© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΔΑΜΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (ΛΟΓΟΣ ΤΙΜΗΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΚΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ)

«Τό μάτι ὀρθάνοιχτο
Καραδοκοῦσε
Πρός τή μεριά πού κύλισε τό αἷμα

Μακρυά στόν ὁρίζοντα
Σταυρωμένα
Τά χέρια τῶν δέντρων

Στά δάση κατέφυγε
Ὁ αὐλός
Τοῦ χρόνου ὑπόσχεση ἀπατηλή

Σταθήκαμε τρομαγμένοι

Ὅμως ὑπῆρχαν ψίθυροι ἐκεῖ κάτω
Φῶτα πολλά γιά ν' ἁπαλύνουν τή σάρκα μας
Κι ἕνα πλῆθος ἀόρατο

Δίχως μιά λέξη τότε ξεκινήσαμε
Γιά τό μοιραῖο ταξίδι» (1)

Οἱ σιγανές βροχοῦλες εἶναι κυρίως οἱ ποτιστικές καί καλόδεχτες, ἐνῶ οἱ ραγδαῖες, ἀδιέξοδες συνήθως ἕως καταστροφικές. Στήν Ποίηση ἀντίστοιχα, ἤπιες γραφές καί στίχοι χαμηλόφωνοι παρέχουν περισσότερα καί ποιοτικότερα ὀφέλη, παρά τίς μεγαλόστομες ἰαχές ἤ τίς θριαμβικές ἐξάρσεις, διότι βελουδίζουν τίς αἰσθήσεις, θεραπεύουν τά τραύματα, παρηγοροῦν τίς πίκρες. Ἔτσι ἐπιτυγχάνεται τό ἀμέσως προσδοκώμενο, συντελεῖται ἀποτελεσματικότερα ὅ,τι μέ κόπο προσχεδιάστηκε.

Μιά τέτοια περίπτωση ἤρεμης καί ὥριμης φωνῆς, εὐγενοῦς λεκτικῆς ἔκφρασης, μυστηριακῆς ἐνατένισης τοῦ Κόσμου καί συνάμα παρηγορητικῆς θέασης τοῦ ὅλου Ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἡ Ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη (2), ἰδιαίτερα προβεβλημένη παγκοσμίως -ἄξια καί δίκαια-, πολυβραβευμένη μέ ὑψηλές διακρίσεις ἀνά τήν ὑφήλιο καί γενικῶς εὐνοημένη ἀπό τήν Κριτική (3), κατά τό μακρύ διάστημα, τό περισσότερο ἀπό πέντε δεκαετίες, ἀδιάπτωτης γένεσης ἀπό μέρους του δουλειᾶς μεστῆς ἀπό ποιότητα, οὐσιώδους κι ὡς ἐκ τούτου ἰαματικῆς. Ἄλλωστε, δέν εἶναι καθόλου τυχαία ἡ μετ’ ἐμφάσεως ὑποδοχή και ἀποδοχή τοῦ συνολικοῦ του ἔργου ἀπό τόν ἰδιαίτερα ἀπαιτητικό γιά τήν Ποιότητα καί τή Διαύγεια Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, τήν ὁποίαν ἐνδεικτικά κι ἀντιπροσωπευτικά μεταφέρουμε δῶ:

«Μιά ζωή ὁλόκληρη τόν παρακολουθῶ στό δρόμο του μέ ἀγάπη καί μέ εἰλικρινή θαυμασμό. Βαθύς γνώστης τῆς λυρικῆς τέχνης, ἐπέτυχε νά διαμορφώσει ἕνα κόσμο δικό του, ὀνειρικό καί ρεμβώδη, μέ παραδειγματική συνέπεια. Ἐκτιμῶ ἐντελῶς, ἰδιαίτερα τήν ἀφοσίωση πού ἔδειξε στή δουλειά του -ἀπαραίτητο γνώρισμα τοῦ αὐθεντικοῦ καλλιτέχνη- ὅπως καί τό ἦθος καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του, πού ἐπέτυχε νά τήν μεταγγίσει σέ στίχους μιᾶς σπάνιας εὐαισθησίας. Ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης εἶναι ποιητής εὐρωπαῖος. Τοῦ ἀξίζει ὁ ἔπαινος ὄχι μόνο τῆς ἰδιαίτερής του πατρίδας, ἀλλά τῶν καλλιεργημένων ἀνθρώπων ὅλου τοῦ κόσμου» (4).

* * *

Συλλογή τή συλλογή, σελίδα τή σελίδα, στίχο τό στίχο ἔχει κατορθώσει ὁ τῆς Θεσσαλονίκης προεστώς τῶν σύγχρονων Γραμμάτων της κι εὐαίσθητος σκαπανέας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, νά φυτέψει ἐκεῖ, στήν εὐώδη ἁπλωσιά τῶν Θερμαϊκῶν ὑδάτων καί κάτω ἀπό τήν αὔρα τήν εὐεργετική τοῦ Βαρδάρη, τόν προσωπικό του Ἀνθόκηπο-Παράδεισο, συντηρώντας τον μέρα μέ τήν ἡμέρα ὁλόδροσο κι ἀκμαῖον ὁλοένα.

«Τώρα βρισκόμαστε στόν κῆπο τῶν θαυμάτων
Ἀνθίζουν ἄγγελοι μ' ὅλα τους τά φτερά» (5).

Ἐκεῖ, λοιπόν, πίσω ἀπ' τούς τοίχους τῆς ὑψηλῆς μάνδρας τοῦ ἰδιωτικοῦ του Παράδεισου, ἀντί γιά τά γνώριμα γεράνια, τά τρέχοντα τριαντάφυλλα, τούς ὑπαινικτικούς ἰβίσκους καί τά κρίνα, καλλιεργεῖ φυτεύματα ἱερότερα ἐκείνων κι εὐωδέστερα: Ἀπόστιχα εὐγενείας δηλαδή, μεγαλυνάρια εὐτυχῶν αἰσθημάτων, ἀντίφωνα τιμῆς κι ἀφοσίωσης γιά τό Κάλλος, τήν Ἀρετή καί τό Ἀληθές, ἀπολυτίκια στοργῆς καί λατρείας γιά τά ὅσα ἤδη ἀπωλεσθέντα, αἴνους ὑψιπετεῖς πού ἐνσαρκώνουν ἀνά πάντα στίχο τό Ἱερό, προσόμοια ἡλιοστασίων, κοντάκια ἰσημεριῶν, θωπεῖες ἐσώτατων ρυθμῶν καί ἰδιόμελων διαθέσεων.

Μέ ἄλλα λόγια, μιλᾶμε γιά ὅλα ἐκεῖνα τ' ἀπαραίτητα καί χρηστικότατα ἐργαλεῖα ἑνός ἀκόμη ἀφοσιωμένου, ἑνός ἐπιπλέον ἀκούραστου χειρώνακτα τῆς Ποίησης, ὁ ὁποῖος μέ τόν τίμιο ἱδρώτα τῆς ψυχῆς του, μέ τή σαρκούμενη ἐπάνω στό λευκό χαρτί ἀθωότητα καί μέ τούς αἱμάτινους θρόμβους τῆς καλωσύνης του κερδίζει ἀξιοπρεπῶς τόν ἄρτο τῆς πνευματικῆς του ἐπιβίωσης τόν ἐπιούσιο, σεμνυνόμενος, ὅτι, σταδιακά μά σταθερά, ἀνεβαίνει τή δύσβατη ὁμολογουμένως ἀνηφόρα πρός τήν Αἰωνιότητα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἔχει αἰωνίσει, ὡς Θεοῦ συνεργός, τίς μικρές καί παραθεωρημένες ροπές τοῦ μικρόκοσμου Ἀνθρώπου, τίς δευτερεύουσες τάσεις του, τίς ἔκπτωτες λέξεις του καί τίς θεωρούμενες ὡς ἄσημες συνήθως φράσεις ἀπ' τήν καθομιλουμένη. Δέν ἐπιτηδεύει σέ καμιά περίπτωση τά ὅσα ἀνασυρόμενα κάθε φορά σημεῖα καί στοιχεῖα ἀπ' τό Ταμεῖο τῶν Ἑλληνικῶν, ὅπου ἀρχαιόθεν θησαυρίζονται τῆς φυλῆς μας οἱ Λέξεις, οἱ ὁποῖες -σημειωτέον- ἔχουν κεκτημένο τό χάρισμα νά ἐκφέρουν ἐπάξια κι ἐπακριβῶς πανανθρώπινες ἰδέες κι ἀξίες διά τῶν αἰώνων. Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐσκεμμένη τακτική στήν Τέχνη τοῦ Λόγου (ἡ ἀναστήλωση κι ἀνάδειξη, δηλαδή, τοῦ μικροῦ κι ἐφθαρμένου, τοῦ ταπεινοῦ κι ἀποδιοπομπαίου) εἶναι, πού καταδεικνύει συνήθως, ἤ τοῦ ὕψους ἤ τοῦ βάθους, τόν ἴδιο τόν Τεχνίτη καί τήν ὅση ἀξία του. Στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης ἀναδεικνύεται, κατά τό δικό του ρῆμα,

« Ὁ ποιητής
Αὐτός ὁ ἀθῶος
Αὐτός ὁ μάγος
Ὁ θαυματοποιός
Ὁ μυστηριώδης δαμαστής τῶν λέξεων
Πού λατρεύει τήν ὀμορφιά
Αὐτός ὁ μικρός θεός πού μιλᾶ
Καί μέ τό λόγο του γίνεται φῶς» (6),

παρότι συμβαίνει νά ἔχει ἐνηλικιωθεῖ ὁ ἴδιος ψυχοσωματικά μέσα σ' ἕναν πραγματικό κυκεώνα λυγμικῶν ἐθνικῶν καί διεθνῶν ἀνατροπῶν, τῶν καταιγιστικῶν ἀνακατατάξεων καί τῶν πνευματικῶν "κλωνοποιήσεων" τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Μιλώντας ὁ ἴδιος γιά τήν Ποιητική του, κατορθώνει μιάν ἐνδιαφέρουσα αὐτοεξομολογητική κάτοψή της, ὅπου δέν παύει νά ἐπισημάνει εὐθαρσῶς:
«Φοβοῦμαι πώς ἡ ποίησή μου ἀπό τή φύση της εἶναι περιορισμένη νά γίνει ἀντιληπτή ἀπό ὁρισμένα, ἐντελῶς ἰδιαίτερης εὐαισθησίας, ἄτομα. Ἔτσι ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τό εὐρύτερο κοινό εἶναι πολύ δύσκολη. Ὡστόσο εἶμαι εὐτυχής πού ἕνας ἱκανός ἀριθμός κριτικῶν καί φίλων ποιητῶν ἔχει ἀφιερώσει γιά τό ποιητικό μου ἔργο κείμενα πού μαρτυροῦν μιά ὑψηλή κατανόηση καί ἀγάπη. Ἐξάλλου, καθώς προσωπικά πιστεύω ὅτι ἡ ἁπλότητα καί ἡ αὐθορμησία εἶναι οἱ μέγιστες ἀρετές τῆς ποίησης, μαθητεύω συνεχῶς ὥστε νά μπορῶ νά προσφέρω ἕνα λόγο, ὅσο γίνεται πιό ἁπλό, προσιτό καί ἀνθρώπινο. Μέ ἄλλα λόγια, ἀγωνίζομαι νά συγκροτήσω ἕναν ποιητικό λόγο πού νά ἔχει συμπτυχθεῖ στήν ἐπείγουσα ἀλλά καί φωτεινή ἀναγκαιότητά του» (7).

Τά πνευματικά κοιτάσματα τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, ἀκόμη ἀνόρυκτα -πιστεύουμε- στή συντριπτική τους ἐπικράτεια (ὁ Ποιητής, ἄλλωστε, παράγει ἀνελλιπῶς ὁλόζεστα γεννήματα ψυχῆς), ἀποπνέουν πάνω ἀπ' ὅλα ἄρωμα πολύτιμο Αἰσιοδοξίας ἤ πρωινῆς πανάκριβης δροσιᾶς. Μέ τούτη βέβαια τήν ἐκτίμηση δέν ὑπονοοῦμε, ὅτι μειώνονται τά ποιητικά του πλαστουργήματα, λόγω μιᾶς κάποιας ἐνδεχόμενης «χαρουμενίστικης» εὐκαιριακῆς χρήσης τῆς γλώσσας καί τῶν συναισθημάτων, πού ἀπορρέουν ἀπ' αὐτήν. Τό ἀντίθετο μάλιστα: Ὡς ὄν κοινωνικόν ὁ Ποιητής εἶναι φορτισμένος, κατά τρόπο διδακτικό, μέ τά γνωστά οὐκ ὀλίγα πάθη καί τά λάθη τῆς φυλῆς μας. Ἔχει περιδιαβεῖ τίς ἀτραπούς τοῦ ὑπό κυοφορίαν νεώτερου Κόσμου ἀσάνδαλος, μά εὐτυχῶς «ἀβρόχοις ποσίν», τελικά. Ἔχει σπουδάσει τίς σημαντικότερες σελίδες τῆς Ἱστορίας ἐκ τῶν ἔνδον. Ἔχει βιώσει τά τοῦ καιροῦ καί τοῦ τόπου του μεγάλα καί θυελλώδη, σέ πρῶτο μάλιστα πρόσωπο. Κατά συνέπειαν, ὅταν μιλᾶ, ἀπευθύνεται σέ μᾶς μέ τή σιγουριά τῆς ἐμπειρίας πιά, τῆς γνώσης πού ἀξιώθηκε νά καταστεῖ ἐπίγνωση, δίχως ποτέ νά ἐκπέσει στήν ἀπόγνωση, ὑποστέλλοντας ἐπ' οὐδενί τή σημαία τῆς Ἐλπίδας. Τό διακηρύσσει, ἄλλωστε, διά τῶν παρακάτω στίχων του:

«Ξέρω καλά τό πένθος τῶν ἀποχωρισμῶν
Τ' ἀπελπισμένα ἀγκαλιάσματα
Τίς κρυφές χαραμάδες τῆς καρδιᾶς
[....................]
Ξέρω καλά τή βάρκα πού σαπίζει στήν ἀκρογιαλιά
[....................]
Τά παλιά σπίτια πού μαζεύουν σκόνη
Τά χάρτινα λουλούδια πού στολίζουν φτωχικές κάμαρες
Τά πρωτοχρονιάτικα δῶρα τά πληρωμένα μέ δάκρυα
Ξέρω καλά τό ματωμένο φανάρι μέσα στή θύελλα
Τό σκουριασμένο φανάρι μέσα στό κοιμητήρι» (8).

Ὅταν, ἐξάλλου, τό κρίνει ἀπαραίτητο, εἴτε ὡς χρέος του, εἴτε ἔξωθεν ἐπιβεβλημένο, θά πενθήσει γοερότατα [ὅπως στήν «Ἄννα τῆς ἀπουσίας» (9)], θά ὀργισθεῖ ἀπό μέσης καρδίας [ὅπως στά «Δέκα ποιήματα τῆς ὀργῆς καί τοῦ χρέους» (10)], θά μελαγχολήσει ἤ καί κάποτε θά ἐπαναστατήσει, ἀλλά πίσω ἀπ' ὅλα καί πάνω ἀπ' αὐτά, θ' ἀντιπροτείνει τή διασώζουσα προοπτική τοῦ Χαμόγελου καί τή δυναμική τῆς Ἀγάπης

[«Γιά νά μάθετε πώς μονάχα ἡ λευκή ἀνθοφορία
Τοῦ τοκετοῦ τῆς ἀγάπης διαρκεῖ» (11)]

καί τούτη εἶναι ἡ κατ' ἐξοχήν γεύση, πού ἀποκομίζει ἐντέλει ὁ ἀναγνώστης ἀπ' τήν ὅλη συναναστροφή μαζί του. Θεᾶται συνήθως ὁ Ποιητής τή θετική ὄψη τῶν πραγμάτων τοῦ Κόσμου κυρίως. Δέν ἐγκλωβίζεται μεμψιμοιρώντας στό ἀδιέξοδο τοῦ λυγμοῦ ἤ τοῦ ὀλοφυρμοῦ, τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης ἤ τῆς ἐσωστροφῆς, πού -δυστυχῶς- διαπιστώνεται στά σύγχρονα κυρίως λογοτεχνικά ἔργα, ὀγκούμενη καί ταλανίζουσα -εὐκαίρως ἀκαίρως- τήν ὕπαρξή μας. Δέν ἀφήνεται ὁ Βαρβιτσιώτης, νά τοῦ μαραθεῖ τό ἐαρινό συναίσθημα, ἀσφυκτιώντας κι ἀργοπεθαίνοντας ὑπό τό ἀπρεπές καί θανατηφόρο πέπλο τοῦ Χειμώνα. Θεωρεῖ π.χ. τόν συνήθως ἀποτρόπαιο γιά ὅλους μας Χειμώνα, τόν κάθε λογῆς Χειμώνα, -ἀκοῦστε καί θαυμάστε!!!- «περίλαμπρο»,

«Σάν ἕνα σῶμα πού ξεχειλίζει ἀπό ἄστρα
Σά μιά λάμπα πού φωτίζει
Ὁλοσκότεινους δρόμους ὅπου γυαλίζουν
Ἀποτυπώματα παγωμένα» (12)

καί τοῦτο, ἐπειδή ἔχει, αὐτόπτης αὐτός, βεβαιωθεῖ προ-αναστάσιμα, ὅτι ἄφευκτα ἔρχεται κάποια στιγμή ἐπιτέλους, πού

«Ἡ ἄνοιξη σβήνει ἕνα-ἕνα
Τά κεριά τοῦ χειμώνα» (13),

ἐνῶ, μέσα κι ἀπ' αὐτό τό ἀνθρώπινο αὐτονόητο Πένθος, βρίσκει λόγο καί τρόπο νά ἰσχυρισθεῖ, μέ δύναμη προορατική καί πεποίθηση ἐσχατολογική, παρέχοντας σέ ὅλους μας μιάν ἀκόμη εὐκαιρία στήν Ἐλπίδα:

«Βλέπω ν' ἀνθίζουν οἱ νεκροί
Ἡ ἀστραπή νά φράζει τό σκοτάδι
Κι ἐσύ ζωσμένη μ' ἕνα σπαθί
Νά ξαναγυρνᾶς ἀπό τή χώρα τῶν κρίνων» (14).

Ὄντες ἐγκλωβισμένοι σέ μιά γῆ / θερμοκήπιο ἀσφυξίας, τραγικοί αὐτόχειρες μιᾶς ἄνευ προηγουμένου φρικιαστικῆς περιβαλλοντικῆς παρεκτροπῆς καί βέβαιου ὕστερα αὐτοθανάτου, δέν καταβάλλεται ἀπό τήν ἀπελπιστική διάσταση τῆς πραγματικότητας, ἀπό τήν ἤδη προαναγγελθεῖσα ἡμερομηνία λήξης μας. Παρότι ὡς πολίτης τοῦ σήμερα δέν ἔχει περιθώρια ἰάμβων, ὡς ποιητής ὅμως ἀναμένει τήν ἀναστροφή τοῦ κλίματος ὑπέρ τοῦ Ἀνθρώπου καί τῶν ἀγαθῶν του ἔργων:

«Ἡ μοναξιά καί ἡ σιωπή
Δυό φίλες τώρα πεθαμένες
Κάνουν καμιά φορά ν' ἀνθίσουν
Τά κοιμητήρια» (15).

