© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Mαρίας Λιτσαρδάκη: ΨΕΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΤΩΝ ΣΙΩΠΩΝ

[Διάλεξη της Μαρίας Λιτσαρδάκη, Επίκουρης Καθηγήτριας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά την απονομή στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια του Αριστείου Ποίησης Κούρος Ευρωπού 2009 (Κιλκίς, 27 Ιουνίου 2009)]


«Όπως ακριβώς, όσο έχω συναίσθηση του πραγματικού (όχι του συμβατικού-βιολογικού) εαυτού μου τον γνωρίζω ιερέα, το ίδιο τον αναθυμούμαι ασχολούμενο με το κρυφό μαράζι του λαξέματος των λέξεων, προσδοκώντας να παραχθούν σιγά-σιγά σε μορφές εύφωνες και κυριαρχικές τα μέσα μου απροσδιόριστα (και πάντως εξ ουρανού δωρημένα) ενεργήματα. Ανέκαθεν πάσχιζα στην ανάβαση της νοητής κλίμακας της Τέχνης προς το τελεσφόρο Ποίημα» [1].

Αυτή την προσωπική ομολογία του τιμωμένου επέλεξα για να ξεκινήσω τη σημερινή παρουσίαση του έργου του, πιστεύοντας ότι μας εισάγει στον κόσμο τόσο του ανθρώπου όσο και του δημιουργού. Και τούτο γιατί αφενός μαρτυρεί τη διττή πνευματικότητά του, ως άνθρωπος πνευματικός με την θρησκευτική έννοια αλλά και του πνεύματος, με την έννοια της ενασχόλησης με την τέχνη του λόγου και της ποίησης. Αφετέρου δε, αλλά κυρίως, διότι μας εισάγει, αβίαστα, απλά όμως ολοκληρωτικά, στο νόημα της προσωπικής του θεώρησης για την ποίηση, που αποτελεί την πεμπτουσία του έργου του και τελικά την αναγνωριζόμενη σήμερα εδώ όχι φαινομενική αξία, αλλά βαθύτερη ουσία. Είναι αυτό το κρυφό μαράζι του λαξέματος των λέξεων, οι μορφές οι εύφωνες οι εσώτερες και η έφιδρη προσπάθεια στη νοητή κλίμακα της Τέχνης προς το τελεσφόρο Ποίημα με Π κεφαλαίο. Φωτοστάτες στην άνοδό του τέσσερις ποιητικές μορφές: οι δυο ομόρριζοί του Σολωμός και Κάλβος και οι Ρίτσος και Ελύτης. Τα σχόλιά του πάνω στην ποιητική τους τέχνη και οι στοχασμοί που προκύπτουν από αυτά αποδεικνύουν την πνευματική αυτή σχέση και αναδεικνύουν συγχρόνως τον βαθύ του προβληματισμό, ενώ συγκεκριμένα με τον Ελύτη διατηρεί έναν μακρόχρονο και ιδιαίτερα γόνιμο διάλογο, που δημιουργεί μια ξεχωριστή συγγένεια. Ερείσματα ανάβασης στην κλίμακα της Τέχνης αποτελούν η γνώση και προπαντός η ανάγνωση, η βαθιά και σκεφτόμενη της ποίησης τόσο της ελληνικής όσο και της ευρωπαϊκής. Και όχι μόνο. Είναι και η άλλη η γνώση, εκείνη της θρησκείας και της φιλοσοφίας της, αλλά και της αρχαιοελληνικής γραμματείας που σμιλεύουν τη μορφή ενός βυζαντινού λόγιου ενταγμένου (ή αντιταγμένου;) στη σύγχρονη εποχή μας.

Αντιταγμένου και ανένταχτου όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο ίδιος, βρίσκοντας στην ποίηση όχι μέσο διαφυγής, αλλά δύναμη αντοχής και λυτρωτικής πορείας: «Η ποίηση αποτελεί για μένα μέθοδο αναπνοής σ’ ένα μάλιστα περιβάλλον καθημερινής ασφυξίας και αλλοτρίωσης. Μου είναι ρανίδα ελέους, παραχώρηση ουρανού και μυστική ανταύγεια στις ωχρές μας ημέρες, με τέτοια μάλιστα δυναμική, ώστε κάθε τόσο να μετακινείται αναστάσιμα (και άρα λυτρωτικά) ο μέσα μου λίθος – ογκόλιθος. Προσπάθεια και προσευχή μου είναι, η σταυροαναστάσιμη ετούτη εμπειρία να συναντήσει “ώτα ευήκοα”, καλοπροαίρετους συνοδίτες για το υπόλοιπο της πορείας» [2].

Η ποίηση του πατέρα Π. Καποδίστρια, βιωμένη ως μέθοδος αναπνοής και ως ρανίδα ελέους, αντανακλά και στον αναγνώστη της την ίδια αίσθηση, μέσα από χαρακτηριστικά ρυθμού, πυκνότητας και πληρότητας νοημάτων. Είναι οι βαθύτεροι στεναγμοί της ψυχής με τα ερωτηματικά τα αναπάντητα που έρχονται και επανέρχονται στην πένα, προσπαθώντας να βγάλουν το μυαλό από τη δίνη του ακατάληπτου και να ισορροπήσουν τα νοήματα που μισά και μισερά άγρυπνο σε κρατούν και σε τρομάζουν:

Τα πάντα όλα σπρώξε τα να γουρμάσουν
έως θανάτου

απ’ το μη ον στο παν
παθαίνεις
και μαθαίνεις
και τανάπαλιν.

Κραδαίνω φωτιές
όσο θ’ αντέχω
κι όταν
στ’ ανεμόβροχο
κι επαφίεμαι στα που φέρνει το ρέμα
όντα παφλάζοντα.

Τ’ ακατάληπτα πολίζουν το μυαλό μου
πορφυρότατα

αν και λιμνάζω
στους εγκαταβιούντες ψάξτε
και βρείτε με.
(Έσχατος φίλος, σ. 15)

Είναι οι διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιμέτωπης με τη ζωή και το θάνατο, εκείνης ακόμη που βιώνει τον έρωτα και την απόρριψη, αλλά και εκείνης που θρυμματίζεται μπροστά στην ισοπεδωτική αντίληψη των ανθρώπινων αξιών και στου πολέμου τη βία και τον παραλογισμό. Όλα αυτά τα αντί-, τα αντίθετα δηλαδή στη ζωή και στη δημιουργία, που ανεξήγητα καταλύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Και ίσως γι’ αυτό τα ποιήματα για τον πόλεμο του Ιράκ στη συλλογή Ο αρχαίος αγροφύλαξ τα αποκαλεί ο ποιητής μας αντι-ποίηση και με «SMS μη σταλμένο» ρωτά:

Τι 'ναι η πατρίδα σου;

Σαν τη δική μου κάπως:

Ρωγμές στον τοίχο του Όνειρου
αίματα βαφές μαλλιών
στάχτη στο μέτωπο άμμος.

Η μέρα έχει λόγο να μη φεύγει
φέτα φέτα η Σελήνη εφέτο στο πιάτο
του Αχόρταγου
κι ο Τίγρης πάντα Τίγρης.
(σ. 21)

Την ίδια αντι-ποίηση βρίσκουμε με τη μορφή της εκ-ποίησης, όταν οι συναισθηματικές αξίες των πραγμάτων εκπίπτουν:

Σούρουπο κυματιστό
μα σούρουπο
με κατάστικτη φοβίες φανέλα υπακοής
και φύτρα αυγής ως το μεδούλι
πένθος αγέρωχο
γλυκό
κι αγάπες ευερέθιστες.

Νυχτέρι στο φεγγίτη σου προβλέπω φίλε
νυστέρι βαθιά

στην παρένθεση εγκλεισμό
στην κατακόμβη

λυόμενους κάτι λυγμούς
σαν τρίστιχα παρηγοριάς
κι απαραμύθητους

ωστόσο να

Μάρτης απ’ το κιγκλίδωμα
σεμνός
κηρύσσει Απρίλη
κλείδωμα του κελιού σου
(από τα πού;)
διακωμωδείται

θεομόναχος θα μπεις
θα βγεις
τ’ Απέραντα θα τρέξεις.

Ωω, και για μένα τότε
λίγη μου βάστα ποίηση
μια και καλή
του Κήπου σου αντι-ποίηση
κι αν προτιμάς
της προσφυγιάς
της ερημιάς
του μέσα τάφου εκ-ποίηση.
(«Εκ-ποίηση», Έσχατος φίλος, σ. 53-54)

Είναι επίσης και οι τριγμοί του νου και τα αδιέξοδα, η ίδια η σιωπή και η αδυναμία της έκφρασης, όλες ετούτες οι επώδυνες καταστάσεις, που όμως τελικά γονιμοποιούν το πνεύμα και το κάνουν να καρποφορεί όπως «λουλουδίζουνε οι πέτρες» (Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 16) :

Η νύστα φέρνει αδίκημα
που δεν το περιμένεις
ψέματα ευγενικά
τριγμούς του νου
και πικραμούς
το βάσανο ξανά
του ζην
και του αποθνήσκειν

κουφόβραση γαρ.

