© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Γεωργίου Ν. Λεοντσίνη, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΥΡΤΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 529-551]

Με την ανακοίνωση αυτήν αναδεικνύονται όψεις της ιστορίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Την περίοδο αυτήν δραστηριοποιούνται, με στόχο την ενεργό συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση, η ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας, με προεξάρχουσα μορφή αυτήν του Αρχιεπισκόπου Κυθήρων και Αντικυθήρων Προκοπίου Καλλονά, και ο εφημεριακός κλήρος, οι φορείς της κοινοτικής αυτοδιοίκησης (προεστοί και δημογέροντες) και πολλοί γενικότερα κάτοικοι από όλα τα διοικητικά διαμερίσματα των Κυθήρων και των Αντικυθήρων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται πολλοί πρόσφυγες (ιερωμένοι και λαϊκοί) που κατέφυγαν κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και στα δύο νησιά. Σημειώνω την παρουσία στα Κύθηρα του Αρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, ο οποίος είχε καταφύγει στα Κύθηρα από την Πελοπόννησο. Στο έργο του θα αναφερθώ εκτενέστερα, καθώς η διαμονή και η δραστηριότητά του στα Κύθηρα σχετίστηκε και με τη Μονή Μυρτιδίων.

Επίκεντρο της ανακοίνωσης είναι η κινητοποίηση του εντόπιου και του προσφυγικού πληθυσμού με σημείο θρησκευτικής αναφοράς την Ιερά Μονή Μυρτιδίων. Οι κάτοικοι, που συγκεντρώνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο Μοναστήρι, επικαλούνταν τη βοήθεια και επιζητούσαν τη σωτηρία και προστασία τους από την Παναγία Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων για την εκπλήρωση των στόχων της Επανάστασης και τη συμμετοχή τους σε αυτήν με προσωπικές και συλλογικές δράσεις. Η προσέγγισή μου περιορίζεται στη σχέση της Μονής με την Ελληνική Επανάσταση και με τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται περί αυτήν, αναδεικνύοντας δυναμικές ιστορικές στιγμές της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων. Δεν προχώρησα όμως σε μια ευρύτερη προσέγγιση της δυναμικής που αναπτύσσεται στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αντικείμενο με το οποίο έχω εκτενώς ασχοληθεί, με δημοσιευμένες εργασίες μου και με την έκδοση σχετικών πηγών (1).


Πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης – Εθνική αυτοσυνειδησία και συλλογικότητα δράσης.

Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης ευνόησαν την κοινωνική και εθνική δράση πολλών προσφύγων, δράση που τελεσφορούσε με την ανοχή, συμπαράσταση και σύμπραξη του εγχώριου πληθυσμού. Ήταν εκείνοι, εντόπιοι και πρόσφυγες, που καθιέρωσαν ως θρησκευτικό χώρο αναφοράς τους τα Μυρτίδια, όπως και άλλους θρησκευτικούς χώρους των νησιών (μοναστήρια, ενοριακούς και ιδιόκτητους ναούς). Τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα, όπως και τα άλλα νησιά του Ιονίου, χρησιμοποιήθηκαν ως σταθμός και ορμητήριο για επαναστατική δραστηριότητα στην τουρκοκρατούμενη νησιωτική και κεντρική Ελλάδα. Ικανός αριθμός αγωνιστών, λογίων, διδασκάλων και ιερωμένων κατέφυγε στα νησιά για οργάνωση επαναστατικής δράσης και ενίσχυση, με ποικίλους τρόπους, της Επανάστασης. Στα Κύθηρα κατέφυγε και παρέμεινε για μεγάλο ή σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλος αριθμός αμάχων προσφύγων (γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι άνδρες) από πολλές ελληνικές περιοχές και από την αλλοδαπή.

Στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα προσφεύγει και βρίσκει άσυλο, προστασία και ευνοϊκές συνθήκες οργάνωσης των δραστηριοτήτων και εκπλήρωση των οραμάτων τους μεγάλος αριθμός προσφύγων μεταξύ των οποίων οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Λάμπρος Κατσώνης, Λάζαρος Κουντουριώτης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Σοφοκλής Οικονόμος, γιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, οι Στέφανος και Νικόλαος Οικονόμου, ο γνωστός Γάλλος φιλέλληνας Joseph Balestra, ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Δημήτριος Τσαμαδός, ο Αναστάσιος Κοκκίνης, ο Γεώργιος Προύσκος, ο επίσκοπος Ύδρας και Πόρου Γεράσιμος Ράλλης Σπανός, μετέπειτα Αργολίδος και Κορινθίας, ο αρχιεπίσκοπος Ευβοίας Γρηγόριος Δ΄ «ο Ηπειρώτης» ή «Αργυροκαστρίτης», γνωστός ως ο από Παραμυθίας μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών, οι επίσκοποι Μοσχονησίων Βενέδικτος και Ηλιουπόλεως Άνθιμος ο Κομνηνός, οι μοναχοί Χρύσανθος από την Πελοπόννησο και Αγαθάγγελος, ο μετέπειτα μητροπολίτης Καισαρείας, και πολλοί άλλοι, πολλά από τα ονόματα των οποίων είναι καταγεγραμμένα σε καταστάσεις των πολιτικών αρχών και της κοινοτικής αυτοδιοίκησης των Κυθήρων.

Οι πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα, Έλληνες και ξένοι, σε πολλές περιπτώσεις, εκόμιζαν συστατικές επιστολές από κατοίκους των περιοχών που προέρχονταν, οι οποίες απευθύνονταν, σε γνωστούς τους μονίμους κατοίκους των Κυθήρων ή και σε πρόσφυγες, που είχαν ήδη καταφύγει και διέμεναν την περίοδο αυτήν στο νησί, για να τους υποδεχθούν και τους προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια. Με τον τρόπο αυτόν προσφέρονταν σε μεγάλο αριθμό αγωνιστών, λογίων και ιερωμένων και στον άμαχο γενικότερα προσφυγικό πληθυσμό δυνατότητες ασφαλούς διαμονής αλλά και περιθώρια περαιτέρω επαναστατικής δράσης και οργάνωσης. Πολλοί κλέφτες από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο.

Από τις καταστάσεις που συνέτασσε η Πολιτική Αστυνομία των Κυθήρων για τους πρόσφυγες στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα, πληροφορούμαστε ότι αυτοί προέρχονταν από την Ιερουσαλήμ, τη Νικομήδεια, το Αϊβαλί, την Ανατολική Ρωμυλία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Χίο, τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά, τη Λευκάδα, την Αθήνα, τον Πειραιά, το Ναύπλιο, το Άργος, τα Βάτικα, την Τρίπολη, την Καλαμάτα, τους Γαργαλιάνους, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Ηλεία, την Αχαΐα (Πάτρα – Αίγιο), την Κορινθία, την Κρήτη, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα, άλλα νησιά του Αιγαίου, την Ήπειρο, την Κύπρο, τη Δαλματία, τη Γαλλία, τη Ρωσία και τη Μάλτα. Η πλειονότητα των προσφύγων προερχόταν από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τη Στερεά, την Ήπειρο και τη Μ. Ασία. Οι πρόσφυγες επέστρεφαν στους συγγενείς τους στα Κύθηρα. Όμως, πολλοί άλλοι Έλληνες, κυρίως γνωστοί και φίλοι Κυθηρίων μεταναστών των περιοχών που προαναφέρθηκαν, ζητούσαν καταφύγιο σε γνωστό και οικείο περιβάλλον, που στις περισσότερες περιπτώσεις είχε βαθμιαία ήδη διαμορφωθεί από την εποχή της ανάπτυξης εργασιακών σχέσεων των Κυθηρίων με τους κατοίκους των περιοχών αυτών (εποχική ή με μόνιμη εγκατάσταση μετανάστευση Κυθηρίων, περίπου 1750 κ.ε.). Υπολογίσιμος είναι και ο αριθμός των προσφύγων που κατέφευγαν στα νησιά για να αναζητήσουν προστασία, χωρίς, βέβαια, να υφίσταται συγγενική ή προηγούμενη σχέση γνωριμίας με τους μόνιμους κατοίκους των νησιών των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Ο συνολικός αριθμός των εποχικών Κυθηρίων μεταναστών, που έτυχε την περίοδο αυτή να είναι εκτός των Κυθήρων και επέστρεψαν στο νησί τους, όπως και των άλλων Ελλήνων, Κυθηρίων και μη, από τις ελληνικές περιοχές και τη Διασπορά, που αναζήτησαν προστασία και βρήκαν καταφύγιο στα Κύθηρα, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Από τις καταστάσεις των τοπικών αρχών και της Πολιτικής Αστυνομίας των Κυθήρων δεν εξάγονται ακριβείς αριθμοί, καθώς δεν εντοπίσθηκαν συγκεντρωμένα αριθμητικά δεδομένα των βρετανικών υπηρεσιών αναφορικά με τον αριθμό των Ελλήνων προσφύγων στα νησιά. Αξίζει όμως να σημειωθεί και η ακόλουθη δυσκολία ως προς τις δυνατότητες ενός στατιστικού προσδιορισμού τους με βάση την καταγωγική προέλευση των προσφύγων, Κυθηρίων και μη, στα νησιά. Οι εκπρόσωποι της κοινοτικής αυτοδιοίκησης (προεστοί και εφημέριοι κάθε μεγάλου χωριού ή των συνοικιών της Χώρας, πρωτεύουσας του νησιού), σε ορισμένες περιπτώσεις μετά λόγου γνώσεως βεβαίωναν ανακριβώς ότι οι καταφεύγοντες στα Κύθηρα ήταν κυθηραϊκής καταγωγής, στενοί συγγενείς μόνιμων κατοίκων των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Αυτό ήταν αναμενόμενο, επειδή ασκούνταν από τις βρετανικές αρχές έλεγχος κατά την άφιξη των προσφύγων στα παράλια του νησιού σχετικά με τους λόγους επιστροφής τους στην ιδιαίτερη πατρίδα από τον τόπο της προσωρινής προέλευσης ή της μόνιμης εκτός Κυθήρων διαμονής τους. Μεγάλο μέρος των προσφύγων που εντοπίζουμε στις σχετικές βεβαιώσεις και καταστάσεις δεν ανταποκρινόταν στα εντελλόμενα των Βρετανών. Στη θέση τους οι προεστοί και οι εφημέριοι, που είχαν λάβει από τις τοπικές βρετανικές αρχές ειδικές εντολές να ελέγχουν αυστηρά τα πρόσωπα που προσήγγιζαν τα λιμάνια των Κυθήρων και Αντικυθήρων για να αποβιβασθούν σε αυτά, έγραφαν, σε πολλές περιπτώσεις, επώνυμα υποτιθέμενης κυθηραϊκής καταγωγής, έτσι ώστε να δείχνουν ότι τα καταφεύγοντα στα νησιά πρόσωπα ήταν συγγενικά μονίμων κατοίκων ή σημείωναν και άλλα ονοματεπώνυμα που, έστω και μόνο παλαιότερα, επιχωρίαζαν στα νησιά. Ερευνούσαν ταυτόχρονα και ενδεχόμενη προηγούμενη επαναστατική ή άλλη δράση των ίδιων ή άλλων μελών των οικογενειών τους στις επαναστατημένες ελληνικές ή άλλες περιοχές από τις οποίες, κατά κανόνα, προέρχονταν.

Σε απογραφές κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, το ποσοστό των προσφύγων ανέρχεται σε 15-20% επί του συνολικού πληθυσμού των Κυθήρων και σε 15-80% για τα Αντικύθηρα. Επίσης, μετά από την απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της Στερεάς διαπιστώνεται ότι καταφεύγει στο νησί μεγάλος αριθμός προσφύγων, κυρίως από μεταναστευτικά κέντρα εκτός Πελοποννήσου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το έτος 1825 τα Κύθηρα διέθεταν ακόμη 908 πρόσφυγες και τα Αντικύθηρα 999 έναντι μονίμου πληθυσμού 10.243 και 272 αντίστοιχα, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο επιπλέον αριθμός του τουρκικού προσφυγικού στοιχείου, που προστατευόταν από την βρετανική διοίκηση στα Κύθηρα, επειδή αυτό δεν περιλαμβανόταν στις σχετικές καταστάσεις, στους καταλόγους και στις απογραφές του πληθυσμού. Η βρετανική διοίκηση, στο πλαίσιο της «Ιονικής Ουδετερότητας» που είχε επιβάλει στους κατοίκους των Επτανήσων ως «προς τον πόλεμο μεταξύ Οθωμανών Τούρκων και Ελλήνων», ήθελε με τον τρόπο αυτό να αποφύγει, για πολιτικούς λόγους, την αύξηση του αριθμού των προσφύγων στα Ιόνια νησιά αλλά και να προλάβει ενδεχόμενες ακρότητες και προκλήσεις που θα εξέθεταν τη Βρετανία και την πολιτική της στη σύμμαχό της τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Βρετανία γνώριζε ότι η επέκταση της εθνικής δραστηριότητας των Ελλήνων στον αποικιοκρατικό νησιωτικό της χώρο θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις και στην πολιτική της εκεί.

Σημειώνω επιγραμματικά και ενδεικτικά μερικά στοιχεία αναφορικά με αιματηρό επεισόδιο που συνέβη στα Κύθηρα τον Οκτώβριο του 1821, προκειμένου να αναδειχθούν δυσκολίες που προέκυψαν σε διπλωματικό επίπεδο μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Μεγάλης Βρετανίας σε βάρος τελικά των κατοίκων και των προσφύγων. Σύμφωνα με έκθεση του Βρετανού τοποτηρητή των Κυθήρων προς την Ιόνιο Γερουσία, επιβλήθηκαν σκληρά μέτρα και στρατιωτικός νόμος στο νησί. Αιτία και αφορμή ήταν η πρόκληση ενός αντιτουρκικού αιματηρού επεισοδίου, που έλαβε χώραν στο νησί την ημέρα αυτήν. Συγκεκριμένα, στην παραλιακή περιοχή του χωριού Καραβάς προσορμίστηκε, λόγω καιρικών συνθηκών, τουρκικό πλοίο, που μετέφερε συνολικά σαράντα ένα άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με προορισμό την Κρήτη. Οι κάτοικοι του Καραβά συνέλαβαν τους Τούρκους που αποβιβάστηκαν από το πλοίο στο νησί και άλλους μεν τους σκότωσαν στην περιοχή με πολύ άγριο τρόπο, ενώ άλλους τους έρριψαν στη θάλασσα. Η αντίδραση της τοπικής διοίκησης των Κυθήρων και της πλειονότητας των κατοίκων υπήρξε άμεση. Ισχυρή δύναμη της πολιτοφυλακής Κυθήρων έσπευσε στον Καραβά, όπου επιχείρησε να συλλάβει τους ενόχους του εγκλήματος. Στην ισχυρή αντίσταση που προέβαλαν οι κάτοικοι του Καραβά, ο Βρετανός τοποτηρητής με εντολή του προς τον έπαρχο του νησιού κήρυξε στρατιωτικό νόμο, με αποτέλεσμα πολλοί να συλληφθούν, να φυλακισθούν και κάποιοι από αυτούς, που αναγνωρίστηκαν ως «πρωταίτιοι» των γεγονότων, να καταδικασθούν σε θάνατο με απαγχονισμό. Ανάλογα γεγονότα συνέβησαν στον Υψόλιθρο της Ζακύνθου, με αποτέλεσμα ο στρατιωτικός νόμος να επεκταθεί στη Ζάκυνθο και στα άλλα νησιά του Ιονίου.


Ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός στα Κύθηρα κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, ο ιερός κλήρος και οι λαϊκές συνάξεις στα Μυρτίδια.