Ἀκόμη καί τήν ἀπόλυτη ἐκείνη, ἀδιάσειστη συνήθως σκληρότητα τῆς Πέτρας ἔρχεται νά δικαιολογήσει, ἀναγνωρίζοντάς της μιάν ἄλλη διάσταση καί οὐσιαστικότερη τώρα λειτουργικότητα:

«Ἡ πέτρα μή μπορώντας ν' ἀνθίσει
Περισυλλέγει μόνο τό φῶς» (16),

σημειώνει. Μέ ἄλλα λόγια, σέ καθεμιά περίπτωση ἤ περίσταση τοῦ βίου, στοιχίζεται μέ τή σπαραγματική-ἐπιγραμματική κι ἄκρως αἰσιόδοξη ἐκείνη πεποίθηση τῆς Σαπφοῦς, τήν ὁποίαν ἄλλωστε μεταχειρίζεται ὡς προμετωπίδα στήν ποιητική του συλλογή, ὑπό τόν ἐπίσης αἰσιόδοξο κι ἀποφασιστικό τίτλο «Ὄχι πιά δάκρυα» (17) :

«Γιατί σωστό δέν εἶν' σέ σπίτια ποιητῶν
θρῆνοι ν' ἀκούγονται· δέν μᾶς ἁρμόζουν τέτοια» (18).

Παρά τίς πανταχόθεν καί πολυόδυνες ριπές τοῦ βίου, παρά τίς ἀλλεπάλληλες ροές αἵματος ἀπ' τήν Ψυχή (ἀπό ἐκεῖνο, πού, ἄν χυθεῖ, δέν ἀναπαράγεται ποτέ), παρά τήν Ὕβρη τῶν καιρῶν, ἔστω κι ἄν τό ταξίδι τόν ὁδηγεῖ σέ μιάν ἄλλη πατρίδα, βρίσκει τρόπο καί τόπο, νά ριζώσει ἐκεῖ, γόνιμα καί καρποφόρα, πρόσφυγας λόγω ἰδεῶν, φωτός κι ἐλπίδας:

«Μάτωσε σάν ἕνας οὐρανός
Σέ ὥρα καταιγίδας
Ἔκλεινε τά μάτια του
Γιά νά μή βλέπει
Τοῦ κόσμου τήν κακομοιρά
Καί μές στόν ὕπνο του ἀναφωνοῦσε
Ὄχι πιά δάκρυα
[...............]
Τώρα προσάραξε
Σέ μιά τρισόλβια χώρα
Σαγηνευμένος ἀπό τό φῶς τό ἀμάραντο
Πέραν τοῦ πόνου
Πέραν τοῦ τάφου» (19).

Δέν εἶναι μάλιστα τυχαῖο, τό ὅτι διαδηλώνει, εὐκαίρως ἀκαίρως, τή συνεχόμενη εὐφορία τοῦ Ζῆν, παρά τή δικαιολογημένη ἀγωνία τῆς ἀναγκαστικῆς γειτνίασης μέ τό Ἐπέκεινα καί τά λοιπά συνακόλουθα ἐκείνου. Παρά τήν ἐμπειρία μιᾶς πηχτῆς κι ἀδιάβατης Νύχτας, ἡ Αὐγή τῶν Πραγμάτων ἀνατέλλει ἐντός ὀλίγου σαγηνευτική, λύοντας καί καταλύοντας τίς συνήθεις πλεκτάνες τοῦ Σκότους:

«Μιά τελετή γεμάτη θαύματα
Ἔκανα τή ζωή μου
Πιό μακριά
Ἡ ἄλλη ὄχθη τῆς νύχτας
Πού σελαγίζοντας μέ περιμένει
Πιό κοντά
Τό ποίημα τῆς παρουσίας σου
Ἡ σαγηνευτική ἐπίκληση τῆς δροσιᾶς» (20).

Σέ ὕστατη ἀνάλυση, ὅλα συνιστοῦν μιάν ἀέναη ἀντιπαράθεση Ζωῆς καί Θανάτου, εἴτε βιολογικοῦ, εἴτε (κυρίως) πνευματικοῦ. Ὁ ποιητής χρεώνεται, ν' ἀνασυστήσει τό παραπαῖον ἠθικό τῆς ἀνθρώπινης ὁδοιπορίας, νά ἐλαττώσει ἤ νά ἐξαλείψει τίς φοβίες τοῦ ἀποτρόπαιου καί παράδοξου χωρισμοῦ, νά παρέξει στούς συν-κοινωνούς του τήν ἐλπίδα παντάνασσα ὡς Ἀγάπη, Ἔρωτα, Ζωή διαρκή:

«Στήν ἐλάχιστη ἀνασαιμιά τῶν ρόδων
Στό ἀνοιγοκλείσιμο ἑνός ματιοῦ
Πού στίλβει ἀπό ἔρωτα
Καταχωνιάζεται ὁ θάνατος
Ξαναπροβάλλει τό θαῦμα

Κι ἀπό τήν ἄλλην ὄχθη τοῦ χρόνου
Σέ μιάν ἄκατο
Ἡ ἀσημένια κόρη» (21).

Ἡ σκληρή κι ἀμείλικτη καθημερινή (ἀποκαρδιωτική ὄντως) πραγματικότητα τῶν κάθε εἴδους διχοστασιῶν μεταξύ συνανθρώπων ἤ ἐθνοτήτων, τῶν παγκοσμίων συρράξεων, τοῦ ἀδικοχυμένου (ἔτσι κι ἀλλιῶς) τόσου καί τόσου αἵματος (πανίερου μολαταῦτα), τόν ἀναγκάζει συχνότατα νά σκυθρωπιάσει, νά θρηνήσει, νά ματώσει, ἀλλά, εὑρισκόμενος μπροστά στή θέα τοῦ ἐπιταφίου μέν, ἀνοιξιάτικου ὅμως Ἰησοῦ, δέν μπορεῖ, δέν δικαιοῦται νά παραμείνει κατάδικος ἐκεῖ, ἐπί ξύλου ἤ ἐν τάφῳ, ὅταν γνωρίζει τί ἀκριβῶς σέ λίγο μέλλει γενέσθαι. Ἐννοῶ, τήν ἀδιαμφισβήτητη συντριβή τοῦ κράτους τοῦ Θανάτου διά τῆς Ἀναστάσεως Ἐκείνου.

«Ποτέ δέν ἦταν ἄλλοτε
Τόσο πολύς ὁ πόνος
Τόσο πολλή ἡ θανατηφόρα στάχτη
Τόσο πολλές οἱ τερατόμορφες
Κοῦκλες τῶν σκοταδιῶν
Οἱ θλιμμένες λαμπάδες
Καί οἱ κλωστές τῶν δακρύων μας
Πού ἔχουν τυλίξει τόν οὐρανό
Ὅμως ἐλᾶτε μολαταῦτα
ὅλοι πασίχαροι
Νά διώξουμε τά φαντάσματα
Νά προσευχηθοῦμε ὅλοι μαζί
Πάνω ἀπό τ' ὁλάνθιστο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (22).

Οὕτως ἤ ἄλλως ὅμως, ἡ Ἀθωότητα διαθέτει ἀφ' ἑαυτῆς τή δυναμική, νά διασώζεται καί νά διασώζει. Ὑπάρχουν -δόξα τῷ Θεῷ- "μικρές" καθημερινές χαρές, πού ἀποτελοῦν ὄντως Χάρη / Παραχώρηση Οὐρανοῦ πρός τ' ἀνθρώπινα πράγματα καί πού συνήθως παραθεωροῦνται, λόγω κεκτημένης τοῦ καιροῦ μας ταχύτητας. Οἱ παρακάτω στίχοι θά ἠμποροῦσαν ν' ἀποτελέσουν μανιφέστο πρός αὐτή τήν προοπτική:

«Ὑπάρχει κάτι πιό συγκλονιστικό
Ἀπό τή συντεφένια ὄψη τοῦ τρόμου
Ἀπό τήν κλειστή παλάμη τοῦ τάφου
Ἀπό τή θλίψη τοῦ χαμένου καιροῦ
Ὑπάρχει τό γαλάζιο
Ἑνός ματιοῦ παιδικοῦ» (23).

* * *

Ἀντιμετωπίζοντας σέ μιά πρώτη ἀνάγνωση τά ποιήματα τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη σοῦ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση, ὅτι κατ' ἀρχήν πρόκειται γι’ ἁπλές φωτογραφικές ἀποτυπώσεις. Ὅτι συλλαμβάνει δηλαδή ὁ δημιουργός φευγαλέες στιγμές τοῦ ἔξω καί τοῦ μέσα κόσμου, ὡσάν ἀπό τή μηχανή τοῦ φωτογράφου. Κι αὐτό συμβαίνει ἀληθῶς. Μέ τή διαφορά ὅμως, ὅτι, ὅταν ἀργότερα μᾶς τίς ἐμφανίζει, ἔχει κατορθώσει τό τῆς Ποιήσεως μέγα ζητούμενο: Ἔχει προσδώσει στήν παρελθοῦσα ἤδη ἐκείνη στιγμή τή συν-αίσθηση τῆς Διάρκειας, διότι στόν "σκοτεινό θάλαμο" τῆς ψυχῆς του (μήτρα τῆς Ποίησης) κατάφερε τίς ζωοποιές ἐκεῖνες φωτοειδεῖς μεταλλάξεις πού ἀπαιτοῦνται, ὥστε, ἅμα τῇ ἐμφανίσει, νά εὐφραίνεται ὁ ἀναγνώστης, ἐκβάλλοντας πέρα μακριά τό Φόβο καί κωμωδώντας ὁλοένα τά παγιδεύματα τοῦ Χρόνου καί τῆς μέσα Λύπης.

Μετά τήν δεύτερη ἀνάγνωση, ἄλλα νεοφανῆ συναισθήματα σοῦ ἀναφύονται. Σάν τότε ἀκριβῶς, καλοκαίρι μέ 40 βαθμούς ὑπό σκιάν, μετά τήν ἐπίπονη ἀνάβαση στά σκαλοπάτια τῆς Μονῆς Ἀναπαυσᾶ, μπαίνεις τάλας κι ἔφιδρως στό ἁγιογραμμένο Καθολικό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί σέ κυκλώνουν ἐξαίφνης μορφές δροσιστικές, μέ πάνω ἀπ' ὅλα τήν ὀνοματοδοσία τῶν ζώων ἀπ' τόν Ἀδάμ, ἔργο 16ου αἰῶνος, διά χειρός Θεοφάνους Στρελίτζα Μπάθα, ἐπειδή ἀκριβῶς

«Ὁ ποιητής τά πράγματα ὀνομάζοντας
Τά σώζει ἀπό τό θάνατο» (24).

Σάν τότε ἐξάλλου, σέ ἄλλο κατακαλόκαιρο, ὑπό καύσωνα χαιρέκακο καί πάλι, τώρα πιά στά περιώνυμα τῆς Κνωσοῦ ἀνάκτορα, ἀντικρύζεις ἄξαφνα τόν «Πρίγκηπα μέ τά κρίνα» στόν κόσμο του, ἀνενόχλητον πάντως ἀπ' τόν θόρυβο τῶν ἑλληνομανῶν τριγύρω τουριστῶν, κι ἀναθαρρεύεις!!!

Τί περίεργοι συνειρμοί μέρα-μεσημέρι!... Ποῦ σέ πάει ὁ νοῦς, ὁ δημεγέρτης!... Ἤ, μήπως ὅμως, αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τή γονιμότητα ἤ τήν ὕψιστη ὠφέλεια, πού σοῦ δωρίζει ἡ Ποίηση μόνον; Βρεθήκαμε, ἆραγε, μακριά (ἤ μήπως κοντύτερα) στά καθέκαστα τῆς γραφῆς τοῦ Θεσσαλονικέως Δημιουργοῦ; Εἶμαι βέβαιος γιά τό δεύτερο· κάτι, πού οἱ συνήθεις ἀναλυτές τῆς Τέχνης, ἀσελγοῦντες μᾶλλον πάνω στό κ α ί ἤ στό π ο ῦ τῶν στίχων μας, μά καί οἱ κάθε λογῆς διϋλίζοντες αὐτεπαγγέλτως τά αἰσθήματα, οὐδέποτε θά δυνηθοῦν, εὐτυχῶς!!!

* * *

Ἔμπλεως δέους καί πίστεως ὁ Βαρβιτσιώτης ἔναντι τοῦ τρόπου αὐθεντικῆς βιοτῆς, πού ὀνομάζουμε «Οὐρανό», ἀτενίζει ὀρθοδοξότατα τό Θεῖον, προσβλέποντας στήν οὐσιαστική μέθεξη ἀρρήτων μυστηρίων τῆς ὄντως Ζωῆς. Πρόκειται γιά ἕναν ἐν κόσμῳ Ἀναχωρητή, ὁ ὁποῖος φεύγει, ὅλο φεύγει ἀπό τά καθημερινά, ἀποτασσόμενος τό δέλεαρ τῶν τρεχόντων κοσμικῶν, ὄχι ἐπειδή τά φοβᾶται ἤ τ' ἀπεχθάνεται (ὡς εἴθισται στούς καιρούς μας), ἀλλά ἐπιδιώκοντας καί στοχεύοντας, ἐκεῖ στήν αὐτομόνωσή του, παρέα μέ τά συνένοχα ὅπλα του-τό χαρτί καί τό μολύβι, νά ἐφεύρει τά λεκτικά (κι ὄχι μόνον) ἀντίδοτα, γιά νά καταπολεμήσει, μιά καί καλή, τήν ἐπάρατη ἀκοσμία τοῦ τώρα Κόσμου, ὥστε, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νά ἐπιστρέψει στά ἐνθάδε, νά νοηματοδοτήσει ἐκ νέου τίς κοσμικές μας προοπτικές, τίς ἀτολμίες ἤ τίς ἀστοχίες τοῦ σήμερα.

Εἶναι ποιητής προσευχόμενος ὁ Βαρβιτσιώτης καί νυκτικός, κατανυγόμενος ὁλοένα ἀπ' τό παράστημα καί τό παράδειγμα τῶν κορυφαίων γιά τήν σωτηρία μας ἱερῶν Προσώπων. Κι ἐπισημαίνει ὡς φωτεινός σηματοδότης μας:

«Προσοχή στά φωτοστέφανα τῶν ἁγίων
Προσοχή στό ἀβασίλευτο χαμόγελο τῆς Παρθένου Μαρίας
Προσοχή στό κεντημένο μέ δάκρυα καί πληγές σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (25).

Δέν εἶναι ἄλλωστε ἀμελητέα ἡ ξεκάθαρη ὁμολογία πίστεως, πού πραγματοποιεῖ, ὅταν παραδέχεται τήν καταλυτική κι ἀναμορφωτική παρουσία καί παρέμβαση Ἐκείνου στή διαχρονική πορεία τῆς Ἱστορίας:

«Στῆς ἱστορίας τήν παλίρροια
Θ' ἀστράφτει ἀείποτε τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ» (26).

Ἡ τιμή πάντως πρός τή Θεοτόκο ὑπερέχει στήν ἀνά χεῖρας Ποίηση. Ἴσως, διότι ἡ χαμηλῶν τόνων ἀνάερη φυσιογνωμία Της, ἡ πολλά κραυγάζουσα σιωπή καί ἡ καθόλου ἄχραντη βιοτή Της ἀπ' τή Σύλληψη κιόλας ὥς καί τή Μετάστασή Της, θέλγει εὐφρόσυνα κι αὐτονόητα κάθε νοῦ καί δή τοῦ εὐαίσθητου καί καλόγνωμου Ἕλληνα, ἀφοῦ ἔχει πλέον καταστεῖ πεποίθησή μας ἀδιάσειστη διά τῆς ἀσφαλοῦς ὁδοῦ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεώς μας, ὅτι ἡ ταπεινή αὐτή Κόρη ἀπό τήν ἄσημη κώμη τῆς Ναζαρέτ ἀποτελεῖ γιά τό ἀνθρώπινο γένος τό δοχεῖο τῆς Χάριτος καί τῆς Χαρᾶς του, τό γεφύρι ἤ τή σκάλα μεταξύ οὐρανίων κι ἐπιγείων, τή γλυκύτατη παραμυθία τῶν ἀνθρώπων, τήν ἁρμόδια ἐκπρόσωπό μας στόν Οὐρανό, τήν ἀνύστακτη πρέσβι μας στήν ἐπάνω Πατρίδα. Μιά τοὐλάχιστον ποιητική συλλογή τοῦ Βαρβιτσιώτη ἀπευθύνεται προσευχητικά καί τιμητικά πρός τήν πανσεβάσμια Μορφή Της. Εἶναι ὁ Ταπεινός αἶνος πρός τήν Παρθένο Μαρία (1971).

Ὁ ἔναστρος λόγος του πρός Ἐκείνην, πατώντας στέρεα στήν κοινή πεποίθηση τῶν παρελθόντων ἤδη εἴκοσι ὁλόκληρων αἰώνων Ὀρθοδοξίας, ἀπορρέει ἀπό τά μύχια τώρα τῆς ὑπόστασής του ὡς καρδιακή προσευχή, πανάκριβο θυμίαμα ἐσωτερικοῦ παλμοῦ καί θρίαμβος ἐπινίκιος τῆς ἀγαπητικῆς πρός τό μεγαλεῖο Της διάθεσής του. Λόγος ἁπλοῦς καί γιά τοῦτο ἀκριβῶς καθαρότατος κι ἄκρως μεγαλοπρεπής, λόγος ρέων, μουσικός κι ἑλληνοπρεπής, γλαφυρότατος καί θεοπρεπής, λόγος ἀνάλαφρος κι πανωραῖος, τοῦ Θανάτου ἀντίλογος κι ἀντιστάθμισμα. Ἐρανίζομαι (χάριν εὐφωνίας) κάποιους ἐνδεικτικούς του στίχους, ὀάσεις τρυφερότητας κι εὐλάβειας:

«Φῶς ἀβασίλευτο κι ἔρωτας τοῦ φωτός
Αὐγή καί βλέφαρο τῆς αὐγῆς
Κι ὅλα μεμιᾶς ἀναγαλλιάζουν» (27),

«Θαμπωμένοι ἐμεῖς ἀπ' τό θυρεό τῆς Ὡραιότητός Σου» (28),

«ὤ Παναγίτσα ἡλιόκαλη δική μας
Παρηγοριά μας καί καταφυγή μας

Σ' ἕνα δελφίνι καθιστή
Περνᾶς τούς κάβους στήν ἀράδα
Τό χαμόγελό Σου ἀστραπή
Κάτασπρο γνέφαλο ἤ νιφάδα» (29),

«Μᾶς ἐπισκέπτεσαι πάντα ὦ Περίβλεπτη
Τίς χιονισμένες κάμαρες ἀνοίγοντας στή θαλπωρή τοῦ θέρους
Κι ἄγγελοι πλῆθος συνωστίζονται
Κάτω ἀπό τό ἀνθοπέταλο
Πού σχηματίζει τ' ὄνομά σου» (30),

«Ἀκόμα καί τό φῶς χρειάζεται τήν παρουσία σου
Δέσποινα τῶν ἀγγέλων πού προστατεύει τόν ὕπνο μας
Γιατί μονάχα Ἐσύ μπορεῖς ν' ἀναχαιτίσεις τά σκοτάδια
πού ἐφορμοῦν
Σέ πένθιμη νυχτερινή ἱππασία
Κι ὅπου στενάζει ἕνα παιδί
Κάνεις ν' ἀνθίσει μιά δροσοσταλίδα» (31).