Έτσι δροσίζεται η ψυχή:

Με στέρεο μπλάβο
και χρυσό

με αστραφτερά χαμόγελα
κάτι επιτήδειων γύφτων

πούλιες
από φυλλώματα αρχαίων πουλιών
τα πρώην ξεφτίδια.
(«Τριγμοί», Έσχατος φίλος, σ. 49)

Η ποίηση του πατέρα Π. Καποδίστρια γεννιέται παράλληλα με το βίωμα των μικρών και των μεγάλων στιγμών της καθημερινότητας του νησιού του ποιητή. Η Ζάκυνθος, με τις συνήθειές της και τις ιδιαιτερότητες της νησιωτικής της ζωής, με τους σεισμούς της ακόμη, τα σοβαρά και ασήμαντα γεγονότα του μικρόκοσμου αλλά και του μακρόκοσμου αγγίζουν ευαίσθητα την ψυχή, την πονούν συχνά ή την κάνουν να πάλλεται και να ζητά ερμηνείες ή ορμήνιες:

Στη Ζάκυνθό μας αυτή
δια γυμνού οφθαλμού ορατός
και θεόρατος
καίει ανώγια και κατώγια
ο Φρυκτωρός.

Στην πατρίδα μας αυτή
φωτοστέφανα χρυσού και φύλλα δόξης
σκότη περίφωτα
και σμάλτα υπεροχής
δε θ’ αποτρέψουν
ευτυχώς
τον οριστικό Σεισμό.

Στο δρόμο για το σπίτι
χάνεις το λογαριασμό
σού πέφτει χάμου το μυαλό
και το γυρεύεις στα χαλίκια.
(«Στο δρόμο για το σπίτι», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 44)

Στην ποιητική έκφρασή τους όλα αυτά μετουσιώνονται μέσα από σύμβολα, συχνά «χοϊκά», για να μεταχειριστώ έναν όρο προσφιλή στον ποιητή, που όμως παραπέμπει ακριβώς στη υλική και γήινη υπόσταση. Παράλληλα βρίσκουμε τα αέρινα σύμβολα που δίνουν την ανάσα της εξαΰλωσης, της ελευθερίας και της ανύψωσης, αλλά κυρίως συναντούμε συμπλέγματα εικόνων, όπου η όραση παίζει πρωτεύοντα ρόλο. «Θεωρία της εικόνας» τιτλοφορεί την πρώτη ενότητα της συλλογής Ο αρχαίος αγροφύλαξ, ενώ «Εικόνες μη διαθέσιμες» αποτελούν μιαν άλλη ενότητα στη συλλογή Της αγάπης μέγας χορηγός. Όμως ο ποιητής βλέπει παράλληλα με τα μάτια της ψυχής και προσπαθεί να αποδώσει τη στιγμή όπου η εντός όραση αιχμαλωτίζει την αίσθηση των πραγμάτων και μέσα από την ποίηση αγωνίζεται να αποδώσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «εσώτατες παλινδρομήσεις της ψυχής και φιλάνθρωπα σπαταλημένες δυνατότητες της φύσης μας» [3]. Γι’ αυτό και η Ποίηση είναι για τον ίδιο «προσωπική υπαρκτική μέθοδος» [4], δηλαδή, όπως διευκρινίζει, «τρόπος ζωής, μέθοδος ψυχικής αναπνοής κι εξωτερίκευσης μυστικών εσώτερων μιλημάτων» [5], αλλά συγχρόνως αποτελεί για όλους τους ανθρώπους – ή πρέπει κατά τον ίδιο να αποτελεί – «κρυφό μονοπάτι [...], και Πάσχα (πέρασμα, διάβαση δηλαδή) σωτηρίας, εκεί που όλα δείχνουν μηδενικά και τελειωμένα» [6].

Η ελληνική γλώσσα, μεστή και στιβαρή, μετέχει της ποιητικής δημιουργίας με το νοηματικό φορτίο των λέξεων από το πλούσιο λεξιλόγιο του εύρους τής διαχρονίας της, συνθέτοντας τον απλό καθημερινό λόγο και τα σύγχρονα και συχνά ξενόφερτα εκφωνήματα με την ευρωστία τύπων της αρχαίας δομής και σύνταξης και με τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και ύμνων. Γιατί για τον ποιητή οι λέξεις αποτελούν «ποιητικό μαζί και τελικό αίτιο της τελειότητας. Εργαλεία και απότοκα ταυτόχρονα μιας μη λογικής, αλλά και εξω-ηθικής συνεύρεσης Πνεύματος και Λόγου, που στοχεύει στην ανάταση, ανάσταση και θέωση του ανθρώπου, με δεδομένη πάντοτε την εν χρόνω Σάρκωση του Λόγου του Θεού. Η εξωπραγματική ή και καθαρά σουρρεαλιστική αυτή συνεύρεση εξορμάει από τη βιωμένη Σιωπή, για να αρθρωθεί ο Λόγος ο συμπαντικός». Πρόκειται για την προσωπική θεώρηση του ποιητικού «ήθους του λόγου» που μας αποκαλύπτει ο ποιητής στο κείμενό του «Η Αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)» [7]. Όπως και στα άλλα θεωρητικά του κείμενα και δοκίμια, βρίσκουμε εδώ τις σκέψεις του για την Τέχνη της ποίησης, εκφρασμένες με λόγο αυτούσια ποιητικό και βαθιά φιλοσοφικό. Οι σκέψεις αυτές περνάνε συχνά και στο ίδιο το ποιητικό του έργο, όπου ο δημιουργός μιλά για την ποίηση ή συνομιλεί μαζί της, δίνοντας μέσα από την τέχνη την ποιητική της τέχνης αυτής:

Όπου σε πετύχει
τα θέλει όλα
και τα παίρνει

σαν ευρωπαία ερωμανής
στο αίθριο κατάμονη
με το άπαν του αγάλματος

ή
σαν κρεβατοστρώματα
μόλις κεκοιμημένου
στην πυρά.
(«Η Ποίηση», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 108)

Στ’ ανώι του νου
στα φωτανάμματα
ψυχανεμίζομαι βροχές
κι άλλα προσόμοια
λόφους λοφία

κι αναδύεται
δωδεκάορτη
άγγελος με φύλο
η Ποίηση.

Αν τότε ακόμη το μπορείς
απ’ τα νερόμαλλά της
πιάσου κι ανέβα.
(«Ανώι β΄», στο ίδιο, σ. 18)

Στην επεξεργασία της συγκεκριμένης ποιητικής ανακαλύπτουμε προσπάθειες αποφυγής του συμβατικού λόγου και απόπειρες δομής και έκφρασης, όπου ρόλο και ειδικό βάρος έχουν ακόμη και τα γράμματα, τα σύμβολα, τα πνεύματα και τα φαινόμενα της γλώσσας, που αποκτούν κατ’ αυτόν τον τρόπο επικοινωνιακή συμπεριφορά, γίνονται σημαίνοντα με σημαινόμενο, στην προσπάθεια του ποιητή να καταγράψει το άρρητο, το υπερβατικό και να συνενώσει το μυστήριο με το συνειδητό του βιωματικού:

Μοιάζει φωνήεν τέλους
η άνοιξη που βουίζει στα δέντρα
ωμέγα τοσοδούλι
σαν την αλήθεια του ψέματος,
(Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 69)

Με τούτα και με τ’ άλλα
λησμονάς τα χρειώδη
μικρά μεγάλα
όλα σ’ ένα
ψίχουλα ψυχούλες
πρόσφορα συναισθήματα συνήθως εσφαγμένα

τη γενική διαιρετική του σώματος
πώς να την εμπεδώσεις...
(Στο ίδιο, σ. 106)

Η χυμώδης εφέτο ισημερία
σαν μακρό προ μακρού παροξύνεται
σαν εμπύρετη περισπάται κραυγή

/.../

Τόσο εφέτο χυμώδες γαλάζιο
σαν πρόθεση προστακτική αφοπλίζει με
σαν ακακία κακιωμένη από το φίδι
ανατριχιάζει
σαν Αγάπη περισπάται νυκτική
προς το Ανέφικτο.
(«Παροξυσμός», Έσχατος φίλος, σ. 58)

Πειραματιζόμενος με την εκφραστική δυνατότητα της γλώσσας και της σύνταξής της, με ανατροπές και παρεκτροπές και απρόσμενες συγκλίσεις και με νεολογισμούς και λογοπαίγνια που γεμίζουν με νοήματα τα κενά της – «σα να μιλώ γλώσσα νεκρή / θα σπαραχθώ απ’ τις γλώσσες του κόσμου / Εσπερίζω ξένος αναλφάβητος / στην αυλή του πρώτου σχολείου μου» θα πει σε ωδή στο Της αγάπης μέγας χορηγός (σ. 73) – επιχειρεί την προσέγγιση του άδηλου, το φωτισμό του σκοτεινού, το άχρονο ενός «Χρόνου μεταπράτη» (Της αγάπης μέγας χορηγός), με βοηθό την Ελπίδα που «κρυπτογραφεί αγάπες/ και μελωδίες» (Έσχατος φίλος, σ. 71):

Πολύ το λίγο
το σοφόν
το πίσω απ’ τα λεχθέντα

αρτύματα καλοκαιριού
προσχήματα σχημάτων
σε τόπο άτοπο λοιπόν
με τα νερά του μέσα νου
εκτάκτως ψυχωμένα
με φυλλωσιές πασίφιλες
και φίδια δοτικά
διαβάζοντας από κοινού
χειρόγραφα πολιορκημένα

ώσπου
η ανδρεία της ελιάς
του περναριού η θηλύτης
μας πήρε και μας σήκωσε
στο υπερώο των Λέξεων
εκεί
όπου ανέκαθεν μιλιέται η Ωραιότης
κι ο Χρόνος απειρίζεται
(«Αρτύματα καλοκαιριού», Της αγάπης μέγας χορηγός, σ. 48)

Έξω απ’ τον ύπνο
ριγμένα τα σύνορα.
Έλα να βγούμε.

