στρατιώτες δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ενισχύει τον πόλεμο που της σκοτώνει τα παιδιά της. Για αυτό το λόγο επινόησε ιδιαίτερες τεχνικές παιξίματος και σκηνοθεσίας. Ένα ακραίο παράδειγμα τεχνικής της αποστασιοποίησης είναι αυτό που έκανε ένας μπρεχτικός σκηνοθέτης, να τοποθετήσει πάνω στη σκηνή τη γεννήτρια που τροφοδοτούσε με ρεύμα το θέατρο. Συγχρόνως ο Μπρεχτ απαιτεί και από τον ηθοποιό αυτό που ζητούσε παλαιότερα ο σοβιετικός θεωρητικός του θεάτρου Μέγιερχολντ, δηλαδή να μη βυθίζεται ο ηθοποιός συναισθηματικά στο ρόλο του, αλλά να είναι κύριος του εαυτού του, να παρακολουθεί και να αναλύει ψυχρά τα αισθήματά του, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθεί το παίξιμό του μέσα στον καθρέφτη.

Οι παραπάνω θεωρήσεις θα μπορούσαν να βρουν το αντίκρισμά τους ως απάντηση των ερωτημάτων που προαναφέραμε, στο βαθμό βέβαια που τα ερωτήματα αυτά ισχύουν. Το πόσο μπορεί να ισχύουν μας το φανερώνει και το εξής γεγονός: Την περίοδο 2008-2009 το ΚΘΒΕ ανεβάζει στη Μονή Λαζαριστών το έργο “Κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο”, που είναι ένα παραμύθι από την Ανατολή, το οποίο ο Μπρεχτ το μεταφέρει σε μια άλλη εποχή πολέμου, βίας και αμοραλισμού. Ο σκηνοθέτης της παράστασης Σωτήρης Χατζάκης, ερωτώμενος αν κράτησε την πολιτική διάσταση του έργου απάντησε χωρίς δισταγμό «Ασφαλώς. Έκανα όμως μια τολμηρή κίνηση, έκοψα τον πρόλογο, όπου θετικοί κομμουνιστές μιλούν για τα κολχόζ και τη γη. Αυτό, γιατί αφενός ήθελα το έργο να ξεκινά κατευθείαν με το παραμύθι, αφετέρου γιατί μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν μπορώ να δεχθώ την εικόνα ενός αποκλειστικά θετικού κομμουνιστή. Η έννοια του αμιγούς με τρομάζει!» Ασφαλώς και εμάς οι σύγχρονες αυτές αντιδραστικές τοποθετήσεις μας «τρομάζουν» και τα δικά μας σχόλια περιττεύουν.

Γνωρίζουμε καλά ότι από την εποχή του Μαρξ-Ενγκελς, που ξετυλίχτηκε η συνένωση της επαναστατικής θεωρίας με τον ταξικό αγώνα, απασχολεί την ιστορία η σχέση ενός κομμουνιστικού κόμματος με την επιστημονική - ερευνητική – καλλιτεχνική δημιουργία και αντίστροφα. Και επειδή πορευόμαστε μέσα από τις πληγές μας, ακόμη περισσότερο πρέπει να μας απασχολεί η σχέση που οφείλει να έχει ο διανοούμενος με την σύγκρουση και τη ρήξη με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.

Εμείς λοιπόν που αγαπάμε τον Μπρεχτ για ό,τι υπήρξε, για την αληθινή ζωή και τη συγκίνηση που γενναιόδωρα μας χάρισε, αξίζει να τελειώσουμε αυτές τις απλές και γεμάτες δάνεια προσεγγίσεις, με τα δικά του λόγια:

«… ο στρατός ξεκινά, Άννα μη κλαις
θα γυρίσω ξανά, θα ακολουθώ άλλες σημαίες ….»