Ὁ Βαρβιτσιώτης ἀποδεικνύεται στήν κυριολεξία Ὑμνογράφος ἐπιδεξιότατος. Μπορεῖ νά μήν συντάσσεται μέ τά ἐξωτερικά ἐκφραστικά μοτίβα τῶν γνώριμών μας βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιητῶν, ἀλλά ὁ ἐσωτερικός του ρυθμός, ἡ ὑποδειγματική του σεμνότητα, ἡ ἔναστρη ταυτόχρονα καλολογία του, τό ἀπαστράπτον συναίσθημα πού ξεδιπλώνεται γάργαρο, ἡ ἐκπεφρασμένη ροή τοῦ ζέοντος πιστεύματός του παραπέμπουν κατ' εὐθείαν ἐκεῖ, στό βάθος τῶν αἰώνων, ἴσως διότι ἀρδεύεται ἀδιάλειπτα ἀπ' τό φρέαρ τῆς Παράδοσης, ἁπλώνοντας ἔτσι τίς ρίζες του θαλλερές καί στό αὔριο. Εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι, ἄν κάτι-ὁτιδήποτε συνέβαινε κι ἔπαυε πιά νά χρησιμοποιεῖται ὡς λειτουργική ὑμνητική τοῦ Θείου γλώσσα ἡ βυζαντινότροπη ποίηση, ἀρχαία καί νεώτερη -ὅ μή γένοιτο, ἐννοεῖται-, ὁ εὔχυμος κι εὔρωστος λόγος τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη θά κατελάμβανε τήν πρωτεύουσα θέση στή νοητή αὐτή ἀντικατάσταση, ἐκεῖ ὅπου γιά τόσους καί τόσους αἰῶνες κατέχουν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς περίβλεπτος Ρωμανός ὁ Μελωδός (32) ὁ πρωτοκορυφαῖος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (33) ὁ ταπεινόφρων, Κασσιανή (34) ἡ τολμηρότατη τῶν γυναικῶν στό στίχο, τώρα τελευταῖα Γεράσιμος ὁ Μοναχός ὁ Μικραγιαννανίτης (35) ἤ Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ Σιμωνοπετρίτης (36) καί τόσοι ἄλλοι ἐπώνυμοι ἤ ἀνώνυμοι ἐκκλησιαστικοί στιχοπλόκοι, θεοδίδακτα πάντως καί «πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου» (37). Διότι, ἁπλούστατα, καταφέρνει νά συνδυασθοῦν ἁρμονικότατα διά τῆς ποιήσεώς του, τό τερπνόν τῆς τέχνης του μετά τοῦ ὠφελίμου τοῦ ζέοντος φρονήματός του, γεφυρώνοντας τό ἐσώτατο μέλος τῶν στιχηρῶν του μέ τό βέβαιο μέλλον τῆς πίστης. Ἐνώπιος Ἐνωπίῳ, λοιπόν, φλέγεται ἀπό τή λυσιμελή ἐμπειρία τῆς πύρωσης, δίχως ποτέ ν' ἀφομοιώνεται ἤ ν' ἀφανίζεται κατακαιόμενος. Προσεύχεται αὐθεντικά κι αἰσθαντικά, ἔγκλειστος ἐκ νεότητός του στό μοιραῖο κελλί τῆς Ἄσκησης καί τῆς ὅλο κοινωνικότητα Μοναξιᾶς του, ἀποκρούοντας ἐπιτυχῶς μέχρι σήμερα τό κάθε ἐνάντιο καί δηλητηριῶδες κεντρί, πού ἐλλοχεύει ἀνά πᾶσα στιγμή, νά μᾶς εὕρει εὐάλωτους. Τή δική μας ροπή, ὑπονοῶ, πρός τό ὑπερφίαλο καί τό ἐγωπαθές, τό τάχα καί τό δῆθεν. Ἀποθεώνει ὁ Ποιητής τό γήινο κι ἐνσαρκώνει ἐπισημότατα τό Θεῖον, κάτι ἄλλωστε, πού συνιστᾶ καί συνοψίζει ἀνέκαθεν τόν Κανόνα τῆς ὅσης Ὀρθοδοξίας μας ὡς Ὀρθοπραξίας.

* * *

Τό μυστικιστικό στοιχεῖο θαυματουργεῖ εὐφρόσυνα στήν ποίηση τοῦ Βαρβιτσιώτη, χαρακτηρίζοντας ἀνεξίτηλα τά καλοστημένα (πραγματικά ἤ φανταστικά) σκηνικά τοῦ Κόσμου του, μαζί μέ τίς τάσεις, τίς ἐντάσεις, τίς ἀντιστάσεις, τίς ἀνατάσεις του. Ὅλ' ἀφοροῦν στό Ἐπίκεντρο, στήν Οὐσία (ἀπουσία, ἤ μή παρουσία) τῶν Ὀνείρων καί τῶν λοιπῶν Ὄντων. Ἡ γραφή του διανύει τό σχῆμα: Μυστηριώδης - μυστικοπαθής - μυστική - μυσταγωγική - μυστηριακή. Μᾶς προϊδεάζει σχετικά:

«Ἀνακάλυψα μιά νέα
Μυστική γραφή
Ἴδια σκιά πού ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μές στή ραγισματιά τῆς μέρας
Ἰδεόγραμμα χαραγμένο
Μέ τό δάχτυλο τῆς Περσεφόνης
Ὑπόγεια φλέβα
Πού ὅμως ἀχτινοβολεῖ
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεοσκότεινο ἄνθος
Σφραγισμένο
Μέ τή σιωπή» (38).

Ὅλα τίθενται, συντίθενται ἤ καί συχνότατα ἀποσυντίθενται μέ παρρησία περισσή. Μιά πολύ μακρινή Ἀπουσία παρ' ὅλ' αὐτά, ἀνά πᾶσα στιγμή καί ὥρα παροῦσα, κυκλοφορεῖ κυριαρχική στήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρά του, καλορυθμίζοντας ἐντέλει τά πάντα, πίσω ἀπ' τίς τρέχουσες λέξεις του, τά νῦν καί ἀεί νοούμενα. Μιά λατρεία εὐωδέστατη γιά τίς ἤδη φευγάτες θωπεῖες ὑπεραμύνεται τῶν δικαίων της. Ἕνας ὁλόκληρος ἕτερος (μά ταυτόχρονα, τόσο οἰκεῖος του) Κόσμος στήν ἀντίπερα ὄχθη τοῦ Ζῆν ἐπιβιώνει, ἐντός ἐκτός καί ἐπί τ' αὐτά.

«Μαβιά ἡ μορφή της κάτω ἀπ' τό χιόνι
Διαιωνίζει μιάν ὑποχθόνια βλάστηση» (39).

Ἦχοι ἀπόηχοι μικρῶν ἤ μεγάλων σιωπῶν καί παράδοξες -πλήν ἰσχυρότατες- Μνῆμες, ἄν καί πολλές φορές κολοβωμένες ἀπ' τήν πολλή τώρα μακρότη, μά καί ἡ σκουριά παράλληλα τῶν νοτισμένων αἰσθημάτων νοηματοδοτοῦν πάλι καί πάλι τή δίχως κατάληξη περιπέτεια τοῦ Ὑπάρχειν. Ὅλα πᾶνε κι ἔρχονται, παλαιώνονται καθ' ὁδόν ἐπιδεξιότατα, προγευόμενα τό Τέλος (μέ τήν ἔννοια τῆς ὁλοκλήρωσης ἤ καί τῆς ἐκπλήρωσης), ὡς μέλη-στελέχη πολύτιμα μιᾶς παράτολμης, γι' αὐτό καί τόσο θελκτικῆς, νέας Δημιουργίας:

«Βαθειά συρτάρια ἀπό ξύλο παλαιό
Πού εὐωδιάζουν
Μέ σκουριασμένες κλειδαριές
ἠχηρά μονάχα ἀπό τή σιωπή
Μέσα τους ἀχτινοβολεῖ
Ἡ πιό παράξενη μυστική νύχτα» (40),

ἐνῶ ὁ ἐπί σκοπόν ἁρμόδιος Ὀφθαλμός (στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Ποιητής) καί μετά ἀπό μακρά ἀγρύπνια, ἐγρήγορση κι ἀναμονή στό φεγγίτη τῆς Αἰωνιότητας, ἀφουγκράζεται ὁλοένα, ἤ καί θεᾶται σήμερα σημεῖα ἀποκαλυπτικά, τά ὁποῖα παραπέμπουν στό Αὔριο τῶν Ὀνομάτων καί τῶν Εἰδῶν:

«Βήματα νεκρῶν πού ἀπομακρύνονται ὁλοένα
Σώματα πουλιῶν βαλσαμωμένα
Λυπημένα βλέμματα χωρισμένων ἐραστῶν» (41).

Οἱ χρονίζουσες ἀποστάσεις μας ἀπ' τό Ἀκμαῖο ἤ οἱ ἀλλεπάλληλες πτώσεις μας ἀπ' τό Αὐθεντικό, οἱ ἔξοδοί μας ἀπ' τόν Κῆπο τῆς Τελειότητας καί τῆς Ὀμορφιᾶς (πεῖτε τις καλύτερα, αὐτοεξορίες ἤ καί κάποτε αὐτοκτονίες) σ' ἕναν δυσοίωνο κόσμο virtual πραγματικότητας μέ τόν Big Brother νεόκοπο -ἀλίμονο- κυρίαρχο τοῦ «παιχνιδιοῦ», δέ συνιστοῦν ἀσφαλῶς μιά κατά φύσιν κατάσταση. «Ἐν ἀρχῇ» (42) ἐκεῖ, κατεῖχε χαρισματικά ὁ Ἄνθρωπος, μακάριος, τήν κορυφαία κατάσταση τοῦ posse non mori (43) ἀλώβητο, ἀργότερα ὅμως κι ἀνά πᾶσα στιγμή ποθεῖ καί σχεδιάζει, μακρόθεν καί λυπούμενος, τήν Ἐπιστροφή. Ἀπό τότε καί στό ἑξῆς, ἡ γεύση παραμένει ἀσίγαστη τῆς Νοσταλγίας, ἡ ἐπιθυμία διαρκής πρός τό πρώην Κάλλος καί τ' ἄλλα δωρήματα, τ' ἀπωλεσθέντα. Μά καί πάλι ἀνθίσταται -ἀτυχῶς- ἐνάντια στό δικό του συμφέρον, ἀνασταλτικά τοῦ δικοῦ του σωσμοῦ, διότι ἔχει πλέον προσλάβει ὡς νεώτερη, ἀνάρμοστη φύση του, τή ροπή ἐτούτη πρός τήν Ἀντίσταση καί τή Φυγή:

«Ὀργισμένες ἀχτίδες πού διαπερνοῦν τόν ὁρίζοντα
Ἴχνη πού ἀφήνει ὁ οὐρανός
Ὕστερα ἀπό τή θύελλα
Ὕστερα ἀπό τήν τελευταία πτώση
Τοῦ ἀγγέλου» (44).

* * *

Ἄτριον (45) εἶναι ὁ τίτλος τῆς ποιητικῆς συλλογῆς (παραγωγῆς 1994-1995) τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, πού γεφυρώνει ἐκδοτικά (Ὀκτώβριος τοῦ 2000) τόν εἰκοστό μέ τόν εἰκοστό πρῶτο αἰώνα. Ἡ ἀρχαία αὐτή λέξη σημαίνει τό «στημόνι», ἀπαραίτητο γιά τήν ὕφανση, στή διασταύρωσή του μέ τό ὑφάδι. Κάπως ἔτσι χρειάζεται νά ἐκληφθεῖ τό ἀνά χεῖρας βιβλίο: Στημόνι τοῦ νεώτερου κόσμου τοῦ ὀνειρικοῦ, τῶν νήπιων ἀκόμη χρόνων τοῦ μόλις εἰσοδεύσαντος αἰώνα, τῶν ἱερῶν ἐμπειριῶν (καλῶν ἤ κακῶν, δέν ἔχει καμιά σημασία) τοῦ Ποιητῆ στή συνεύρεσή τους μέ τίς νέες πραγματικότητες τοῦ σήμερα ἤ τοῦ αὔριο. Στημόνι, ἐξάλλου, μιᾶς ἐπαναστατικότερης ὁλοένα Σιωπῆς· ἑνός ἀγωνιώδους ἀγώνα γιά τήν ἐπικράτηση τῶν δώρων τ' Οὐρανοῦ στή γῆ· τῆς ζωῆς ἐπί τῶν παντοειδῶν γνωστῶν μας ἀγνώστων φαντασμάτων, τῆς ὀρθοφωνίας τῶν αἰσθημάτων ἐπί τῆς κακοφωνίας τοῦ Ἀναίσθητου, τῆς Ἀγάπης, φίλοι μου, τῆς Ἀγάπης!!! Αὐτῆς, τῆς ταλαίπωρης ἐρωμένης!!!...

Ὁ Ποιητής ἐκ προοιμίου, κατά τρόπο ἱερατικό, δηλώνει εἰς ἐπήκοον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου:

«Ἀντιστροφή πιά τώρα
Πρός τήν ἀπόκρυφη σκιά
Ὅπου ἀναθρώσκει
Ἕνα ἄνθος ἀπό φῶς
Σφραγισμένο μέ τή σιωπή του» (46).

Ἐνῶ βιώνει μιάν ὄντως δυσοίωνη πραγματικότητα, μιά κατάσταση ἔκπτωσης, παθῶν καί λαθῶν, μιά

«Γυμνή ἐποχή
Μέ τό ξεθυμασμένο της ἄρωμα
Καί μέ τό διάφανο ψῦχος της» (47),

δέν παύει ἐπ' οὐδενί, νά παραμένει

«(...) γοητευμένος ἀπό τό οὐράνιο πῦρ
Ἀπό τούς κήπους τοῦ μυστηρίου
Θρεμμένος ἀπό τό ψωμί τῆς μοναξιᾶς
Ἀναζητώντας πάντα τήν πνοή τοῦ ὠκεανοῦ
Ναυσιπλοεῖ μέσα στό ἄρρητο καί στό ἄγνωστο» (48).

Λησμονημένα ὀνόματα ἐπιστρέφουν, ξεθωριασμένα χρώματα ἐρυθριοῦν ἐκτάκτως τώρα στή Στροφή. Καραδοκίες ὀνείρων ξεθαρρεύουν και ἀνθίζουν. Τά ὅσα νήπια συναισθήματα ἐνηλικιώνονται. Ἡ γνωστή του ἐκείνη, ἀπ' τά πολύ παλιά, Μορφή (ἄσαρκη ἤ ἐνσώματη, δέν πολυέχει σημασία στό ἐπέκεινα τοῦ Χρόνου) ἰσχύει ἀκόμη. Τώρα, περισσότερο παροῦσα. Τώρα, ὀργιάζουσα στή νιοστή. Εἶναι θέμα Προσώπου, τελικά. Ἐκεῖνο διαρκεῖ, ἐκεῖνο εἶναι τό ἐξόχως ἐρωτεύσιμο κι ἀνεπανάληπτο, γιά ἐκεῖνο ἀκριβῶς συγκαταβαίνει συνήθως ἡ Οὐρανός στή Γῆ. Ἐν ἔτει, λοιπόν, σωτηρίῳ 2000 καί βάλε, μετά Χριστόν, ὁ Βαρβιτσιώτης ἀνασύρει αὐτή τή Μορφή ἀπ' τόν πρώην αἰώνα του, ἀπ' τίς προπερασμένες του ἡμέρες «ἀπαραποίητη»:

«Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἐξαφανιστεῖ
Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἀποδημήσει
Ὅπου καί νά 'σαι θά σέ ξαναβρῶ

Τό πρόσωπό σου μοῦ ἀνήκει
Ἀπαραποίητο μέσα στόν ἄνεμο» (49).

Κι ὅμως, ἡ Ποίηση, ἐνῶ σέ λυτρώνει, ταυτόχρονα σ' ἐξαντλεῖ, ὄντας

«(...) σειρήνα καραβιοῦ
Πού καλεῖ σέ βοήθεια» (50).

Ἐνῶ σέ ὠθεῖ νά χαμογελᾶς ἤ νά λυτρώνεσαι μή ἀπελπιζόμενος, κάποτε σ' ἐξωθεῖ καί στά δάκρυα, ὄχι τοῦ χαμοῦ, μά σέ κεῖνα πού εἶναι δάκρυα ἀπροσδιόριστης προέλευσης, κραυγή πού δέν ξέρεις γιατί κι ἀπό ποῦ. Ἡ Ποίηση, ἐξάλλου, σέ κενώνει, ἔτσι καθώς ἡ τελετουργία ἐκείνη τῆς Πενίας καί τοῦ Πόρου, τῆς Νοσταλγίας καί τοῦ Κορεσμοῦ. Καί ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης, ἀπό τά καλοθύμητα ἐκεῖνα Φύλλα ὕπνου (51) (τοῦ 1949) ὥς τό σημερινό πολύτροπο Ἄτριον, ἔχει καταξοδευτεῖ καί τολμᾶ νά τό πεῖ, ὄχι ὡς παράπονο (ποτέ δέν θά τὄκανε), ἀλλά ὡς ρεαλιστικό γράφημα ἔσω ψυχῆς καί ὡς παρακαταθήκη ἤ πρώτης τάξεως προϊδεασμό γιά κάθε ἐπίδοξο ἐπίγονό του, ὀρεγόμενον δόξαν ποιητοῦ:

«Ὁ λόγος μου
Ὁ διάφανος λόγος μου
Ὤ τί σκληρή δοκιμασία!
Τί περιπέτεια ἐξαντλητική!

Τά φτερά μου πιά ἔλιωσαν
Καί μέρα μέ τή μέρα
Γίνομαι ἀόρατος
Προστατευμένος μόνο
Ἀπό τό φῶς τῆς τραγωδίας μου» (52) .

* * *

Δέν εἶν' εὔκολο διακόνημα ἡ θητεία στήν Ποίηση, δέν εἶναι... Κι ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης, κρίκος ὁλόχρυσος μιᾶς μακρᾶς (ἀρχαϊκῆς, μά στέρεης) ἁλυσίδας καταξοδεμένων προφητικῶν φυσιογνωμιῶν, ἐπιθυμεῖ ν' ἀπιθώσει τήν ποιητική διαδοχή, (σκυτάλη εὐθύνης ὕψιστης), σέ χέρια στιβαρά καί νόες διαυγεῖς, πού θ' ἀριστεύσουν -σύν τῷ χρόνῳ- εὔρωστοι κατά τή νοητή κι ἀτέρμονη σκυταλοδρομία πρός τή Γνώση, τήν Τελείωση, τό αὔριο τῶν Πραγμάτων. Καί τοῦτο, ἐπειδή γνωρίζει καλά, ὅτι, ἄν δέν ὑπάρξει ἡ ζητούμενη αὐτή οὐσιαστική διαδοχή, ὅλα θά ριχτοῦν στή χοάνη τῆς Λήθης, στήν ὁριστική σιωπή τοῦ Χαμοῦ. Ὁ κίνδυνος πάντοτε ἐμφωλεύει καί δέν μᾶς εἶν' ἐπιτρεπτό, νά καταλήγουμε στήν Ἀμνησία, λόγω τῆς ἐπί θύραις καθολικῆς Ἀμνηστίας, πού μᾶς ἐπαπειλεῖ ἀδιάλειπτα. Ἡ ἐγρήγορση προαπαιτεῖται γιά τή δικαίωση τῆς Ποίησης, διότι

«Ὅπως τά καρφιά
Σκουριάζουν κάποτε καί τά ὄνειρα
Μέ τόν καιρό» (53).

Ἀντί ἄλλων ἐπιπρόσθετων καταληκτικῶν λόγων στήν ἐντελῶς προσωπική μας ἐτούτη περιδιάβαση μέσα στόν ὁλάνθιστο Κῆπο τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, δανείζομαι δυό ποιητικά ψήγματα τῆς σοφίας του, διότι ἀποτελοῦν -θεωρῶ- ἄριστες παραινέσεις πρός ναυτιλομένους, ἀλλά καί συνοψίζουν ἐπαρκῶς τή γένεση, τήν ἐξέλιξη καί τήν ἐν γένει ποιητική μυσταγωγία, πού τελεσιουργεῖ ἀνέκαθεν ὁ ἴδιος:

[Ι]
«Αὐτός ὁ ἅγιος πού λέγεται ποιητής
Ὁ ἄνεργος αὐτός
Πού διακονεύει κάποτε στή γῆ
Καί κάποτε στόν οὐρανό
Πάντοτε πανωραῖος καί πάντοτε θαλερός
Μές στήν ἀτέρμονη ἰχνηλασία του» (54).