Σφήκες ανάσες
στις φωλιές του προσώπου
οι Δαναΐδες.

Μικρή Μητέρα
ποιό πιθάρι γεμίζεις
με δάκρυ αφόριο;
(«Κυκλοδίωκτος ως ο Κάλβος», Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει, σ. 39)


Με τον άνθρωπο στο επίκεντρο της σκέψης και της έκφρασης, ως στόχο θέασης και θέωσης, έτσι όπως τον γνωρίζει μέσα από την ορθοδοξία και τις γραφές της, αλλά και έτσι όπως τον προσεγγίζει ο ίδιος ως στοχαστής της καθημερινότητας και της αιωνιότητας, ο πατήρ Π. Καποδίστριας εξυφαίνει την ποίηση και τη φιλοσοφία του με περιγράμματα ουμανιστικά, ως σύνθεση δηλαδή και ως σύγκλιση της θρησκείας και της τέχνης προς το σημείο εκείνο που και οι δύο οδηγούν τον άνθρωπο στην «υπέρβαση της φθοράς» και του ανοίγουν τη «θύρα προς την Ζωή και την Αιωνιότητα» [8]. Υπό αυτή την έννοια, ο ποιητής μας, ως «αλιεύς της Ελπίδας στο ανέλπιδο των ημερών μας» και ως «οδοιπόρος μιας ιδιαίτερα ακανθώδους πορείας προς την απρόσιτη (τελικά) πληρότητα της ανθρώπινης υπόστασης» [9], ανάγει την ποιητική έκφραση σε «κατακόμβη της Α-λήθειας, κιβωτό της μη-Λήθης» [10] και αποδίδει στην ποίηση ένα ρόλο κοινωνικό και πανανθρώπινο, οραματικό και συγχρόνως τραγικό, αφού διακατέχεται από την «αγωνία για το πότε και το πώς θα επιστρέψει ο Κόσμος στο αρχαίο του κάλλος και θα επιδοθεί επιτέλους η Αγάπη» [11]. Συνοψίζοντας λοιπόν, θα χαρακτήριζα ουσιαστικά το έργο του τιμωμένου συνδυαστική προσφορά αγιοσύνης και μνημοσύνης, την οποία, για να εκφράσω με μια λέξη, θα μεταχειριστώ έναν δικής μου εμπνεύσεως νεολογισμό και θα αποκαλέσω ποιημοσύνη.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι)», Τετράμηνα, τ. 62-64 (φθινόπωρο 2000), σ. 4738.
2. Στο ίδιο, σ. 4741.
3. «Η αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)», Τετράμηνα, τ. 48 (1992), σ. 3202.
4. «Συνομιλίες (για την Ποίηση και πάλι), όπ. π., σ. 4734.
5. Σχεδιάσματα εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη, Αθήνα, 1997, σ. 9.
6. «Η αναστήλωση...», όπ. π., σ. 3206.
7. σ. 3202.
8. Σχεδιάσματα εγκωμίων για τον Οδυσσέα Ελύτη, όπ. π., σσ. 28, 15.
9. «Ανά-γνωση λόγου ανθηρού (Μελέτη και απάνθισμα ιερατικής ποίησης)», Τετράμηνα, τ. 59-61 (Χειμώνας 97-98), σσ. 4406, 4408.
10. Στο ίδιο, σ. 4406.
11. Στο ίδιο, σ. 4407.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Ο μύθος μιας απομυθοποίησης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Χαρακτικό Ελένης Οικονομίδου
Όλοι μας αναφερόμαστε συχνά στην παλιά Ζάκυνθο, την προσεισμική, αλλά ελάχιστα, τουλάχιστον εμείς οι νεώτεροι, οι μετά το 1953 γεννημένοι, φαίνεται να γνωρίζουμε γι’ αυτήν. Βυθισμένη και αυτή σαν τα ερείπιά της σε πελάγη επιθυμίας και σκεπασμένη με τις στάχτες της, έχει περάσει περισσότερο στην σφαίρα του μύθου και της σε μορφή παραμυθιού φαντασίας και λιγότερο είναι κάτι απτό και υπαρκτό, με σάρκα και οστά, με τα καλά και τα κακά της στοιχεία. Είναι που μια γενιά, αυτή που πριν την θεομηνία ακούμπησε σ’ εκείνη την νεότητά της και πριν πολυκαταλάβει την παρουσία της βρέθηκε με δίχως κεραμίδι πάνω από το κεφάλι της και με το περιβάλλον που την γέννησε και σ’ αυτό σκηνοθέτησε το σενάριο της ζωής της οριστικά εξαφανισμένο. Γι’ αυτό την πέρασε στην σφαίρα της νοσταλγίας και την τοποθέτησε στην χώρα του άυλου. Είναι δηλαδή και αυτή κάτι σαν τον λεγόμενο παλιό, καλό ελληνικό κινηματογράφο. Βλέπεται με ευχάριστη νοσταλγία, αλλά μας αποκρύπτει την ουσιαστική πραγματικότητα.

Φως στην περίπτωση δεν μπορεί να ρίξει τόσο η έρευνα, η οποία πάντα κοιτά το παρελθόν με τα δικά της μάτια και με τις εμπειρίες της προσπαθεί να την ερμηνεύσει, αλλά η ουσιαστική κατάθεση όσων την έζησαν και την αγάπησαν, που γνωρίζοντας και την σημερινή, την μετασεισμική και τουριστική, είναι σε θέση να κάνουν συγκρίσεις και να μας οδηγήσουν στο να βγάλουμε όσο γίνεται πιο σωστά συμπεράσματα, όχι τόσο υποκειμενικά, αλλά αντικειμενικά. Γιατί άλλο η ερμηνεία του παρελθόντος με την δική μας σκέψη και άλλο η καταγραφή των γεγονότων με τις εμπειρίες αυτών που τα έζησαν. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να μιλήσουμε για επιστημονική προσέγγιση, ενώ στην δεύτερη για βιωμένη μαρτυρία. Η μεν εκφράζει περισσότερο την εποχή μας, η δε κατά το πλείστον την εποχή της.

Σ’ αυτά τα πλαίσια κινούμενο το βιβλίο του Νίκου Σ. Πομόνη «Η Ζάκυνθος της μνήμης, μια περιδιάβαση στον τόπο και τον κόσμο μιας “άλλης” Ζάκυνθος», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις πολύτιμες, τοπικές εκδόσεις «Τρίμορφο» του Άκη Λαδικού, αποτελεί μια ουσιαστική παρέμβαση και προσθέτει πολλά στην υπάρχουσα τοπική βιβλιογραφία. Δεν είναι η προσπάθεια για την γνωριμία μιας κοινωνίας και ενός τόπου, αλλά η κατάθεση της ψυχής της. Εδώ δεν σου μιλά για την ιστορία ο ειδήμων, αλλά το ίδιο το νησί και κυρίως η καρδιά της, η πόλη σου εξομολογούνται την καθημερινότητά τους. Έτσι από αυτό το λίγο και μικρό, μπορούμε να οδηγηθούμε στο πολύ και το μεγάλο και να γνωρίσουμε μια ιδιαιτερότητα, η οποία ήταν και λόγος ύπαρξης και μια διαφορετικότητα, που σήμερα μας αναγκάζει να στραφούμε σ’ αυτήν και να γνωρίσουμε, προβληματιζόμενοι, την ταυτότητά της.

Ο συγγραφέας με τον κινηματογραφικό φακό της μνήμης σαν κύριο εργαλείο του μας οδηγεί ανάγλυφα σε μια περιδιάβαση και περιήγηση στην παλιά πόλη του κάποτε ευωδιαστού «Φιόρου του Λεβάντε» και μας ξεναγεί απλόχερα, σαν γνήσιος οικοδεσπότης, με την αληθινή ευγένεια των Παλιών Ζακυνθινών, σ’ όλες τις γειτονιές της, από την πολύκροτη «Αγίαν Τριάδα», η οποία και στην ονομαστική πτώση της κρατά το ευφωνική της «ν», επιμένοντας στο «η Αγίαν Τριάδα», έως τα πολύβουα Ταμπάκικα, δίπλα στο Ποτάμι, όπου επιβιώνουν οι ταμπάκηδες και η Επισκοπιανή ισοφαρίζει και ισοζυγίζει στην άλλη άκρη της γέφυρας με τον Άγιο Χαραλάμπη, ο οποίος κατά την τοπική εναλλακτική παραφθαρμένη, αλλά ζωογόνα, εκφορά γίνεται «Χαλαράμπης» και επιμένει ανερμηνεύτως να διώχνει το κάθε «θανατικό» από το νησί και την πόλη, όπου καθημερινά και με αγάπη από την προνομιούχα θέση του αντικρίζει.

Οι «Μέσα» και η «Όξω Μερία», οι πολλές «Απάνου» και η μία «Κάτου», με τις εκκλησίες, τα αρχοντικά, τα σπίτια και τα σπιτόπουλά τους, περνούν από μπροστά μας, σαν διαβάζουμε τις σελίδες του βιβλίου, και παραδίδονται στην αιωνιότητα, διατηρημένες με την γραφή, μια και δεν τις σεβάστηκε η θεομηνία και η ανθρώπινη αδιαφορία και πλεονεξία αποτέλειωσε το κακό.