Στο «Μικρό όργανο για το θέατρο» επίσης αναφέρει:

Το θέατρο, όπως το βλέπαμε ως τώρα, δείχνει την κοινωνία που παρουσιάζεται στην σκηνή σαν κάτι το οποίο είναι αδύνατο να επηρεαστεί από την κοινωνία που υπάρχει στην αίθουσα. Ο Οιδίποδας τιμωρείται, γιατί παρέβη τις αρχές που διείπαν την κοινωνία του καιρού του. Επιφορτίζονται γι’ αυτό οι θεοί που ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Οι «μεγάλοι μοναχικοί» του Σαίξπηρ, που κουβαλάνε μέσα τους τα αστέρια της μοίρας τους, αρχίζουν αναπότρεπτα μάταιες και τρελές πορείες προς το θάνατο. Ετοιμάζουν με τα ίδια τους τα χέρια το χαμό τους κι’ η καταστροφή τους ξεφεύγει από την κριτική… Πάντα ανθρωποθυσίες! Πάντα βάρβαρες απολαύσεις! Ξέρουμε, όμως πως οι βάρβαροι έχουνε τη δική τους τέχνη. Καιρός να φτιάξουμε και εμείς την δική μας!

Ζάκυνθος, Ιούνιος 2010

Το πρώτο σένιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πέμπτη, εννιά του Δεκέμβρη σήμερα, επέτειος της Αγίας Άννας, της μητέρας της Παναγίας, με τις πολλές ονομαστικές γιορτές, τις καθαρά γένους θηλυκού, μια και δεν έχει τ’ όνομα αρσενική εκδοχή - διαφορετικά θα πηγαινοερχόμαστε «από τον Άννα στον Καϊάφα» - και την ανάμνηση ενός τραγουδιού για τις φερώνυμες «του χιονιά», το οποίο, για να σας εξομολογηθώ την αμαρτία μου, ποτέ δεν μου άρεσε, μια, και πάντα αιρετικός, το εύρισκα γλυκανάλατο. Λένε μάλιστα πως σήμερα είναι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, εσφαλμένα, βέβαια, μια και αυτό συνέβαινε με το παλιό ημερολόγιο μόνο, τότε που η Αμώμητος Σύλληψη, όπως σωστά λέγεται από τους καθολικούς η γιορτή, συνέπιπτε, δεκατρείς μέρες αργότερα, με το χειμερινό ηλιοστάσιο και τότε πραγματικά το σκότος κυριαρχούσε, έστω και για λίγο, επειδή με την είδηση της επερχόμενης μεγάλης γέννας, εκείνης του εγγονού, αυτό «αξαίνει».

Μα η σημερινή μέρα για μάς τους Ζακυνθινούς, εκτός από την παραπάνω μεγάλη γιορτή, έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το δειλινό της γίνεται το «πρώτο σένιο του Αγίου μας», ένα αγαπημένο σε πολλούς αντέτι, το οποίο σε πείσμα των καιρών και σε αντίσταση κατά της καθημερινά θεριεύουσας, επίφοβης ισοπέδωσης, εξακολουθεί να έχει οπαδούς, οι οποίοι το τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια, το συνεχίζουν, το διατηρούν και το σέβονται.

Την ώρα που πέφτει ο ήλιος, λοιπόν, από το ηλεκτροφωτισμένο πανηγυρικά καμπαναρίο του Αγίου μας ακούγονται εορταστικά και χαρμόσυνα οι γλυκόλαλες καμπάνες, οι οποίες ευτυχώς δεν είναι μηχανοκίνητες, όπως αλλού αξιοθρήνητα συμβαίνει, ενώ την ίδια στιγμή, την ησυχία του χειμωνιάτικου τοπίου του Τζάντε διακόπτουν δώδεκα κανονιές. Είναι το πρώτο σένιο, η προαγγελία της μεγάλης γιορτής του Πολιούχου μας, η οποία γιορτάζεται μετά από ακριβώς μια βδομάδα και η προειδοποίηση για την μεγαλύτερη για μάς τους Ζακυνθινούς χρονιάρα ημέρα, που στην ουσία είναι και η πρώτη ενός μεγάλου εορταστικού κύκλου, ο οποίος λήγει με τον αγιασμό των υδάτων της γιορτής των Φώτων και την αφιερωμένη στους πολυπληθείς Γιάννηδες επόμενη ημέρα.