[ΙΙ]
«Ὅσο ὑπάρχουν ποιητές
Τά πουλιά θά πετοῦν
Καί τά δέντρα θ' ἀνθίζουν
Δέ θά μποροῦν ἀνίερα χέρια
Νά σταματήσουν τήν ἄνοιξη
Νά ἐξαφανίσουν τά πράσινα σημάδια
Αὐτούς πού πιστεύουν ἀκόμα
Πώς εἶναι τ' ὄνειρο δυνατό» (55).

Καί μιά διαπίστωση ἀκροτελεύτια, πού σημειολογικά λέει πολλά: Ἡ μακρά καί πλατιά Ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη δέν διαθέτει τελεῖες. Ψάχνεις σελίδα τή σελίδα, μά δέ βρίσκεις. Ἤ, μᾶλλον, ὑπάρχουν μερικές σ' ἐλάχιστα ποιήματα τῆς πρώτης του ἐποχῆς. Τό κάθε του στιχηρό ἀπό τότε, κλείνει, μά δέν τελειώνει. Τοῦτο μᾶς παρέχει τή μυστική πληροφορία καί τή βεβαιότητα, ὅτι ὁ δημιουργός τους ἀφήνει ἐσκεμμένα κάθε φορά τίς ὑποθέσεις του ἀνοιχτές σέ καινούργιες προσεγγίσεις, νεώτερες ἐκδοχές, σάν ἀνοιχτά (ὀρθάνοιχτα) παράθυρα πρός τόν ἔξω κόσμο (ἤ πρός τή μέσα φυλακή) κι ἐνῶ κάθε φορά μᾶς νουθετεῖ στοργικότατα:

«Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησης
Μή λυπηθεῖτε φίλοι μου
Μή λυπηθεῖτε

Ἄς ταξιδέψει τό χαμόγελό σας
ἀπό στόμα σέ στόμα» (56)

[Μπανάτο Ζακύνθου, Ἰούνιος 2001]


ΘΕΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ (57)

Στόν Τάκη Βαρβιτσιώτη

Νά πού ὁ Ὕπνος χρηματίζεται κι αὐτός
μέ νουθεσίες παραμυθιοῦ
καί ἄνευ λόγου Λόγο
ὄμορφες
καί θεόμορφες
λέξεις παρακειμένου

πέπτωκα
τετέλεκα
πέφευγα
κι ὅπου-ὅπου.

Τό μάθε τέχνη κι ἄστηνε ἐσχάτη ἐλπίδα
στέκει στήν πύλη ὁ Πυρετός
κι ἄν θέλεις ἔμπα

μά σέ γκρεμούς ἀπό νερά
ὁλονυχτίς μές στ' Ὄνειρο
καί τήν αὐγή
Ἰούνιος ἀπό σώματα
(εὐπαθῆ γιασεμιά πού τά φθόνησε ὁ Ὄρθρος)
ὑφάδι ἀποτρόπαιο
τῆς θερινῆς ἰσημερίας.

[Ποίημα π. Παναγιώτη Καποδίστρια, γραμμένο στις 25.6.2001]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη· Ποιήματα (1958-1972), Ἐκδ. Ἐγνατία, (Θεσσαλονίκη) 1981, τ. 2, 31 [ποίημα «Τό μεταίχμιο», ἀπό τήν ποιητική συλλογή Τό πέπλο καί τό χαμόγελο, 1958-1962].
2. Γιά τόν Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, τό ἔργο καί τήν ὅλη ἐπιφανέστατη παρουσία του στά ἑλληνικά καί παγκόσμια Γράμματα, βλ. κατατοπιστικά στοιχεῖα, ἐπιλεκτικά: α) 'Η λ ί α Κ ε φ ά λ α, "Ἐπίλογος" [στό βιβλίο τοῦ Τ. Β. Νήματα τῆς Παρθένου], Ἐκδ. Κέδρος, (Ἀθήνα) 1997, σ. 125-129, β) Ἀ λ έ κ ο υ Δ α φ ν ο μ ή λ η, Ὁ ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης, Θεσσαλονίκη 1999 καί γ) Π. Δ. Μ α σ τ ρ ο δ η μ ή τ ρ η, «Νοσταλγία καί Δοξολογία στήν ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη», Ἀνάτυπο ἀπό τήν Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 32 (1998-2000) 59-68.
3. Ἀξίζει νά ἐπισημανθοῦν δυό σπουδαῖα καί μεγάλα ἀφιερώματα ἔγκριτων λογοτεχνικῶν περιοδικῶν γιά τόν Ποιητή: Α) Περιοδικό Ἔρευνα 1 (Ἰανουάριος 2000) 5-12. Γράφουν μέ ἀλφαβητική σειρά οἱ: Πίτσα Γαλάζη, Δημήτρης Θ. Γκότσης, Hotacio Castillo, Ἀλέκος Δαφνομήλης, Βίκτωρ Ἰβάνοβιτς, Myo Kapetanovich, Δημήτρης Ἰ. Καραμβάλης, Ἠλίας Κεφάλας, Φώφη Κορίδη, Γιάννης Κορίδης, Διονύσης Κωστίδης, Εὐτυχία Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Νίκος Μουτσόπουλος, Δημήτρης Νικορέτζος, Justo Jorge Padron, Νίκος Παππᾶς, Λένα Παππᾶ, Ἠλίας Σιμόπουλος, Μιχάλης Σταφυλᾶς, Κώστας Τριανταφυλλίδης καί Γιῶργος Φρέρης. Ἀκολουθεῖ ἐκτενές ἀνθολόγημα ποιημάτων καί ἀναλυτικό Χρονολόγιο τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Ποιητῆ. Β) Περιοδικό Ὀμπρέλα 48 Μάρτιος-Μάϊος 2000) 3-49. Γράφουν οἱ: Μ. Ἀποστολᾶτος, Μιχάλης Ἀγγελάκης, Ἑλένη Καρασαββίδου, Βίκυ Μπακάλη, Δημήτρης Νικορέτζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Νέστορας Μάτσας, Εὐαγγελία Παπαχρήστου-Πάνου, Δημήτρης Ἰ. Καραμβάλης, Κώστας Σαρδελῆς, Κατερίνα Τσιτσεκλῆ, Δ. Κωστίδης, Λουκᾶς Θεοχαρόπουλος, Πάνος Π. Παναγιωτούνης, ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής περί Ποιήσεως καί ἀπάνθισμα ἀπ' τό ἔργο του.
4. Ἡ ἐκτίμηση αὐτή τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη δημοσιεύεται στό ἐξώφυλλο τοῦ ποιητικοῦ τόμου, Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη· Ποιήματα 1973-1979, Ἐκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988, τ. 3.
5. ὅ.π., σ. 117 (ἀπό τό ποίημα "Mant Chagall" τῆς ποιητικῆς συλλογῆς Καλειδοσκόπιο, 1972-1976).
6. Ποίημα Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, ὑπό τόν τίτλο «Αὐτός ὁ μικρός θεός πού μιλᾶ», δημοσιευμένο στό Περιοδικό Ἐντευκτήριο, τεῦχος 51, Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2000.
7. Ἀπό Συνέντευξη τοῦ Ποιητῆ στήν Φ ώ φ η Κ ο ρ ί δ η. Βλ. τόν διαδικτυακό Τόπο in.gr: Βιβλία. Πρβλ. ὅσα περιέχονται στό τεῦχος «Ἐπίσημη ὑποδοχή τοῦ Ἀντεπιστέλλοντος Μέλους τῆς Ἀκαδημίας [Ἀθηνῶν] κ. Τάκη Βαρβιτσιώτη», Ἀνάτυπον ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τ. 44, τεῦχ. β' (1999) 328-348, ὅπου Χαιρετισμός τοῦ τότε Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας Γ ε ω ρ γ ί ο υ Μ η τ σ ο π ο ύ λ ο υ, Προσφώνηση τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Τ ά σ ο υ Ἀ θ α ν α σ ι ά δ η καί Ὁμιλία τοῦ τιμωμένου Ποιητῆ.
8. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 145 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἡ ἀτραπός, 1972-1976).
9. ὅ.π., σ. 41-66.
10. ὅ.π., σ. 9-23.
11. ὅ.π., σ. 13.
12. Ἀπό τό ποίημα Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, «Ὁ χειμώνας περίλαμπρος», Ἐντευκτήριο, ὅ.π.
13. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 72 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἑνωμένα χέρια, 1972).
14. ὅ.π., σ. 60 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἡ Ἄννα τῆς ἀπουσίας, 1973-1974).
15. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Φαέθων, Ἐκδ. Γ. Μπίμπη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 19 (ποίημα "Ἡ μοναξιά καί ἡ σιωπή").
16. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 202 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Fragmenta ἤ Ἡ βλάστηση τῶν ὀρυκτῶν, 1977-1979).
17. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ὄχι πιά δάκρυα, Ἐκδ. Κέδρος, (Ἀθήνα) 1998.
18. ὅ.π., σ. 7.
19. ὅ.π., σ. 9.
20. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 229.
21. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ὄχι πιά δάκρυα, ὅ.π., σ. 19 (ποίημα «Ἡ ἀσημένια κόρη»).
22. ὅ.π., σ. 21 (ποίημα «Ποτέ δέν ἦταν ἄλλοτε»).
23. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ἄρωμα ἑνός κομήτη, Ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1997, σ. 15 (ποίημα «Ὑπάρχει κάτι πιό συγκλονιστικό»).
24. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 48.
25. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Τά δῶρα τῶν Μάγων, Ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1999, σ. 29.
26. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 46.
27. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 2, 148 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ταπεινός αἶνος στήν Παρθένο Μαρία, 1971).
28. ὅ.π., σ. 149.
29. ὅ.π., σ. 150 ἑξ.
30. ὅ.π., σ. 152.
31. ὅ.π., σ. 153.
32. Γιά τόν Ρ ω μ α ν ό τόν Μ ε λ ω δ ό, βλ. ἐπιλεκτικά, 'Ο δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, Ἐν λευκῷ, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα) 1992, σ. 35-56.
33. Γιά τόν Ἰ ω ά ν ν η τόν Δ α μ α σ κ η ν ό, βλ. ἐπιλεκτικά, α) Π α ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Ἐκλογή Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας, Ἐκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων Ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι 1978 (β'), σ. 287-310 καί β) Ἀ ρ χ ι μ. Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἕνας Ἅγιος Ὑπουργός, Ναύπακτος 1992.
34. Γιά τήν Κ α σ ί α ἤ Κ α σ σ ι α ν ή, βλ. ἐπιλεκτικά, Π α ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, ὅ.π., σ. 372-376.
35. Γιά τόν Γ ε ρ ά σ ι μ ο Μ ι κ ρ α γ ι α ν ν α ν ί τ η, βλ. ἐπιλεκτικά, α) Ἀ ρ χ ι μ α ν δ ρ ί τ ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ Χ. Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁ Ὑμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης καί οἱ ἀκολουθίες του σέ Ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης· Συμβολή στή μελέτη τοῦ βίου καί τοῦ ἔργου του, (Διδακτορική Διατριβή), Ἐκδ. Ὀργανισμοῦ Πολιτιστικῆς Πρωτεύουσας τῆς Εὐρώπης, Θεσσαλονίκη 1997, β) Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Τό ἔργον τοῦ Ὑμνογράφου Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου· Εὑρετήρια, Ἐκδ. ὅ.π., Θεσσαλονίκη 1997 καί γ) Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α, «Τό περί τῶν Ζακυνθίων Ἁγίων ὑμνογραφικό ἔργο τοῦ Μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου», Ἀνάτυπο ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου Ἅγιοι καί ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες στή Ζάκυνθο, Ἀθῆναι 1999, τ. 2, 9-22.
36. Γιά τόν σύγχρονο "Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας", βλ. Μ (ο ν α χ ο ῦ) Μ (ω ϋ σ ῆ) Ἁ (γ ι ο ρ ε ί τ ο υ), "Ὁ Ὑμνογράφος ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης καί τό ὑμνογραφικό του ἔργο", Περιοδικό Πρωτᾶτον, τεῦχ. 82 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2001) 51-54.
37. Ἀπό τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων. Βλ. Πεντηκοστάριον.
38. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Τά δῶρα τῶν Μάγων, ὅ.π., σ. 9 (ποίημα «Μυστική γραφή»).
39. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τοῦ Παρθένου, ὅ.π., σ. 106.
40. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 3, 180 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Fragmenta ἤ Ἡ βλάστηση τῶν ὀρυκτῶν, 1977-1979).
41. ὅ.π., σ. 181.
42. Γ ε ν. 1, 1.
43. «Ἡ δυνατότητα τοῦ μή ἀποθανεῖν». Θεολογική ἔκφραση, σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν , προπτωτικά ὁ Ἄνθρωπος, διά τοῦ «κατ' εἰκόνα», εἶχε πλουτισθεῖ μέ τό δῶρο τῆς Ἀθανασίας, τό ὁποῖο ἀμαύρωσε μέ τήν παρακοή καί τήν ἀποστασία του. Προσωπική μας πεποίθηση ἀποτελεῖ, ὅτι ἡ ἐν γένει Ποίηση, ἀσυνείδητα ἤ ἐνστικτωδῶς, ἐτούτη τή μαρτυρική μάκρυνση ἀπό τήν Ἀθωότητα διεκτραγωδεῖ. Ἀσφαλῶς καί ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης.
44. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, ὅ.π., σ. 182.
45. Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 1999, σσ. 48.
46. ὅ.π., σ. 9 (ποίημα «Πρός τήν ἀπόκρυφη σκιά»).
47. ὅ.π., σ. 10.
48. ὅ.π., σ. 15.
49. ὅ.π., σ. 31 (ποίημα «Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἐξαφανιστεῖ»).
50. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 73.
51. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη· Ποιήματα 1941-1957, Ἐκδ. Ἐγνατία 1980, τ. 1, 25-41).
52. ὅ.π., σ. 36 (ποίημα «Ὁ λόγος μου»).
53. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ἄρωμα ἑνός κομήτη, ὅ.π., σ. 20 (ποίημα «Ὅπως τά καρφιά»).
54. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π. , σ. 119.
55. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 16 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Δέκα ποιήματα τῆς ὀργῆς καί τοῦ χρέους, 1972-1973).
56. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 1, 37 (ἀπό τήν πρώτη ποιητική του συλλογή Φύλλα ὕπνου, 1941-1944). Σκόπιμα τό δοκίμιο ἐτοῦτο κλείνει μέ τό συγκεκριμένο ποίημα, δίχως ἐπίσης τελεία τέλους. Γιά νά μείνει κι αὐτό ἀνοιχτό, καθώς «θά ταξιδεύει τό χαμόγελό σας / ἀπό στόμα σέ στόμα».
57. Το ποίημα αυτό εν τω μεταξύ δημοσιεύτηκε στην ποιητική συλλογή μας Της αγάπης μέγας χορηγός, Εκδ. Επτανησιακά Φύλλα, Αθήνα 2003, σ. 43.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Γεωργίου Ν. Λεοντσίνη, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΥΡΤΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 529-551]

Με την ανακοίνωση αυτήν αναδεικνύονται όψεις της ιστορίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Την περίοδο αυτήν δραστηριοποιούνται, με στόχο την ενεργό συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση, η ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας, με προεξάρχουσα μορφή αυτήν του Αρχιεπισκόπου Κυθήρων και Αντικυθήρων Προκοπίου Καλλονά, και ο εφημεριακός κλήρος, οι φορείς της κοινοτικής αυτοδιοίκησης (προεστοί και δημογέροντες) και πολλοί γενικότερα κάτοικοι από όλα τα διοικητικά διαμερίσματα των Κυθήρων και των Αντικυθήρων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται πολλοί πρόσφυγες (ιερωμένοι και λαϊκοί) που κατέφυγαν κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και στα δύο νησιά. Σημειώνω την παρουσία στα Κύθηρα του Αρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, ο οποίος είχε καταφύγει στα Κύθηρα από την Πελοπόννησο. Στο έργο του θα αναφερθώ εκτενέστερα, καθώς η διαμονή και η δραστηριότητά του στα Κύθηρα σχετίστηκε και με τη Μονή Μυρτιδίων.

Επίκεντρο της ανακοίνωσης είναι η κινητοποίηση του εντόπιου και του προσφυγικού πληθυσμού με σημείο θρησκευτικής αναφοράς την Ιερά Μονή Μυρτιδίων. Οι κάτοικοι, που συγκεντρώνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο Μοναστήρι, επικαλούνταν τη βοήθεια και επιζητούσαν τη σωτηρία και προστασία τους από την Παναγία Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων για την εκπλήρωση των στόχων της Επανάστασης και τη συμμετοχή τους σε αυτήν με προσωπικές και συλλογικές δράσεις. Η προσέγγισή μου περιορίζεται στη σχέση της Μονής με την Ελληνική Επανάσταση και με τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται περί αυτήν, αναδεικνύοντας δυναμικές ιστορικές στιγμές της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων. Δεν προχώρησα όμως σε μια ευρύτερη προσέγγιση της δυναμικής που αναπτύσσεται στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αντικείμενο με το οποίο έχω εκτενώς ασχοληθεί, με δημοσιευμένες εργασίες μου και με την έκδοση σχετικών πηγών (1).


Πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης – Εθνική αυτοσυνειδησία και συλλογικότητα δράσης.

Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης ευνόησαν την κοινωνική και εθνική δράση πολλών προσφύγων, δράση που τελεσφορούσε με την ανοχή, συμπαράσταση και σύμπραξη του εγχώριου πληθυσμού. Ήταν εκείνοι, εντόπιοι και πρόσφυγες, που καθιέρωσαν ως θρησκευτικό χώρο αναφοράς τους τα Μυρτίδια, όπως και άλλους θρησκευτικούς χώρους των νησιών (μοναστήρια, ενοριακούς και ιδιόκτητους ναούς). Τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα, όπως και τα άλλα νησιά του Ιονίου, χρησιμοποιήθηκαν ως σταθμός και ορμητήριο για επαναστατική δραστηριότητα στην τουρκοκρατούμενη νησιωτική και κεντρική Ελλάδα. Ικανός αριθμός αγωνιστών, λογίων, διδασκάλων και ιερωμένων κατέφυγε στα νησιά για οργάνωση επαναστατικής δράσης και ενίσχυση, με ποικίλους τρόπους, της Επανάστασης. Στα Κύθηρα κατέφυγε και παρέμεινε για μεγάλο ή σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλος αριθμός αμάχων προσφύγων (γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι άνδρες) από πολλές ελληνικές περιοχές και από την αλλοδαπή.

Στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα προσφεύγει και βρίσκει άσυλο, προστασία και ευνοϊκές συνθήκες οργάνωσης των δραστηριοτήτων και εκπλήρωση των οραμάτων τους μεγάλος αριθμός προσφύγων μεταξύ των οποίων οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Λάμπρος Κατσώνης, Λάζαρος Κουντουριώτης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Σοφοκλής Οικονόμος, γιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, οι Στέφανος και Νικόλαος Οικονόμου, ο γνωστός Γάλλος φιλέλληνας Joseph Balestra, ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Δημήτριος Τσαμαδός, ο Αναστάσιος Κοκκίνης, ο Γεώργιος Προύσκος, ο επίσκοπος Ύδρας και Πόρου Γεράσιμος Ράλλης Σπανός, μετέπειτα Αργολίδος και Κορινθίας, ο αρχιεπίσκοπος Ευβοίας Γρηγόριος Δ΄ «ο Ηπειρώτης» ή «Αργυροκαστρίτης», γνωστός ως ο από Παραμυθίας μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών, οι επίσκοποι Μοσχονησίων Βενέδικτος και Ηλιουπόλεως Άνθιμος ο Κομνηνός, οι μοναχοί Χρύσανθος από την Πελοπόννησο και Αγαθάγγελος, ο μετέπειτα μητροπολίτης Καισαρείας, και πολλοί άλλοι, πολλά από τα ονόματα των οποίων είναι καταγεγραμμένα σε καταστάσεις των πολιτικών αρχών και της κοινοτικής αυτοδιοίκησης των Κυθήρων.