Ξεπεσμένοι ευγενείς σεργιανίζουν στις ρούγες της παλιάς πόλης και τις γραμμές των σελίδων του βιβλίου, δίχως να ξεχνούν την καταγωγή και την υπεροψία τους, ενώ μπορεί να τους βασανίζει η ανέχεια, αστοί ανερχόμενοι διεκδικούν τα πρωτεία τους, βασισμένοι σε σπουδές και επιχειρήσεις και όχι σε φθαρμένους και ξεθωριασμένους τίτλους, απλοί άνθρωποι του λαού, το «Basso popolo», τις καθημερινές ιδροκοπούν και αγωνίζονται με τα ρούχα της δουλειάς και τα σακιά στα γόνατα, για να φορέσουν την Κυριακή το γαμπριάτικο κουστούμι τους και να παρακολουθήσουν την αναστάσιμη λειτουργία το πρωί, αν δεν ψάλλουν οι ίδιοι και την όπερα το βράδυ, σε φτηνή θέση, αλλά σίγουρα σε μια γωνιά του παράδεισου.

Το βιβλίο αυτό μάς οδηγεί και στα Καμίνια, όχι τόσο για να δούμε το ψήσιμο του πηλού και την τέχνη του κεραμιδιού, όσο για να παραστούμε στην εξόδιο συναυλία ενός απλού ανθρώπου της γειτονιάς, που θέλησε να γίνει με μαντολίνα, με το ρέκβιεμ παιγμένο από τους μουσικόφιλους γιους του, για να φανεί ο χαμός του, παρηγοριά σ’ αυτούς που έμειναν, μια συνέχεια της χθεσινής βραδιάς στην γειτονική ταβέρνα και μια άλλη εκδοχή μιας καλλίφωνης καντάδας. Επίσης μας μπάζει στα φτωχικά σπίτια της γειτονιάς και μας ξεναγεί στα εκθέματα των γνήσια λαϊκών αυτών μουσείων, τονίζοντάς μας την καλλιτεχνία ενός κεντήματος, που έχει ιστορηθεί στην ξασπρισμένη σακούλα της για βοήθεια σταλμένης ζάχαρης, σε χρόνια δύσκολα, μα δημιουργικά.

Μα και ένα βράδυ Μεγάλης Τρίτης ο Νίκος Πομόνης με την γραφή του μας ανεβάζει στο γυναιτίκι του Αγίου Νικολάου των Ξένων, της Μητρόπολής μας, που καμιά σχέση δεν έχει με το σημερινό τερατούργημα, με τις άσχετες με την αισθητική μας τοιχογραφίες, που δίκαια εκδικείται ο χρόνος, όχι για ν’ ακούσουμε το περίφημο τροπάρι της Κασσιανής, το δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, από την χορωδία που είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο πολυτάλαντος Χρήστος Ρουσέας, αλλά για να γνωρίσουμε τους «Αβέρηδες του σιγόντου», όπως ονόμαζε τους καλλικέλαδους συναδέλφους του ο Νιόνιος ο Τέρτσας, ο οποίος το μεγαλύτερο κατασκεύασμα που είχε δει ήταν το θωρηκτό Αβέρωφ και μ’ αυτό μετρούσε τα μεγέθη, ακόμα και τα μουσικά.

Μια κοινωνία με ευρωπαϊκά κατάλοιπα κυριαρχεί στις σελίδες αυτής της έκδοσης και μας φανερώνει τα μυστικά της, πριν παραδοθεί και αυτή, θύμα μιας κρατικής κοντόφθαλμης πολιτικής και μιας αιμομιχτικής νεοελληνικής παιδείας, στην στερητική πραγματικότητα της απέναντι στεριάς.

Η «Πλατεία Ρούγα», η «Στράτα Μαρίνα», τα «Τσαρουχαρέικα», ο «Πλατύφορος», το «Καντούνι του Άι - Γιαννιού» υπάρχουν ακόμα ολοζώντανα στο χαρτί, με την παλιά σωστή τους ονομασία, πριν η ασχετοσύνη και η ανευθυνότητα παραλλάξουν τις πινακίδες με τις ονομασίες των οδών και πριν η ύβρις καρφωθεί στις γωνίες των δρόμων μας, τονίζοντας όχι μόνο την ασχετοσύνη μας, αλλά και την ιστορική μας άγνοια και την ελλιπή παιδεία μας. Γιατί πώς να πεις σ’ αυτούς που κολάτσιζαν στο μαγέρικο του Μιλιώρη, με πατσά ή σκέτη μακαρονάδα, πως ο δρόμος τους λέγεται σήμερα «Α. Ι. Λογοθετών» ή πως ο Δανιάς στην «Αγίαν Τριάδα» τους έχασε την υστεροφημία του λόγω Δανίας και ο Κοράης του περίφημου πίνακα της λιτανείας του Αγίου Χαραλάμπη έγινε Κοραής; Θα τους σταθεί η μπουκιά στο λαιμό και θα πνιγούνε. Γιατί το νησί τους θα τους είναι αγνώριστο.

Γι’ αυτήν την αυτογνωσία και μόνο το βιβλίο του Νίκου Πομόνη και πολύτιμο είναι και ουσιαστικό. Γιατί εκτός των άλλων δημιουργεί τον μύθο μιας απομυθοποίησης.

Μακάρι να αποκτήσουμε και άλλες παρόμοιες διηγήσεις. Ίσως έτσι ξαναβρούμε την ταυτότητά μας.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Παύλου Φουρνογεράκη: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ (ποίημα)


Ένας μικρός Θεός ο δάσκαλος
Δεκαεννέα λεπτά
Ανάμεσα στους τοίχους με το μαθητή
Μάγος στα άγουρα χρόνια

Απέξω η πόλη και τα σκυλιά
Αδέσποτα στη λέσχη των τιποτένιων
Ψέμα
Εγώ ελπίζω να τη βολέψω

Το κύμα κάτω από τον τροχό
Και το σχολείο
κατέβηκε σε απεργία
Στη χώρα του μεγάλου ποταμού

Να μαθαίνω γράμματα
Κάτω από τ΄ Αυγουστιάτικο φεγγάρι
Η καινούργια Δασκάλα, η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια
Η Δασκάλα που το κεφάλι της έγινε καζάνι

Παιδικά χρόνια. Εφηβικά χρόνια
Το μυστικό τετράδιο, ο Κύριός μου
Η Αργώ, ο Άκης και οι Άλλοι
Σποριάδες

Η Αλίκη στη χώρα των Κβάντων
Ιστορίες του πίνακα
Όλα σου τάμαθα μα ξέχασα μια λέξη
Καλημέρα

Ζάκυνθος 4-11-2010

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΛΟΓΩ ΛΟΓΟΥ (Μετάφραση στα γερμανικά: Θεόδωρος Βότσος)


λόγω λόγου


Δος μοι λόγον, Λόγε (1)
με τις θωπείες
των λέξεων ντύσε με
τον πολέμιο.
Στα θλιβερά μηδέν μου
το Ένα σου πρόταξε.


ουδέ τιν᾽ άλλην µύθου ποιήσασθαι επισχεσίην εδύνασθε (2)
μα τα είδατε
τα πλοία των συντρόφων
να ποντίζονται.
Η πατρίδα σιωπηλή
δηλοί απομάγευση.


Εν αρχή ην ο Λόγος (3)
μα νωρίτερα
Έρως ασχημάτιστος
για τα μη όντα
και παραλοϊσμένος –
ώσπου συνέβης Όλος.


Ο λόγος σου με χόρτασε (4)
ωστόσο νιώθω
κατάδρομα στην κάψα
κρώξιμο τρένων
ποίηση ακάθιστη
έφιππους τους νεκρούς της.


εμός γαρ λόγος τούτοις επέλαμψε τοις επιζητούσι με (5)
τώρ’ αζήτητος
γδύνομαι απ’ το σώμα
και τα φύλλα του
και στη γωνιά μου στέκω
νέος έως θανάτου.


Πολλοί 'ναι οι δρόμοι πώχει ο νους (6)
φως ποτιστικό.
Γι’ αυτό παραλογάω
κι ολοφύρομαι:
Ενεστώς Αόριστος
μαραίνει τις αγάπες.


Ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν• ούτω βαθύν λόγον έχει (7).
Την Αρμονία
να ρέει απ’ το σώμα
έως τον βυθό
άπτερη επιποθώ
Κάλλος τετελεσμένο.


Αλλ’ έχετ’ εν φρεσί μύθον (8)
αν και οι σιωπές
σμήνος πουλιών σκοτίζουν
τη λογική μου.
Με σηκώνουν στα ψηλά
και με πετούν στη Γνώση.


Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν - σιγή δεν μας αρμόζει (9)
και ό,τι γίνει.
Στον ύπνο δραπετεύεις
ωραιοπαθής
ευάλωτος σ’ αισθήσεις
και μύθους αγοραίους.




Übersetzung auf Deutsch von Théos Vótsos

Des Wortes wegen


Gib mir das Wort, Logos (10)
mit dem Zartgefühl
der Worte bekleide mich
den Kampfbereiten.
Meinen traurigen Nullen
deine Eins stelle voran.


und keinen anderen Vorwand konntet ihr geltend machen in euren Reden (11)
gleichwohl ihr saht sie
die Schiffe der Gefährten
im Meer versinken.
Die Heimat kündet still und
schweigend von Entzauberung.


Am Anfang war das Wort (12)
früher allerdings
ungestalteter Eros
für‘s Nichtseiende
und verfallen dem Irrsinn –
bis du Ganzes geworden.


Dein Wort ist mir genug (13)
dennoch spüre ich
der Gluthitze zueilend
Ächzen von Zügen
Dichtung in stehendem Akt
hoch zu Ross deren Tote.


mein Logos erleuchtete diejenigen, die nach mir verlangten (14)
nunmehr unverlangt
streife ich seinen Körper
und sein Blattwerk ab
und harre in meinem Eck
jung bis übern Tod hinaus.