Ο αριθμός των πανηγυρικών κρότων είναι ισάριθμος με τους μήνες του χρόνου, αλλά και με τις δώδεκα μέρες που το λείψανο του Αγίου μας μένει στην «Θύρα» του, όπως πολύ ποιητικά και χαρακτηριστικά λέμε. Οι μέρες αυτές είναι τρεις στην επέτειο της μνήμης του, στις 17 Δεκεμβρίου, από την παραμονή έως και τα «Μπασίματα», τρεις ανάλογες στην θύμηση της ανακομιδής του σκηνώματός του, από τα νησιά Στροφάδια, στην γενέτειρά του Ζάκυνθο, στις 24 Αυγούστου, μία τα Χριστούγεννα, μία τα Φώτα και τέσσερις το Πάσχα, από την Μεγάλη Παρασκευή, έως το βράδυ της Νιας Δευτέρας.

Η καθαρά εκκλησιαστική αυτή προειδοποίηση έχει πάρει την μορφή αντετιού και πολλοί εναπομείναντες και επιμένοντες ζακυνθινά συνηθίζουν να συγκεντρώνονται αυτήν την ώρα στην πλατεία της εκκλησίας και μπρος από το πυργόμορφο κωδωνοστάσιο, για να παρακολουθήσουν τα τεκταινόμενα και να ευχηθούν ο ένας στον άλλον «χρόνια πολλά και του χρόνου». Είναι μια υπόθεση σχεδόν προσωπική και αυτό είναι που χαρακτηρίζει το ντόπιο αντέτι, που μόνο στο νησί μας υπάρχει σαν γεγονός και σαν έκφραση και το κάνει να ξεχωρίζει ουσιαστικά από το έθιμο.

Κάτι ανάλογο γίνεται και με την καλοκαιριάτικη επέτειο του Αγίου μας, το εσπέρας της 16ης Αυγούστου, μόνο που τότε δεν υπάρχει η τωρινή θαλπωρή, όπως συμβαίνει, εξάλλου, γενικότερα και με την τουριστική και πολύκοσμη, πια, αυτή μας γιορτή της λήξης του Θέρους.

Αν κάποιος, λοιπόν, περάσει αυτήν την ώρα από την παραλιακή λεωφόρο της πόλης μας και συγκεκριμένα από την γειτονιά του αρσενικού Άμμου, θα δει κάμποσους αντεταδόρους μαζεμένους, οι οποίο την στιγμή του πρώτου καμπανίσματος και στο άκουσμα της πρώτης κανονιάς θα κάνουν τον σταυρό τους και θα αλληλοευχηθούν με βλέμμα χαρούμενο και ελπιδοφόρο.

Μιαν ακριβώς βδομάδα αργότερα θα ξανασμίξουν και πάλι, σχεδόν στην ίδια θέση, για να δουν την επίσημη κάθοδο του ντόπιου επισκόπου από το μοναστήρι και την εν πομπή μεταφορά του στον εορτάζοντα ναό, για να γίνουν οι «γύροι» και να τελεσθεί ο εσπερινός της μεγάλης γιορτής, ενώ πάλι κανονιές και καμπανίσματα θα αναγγέλλουν σ’ όλο το νησί το χαρμόσυνο γεγονός.

Η συνήθεια αυτή, το αντέτι του σένιου του Αγίου μας, είναι μια καθαρά δική μας εκδήλωση, που πουθενά αλλού δεν απαντιέται και χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία μας, τονίζοντας τον εύθυμο χαρακτήρα μας και υπογραμμίζοντας την προσήλωση μας στις ξεχωριστές μας παραδόσεις.

Μπορεί να μην έχει ταίρι ούτε και στ’ άλλα συγγενικά Επτάνησα, τα οποία κάποιο ανεγκέφαλοι θέλουν να τα αποκόψουν, ενώνοντάς τα με τις άσχετες απέναντι στεριές, αλλά δεν θα μπορούσε να μην έχει μια κοντινή και ζεστή συγγένισσα. Αυτήν θα την συναντήσουμε στην όμαιμη και αυτάδελφη Κέρκυρα, στην οποία την παραμονή της γιορτής του Πρωτοκύριακου, της πρώτης Κυριακής, δηλαδή, του Νοέμβρη κάθε χρόνου, οπότε πανηγυρικά λιτανεύεται το λείψανο του πολιούχου της Αγίου Σπυρίδωνα, σε ανάμνηση του θαύματος της σωτηρίας του νησιού από την πανούκλα το 1673, γίνεται κάτι ανάλογο. Το απόγευμα, δηλαδή, του Σαββάτου, εκεί κατά τις τέσσερις, αν δεν κάνω λάθος, χτυπούν οι καμπάνες το «αλλάρμα», για να θυμίσουν την επέτειο στους Κορφιάτες, οι οποίοι περιμένουν το χαρμόσυνο αυτό προανάκρουσμα ανυπόμονα, ευχόμενοι στο άκουσμά του και αυτοί «χρόνια πολλά και του χρόνου».