Κατωτέρω προσεγγίζω τη στάση της ηγεσίας της τοπικής εκκλησίας και συγκεκριμένα την πολιτική αντιμετώπιση του προβλήματος των προσφύγων και της Ελληνικής Επανάστασης από τον Αρχιεπίσκοπο Προκόπιο Καλλονά. Επιλέγω να αναφερθώ σε συμβάν που προέκυψε μεταξύ του Αρχιεπισκόπου και του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, επειδή, όπως θα δειχθεί κατωτέρω, προστίθεται και αυτό ως στοιχείο που αναδεικνύει κατά την κρίσιμη περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης την Ιερά Μονή Μυρτιδίων σε κοινό θρησκευτικό χώρο αναφοράς των κατοίκων. Η χρονική περίοδος της παραμονής του Διονυσίου στα Κύθηρα δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί με ακρίβεια. Εικάζουμε όμως ότι αυτή διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια. Γνωρίζουμε βέβαια ότι περίπου στο διάστημα αυτό είχε τεθεί επικεφαλής ποικίλων πρωτοβουλιών για την ενίσχυση του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

Το μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας ο Πύρρος το γνώρισε σε περίοδο που αυτό είχε καταστεί επίκεντρο θρησκευτικών και πολιτικών κινητοποιήσεων, οι οποίες στόχο είχαν την εθνική ανάταση του πληθυσμού. Ο Πύρρος διέμενε στην πρωτεύουσα του νησιού, Χώρα, όπου την περίοδο αυτήν μαρτυρείται ότι συνέτρεχαν ευνοϊκές συνθήκες για προσφορά στους κατοίκους της εθνικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού έργου. Μαρτυρούνται ειδικότερα στον κοινωνικό της ιστό επαναστατικές δράσεις με στόχο την υλική ενίσχυση και ηθική συμπαράσταση των κατοίκων των επαναστατημένων περιοχών. Στις εκδηλώσεις αυτές συμμετείχε το ιερατείο και πολλοί άλλοι κάτοικοι του νησιού καθώς και Κυθήριοι μετανάστες, οι οποίοι, εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης, επανέκαμπταν στο νησί, όπως και πολλοί μη Κυθήριοι πρόσφυγες της περιόδου αυτής. Γνωρίζουμε από μαρτυρίες και από τις προσωπικές αφηγήσεις του Διονυσίου ότι το έτος 1824 αυτός βρίσκεται στα Κύθηρα επί αρχιερατείας Προκοπίου Καλλονά (1824-1855) και ότι στα Κύθηρα διαπεραιώθηκε από τη Μάνη μετά την εκστρατεία του Ιμπραήμ (1825) στην Πελοπόννησο. Επίσης, λίγο πριν από την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, γνωρίζουμε ότι ο Διονύσιος, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία, διαπεραιώθηκε από τα Κύθηρα στο Ναύπλιο (1827).

Την περίοδο που ο Διονύσιος Πύρρος διέμενε στα Κύθηρα μέλη της βρετανικής διοίκησης όπως και ο Βρετανός τοποτηρητής αποκαλούσαν τον Αρχιεπίσκοπο «άνθος των επισκόπων της Ανατολής». Αυτό, ενδεχομένως και μεταξύ άλλων, έδωσε την αφορμή στο Διονύσιο να αμφισβητήσει την καθαρότητα των στόχων του Επισκόπου και της λοιπής ηγεσίας της τοπικής Εκκλησίας των Κυθήρων αναφορικά με την Ελληνική Επανάσταση. Είναι, πιστεύω, ζήτημα ερμηνείας των πηγών και κυρίως της ικανότητας του ιστορικού να προσδιορίζει ο ίδιος την προκατάληψη και τη μονομέρειά τους. Στην προκειμένη περίπτωση ο Διονύσιος διατύπωνε μια ατεκμηρίωτη προσωπική γνώμη. Αυτό έδωσε σε μελετητές την αφορμή να παρερμηνεύσουν τις εθνικές προθέσεις του Αρχιεπισκόπου. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν να διαθέτει κάποια βάση αλήθειας η άποψη του Πύρρου, μοναδικού από όσο γνωρίζουμε επικριτή του Επισκόπου, ότι, επειδή οι Βρετανοί χαρακτήριζαν τον Αρχιεπίσκοπο «άνθος των επισκόπων της Ανατολής», εκείνος ήταν επίσκοπος «αμαθής», «φιλότουρκος» και «φιλοβρετανός», όπως ο Πύρρος τον χαρακτήριζε σε μια κρίσιμη για το ελληνικό έθνος καμπή και κορυφαία για τους Κυθηρίους επαναστατική εκδήλωση [πολυπληθής συγκέντρωση κατοίκων (εγχωρίων και προσφύγων) στα Κύθηρα και καθαγιασμός των αγώνων των Ελλήνων για την απόκτηση της ελευθερίας τους].

Συγκεκριμένα, σε μια από τις πολυπληθέστερες συγκεντρώσεις των κατοίκων, Κυθηρίων και προσφύγων, στη Μονή Μυρτιδίων δεν παρευρέθη ο Αρχιεπίσκοπος, στην οποία όμως πρωτοστάτησε των δεήσεων του ιερατείου ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος. Συνέβη όμως και κάτι άλλο. Ο Βρετανός τοποτηρητής έδωσε εντολή τον Αρχιεπίσκοπο να αναζητήσει τους πρωταίτιους της μεγάλης αυτής συγκέντρωσης, καθώς εκτιμήθηκε ότι η σύναξη αυτή είχε λάβει παγκυθηραϊκό χαρακτήρα. Γι’ αυτό την επόμενη ημέρα ο Αρχιεπίσκοπος υποχρεώθηκε να μεταβεί στα Μυρτίδια για να εξετάσει το ζήτημα που είχε θορυβήσει τις βρετανικές αρχές του νησιού. Σε μικρή απόσταση από την είσοδο των Μυρτιδίων ο Διονύσιος, που είχε διαμείνει το προηγούμενο βράδυ στα Μυρτίδια, έτρεξε να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο, απευθύνοντας προς αυτόν τις αιτιάσεις που αναφέρθηκαν. Ο κόσμος όμως επευφημούσε τον Αρχιεπίσκοπο, καθώς δεν είχε «υποπτευθεί» καμιά από τις αιτιάσεις αυτές του Διονυσίου. Ο Παναγιώτης Χιώτης, ιστοριογράφος της Επτανήσου, θα σημειώσει, μάλιστα, ότι ο επίσκοπος Κυθήρων Προκόπιος Καλλονάς διακρινόταν για τη γλωσσομάθεια και την εκκλησιαστική του παιδεία (2). Πραγματικά, οι κάτοικοι των Κυθήρων είχαν πάντα τον καλό λόγο για τον επίσκοπό τους και εμπιστοσύνη στις αποφάσεις και στις δραστηριότητές του.


Η Ιερά Μονή Μυρτιδίων, χώρος κοινής θρησκευτικής αναφοράς εγχώριων και προσφύγων στα Κύθηρα κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.

Αναφέρθηκα συνοπτικά στο προσφυγικό ρεύμα που εμφανίσθηκε στα Κύθηρα με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και στις άλλες ελληνικές περιοχές σε όλη τη διάρκεια αυτής και ευκαιριακά σε ορισμένες πλευρές της δράσης του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού στα Κύθηρα. Επιχείρησα επίσης να αναδειχθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες το πρόβλημα των προσφύγων αντιμετωπιζόταν στα νησιά Κύθηρα και Αντικύθηρα, κυρίως από τη στιγμή που επιβλήθηκε από τη βρετανική διοίκηση η «Ιονική ουδετερότητα» και ο «στρατιωτικός νόμος» μετά το αιματηρό επεισόδιο του Καραβά, όπως και οι δημόσιες πολυπληθείς συνάξεις των κατοίκων στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων για προσευχή και τέλεση δεήσεων για την ευόδωση του Αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας (καθαγιασμός των αγώνων των Ελλήνων για την απόκτηση της ελευθερίας τους).

Ως τυπικό παράδειγμα της εθνικής ευαισθητοποίησης του κυθηραϊκού πληθυσμού και του αντικτύπου της Ελληνικής Επανάστασης στα υπό βρετανική διοίκηση Κύθηρα και Αντικύθηρα μπορεί να θεωρηθούν οι σημειώσεις ενός εφημέριου στο περιθώριο του ληξιαρχικού βιβλίου του εφημεριακού ναού της Παναγίας του χωριού Λογοθετιανίκων: «25 Μαρτίου 1821 έτος εις Κύθηρα. Άρχισε ο πόλεμος των χριστιανών εναντίον των βαρβάρων και ο Θεός να δώσει να τροπωθεί το αυτό γένος το αγαρηνό… Ιουλίου 20 επαρέδωσε τη Μονεμβάσια. 1821, Σεπτεμβρίου 23, εκυρίευσαν οι Χριστιανοί την Τριπολιτσά…». Ο εφημέριος αυτός, υπό το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου που είχε επιβληθεί από τη Μ. Βρετανία στα Ιόνια νησιά και την επιβαλλόμενη συμμόρφωση των κατοίκων τους προς την λεγόμενη «Ιονική ουδετερότητα» έναντι του πολέμου μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι φυσικό να καταφεύγει για να εκφρασθεί, στο περιθώριο του ληξιαρχικού βιβλίου του ναού του. Ανάλογες γραπτές αποδείξεις της αντίδρασης συναντούμε κατά την έναρξη και την πορεία του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας όχι μόνο από εφημέριους στα περιθώρια των ληξιαρχικών βιβλίων αλλά και σε μεμονωμένες χειρόγραφες σημειώσεις από λαϊκούς και ιερωμένους.

Επιχειρώντας ακόμη να αναδείξω τη σχέση του προσφυγικού πληθυσμού με τη Μονή Μυρτιδίων όπως και τη θέση που αυτή αποκτά, κατά την περίοδο αυτήν με κυρίαρχο τον εγχώριο πληθυσμό (λαϊκούς και ιερωμένους), ως θρησκευτικός χώρος λατρείας και προσευχής για την ευόδωση των στόχων της Ελληνικής Επανάστασης, σημειώνω ότι προσεκτική μελέτη των τεκταινομένων την περίοδο αυτή στα Κύθηρα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας έδειχνε να είναι διστακτική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιφυλακτική οπωσδήποτε να προβάλλει φανερά ενεργητική στάση και υποστήριξη του Αγώνα. Τα κριτήρια των επιλογών και ενεργειών της στηρίζονταν σε μια σειρά από δεδομένα της εποχής, που εκείνη περισσότερο από άλλα πρόσωπα και φορείς μπορούσε να αξιολογεί και ανάλογα να δημοσιοποιεί τις ενέργειές της. Η στάση του Αρχιεπισκόπου στα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα που προβάλλονται κατά την περίοδο αυτήν (προσφυγικό και συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση των Κυθηρίων και των προσφύγων στα νησιά) οπωσδήποτε δεν φαινόταν να είναι εναρμονισμένη φανερά και δημόσια με τις θέσεις της βρετανικής διοίκησης. Ο Αρχιεπίσκοπος ζύγιζε τα πράγματα και αναλόγως έπραττε. Συντηρούσε τις ισορροπίες και ενεργούσε διπλωματικά και με σωφροσύνη. Σε αντίθετη περίπτωση, το οικοδόμημα της δημιουργικής συμμετοχής του εγχώριου πληθυσμού, του ιερατείου και των προσφύγων στον Αγώνα μπορούσε να καταρρεύσει. Οι θρησκευόμενοι κάτοικοι και το ιερατείο ενεργούσαν χωρίς απαγορεύσεις συμμετοχής στον εσωτερικό επαναστατικό αγώνα. Αυτό δηλαδή που γνώριζαν οι κάτοικοι, έδειχνε ότι δεν το κατανοούσε ο Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός.

Η επιβολή ποινών σε ιερείς για εθνική επαναστατική δραστηριότητα πραγματοποιείται ενίοτε από τον Αρχιεπίσκοπο, συντελείται ωστόσο ύστερα από αυστηρές εντολές των βρετανικών αρχών να προβαίνει σε ανακριτικές διαδικασίες για ό,τι παράνομο, κατ’ αυτές, συνέβαινε στα μοναστήρια και σε άλλους χώρους θρησκευτικής λατρείας των νησιών. Η εκκλησιαστική ηγεσία του τόπου δεν εμφανίζεται όμως να προβαίνει η ίδια σε αυτεπάγγελτη δίωξη του εφημεριακού κλήρου. Δεν μπορεί όμως και να αποφεύγει να γνωστοποιεί στον πληθυσμό μαζί με την εγχώρια κεντρική διοίκηση των Κυθήρων τα σχετικά διατάγματα των βρετανικών αρχών και να αναλαμβάνει την ευθύνη των ενεργειών της, στις περιπτώσεις που ο εφημεριακός κλήρος παρέβαινε τις σχετικές διαταγές της βρετανικής διοίκησης και τασσόταν, με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και προκλητικές για την ξένη διοίκηση πράξεις, υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Η στάση της Εκκλησίας διαφοροποιούνταν ανάλογα με την εκάστοτε στάση του βρετανικού καθεστώτος και την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στο νησί. Απόδειξη είναι ότι ο εφημεριακός κλήρος συμμετέχει ενεργά και δραστηριοποιείται στο πλαίσιο της αγωνιστικής κινητοποίησης του ευρύτερου πληθυσμού χωρίς να παραπονείται ότι συναντούσε αντιδράσεις από την ηγεσία της τοπικής Εκκλησίας ή άλλους τοπικούς φορείς.

Για την ευόδωση του αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης προσέρχεται τακτικά και αναπέμπει δέηση στη Μονή των Μυρτιδίων αλλά και σε άλλους θρησκευτικούς χώρους λιγότερο μαζικά, αριθμός Ελλήνων και ξένων προσφύγων, επισκόπων και εφημερίων των νησιών, παρουσία λογίων, προεστών και πολλών μόνιμων κατοίκων του νησιού. Σε μια από τις μεγαλύτερες συνάξεις του είδους αυτού πρωτοστάτησε ο Διονύσιος Πύρρος, που βρισκόταν κατά την περίοδο αυτήν στα Κύθηρα. Στην κίνηση αυτή του πληθυσμού είναι βέβαια φανερή η απουσία του αρχιεπισκόπου Προκοπίου Καλλονά, όπως και σε άλλες. Γνωρίζουμε όμως ότι υφίστατο από την εκκλησιαστική ηγεσία η σιωπηρή ανοχή της ευρύτερης αυτής κίνησης του εφημεριακού κλήρου, των προσφύγων και των κατοίκων του νησιού υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Για την επαναστατική αυτήν δραστηριότητα δεν καταλογίζονταν ευθύνες από την εκκλησιαστική ηγεσία του νησιού. Άλλωστε, οι ποινές αργίας που επιβλήθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο σε ευάριθμους ιερείς ήταν ολιγοήμερες και επιβάλλονταν για λόγους «παραδειγματικούς», ύστερα από αυστηρές εντολές της διοίκησης για τον εντοπισμό των υπευθύνων των πρωτοβουλιών αυτών (μεγάλες συνάξεις στα μοναστήρια του νησιού, αιματηρό επεισόδιο στον Καραβά κ.ά.).

Από σχετική, π.χ., αλληλογραφία μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κυθήρων Προκοπίου Καλλονά και του Βρετανού τοποτηρητή των Κυθήρων πληροφορούμαστε ότι μόνο ο ιερέας Ν. Χαραμουντάνης καταδικάσθηκε, ύστερα από απόφαση του Αρχιεπισκόπου και σχετική εισήγηση-εντολή για την αναζήτηση πρωταιτίων του Βρετανού τοποτηρητή, σε ένα χρόνο «αργία» και παράλληλα σε περιορισμό στα Αντικύθηρα. Χαρακτηριστική, νομίζω, είναι η αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, απόσπασμα της οποίας παραθέτω. Ο ιερέας «επήγεν εις τον τόπον εκείνον όπου («κακότροποι») άνθρωποι (3) εφόνευσαν μερικούς Τούρκους… και επειδή τούτο είναι ρητώς εμποδισμένον από τους εκκλησιαστικούς κανόνες… αν και είχε λάβει είδησιν περί τοιούτου παρανόμου εγχειρήματος, επιχείρημα όπου ημπορούσε να προκαλέσει τον αφανισμόν όλης της Πατρίδος, αν τα εγκλήματα δεν ήθελαν δικαίως παιδευθεί…». Οι ποινές αργίας που επιβλήθηκαν από τον Αρχιεπίσκοπο σε ιερείς του νησιού για τη συμμετοχή τους στις συνάξεις που αναφέρθηκαν ήταν μικρές και με διπλωματικότητα τεκμηριωμένες. Ακόμη, είχαν σχέση με πρόσωπα του περιβάλλοντός του, άμεσους πολλές φορές συνεργάτες του, γεγονός που υποδηλώνει επίσης τις διπλωματικές ικανότητες του Αρχιεπισκόπου, κάτι που άλλωστε αξιολογούσαν ως θετικό οι βρετανικές αρχές του νησιού. Τοπικοί ιστοριογράφοι και ευκαιριακοί μελετητές που επικρίνουν τη στάση της τοπικής ηγεσίας της εκκλησίας δεν χρησιμοποίησαν άλλη πηγή εκτός από τα κείμενα του Πύρρου (4).