Viele Wege stehen offen dem Geist (15)
fließend Quell des Lichts.
So rede ich irr daher
und raufe die Haare mir:
Präsens und Präteritum
lassen die Liebe welken.


Der Seele Grenzen kannst du nicht ausfinden, auch wenn du jegliche Straßen durchschrittest; so tiefen Grund hat sie. (16)
So begehre ich
dass bar von Schwingen fließe
einig Harmonie
vom Leibe bis zum tiefsten Grund
Vollendete Schönheit.


In eurer Brust aber bewahrt den Mythos (17)
auch wenn das Schweigen
gleich einer Vogelschar mir
den Geist verdüstert.
Es trägt mich in die Höhe
und führt mich zur Erkenntnis.


Lass uns reden, lass uns reden – das Schweigen ziemt uns nicht (18)
was immer geschieht.
Du fliehst in des Schlafes Trost
voll Selbstverliebtheit
empfänglich für Sinnesreiz
und Mythen, die käuflich.


Σημειώσεις

1. Από την Ορθόδοξη Υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας.
2. Οδύσσεια, ραψωδία φ, 70-71: «Άλλη καμιά δεν έχετε να πείτε πρόφαση» (φράση της Πηνελόπης προς τους μνηστήρες).
3. Ιωάννου 1,1.
4. Λαϊκή ελληνική παροιμία.
5. Ρωμανού του Μελωδού, από Κοντάκιον της Αγίας και Πανσέπτου Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
6. Από το β΄ Σχεδίασμα του συνθέματος «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονυσίου Σολωμού.
7. Ηρακλείτου του Εφεσίου: «Της ψυχής τα πέρατα δεν θα τα βρεις, όποιο δρόμο κι αν πορευθείς, τόσο βαθύ λόγο έχει».
8. Προτροπή αποδιδόμενη στον Όμηρο, εξ ού και η μεταγενέστερη λέξη «εχεμύθεια».
9. Από το αποκηρυγμένο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Λόγος και Σιγή».
10. Aus der Hymnologie der orthodoxen Karwoche.
11. Penelope zu den Freiern, aus: Odyssee, 21. Gesang, 70-71.
12. Johannes 1.1.
13. Griechisches Sprichwort; wörtliche Übersetzung: deine Worte reichen mir zum Sattwerden.
14. Romanos Melodos, aus dem Kontakion auf die Heilige, überaus Heilige Geburt unseres Herrn Jesus Christus.
15. Aus dem 2. Entwurf des Gedichts „Die freien Belagerten“ von Dionysios Solomos.
16. Heraklit aus Ephesos.
17. Homer zugeordnete Aufforderung, aus der sich das spätere Wort «εχεμύθεια» (Verschwiegenheit/ Diskretion) entwickelt hat.
18. Aus Konstantinos Kavafis‘ verworfenem Gedicht „Reden und Schweigen“.

Διονύση Σέρρα: ΡΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗΣ (ποίημα)

[Περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα, 18 (1997) 79]

- Α! Φίλε, φίλε Καρυωτάκη,
ποιος θα μάς δώσει ένα χεράκι
στης δύσης την ακτή, μη σηκωθούμε
απ' τη Σκιά όπου κοιτόμαστε πρηνείς
θαρρώντας -άοπλοι- πως θα σωθούμε
κι από το σώμα της ισόβιας ποινής;

Ίδιοι κ' εδώ, ιδιώτες άλλοι,
της Κρίσης στάσιμοι υπάλλη-
λοι, μοιάζουμε σαν διάτρητες κιθάρες
μπαλάντες μάχης συνηχώντας στη Σιωπή,
της μέρας μας ριμάροντας κατάρες
ή στάλες στάζοντας της νύχτας για ντροπή.

Σε ίδια οδό, σαν Δον Κιχώτες
-φυγής γενναίοι και δεσμώτες-
σ' αυγής φτερό ζυγίζουμε το ψέμα
του όνειρου, της άνοιξης, της ηδονής,
ιδανικά σωριάζοντας στο αίμα
μιας Πρέβεζας -μ' άδυτον ήλιο- σκοτεινής.

- Α! Φίλε, φίλε Καρυωτάκη,
σε κάθε χέρι και φενάκη;

(1995/1996)

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Hλία Λάγιου: ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ "ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ": ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ

[Νέα Ἑστία, "Ἀφιέρωμα στὸν Σολωμό", τόμος 144ος, τεῦχος 1707, Δεκέμβριος 1998]

Θὰ ξεκινήσω αὐτὸ τὸ κείμενο μὲ τὴν κοινότερη καὶ εὐδαιμονέστερη τῶν δηλώσεων, ἀγαπῶ τὸν Σολωμό. Τὸν ἀγαπῶ μὲ τρόπο ὁ ὁποῖος πολλαπλῶς, διαρκῶς καὶ ἐναλλασσομένως μὲ καθορίζει. Αὐτὸ δὲν εἶναι παράξενο. Οἱ βέλτιστοι μεταγγίζουν κατιτὶς ἀπὸ τὸ θαῦμα καὶ στὴν πιὸ στενὴ καρδιά. Γιατί, αὐτὸ συμβαίνει, ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ στοιχειώνεται (πρῶτα καὶ πάνω ἀπ' ὅλα) ἀπὸ τὶς ἀτραποὺς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ἀλλωνῶν παπάδων εὐαγγέλια. Ἔρχομαι στὰ δικά μας.

Ο Σολωμός δια χειρός της χαράκτριας Άριας Κομιανού
Εἴμαστε, λέει, συναναγνώστη, ἐκεῖ ὅπου Πολυλᾶς δὲν ὑπῆρξε. Λέει, δὲν ἐτυπώθησαν ποτὲ Ἅπάντα τὰ εὑρισκόμενα, καὶ νὰ πού, φιλόλογοι ὀξυδερκεῖς, ποιητὲς εὐφάνταστοι καί, γιατί ὄχι; ἀσκούμενοι —ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον— καλαμαράδες, ἀνακαλύπτουν τὰ Αὐτόγραφα ἔργα τοῦ Διονυσίου Κομ. Σολωμοῦ. Καὶ μετὰ γίνεται τὸ ἔλα νὰ δεῖς. Τυπώνονται κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ὡς δεῖ, μπράβο, ἀλλὰ ἔρχεται καὶ ἡ μαύρη ὥρα μιᾶς ἔκδοσης κριτικῆς. Καὶ ἐκεῖ χάνει ἡ μάνα τὸ παιδὶ (πού, αὐτό, τὴν εἶχε χαμένη ἐξ ἀρχῆς).

Δὲν λέω τίποτα δύσκολο. Τὸ αὐτονόητο λέω. Γιατί, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ Εὑρισκόμενα τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ, στοιχηματίζω, ὥς καὶ τὰ πάνδεινά μου, ὅτι κανεὶς (καὶ ἐδῶ τὸ κανεὶς εἶναι σὰν τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴ δύση —φυσικὸ καὶ ἀπόλυτο) δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ βάλει τὴν παραμικρὴ τάξη στὰ χειρόγραφα. Εἴκοσι δύο ποὺ ἀνέλυαν κι ἑξήντα ποὺ συνθέταν, ποὺ λέει καὶ τὸ καινοφανὲς ἀσμάτιο. Κι ἕνας ὁ Πολυλᾶς, λέω ἐγώ. Γιατί ἂν ὑπάρχει, δόξα νὰ 'χει, ἡ ἁπλωσιὰ γιὰ νὰ παίζει ὁ καθεὶς τὴν μπάλα ποὺ ξέρει, στὸ σολωμικὸ γήπεδο, τοῦτο τὸ ὀφείλουμε στὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν ὑποταγὴ τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ — ἐκδότη τοῦ Σολωμοῦ, πρωτίστως συνηγόρου του, ποιητοῦ τριῶν σονέττων καὶ μιᾶς ὠδῆς (ὅταν θὰ ἰδῇς τὸ πνεῦμα σου/ σημαία φωτὸς νὰ στήσῃ / σ' ὅλη τὴν γῆ ποὺ βάρβαρος / ἐχθρὸς ἔχει πατήσει / κι ἀπὸ τοῦ νοῦ τὴν δύναμι / ἡ ὀργὴ του νικηθῆ [Καὶ διόλου τυχαῖο πού οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀνήκουν στὴν ὠδὴ «Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ» νεκρικὰ ἀπαγγελμένη]) μεταφραστοῦ μοναδικοῦ τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Σαιξπήρου, ἀφηγητῆ καὶ δοκιμιογράφου, δημοσίου ἀνδρός• τί ἄλλο νὰ προσθέσω;

Ὅμως δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Πολυλᾶς, πού, τώρα, γι' αὐτὸν θὰ μιλήσω. Εἶναι ὁ ἀληθής, ὁ ἀπαράμιλλος προλογιστὴς (θὰ 'λεγα ὁ νοβελογράφος), ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ τὶς γραμμές του στὰ Εὑρισκόμενα ἐγγράφεται, αὐτός, ἡ μοναδικότητα στὴ γραμματεία μας. Ὁ Σολωμὸς ξέρει, εἶναι ἠθελημένα κομματιασμένος, ὁ ἴδιος, ἀκουσίως, ἕνα ἀπόσπασμα. Ὁ καθένας τους, ξεχωριστά, εἶναι τὸ μὴ ἐννοηματωμένο. Οἱ δυό τους μαζὶ θὰ ἀπαρτίσουν ἕνα ὅλον, καινούργιο, τὸν ὁριστικὸ ποιητὴ Διονύσιο Κομ. Σολωμό.