Ανάλογα αντέτια, που και αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν και να έχουν τους πιστούς τους, έστω και αν αυτοί χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν, είναι το κρέμασμα του βαγιού, το Σαββάτο του Λαζάρου το μεσημέρι, ακριβώς στις δώδεκα, όταν χτυπά το «γιόμα» και το κρέμασμα του μαρουλοκρέμμυδου, σαν ειδοποίηση της αρχής της Μεγάλης Σαρακοστής, το δειλινό της Κυριακής της Τυρινής.

Τα δύο αυτά αντέτια, πριν τον ισοπεδωτικό σεισμό του Αυγούστου του 1953, γίνονταν από το καμπαναριό της ιστορικής εκκλησίας των Αγίων Πάντων, που το «καμπαναρίο» τους, κατά τον ποιητή, έκανε «για χίλιες μπάντες». Μετασεισμικά, οπότε ο αναδασμός εξαφάνισε ανερυθρίαστα και αυτήν ακόμα την χορεία όλων των Αγίων και ανατίναξε την προστασία τους, η συνήθεια συνεχίστηκε από τον μητροπολιτικό ναό της πόλης μας αυτήν τη φορά, ο οποίος είναι και ο πιο κοντινός και ο πλέον επίσημος. Πρωταγωνιστής και στα δύο ο νότσολος των εκκλησιών, ο οποίος με την εντολή του εφημέριου και των γαστάλδων (επιτρόπων) είχε την επιπλέον φροντίδα της προμήθειας του απαραίτητου υλικού.

Η ανάμνηση κάποιων τέτοιων στιγμών έκανε τον ποιητή Γιάννη Τσακασιάνο, τον αθεράπευτο αυτό «Σπουργίτη» και υμνητή της ζακυνθινής ιδιαιτερότητας και ιδιοσυγκρασίας, να εμπνευστεί και να γράψει περιεκτικά:

«Πού αντέτια; Πού Βλαχέραινα σε ξένες πολιτείες;
Πού αλιάδες, σκορδοστούμπια μου κ’ Αϊ - Λάζαρου φωτίες;»

Για να καταλήξει στο ίδιο ποίημά του στην απόλυτα τζαντιώτικη διαπίστωση:

«Όλα σας μυριονόστιμα! Αχ πώς να σάς αφήσω;
Όχι με σάς που βρέθηκα Σπουργίτης θα ψοφήσω!».

Σήμερα πολλά έχουν αλλάξει και αρκετά έχουν χαθεί. Η τηλεόραση απειλεί με ισοπέδωση και οι καιροί μας αλόγιστα ξεχνούν και σβήνουν. Απόψε, όμως, είμαι σίγουρος πως οι λίγοι αντιστεκόμενοι, σαν την «μικρά ζύμη» του Αποστόλου, θα μαζευτούν και πάλι μπρος από την εκκλησία του Αγίου μας, θα ξαναζήσουν το αντέτι τους και θα μας κάνουν να ελπίζουμε πως εμείς θα κουμαντάρουμε την ζωή μας και δεν θα καταντήσουμε κακέκτυπη προέκταση πρόχειρου και κακοστημένου σήριαλ.

Σε όλους αυτούς και σε όσους ακόμα επιμένουν και συνεχίζουν να νοιώθουν Ζακυνθινοί και Επτανήσιοι ας ευχηθούμε από την ψυχή μας το κλασσικό «χρόνια πολλά» και «να είναι καλά και του χρόνου».

Ας είναι πολλές φορές και πάλι στη θέση τους για να βιώσουν το αντέτι τους. Ο Άγιος ας τους έχει πάντα καλά και ας τους συντηρεί. Το πληγωμένο νησί μας τους έχει ανάγκη. Ίσως και αυτοί βοηθήσουν στο να ξαναγεμίσει άνθη το «χάσμα του σεισμού». Για να χαρεί η ψυχή του Ποιητή και η δική μας. Για να ξαναδακρύσει από χαρά ο Άγιος.
Related Posts with Thumbnails