© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Τάκη Κ. Παπατσώνη: ΤΟ ΣΚΙΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ (ποίημα)


Ομοία προς το εύοσμον Μήλον μεταξύ των άλλων δασωδών άγριων ξύλων
ή ομοία προς Κρίνον εν τω μέσω Ακανθών, στην φλέγουσα ζέστη του Ιουνίου.

Διάβηκε εχτάσεις ανηφορικές και ανέβη στο Όρος η Παναγία, να ιδεί την Ελισάβετ.
Στην αυγινή δρόσο τη βουνίσια ξανάσαινεν η φύση ανακουφιστικά, εκεί ψηλά.

Μπροστά στου αγροτικού λευκού σπιτιού την θύρα ήτο απλωμένη τέντα από πανί
και σκιάν έδιδε ευχάριστη στους ενοικούντες άγιους αναχωρητές.

Την ησυχία και την γαλήνη του βουνίσιου βίου ήρθε η ανυπόκριτη να επισκεφθεί Χαρά,
κουρασμένη αλαφρά, λαχανιασμένη από την ανηφόρα, η Χαρά του χαμογέλιου.

Δροσερό σαν να κάλυψε κατάλευκο συννεφάκι τα θάμπη και τες φλόγες του ήλιου,
ήτο η στιγμή που ησπάσθηκαν κάτω στην τέντα, τρυφερά, η Μαριάμ την Ελισάβετ!

Ο δε Θεός στο σκιερό σκήνωμα παρθενικής κοιλίας έδιδεν ασπασμό του Βαφτιστή του,
κλεισμένου σε παρόμοιο σκήνωμα, γεροντικό. Και οι δυό τους κρύβαν,

ο μεν τη θεία του ουσίαν, ο δε της προφητείας το δώρο, σε νηπιακής μορφής το πέπλον,
αγέννητα έμβρυα, ούτε νήπια κάν. Παρθένος και Γερόντισσα, ιδού τες, από Θεού, Μητέρες.

Τρεις μήνες έμεινεν η Παναγία στη θεϊκή ερημιά, στο αγροτικό σπίτι του Ζαχαρία,
μέσα της κλείνουσα όλο και ταπείνωσην, όλο και αγάπη κι' επουράνιο θάμπος,

το Λόγο τον αχώρετο, το Σύμπαν το δημιουργικό, τον Άρχοντα των Αγγέλων.
Και τα βουνίσια δέντρα εσείοντο, στο μάκρος όλου του Καλοκαιριού, σκορπίζοντας δροσιές.

Και τον λαμπρό διαδέχετο Ήλιο το λαμπρότερο νυχτερινό Φεγγάρι μετά των λοιπών Αστέρων.
Και ήτο δοξολογία το παν τριγύρω προς την παντοκράτειρα Ρίζα του βασιλέα Δαυίδ!

Σήμερον είναι απάνω απ' όλα η πανηγυρική μνήμη του ύμνου της ταπεινωσύνης,
που δόξασεν η Παναγία τον γιό και Θεό της με το "Μεγαλύνει η ψυχή μου".

Σε ερημικιά βουνοκορφήν όλο φυτεία, μια Εκκλησιδίτσα αν ορθωνόταν,
ήθελα να την κατοικώ μ' έναν Ιερέα και με τον Κύριο σκέπη και βοηθό μου,