Οι πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα, Έλληνες και ξένοι, σε πολλές περιπτώσεις, εκόμιζαν συστατικές επιστολές από κατοίκους των περιοχών που προέρχονταν, οι οποίες απευθύνονταν, σε γνωστούς τους μονίμους κατοίκους των Κυθήρων ή και σε πρόσφυγες, που είχαν ήδη καταφύγει και διέμεναν την περίοδο αυτήν στο νησί, για να τους υποδεχθούν και τους προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια. Με τον τρόπο αυτόν προσφέρονταν σε μεγάλο αριθμό αγωνιστών, λογίων και ιερωμένων και στον άμαχο γενικότερα προσφυγικό πληθυσμό δυνατότητες ασφαλούς διαμονής αλλά και περιθώρια περαιτέρω επαναστατικής δράσης και οργάνωσης. Πολλοί κλέφτες από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο.

Από τις καταστάσεις που συνέτασσε η Πολιτική Αστυνομία των Κυθήρων για τους πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα, πληροφορούμαστε ότι αυτοί προέρχονταν από την Ιερουσαλήμ, τη Νικομήδεια, το Αϊβαλί, την Ανατολική Ρωμυλία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Χίο, τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, τη Λευκάδα, την Αθήνα, τον Πειραιά, το Ναύπλιο, το Άργος, τα Βάτικα, την Τρίπολη, την Καλαμάτα, τους Γαργαλιάνους, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Ηλεία, την Αχαΐα (Πάτρα – Αίγιο), την Κορινθία, την Κρήτη, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα, άλλα νησιά του Αιγαίου, την Ήπειρο, την Κύπρο, τη Δαλματία, τη Γαλλία, τη Ρωσία και τη Μάλτα. Η πλειονότητα των προσφύγων προερχόταν από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τη Στερεά, την Ήπειρο και τη Μ. Ασία. Οι πρόσφυγες επέστρεφαν στους συγγενείς τους στα Κύθηρα. Όμως, πολλοί άλλοι Έλληνες, κυρίως γνωστοί και φίλοι Κυθηρίων μεταναστών των περιοχών που προαναφέρθηκαν, ζητούσαν καταφύγιο σε γνωστό και οικείο περιβάλλον, που στις περισσότερες περιπτώσεις είχε βαθμιαία ήδη διαμορφωθεί από την εποχή της ανάπτυξης εργασιακών σχέσεων των Κυθηρίων με τους κατοίκους των περιοχών αυτών (εποχική ή με μόνιμη εγκατάσταση μετανάστευση Κυθηρίων, περίπου 1750 κ.ε.). Υπολογίσιμος είναι και ο αριθμός των προσφύγων που κατέφευγαν στα νησιά για να αναζητήσουν προστασία, χωρίς, βέβαια, να υφίσταται συγγενική ή προηγούμενη σχέση γνωριμίας με τους μόνιμους κατοίκους των νησιών των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Ο συνολικός αριθμός των εποχικών Κυθηρίων μεταναστών, που έτυχε την περίοδο αυτή να είναι εκτός των Κυθήρων και επέστρεψαν στο νησί τους, όπως και των άλλων Ελλήνων, Κυθηρίων και μη, από τις ελληνικές περιοχές και τη Διασπορά, που αναζήτησαν προστασία και βρήκαν καταφύγιο στα Κύθηρα, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Από τις καταστάσεις των τοπικών αρχών και της Πολιτικής Αστυνομίας των Κυθήρων δεν εξάγονται ακριβείς αριθμοί, καθώς δεν εντοπίσθηκαν συγκεντρωμένα αριθμητικά δεδομένα των βρετανικών υπηρεσιών αναφορικά με τον αριθμό των Ελλήνων προσφύγων στα νησιά. Αξίζει όμως να σημειωθεί και η ακόλουθη δυσκολία ως προς τις δυνατότητες ενός στατιστικού προσδιορισμού τους με βάση την καταγωγική προέλευση των προσφύγων, Κυθηρίων και μη, στα νησιά. Οι εκπρόσωποι της κοινοτικής αυτοδιοίκησης (προεστοί και εφημέριοι κάθε μεγάλου χωριού ή των συνοικιών της Χώρας, πρωτεύουσας του νησιού), σε ορισμένες περιπτώσεις μετά λόγου γνώσεως βεβαίωναν ανακριβώς ότι οι καταφεύγοντες στα Κύθηρα ήταν κυθηραϊκής καταγωγής, στενοί συγγενείς μόνιμων κατοίκων των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Αυτό ήταν αναμενόμενο, επειδή ασκούνταν από τις βρετανικές αρχές έλεγχος κατά την άφιξη των προσφύγων στα παράλια του νησιού σχετικά με τους λόγους επιστροφής τους στην ιδιαίτερη πατρίδα από τον τόπο της προσωρινής προέλευσης ή της μόνιμης εκτός Κυθήρων διαμονής τους. Μεγάλο μέρος των προσφύγων που εντοπίζουμε στις σχετικές βεβαιώσεις και καταστάσεις δεν ανταποκρινόταν στα εντελλόμενα των Βρετανών. Στη θέση τους οι προεστοί και οι εφημέριοι, που είχαν λάβει από τις τοπικές βρετανικές αρχές ειδικές εντολές να ελέγχουν αυστηρά τα πρόσωπα που προσήγγιζαν τα λιμάνια των Κυθήρων και Αντικυθήρων για να αποβιβασθούν σε αυτά, έγραφαν, σε πολλές περιπτώσεις, επώνυμα υποτιθέμενης κυθηραϊκής καταγωγής, έτσι ώστε να δείχνουν ότι τα καταφεύγοντα στα νησιά πρόσωπα ήταν συγγενικά μονίμων κατοίκων ή σημείωναν και άλλα ονοματεπώνυμα που, έστω και μόνο παλαιότερα, επιχωρίαζαν στα νησιά. Ερευνούσαν ταυτόχρονα και ενδεχόμενη προηγούμενη επαναστατική ή άλλη δράση των ίδιων ή άλλων μελών των οικογενειών τους στις επαναστατημένες ελληνικές ή άλλες περιοχές από τις οποίες, κατά κανόνα, προέρχονταν.

Σε απογραφές κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, το ποσοστό των προσφύγων ανέρχεται σε 15-20% επί του συνολικού πληθυσμού των Κυθήρων και σε 15-80% για τα Αντικύθηρα. Επίσης, μετά από την απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της Στερεάς διαπιστώνεται ότι καταφεύγει στο νησί μεγάλος αριθμός προσφύγων, κυρίως από μεταναστευτικά κέντρα εκτός Πελοποννήσου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το έτος 1825 τα Κύθηρα διέθεταν ακόμη 908 πρόσφυγες και τα Αντικύθηρα 999 έναντι μονίμου πληθυσμού 10.243 και 272 αντίστοιχα, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο επιπλέον αριθμός του τουρκικού προσφυγικού στοιχείου, που προστατευόταν από την βρετανική διοίκηση στα Κύθηρα, επειδή αυτό δεν περιλαμβανόταν στις σχετικές καταστάσεις, στους καταλόγους και στις απογραφές του πληθυσμού. Η βρετανική διοίκηση, στο πλαίσιο της «Ιονικής Ουδετερότητας» που είχε επιβάλει στους κατοίκους των Επτανήσων ως «προς τον πόλεμο μεταξύ Οθωμανών Τούρκων και Ελλήνων», ήθελε με τον τρόπο αυτό να αποφύγει, για πολιτικούς λόγους, την αύξηση του αριθμού των προσφύγων στα Ιόνια νησιά αλλά και να προλάβει ενδεχόμενες ακρότητες και προκλήσεις που θα εξέθεταν τη Βρετανία και την πολιτική της στη σύμμαχό της τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Βρετανία γνώριζε ότι η επέκταση της εθνικής δραστηριότητας των Ελλήνων στον αποικιοκρατικό νησιωτικό της χώρο θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις και στην πολιτική της εκεί.

Σημειώνω επιγραμματικά και ενδεικτικά μερικά στοιχεία αναφορικά με αιματηρό επεισόδιο που συνέβη στα Κύθηρα τον Οκτώβριο του 1821, προκειμένου να αναδειχθούν δυσκολίες που προέκυψαν σε διπλωματικό επίπεδο μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Μεγάλης Βρετανίας σε βάρος τελικά των κατοίκων και των προσφύγων. Σύμφωνα με έκθεση του Βρετανού τοποτηρητή των Κυθήρων προς την Ιόνιο Γερουσία, επιβλήθηκαν σκληρά μέτρα και στρατιωτικός νόμος στο νησί. Αιτία και αφορμή ήταν η πρόκληση ενός αντιτουρκικού αιματηρού επεισοδίου, που έλαβε χώραν στο νησί την ημέρα αυτήν. Συγκεκριμένα, στην παραλιακή περιοχή του χωριού Καραβάς προσορμίστηκε, λόγω καιρικών συνθηκών, τουρκικό πλοίο, που μετέφερε συνολικά σαράντα ένα άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με προορισμό την Κρήτη. Οι κάτοικοι του Καραβά συνέλαβαν τους Τούρκους που αποβιβάστηκαν από το πλοίο στο νησί και άλλους μεν τους σκότωσαν στην περιοχή με πολύ άγριο τρόπο, ενώ άλλους τους έρριψαν στη θάλασσα. Η αντίδραση της τοπικής διοίκησης των Κυθήρων και της πλειονότητας των κατοίκων υπήρξε άμεση. Ισχυρή δύναμη της πολιτοφυλακής Κυθήρων έσπευσε στον Καραβά, όπου επιχείρησε να συλλάβει τους ενόχους του εγκλήματος. Στην ισχυρή αντίσταση που προέβαλαν οι κάτοικοι του Καραβά, ο Βρετανός τοποτηρητής με εντολή του προς τον έπαρχο του νησιού κήρυξε στρατιωτικό νόμο, με αποτέλεσμα πολλοί να συλληφθούν, να φυλακισθούν και κάποιοι από αυτούς, που αναγνωρίστηκαν ως «πρωταίτιοι» των γεγονότων, να καταδικασθούν σε θάνατο με απαγχονισμό. Ανάλογα γεγονότα συνέβησαν στον Υψόλιθρο της Ζακύνθου, με αποτέλεσμα ο στρατιωτικός νόμος να επεκταθεί στη Ζάκυνθο και στα άλλα νησιά του Ιονίου.


Ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός στα Κύθηρα κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, ο ιερός κλήρος και οι λαϊκές συνάξεις στα Μυρτίδια.

Κατωτέρω προσεγγίζω τη στάση της ηγεσίας της τοπικής εκκλησίας και συγκεκριμένα την πολιτική αντιμετώπιση του προβλήματος των προσφύγων και της Ελληνικής Επανάστασης από τον Αρχιεπίσκοπο Προκόπιο Καλλονά. Επιλέγω να αναφερθώ σε συμβάν που προέκυψε μεταξύ του Αρχιεπισκόπου και του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, επειδή, όπως θα δειχθεί κατωτέρω, προστίθεται και αυτό ως στοιχείο που αναδεικνύει κατά την κρίσιμη περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης την Ιερά Μονή Μυρτιδίων σε κοινό θρησκευτικό χώρο αναφοράς των κατοίκων. Η χρονική περίοδος της παραμονής του Διονυσίου στα Κύθηρα δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί με ακρίβεια. Εικάζουμε όμως ότι αυτή διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια. Γνωρίζουμε βέβαια ότι περίπου στο διάστημα αυτό είχε τεθεί επικεφαλής ποικίλων πρωτοβουλιών για την ενίσχυση του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

Το μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας ο Πύρρος το γνώρισε σε περίοδο που αυτό είχε καταστεί επίκεντρο θρησκευτικών και πολιτικών κινητοποιήσεων, οι οποίες στόχο είχαν την εθνική ανάταση του πληθυσμού. Ο Πύρρος διέμενε στην πρωτεύουσα του νησιού, Χώρα, όπου την περίοδο αυτήν μαρτυρείται ότι συνέτρεχαν ευνοϊκές συνθήκες για προσφορά στους κατοίκους της εθνικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού έργου. Μαρτυρούνται ειδικότερα στον κοινωνικό της ιστό επαναστατικές δράσεις με στόχο την υλική ενίσχυση και ηθική συμπαράσταση των κατοίκων των επαναστατημένων περιοχών. Στις εκδηλώσεις αυτές συμμετείχε το ιερατείο και πολλοί άλλοι κάτοικοι του νησιού καθώς και Κυθήριοι μετανάστες, οι οποίοι, εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης, επανέκαμπταν στο νησί, όπως και πολλοί μη Κυθήριοι πρόσφυγες της περιόδου αυτής. Γνωρίζουμε από μαρτυρίες και από τις προσωπικές αφηγήσεις του Διονυσίου ότι το έτος 1824 αυτός βρίσκεται στα Κύθηρα επί αρχιερατείας Προκοπίου Καλλονά (1824-1855) και ότι στα Κύθηρα διαπεραιώθηκε από τη Μάνη μετά την εκστρατεία του Ιμπραήμ (1825) στην Πελοπόννησο. Επίσης, λίγο πριν από την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, γνωρίζουμε ότι ο Διονύσιος, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία, διαπεραιώθηκε από τα Κύθηρα στο Ναύπλιο (1827).

Την περίοδο που ο Διονύσιος Πύρρος διέμενε στα Κύθηρα μέλη της βρετανικής διοίκησης όπως και ο Βρετανός τοποτηρητής αποκαλούσαν τον Αρχιεπίσκοπο «άνθος των επισκόπων της Ανατολής». Αυτό, ενδεχομένως και μεταξύ άλλων, έδωσε την αφορμή στο Διονύσιο να αμφισβητήσει την καθαρότητα των στόχων του Επισκόπου και της λοιπής ηγεσίας της τοπικής Εκκλησίας των Κυθήρων αναφορικά με την Ελληνική Επανάσταση. Είναι, πιστεύω, ζήτημα ερμηνείας των πηγών και κυρίως της ικανότητας του ιστορικού να προσδιορίζει ο ίδιος την προκατάληψη και τη μονομέρειά τους. Στην προκειμένη περίπτωση ο Διονύσιος διατύπωνε μια ατεκμηρίωτη προσωπική γνώμη. Αυτό έδωσε σε μελετητές την αφορμή να παρερμηνεύσουν τις εθνικές προθέσεις του Αρχιεπισκόπου. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν να διαθέτει κάποια βάση αλήθειας η άποψη του Πύρρου, μοναδικού από όσο γνωρίζουμε επικριτή του Επισκόπου, ότι, επειδή οι Βρετανοί χαρακτήριζαν τον Αρχιεπίσκοπο «άνθος των επισκόπων της Ανατολής», εκείνος ήταν επίσκοπος «αμαθής», «φιλότουρκος» και «φιλοβρετανός», όπως ο Πύρρος τον χαρακτήριζε σε μια κρίσιμη για το ελληνικό έθνος καμπή και κορυφαία για τους Κυθηρίους επαναστατική εκδήλωση [πολυπληθής συγκέντρωση κατοίκων (εγχωρίων και προσφύγων) στα Κύθηρα και καθαγιασμός των αγώνων των Ελλήνων για την απόκτηση της ελευθερίας τους].

Συγκεκριμένα, σε μια από τις πολυπληθέστερες συγκεντρώσεις των κατοίκων, Κυθηρίων και προσφύγων, στη Μονή Μυρτιδίων δεν παρευρέθη ο Αρχιεπίσκοπος, στην οποία όμως πρωτοστάτησε των δεήσεων του ιερατείου ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος. Συνέβη όμως και κάτι άλλο. Ο Βρετανός τοποτηρητής έδωσε εντολή τον Αρχιεπίσκοπο να αναζητήσει τους πρωταίτιους της μεγάλης αυτής συγκέντρωσης, καθώς εκτιμήθηκε ότι η σύναξη αυτή είχε λάβει παγκυθηραϊκό χαρακτήρα. Γι’ αυτό την επόμενη ημέρα ο Αρχιεπίσκοπος υποχρεώθηκε να μεταβεί στα Μυρτίδια για να εξετάσει το ζήτημα που είχε θορυβήσει τις βρετανικές αρχές του νησιού. Σε μικρή απόσταση από την είσοδο των Μυρτιδίων ο Διονύσιος, που είχε διαμείνει το προηγούμενο βράδυ στα Μυρτίδια, έτρεξε να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο, απευθύνοντας προς αυτόν τις αιτιάσεις που αναφέρθηκαν. Ο κόσμος όμως επευφημούσε τον Αρχιεπίσκοπο, καθώς δεν είχε «υποπτευθεί» καμιά από τις αιτιάσεις αυτές του Διονυσίου. Ο Παναγιώτης Χιώτης, ιστοριογράφος της Επτανήσου, θα σημειώσει, μάλιστα, ότι ο επίσκοπος Κυθήρων Προκόπιος Καλλονάς διακρινόταν για τη γλωσσομάθεια και την εκκλησιαστική του παιδεία (2). Πραγματικά, οι κάτοικοι των Κυθήρων είχαν πάντα τον καλό λόγο για τον επίσκοπό τους και εμπιστοσύνη στις αποφάσεις και στις δραστηριότητές του.


Η Ιερά Μονή Μυρτιδίων, χώρος κοινής θρησκευτικής αναφοράς εγχώριων και προσφύγων στα Κύθηρα κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

Αναφέρθηκα συνοπτικά στο προσφυγικό ρεύμα που εμφανίσθηκε στα Κύθηρα με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και στις άλλες ελληνικές περιοχές σε όλη τη διάρκεια αυτής και ευκαιριακά σε ορισμένες πλευρές της δράσης του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού στα Κύθηρα. Επιχείρησα επίσης να αναδειχθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες το πρόβλημα των προσφύγων αντιμετωπιζόταν στα νησιά Κύθηρα και Αντικύθηρα, κυρίως από τη στιγμή που επιβλήθηκε από τη βρετανική διοίκηση η «Ιονική ουδετερότητα» και ο «στρατιωτικός νόμος» μετά το αιματηρό επεισόδιο του Καραβά, όπως και οι δημόσιες πολυπληθείς συνάξεις των κατοίκων στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων για προσευχή και τέλεση δεήσεων για την ευόδωση του Αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας (καθαγιασμός των αγώνων των Ελλήνων για την απόκτηση της ελευθερίας τους).