Έθεσα όμως ως κύριο στόχο της ανακοίνωσής μου στο συνέδριο που διοργανώθηκε στα Κύθηρα, υπό την αιγίδα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων και Αντικυθήρων κ.κ. Σεραφείμ, να δείξω την κινητικότητα που εμφάνισε την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης η Ιερά Μονή Μυρτιδίων. Στα Κύθηρα ζυμώνονται και εξαπλώνονται από τους κατοίκους επαναστατικές δραστηριότητες χωρίς παρεμβάσεις από οποιονδήποτε τοπικό θεσμικό φορέα. Τα Μυρτίδια, ως χώρος θρησκευτικής λατρείας, γίνονται ευρύτερα γνωστά στην ελληνορθόδοξη Ανατολή ιδιαίτερα την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων που καταφεύγει εκεί προσεύχεται και συμμετέχει με κατάνυξη στις δεήσεις του ιερατείου υπέρ της ευόδωσης του Αγώνα των Ελλήνων. Αγωνιστές, λόγιοι, διδάσκαλοι, ιερωμένοι και λαϊκοί πρόσφυγες κάθε ηλικίας και από πολλές περιοχές της «καθ’ ημάς Ανατολής» θα γνωρίσουν αυτήν την περίοδο το Μοναστήρι. Όταν θα φύγουν και θα επιστρέψουν στις εστίες τους, θα πάρουν μαζί τους εικόνες της Παναγίας των Μυρτιδίων, θα αφιερώσουν εικόνες στους ενοριακούς ναούς τους και θα ιδρύσουν κάποτε και ναούς που θα τους αφιερώσουν στην Παναγία Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων. Την έρευνα του Βασιλείου Σταύρου ιερέως Χάρου (5), που αναφέρεται στη διασπορά αυτή των ναών, εικόνων και κειμηλίων της Μυρτιδιώτισσας, κατά ένα μεγάλο μέρος τη συσχετίζω με την εξεταζόμενη περίοδο της κυθηραϊκής ιστορίας και της ιστορίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων. Ελπίζω και προσδοκώ τη συνέχιση της καταγραφής αυτής και έξω από τον ελλαδικό χώρο.


Σημειώσεις:

1. Στο τέλος του κειμένου παρατίθεται συνολικά σχετική βιβλιογραφία-εργογραφία μου, που αφορά στην ιστορία της Μονής Μυρτιδίων και στην επαναστατική δραστηριότητα των κατοίκων κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης.
2. Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (1815-1864), τομ. Α΄ , εν Ζακύνθω 1874, σ. 428.
3. Η πλειονότητα των κατοίκων των Κυθήρων, εγχωρίων και προσφύγων, είχε αποδοκιμάσει την πράξη αυτήν μερικών φανατισμένων κατοίκων του νησιού.
4. Π. Τσιτσίλιας, Η ιστορία των Κυθήρων, τ. Β΄, εκδ. Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Αθήνα 1994, σ. 213.
5. Β. Χάρος, Οδοιπορικό για τη Μυρτιδιώτισσα, εκδ. Ιερά Μητρόπολη Κυθήρων και Αντικυθήρων, Αθήνα 2007.


Βιβλιογραφία

Παραθέτω συγκεκριμένες μελέτες μου που αναφέρονται στην ιστορία της Μονής Μυρτιδίων και την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης στα Κύθηρα και αναπαριστούν, στη στροφή του 18ου προς τον 19ο αιώνα, κύριες όψεις της ιστορίας της Μονής Μυρτιδίων, της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας και της Εκκλησίας των Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Τα Κύθηρα στην Ελληνική Επανάσταση, εκδ. «Κυθηραϊκή Αδελφότητα Πειραιώς – Αθηνών», Αθήνα 1971, 110 σσ.
 «The Rise and Fall of the Confraternity Churches of Kythera», Proceedings of XVIth International Congress of Byzantine Studies, τ. 2, Vienna 1981, σ. 59-68. Το ίδιο σε μετάφραση στα ελληνικά με τον τίτλο: «Η γένεση, η ακμή και η παρακμή του θεσμού των συναδελφικών ναών στα Κύθηρα», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδ. «Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20055, σ. 227-238.
 The Island of Kythera: A Social History (1700-1863), Faculty of Arts’, S. Saripolos’ Library, National and Capodistrian University of Athens, Athens 20002.
 «Κοινωνική και πολιτική έκφραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στα Επτάνησα», Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο με θεματική «1789-1989: Διακόσια χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση» του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1989, σ. 337-364.
 «Idéologie et révolution sociale: Répercussions dans la société de Cythère», στο: La Révolution française et L’ Hellénisme Moderne, Actes du IIIe Colloque d’ Histoire (1987), Fondation Nationale de la Recherche Scientifique, Athènes 1989, σ. 155-171. Το ίδιο στα ελληνικά με τον τίτλο: «Ιδεολογία και κοινωνική επανάσταση: Αντανακλάσεις στην κοινωνία των Κυθήρων και εγγενής πραγματικότητα (Έκδοση μιας ενότητας ανέκδοτων νοταριακών πράξεων)», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου», Αθήνα 20055, σ. 365-399.
 «Kύθηρα» στο: Αγγέλου Θ. Νεζερίτη, Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου (επιμ. Ν. Νικολούδης), Αθήνα 1998, σ. 207-213.
 «Τα Κύθηρα κατά τη βυζαντινή περίοδο», Kythera-Summer Edition (1999), περιοδική έκδοση, σ. 18-19.
 «Ένας άγνωστος ανέκδοτος κανονισμός διοίκησης και λειτουργίας της Ιεράς Μονής Μυρτιδίων των Κυθήρων (1827). Έκδοση – ανάλυση – σημασία – συμπεράσματα», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Κυθηραϊκών Μελετών με θεματική «Κύθηρα: Μύθος και πραγματικότητα», τόμ. 4, εκδ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Δήμου Κυθήρων, (επιμέλεια έκδοσης: Γεώργιος Ν. Λεοντσίνης), Αθήνα 2003, σ. 201-231.
 «Το πρόβλημα των προσφύγων στα Κύθηρα από την Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, εκδ. Αφοί Τολίδη, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20055, σ. 535-558.
 «Η εθνική και κοινωνική δράση του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού στα Κύθηρα και η τοπική πραγματικότητα», στο: Γ. Ν. Λεοντσίνης, Ζητήματα νεότερης ελληνικής ιστορίας, Κεντρ. διάθεση εκδόσεις «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 20063, σ. 123-173.
 «Ελληνική Επανάσταση και Επτάνησα», Πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 2008 κατά τον επίσημο εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (υπό έκδοση από Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Kythera: The Ecclesiastical Situation and the Parish Clergy, μονογραφία, εκδ. «Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα», Αθήνα 2008 (υπό έκδοση).


The Holy Monastery of Myrtidion and the Greek Revolution

Abstract

This paper attempts to bring to light certain aspects of the history of the Holy Monastery of Myrtidion during the years of the Greek Revolution. During this period, the local Church leadership, seeking to participate in the Greek Revolution, became active in the Revolutionary cause; at the head of this movement was Prokopios Kallonas, Archbishop of Kythera and Antikythera, followed by parish priests, local self-government (proestoi and demogerontes), and many inhabitants of all the Municipal Departments of Kythera and Antikythera in general. These included many refugees (clergy and laity) who sought refuge on both islands during the period of the Greek Revolution. The presence of Archimandrite Dionysios Pyrros of Thessaly, who had taken refuge on Kythera from the Peloponnese, should be noted. I will refer to his work more extensively, since his presence and activities on Kythera brought him into contact with the Myrtidion Monastery.

The paper will centre on the mobilization of the local and refugee population, with the Holy Monastery of Myrtidion serving as the religious reference point. The residents, who gathered at regular intervals at the Monastery, appealed for help and requested salvation and protection from Kythera’s Panagia Myrtidiotissa (Virgin of the Myrtles), seeking the fulfilment of the Revolution’s goals and their successful participation in individual and group revolutionary activities. My approach is limited to the relationship between the Monastery and the Greek Revolution and to the people active in this relationship, highlighting the dynamic historical moments of the Holy Monastery of Myrtidion. I did not, however, attempt a broader investigation of the dynamic that developed on Kythera and Antikythera during the Greek Revolution, a subject I have already explored extensively through my published work, as well as the related primary sources I have edited.

The paper is divided into the following sections entitled:
• Refugees on Kythera and Antikythera during the Greek Revolution – National Self-Consciousness and Collective Action.
• Dionysios Pyrros of Thessaly on Kythera during the period of the Greek Revolution, the holy clergy and the popular gatherings at Myrtidia.
• The Holy Monastery of Myrtidion, a location serving as a common religious reference point for Kythera’s local and refugee population during the period of the Greek Revolution.

At the end of my paper, I have appended my research regarding the history of the Myrtidion Monastery during the period of the Greek Revolution, which recreates the main aspects of the history of the Monastery, of overall Greek society and of the Church of Kythera and Antikythera from the beginning of the 18th to the turn of the 19th century.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ (διήγημα)


Τον γνώρισα στο Κατηχητικό. Όλο ζωή και περιττά κιλά.

«Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;» τον ρώτησα.

«Άγιος», μου απάντησε.

Έμεινα άφωνος. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο επάγγελμα και μου φάνηκε πολλή η άγνοιά μου.

«Άγιος;» ξαναρώτησα.

«Βεβαίως!» μου ξανάπε με σταθερότητα. «Παλιότερα ήθελα αστροναύτης, αλλά ανακάλυψα ότι με πειράζουν τα ύψη. Νομίζω ότι θα πέσω από κανένα αστέρι και μάλιστα χωρίς αλεξίπτωτο».

«Σωστά», του απάντησα. «Και τι μαθήματα δίνετε στις εξετάσεις;».

«Το πηδάλιο, σοφιστείες και ευφυολογήματα και φυσικά ταχυδακτυλουργίες και μαγικά».

Από εκείνη τη μέρα τον κοίταζα με σεβασμό. Η αλήθεια είναι ότι τον παρατηρούσα με προσοχή, όχι γιατί ήταν ενδιαφέρων τύπος, αλλά γιατί πρέσβευε ένα επάγγελμα που, σαφώς άγνωστο σε μένα, μου προκαλούσε δέος. Όπως λέμε πυρηνικός φυσικός ή βυρσοδέψης. Και για τα δύο αδυνατούσα να δώσω εξήγηση λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων. Τώρα ερχόταν να προστεθεί και ένα τρίτο επάγγελμα. Ήμουν σαφώς μπερδεμένος και αρκετά λίγος για να αποφασίσω για το μέλλον μου. Ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός στερείτο πρωτοτυπίας και αρκούμουν στα κλασσικά επαγγέλματα. Γιατρός, δικηγόρος, δάσκαλος, άντε και καμιά τέχνη μα και αυτή εντός των τετριμμένων. Μάλλον μαραγκός έλεγα, όταν με ζόριζαν τα πολλά διαβάσματα.

Ο παχουλούλης ήταν όμως σταθερός. «Άγιος», έλεγε και ξαναέλεγε και το πάλευε κατά πως έδειχναν όλα με απόλυτη συνείδηση. Διάβαζε ατελείωτες ώρες, ανέβαινε και κατέβαινε τις σκάλες της εκκλησίας τρέχοντας, για να έχει καλή φυσική κατάσταση, έβγαζε λόγους στις μαζώξεις και κάθε φορά τόνιζε με απίστευτη ικανότητα τη νέα ρήση και το νέο ευφυολόγημα που είχε αποστηθίσει. Νήστευε ακόμη και τις Κυριακές, ακολουθούσε πιστά τους κανόνες, τιμωρούσε σκληρά τον εαυτό του σε κάθε περίπτωση. Στην εφηβεία αρνήθηκε τη φύση του. Όχι μόνο δεν μιλούσε σε γυναίκες, αλλά και μόνο στο άκουσμα της λέξης έρωτας ανατρίχιαζε. Από τις κακουχίες άρχισε να χάνει κιλά και για ένα περίεργο λόγο ακόμη και το πρόσωπό του έδειχνε να μεταλλάσσεται. Έβγαλε πρώτος γένια, άφησε τα μαλλιά του μακριά και απόκτησε ένα μόνιμο χαμόγελο, λίγο ανεξήγητο για εμάς που δεν ήμασταν μυημένοι στο επάγγελμα. Μεταξύ μας όλα τα δικαιολογούσαμε, καθότι η εκμυστήρευσή του μάλλον ήταν το κοινό μυστικό της παρέας. Ήταν το καμάρι της ενορίας που ήθελε διακαώς εκτός από ιερείς να βγάλει και τον πρώτο άγιό της. Κάποια μέρα θα γραφόταν το συναξάρι του και μείς θα ήμασταν σίγουρα στην αγιογραφία του. Έτσι όλοι κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να τον βοηθήσουμε να τα καταφέρει. Ακόμη και λάθος να έκανε τον επαινούσαμε, σε ατόπημα και αν περιέπιπτε τον δικαιολογούσαμε. Τον είχαμε στα πούπουλα και του συμπεριφερόμαστε πάντοτε με ευγένεια και θαλπωρή. Κάναμε χώρο να περάσει, σκύβαμε το κεφάλι στην θέα του, τον βάζαμε να κάτσει στο καλύτερο θρονί και φυσικά τού μιλούσαμε πάντοτε στον πληθυντικό. Μαζί μας μεγάλωνε ένας άγιος. Οι γονείς του καμάρωναν και επαινούσαν την προσπάθειά του. Ήταν οι πρώτοι ακόλουθοί του και με το πλήθος όλων εμάς των πιστών νομίζαμε ότι η επιτυχία θα ήταν εξασφαλισμένη.

Κάποτε τον ρώτησα πότε είναι οι εξετάσεις. Με κοίταξε απόμακρα, με σταύρωσε και, αντί για απάντηση, μού έδειξε με το δείκτη του δεξιού του χεριού τον ουρανό. Κατάλαβα, ήμασταν στο παραπέντε. Συνέπιπτε όμως με τις πανελλήνιες και έτσι χάθηκα για κάμποσο από τις μαζώξεις. Τράβηξα τον δικό μου δρόμο, σπούδασα, βγήκα στο επάγγελμα και κάποτε επέστρεψα ξανά στα γνώριμα μέρη μου.

«Ο άγιος;» ρώτησα τους φίλους της Κυριακής.

«Δυστυχώς, κόπηκε» μου ανακοίνωσαν.

«Κόπηκε;» ρώτησα. «Πού;».

«Στα μαγικά», μου απάντησαν. «Του ζήτησαν να πετάξει και ενώ απογειώθηκε χαλαρά και όλοι λέγαμε πέταξε – πέταξε, έκανε μια απότομη κλίση και έπεσε κατακόρυφα».

«Να, εκεί» μου έδειξαν. «Κάτω από το παράθυρο του σπιτιού του».

Πήγα κοντά. Ένα εικονοστάσι μαρτυρούσε την προσπάθεια. Στην ρίζα του βάθρου κάποιος είχε γράψει με σπρέι: «Λάθος επαγγελματικός προσανατολισμός».

[Στη φωτό: Χαρακτικό του Μιχαήλ Αγγελάκη]

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Μάριου Μπέγζου: ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 691-697]

«Ο Σολωμός είναι η φωνή μας»
Ζ. ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ (1)