Πῶς συνέβη αὐτό; Τίνι τῷ τρόπῳ, ποὺ λέγαν οἱ παλιοί; Ἁπλὰ καὶ κυριολεκτικῶς. Διὰ τῆς γραφῆς. Γραφῆς προδρομικῆς. Γιατί ὁ Πολυλᾶς ἀνασύρει καὶ συνθέτει ἀπὸ χάσμα μέσα, διττῶς τὸ μυθικό, ἔξοχο, μαρτυρικὸ πρόσωπο τοῦ Σολωμοῦ. Ἡ ἀνασύσταση τῶν ποιημάτων εἶναι ἡ μιὰ ὄψη τοῦ νομίσματος• αὐτὸ πού, ἐδῶ, μὲ γνιάζει, ἡ καθ' ὅλου βιογραφία, εἶναι ἡ ἄλλη. Καί, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὁ ἕνας χωρὶς τὸ ἄλλο μισό του.

Χαϊδεύεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἁπαλὸ ἄγγιγμα ποὺ ἀναζητᾶ εἶναι ὁ συνειρμός, μήπως (τάχα) καὶ ὁ συντετριμμένος κόσμος ἀποκτήσει ἁρμό, συνάφεια, τὴν περίληψή του. Ἔτσι καὶ μένα, τέτοια μάταιη δοκιμὴ μὲ καθοδηγεῖ στὴ Ρωσία, στὸν γιατρὸ Γιούρι Ζιβάγκο, στὴν ἀντίστροφη ἀπ' ὅ,τι τὸ θέμα μας διαδρομή του. Γιατί, ἐκεῖ ἀπὸ τὴ βιογραφία στὸ ποίημα, ἐδῶ τ' ἀνάποδο.

Ὁ Δόκτωρ Ζιβάγκο τυπώνεται στὰ ἰταλικὰ τὸ 1957 (ἂν θυμᾶμαι καλά• τὸ γιατί σὲ γλῶσσα ξένη, τὸ τί ἀποκαμώθηκε, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος — μὰ νὰ τὰ θυμόμαστε;). Νὰ πῶ δυὸ λέξεις γιὰ τὸ βιβλίο αὐτό. Μιὰ ἀφήγηση φωνῆς χαμηλῆς καὶ σπάνιας εὐγένειας. Ἡ βιογραφία ἑνὸς ποιητῆ (ποὺ δὲν εἶναι ὁ Πάστερνακ) καί, ἐν τέλει, τὰ ποιήματά του (τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι ὁ Πάστερνακ).

Τί συλλογιέμαι τώρα. Καὶ τί συνεχίζω. Δυὸ πράγματα ἀλλότρια. Ἔτσι μοιάζουν. Γιατί στὴν περίπτωση τοῦ Σλαύου, ἕνας συγγραφέας θὰ ἐπωμιστεῖ τὸ βάρος τῆς (μὰ ὄχι ἐκ τοῦ μηδενός) δημιουργίας ἑνὸς ποιητῆ καὶ τὴν ἐπίθεση τῶν ποιημάτων του. Ἐδῶ ὁ ἕνας, ἀπ' τὸ κάτι, φτιάχνει τὸ πολύ. Μιᾶς καὶ ἕνας ἄνθρωπος, γνωστὸ αὐτό, εἶναι ὅλος ὁ κόσμος καὶ βαρύτερα.

Μά, θὰ μοῦ πεῖτε: στὸν Πολυλᾶ τί γίνεται; Αὐτό; Ὄχι, ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐδῶ τὰ ποιήματα ὑπῆρχαν (ἀλλὰ πῶς;), τὸ «ἱστορικό» πρόσωπο ὑπῆρξε (ἀλλὰ πῶς;). Ναί, ὁ Διονύσιος Κόμ. Σολωμὸς γεννήθηκε τὸ 1798 καὶ μετέστη τὸ 1857. Ἔτσι, νομίζω, συνέβησαν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πολλὲς φορὲς τὰ νομίσματα εἶναι κίβδηλα.

Διαβάζω:

Αὐτὴ ἡ δημοτικότης, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ποιητής μας καθημερινῶς ἐρίζωνε περισσότερο ὅσο βαθύτερα ἐδέχετο τὸ πνεῦμα τῆς ζωντανῆς φωνῆς τοῦ ἔθνους του, ἐφάνηκε λαμπρὰ εἰς τὸ τραγοῦδι Ἡ Φαρμακωμένη, γραμμένο τὸ ἔτος 1826. Μία Ζακυνθινὴ νέα, ἡ ὁποία ἀγαποῦσε τὴν ποίηση καὶ τὴ μουσική, καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σολωμὸς εἶχε σχέσιν ἁγνῆς φιλίας καὶ συχνὰ εὐτυχοῦσε νὰ τὴν ἀκούση νὰ τραγουδάη τὰ ποιητικά του δοκίμια, ἐρωτεύθηκε εἰς ἕναν νέον ξένον καί, φοβούμενη μήπως ἀπὸ τοῦ πάθους τὴ σφοδρότητα κινδυνέψη ἡ τιμή της, ἐφαρμακώθηκε. Ὁ ποιητὴς τὴν ἔκλαψε μὲ δάκρυα θερμά, τὰ ὁποῖα ἐπήγαζαν ἀπὸ τὴ λύπη καὶ ἀπὸ τὴν ἀγανάχτηση πρὸς τὴν καταλαλιὰ τοῦ κόσμου, ὁποὺ ἐκατάτρεχε τὴν κόρη καὶ ζωντανὴ καὶ πεθαμένη• ἐβγῆκε εὐθὺς ὑπέρμαχος τῆς ἀθωότητος ἐναντίον εἰς τὴν ἀδικοκρισίαν τῶν ἀνθρώπων, μὲ θάρρος ναί, ἀλλὰ μὲ πραότητα, μὲ σοβαρὸ πάθος, σεμνὸ ὡσὰν τὴν παρθένα, τὴν ὁποίαν ἐθρηνοῦσε. Τὸ ἀκαλλώπιστο ὕφος, ἡ ἁπλούστατη μελῳδία τοῦ στίχου, ἡ δημοτικότατη φράση εἰς τοῦτο τὸ τραγοῦδι εἶναι διαφανέστατα ἐνδύματα τῆς ἠθικῆς καὶ ποιητικῆς ἀλήθειας• καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἠμπορεῖ καλύτερα νὰ δείξη πόσον εὔκολα ὁ ποιητής μας ἐπετοῦσε εἰς τὰ ὕψη, πόσον ἐλεύθερα ἀνάπνεε εἰς αὐτά, παρὰ ἡ μετάβαση Θὰ ξυπνήση τὴν ὕστερη μέρα, ὅπου, δίχως νὰ ἀλλάξη τόνο, παρασταίνει τὴν παρθένα, ἡ ὁποία θαρρετὰ ἀγναντεύει τὴν ὄψη τῆς θείας Δικαιοσύνης. Τὸ τραγοῦδι, ἐνῷ ἐξεπλήρωνε ὅλους τους ὅρους τῆς Τέχνης, ἐπίτυχε τέλεια καὶ τὸν κοινωνικὸ σκοπό του• ὁ ποιητὴς ἕως τὲς ὕστερες μέρες τῆς ζωῆς του ἐθυμότουν ἀκόμη μὲ συγκίνηση πῶς, ἅμα ἐκυκλοφόρησαν οἱ στίχοι, ἄνθρωποι μικροὶ μεγάλοι ἔτρεξαν ἐνθουσιασμένοι νὰ τὸν συγχαροῦν, ὅτι, ἀντὶ τῆς κακολογίας, εἰς ὅλα τὰ στόματα ἀντηχοῦσε τὸ ἠθικότατον ἄσμα του. (Προλεγόμενα, VΙ)

Διαβάζω:

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπομονώθηκε περισσότερο ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἐκαταγίνετο πάντα θερμότερα εἰς τὴν τελειοποίηση τῶν πονημάτων του καὶ εἰς τὴ μελέτη τῆς φιλοσοφίας, τῆς ὁποίας ἀκολουθοῦσε τὴν πρόοδο είς τὰ μεγάλα γερμανικὰ συγγράμματα, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ θεωρητικὰ τοῦ Σχίλλερ, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε νέον ὁρίζοντα τῆς Ποιητικῆς. Ὁ Σολωμὸς τὰ ἐμελετοῦσε εἰς τὲς ἰταλικὲς μετάφρασες, ὁποὺ τοῦ ἔκαναν πρόθυμα οἱ φίλοι του, ὡς ἀγάπης ἀνταπόδοσιν τῶν θησαυρῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἄφθονα ἐχάριζε εἰς τὸν νοῦ καὶ εἰς τὴν καρδίαν ὅσων εὐτύχησαν νὰ τὸν πλησιάσουν. Τὸ φιλέρευνο πνεῦμα του ἐκινεῖτο εἰς τὰ διάφορα κέντρα τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας, εἰς ὅλα μὲ θαυμαστὴν ἑτοιμότητα, ἀλλὰ προθυμότερα εἰς ἐκεῖνο τῆς Κριτικῆς, διότι εὕρισκε πλουσιοπάροχην τὴν ὕλη εἰς τὴ μεγάλη του πολυμάθεια τῆς παλαιᾶς καὶ νέας φιλολογίας. (Προλεγόμενα, ΧΙΙ)

Διαβάζω:

Ἀλλὰ ἤδη ἄρχιζε νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὸ πρόκαιρο τέλος μία ἀσθένεια, ἡ ὁποία κατ' ἀρχὰς δὲν τὸν ἐπείραζε εἰμὴ σωματικῶς, ἀλλά, εἰς τοὺς ὑστερινοὺς δύο χρόνους τῆς ζωῆς του, ἐθάμπωνε κάποτε τὴ λαμπρότητα τοῦ νοός του. Συχνὰ αἰσθάνετο ἕνα γενικὸ δείλιασμα, καὶ γιὰ νὰ τὸ παύση, ὥστε νὰ χαρῆ πάλιν, κὰν προσωρινά, τὴ συνηθισμένη του ἀκατάπαυστη ζωηρότητα τῆς πνευματικῆς ἐνεργείας, ἐπρόστρεχε εἰς τὰ δυνατὰ πιοτά, καὶ αὐτὴ ἡ κατάχρηση βέβαια αὔξησε τὴ δύναμη τοῦ πάθους• πολλὲς φορές, εἰς τὴ μέση τῆς θαυμαστῆς ὁμιλίας του, ἐφαίνετο ὅτι τὸν ἐπλάκωνε ἕνας φοβερὸς στοχασμός, καὶ ἐνῷ εἶχε ἀκόμη ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς ὑγείας, συχνὰ ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους του: γλήγορα θὰ σᾶς ἀφήσω. (Προλεγόμενα, XVIΙ)

Τί αὐτὸ συνιστᾶ; Τὴ μυστικὴ σύνθεση μιᾶς βιογραφίας, τὸν ἀπόκρυφο σχεδιασμὸ ἑνὸς συγγραφέως. Μιὰ ἀφαίρεση θὰ καταστεῖ ὁ Σολωμὸς κι ἕνας ἄνθρωπος ἐκεῖ θὰ καταλήξει — ὁμιλῶ γιὰ τὸν βιογράφο Ἰάκωβο Πολυλᾶ.

Πρέπει νὰ τὸν ἀγάπησε πολύ. Καὶ πρέπει τὸ ἔλλειμμα τῆς ψυχῆς του νὰ ἦταν ἀκόμη περισσότερο. Καί, πρέπει, ὁ Σολωμός, τὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσουμε, γιατί αὐτὸς τὸ ἀρνήθηκε, νὰ ἦταν κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ποιήματά του — κι ἐπειδὴ ἔτσι, ἀλὶ καὶ οὐαί μας. Ποιὸς ὑπῆρξε αὐτὸς πού τόσο πολὺ ἀγαπήθηκε; Καὶ τί ὄνομα, πράγματι, εἶχε;

Ὁ Σολωμός. Ἡ γλώσσα στὴν καταγωγή της:

Παλληκαρὰ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!

καὶ μ' ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο στὸ καταγώγιό της:

Καὶ τοῦ ἀμόλαες κερατίδια!

Ὁ Σολωμὸς κι ὁ Πολυλᾶς. Πλέον, μόνον οἱ μικρόψυχοι θὰ ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸν ἕναν τὸν ἄλλον. Ἀπὸ τὸν ἔξαρχο τὸν ταπεινό. Αὐτοὶ οἱ δύο θὰ εἶναι ἕνα. Καί, ποιὸς ξέρει, μπροστὰ σὲ μία ἐξώκοσμη δικαιοσύνη, ὁ ἄλλος λέει, ὁ μικρός, μπορεῖ νὰ εἶναι κι ὁ μεγαλύτερος. Παράταιρες κουβέντες.

Χρειάζεται κατιτὶς τὸ παραπανιστό; Ἂν ἀγαπῶ τὸν Διονύσιο Σολωμό, εἶναι γιὰ τὸν Κρητικό, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ «ήθικότατον ἄσμα» του ἀντηχοῦσε εἰς ὅλα τὰ στόματα• γιὰ τὸ Carmen seculare, αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖο ἐθόλωναν τὰ «δυνατὰ πιοτά».

Ἕνα κείμενο θὰ εἶναι τεκμηριωμένο, ἐμπεριστατωμένο, πῶς τὸ λένε; ἢ θὰ μοιάζει μὲ τὸ δικό μου. Ἰμπρεσιονιστικὲς νύξεις, τίποτε τὸ σαφέστερο. Ὅμως ἐπιμένω νὰ διαβάζω τὸν Σολωμὸ μέσῳ τῶν Προλεγόμενων: ἀκριβῶς δι' αὐτῶν. Μοῦ ἀρέσουν οἱ νεώτερες ἔρευνες, οἱ ἄριστες κριτικὲς ἐκδόσεις, συγχαίρω τοὺς καλοὺς μελετητὲς — ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ τὴν ἁμαρτία μου. Πῶς καὶ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴν ἱστορία μὲ τὸν ἔξοχο γερμανὸ φιλόλογο ὁ ὁποῖος δαπάνησε μιὰ ζωὴ γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι τὴν Ὀδύσσεια δὲν τὴν ἔγραψε ὁ Ὅμηρος ἀλλὰ ἕνας συνονόματός του.

Ὥρα νὰ κλείσω. Στὸν Δόκτορα Ζιβάγκο μιὰ ψυχὴ σχάσθηκε, ἔγινε δύο (καὶ εἶναι, αὐτό, βαρύ, πολὺ βαρὺ πράγμα) γιὰ νὰ ὑπάρξει ἡ εὐλογία, ἡ δημιουργία, ἀντὶς ὁ γιατρὸς ποὺ διασχίζει μιὰ Ρωσία κατακαμένη ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση. Μπορεῖ, στοχάζομαι, στὸν Διονύσιο Σολωμὸ τὰ πράγματα νὰ εἶναι πιὸ ἁπλά.

Δύο ἄνθρωποι νὰ συγκλίνουν πρὸς τὸν ἕναν, νὰ γίνουν μαζί, δὲν εἶναι τόσο σπάνιο. Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ μετάφραση, οἱ δύο ἔσχατες μορφὲς τῆς ταπείνωσης, τὸ ἔχουν τόσες φορὲς ἀποδείξει. Ὅμως, ἕνας ἄνθρωπος, αὐτός, νὰ ἀφανιστεῖ νὰ γίνει ὁ προλογιστής, ὁ ὑπ' ἀναίρεσιν, καί, ἐν τέλει, ὁ Ἄλλος — αὐτὸς κανείς, ἐκείνου ἐκεῖνος• ὁ Διονύσιος Κομ. Σολωμὸς εἶναι, φαντάζομαι, κάτι τὸ μόνο, τὸ δικό του, κανενὸς ποτέ. Γιατί ἡ ὕπαρξη τοῦ Σολωμοῦ μᾶς εἶναι τίμια δωρεά, κι αὐτὸ μποροῦσε νὰ γενεῖ μόνον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος τύπωσε; ἐξέδωσε; ναί, ἴσως (αὐτὸ ὀνειρεύομαι), ἔγραψε,

Δὲν τὄλπιζα νἄν' ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Vincenzo Rotollo: [ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑ ΤΟΥ UGO FOSCOLO]

Ugo Foscolo by Mary Dawson Turner (née Palgrave),
after Henri Jean-Baptiste Victoire Fradelle
etching, (1816)
[Απόσπασμα από την Ομιλία "Η ιταλική διανόηση και τα αρχαία ελληνικά", που εκφωνήθηκε κατά την 16η Μαΐου 2005, στον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός", κατά την αναγόρευση του Vincenzo Rotollo ως Επιτίμου Μέλους του Συλλόγου. Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Παρνασσός 48 (2006) 11 εξ.] 

[...]

Για τον μεγάλο ποιητή Ugo Foscolo (1778-1827) δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλά λόγια. Προικισμένος με καλή κλασσική παιδεία, ο Foscolo ασχολήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο με την ελληνική γραμματεία, για την οποία ένιωθε μια έλξη όχι μόνο πνευματική, αλλά κυρίως αισθηματική. Στην προτίμησή του αυτή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο δεσμός του με την Ελληνίδα μητέρα του και με τη γενέτειρά του Ζάκυνθο: το σονέττο του "Εις Ζάκυνθο", αληθινό αριστούργημα της ιταλικής λογοτεχνίας, αναδίνει αυτή την αισθηματική του διάθεση. Το 1808 έστειλε ένα γράμμα στον Πρώσσο διπλωμάτη Bartholdy, που σ' ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων τού 1805 είχε εκφράσει δυσμενείς κρίσεις για τη σύγχρονη Ελλάδα (που ο Κοραής τις είχε αποκρούσει με αγανάκτηση). Σ' αυτό το γράμμα του ο Foscolo, μεταξύ των άλλων προέβη σε μια γνωστή και συγκινητική δήλωση: "Αν και Ιταλός από καταγωγή και ανατροφή, δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι με γέννησε Ελληνίδα μητέρα, με θήλασε Ελληνίδα τροφός, και ότι είδα την πρώτη ακτίνα του ηλίου στη διάφανη και δασώδη ["υλήεσσα"] Ζάκυνθο, όπου ακόμη αντηχούν οι στίχοι με τους οποίους ο Όμηρος και ο Θεόκριτος την εξύμνησαν". Αργότερα, όταν ξέσπασε το ζήτημα της Πάργας, υπερασπίστηκε σθεναρά τις ελληνικές θέσεις με διαβήματα και συγγράμματα. Ο Foscolo ήταν περήφανος για την ελληνομάθειά του. Σ' ένα γράμμα του στον Giovita Scalvini, που ανάγεται στην περίοδο της διαμονής του στην Αγγλία, παρατηρούσε ότι οι μορφωμένοι Άγγλοι κατείχαν τα ελληνικά καλύτερα από τους Ιταλούς, μεταξύ των οποίων τοποθετούσε και τον Mattia Butturini, μάλιστα με κάποιες πικρόχολες επιφυλάξεις. Ο Butturini, που υπήρξε καθηγητής του Σολωμού στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, είχε παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο της Padova μαθήματα ελληνικών από τον γνωστό λογοτέχνη Melchiorre Cesarotti, διαπρεπή πρωταγωνιστή των γλωσσικών  συζητήσεων της Ιταλίας, αλλά μέτριο μεταφραστή  του Ομήρου και άλλων αρχαίων συγγραφέων. Και τον Cesarotti τον ειρωνεύτηκε βαριά ο Foscolo.