Ως τυπικό παράδειγμα της εθνικής ευαισθητοποίησης του κυθηραϊκού πληθυσμού και του αντικτύπου της Ελληνικής Επανάστασης στα υπό βρετανική διοίκηση Κύθηρα και Αντικύθηρα μπορεί να θεωρηθούν οι σημειώσεις ενός εφημέριου στο περιθώριο του ληξιαρχικού βιβλίου του εφημεριακού ναού της Παναγίας του χωριού Λογοθετιανίκων: «25 Μαρτίου 1821 έτος εις Κύθηρα. Άρχισε ο πόλεμος των χριστιανών εναντίον των βαρβάρων και ο Θεός να δώσει να τροπωθεί το αυτό γένος το αγαρηνό… Ιουλίου 20 επαρέδωσε τη Μονεμβάσια. 1821, Σεπτεμβρίου 23, εκυρίευσαν οι Χριστιανοί την Τριπολιτσά…». Ο εφημέριος αυτός, υπό το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου που είχε επιβληθεί από τη Μ. Βρετανία στα Ιόνια νησιά και την επιβαλλόμενη συμμόρφωση των κατοίκων τους προς την λεγόμενη «Ιονική ουδετερότητα» έναντι του πολέμου μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι φυσικό να καταφεύγει για να εκφρασθεί, στο περιθώριο του ληξιαρχικού βιβλίου του ναού του. Ανάλογες γραπτές αποδείξεις της αντίδρασης συναντούμε κατά την έναρξη και την πορεία του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας όχι μόνο από εφημέριους στα περιθώρια των ληξιαρχικών βιβλίων αλλά και σε μεμονωμένες χειρόγραφες σημειώσεις από λαϊκούς και ιερωμένους.

Επιχειρώντας ακόμη να αναδείξω τη σχέση του προσφυγικού πληθυσμού με τη Μονή Μυρτιδίων όπως και τη θέση που αυτή αποκτά, κατά την περίοδο αυτήν με κυρίαρχο τον εγχώριο πληθυσμό (λαϊκούς και ιερωμένους), ως θρησκευτικός χώρος λατρείας και προσευχής για την ευόδωση των στόχων της Ελληνικής Επανάστασης, σημειώνω ότι προσεκτική μελέτη των τεκταινομένων την περίοδο αυτή στα Κύθηρα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας έδειχνε να είναι διστακτική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιφυλακτική οπωσδήποτε να προβάλλει φανερά ενεργητική στάση και υποστήριξη του Αγώνα. Τα κριτήρια των επιλογών και ενεργειών της στηρίζονταν σε μια σειρά από δεδομένα της εποχής, που εκείνη περισσότερο από άλλα πρόσωπα και φορείς μπορούσε να αξιολογεί και ανάλογα να δημοσιοποιεί τις ενέργειές της. Η στάση του Αρχιεπισκόπου στα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα που προβάλλονται κατά την περίοδο αυτήν (προσφυγικό και συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση των Κυθηρίων και των προσφύγων στα νησιά) οπωσδήποτε δεν φαινόταν να είναι εναρμονισμένη φανερά και δημόσια με τις θέσεις της βρετανικής διοίκησης. Ο Αρχιεπίσκοπος ζύγιζε τα πράγματα και αναλόγως έπραττε. Συντηρούσε τις ισορροπίες και ενεργούσε διπλωματικά και με σωφροσύνη. Σε αντίθετη περίπτωση, το οικοδόμημα της δημιουργικής συμμετοχής του εγχώριου πληθυσμού, του ιερατείου και των προσφύγων στον Αγώνα μπορούσε να καταρρεύσει. Οι θρησκευόμενοι κάτοικοι και το ιερατείο ενεργούσαν χωρίς απαγορεύσεις συμμετοχής στον εσωτερικό επαναστατικό αγώνα. Αυτό δηλαδή που γνώριζαν οι κάτοικοι, έδειχνε ότι δεν το κατανοούσε ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός.

Η επιβολή ποινών σε ιερείς για εθνική επαναστατική δραστηριότητα πραγματοποιείται ενίοτε από τον Αρχιεπίσκοπο, συντελείται ωστόσο ύστερα από αυστηρές εντολές των βρετανικών αρχών να προβαίνει σε ανακριτικές διαδικασίες για ό,τι παράνομο, κατ’ αυτές, συνέβαινε στα μοναστήρια και σε άλλους χώρους θρησκευτικής λατρείας των νησιών. Η εκκλησιαστική ηγεσία του τόπου δεν εμφανίζεται όμως να προβαίνει η ίδια σε αυτεπάγγελτη δίωξη του εφημεριακού κλήρου. Δεν μπορεί όμως και να αποφεύγει να γνωστοποιεί στον πληθυσμό μαζί με την εγχώρια κεντρική διοίκηση των Κυθήρων τα σχετικά διατάγματα των βρετανικών αρχών και να αναλαμβάνει την ευθύνη των ενεργειών της, στις περιπτώσεις που ο εφημεριακός κλήρος παρέβαινε τις σχετικές διαταγές της βρετανικής διοίκησης και τασσόταν, με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και προκλητικές για την ξένη διοίκηση πράξεις, υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Η στάση της Εκκλησίας διαφοροποιούνταν ανάλογα με την εκάστοτε στάση του βρετανικού καθεστώτος και την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στο νησί. Απόδειξη είναι ότι ο εφημεριακός κλήρος συμμετέχει ενεργά και δραστηριοποιείται στο πλαίσιο της αγωνιστικής κινητοποίησης του ευρύτερου πληθυσμού χωρίς να παραπονείται ότι συναντούσε αντιδράσεις από την ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας ή άλλους τοπικούς φορείς.

Για την ευόδωση του αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης προσέρχεται τακτικά και αναπέμπει δέηση στη Μονή των Μυρτιδίων αλλά και σε άλλους θρησκευτικούς χώρους λιγότερο μαζικά, αριθμός Ελλήνων και ξένων προσφύγων, επισκόπων και εφημερίων των νησιών, παρουσία λογίων, προεστών και πολλών μόνιμων κατοίκων του νησιού. Σε μια από τις μεγαλύτερες συνάξεις του είδους αυτού πρωτοστάτησε ο Διονύσιος Πύρρος, που βρισκόταν κατά την περίοδο αυτήν στα Κύθηρα. Στην κίνηση αυτή του πληθυσμού είναι βέβαια φανερή η απουσία του αρχιεπισκόπου Προκοπίου Καλλονά, όπως και σε άλλες. Γνωρίζουμε όμως ότι υφίστατο από την εκκλησιαστική ηγεσία η σιωπηρή ανοχή της ευρύτερης αυτής κίνησης του εφημεριακού κλήρου, των προσφύγων και των κατοίκων του νησιού υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Για την επαναστατική αυτήν δραστηριότητα δεν καταλογίζονταν ευθύνες από την εκκλησιαστική ηγεσία του νησιού. Άλλωστε, οι ποινές αργίας που επιβλήθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο σε ευάριθμους ιερείς ήταν ολιγοήμερες και επιβάλλονταν για λόγους «παραδειγματικούς», ύστερα από αυστηρές εντολές της διοίκησης για τον εντοπισμό των υπευθύνων των πρωτοβουλιών αυτών (μεγάλες συνάξεις στα μοναστήρια του νησιού, αιματηρό επεισόδιο στον Καραβά κ.ά.).

Από σχετική, π.χ., αλληλογραφία μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κυθήρων Προκοπίου Καλλονά και του Βρετανού τοποτηρητή των Κυθήρων πληροφορούμαστε ότι μόνο ο ιερέας Ν. Χαραμουντάνης καταδικάσθηκε, ύστερα από απόφαση του Αρχιεπισκόπου και σχετική εισήγηση-εντολή για την αναζήτηση πρωταιτίων του Βρετανού τοποτηρητή, σε ένα χρόνο «αργία» και παράλληλα σε περιορισμό στα Αντικύθηρα. Χαρακτηριστική, νομίζω, είναι η αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, απόσπασμα της οποίας παραθέτω. Ο ιερέας «επήγεν εις τον τόπον εκείνον όπου («κακότροποι») άνθρωποι (3) εφόνευσαν μερικούς Τούρκους… και επειδή τούτο είναι ρητώς εμποδισμένον από τους εκκλησιαστικούς κανόνες… αν και είχε λάβει είδησιν περί τοιούτου παρανόμου εγχειρήματος, επιχείρημα όπου ημπορούσε να προκαλέσει τον αφανισμόν όλης της Πατρίδος, αν τα εγκλήματα δεν ήθελαν δικαίως παιδευθεί…». Οι ποινές αργίας που επιβλήθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο σε ιερείς του νησιού για τη συμμετοχή τους στις συνάξεις που αναφέρθηκαν ήταν μικρές και με διπλωματικότητα τεκμηριωμένες. Ακόμη, είχαν σχέση με πρόσωπα του περιβάλλοντός του, άμεσους πολλές φορές συνεργάτες του, γεγονός που υποδηλώνει επίσης τις διπλωματικές ικανότητες του Αρχιεπισκόπου, κάτι που άλλωστε αξιολογούσαν ως θετικό οι βρετανικές αρχές του νησιού. Τοπικοί ιστοριογράφοι και ευκαιριακοί μελετητές που επικρίνουν τη στάση της τοπικής ηγεσίας της εκκλησίας δεν χρησιμοποίησαν άλλη πηγή εκτός από τα κείμενα του Πύρρου (4).

Έθεσα όμως ως κύριο στόχο της ανακοίνωσής μου στο συνέδριο που διοργανώθηκε στα Κύθηρα, υπό την αιγίδα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων και Αντικυθήρων κ.κ. Σεραφείμ, να δείξω την κινητικότητα που εμφάνισε την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης η Ιερά Μονή Μυρτιδίων. Στα Κύθηρα ζυμώνονται και εξαπλώνονται από τους κατοίκους επαναστατικές δραστηριότητες χωρίς παρεμβάσεις από οποιονδήποτε τοπικό θεσμικό φορέα. Τα Μυρτίδια, ως χώρος θρησκευτικής λατρείας, γίνονται ευρύτερα γνωστά στην ελληνορθόδοξη Ανατολή ιδιαίτερα την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων που καταφεύγει εκεί προσεύχεται και συμμετέχει με κατάνυξη στις δεήσεις του ιερατείου υπέρ της ευόδωσης του Αγώνα των Ελλήνων. Αγωνιστές, λόγιοι, διδάσκαλοι, ιερωμένοι και λαϊκοί πρόσφυγες κάθε ηλικίας και από πολλές περιοχές της «καθ’ ημάς Ανατολής» θα γνωρίσουν αυτήν την περίοδο το Μοναστήρι. Όταν θα φύγουν και θα επιστρέψουν στις εστίες τους, θα πάρουν μαζί τους εικόνες της Παναγίας των Μυρτιδίων, θα αφιερώσουν εικόνες στους ενοριακούς ναούς τους και θα ιδρύσουν κάποτε και ναούς που θα τους αφιερώσουν στην Παναγία Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων. Την έρευνα του Βασιλείου Σταύρου ιερέως Χάρου (5), που αναφέρεται στη διασπορά αυτή των ναών, εικόνων και κειμηλίων της Μυρτιδιώτισσας, κατά ένα μεγάλο μέρος τη συσχετίζω με την εξεταζόμενη περίοδο της κυθηραϊκής ιστορίας και της ιστορίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων. Ελπίζω και προσδοκώ τη συνέχιση της καταγραφής αυτής και έξω από τον ελλαδικό χώρο.


Σημειώσεις:

1. Στο τέλος του κειμένου παρατίθεται συνολικά σχετική βιβλιογραφία-εργογραφία μου, που αφορά στην ιστορία της Μονής Μυρτιδίων και στην επαναστατική δραστηριότητα των κατοίκων κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.
2. Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (1815-1864), τομ. Α΄ , εν Ζακύνθω 1874, σ. 428.
3. Η πλειονότητα των κατοίκων των Κυθήρων, εγχωρίων και προσφύγων, είχε αποδοκιμάσει την πράξη αυτήν μερικών φανατισμένων κατοίκων του νησιού.
4. Π. Τσιτσίλιας, Η ιστορία των Κυθήρων, τ. Β΄, εκδ. Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Αθήνα 1994, σ. 213.
5. Β. Χάρος, Οδοιπορικό για τη Μυρτιδιώτισσα, εκδ. Ιερά Μητρόπολη Κυθήρων και Αντικυθήρων, Αθήνα 2007.


Βιβλιογραφία

Παραθέτω συγκεκριμένες μελέτες μου που αναφέρονται στην ιστορία της Μονής Μυρτιδίων και την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης στα Κύθηρα και αναπαριστούν, στη στροφή του 18ου προς τον 19ο αιώνα, κύριες όψεις της ιστορίας της Μονής Μυρτιδίων, της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας και της Εκκλησίας των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Τα Κύθηρα στην Ελληνική Επανάσταση, εκδ. «Κυθηραϊκή Αδελφότητα Πειραιώς – Αθηνών», Αθήνα 1971, 110 σσ.
 «The Rise and Fall of the Confraternity Churches of Kythera», Proceedings of XVIth International Congress of Byzantine Studies, τ. 2, Vienna 1981, σ. 59-68. Το ίδιο σε μετάφραση στα ελληνικά με τον τίτλο: «Η γένεση, η ακμή και η παρακμή του θεσμού των συναδελφικών ναών στα Κύθηρα», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδ. «Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20055, σ. 227-238.
 The Island of Kythera: A Social History (1700-1863), Faculty of Arts’, S. Saripolos’ Library, National and Capodistrian University of Athens, Athens 20002.
 «Κοινωνική και πολιτική έκφραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στα Επτάνησα», Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο με θεματική «1789-1989: Διακόσια χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση» του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1989, σ. 337-364.
 «Idéologie et révolution sociale: Répercussions dans la société de Cythère», στο: La Révolution française et L’ Hellénisme Moderne, Actes du IIIe Colloque d’ Histoire (1987), Fondation Nationale de la Recherche Scientifique, Athènes 1989, σ. 155-171. Το ίδιο στα ελληνικά με τον τίτλο: «Ιδεολογία και κοινωνική επανάσταση: Αντανακλάσεις στην κοινωνία των Κυθήρων και εγγενής πραγματικότητα (Έκδοση μιας ενότητας ανέκδοτων νοταριακών πράξεων)», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου», Αθήνα 20055, σ. 365-399.
 «Kύθηρα» στο: Αγγέλου Θ. Νεζερίτη, Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου (επιμ. Ν. Νικολούδης), Αθήνα 1998, σ. 207-213.
 «Τα Κύθηρα κατά τη βυζαντινή περίοδο», Kythera-Summer Edition (1999), περιοδική έκδοση, σ. 18-19.
 «Ένας άγνωστος ανέκδοτος κανονισμός διοίκησης και λειτουργίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων των Κυθήρων (1827). Έκδοση – ανάλυση – σημασία – συμπεράσματα», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Κυθηραϊκών Μελετών με θεματική «Κύθηρα: Μύθος και πραγματικότητα», τόμ. 4, εκδ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Δήμου Κυθήρων, (επιμέλεια έκδοσης: Γεώργιος Ν. Λεοντσίνης), Αθήνα 2003, σ. 201-231.
 «Το πρόβλημα των προσφύγων στα Κύθηρα από την Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20055, σ. 535-558.
 «Η εθνική και κοινωνική δράση του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού στα Κύθηρα και η τοπική πραγματικότητα», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα νεότερης ελληνικής ιστορίας, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20063, σ. 123-173.
 «Ελληνική Επανάσταση και Επτάνησα», Πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 2008 κατά τον επίσημο εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (υπό έκδοση από Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Kythera: The Ecclesiastical Situation and the Parish Clergy, μονογραφία, εκδ. «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 2008 (υπό έκδοση).


The Holy Monastery of Myrtidion and the Greek Revolution

Abstract

This paper attempts to bring to light certain aspects of the history of the Holy Monastery of Myrtidion during the years of the Greek Revolution. During this period, the local Church leadership, seeking to participate in the Greek Revolution, became active in the Revolutionary cause; at the head of this movement was Prokopios Kallonas, Archbishop of Kythera and Antikythera, followed by parish priests, local self-government (proestoi and demogerontes), and many inhabitants of all the Municipal Departments of Kythera and Antikythera in general. These included many refugees (clergy and laity) who sought refuge on both islands during the period of the Greek Revolution. The presence of Archimandrite Dionysios Pyrros of Thessaly, who had taken refuge on Kythera from the Peloponnese, should be noted. I will refer to his work more extensively, since his presence and activities on Kythera brought him into contact with the Myrtidion Monastery.

The paper will centre on the mobilization of the local and refugee population, with the Holy Monastery of Myrtidion serving as the religious reference point. The residents, who gathered at regular intervals at the Monastery, appealed for help and requested salvation and protection from Kythera’s Panagia Myrtidiotissa (Virgin of the Myrtles), seeking the fulfilment of the Revolution’s goals and their successful participation in individual and group revolutionary activities. My approach is limited to the relationship between the Monastery and the Greek Revolution and to the people active in this relationship, highlighting the dynamic historical moments of the Holy Monastery of Myrtidion. I did not, however, attempt a broader investigation of the dynamic that developed on Kythera and Antikythera during the Greek Revolution, a subject I have already explored extensively through my published work, as well as the related primary sources I have edited.

The paper is divided into the following sections entitled:
• Refugees on Kythera and Antikythera during the Greek Revolution – National Self-Consciousness and Collective Action.
• Dionysios Pyrros of Thessaly on Kythera during the period of the Greek Revolution, the holy clergy and the popular gatherings at Myrtidia.
• The Holy Monastery of Myrtidion, a location serving as a common religious reference point for Kythera’s local and refugee population during the period of the Greek Revolution.

At the end of my paper, I have appended my research regarding the history of the Myrtidion Monastery during the period of the Greek Revolution, which recreates the main aspects of the history of the Monastery, of overall Greek society and of the Church of Kythera and Antikythera from the beginning of the 18th to the turn of the 19th century.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ (διήγημα)


Τον γνώρισα στο Κατηχητικό. Όλο ζωή και περιττά κιλά.

«Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;» τον ρώτησα.

«Άγιος», μου απάντησε.

Έμεινα άφωνος. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο επάγγελμα και μου φάνηκε πολλή η άγνοιά μου.

«Άγιος;» ξαναρώτησα.

«Βεβαίως!» μου ξανάπε με σταθερότητα. «Παλιότερα ήθελα αστροναύτης, αλλά ανακάλυψα ότι με πειράζουν τα ύψη. Νομίζω ότι θα πέσω από κανένα αστέρι και μάλιστα χωρίς αλεξίπτωτο».

«Σωστά», του απάντησα. «Και τι μαθήματα δίνετε στις εξετάσεις;».

«Το πηδάλιο, σοφιστείες και ευφυολογήματα και φυσικά ταχυδακτυλουργίες και μαγικά».

Από εκείνη τη μέρα τον κοίταζα με σεβασμό. Η αλήθεια είναι ότι τον παρατηρούσα με προσοχή, όχι γιατί ήταν ενδιαφέρων τύπος, αλλά γιατί πρέσβευε ένα επάγγελμα που, σαφώς άγνωστο σε μένα, μου προκαλούσε δέος. Όπως λέμε πυρηνικός φυσικός ή βυρσοδέψης. Και για τα δύο αδυνατούσα να δώσω εξήγηση λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων. Τώρα ερχόταν να προστεθεί και ένα τρίτο επάγγελμα. Ήμουν σαφώς μπερδεμένος και αρκετά λίγος για να αποφασίσω για το μέλλον μου. Ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός στερείτο πρωτοτυπίας και αρκούμουν στα κλασσικά επαγγέλματα. Γιατρός, δικηγόρος, δάσκαλος, άντε και καμιά τέχνη μα και αυτή εντός των τετριμμένων. Μάλλον μαραγκός έλεγα, όταν με ζόριζαν τα πολλά διαβάσματα.