Ο Διονύσιος Σολωμός δεν υπήρξε θεολόγος . Ήταν όμως ποιητής. Κι αυτό είναι υπερβολικά σημαντικό, αφού οι ποιητές είναι που σώζουν την αλήθεια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εξαιτίας δηλαδή της άμεσης αναφοράς της ποίησης στην αλήθεια, μας ενδιαφέρει να πληροφορηθούμε την θεολογική παράμετρο του εθνικού ποιητή μας. Επιχειρούμε ιχνηλασία θεολογίας στον Σολωμό και όχι τίποτε άλλο, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από αυτό ακριβώς. Την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου οφείλει να σέβεται κάθε μελετητής, στον οποίο απαγορεύεται οποιαδήποτε συστηματοποίηση στην παρουσίαση της σκέψης του μέγιστου μας ποιητή. Το ελατήριο της μελέτης μας βρίσκεται διατυπωμένο από έναν άλλο μεγάλο της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης, τον Οδυσσέα Ελύτη, που συνιστά: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, / μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό» (2).
Ο ποιητής θεολογεί μεταφυσικά: ούτε αισθητικά, ούτε θρησκευτικά! Κάνοντας λόγο για τον Θεό ο Σολωμός δεν δογματίζει, ούτε αφορίζει. Δηλαδή δεν ορίζει το θείο , ούτε περιορίζει το ιερό. Αλλά αντιθέτως ανοίγεται στον ορίζοντα της θεότητας και ανοίγει σε όλους μας την διάσταση της ιερότητας, που είναι ξεχασμένη, μα όχι χαμένη μέσα στην μονοδιάστατη καθημερινότητά μας, όπου η πραγματικότητα της ζωής συμπνίγεται κάτω από την πεζότητα της βιωτής. Το ιερό (3) ως ανθρώπινη εμπειρία ανήκει στα περασμένα, μα όχι ξεχασμένα βιώματα.
Ο ποιητικός λόγος για το θείο δεν σημαίνει την συστολή του ανθρώπου μέσα στο Εγώ του είτε το ατομικό Εγώ καθενός μας είτε το συλλογικό Εγώ της κοινωνίας, του έθνους, του πολιτισμού μας κ.ο.κ. Αντιθέτως πίστη για τον Σολωμό είναι η διαστολή του ανθρώπου από το Εγώ προς το Άλλο. Ο Θεός είναι το κατ’ εξοχήν Άλλο μας, το ιερό είναι το άλλως Άλλο, το εντελώς Άλλο, το «αλλέως» (αλλιώτικα) Άλλο, που είναι διαφορετικό από εμάς και λειτουργεί με απόλυτα διαφορετικό τρόπο.
Κάθε λόγος περί του θείου είναι εντελώς αλλιώτικος λόγος κι αυτό μόνο ένας ποιητής μπορεί να το συλλάβει και να το εκφράσει. Με αυτήν την έννοια διατυπώνεται η εκτίμηση ότι ο Σολωμός θεολογεί μεταφυσικά και όχι θρησκευτικά, ούτε αισθητικά. Όταν κάνει λόγο περί Θεού, δηλαδή όταν θεο-λογεί ο ποιητής μας δεν χρησιμοποιεί θρησκευτικές έννοιες ούτε αισθητικές κατηγορίες, υπερβαίνει τα καλολογικά και τα θεολογικά στοιχεία, για να αφήσει να μιλήσει μέσα του και μέσω αυτού το βίωμα του ιερού, το οποίο είναι από την φύση του άρρητο και κατ’ ουσίαν αμφίσημο.
Οι «Στοχασμοί του Ποιητή» στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» είναι αποκαλυπτικοί. Στην ρητή διατύπωσή του ότι «εις αυτό [το ποίημα] θα ενσαρκωθή το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις» (4), το ιερό ανάγεται και υπάγεται στο αληθινό, δηλαδή στο ανθρώπινο του ανθρώπου (condition humana). Κι αυτό με την σειρά του προσδιορίζεται ως έργο της ποίησης, έτσι που η ποιητική τέχνη να προβιβάζεται σε μεταφυσική άθληση. Καμιά πατριδολατρία ούτε θρησκοληψία δεν υπολανθάνουν στην παραπάνω διαπίστωση του ποιητή μας, αφού η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων είναι κάτι παραπάνω από σαφής. Προτάσσεται το αυθεντικό «περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης», επακολουθεί το ιερό («πίστις») και επιτάσσεται το ποίημα.
Η μεταφυσική στεγάζει την τέχνη και την θρησκεία. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το στέγαστρο του ιερού και του ωραίου. Η οντολογία αποτελεί την σκέπη της θεολογίας και της καλολογίας. Η αλήθεια είναι η πηγή του ποταμού που ονοματίζει τις δυο του όχθες με διαφορετικό τρόπο. Η μια όχθη του είναι το ωραίο και η άλλη είναι το ιερό. Στα νάματα καθεμιάς πλευράς αναψύχεται ο άνθρωπος και με πάμπολλους τρόπους στήνει γέφυρες που ενώνουν την ωραιότητα με την ιερότητα.
Σύμφωνα με την προοπτική ενός συγκαιρινού μας κριτικού στοχαστή ισχύει ότι «το ιερό είναι η άγρια μορφή του αισθητικού – το αισθητικό (είναι) η εξημερωμένη μορφή του ιερού» (5). Κι είναι πάλι ο ίδιος που διευκρινίζει ότι «η ουσία των θρησκευτικών φαινομένων είναι με μια έννοια –την ευρύτερη δυνατή, βεβαίως– αισθητική … τέχνη και θρησκεία έχουν ουσιωδώς κοινή αφετηρία, υπό τον όρο βεβαίως ότι αυτό δεν θα λειτουργήσει ως επιχείρημα για την καθυπόταξη της τέχνης σε οποιαδήποτε θεολογικό δόγμα» (6). Ένας άλλος επίσης συγκαιρινός κριτικός της λογοτεχνίας μας συγγράφει την πολυσήμαντη διαπίστωση: «Το Ιερό δεν είναι ό,τι απαγορεύει τον Έρωτα, αλλά, αντίθετα, αυτό χωρίς το οποίο είναι αδύνατος ο Έρωτας» (7). Και ο τελευταίος Έλληνας νομπελίστας ποιητής του 20ού αιώνα επισημαίνει υπαινικτικά: «Πιο καλά θάλλουν τα λουλούδια στον Επιτάφιο. Μυρίζει έρωτα η εκκλησία. Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ» (8).
Η ενότητα της πραγματικότητας είναι μεταφυσική και υπαρξιακή, αλλά η ποικιλία της εξακτινώνεται στην αισθητική και την ηθική. Είναι σαφής η δήλωση του ποιητή μας : «Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ’ όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (9).
Με αυτήν την έννοια επιβάλλεται να κατανοήσουμε την αμεσότερη θεολογική αναφορά του Σολωμού στην ίδια εκείνη συνάφεια: « Το ποίημα ας έχη ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό..., τέλος επιστρέφει εις τον Θεό» (10). Εδώ δεν κάνει κήρυγμα ο εθνικός μας ποιητής ούτε ιεραποστολή, όπως πιθανώς θα ήταν ο ευσεβής πόθος κάθε καλοπροαίρετου πιστού. Με κανένα τρόπο δεν συνηγορεί υπέρ μιας θρησκευτικής τέχνης, ούτε καν υπονοεί κανενός είδους «χριστιανική λογοτεχνία», η οποία φαντάζει σαν τον αλήστου μνήμης «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» ντυμένο με άμφια! Ούτε ο χριστιανισμός χρειάζεται την λογοτεχνία για να υπάρξει, ούτε η λογοτεχνία έχει ανάγκη τον χριστιανισμό για να λειτουργήσει.
Μια δήθεν «χριστιανική λογοτεχνία» είναι αντίφαση των όρων, κατιτί σαν το «ξύλινο σίδερο», που είναι ξύλο ή σίδερο, ποτέ όμως «ξύλινο σίδερο»! Όσο απαράδεκτος είναι ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» της πολιτικοποίησης και της τάχα στρατευμένης λογοτεχνίας του διαβόητου «υπαρκτού σοσιαλισμού», άλλο τόσο ανυπόφορη είναι η «χριστιανική λογοτεχνία» της θρησκεύουσας καλαισθησίας. Άλλωστε ο χριστιανισμός είναι ουσιαστικό που δεν μπορεί να γίνει επίθετο, διότι αυτομάτως υποβαθμίζεται από ουσιώδες μέγεθος σε επουσιώδες επιθετικό προσδιορισμό κάποιας άλλης οντότητας. Και η τέχνη πάλι με την σειρά της δεν έχει ανάγκη προθεμάτων και επιθέτων, «χριστιανική», «σοσιαλιστική», «προλεταριακή», «φασιστική» ή οτιδήποτε άλλο. Συμμεριζόμαστε άλλωστε την εκτίμηση ότι «δεν υπάρχει τέχνη του φασισμού, υπάρχει φασισμός της τέχνης» (11).
Σε καμιά λοιπόν περίπτωση δεν εξυφαίνεται από τον Σολωμό κάποια χριστιανική ποίηση, αλλά αυτή η αιώρηση του ποιήματος από τον Θεό προς τον Θεό πρέπει να κατανοηθεί μεταφυσικά και υπαρξιακά, ούτε αισθητικά («η τέχνη για την τέχνη», l’ art pour l’ art) μήτε θρησκευτικά (pia desideria). Το ποίημα έχει «ασώματη ψυχή», κι αυτή είναι που «απορρέει από τον Θεό» και «επιστρέφει εις τον Θεό». Το ίδιο το ποίημα είναι «ένας μικρός σωματικός κόσμος ικανός να τη φανερώση» αυτήν την «ασώματη ψυχή». Δεν είναι λοιπόν το ποίημα διόλου θρησκευτικό, αλλά θεολογικό με την μεταφυσική και υπαρξιακή, ανθρωπολογική και οντολογική σημασία του όρου.
Μιλώντας για «μεταφυσική» εννοούμε την νοηματοδότηση των πραγμάτων και την σημασιολόγηση των όντων. Πολύ εύστοχα προσδιορίζει την μεταφυσική ένας σύγχρονος πρωτοκορυφαίος της ποίησης, ο Νίκος Καρούζος: «Θέλω να πω, δεν είναι κάποιο πνευματικό εποικοδόμημα η μεταφυσική, που μπορούμε να το εξηγήσουμε και να το περιορίσουμε, σύμφωνα με οποιοδήποτε ρεαλισμό, με οποιαδήποτε κοινωνιολογία, με όποια ψυχολογία κι ό,τι άλλο, και τελικά να δείξουμε πως τελειώνουν τα ψωμιά του, αλλά είναι ο βαθύτερος πραγματισμός της υπάρξεως, η βαθύτερη χρήση της ελευθερίας, το εσώτατο κίνητρο, που κατευθύνει στην κλίμακα των απελευθερώσεων έως το θάνατο και τη θέωση ... Άρα, λοιπόν, η μεταφυσική αντίληψη δεν είναι παρανόηση της φυσικότητας, μα είναι η αποκορύφωση της φυσικότητας, η δύναμη που κάνει κατόρθωμα τη φυσικότητα και που χωρίς τη λειτουργία της η φυσικότητα σκλαβώνει τον άνθρωπο» (12).
Με μια τέτοια έννοια γίνεται λόγος για μεταφυσική στον Σολωμό, δηλαδή ως αποκορύφωση της φυσικότητας. Αυτό δηλώνει ο ίδιος : «Όλο το Ποίημα ας εκφράζη το Νόημα» (13). Χάρη στην ποίηση «η Μεταφυσική έγινε Φυσική» (14), οι λόγοι μετασχηματίζονται σε λόγια, το αληθινό μεταμορφώνεται σε ωραίο και σε ιερό, το καλό μορφοποιείται σε κάλλος. Το ποίημα είναι καλλιτεχνικό σώμα με θεολογική ψυχή : συγκροτείται από λέξεις και παραπέμπει σε σημασίες, ενσαρκώνει λόγια και εμψυχώνει λόγους. Το νόημα της ζωής ακτινοβολεί καλολογικά και θεολογικά, αλλά εδράζεται οντολογικά και ανθρωπολογικά.
Η ψυχή του ποιήματος έρχεται από το ιερό και καταλήγει σε αυτό με μια διαδικασία την οποία ο Σολωμός περιγράφει στην αμέσως επόμενη φράση του ίδιου αυτού αποσπάσματος : «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος, / Εκείθ΄ εβγήκε ανίκητος» (15). Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτήν την διαδικασία ως «αρνητική διαλεκτική» με την εξής έννοια. Ο βυθός είναι ο πυθμένας, ο οποίος γίνεται ουράνιος θόλος, εάν αναστραφεί.
Ως «βυθός» του σολωμικού στίχου μπορεί να κατανοηθεί το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, το έρεβος του ασυνειδήτου, το φροϋδικό Αυτό. Εάν αυτός ο πυθμένας της ύπαρξης με την κοιλόκυρτη επιφάνειά του αναστραφεί πάνω από τα κεφάλιά μας, τότε μετασχηματίζεται σε ουράνιο θόλο, σε υπερουράνιο τόπο, στο παραδοσιακό κατοικητήριο του θείου, σε αρχέγονο σπήλαιο, όπου γεννώνται θεοί και άνθρωποι, σπαργανώνεται η θρησκεία και λικνίζεται η τέχνη από την εποχή των βραχογραφιών στον καιρό των σπηλαίων. Αν θυμηθούμε ότι μέσα σε σπήλαια βλέπουν το φως του κόσμου ποικίλες ιερές φυσιογνωμίες της ιστορίας, σε άντρα λατρεύονται πάμπολλες θεότητες και ταυτόχρονα καλλιεργούνται οι πρώτες μορφές τέχνης από τους λεγομένους «ανθρώπους των σπηλαίων», σε όρη, σε σπήλαια και σε οπές της γης βρίσκουν καταφύγιο οι προφήτες και οι ασκητές, οι μοναχοί και οι αναχωρητές, τότε πλέον ο θόλος αποβαίνει κοινός παρονομαστής του σπηλαίου και του ουρανού, το οποίο θα απομιμηθεί στην τέχνη ο τρούλος του ναού που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενδιάμεση βαθμίδα στην κλίμακα από το σπήλαιο στον ουρανό.
Σε κάθε περίπτωση πάντως ο θόλος είναι η άλλη όψη του βυθού. Ο άνθρωπος φθάνει στο θείο αποφατικά, δηλαδή αρνητικά, και όχι θετικά ούτε καταφατικά, με βάση τις αποτυχίες του κι όχι με τις επιτυχίες του, με εφόδιο τα πάθη του κι όχι με τις αρετές του, με εξοπλισμό τις αδυναμίες του κι όχι με τις δυνάμεις του. Η «αρνητική διαλεκτική» παραπέμπει αυθεντικότερα στην θεογνωσία: ο άνθρωπος «σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος» κατά τον ποιητή μας κι έτσι μόνο από εκεί πέρα, δηλαδή από εκεί κάτω, άρα από εκεί πάνω, από το βυθό που γίνεται θόλος, σπηλαιώδης, ουράνιος ή ναόδμητος θόλος, «εκείθ’ εβγήκε ανίκητος».
Μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας «αρνητικής διαλεκτικής» κατανοείται άριστα κι όχι αόριστα η αποσπασματικότητα του σολωμικού λόγου σύμφωνα με μιαν εύστοχη επισήμανση: «Όπως διασπασμένη, διασχισμένη είναι η ψυχή και η φύση, το σύμπαν το πνευματικό, έτσι διασπασμένη και διασχισμένη, δηλαδή αποσπασματική, οφείλει να είναι και η μορφή ... Η τελειότητα εξορίζεται από το ψυχικό και υλικό σύμπαν» (16). Και συνοψίζει ο ίδιος: «Η αποσπασματικότητα της μορφής είναι η τραγικότητα της μη πραγματικότητας που θέλει και επείγεται να γίνει πραγματικότητα» (17). Για να διαζωγραφίσει αυτήν την αλήθεια με εμφαντικό τρόπο: «Η ομορφιά του αποσπασματικού είναι πάνω από την τελειότητα. Είναι τραυματισμένη ομορφιά μιας νοσταλγίας που η τελειότητα την έλκει και την απωθεί συγχρόνως. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια ομορφιά υπερήφανη για το τραύμα που φέρει. Μια ομορφιά που έχει επίγνωση του εαυτού της, της ανικανότητάς της να φτάσει το απόλυτο και να δημιουργήσει το τελειωμένο της σώμα» (18).
Αξίζει τον κόπο να προσέξουμε ότι οι θεολογικές αναφορές στο σολωμικό έργο επικεντρώνονται σε ένα κλασικό δίπτυχο: τον έρωτα και τον θάνατο. Αρκεί τουλάχιστον να απαριθμήσει κάποιος τις λέξεις που αναφέρονται σε αυτό το δίδυμο θέμα στους τίτλους των ποιημάτων του. Μια ανάγνωση του «Λάμπρου» ή της «Γυναίκας της Ζάκυθος» πείθει τελεσίδικα για το ότι έρως και θάνατος σχεδόν μονοπωλούν το θεολογικό ενδιαφέρον του Σολωμού. Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι η Ανάσταση, η Λαμπρή, η πρωτοκορυφαία εορτή της Ορθοδοξίας, που θεματογραφεί την νίκη επί του θανάτου, τοποθετείται στο επίκεντρο του ποιητικού τοπίου της σολωμικής δημιουργίας.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι θρησκευτικές αναφορές του ποιητή μας διασυνδέονται αποκλειστικά με την Αγία Γραφή και την ορθόδοξη λατρεία. Συνίστανται σε άμεση ή έμμεση μνεία βιβλικών χωρίων, κατά προτίμηση από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη, καθώς επίσης περιλαμβάνουν λατρευτικά έθιμα της Ανατολικής Εκκλησίας με έμφαση στα τελούμενα της νεκρώσιμης ακολουθίας κα στα λαμπριάτικα δρώμενα της αναστάσιμης πανήγυρης.
Η θεολογία του Σολωμού ως μεταφυσική πέρα από την τέχνη και την θρησκεία προσεπιμαρτυρείται από δεινούς μελετητές σαν τον Ζήσιμο Λορεντζάτο και τον Λίνο Πολίτη στους οποίους μπορούμε να στραφούμε τελεσίδικα για τον προσπορισμό της εγκυρότερης σολωμικής ερμηνευτικής παράδοσης και να αφουγκραστούμε τον λόγο τους.
Με αφορμή τον Σεφέρη σημειώνει ο Λορεντζάτος για τον Σολωμό: «Ο Σολωμός βαστάει από το Δάντη - πού είναι εντελώς αντίθετο πράγμα από την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση, το Erklaerungszeit κα το κλασσικιστικό ιδανικό της Γαλλικής Επανάστασης - και από κει μέσα (το Δάντη), δηλ. μέσα από τη μεταφυσική παράδοση της μεσαιωνικής χριστιανικής πολιτείας στη Δύση, ο Σολωμός ανταμώνει τη δική μας μεταφυσική παράδοση της χριστιανικής Ανατολής» (19). Και αλλού προσφέρει το ειδικό βάρος που διαθέτει η μεταφυσική της τέχνης πέρα από την αισθητική ωραιολογία και την θρησκευτική ηθικολογία: «πρέπει να αλλάξουμε πρώτα τη λειτουργία της τέχνης και από αισθητική (όπως είναι σήμερα) να την κάνουμε μεταφυσική (όπως ήταν πάντα) ... για να ‘σώσουμε’ (‘σώσει’) την τέχνη πρέπει να ‘[απολέσουμε’ (‘απολέσει’) την τέχνη, όπως γίνεται ή λειτουργεί σήμερα» (20).
Σε άλλη πάλι ευκαιρία σε άμεση αναφορά στον Σολωμό σημειώνει ο Λορεντζάτος τα εξής : «Οποιος προχωρήσει πέρα από ένα σημείο στο δρόμο της πίστης, που είναι και δρόμος της μεγάλης τέχνης ή δρόμος της αλήθειας - πέρα από ένα σημείο το κέντρο αποβαίνει για όλους τους δρόμους κοινό - ξέρει καλά πως ου γάρ υμείς εστέ οι λαλούντες...» (21) και διευκρινίζει : «Ο Σολωμός μαθήτεψε στο λαό. Μαθήτεψε στο λαό για να μάθει και όχι για να διδάξει το λαό ... Το απόκρυφο της τέχνης του Σολωμού είναι το ταύτισμά του με το λαό και ο υψωμός του εκείθε» (22).
Ακόμα πιο σαφής γίνεται στην συνέχεια: «Αν είναι να προκόψομε σα λαός, δε θα μπορέσομε να το κατορθώσομε μακριά από την πίστη μας και τη γλώσσα μας ... Ο Σολωμός ταυτίζεται αξεδιάλυτα με το λαό - ο μόνος - και εκείθε υψώνεται κατακόρυφα. Το βάθος που τον σφιχτοδένει με την ολότητα είναι πνευματικό βάθος: πίστη και γλώσσα κοινή» (23). Και καταλήγει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στην τελεσίδικη ετυμηγορία του: «Χρειάζεται χωρίς όρους παράδοση και υποταγή, δηλαδή ταπείνωση μπροστά στην πίστη και στη φωνή ενός λαού, από τις οποίες καθιερώνονται και στις οποίες ανήκουν και ο Άγιος και ο Ποιητής, οι δυο ακραίες διαδοχικά περιπτώσεις. Στην πίστη χρειάζεται ταπείνωση στον Ένα ή στο έν, στη γλώσσα ταπείνωση στους πολλούς. Και όπου ταπείνωση εκεί και υψωμός, μιλάει το Ευαγγέλιο (και αντιμιλάει ο Σολωμός), όπου απώλεια ψυχής εκεί ψυχής εύρεση» (24).
Ο Λίνος Πολίτης σε ειδικό μελέτημά του με τίτλο «Η θρησκευτικότητα του Σολωμού» (25) πραγματεύεται το θέμα με τρόπο διονυχιστικό και απαράμιλλο διερευνώντας τόσο τις βιωματικές προϋποθέσεις του ποιητή μας όσο και τις θεολογικές θέσεις του μέσα σε όλο το φάσμα του έργου του. Περιττεύει λοιπόν να επαναλάβουμε στοιχεία τα οποία διαλαμβάνονται στο πόνημα του πρωτοκορυφαίου αυτού σολωμιστή μας. Αρκεί μόνο να υπογραμμίσουμε μιαν ακροτελεύτια παρατήρησή του: «Όπως στην καθημερινή ζωή, έτσι, και πολύ περισσότερο, στην ποίησή του [Σολωμού] διακρίνουμε τη θρησκευτική του πίστη όχι μόνο στα σημεία όπου ρητά εκφράζεται, αλλά σαν κάτι που τη συνέχει ολόκληρη ... Ίσως ποτέ άλλοτε να μην έχει μετουσιωθεί το θρησκευτικό αίσθημα με τέτοια καθαρότητα στην ποιητική γλώσσα. Ίσως ποτέ στίχοι ποιητικοί δε βάρυναν τόσο πολύ από συναίσθηση θρησκευτική» (26).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Δόμος» 1994, τ. Α΄ , 185.
2. Ο. Eλύτης, Άξιον Εστί.
3. Μ. Μπέγζος, Εισαγωγή στη Θρησκειολογία, Αθήνα, Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» 2006.
4. Δ. Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα, Εκδόσεις « Εξάντας» 1990, 183.
5. Φ. Τερζάκης, Τροχιές του Αισθητικού, Αθήνα, Εκδόσεις futura 2007, 37.
6. Τερζάκης, ό.π., 108 (υπογραμμίσεις του πρωτοτύπου).
7. Σ. Μιχαήλ, Μορφές του Μεσσιανικού, Αθήνα, Εκδόσεις «Άγρα»1999, 173.
8. Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος» 1992, 395.
9. Σολωμός, ό.π.,186.
10. Σολωμός, ό.π., 186.
11. Γ. Λυκιαρδόπουλος, «Τόνιο Κρέγκερ: Ο δυϊσμός του φασισμού και ο "φασισμός" της τέχνης», περιοδικό Σημειώσεις, τχ. 12, Νοέμβριος 1977, 20.
12. Ν. Καρούζος, Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ώς το θέατρο, Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος» 1993 (1966) , 17-18.
13. Σολωμός, ό.π., 184.
14. Σολωμός, ό.π., 185.
15. Σολωμός, ό.π., 186.
16. Σ. Ροζάνης, Η αισθητική του αποσπάσματος, Β΄ έκδοση, Αθήνα, Ιδρυμα Γουλανδρή - Χορν 1997 (1985) , 27.
17. Ροζάνης, ό.π., 29.
18. Ροζάνης, ό.π., 30.
19. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Γαλαξίας» 1967, 95.
20. Λορεντζάτος, ό.π., 112.
21. Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, Αθήνα, Εκδόσεις «Δόμος» 1994, τ. Α΄ , 183-184.
22. Λορεντζάτος, ό.π., 187.
23. Λορεντζάτος, ό.π., 192-193.
24. Λορεντζάτος, ό.π., 194.
25. Λ. Πολίτης, «Η θρησκευτικότητα του Σολωμού», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1942, 50-55 και ανθολογημένο στο βιβλίο του: Γύρω στον Σολωμό. Μελέτες και Άρθρα (1938-1982), Αθήνα, ΜΙΕΤ 1995 (1958, 1985), 99-115 (βιβλιογραφία).
26. Λ. Πολίτης, ό.π., 114.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ξαναγιορτάζοντας την Σπηλούλα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η θέα πρός τον Κάμπο του Τζάντε και τη Γλαρέντζα από το Καμπαναρίο της Σπηλούλας. Φωτό: Ιωάννης-Πορφύριος Καποδίστριας, 12.9.2010.
Αναζητώντας τις ρίζες και την ταυτότητα του δικού μας, του ζακυνθινού πολιτισμού και της ξεχωριστής μας ιόνιας νοοτροπίας, αυτής που χάρισε στο παγκόσμιο στερέωμα ονόματα αναμφισβήτητα και πνοές της τέχνης δίχως στεγανά σύνορα και επίφοβη εθνικοφροσύνη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα ονομαστά μας πανηγύρια, αυτά που συμπεριλαμβάνουν την πίστη του λαού μας και τον τρόπο της ψυχαγωγίας του και φωτίζουν το πρόσωπό του, δίνοντάς του μια συνεχώς νεάζουσα μορφή και μια έκφραση άπλετης ανεξιθρησκίας, σαν αυτήν, που αιώνες τώρα απαιτεί την συνύπαρξη του καθολικού επισκόπου του πελάγους μας με τους δικούς μας, τους ορθοδόξους, στην καλοκαιριάτικη λιτανεία του Αγίου μας.