 [...]

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Επετειακό

της Κατερίνας Δεμέτη

Η υπόμνηση γεγονότων που να διαπραγματεύονται την εποποιία του ελληνικού έθνους στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, σε καιρούς άκρας πολιτικής αντιπαράθεσης και εκλογικού πυρετού, θα μπορούσε για πολλούς να θεωρηθεί θέμα που δεν αγγίζει το πλατύ αναγνωστικό κοινό, και για τούτο δεν αξίζει ν’ ασχοληθεί κανείς μαζί του.

Η ανάσυρση ωστόσο, εκδόσεων, έστω και μουσειακής πλέον αξίας, σύγχρονων με τα γεγονότα που καλούμαστε να θυμηθούμε όλοι οι Έλληνες, με αφορμή την εορτή και θεσμοθετημένη αργία της 28ης Οκτωβρίου, μπορεί να γίνει το βότσαλο στη λίμνη και να ενεργοποιήσει μνήμες, συμπεριφορές και γιατί όχι επιλογές …


Ο λόγος για το βιβλίο Η Ζάκυνθος στα χρόνια της σκλαβιάς (1 Μαΐου 1941-27 Μαρτίου 1945), που έγραψε ο Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος και εκδόθηκε στη Ζάκυνθο, τον Απρίλιο του 1949, από το Τυπογραφείο Φ. Κοντόγιωργα και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Το βιβλίο αυτό με αύξοντα αριθμό καταγραφής 124, προέρχεται από τη Βιβλιοθήκη του Μαρίνου Σιγούρου (1885-1961), πρώτου Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου (από το 1959 έως το θάνατό του το 1961) και δωρίθηκε μαζί με τα υπόλοιπα βιβλία του Σιγούρου στο Μουσείο.

Στο εσώφυλλο φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα: «Αξιότιμον Κύριον Μάριον Σιγούρον μετά βαθυτάτου σεβασμού._ Ζάκυνθος 31/12/49 Στραβόλεμος».

Ο συγγραφέας το αφιερώνει «ΣΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Κον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΣΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟΝ ΤΟΥ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΡΑΣΙΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ Μ’ ΕΥΒΛΑΒΕΙΑ ΑΦΙΕΡΟΙ – Ο ΓΡΑΨΑΣ».

Μέσα σε 572 σελίδες, ο Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος καταγράφει με μάτι ερευνητικό και με κάθε λεπτομέρεια, όλα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο νησί μας από τον Μάιο του 1941, όταν ήρθαν οι Ιταλοί φασίστες έως το Μάρτιο του 1945, που «ξεπρόβαλε η Λευτεριά».

Γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του «Προς τους αναγνώστας»: «…Τοποθετήσας τον εαυτόν μου εις το περιθώριον της ζωής και παλαίσας απεγνωσμένα μεταξύ αμπώτιδος και παλιρροίας των περιστάσεων και των αναγκών, παρέμεινα μακράν πάσης αναμίξεως, σχέσεως και επαφής προς τας εκάστοτε καταστάσεις, έχων ως μόνον και πιστόν σύντροφον τον εθνικόν πόνον και ως ελπίδα ζωηφόρον την ακλόνητον πίστιν προς την ανάστασιν της Φυλής.

Από εκεί, παρηκολούθουν τα πάντα˙ έβλεπον να ανέρχωνται επί σκηνής πρόσωπα, να ενώνουν τα ονόματά των με την εφήμερον δόξαν των εχθρών, να στραγκαλίζωνται δίκαια, να καταδυναστεύονται υπάρξεις, να κατακρημνίζονται επιχειρήσεις, να δημιουργούνται άσημοι, να στενάζουν υπό το πέλμα της σκλαβιάς αθώας γυναίκας, γέροντας ν’ αποθνήσκουν στους δρόμους, παιδάκια να γυρίζουν ασθενικά και πεινασμένα με ωχροκίτρινα πρόσωπα και σκελετωμένα άκρα, να καταεξευτελίζωνται τα ηθικά στοιχεία και να ποδοπατούνται τα εθνικά μας σύμβολα και ιδεώδη.»

Ο Διονύσιος Στραβόλεμος δεν γράφει ιστορία. Το βιβλίο του όμως είναι μία ξεχωριστή μαρτυρία για την εποχή του. Θα μπορούσαμε χωρίς αμφιβολία να το εντάξουμε στις πηγές, στο πρωτογενές δηλαδή υλικό της συγγραφής της ιστορίας της περιόδου. Το ύφος του μάλιστα, που είναι ιδιαίτερα γλαφυρό, μας επιτρέπει να το διαβάσουμε ευχάριστα και πολλές φορές καταφέρνει με την πιστότητα της περιγραφής του να μας συγκινήσει.

Γιος του Χαράλαμπου και της Αναστασίας το γένος Αγγελοπούλου, ο Διονύσιος Στραβόλεμος γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου το 1908. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην οδό Αναστασίου Ταβουλάρη (Τσαρουχαρέικα). Τελείωσε το Γυμνάσιο Ζακύνθου και γράφτηκε το 1943 χωρίς εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών. Δεν φοίτησε ποτέ, αλλά διορίστηκε υπάλληλος στην Ιερά Μητρόπολη Ζακύνθου. Εκεί γνώρισε την αδελφή του Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσοστόμου Α΄, Βασιλική, το γένος Δημητρίου, την οποία και παντρεύτηκε. Δεν απέκτησαν τέκνα. Μετά το γάμο του διορίστηκε δικαστικός υπάλληλος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου, όπου παρέμεινε μέχρι τους σεισμούς του 1953. Πήρε μετάθεση και υπηρέτησε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Ασχολήθηκε μέχρι το θάνατό του, το έτος 1989, με τη συγγραφή πλήθους έργων που σχετίζονται με την ιστορία της Ζακύνθου.

Αξιομνημόνευτα τα:

• Ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Κατραμής, 1951

• Η Ζάκυνθος υπό τα ερείπια και τας φλόγας, 1958

• Θεόφιλος ο Ζακύνθος- Ο ποπολάρος που άγιασε, 1969

• Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δημητρίου, 1976

Μία ακόμα από τις αρετές του βιβλίου του Δ. Στραβόλεμου, για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό, αναφέρεται στον Πίνακα Περιεχομένων. Εκεί διαβάζουμε: «Η εικών του εξωφύλλου και τα σκίτσα του παρόντος βιβλίου εφιλοτεχνήθησαν παρά του καλλιτέχνου κ. Χρήστου Ρουσέα». Ο Ρουσέας εκτός από το εξώφυλλο, στο οποίο απεικονίζονται τα αιματοβαμμένα σύμβολα του κατακτητή, φιλοτεχνεί και οκτώ σχέδια, τα οποία αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιγραφές του συγγραφέα του. Προφανώς αυτά ο καλλιτέχνης θεώρησε ως πιο άξια για να δουλευτούν από το μολύβι του. Σημειώνουμε επιγραμματικά μερικούς από τους τίτλους των σχεδίων:



• «…Στις 3 την νύκτα παρά την τρομερή καταιγίδα, στρατιωτική δύναμις μεταφέρει τον Μητροπολίτην στο άκρον του λιμενοβραχίονος όπου ευρίσκεται το Ιταλικόν Ιστιοφόρον “Tre fratelli”» (σελ. 235)


• «…η βόμβα έπεσε μεταξύ του Ναού Αγίου Διονυσίου και Κωδωνοστασίου, εξερράγη, ήνοιξε μίαν οπήν 20 μ. βάθους, αλλά δεν επροξένησεν ουδεμία ζημία…» (σελ. 291)

• «…τον παίρνουν και τον πάνε πίσω από το Δημοτικό Θέατρον, βάζουν μπροστά το αυτόματον και τον εκτελούν…» (σελ. 309)

• «…το αυτοκίνητον με τους τρεις Γερμανούς αξιωματικούς εφαρπάζεται υπό των φλογών και τα εκκρηγνυόμενα πυρομαχικά, το εκσφενδονίζουν πολύ υψηλά και διαμελίζονται…» (σελ. 433)

Κλείνουμε το επετειακό μας άρθρο με την ευχή να οδηγούμε, τα παιδιά μας κοντά στις πηγές της ιστορίας για να γνωρίζουν τ’ αληθινά γεγονότα, που θα τα μάθουν να σκέφτονται, ν’ αποφασίζουν και να λειτουργούν σαν ενεργοί πολίτες.

Η Βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων αποτελεί πάντα μία δροσερή πηγή γνώσης για το παρελθόν.
 
-------------------------------------------
* Ευχαριστώ θερμά το δικηγόρο κ. Διονύσιο Σ. Στραβόλεμο για τις πληροφορίες που πρόθυμα μου έδωσε για τη ζωή και τα έργα του Διονυσίου Στραβόλεμου.
Related Posts with Thumbnails