Ο παχουλούλης ήταν όμως σταθερός. «Άγιος», έλεγε και ξαναέλεγε και το πάλευε κατά πως έδειχναν όλα με απόλυτη συνείδηση. Διάβαζε ατελείωτες ώρες, ανέβαινε και κατέβαινε τις σκάλες της εκκλησίας τρέχοντας, για να έχει καλή φυσική κατάσταση, έβγαζε λόγους στις μαζώξεις και κάθε φορά τόνιζε με απίστευτη ικανότητα τη νέα ρήση και το νέο ευφυολόγημα που είχε αποστηθίσει. Νήστευε ακόμη και τις Κυριακές, ακολουθούσε πιστά τους κανόνες, τιμωρούσε σκληρά τον εαυτό του σε κάθε περίπτωση. Στην εφηβεία αρνήθηκε τη φύση του. Όχι μόνο δεν μιλούσε σε γυναίκες, αλλά και μόνο στο άκουσμα της λέξης έρωτας ανατρίχιαζε. Από τις κακουχίες άρχισε να χάνει κιλά και για ένα περίεργο λόγο ακόμη και το πρόσωπό του έδειχνε να μεταλλάσσεται. Έβγαλε πρώτος γένια, άφησε τα μαλλιά του μακριά και απόκτησε ένα μόνιμο χαμόγελο, λίγο ανεξήγητο για εμάς που δεν ήμασταν μυημένοι στο επάγγελμα. Μεταξύ μας όλα τα δικαιολογούσαμε, καθότι η εκμυστήρευσή του μάλλον ήταν το κοινό μυστικό της παρέας. Ήταν το καμάρι της ενορίας που ήθελε διακαώς εκτός από ιερείς να βγάλει και τον πρώτο άγιό της. Κάποια μέρα θα γραφόταν το συναξάρι του και μείς θα ήμασταν σίγουρα στην αγιογραφία του. Έτσι όλοι κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να τον βοηθήσουμε να τα καταφέρει. Ακόμη και λάθος να έκανε τον επαινούσαμε, σε ατόπημα και αν περιέπιπτε τον δικαιολογούσαμε. Τον είχαμε στα πούπουλα και του συμπεριφερόμαστε πάντοτε με ευγένεια και θαλπωρή. Κάναμε χώρο να περάσει, σκύβαμε το κεφάλι στην θέα του, τον βάζαμε να κάτσει στο καλύτερο θρονί και φυσικά τού μιλούσαμε πάντοτε στον πληθυντικό. Μαζί μας μεγάλωνε ένας άγιος. Οι γονείς του καμάρωναν και επαινούσαν την προσπάθειά του. Ήταν οι πρώτοι ακόλουθοί του και με το πλήθος όλων εμάς των πιστών νομίζαμε ότι η επιτυχία θα ήταν εξασφαλισμένη.

Κάποτε τον ρώτησα πότε είναι οι εξετάσεις. Με κοίταξε απόμακρα, με σταύρωσε και, αντί για απάντηση, μού έδειξε με το δείκτη του δεξιού του χεριού τον ουρανό. Κατάλαβα, ήμασταν στο παραπέντε. Συνέπιπτε όμως με τις πανελλήνιες και έτσι χάθηκα για κάμποσο από τις μαζώξεις. Τράβηξα τον δικό μου δρόμο, σπούδασα, βγήκα στο επάγγελμα και κάποτε επέστρεψα ξανά στα γνώριμα μέρη μου.

«Ο άγιος;» ρώτησα τους φίλους της Κυριακής.

«Δυστυχώς, κόπηκε» μου ανακοίνωσαν.

«Κόπηκε;» ρώτησα. «Πού;».

«Στα μαγικά», μου απάντησαν. «Του ζήτησαν να πετάξει και ενώ απογειώθηκε χαλαρά και όλοι λέγαμε πέταξε – πέταξε, έκανε μια απότομη κλίση και έπεσε κατακόρυφα».

«Να, εκεί» μου έδειξαν. «Κάτω από το παράθυρο του σπιτιού του».

Πήγα κοντά. Ένα εικονοστάσι μαρτυρούσε την προσπάθεια. Στην ρίζα του βάθρου κάποιος είχε γράψει με σπρέι: «Λάθος επαγγελματικός προσανατολισμός».

[Στη φωτό: Χαρακτικό του Μιχαήλ Αγγελάκη]

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Μάριου Μπέγζου: ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 691-697]

«Ο Σολωμός είναι η φωνή μας»
Ζ. ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ (1)

Ο Διονύσιος Σολωμός δεν υπήρξε θεολόγος . Ήταν όμως ποιητής. Κι αυτό είναι υπερβολικά σημαντικό, αφού οι ποιητές είναι που σώζουν την αλήθεια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εξαιτίας δηλαδή της άμεσης αναφοράς της ποίησης στην αλήθεια, μας ενδιαφέρει να πληροφορηθούμε την θεολογική παράμετρο του εθνικού ποιητή μας. Επιχειρούμε ιχνηλασία θεολογίας στον Σολωμό και όχι τίποτε άλλο, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από αυτό ακριβώς. Την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου οφείλει να σέβεται κάθε μελετητής, στον οποίο απαγορεύεται οποιαδήποτε συστηματοποίηση στην παρουσίαση της σκέψης του μέγιστου μας ποιητή. Το ελατήριο της μελέτης μας βρίσκεται διατυπωμένο από έναν άλλο μεγάλο της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης, τον Οδυσσέα Ελύτη, που συνιστά: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, / μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό» (2).
Ο ποιητής θεολογεί μεταφυσικά: ούτε αισθητικά, ούτε θρησκευτικά! Κάνοντας λόγο για τον Θεό ο Σολωμός δεν δογματίζει, ούτε αφορίζει. Δηλαδή δεν ορίζει το θείο , ούτε περιορίζει το ιερό. Αλλά αντιθέτως ανοίγεται στον ορίζοντα της θεότητας και ανοίγει σε όλους μας την διάσταση της ιερότητας, που είναι ξεχασμένη, μα όχι χαμένη μέσα στην μονοδιάστατη καθημερινότητά μας, όπου η πραγματικότητα της ζωής συμπνίγεται κάτω από την πεζότητα της βιωτής. Το ιερό (3) ως ανθρώπινη εμπειρία ανήκει στα περασμένα, μα όχι ξεχασμένα βιώματα.
Ο ποιητικός λόγος για το θείο δεν σημαίνει την συστολή του ανθρώπου μέσα στο Εγώ του είτε το ατομικό Εγώ καθενός μας είτε το συλλογικό Εγώ της κοινωνίας, του έθνους, του πολιτισμού μας κ.ο.κ. Αντιθέτως πίστη για τον Σολωμό είναι η διαστολή του ανθρώπου από το Εγώ προς το Άλλο. Ο Θεός είναι το κατ’ εξοχήν Άλλο μας, το ιερό είναι το άλλως Άλλο, το εντελώς Άλλο, το «αλλέως» (αλλιώτικα) Άλλο, που είναι διαφορετικό από εμάς και λειτουργεί με απόλυτα διαφορετικό τρόπο.
Κάθε λόγος περί του θείου είναι εντελώς αλλιώτικος λόγος κι αυτό μόνο ένας ποιητής μπορεί να το συλλάβει και να το εκφράσει. Με αυτήν την έννοια διατυπώνεται η εκτίμηση ότι ο Σολωμός θεολογεί μεταφυσικά και όχι θρησκευτικά, ούτε αισθητικά. Όταν κάνει λόγο περί Θεού, δηλαδή όταν θεο-λογεί ο ποιητής μας δεν χρησιμοποιεί θρησκευτικές έννοιες ούτε αισθητικές κατηγορίες, υπερβαίνει τα καλολογικά και τα θεολογικά στοιχεία, για να αφήσει να μιλήσει μέσα του και μέσω αυτού το βίωμα του ιερού, το οποίο είναι από την φύση του άρρητο και κατ’ ουσίαν αμφίσημο.
Οι «Στοχασμοί του Ποιητή» στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» είναι αποκαλυπτικοί. Στην ρητή διατύπωσή του ότι «εις αυτό [το ποίημα] θα ενσαρκωθή το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις» (4), το ιερό ανάγεται και υπάγεται στο αληθινό, δηλαδή στο ανθρώπινο του ανθρώπου (condition humana). Κι αυτό με την σειρά του προσδιορίζεται ως έργο της ποίησης, έτσι που η ποιητική τέχνη να προβιβάζεται σε μεταφυσική άθληση. Καμιά πατριδολατρία ούτε θρησκοληψία δεν υπολανθάνουν στην παραπάνω διαπίστωση του ποιητή μας, αφού η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων είναι κάτι παραπάνω από σαφής. Προτάσσεται το αυθεντικό «περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης», επακολουθεί το ιερό («πίστις») και επιτάσσεται το ποίημα.
Η μεταφυσική στεγάζει την τέχνη και την θρησκεία. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το στέγαστρο του ιερού και του ωραίου. Η οντολογία αποτελεί την σκέπη της θεολογίας και της καλολογίας. Η αλήθεια είναι η πηγή του ποταμού που ονοματίζει τις δυο του όχθες με διαφορετικό τρόπο. Η μια όχθη του είναι το ωραίο και η άλλη είναι το ιερό. Στα νάματα καθεμιάς πλευράς αναψύχεται ο άνθρωπος και με πάμπολλους τρόπους στήνει γέφυρες που ενώνουν την ωραιότητα με την ιερότητα.
Σύμφωνα με την προοπτική ενός συγκαιρινού μας κριτικού στοχαστή ισχύει ότι «το ιερό είναι η άγρια μορφή του αισθητικού – το αισθητικό (είναι) η εξημερωμένη μορφή του ιερού» (5). Κι είναι πάλι ο ίδιος που διευκρινίζει ότι «η ουσία των θρησκευτικών φαινομένων είναι με μια έννοια –την ευρύτερη δυνατή, βεβαίως– αισθητική … τέχνη και θρησκεία έχουν ουσιωδώς κοινή αφετηρία, υπό τον όρο βεβαίως ότι αυτό δεν θα λειτουργήσει ως επιχείρημα για την καθυπόταξη της τέχνης σε οποιαδήποτε θεολογικό δόγμα» (6). Ένας άλλος επίσης συγκαιρινός κριτικός της λογοτεχνίας μας συγγράφει την πολυσήμαντη διαπίστωση: «Το Ιερό δεν είναι ό,τι απαγορεύει τον Έρωτα, αλλά, αντίθετα, αυτό χωρίς το οποίο είναι αδύνατος ο Έρωτας» (7). Και ο τελευταίος Έλληνας νομπελίστας ποιητής του 20ού αιώνα επισημαίνει υπαινικτικά: «Πιο καλά θάλλουν τα λουλούδια στον Επιτάφιο. Μυρίζει έρωτα η εκκλησία. Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ» (8).
Η ενότητα της πραγματικότητας είναι μεταφυσική και υπαρξιακή, αλλά η ποικιλία της εξακτινώνεται στην αισθητική και την ηθική. Είναι σαφής η δήλωση του ποιητή μας : «Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ’ όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (9).
Με αυτήν την έννοια επιβάλλεται να κατανοήσουμε την αμεσότερη θεολογική αναφορά του Σολωμού στην ίδια εκείνη συνάφεια: « Το ποίημα ας έχη ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό..., τέλος επιστρέφει εις τον Θεό» (10). Εδώ δεν κάνει κήρυγμα ο εθνικός μας ποιητής ούτε ιεραποστολή, όπως πιθανώς θα ήταν ο ευσεβής πόθος κάθε καλοπροαίρετου πιστού. Με κανένα τρόπο δεν συνηγορεί υπέρ μιας θρησκευτικής τέχνης, ούτε καν υπονοεί κανενός είδους «χριστιανική λογοτεχνία», η οποία φαντάζει σαν τον αλήστου μνήμης «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» ντυμένο με άμφια! Ούτε ο χριστιανισμός χρειάζεται την λογοτεχνία για να υπάρξει, ούτε η λογοτεχνία έχει ανάγκη τον χριστιανισμό για να λειτουργήσει.
Μια δήθεν «χριστιανική λογοτεχνία» είναι αντίφαση των όρων, κατιτί σαν το «ξύλινο σίδερο», που είναι ξύλο ή σίδερο, ποτέ όμως «ξύλινο σίδερο»! Όσο απαράδεκτος είναι ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» της πολιτικοποίησης και της τάχα στρατευμένης λογοτεχνίας του διαβόητου «υπαρκτού σοσιαλισμού», άλλο τόσο ανυπόφορη είναι η «χριστιανική λογοτεχνία» της θρησκεύουσας καλαισθησίας. Άλλωστε ο χριστιανισμός είναι ουσιαστικό που δεν μπορεί να γίνει επίθετο, διότι αυτομάτως υποβαθμίζεται από ουσιώδες μέγεθος σε επουσιώδες επιθετικό προσδιορισμό κάποιας άλλης οντότητας. Και η τέχνη πάλι με την σειρά της δεν έχει ανάγκη προθεμάτων και επιθέτων, «χριστιανική», «σοσιαλιστική», «προλεταριακή», «φασιστική» ή οτιδήποτε άλλο. Συμμεριζόμαστε άλλωστε την εκτίμηση ότι «δεν υπάρχει τέχνη του φασισμού, υπάρχει φασισμός της τέχνης» (11).
Σε καμιά λοιπόν περίπτωση δεν εξυφαίνεται από τον Σολωμό κάποια χριστιανική ποίηση, αλλά αυτή η αιώρηση του ποιήματος από τον Θεό προς τον Θεό πρέπει να κατανοηθεί μεταφυσικά και υπαρξιακά, ούτε αισθητικά («η τέχνη για την τέχνη», l’ art pour l’ art) μήτε θρησκευτικά (pia desideria). Το ποίημα έχει «ασώματη ψυχή», κι αυτή είναι που «απορρέει από τον Θεό» και «επιστρέφει εις τον Θεό». Το ίδιο το ποίημα είναι «ένας μικρός σωματικός κόσμος ικανός να τη φανερώση» αυτήν την «ασώματη ψυχή». Δεν είναι λοιπόν το ποίημα διόλου θρησκευτικό, αλλά θεολογικό με την μεταφυσική και υπαρξιακή, ανθρωπολογική και οντολογική σημασία του όρου.
Μιλώντας για «μεταφυσική» εννοούμε την νοηματοδότηση των πραγμάτων και την σημασιολόγηση των όντων. Πολύ εύστοχα προσδιορίζει την μεταφυσική ένας σύγχρονος πρωτοκορυφαίος της ποίησης, ο Νίκος Καρούζος: «Θέλω να πω, δεν είναι κάποιο πνευματικό εποικοδόμημα η μεταφυσική, που μπορούμε να το εξηγήσουμε και να το περιορίσουμε, σύμφωνα με οποιοδήποτε ρεαλισμό, με οποιαδήποτε κοινωνιολογία, με όποια ψυχολογία κι ό,τι άλλο, και τελικά να δείξουμε πως τελειώνουν τα ψωμιά του, αλλά είναι ο βαθύτερος πραγματισμός της υπάρξεως, η βαθύτερη χρήση της ελευθερίας, το εσώτατο κίνητρο, που κατευθύνει στην κλίμακα των απελευθερώσεων έως το θάνατο και τη θέωση ... Άρα, λοιπόν, η μεταφυσική αντίληψη δεν είναι παρανόηση της φυσικότητας, μα είναι η αποκορύφωση της φυσικότητας, η δύναμη που κάνει κατόρθωμα τη φυσικότητα και που χωρίς τη λειτουργία της η φυσικότητα σκλαβώνει τον άνθρωπο» (12).
Με μια τέτοια έννοια γίνεται λόγος για μεταφυσική στον Σολωμό, δηλαδή ως αποκορύφωση της φυσικότητας. Αυτό δηλώνει ο ίδιος : «Όλο το Ποίημα ας εκφράζη το Νόημα» (13). Χάρη στην ποίηση «η Μεταφυσική έγινε Φυσική» (14), οι λόγοι μετασχηματίζονται σε λόγια, το αληθινό μεταμορφώνεται σε ωραίο και σε ιερό, το καλό μορφοποιείται σε κάλλος. Το ποίημα είναι καλλιτεχνικό σώμα με θεολογική ψυχή : συγκροτείται από λέξεις και παραπέμπει σε σημασίες, ενσαρκώνει λόγια και εμψυχώνει λόγους. Το νόημα της ζωής ακτινοβολεί καλολογικά και θεολογικά, αλλά εδράζεται οντολογικά και ανθρωπολογικά.
Η ψυχή του ποιήματος έρχεται από το ιερό και καταλήγει σε αυτό με μια διαδικασία την οποία ο Σολωμός περιγράφει στην αμέσως επόμενη φράση του ίδιου αυτού αποσπάσματος : «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος, / Εκείθ΄ εβγήκε ανίκητος» (15). Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτήν την διαδικασία ως «αρνητική διαλεκτική» με την εξής έννοια. Ο βυθός είναι ο πυθμένας, ο οποίος γίνεται ουράνιος θόλος, εάν αναστραφεί.
Ως «βυθός» του σολωμικού στίχου μπορεί να κατανοηθεί το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, το έρεβος του ασυνειδήτου, το φροϋδικό Αυτό. Εάν αυτός ο πυθμένας της ύπαρξης με την κοιλόκυρτη επιφάνειά του αναστραφεί πάνω από τα κεφάλιά μας, τότε μετασχηματίζεται σε ουράνιο θόλο, σε υπερουράνιο τόπο, στο παραδοσιακό κατοικητήριο του θείου, σε αρχέγονο σπήλαιο, όπου γεννώνται θεοί και άνθρωποι, σπαργανώνεται η θρησκεία και λικνίζεται η τέχνη από την εποχή των βραχογραφιών στον καιρό των σπηλαίων. Αν θυμηθούμε ότι μέσα σε σπήλαια βλέπουν το φως του κόσμου ποικίλες ιερές φυσιογνωμίες της ιστορίας, σε άντρα λατρεύονται πάμπολλες θεότητες και ταυτόχρονα καλλιεργούνται οι πρώτες μορφές τέχνης από τους λεγομένους «ανθρώπους των σπηλαίων», σε όρη, σε σπήλαια και σε οπές της γης βρίσκουν καταφύγιο οι προφήτες και οι ασκητές, οι μοναχοί και οι αναχωρητές, τότε πλέον ο θόλος αποβαίνει κοινός παρονομαστής του σπηλαίου και του ουρανού, το οποίο θα απομιμηθεί στην τέχνη ο τρούλος του ναού που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενδιάμεση βαθμίδα στην κλίμακα από το σπήλαιο στον ουρανό.
Σε κάθε περίπτωση πάντως ο θόλος είναι η άλλη όψη του βυθού. Ο άνθρωπος φθάνει στο θείο αποφατικά, δηλαδή αρνητικά, και όχι θετικά ούτε καταφατικά, με βάση τις αποτυχίες του κι όχι με τις επιτυχίες του, με εφόδιο τα πάθη του κι όχι με τις αρετές του, με εξοπλισμό τις αδυναμίες του κι όχι με τις δυνάμεις του. Η «αρνητική διαλεκτική» παραπέμπει αυθεντικότερα στην θεογνωσία: ο άνθρωπος «σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος» κατά τον ποιητή μας κι έτσι μόνο από εκεί πέρα, δηλαδή από εκεί κάτω, άρα από εκεί πάνω, από το βυθό που γίνεται θόλος, σπηλαιώδης, ουράνιος ή ναόδμητος θόλος, «εκείθ’ εβγήκε ανίκητος».
Μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας «αρνητικής διαλεκτικής» κατανοείται άριστα κι όχι αόριστα η αποσπασματικότητα του σολωμικού λόγου σύμφωνα με μιαν εύστοχη επισήμανση: «Όπως διασπασμένη, διασχισμένη είναι η ψυχή και η φύση, το σύμπαν το πνευματικό, έτσι διασπασμένη και διασχισμένη, δηλαδή αποσπασματική, οφείλει να είναι και η μορφή ... Η τελειότητα εξορίζεται από το ψυχικό και υλικό σύμπαν» (16). Και συνοψίζει ο ίδιος: «Η αποσπασματικότητα της μορφής είναι η τραγικότητα της μη πραγματικότητας που θέλει και επείγεται να γίνει πραγματικότητα» (17). Για να διαζωγραφίσει αυτήν την αλήθεια με εμφαντικό τρόπο: «Η ομορφιά του αποσπασματικού είναι πάνω από την τελειότητα. Είναι τραυματισμένη ομορφιά μιας νοσταλγίας που η τελειότητα την έλκει και την απωθεί συγχρόνως. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια ομορφιά υπερήφανη για το τραύμα που φέρει. Μια ομορφιά που έχει επίγνωση του εαυτού της, της ανικανότητάς της να φτάσει το απόλυτο και να δημιουργήσει το τελειωμένο της σώμα» (18).
Αξίζει τον κόπο να προσέξουμε ότι οι θεολογικές αναφορές στο σολωμικό έργο επικεντρώνονται σε ένα κλασικό δίπτυχο: τον έρωτα και τον θάνατο. Αρκεί τουλάχιστον να απαριθμήσει κάποιος τις λέξεις που αναφέρονται σε αυτό το δίδυμο θέμα στους τίτλους των ποιημάτων του. Μια ανάγνωση του «Λάμπρου» ή της «Γυναίκας της Ζάκυθος» πείθει τελεσίδικα για το ότι έρως και θάνατος σχεδόν μονοπωλούν το θεολογικό ενδιαφέρον του Σολωμού. Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι η Ανάσταση, η Λαμπρή, η πρωτοκορυφαία εορτή της Ορθοδοξίας, που θεματογραφεί την νίκη επί του θανάτου, τοποθετείται στο επίκεντρο του ποιητικού τοπίου της σολωμικής δημιουργίας.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι θρησκευτικές αναφορές του ποιητή μας διασυνδέονται αποκλειστικά με την Αγία Γραφή και την ορθόδοξη λατρεία. Συνίστανται σε άμεση ή έμμεση μνεία βιβλικών χωρίων, κατά προτίμηση από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, καθώς επίσης περιλαμβάνουν λατρευτικά έθιμα της Ανατολικής Εκκλησίας με έμφαση στα τελούμενα της νεκρώσιμης ακολουθίας κα στα λαμπριάτικα δρώμενα της αναστάσιμης πανήγυρης.
Η θεολογία του Σολωμού ως μεταφυσική πέρα από την τέχνη και την θρησκεία προσεπιμαρτυρείται από δεινούς μελετητές σαν τον Ζήσιμο Λορεντζάτο και τον Λίνο Πολίτη στους οποίους μπορούμε να στραφούμε τελεσίδικα για τον προσπορισμό της εγκυρότερης σολωμικής ερμηνευτικής παράδοσης και να αφουγκραστούμε τον λόγο τους.
Με αφορμή τον Σεφέρη σημειώνει ο Λορεντζάτος για τον Σολωμό: «Ο Σολωμός βαστάει από το Δάντη - πού είναι εντελώς αντίθετο πράγμα από την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση, το Erklaerungszeit κα το κλασσικιστικό ιδανικό της Γαλλικής Επανάστασης - και από κει μέσα (το Δάντη), δηλ. μέσα από τη μεταφυσική παράδοση της μεσαιωνικής χριστιανικής πολιτείας στη Δύση, ο Σολωμός ανταμώνει τη δική μας μεταφυσική παράδοση της χριστιανικής Ανατολής» (19). Και αλλού προσφέρει το ειδικό βάρος που διαθέτει η μεταφυσική της τέχνης πέρα από την αισθητική ωραιολογία και την θρησκευτική ηθικολογία: «πρέπει να αλλάξουμε πρώτα τη λειτουργία της τέχνης και από αισθητική (όπως είναι σήμερα) να την κάνουμε μεταφυσική (όπως ήταν πάντα) ... για να ‘σώσουμε’ (‘σώσει’) την τέχνη πρέπει να ‘[απολέσουμε’ (‘απολέσει’) την τέχνη, όπως γίνεται ή λειτουργεί σήμερα» (20).
Σε άλλη πάλι ευκαιρία σε άμεση αναφορά στον Σολωμό σημειώνει ο Λορεντζάτος τα εξής : «Οποιος προχωρήσει πέρα από ένα σημείο στο δρόμο της πίστης, που είναι και δρόμος της μεγάλης τέχνης ή δρόμος της αλήθειας - πέρα από ένα σημείο το κέντρο αποβαίνει για όλους τους δρόμους κοινό - ξέρει καλά πως ου γάρ υμείς εστέ οι λαλούντες...» (21) και διευκρινίζει : «Ο Σολωμός μαθήτεψε στο λαό. Μαθήτεψε στο λαό για να μάθει και όχι για να διδάξει το λαό ... Το απόκρυφο της τέχνης του Σολωμού είναι το ταύτισμά του με το λαό και ο υψωμός του εκείθε» (22).
Ακόμα πιο σαφής γίνεται στην συνέχεια: «Αν είναι να προκόψομε σα λαός, δε θα μπορέσομε να το κατορθώσομε μακριά από την πίστη μας και τη γλώσσα μας ... Ο Σολωμός ταυτίζεται αξεδιάλυτα με το λαό - ο μόνος - και εκείθε υψώνεται κατακόρυφα. Το βάθος που τον σφιχτοδένει με την ολότητα είναι πνευματικό βάθος: πίστη και γλώσσα κοινή» (23). Και καταλήγει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στην τελεσίδικη ετυμηγορία του: «Χρειάζεται χωρίς όρους παράδοση και υποταγή, δηλαδή ταπείνωση μπροστά στην πίστη και στη φωνή ενός λαού, από τις οποίες καθιερώνονται και στις οποίες ανήκουν και ο Άγιος και ο Ποιητής, οι δυο ακραίες διαδοχικά περιπτώσεις. Στην πίστη χρειάζεται ταπείνωση στον Ένα ή στο έν, στη γλώσσα ταπείνωση στους πολλούς. Και όπου ταπείνωση εκεί και υψωμός, μιλάει το Ευαγγέλιο (και αντιμιλάει ο Σολωμός), όπου απώλεια ψυχής εκεί ψυχής εύρεση» (24).
Ο Λίνος Πολίτης σε ειδικό μελέτημά του με τίτλο «Η θρησκευτικότητα του Σολωμού» (25) πραγματεύεται το θέμα με τρόπο διονυχιστικό και απαράμιλλο διερευνώντας τόσο τις βιωματικές προϋποθέσεις του ποιητή μας όσο και τις θεολογικές θέσεις του μέσα σε όλο το φάσμα του έργου του. Περιττεύει λοιπόν να επαναλάβουμε στοιχεία τα οποία διαλαμβάνονται στο πόνημα του πρωτοκορυφαίου αυτού σολωμιστή μας. Αρκεί μόνο να υπογραμμίσουμε μιαν ακροτελεύτια παρατήρησή του: «Όπως στην καθημερινή ζωή, έτσι, και πολύ περισσότερο, στην ποίησή του [Σολωμού] διακρίνουμε τη θρησκευτική του πίστη όχι μόνο στα σημεία όπου ρητά εκφράζεται, αλλά σαν κάτι που τη συνέχει ολόκληρη ... Ίσως ποτέ άλλοτε να μην έχει μετουσιωθεί το θρησκευτικό αίσθημα με τέτοια καθαρότητα στην ποιητική γλώσσα. Ίσως ποτέ στίχοι ποιητικοί δε βάρυναν τόσο πολύ από συναίσθηση θρησκευτική» (26).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Δόμος» 1994, τ. Α΄ , 185.
2. Ο. Eλύτης, Άξιον Εστί.
3. Μ. Μπέγζος, Εισαγωγή στη Θρησκειολογία, Αθήνα, Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» 2006.
4. Δ. Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα, Εκδόσεις « Εξάντας» 1990, 183.
5. Φ. Τερζάκης, Τροχιές του Αισθητικού, Αθήνα, Εκδόσεις futura 2007, 37.
6. Τερζάκης, ό.π., 108 (υπογραμμίσεις του πρωτοτύπου).
7. Σ. Μιχαήλ, Μορφές του Μεσσιανικού, Αθήνα, Εκδόσεις «Άγρα»1999, 173.
8. Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος» 1992, 395.
9. Σολωμός, ό.π.,186.
10. Σολωμός, ό.π., 186.
11. Γ. Λυκιαρδόπουλος, «Τόνιο Κρέγκερ: Ο δυϊσμός του φασισμού και ο "φασισμός" της τέχνης», περιοδικό Σημειώσεις, τχ. 12, Νοέμβριος 1977, 20.
12. Ν. Καρούζος, Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ώς το θέατρο, Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος» 1993 (1966) , 17-18.
13. Σολωμός, ό.π., 184.
14. Σολωμός, ό.π., 185.
15. Σολωμός, ό.π., 186.
16. Σ. Ροζάνης, Η αισθητική του αποσπάσματος, Β΄ έκδοση, Αθήνα, Ιδρυμα Γουλανδρή - Χορν 1997 (1985) , 27.
17. Ροζάνης, ό.π., 29.
18. Ροζάνης, ό.π., 30.
19. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Γαλαξίας» 1967, 95.
20. Λορεντζάτος, ό.π., 112.
21. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Δόμος» 1994, τ. Α΄ , 183-184.
22. Λορεντζάτος, ό.π., 187.
23. Λορεντζάτος, ό.π., 192-193.
24. Λορεντζάτος, ό.π., 194.
25. Λ. Πολίτης, «Η θρησκευτικότητα του Σολωμού», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1942, 50-55 και ανθολογημένο στο βιβλίο του: Γύρω στον Σολωμό. Μελέτες και Άρθρα (1938-1982), Αθήνα, ΜΙΕΤ 1995 (1958, 1985), 99-115 (βιβλιογραφία).
26. Λ. Πολίτης, ό.π., 114.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ξαναγιορτάζοντας την Σπηλούλα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η θέα πρός τον Κάμπο του Τζάντε και τη Γλαρέντζα από το Καμπαναρίο της Σπηλούλας. Φωτό: Ιωάννης-Πορφύριος Καποδίστριας, 12.9.2010.
Αναζητώντας τις ρίζες και την ταυτότητα του δικού μας, του ζακυνθινού πολιτισμού και της ξεχωριστής μας ιόνιας νοοτροπίας, αυτής που χάρισε στο παγκόσμιο στερέωμα ονόματα αναμφισβήτητα και πνοές της τέχνης δίχως στεγανά σύνορα και επίφοβη εθνικοφροσύνη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα ονομαστά μας πανηγύρια, αυτά που συμπεριλαμβάνουν την πίστη του λαού μας και τον τρόπο της ψυχαγωγίας του και φωτίζουν το πρόσωπό του, δίνοντάς του μια συνεχώς νεάζουσα μορφή και μια έκφραση άπλετης ανεξιθρησκίας, σαν αυτήν, που αιώνες τώρα απαιτεί την συνύπαρξη του καθολικού επισκόπου του πελάγους μας με τους δικούς μας, τους ορθοδόξους, στην καλοκαιριάτικη λιτανεία του Αγίου μας.