Ένα από τα ζωογόνα και επιβραβευτικά χαρακτηριστικά τους είναι πως δεν περιορίζονται στην σαν σε βράχο κολλημένη, με μορφή στρειδιών, όπως θα έλεγε και ο πολύκροτος Εμμανουήλ Ροΐδης, εξάρτησή τους από γιορτές και ημερολόγια, αλλά, αποδεικνύοντας τον μη περιορισμό του ντόπιου πνεύματος και την απόλυτη ελευθερία του, αυτήν που χάρισε παράλληλα στην οικουμένη έναν ελληνόφωνο Σολωμό, συγκατοικούντα με τον ιταλόφωνο Φώσκολο, ξεπερνούν τους περιορισμούς και τα στεγανά και επαναλαμβάνονται ετήσια σε άσχετες με τις επετείους περιόδους. Έτσι, μεσούντος του θέρους, η Ζάκυνθος γιορτάζει ή πιο σωστά ξαναγιορτάζει τον έφορο των τρικυμισμένων θαλασσών Επίσκοπο των Μύρων, τον «τση στεριάς και του πελάου» χειμερινό έφορο Άγιο Νικόλαο ή σε πολλές περιπτώσεις, παρά τις τόσες ημέρες, που είναι αφιερωμένες στην μορφή της, θυμάται την Μητέρα του Θεού, δίνοντας, με τον τρόπο αυτό, και άλλες ευκαιρίες απόδοσης λατρείας στο πολυαγάπητο πρόσωπό της.

Ένα από τα πιο λαοφιλή αυτά πανηγύρια, τα δίχως περιορισμούς, αλλά με αιτία τελούμενα και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία και κοσμοσυρροή, είναι αυτό της Παναγίας της Σπηλούλας στο χωριό Καληπάδος (ή Καλιπάδος, κατά την νεότερη γραφή) το οποίο γίνεται κατά παράδοση το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη και αποτελεί τον επίλογο των ομολόγων του διασκεδάσεων.

Το πανηγύρι αυτό είναι μια ακόμα ευκαιρία απόδοσης της οφειλόμενης τιμής στην αιώνια μητρότητα, αλλά συγχρόνως και μια ευκαιρία φυγής από την αστική πραγματικότητα και επαφής με την ακόμα αντιστεκόμενη πανέμορφη φύση του νησιού μας, μα και μιας στερνής διασκέδασης, όταν ξεψυχά το θέρος και ο χειμώνας, προ των πυλών μας, μάς φοβερίζει με μια κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους υγρή απομόνωση.

Η θέα από τον λόφο της Σπηλούλας είναι μοναδική και τόσο δίπλα σου, όσο και κάτω από τα πόδια σου, απλώνεται το επάξια ονομαζόμενο «Φιόρο του Λεβάντε», είτε με τις αδρές γραμμές του τοπίου του ζωγραφισμένο, είτε με τα αντέτια του εκφραζόμενο, σμίγοντας τις φτιαχτές μυρωδιές του ψητού, της φριτούρας, του παστελιού και του εφτάζυμου, με τις αχειροποίητες ευωδίες της πιπεριάς και της μερτίας, είτε αυτή παραμονεύει, αντιστεκόμενη στην οικοπεδοποίηση και τσιμεντοποίηση, σε κάποια πλαγιά του λόφου, είτε φρεσκοκομμένη και ριγμένη σε δάπεδα και δρόμους, προσμένει για να περάσει από πάνω της το κόνισμα και να του αποδώσει τις αρμόδιες τιμές.

Το πανηγύρι γίνεται στην πάνω εκκλησία, η οποία έχει αντικαταστήσει την κάτω, που λατομημένη μέσα σε σπηλιά (εξ ού και το όνομα), δεσπόζει του τζαντιώτικου κάμπου και δίνει στο λόφο αιτία ύπαρξης και αφορμή ζωής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, που διέσωσε από τις μακροχρόνιες έρευνές του στο κάποτε Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου ο ακούραστος Λεωνίδας Χ. Ζώης και πρωτοδημοσίευσε στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο» (σ. 148) ο διάδοχος και συνεχιστής του Ντίνος Κονόμος, η πρωταρχική εκκλησούλα της Σπηλούλας, η οποία σήμερα είναι προσβάσιμη και μπορεί εύκολα να την επισκεφθεί ο καθένας μας, πελεκήθηκε με κόπο και μεράκι από τον εκ Χιμάρας προερχόμενο μοναχό Αθανάσιο του ποτέ Γκίνη, κάπου εκεί στα μέσα του 17ου αιώνα. Αυτός, σύμφωνα με τις διασωσμένες ειδήσεις, στις 30 Νοεμβρίου 1671, θέλοντας να αναχωρήσει για το Άγιο Όρος, με πράξη του στον συμβολαιογράφο Ιωάννη Σκουλογένη, παραχωρεί την εκκλησία του στον καλόγερο Μπούλτσο. Σε άλλη του πράξη στον συμβολαιογράφο Ν. Νομικό, που δυστυχώς δεν σώθηκε η ημερομηνία γραφής της, θέλοντας να ταξιδέψει στην Κέρκυρα, για να προσκυνήσει το Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, «προσηλώνει» τον ναό του στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας των Δραγωναίων, «εις το σύνορον Χουρχουλίδι», επειδή, όπως δηλώνει ο ίδιος, «εκεί είχε την μετάνοιάν του όταν ήλθε εις Ζάκυνθον».

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της σημερινής, νεότερης και στο λόφο υψωμένης εκκλησίας, είναι πως δεν είναι ενορία, όπως οι περισσότερες ιερές στέγες του νησιού μας, αλλά διατηρώντας μια διασωστική και μακρόχρονα δημιουργική παράδοση του τόπου μας, παραμένει αδελφάτο και ανήκει σε κάποιες συγγενικές οικογένειες. Ίσως γι’ αυτό διατηρεί ώς και σήμερα την ελπιδοφόρα παράδοσή της και συνεχίζει το καθαρόαιμο ζακυνθινό πανηγύρι της, διαιωνίζοντας μιαν ιδιορρυθμία και μη θέλοντας να ενωθεί με τις απέναντι ακτές.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά από παιδί, που πάντα πήγαινα σ’ αυτό απαραίτητα με τους δικούς μου, το πανηγύρι της Σπηλούλας μου θύμιζε το άλλο πολύκροτο του Αγίου Λύπιου, παρά τις σημαντικές διαφορές τους. Ίσως αυτό συνέβαινε γιατί και τα δύο ήταν (και ευτυχώς είναι) καταληκτήρια. Το πρώτο κλείνει την πολυήμερη καλοκαιριάτικη ραστώνη και το δεύτερο την εαρινή χαρμολύπη του Πάσχα. Αλλά και στην παιδική μου μνήμη μάλλον γινόταν σύγκριση μ’ αυτά της Χώρας, με το ατελείωτο σουλάτσο, την μπάντα που έπαιζε καθαρόαιμη μουσική και όχι εφήμερες επιτυχίες, όπως σήμερα και τα πυροτεχνήματα (τις «φωτίες») και για μένα ήταν και τα δύο μια καθαρά υπαίθρια έκφραση χαράς και διασκέδασης.

Όπως και να έχει, όμως, και τα δύο είναι ευτύχημα που διατηρούνται και υπάρχουν αναλλοίωτα στην καθημερινότητά μας και, αντιστεκόμενα στην ισοπέδωση, μάς βοηθούν να κρατήσουμε την δική μας ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Είναι οι πρεσβείες μας στην ύπαρξη και οι αντιστάσεις μας στον θάνατο.

Κόσμος πολύς οδήγησε τα βήματά του και φέτος στην ουσιαστικά αντιστεκόμενη πανήγυρη της Κυράς της Σπηλούλας και παρακολούθησε τις ακολουθίες, συμμετείχε στην γραφική λιτανεία της και συνυπάρχοντας διασκέδασε μετά στους προαύλιους χώρους της εκκλησίας, απολαμβάνοντας τα πατροπαράδοτα εδέσματα, την απλόχερη ευγένεια των κτητόρων, αλλά και την μεγαλοσύνη του τοπίου.

Συνεορταστής και ο κατάλληλος καιρός, ο οποίος στην καθαρά φθινοπωρινή επαναφορά του βοήθησε στην διεξαγωγή της γιορτής και έδωσε στις παρακείμενες πλαγιές αφορμή λατρείας στο πρόσωπο τής εφόρου τους.

Το πανηγύρι αυτό ήταν μια υπόσχεση επαναφοράς και μια ελπίδα επιστροφής εις τα ίδια. Ας είναι οι κτήτορες της Σπηλούλας πάντα καλά για να το οργανώνουν και να το διατηρούν. Η ύπαρξή του κρύβει πολλά περισσότερα από αυτά που φαινομενικά διακρίνονται.

Ας είμαστε καλά και του χρόνου να το ξαναγιορτάσουμε. Ειλικρινά το έχουμε ανάγκη.

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Νικηφόρου Βρεττάκου: ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

[Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1978. Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998].

Τὸ πρόσωπό σου, τῆς Ἑλλάδας πρόσωπο, Ποιητή.
Τ' ἀχτινοβόλα μάτια σου, μάτια δικά της.
Οἱ στοχασμοί σου, στοχασμοὶ δικοί της καὶ δικό της
τὸ πέταγμά σου στὰ μεσούρανα τῆς ἀρετῆς, ἀπ' ὅπου
ἔβλεπες κάτω ἐδῶ τὶς περιούσιες πέτρες
νὰ βγάζουν ἄνθη ὅπως καὶ ἄλλοτε. Τὸ μέτωπό σου
μέτωπο τῆς ἀποφασισμένης Ἐλευθερίας
πού σκέπασε μὲ τὸ ἀνανεωμένο, κυματιστό της
φόρεμα τὴν ἱερὴ ἀπὸ πάντα, καλὴ κ' ἠγαπημένη
γῆς: Βουνὰ φτιαγμένα ἀπὸ γυαλὶ οὐρανοῦ,
ἔλατα, σκῆτες, καλύβια ποὺ καπνίζανε ταπεινοσύνη,
θάλασσες ποὺ λαμποκοποῦν θραύσματα ἥλιου πάνω τους,
πέτρες γιὰ φυλαχτά, πανάρχαιες ἐλιὲς
πού ἀκόμη στάζουνε λάδι γιὰ τοὺς θεούς,
ἅρματα ποὺ τὰ φύλαγε κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι της
ἡ Παναγιὰ στὰ εἰκονοστάσια, καὶ μιὰ γλώσσα
γλυκόλαλη ποὺ μύριζε ζεστὸ ψωμί, ρίγανη,
μέντα, ἀλιφασκιὰ καὶ γάλα Τζαβέλαινας,
κι ὅλα ὅσα δέθηκαν σφιχτά, γίναν ἕνα καὶ πέρασαν
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες τοὺς μέσα σου
ὅσο ποὺ ἔγινες τέλος τόπος καὶ χρόνος.
Διονύσιε, θέλω νὰ εἰπῶ πὼς μετὰ τόσα χρόνια
ἀναμονῆς στὴν κοντινὴ θὰ βρεθεῖς ὄχθη, ἀπ' ὅπου
θ' ἀκούονται νὰ βουΐζουνε σπόροι ξεσηκωμένοι,
γιομάτοι μέθη, ἕτοιμοι νὰ τρυπήσουν τὸ χῶμα
καὶ τοὺς μακριοὺς τινάζοντας μίσχους νὰ πλημμυρίσουν
τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμὸς καὶ ἐγιόμισε ἄνθη!

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Νίκου Εγγονόπουλου: ΑΡΜΟΣΜΕΝΟ ΓΙ' ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΑΝΔΡΙΚΗ ΧΟΡΩΔΙΑ Σ' ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΠΑΧ

[Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Στὴν Κοιλάδα μὲ τοὺς Ροδόνες», Ἴκαρος, Ἀθῆναι 1992, 3η ἔκδ.]

κατάρα — Κύριε — σ' ὅποιον ἐπιβουλεύτηκε
τὸ ψωμὶ τοῦ ποιητοῦ
κατάρα — Κύριε — σ' ἐκεῖνον ὅπου ἔβαλε βέβηλο χέρι
στὰ λιγοστὰ χρήματα τοῦ
πτωχοῦ ζωγράφου
ποὔκλεψε τὴ δεκάρα
ἀπὸ τὴν τεταμένη
τὴν ταπεινὴ
τοῦ διακονιάρη φούχτα
κατάρα!

χαράμι!
φαρμάκι θὰ γένη τὸ ψωμί!
καὶ τὸ κλεμμένο νόμισμα:
καρφὶ πυραχτωμένο στ' ἄσπλαχνα τὰ στήθη
αὐτῶν ποὺ ἔστερξαν τὶς ἀνομίες
σ' αὐτοὺς π' ἀδίκησαν τὴ φτωχὴ χήρα
ποῦ ἐβαρέσαν τὸ ἀπροστάτευτο παιδὶ
ποῦ σπάσανε τὸ πήλινο τοῦ διψασμένου τάσι
π' ἀρνήθηκαν στὸν ἄρρωστο συμπόνια
ποὺ κοροϊδέψαν τὸ λεπρὸ
χτύπησαν τὸν τρελλὸ
καὶ τὸν τυφλὸ παραπλανῆσαν
ποὺ δυσκολέψαν τὴ ζωὴ τ' ἀνήμπορου
στοὺς ψεύδορκους
στοὺς ἀτιμάσαντες
σ' αὐτοὺς ποὺ βασανίσανε Ὁβραίους εἴτε Χριστιανοὺς
μεσ' στ' ἄνομα στρατόπεδα τῆς Γερμανίας

ὑπάρχει Θεός!

ἡ μέρα περνᾶ
ἡ ὥρα περνᾶ
«ἡ κοινωνία γελᾶ»
σώζονται τὰ προσχήματα
ὅμως αὐτὸς δὲν τὸ κατάλαβε
ποὺ ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ ἀφοῦ διέπραξε τὴν ἀνομία
πὼς ξημερώθηκε καὶ ξύπνησε καὶ περπατεῖ
πλέον μεσ' στὴ φοβερὴ μαυρίλα τοῦ θανάτου
(τὸ στόμα του ἀπὸ τώρα γέμισε χώματα)
κι' αὐτοῦ ποὺ ψεύστηκε
κι' αὐτοῦ π' ἀδίκησε
κι' αὐτοῦ ποὺ βάρεσε
θὰν τὸ πλερώσουνε καὶ τὰ παιδιά τους
καὶ λόγο — ὁπωσδήποτε — θὰ δώσουν
ἴσαμε καὶ
δεκάτη πέμπτη γενεὰ

ὑπάρχει Θεός!

ἐτάζονται οἱ καρδιὲς καὶ τὰ νεφρά
καὶ πλάϊ ἀπ' τὴ σακάτικη τὴ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπω
κρύφτεται ἡ Ἐρινύα
βαθειὰ μέσα στὸν ἴδιο φταίχτη φωλιασμένη
ἀμείλιχτη ἀνελέητη
ποὺ καλὰ ροῦχα καὶ ὀφφίκια καὶ νομιμοφάνειες δὲν ψηφᾶ
ποὺ ἡ καλοπέραση — μὰ πρὸς Θεοῦ ! — δὲν τηνὲ νοιάζει
καὶ τιμωρεῖ
σκληρὰ
τοὺς ἄμυαλους καὶ τοὺς δειλοὺς ποὺ κάνουν τὸ κακὸ
γιατί

ὑπάρχει Θεός!

ἔ! σὺ ἐπίορκε
-ναὶ σὺ ὅπου ψευδόρκησες-
ἐσὺ ποὺ ἔβλαψες μὲ τόσην ἀλαφριὰ — τὸν πλησίον σου –
συνείδηση
ἀπὸ τώρα ἀκοῦς στῆς νεκρικῆς σου ἀκολουθίας
τὰ ψαλσίματα
τοῦ πονηροῦ του πνεύματος τὰ γέλια
νὰ σαρκάζουν:
ἒ ! ψεύτη ἀστὲ ὅσο κι' ἂν προσπαθεῖς
τὴ μούρη σου
γιὰ συμπαθητικὴ — κι' ὡραία ἀκόμη — νὰ μᾶς δείξης
μὴ χάνεσαι:
τὴ λούζει ἀλάκερη
τῆς ἔρημης ψυχῆς σου
ἡ βρῶμα
κι' ἡ ἀνανδρία
κι' ἡ ψευτιὰ

ὑπάρχει Θεός!

ὅπως τοῦ δίκαιου τὸ κάθε τί θὲ νὰ γενῆ χαλάλι
ὁ ἀνομήσας — μή σᾶς νοιάζη — θὰ κριθῆ

ἀκούσατε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ποιητῆ: τὸ ἄνομο ψωμὶ δὲν ὠφελεῖ
ὑπάρχει ὁπωσδήποτε Θεός:

τί κρίμα ὅμως νάν' οἱ ἄνθρωποι τόσο λίγοι!

Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίου: ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ


[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 93-102]

Πρόλογος

Τό παρόν θέμα, Βασική διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶναι σημαντικό καί ἀναγκαῖο γιά τήν ἐποχή μας ἰδιαίτερα.

Χαρακτηρίζω ὡς «ἀναγκαῖο» γιά τήν ἐποχή μας τό θέμα αὐτό, γιατί στούς καιρούς μας διαπράττεται καί αὐτή ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ αἵρεση: Τό ὅτι παραθεωρεῖται καί ὑβρίζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη, πού ἀποτελεῖ τό πρῶτο μέρος τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως καί στήν ὁποία εὑρίσκονται τά σπέρματα τῶν εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν. Ἡ Ἐκκλησία μας στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν (στήν Παλαιά Διαθήκη) καί τῶν Ἀποστόλων (στήν Καινή Διαθήκη). Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν) ὁμολογοῦμε: «Οἱ προφῆται (ἡ Παλαιά Διαθήκη) ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι (ἡ Καινή Διαθήκη) ὡς ἐδίδαξαν... οὕτω φρονοῦμεν οὕτω λαλοῦμεν»! Διά τοῦτο καί τό θέμα περί τῆς διδασκαλίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – σήμερα μάλιστα πού ἀπό ἄγνοια παραθεωρεῖται καί ἀπό θρησκευτικούς ἀκόμη ἀνθρώπους ἡ Παλαιά Διαθήκη – προσφερόμενο ὡς κατήχηση στόν λαό μας, εἶναι περισσότερο ἀπό ἀναγκαῖο.

Σέ ἕνα ὅμως μικρό κείμενο δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναπτυχθεῖ ἐπαρκῶς ἕνα τέτοιο πλούσιο κατά τό περιεχόμενό του θέμα, ἔστω καί ἄν ὁ τίτλος του τό περιορίζει στά βασικά μόνο σημεῖα, ὡς Βασική διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παλαιά Διαθήκη πραγματικά ἔχει πλούσια διδασκαλία γιά ἐπί μέρους θέματα καί ἔχουν γραφεῖ ὡραῖα βιβλία καί ἀπό ἡμετέρους καί ἀπό ξένους θεολόγους γιά τήν διδασκαλία της αὐτή, χαρακτηριζόμενα ὡς Θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὡς Βασική διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως εἶναι τό θέμα μου, θά ἔκρινα τήν διδασκαλία της περί Θεοῦ, ἀνθρώπου καί ἱστορίας, στήν ὁποία ἐμπλέκεται καί ἡ Μεσσιακή της διδασκαλία. Ἀλλά, ἄν κάνουμε ἀνάπτυξη αὐτῶν τῶν ἐπί μέρους θεμάτων, ἀπαιτεῖται νά κάνουμε μία ἐκτενῆ ἐργασία, διά τοῦτο καί ἐνταῦθα θά περιοριστῶ μόνο στήν κύρια διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Δαιθήκης, τήν βασική, ὅπως τήν λέγω στό ὑπό ἀνάπτυξη θέμα μου.

Χριστολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Τήν Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά τήν δοῦμε ὅπως τήν εἶδε ἡ Καινή Διαθήκη καί ἡ Ἐκκλησία γενικώτερα, δηλαδή πρέπει νά τήν ἑρμηνεύσουμε χριστολογικῶς. Ἡ χριστολογία της, αὐτή εἶναι ἡ κύρια καί ἡ βασική διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι βιβλίο τοῦ Χριστοῦ. Καί κατά τοῦτο δέν διαφέρει ἀπό τήν Καινή Διαθήκη· γιατί, ὅπως ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων τῶν αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων –δηλαδή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων– περί τοῦ Χριστοῦ, τό ἴδιο εἶναι καί ἡ Παλαιά Διαθήκη: Εἶναι καί αὐτή φάκελλος μαρτυρικῶν καταθέσεων τῶν αὐτοπτῶν καί αὐτηκόων μαρτύρων –δηλαδή τῶν δικαίων Πατριαρχῶν καί Προφητῶν– περί τοῦ Χριστοῦ. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε θεοπτίες περί τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί εἶπε ὁ Χριστός, «Ἀβραάμ ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τήν ἡμέραν τήν ἐμήν καί εἶδε καί ἐχάρη» (Ἰωάν. 8,56). Ἡ μόνη διαφορά τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι ὅτι ἡ μέν Καινή Διαθήκη ὁμιλεῖ γιά τόν σεσαρκωμένο Χριστό, ἡ δέ Παλαιά Διαθήκη γιά τόν ἄσαρκο ἀκόμη Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἐπρόκειτο νά σαρκωθεῖ καί ἐβιάζετο, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, πότε νά σαρκωθεῖ καί νά ἐμφανισθεῖ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ἐνεφανίζετο, πράγματι, ὡς «Ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου». Ἐπιθυμῶ νά παραθέσω ἐδῶ τήν περιλάλητον περικοπήν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τῆς σχέσεως τῶν δύο Διαθηκῶν: «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή. Καί πολλάκις εἶπον, ὅτι δύο Διαθῆκαι καί δύο παιδίσκαι καί δύο ἀδελφαί τόν ἕνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρά προφῆταις καταγγέλλεται. Χριστός ἐν Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινά τά καινά, προέλαβε γάρ τά παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τά παλαιά, ἡρμηνεύθη γάρ ἐν τῇ Καινῇ» (Ὁμιλία εἰς τό «Ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου» καί εἰς τήν ἀπογραφήν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, MPG 50,796).

Ἡ Καινή Διαθήκη καί σύμφωνα μέ αὐτήν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἑρμηνεύουν τήν Παλαιά Διαθήκη χριστολογικῶς. Ὡς βάση τῆς χριστολογικῆς ἑρμηνείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔχουμε τόν λόγο αὐτό τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Ἅ περί τοῦ Πατρός ὁ Μωυσῆς λέγει, Παῦλος εἰς τόν Υἱόν ἐκλαμβάνει, πολλήν τήν ἰσότητα δεικνύς» (Ὁμιλία εἰς τόν Η΄ Ψαλμ., MPG 55,120).

Ἔτσι, γιά νά ἀναφέρω δείγματά τινα, κατά τήν χριστολογική ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, (α) τό α΄ καί β΄ κεφάλ. τῆς Γενέσεως, πού μιλάει γιά τόν δημιουργό Θεό, μιλάει γιά τόν Χριστό ὡς δημιουργό τοῦ κόσμου, γιατί λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅτι «πάντα δι’ αὐτοῦ (τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ) ἐγένετο καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε» (Ἰωάν. 1,3). Καί λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι «ἐν αὐτῷ (δηλαδή, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ) ἐκτίσθη τά πάντα» (Κολ. 1,16).

(β) Ἡ Παλαιά Διαθήκη ὁμιλεῖ γιά τόν Γιαχβέ Θεό, τόν Νομοθέτη τοῦ Ἰσραήλ στό ὄρος Σινᾶ, καί περί τῆς νομοθεσίας αὐτῆς ὁμιλεῖ ὁ προφήτης Βαρούχ ὅταν λέγει περί τοῦ Θεοῦ «ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδόν ἐπιστήμης καί ἔδωκεν αὐτήν Ἰακώβ» (Βαρ. 3,37). Ὁ λόγος ὅμως αὐτός, ὅπως ἑρμηνεύει ὡραῖα ὁ Χρυσόστομος, ἀναφέρεται στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί ὁ προφήτης Βαρούχ λέγει περί τοῦ Νομοθέτου Θεοῦ στήν συνέχεια (στίχ. 38), ὅτι «μετά ταῦτα ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»! Καί βεβαίως ὁ λόγος αὐτός ἀναφέρεται στόν Χριστό, γιατί Αὐτός ἐσαρκώθη καί «ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» καί ὄχι ὁ Πατήρ! Ἄρα, κατ’ αὐτήν τήν ἑρμηνεία, ὁ Ἰησοῦς Χριστός Αὐτός εἶναι ὁ Νομοθέτης τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτός χορήγησε τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γι’ αὐτό καί ἔχει τό δικαίωμα νά τόν διορθώσει (νά τόν συμπληρώσει), ὅπως καί τό κάνει στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, λέγοντας «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν...» (Ματθ. 5,22) (βλ. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τό κατά Ματθαῖον ΙΣΤ΄, δ΄. MPG 57,244).

(γ) Κατά τήν πορεία τοῦ Ἰσραήλ στήν ἔρημο, σέ δυό περιπτώσεις πού ἀναφέρονται εἰς Ἐξ. 17,5-6 καί Ἀριθμ. 20,7-11, ὁ Μωυσῆς κτύπησε μέ τήν ράβδο του τόν βράχο καί βγῆκαν ἀπ’ αὐτόν ὕδατα καί ἤπιε ὁ λαός. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἑρμηνεύει καί τίς περιπτώσεις αὐτές χριστολογικῶς καί λέγει εἰς Α΄ Κορ. 10,1-4 γιά τούς προγόνους του Ἰσραηλῖτες ὅτι «ἔπινον ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δέ πέτρα ἦν ὁ Χριστός». Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δηλαδή, ἀκολουθοῦσε τούς Ἰσραηλῖτες στήν ἔρημο σάν μία ἀόρατη πνευματική πέτρα καί τούς ἐφρόντιζε. Ἀκόμη ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι οἱ Ἰσραηλῖτες ἐπείρασαν τόν Χριστό στήν ἔρημο καί «ὑπό τῶν ὄφεων ἀπώλοντο» (Α΄ Κορ. 10,9), ἄν καί εἰς Ψαλμ. 77,18-20 λέγεται ὅτι οἱ Ἰσραηλῖτες ἐπείρασαν τόν Γιαχβέ. Εἶναι αὐτό πού εἶπε ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅπως ἀναφέραμε τόν λόγο του, ὅτι ὅσα ἡ Παλαιά Διαθήκη λέγει γιά τόν Θεό Πατέρα, αὐτά ὁ ἀπόστολος Παῦλος τά ἀνάγει στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ Χρυσόστομος, καί πρίν ἀκόμη ἀπό τήν σάρκωσή Του ἀποκαλύπτεται καί δρᾶ στήν Παλαιά Διαθήκη: «Καί πρό τῆς παρουσίας τῆς ἐνσάρκου πάντα αὐτός (ὁ Χριστός) ᾠκονόμει καί πάντα αὐτός ἔπραττε, νομοθετῶν, προνοῶν, κηδόμενος, εὐεργετῶν» (Πρός τε Ἰουδαίους καί Ἕλληνας ἀπόδειξις, ὅτι ἐστί Θεός ὁ Χριστός, MPG 48,815).