Ένα από τα ζωογόνα και επιβραβευτικά χαρακτηριστικά τους είναι πως δεν περιορίζονται στην σαν σε βράχο κολλημένη, με μορφή στρειδιών, όπως θα έλεγε και ο πολύκροτος Εμμανουήλ Ροΐδης, εξάρτησή τους από γιορτές και ημερολόγια, αλλά, αποδεικνύοντας τον μη περιορισμό του ντόπιου πνεύματος και την απόλυτη ελευθερία του, αυτήν που χάρισε παράλληλα στην οικουμένη έναν ελληνόφωνο Σολωμό, συγκατοικούντα με τον ιταλόφωνο Φώσκολο, ξεπερνούν τους περιορισμούς και τα στεγανά και επαναλαμβάνονται ετήσια σε άσχετες με τις επετείους περιόδους. Έτσι, μεσούντος του θέρους, η Ζάκυνθος γιορτάζει ή πιο σωστά ξαναγιορτάζει τον έφορο των τρικυμισμένων θαλασσών Επίσκοπο των Μύρων, τον «τση στεριάς και του πελάου» χειμερινό έφορο Άγιο Νικόλαο ή σε πολλές περιπτώσεις, παρά τις τόσες ημέρες, που είναι αφιερωμένες στην μορφή της, θυμάται την Μητέρα του Θεού, δίνοντας, με τον τρόπο αυτό, και άλλες ευκαιρίες απόδοσης λατρείας στο πολυαγάπητο πρόσωπό της.

Ένα από τα πιο λαοφιλή αυτά πανηγύρια, τα δίχως περιορισμούς, αλλά με αιτία τελούμενα και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία και κοσμοσυρροή, είναι αυτό της Παναγίας της Σπηλούλας στο χωριό Καληπάδος (ή Καλιπάδος, κατά την νεότερη γραφή) το οποίο γίνεται κατά παράδοση το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη και αποτελεί τον επίλογο των ομολόγων του διασκεδάσεων.

Το πανηγύρι αυτό είναι μια ακόμα ευκαιρία απόδοσης της οφειλόμενης τιμής στην αιώνια μητρότητα, αλλά συγχρόνως και μια ευκαιρία φυγής από την αστική πραγματικότητα και επαφής με την ακόμα αντιστεκόμενη πανέμορφη φύση του νησιού μας, μα και μιας στερνής διασκέδασης, όταν ξεψυχά το θέρος και ο χειμώνας, προ των πυλών μας, μάς φοβερίζει με μια κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους υγρή απομόνωση.

Η θέα από τον λόφο της Σπηλούλας είναι μοναδική και τόσο δίπλα σου, όσο και κάτω από τα πόδια σου, απλώνεται το επάξια ονομαζόμενο «Φιόρο του Λεβάντε», είτε με τις αδρές γραμμές του τοπίου του ζωγραφισμένο, είτε με τα αντέτια του εκφραζόμενο, σμίγοντας τις φτιαχτές μυρωδιές του ψητού, της φριτούρας, του παστελιού και του εφτάζυμου, με τις αχειροποίητες ευωδίες της πιπεριάς και της μερτίας, είτε αυτή παραμονεύει, αντιστεκόμενη στην οικοπεδοποίηση και τσιμεντοποίηση, σε κάποια πλαγιά του λόφου, είτε φρεσκοκομμένη και ριγμένη σε δάπεδα και δρόμους, προσμένει για να περάσει από πάνω της το κόνισμα και να του αποδώσει τις αρμόδιες τιμές.

Το πανηγύρι γίνεται στην πάνω εκκλησία, η οποία έχει αντικαταστήσει την κάτω, που λατομημένη μέσα σε σπηλιά (εξ ού και το όνομα), δεσπόζει του τζαντιώτικου κάμπου και δίνει στο λόφο αιτία ύπαρξης και αφορμή ζωής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, που διέσωσε από τις μακροχρόνιες έρευνές του στο κάποτε Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου ο ακούραστος Λεωνίδας Χ. Ζώης και πρωτοδημοσίευσε στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο» (σ. 148) ο διάδοχος και συνεχιστής του Ντίνος Κονόμος, η πρωταρχική εκκλησούλα της Σπηλούλας, η οποία σήμερα είναι προσβάσιμη και μπορεί εύκολα να την επισκεφθεί ο καθένας μας, πελεκήθηκε με κόπο και μεράκι από τον εκ Χιμάρας προερχόμενο μοναχό Αθανάσιο του ποτέ Γκίνη, κάπου εκεί στα μέσα του 17ου αιώνα. Αυτός, σύμφωνα με τις διασωσμένες ειδήσεις, στις 30 Νοεμβρίου 1671, θέλοντας να αναχωρήσει για το Άγιο Όρος, με πράξη του στον συμβολαιογράφο Ιωάννη Σκουλογένη, παραχωρεί την εκκλησία του στον καλόγερο Μπούλτσο. Σε άλλη του πράξη στον συμβολαιογράφο Ν. Νομικό, που δυστυχώς δεν σώθηκε η ημερομηνία γραφής της, θέλοντας να ταξιδέψει στην Κέρκυρα, για να προσκυνήσει το Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, «προσηλώνει» τον ναό του στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων, «εις το σύνορον Χουρχουλίδι», επειδή, όπως δηλώνει ο ίδιος, «εκεί είχε την μετάνοιάν του όταν ήλθε εις Ζάκυνθον».

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της σημερινής, νεότερης και στο λόφο υψωμένης εκκλησίας, είναι πως δεν είναι ενορία, όπως οι περισσότερες ιερές στέγες του νησιού μας, αλλά διατηρώντας μια διασωστική και μακρόχρονα δημιουργική παράδοση του τόπου μας, παραμένει αδελφάτο και ανήκει σε κάποιες συγγενικές οικογένειες. Ίσως γι’ αυτό διατηρεί ώς και σήμερα την ελπιδοφόρα παράδοσή της και συνεχίζει το καθαρόαιμο ζακυνθινό πανηγύρι της, διαιωνίζοντας μιαν ιδιορρυθμία και μη θέλοντας να ενωθεί με τις απέναντι ακτές.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά από παιδί, που πάντα πήγαινα σ’ αυτό απαραίτητα με τους δικούς μου, το πανηγύρι της Σπηλούλας μου θύμιζε το άλλο πολύκροτο του Αγίου Λύπιου, παρά τις σημαντικές διαφορές τους. Ίσως αυτό συνέβαινε γιατί και τα δύο ήταν (και ευτυχώς είναι) καταληκτήρια. Το πρώτο κλείνει την πολυήμερη καλοκαιριάτικη ραστώνη και το δεύτερο την εαρινή χαρμολύπη του Πάσχα. Αλλά και στην παιδική μου μνήμη μάλλον γινόταν σύγκριση μ’ αυτά της Χώρας, με το ατελείωτο σουλάτσο, την μπάντα που έπαιζε καθαρόαιμη μουσική και όχι εφήμερες επιτυχίες, όπως σήμερα και τα πυροτεχνήματα (τις «φωτίες») και για μένα ήταν και τα δύο μια καθαρά υπαίθρια έκφραση χαράς και διασκέδασης.

Όπως και να έχει, όμως, και τα δύο είναι ευτύχημα που διατηρούνται και υπάρχουν αναλλοίωτα στην καθημερινότητά μας και, αντιστεκόμενα στην ισοπέδωση, μάς βοηθούν να κρατήσουμε την δική μας ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Είναι οι πρεσβείες μας στην ύπαρξη και οι αντιστάσεις μας στον θάνατο.

Κόσμος πολύς οδήγησε τα βήματά του και φέτος στην ουσιαστικά αντιστεκόμενη πανήγυρη της Κυράς της Σπηλούλας και παρακολούθησε τις ακολουθίες, συμμετείχε στην γραφική λιτανεία της και συνυπάρχοντας διασκέδασε μετά στους προαύλιους χώρους της εκκλησίας, απολαμβάνοντας τα πατροπαράδοτα εδέσματα, την απλόχερη ευγένεια των κτητόρων, αλλά και την μεγαλοσύνη του τοπίου.

Συνεορταστής και ο κατάλληλος καιρός, ο οποίος στην καθαρά φθινοπωρινή επαναφορά του βοήθησε στην διεξαγωγή της γιορτής και έδωσε στις παρακείμενες πλαγιές αφορμή λατρείας στο πρόσωπο τής εφόρου τους.

Το πανηγύρι αυτό ήταν μια υπόσχεση επαναφοράς και μια ελπίδα επιστροφής εις τα ίδια. Ας είναι οι κτήτορες της Σπηλούλας πάντα καλά για να το οργανώνουν και να το διατηρούν. Η ύπαρξή του κρύβει πολλά περισσότερα από αυτά που φαινομενικά διακρίνονται.

Ας είμαστε καλά και του χρόνου να το ξαναγιορτάσουμε. Ειλικρινά το έχουμε ανάγκη.
Related Posts with Thumbnails