(δ) Στήν Παλαιά Διαθήκη ἐμφανίζεται μέ τήν ἔκφραση «ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου» (Mal’ak-Jahve, ὅπως λέγεται στό Ἑβραϊκό κείμενο) ἕνα μυστηριῶδες Πρόσωπο, τό ὁποῖο παρουσιάζεται ὡς Θεός καί ὀνομάζεται ρητῶς «Γιαχβέ». Τό πρόσωπο αὐτό εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· αὐτός στό χωρίο Ἠσ. 9,6 ὀνομάζεται «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος», στό δέ Μαλ. 3,1 χαρακτηρίζεται ὡς «ὁ ἄγγελος τῆς διαθήκης». Ὀνομάζεται δέ ὁ Ἰησοῦς Χριστός «Ἄγγελος», ἐπειδή, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Θεοδώρητος, «τήν πατρικήν ἡμῖν ἀνήγγειλεν βουλήν, κατά τήν αὐτοῦ φωνήν» (MPG 81,296), ἐπειδή δηλαδή ἀπεστάλη ἀπό τόν Θεό Πατέρα γιά νά ἐξαγγείλει τήν βουλή Του.

Ἔχουμε πολλές ἐμφανίσεις αὐτοῦ τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη (βλ. Γεν. 22,11.12 καί Ἰωάν. 8,56. Γεν. 31,11. Ἐξ. 3,2-21. Ἰησ. Ν. 5,13-15. Κριτ. 2,1-5), ὁ τρόπος δέ μέ τόν ὁποῖο γίνεται λόγος περί τοῦ Προσώπου αὐτοῦ δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται, πραγματικά, γιά Πρόσωπο τῆς Θεότητος, ἀφοῦ καί τό Πρόσωπο αὐτό ὀνομάζεται «Γιαχβέ».

Ἀλλά ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὁμόφωνα ἑρμηνεύουν ὅτι ὁ ἐμφανιζόμενος στήν Παλαιά Διαθήκη Ἄγγελος Κυρίου εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι εἶναι δηλαδή ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ἑρμηνεύει λανθασμένα ὅτι πρόκειται περί κτιστοῦ ἀγγέλου καί ὄχι περί τοῦ ἀκτίστου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί γίνεται βεβαίως λόγος σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί κτιστῶν ἀγγέλων, ἀλλά στίς περιπτώσεις τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ πού μνημονεύσαμε πρόκειται γιά θεῖο Πρόσωπο, πρόκειται γιά τόν ἄσαρκο ἀκόμη Υἱό τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐσφαλμένη αὐτή ἀντίληψη τοῦ Αὐγουστίνου προέρχεται ἀπό τό λάθος του ὅτι δέν ἔκανε διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό καί ἑπομένως ἡ θεοφάνεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ θά ἐσήμαινε γι’ αὐτόν φανέρωση τῆς θείας οὐσίας. Καί αὐτό βεβαίως εἶναι ἀδύνατο, γιατί «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ἰωάν. 1,18). Εἶχε δέ ἀκούσει ὅτι οἱ Πατέρες ἀπέρριπταν τήν ἰδέα ὅτι οἱ δίκαιοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔβλεπαν τήν θεία οὐσία καί ἐπειδή δέν ἐγνώριζε ὅτι ὁ Θεός ὁρᾶται διά τῶν θείων ἐνεργειῶν, ἀπέρριπτε τήν δυνατότητα τῶν θεοφανειῶν. Ἡ ἑρμηνεία δέ αὐτή τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περί τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου, ὅτι πρόκειται περί κτιστοῦ ἀγγέλου καί ὄχι περί θείου Προσώπου, ἔγινε βάση τῆς θεολογίας τῶν Φραγκολατίνων καί ἔτσι ὑποτιμήθηκε ἀπ’ αὐτούς ἡ Παλαιά Διαθήκη καί τήν ἑρμηνεύουν, λοιπόν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἠθικολογικά. Ὅπως τονίζω καί στίς πανεπιστημιακές μου παραδόσεις στούς προσφιλεῖς Φοιτητές, ὡς μία κυρία αἰτία ὑποτιμήσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τό ὅτι τήν εἴδαμε ἱστορικῶς (ὡς ἁπλῶς μία ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ) καί ἠθικολογικῶς (ὡς ἕνα καλό βιβλίο, ὡς τά βιβλία τῶν φιλοσόφων) καί ὄχι χριστολογικῶς.

Ἡ περί ἱστορίας διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης

Ὁ Μεσσίας λοιπόν ἀποτελεῖ τό κύριο θέμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶναι τό «τέλος», δηλαδή ὁ σκοπός τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Πραγματικά, κατά τήν Παλαιά Διαθήκη ἡ ἱστορία της, ἀλλά καί γενικῶς ἡ καθόλου ἱστορία, δέν εἶναι μία τυχαία πλοκή γεγονότων, ἀλλά διευθύνεται ἀπό τόν Θεό καί κατευθύνεται ἀπό Αὐτόν σέ ἕναν τελικό σκοπό, τήν σωτηρία τοῦ κόσμου διά τοῦ Μεσσίου. Ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφερθοῦμε ἰδιαίτερα στήν διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τῆς ἱστορίας, γιατί σ’ αὐτήν τήν διδασκαλία πλέκεται σχεδόν ὅλη ἡ θεολογία της.

Κατά τήν διδασκαλία αὐτή ὁ Θεός συνδέεται μέ τήν ἱστορία, γιατί Αὐτός εἶναι πού ἔθεσε τήν ἠθική τάξη στόν κόσμο καί πρέπει λοιπόν σάν ἠθικός καί δίκαιος Θεός νά ἐπεμβαίνει στόν κόσμο γιά νά φυλάγει τήν τάξη αὐτή. Ὑπάρχουν δύο ἔννοιες τοῦ Θεοῦ: (α) Εἶναι πρῶτον, ἡ ἔννοια τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, τοῦ κυριάρχου τῆς φύσεως καί αὐτή ἡ ἔννοια ἀπορρέει ἀπό τήν ἔννοια τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Ὡς δημιουργός τοῦ κόσμου ὁ Θεός εἶναι ἀσφαλῶς κυρίαρχος αὐτοῦ. (β) Καί εἶναι ἔπειτα ἡ ἔννοια τοῦ ἠθικοῦ Θεοῦ, πού ἔθεσε τήν ἠθική τάξη στόν κόσμο. Ἡ πρώτη ἔννοια τοῦ παντοδυνάμου, τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ, ἀποσποῦσε Αὐτόν ἀπό τόν κόσμο. Ἡ ἔννοια ὅμως τοῦ ἠθικοῦ Θεοῦ τοῦ θέσαντος καί ἐποπτεύοντος τήν ἠθική τάξη στόν κόσμο, ἔφερε τόν Θεό πλησίον αὐτοῦ καί μέ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοια ἔχουμε τήν σύνδεση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἱστορία.

Τώρα θά ποῦμε ὅτι στό Ἰσραήλ ὑπάρχουν δύο τύποι, δύο πάλι ἔννοιες συνδέσεως τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἱστορία καί οἱ ἔννοιες αὐτές ἔχουν ὡς βάση κάποια θεολογία.

(α) Ἡ πρώτη ἔννοια ξεκινᾶ ἀπό τήν βάση ὅτι ἡ Ἰσραηλιτική θρησκεία, στήν ἀρχή της τοὐλάχιστον, φέρει ἐγκόσμιο χαρακτήρα. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ἡ Ἰσραηλιτική θρησκεία, λόγω τοῦ πολέμου της κατά τῆς νεκρομαντείας – ἡ ὁποία νεκρομαντεία προϋποθέτει πίστη στήν μεταθανάτια ζωή – δέν ἀνέπτυξε στά πρῶτα χρόνια τήν πίστη αὐτή στήν μετά θάνατο ζωή καί γι’ αὐτό, ξαναλέγουμε, φέρει ἐγκόσμιο χαρακτήρα. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τοῦ Ἰσραήλ εἶχε ἀρχικῶς ἐγκόσμιο χαρακτήρα, ὅπως εἴπαμε, ἐπιστεύετο ὅτι ἡ θεία ἐνέργεια ἐκδηλώνεται στόν κόσμο τοῦτο παρέχοντας ὑλική ἀμοιβή καί εὐτυχία στόν εὐσεβῆ καί στέρηση καί δυστυχία στόν ἀσεβῆ. Κατά τήν ἀρχική αὐτή ἔννοια τῆς συνδέσεως Θεοῦ καί ἱστορίας στό Ἰσραήλ ἡ ἐξωτερική εὐτυχία ἑνός ἀνθρώπου εἶναι δεῖγμα τῆς εὐσεβείας του καί ἡ δυστυχία κάποιου θεωρεῖται δεῖγμα τῆς ἁμαρτωλότητός του.

Ὁ πρῶτος αὐτός τύπος τῆς συνδέσεως Θεοῦ καί ἱστορίας παρουσιάζει προτερήματα, ἔχει ὅμως καί ἀδύνατα σημεῖα. Πράγματι, κατά τόν τύπο αὐτόν ἡ ἱστορία εἶναι ἕνα πεδίο στό ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ θεία ἐνέργεια, ἡ ὁποία μάλιστα δέν παρουσιάζεται ὡς αὐθαίρετη, ἀλλά κινεῖται κατά δίκαιο τρόπο, ἀνάλογα μέ τίς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Αὐτά εἶναι τά προτερήματα.

Ἀλλά ἀκριβῶς τό σημεῖο τοῦ τύπου αὐτοῦ, τῆς ἐννοίας αὐτῆς τῆς ἱστορίας, πού μᾶς παρουσιάζει τήν θεία ἐνέργεια ὄχι ὡς ἐλευθέρα ἀλλά ὡς ρυθμιζομένη ἀπό τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, καί τό ἄλλο σημεῖο πού μᾶς παρουσιάζει τήν θεία ἐνέργεια ὡς ἀπολύτως καταληπτή ἀπό τόν ἄνθρωπο, γιατί κινεῖται ἀνάλογα μέ τίς πράξεις τῶν ἀνθρώπων, αὐτά τά δύο φαίνονται ὡς ἀδύνατα σημεῖα τοῦ τύπου αὐτοῦ, τῆς κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια συνδέσεως Θεοῦ καί ἱστορίας.

Καί ἡ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο πάλι σύνδεση Θεοῦ καί ἱστορίας μᾶς παρουσιάζει τήν ἱστορία χωρίς κανένα ἀπώτερο σκοπό· γιατί μᾶς τήν παρουσιάζει σάν μία συνεχῆ ἐναλλαγή τιμωρίας καί ἀμοιβῆς τῶν ἀνθρώπων καί τόν Θεό ὡς δεμένο σ’ αὐτήν τήν μηχανική ἀνταπόδοση.

Ἀλλά καί τό ἄλλο ἀκόμη, τό σοβαρώτερο, τό ὁποῖο ταλαιπώρησε κατά τήν πρώτη αὐτή καί παλαιά σύνδεση Θεοῦ καί ἱστορίας, κατά τήν ὁποία ἡ θεία ἐνέργεια ἐκδηλώνεται στόν κόσμο αὐτό ἀμείβουσα τόν εὐσεβῆ μέ εὐτυχία καί τιμωροῦσα τόν κακό μέ δυστυχία: Εἶναι τό πρόβλημα τῆς «θεοδικίας». Πῶς δηλαδή ἑρμηνεύεται ἡ παρατηρουμένη δυστυχία τῶν εὐσεβῶν καί ἡ εὐτυχία τῶν ἀσεβῶν, πῶς ἑρμηνεύονται οἱ κίνδυνοι καί ἡ καταστροφή τέλος τοῦ ἰσραηλιτικοῦ κράτους; Τά συμβαίνοντα αὐτά ἐφαίνοντο ὡς ἀντίθετα πρός τήν τεθεῖσα ἀρχή τῆς ἱστορίας τοῦ τύπου αὐτοῦ: Ὅτι ὁ Θεός παρέχει εὐτυχία στόν τηροῦντα τίς ἐντολές Του, τιμωρεῖ δέ τόν παραβαίνοντα αὐτές. Κατά τήν παλαιά ἀντίληψη τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ὁ Θεός συνδέεται μέ τό σύνολο γενικά (Kollectivismus) καί ἔτσι οἱ ἁμαρτίες πατέρων μεταβαίνουν στούς ἀπογόνους, ἐξηγεῖται κάπως τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας· γιατί ἡ δυστυχία ἑνός εὐσεβοῦς ἠμποροῦσε νά ἑρμηνευθεῖ ὅτι προέρχεται ἀπό τίς ἁμαρτίες κάποιου προγόνου του. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἡ παλαιά αὐτή ἀντίληψη τοῦ «καθολικοῦ» τύπου τῆς θρησκείας ἄρχισε νά ὑποχωρεῖ καί νά ἀκούεται ἡ ἄλλη διδασκαλία τῆς «ἐξατομικεύσεως τῆς θρησκείας», ὅτι δηλαδή κάθε ἄνθρωπος εἶναι αὐτός μόνος ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τότε τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας συνεκλόνιζε, πράγματι, καί ἔθετε σέ κίνδυνο τήν πίστη στόν Θεό (βλ. λ.χ., Μαλ. 3,14-18. 2,17).

Στήν Παλαιά Διαθήκη γίνονται πολλές προσπάθειες γιά τήν λύση τοῦ προβλήματος τῆς θεοδικίας. Κινοῦνται ὅμως οἱ προσπάθειες αὐτές στό πλαίσιο τῆς πρώτης ἐννοίας συνδέσεως Θεοῦ καί ἱστορίας, κατά τήν ὁποία, ὅπως εἴπαμε, ἡ θρησκεία παρουσιάζεται μέ ἐγκόσμιο χαρακτήρα καί οἱ πράξεις τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται ὡς ἀπολύτως καταληπτές ἀπό τόν ἄνθρωπο, κατά τόν τύπο: Ὑλική εὐτυχία στόν εὐσεβῆ καί τιμωρία στόν ἀσεβῆ. Ὡς καλυτέρα φαίνεται ἡ λύση πού δίδει ὁ προφήτης Ἰερεμίας. Ὁ προφήτης ἔθεσε στόν ἴδιο τόν Θεό τό δύσκολο πρόβλημα, «τί ὅτι ὁδός ἀσεβῶν εὐοδοῦται, εὐθύνησαν πάντες οἱ ἀθετοῦντες ἀθετήματα;» (Ἰερ. 12,1), γιατί δηλαδή εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς; Καί ὁ Θεός τοῦ ἀπήντησε μέ τόν ἑξῆς περίεργο στίχο:

«Ἐάν ὁ δρόμος μέ πεζούς ἀνθρώπους σέ κουράζει,
τί θά κάνεις ὅταν ἀγωνίζεσαι μέ ἄλογα;
Ἐάν στήν ἀσφαλῆ γῆ δέν εἶσαι ἀσφαλής,
τί θά κάνεις στίς ζοῦγκλες τοῦ Ἰορδάνου;» (12,5).

Εἶναι φανερό ἀπό τόν στίχο αὐτόν ὅτι ὁ Θεός δέν λύνει τό πρόβλημα, ἡ ἀπάντησή Του ὅμως δεικνύει ὅτι ὁ προφήτης πρέπει νά μένει σταθερός στήν πίστη του καί νά ἑτοιμάζεται γιά μεγαλύτερα συγκλονιστικά γεγονότα καί πρός αὐτόν καί πρός τό ἔθνος του, στά ὁποῖα ὅμως δέν πρέπει νά ἀμφιβάλει γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἔστω καί ἄν αὐτή δέν φαίνεται σαφῶς σ’ αὐτά. Γενικῶς, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό ὅλο τό βιβλίο τοῦ προφήτου Ἰερεμίου, ἡ θέση του στό πρόβλημα τῆς θεοδικίας εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά ταρασσόμεθα γι’ αὐτό, οὔτε νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιατί δέν εἶναι καταληπτές ὅλες οἱ πράξεις Του. Ὅτι καί στά γεγονότα τῆς ἀτομικῆς μας ζωῆς καί γενικῶς τῆς ἱστορίας, στά ὁποῖα δέν φαίνεται νά λάμπει ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει καί ἐκεῖ ἀκόμη ἡ ἐνέργεια τοῦ δικαίου Θεοῦ. Λέγουμε ὅμως τώρα ὅτι ἡ λύση αὐτή τοῦ προφήτου Ἰερεμίου, πού θεωρεῖ ὡς ἀδύνατη τήν κατανόηση τῆς θείας ἐνεργείας στήν ἱστορία, ἀντίθετα δηλαδή ἀπό τήν μέχρι τώρα κρατοῦσα ἀντίληψη, ὅτι ὁ Θεός κατευθύνει τήν ἱστορία μέ πράξεις, τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά κατανοεῖ, ἡ λύση αὐτή, λέγουμε, εἶναι εἰλημμένη ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα καί ἔχει τήν ρίζα της σέ ἄλλη, σέ μιά δεύτερη ἔννοια τῆς συνδέσεως Θεοῦ καί ἱστορίας.

(β) Κατά τήν ἔννοια αὐτή τό ἔργο τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία δέν εἶναι καταληπτό, ὅπως κατά τήν πρώτη ἔννοια.

Ἡ πρώτη ἀντίληψη περί ἱστορίας ξεκινοῦσε ἀπό τήν ἔννοια τοῦ ἠθικοῦ καί δικαίου Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε. Ἡ δεύτερη ὅμως ἐδῶ ἀντίληψη βασίζεται στήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπης. Κατά τήν ἀντίληψη αὐτή ἡ ἱστορία ἀρχίζει μέ τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, πού ἔφερε στόν ἄνθρωπο τήν ἀπώλεια τοῦ παραδείσου καί τήν διαστροφή τῆς φύσεώς του πρός τό κακό. Ὁ Θεός ὅμως ἀπό ἀγάπη ἐπεμβαίνει στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους γιά τήν σωτηρία του, ἐκλέγει ἕνα λαό, τόν Ἰσραήλ, καί συνάπτει μαζί του διαθήκη στό ὄρος Σινᾶ, ἀποκαλύπτοντας σ’ αὐτόν τό θέλημά Του, γιά νά ἐργασθεῖ δι’ αὐτοῦ τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Ὅπως τό καταλαβαίνουμε, σ’ αὐτήν τήν δεύτερη ἔννοια τῆς ἱστορίας ὁ Θεός εἶναι ὁ ἀπόλυτος κύριος καί ρυθμιστής της, χωρίς νά περιορίζεται στά στενά ὅρια τῆς ἀμοιβῆς καί τῆς τιμωρίας τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ὅπως στήν πρώτη ἔννοια, καί κατευθύνει τήν ἱστορία σέ ἕνα τελικό σκοπό: Τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί κατ’ αὐτήν τήν ἔννοια ὅλα τά γεγονότα ἔχουν τό νόημά τους καί συνδέονται μεταξύ τους, συντείνοντα ὅλα στόν τελικό αὐτό σκοπό τῆς ἱστορίας. Ὁπωσδήποτε δέ θά πραγματοποιηθεῖ ὁ σωτηριολογικός σκοπός τῆς ἱστορίας, γιατί κατευθύνεται ἀπό Αὐτόν τόν παντοδύναμο Θεό καί γι’ αὐτό θά ἔχει τό τέλος του, τήν πραγματοποίησή του, τήν ἀνάκληση δηλαδή τῶν πρωτοπλάστων ἐκ τῆς πτώσεως, τήν ἐπάνοδο τοῦ ἀνθρώπου στήν κατάσταση τοῦ παραδείσου. Ἔτσι ἄρχισε νά διαμορφώνεται στό Ἰσραήλ ἡ ἐσχατολογία, ἡ διδασκαλία δηλαδή περι τῶν ἐσχάτων τῆς ἱστορίας ἡμερῶν, κατά τήν ὁποία ἡ ἱστορία θά καταλήξει στήν ἐπικράτηση τῆς θείας βουλῆς.

Κατά τήν πρώτη περί τῆς ἱστορίας ἀντίληψη αὐτή προσλαμβάνει ὁρισμένο τύπο, τήν ἀμοιβή τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, καί ρυθμίζεται ἀναλόγως τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ὡς πλήρως κατανοητή. Κατά τήν δευτέρα ὅμως παραπάνω ἀντίληψη ἡ ἱστορία κατευθύνεται ἀπό τήν βούληση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δρᾶ ἐλευθέρως, γι’ αὐτό καί δέν εἶναι κατά πάντα κατανοητή. Γι’ αὐτό καί ἡ ἱστορία κατά τήν ἀντίληψη αὐτή δέν γίνεται ἀντικείμενο κριτικῆς, ἀλλά πίστεως, τά δέ γεγονότα τῆς ἱστορίας προσλαμβάνουν διάφορες σημασίες καί θεωροῦνται ὡς μυστηριώδεις πράξεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἐξυπηρετοῦν τόν γενικό τῆς ἱστορίας σκοπό, τήν σωτηρία δηλαδή τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Οἱ προφῆτες ἐκήρυτταν, πράγματι, ὅτι ἡ ἱστορία δέν εἶναι πάντοτε κατανοητή, διότι βαίνει κατά θεῖο σχέδιο: «Θαυμαστή εἶναι ἡ βουλή αὐτοῦ (τοῦ Θεοῦ), μεγάλη ἡ σύνεσις αὐτοῦ», ἀναφωνεῖ ὁ Ἠσαΐας θαυμάζοντας τήν πλοκή τῶν γεγονότων τῆς ἱστορίας (28,29 κατά τό Ἑβραϊκό). Καί τό ἀκατανόητο τῆς ἱστορίας ἐκφράζων ὁ ἴδιος προφήτης λέγει: «Παράδοξο εἶναι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, περίεργη εἶναι ἡ πράξη του» (28,12) καί παρεισάγει τόν Θεό νά λέγει στούς ἀνθρώπους: «Οὐ γάρ εἰσιν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαί ὑμῶν, οὐδ’ ὥσπερ αἱ ὁδοί ὑμῶν αἱ ὁδοί μου» (55,8).

Πρός τήν πραγματοποίηση τῆς θείας βουλῆς στήν ἱστορία προσκόπτει ἡ ἑδρεύουσα στόν ἄνθρωπο ἁμαρτία, ἡ ὁποία βεβαίως δέν προέρχεται ἀπό τόν ἅγιο δημιουργό Θεό, ἀλλά ἔχει τήν ἀρχή της στήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ὁποία ἐπέφερε τήν ἐξασθένηση τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τούς προφῆτες, ὅταν ἡ ἁμαρτία κυριαρχήσει τόν ὅλο ἄνθρωπο τοῦ γίνεται δευτέρα φύση του, ὥστε αὐτή νά μή δύναται πλέον νά μεταβληθεῖ, ὅπως ἀκριβῶς ἡ πάρδαλη, κατά τήν εἰκόνα τοῦ Ἰερεμίου, δέν δύναται νά ἀλλάξει τό χρῶμα της (Ἰερ. 13,23). Δέν δύναται ὅμως ἡ ἁμαρτία νά ματαιώσει τό καθορισθέν ὑπό τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ σωτηριολογικό σχέδιο, πού ἀποτελεῖ τό τέλος, τόν σκοπό τῆς ἱστορίας. Ἡ νίκη δέ κατά τῆς ἁμαρτίας ἐπέρχεται ὄχι διά τῆς μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἐπιστροφῆς του πρός τόν Θεό, ἀλλά διά θαύματος ἐξ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἀποστολῆς τοῦ λυτρωτοῦ Μεσσίου, τόν ἐρχομό τοῦ Ὁποίου μέ πάλλουσα καρδία ἀναγγέλλουν οἱ Προφῆτες.

Ἡ λύση αὐτή γιά τήν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ μόνη δυνατή, ὅπως αὐτό φαίνεται σαφῶς ἀπό αὐτήν τήν ἱστορία καί δή τήν ἰσραηλιτική ἱστορία, ἀπό τήν ὁποία βλέπουμε πόσο ἄκαρπο ἀπέβαινε τό κήρυγμα τῶν προφητῶν περί ἐπιστροφῆς ἐκ τῆς ἁμαρτίας καί πόσο δύσκολο εἶναι ὁ ἀπό τήν ἁμαρτία κυριευθείς ἄνθρωπος νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό αὐτήν. Γι’ αὐτό καί ἀπό ἐνωρίς σχηματίζεται στό Ἰσραήλ ἡ περί προόδου τῆς ἁμαρτίας ἀντίληψη, κατά τήν ὁποία, ὅταν πλέον ἡ ἁμαρτία κυριεύσει τόν ἄνθρωπο, ἐπεμβαίνει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἐπιφέρει τήν πώρωση, ὥστε μέ τήν τέλεια αὐτή ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας νά τιμωρηθεῖ ἡ ἁμαρτία. Τό ἄκαρπο τοῦ κηρύγματός τους στούς Ἰσραηλῖτες οἱ προφῆτες τό ἀποδίδουν σέ πώρωση, σέ βαθύ ὕπνο, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἠσαΐου, ἐπιβληθέντα ὑπ’ Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ (29,10· βλ. καί 6,10 κατά τό Ἑβραϊκό). Ἡ διδασκαλία αὐτή περί τῆς προόδου τῆς ἁμαρτίας καί περί τῆς πωρώσεως ἐφαρμοσθεῖσα ὑπό τῶν προφητῶν στό σωτηριολογικό θέμα προπαρασκεύασε τόν Ἰσραήλ νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία περί τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσίου· γιατί ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας στόν Ἰσραήλ ἐγίνετο σαφές ὅτι δέν μποροῦσε αὐτός νά σωθεῖ διά τῶν ἰδίων του δυνάμεων. Και ἄν αὐτό ἦταν ἀδύνατον γιά τόν Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τόν Νόμο, πολύ περισσότερο δέν ἦταν δυνατόν νά λυτρωθοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν τά ἔθνη. Ἔτσι ἡ περί προόδου τῆς ἁμαρτίας ἀντίληψη ἐξυπηρέτησε τόν παγκόσμιο χαρακτήρα τῆς λυτρώσεως, ἄνοιξε θύρα εὐσπλαγχνίας στά ἔθνη. Κατά τά παραπάνω δυνάμεθα νά νοήσουμε κάπως τους λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «συνέκλεισεν ὁ Θεός τούς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τούς πάντας ἐλεήσῃ» (Ρωμ. 11,32) καί τό ὅτι ὁ αὐτός Ἀπόστολος καλεῖ μυστήριο τήν σωτηρία τῶν ἐθνῶν διά τῆς πωρώσεως τοῦ Ἰσραήλ, λέγων: «Οὐ γάρ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, τό μυστήριον τοῦτο... ὅτι πώρωσις ἀπό μέρους τοῦ Ἰσραήλ γέγονεν ἄχρις οὗ τό πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ» (Ρωμ. 11,25).

Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας

Ἐπειδή τό θέμα μου εἶναι Βασική διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης θέλω ἐν κατακλείδι νά παρουσιάσω κάτι ἀπό τήν ὑψηλή της διδασκαλία ὡς ὀρεκτικό πρός μελέτη της. Σέ ὅποιον μοῦ ζητοῦσε νά τοῦ πῶ κάποιο σπουδαῖο λόγο ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, θά προτιμοῦσα τήν περικοπή Μιχ. 6,6-8. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ προφήτου Μιχαίου (8ος αἰών) ἀναζητοῦσαν μέν τόν Θεό, ἀλλά δέν εἶχαν σωστή ἔννοια Θεοῦ. Καί ἐνόμιζαν ὅτι ὁ Θεός εὐαρεστεῖται μέ παχυλές θυσίες κριῶν καί μόσχων καί μέ προσφορές ἐλαίου ἤ – τό ἀκόμη πολύ χειρότερο – γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους ἐνόμιζαν ὅτι πρέπει νά θυσιάσουν τό πρωτότοκο παιδί τους. Ἔτσι εἶχαν διδαχθεῖ ἀπό τούς ψευδοπροφῆτες. Ἀλλά ἐρώτησαν τόν προφήτη Μιχαία:

6,6 Μέ τί πρέπει νά παρουσιασθῶ στόν Γιαχβέ,
νά προσκυνήσω τόν ὕψιστο Θεό;
Πρέπει νά παρουσιασθῶ μέ ὁλοκαυτώματα,
μέ ἐνιαύσιους μόσχους;
7 Εὐαρεστεῖται ὁ Θεός σέ χιλιάδες κριῶν
καί σέ μυριάδες ποταμούς ἐλαίου;
Πρέπει νά προσφέρω τόν πρωτότοκό μου γιά τήν ἁμαρτία μου,
τό γέννημα τοῦ σώματός μου γιά τήν ἀνομία τῆς ψυχῆς μου;

Στά ἐναγώνια αὐτά ἐρωτήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, γιά τό πῶς θά βροῦν τόν Θεό καί θά τόν εὐαρεστήσουν, ὁ προφήτης Μιχαίας ἀπαντᾶ:

8 Σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε, τί εἶναι καλό
καί τί ὁ Γιαχβέ ζητάει ἀπό σένα.
Τίποτε ἄλλο, παρά δικαιοσύνη καί ἀγάπη νά ἐξασκεῖς
καί νά πορεύεσαι ταπεινόφρονα πρός τόν Θεό σου!

Ἡ ἀπάντηση αὐτή τοῦ προφήτου Μιχαίου εἶναι ὕψος! Εἶναι ἡ οὐσία τῆς θρησκείας! Θρησκεία, κατά τόν ἀθάνατο αὐτό στίχο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Μιχ. 6,8, εἶναι αὐτά τά τρία: α) Νά εἴμαστε δίκαιοι πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους· β) νά ἀγαπᾶμε ὅλους· καί γ) νά φερόμαστε μέ εὐλάβεια ἔναντι τοῦ Θεοῦ μας.

Ἄς προσέξουμε ὅτι ὁ προφήτης στήν ἀπάντησή του εἶπε τό: «Σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε, τί εἶναι καλό καί τί ὁ Γιαχβέ ζητάει ἀπό σένα». Πραγματικά αὐτά τά τρία πού λέγει ἐδῶ ὁ προφήτης στόν ἐρωτῶντα αὐτόν λαό, τοῦ τά εἶχαν πεῖ καί οἱ προηγούμενοι ἀπό αὐτόν προφῆτες, γι’ αὐτό ὁ προφήτης μας λέγει «σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε». Πρίν ἀπό τόν προφήτη Μιχαία προφῆτες μέ γραπτά κείμενα ἦταν ὁ προφήτης Ἀμώς πρῶτα, ὁ ὁποῖος ἐτόνισε πολύ τήν δικαιοσύνη (βλ. Ἀμ. 2,6 ἑξ. 5,11. 4,1 ἑξ. 3,10. 5,7.10.12.15 κ.ἄ.)· ἔπειτα ἔχουμε τόν προφήτη Ὠσηέ, πού ἐκήρυξε τόν Θεό ὡς ἀγάπη καί παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει ἐκεῖνο τόν ἀθάνατο λόγο στούς τυφλούς Ἰσραηλῖτες τῆς ἐποχῆς του, πού ζητοῦσαν καί αὐτοί νά βροῦν τόν Θεό μέ παχυλές θυσίες: «Ἀγάπη θέλω καί ὄχι θυσίες, γνώση Θεοῦ καί ὄχι ὁλοκαυτώματα» (Ὠσ. 6,6)· καί μετά τόν Ὠσηέ ἔχουμε χρονολογικῶς τόν προφήτη Ἠσαΐα, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξε τόν Θεό ὡς «καδώς», δηλαδή ὡς «ἅγιον», μέ τήν ἔννοια τοῦ παντοκράτορος, ἔναντι τοῦ Ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά αἰσθάνεται δέος, ταπείνωση καί εὐλάβεια καί νά ὑπακούει στό θέλημά Του (Ἠσ. 6,3.5. 2,10. 8,11 ἑξ. 30,15 κ.ἄ.). Ὁ προφήτης Μιχαίας ἀποδεικνύεται ἕνας καλός μαθητής τῶν προηγουμένων τριῶν διδασκάλων του προφητῶν καί σέ ἕνα λόγο του συνάπτει τήν οὐσιαστική τους διδασκαλία γράφοντας τόν ὑπέροχο πράγματι 6,8 στίχο τοῦ βιβλίου του.

Ὁ στίχος αὐτός τοῦ προφήτου Μιχ. 6,8, ὅτι ὁ Θεός δέν θέλει τίποτε ἄλλο, παρά «δικαιοσύνη καί ἀγάπη νά ἐξασκοῦμε καί πρόθυμοι νά εἴμαστε καί μέ εὐλάβεια νά φερόμαστε στόν Κύριο τόν Θεό μας», εἶναι μία ὑψηλή κορυφή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπ’ ὅπου φαίνονται οἱ καθαροί οὐρανοί τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἄς μελετοῦμε τήν Παλαιά Διαθήκη, γιά νά ἀπολαμβάνουμε τήν διδασκαλία Της, πού ἔρχεται ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, αἰώνων βάθη.
Related Posts with Thumbnails