σε διαρκή και αιώνια θύμηση της Παναγίας που ανέβη το Όρος,
παντοτινής μου έκστασης περιλουσμένος ξωτικιά γαλήνη, εντός Ονείρου υμνητικού.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Μια ποινή αγαμίας ή η αιτία ενός μνημόσυνου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Κίνησις, Ισορροπία. Χαρακτικό της Ζωής Αλαφούζου, έργο 1999.
Στις 22 Αυγούστου του 1790, στην ιστορική και αφανισμένη σήμερα από τους σεισμούς και την πολλαπλή καταστροφή του 1953 εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Γέροντα ή των Γερόντων η Ανδριανή Ρουκάνη, κόρη του ευγενούς Νικολάου, αρραβωνιάστηκε τον Κερκυραίο Ιωάννη Κάλβο, ο οποίος υπηρετούσε σαν ανθυπολοχαγός στη Ζάκυνθο. Η σχετική ληξιαρχική πράξη, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον ακαταπόνητο Λεωνίδα Χ. Ζώη και ήταν γραμμένη στον καμένο κώδικα της εκκλησίας, η οποία κάποτε ανήκε στην οικογένεια, αναφέρει τα εξής: «1790 Αυγούστου 22. Μηδενός ευρεθέντος κωλύματος αρραβώνιασα τον τιμιώτατον Κύριον Ιωάννη Κάρβον μετά της ευγενούς Κυρίας Ανδριανής θυγατρός του ευγενή s[igno]r Νικολάου Ρουκάνη εις γάμον α΄. Μάρτυρες ο εκλαμπρότατος s. Κόντες Καίσαρ Μεσαλάς και ο τιμιώτατος s. Ιάκωβος Αραβαντινός. Γεώργιος ιερεύς Δανιάς». Από τα αρχεία της παραπάνω εκκλησίας ο ίδιος ιστορικός μάς διασώζει και την αναφορά στον γάμο τους, ο οποίος έγινε ένα χρόνο μετά. Συγκεκριμένα σημειώνει : «1791 Ιουλίου 19. Ευλόγησα τον s. Ιωάννη Κάλβο μετά της ευγενούς Κυρίας Ανδριάνας θυγατρός του ευγενή s[igno]r Νικολάου Ρουκάνη, αμφότεροι όντες εις γάμον α΄. Ήσαν παράνυφοι ο εκλαμπρότατος s. Κόντες Τζέτζερος Μεσσαλάς και s. Διονύσιος Μπαρμπίας Καψάς και s. r. Γιάκομος Αραβαντινός». Από τον γάμο αυτό την επόμενη χρονιά, το 1792 γεννήθηκε ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος και δύο χρόνια αργότερα, το 1974 ο αδελφός του Νικόλαος. Και οι δύο βαφτίστηκαν στην πιο πάνω ενοριακή εκκλησία της οικογένειας.
Ο γάμος, όμως, της Τζαντιώτισσας κοντέσας και του Κορφιάτη στρατιωτικού δεν φαίνεται να πήγε και τόσο καλά, για άγνωστους σε εμάς, μέχρι σήμερα, λόγους. Έτσι πολύ πιθανόν πριν το 1082 ο τελευταίος παίρνει τα δύο του παιδιά και φεύγει για το Λιβόρνο της Ιταλίας, εγκαταλείποντας οριστικά την γυναίκα του.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1805, η εγκαταλελειμμένη σύζυγος, μέσω του Πρωτοπαπά Ζακύνθου, υποβάλει αίτημα για διαζύγιο στον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης Ιωαννίκιο Άννινο, πολύ πιθανόν για να μπορέσει να παντρευτεί τον δεύτερο σύζυγό της, τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Την θετική απόφαση του οικείου ιεράρχη μας την διέσωσε ένας άλλος χαλκέντερος ιστορικός, στον οποίο πολλά χρωστάει η Ζάκυνθος, ο εκ Κερκύρας διωγμένος, λόγω θρησκευτικού φανατισμού και ευρών καταφύγιο στο νησί μας, Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο οποίος τη δημοσίευσε σε σχετική του εργασία στο περιοδικό Ακρίτας (έτος β΄ 1905 - 1906, σ. σ. 282 -294). Σε αυτήν φαίνεται η δικαίωση της Ανδριανής και η καταδίκη του Ιωάννη.
Το πολύτιμο αυτό ντοκουμέντο εντόπισε πολύ αργότερα η Τζίνα Κονίδου, κόρη του γνωστού συγγραφέα και καλβιστή Κ. Πορφύρη, η οποία σε πολύτιμο κείμενό της, το οποίο δημοσιεύεται στο γνωστό περιοδικό της Ζακύνθου Περίπλους (Χρόνος Θ΄, τεύχος 34 - 35, Ζάκυνθος 1993, σ. σ. 229-232), το αφιερωμένο στον δημιουργό των «Ωδών», στέκεται σε μια λεπτομέρειά του, καθόλου ασήμαντη και από αυτήν προσπαθεί να φωτίσει την πτυχή αυτή της ζωής του ποιητή, η οποία αναμφίβολα τον στιγμάτισε και τον επηρέασε σε όλη τη ζωή και το έργο του.
Συγκεκριμένα η ερευνήτρια, με τις νομικές της γνώσεις, στέκεται στην απόφαση του Ιωαννίκιου Άννινου και στο σημείο όπου χαρακτηριστικά αναφέρει: «[…] τα πάντα ο αυτός Πανιερώτατος καλώς σκεψάμενος ποιών τον πομπώδη στοχασμόν εις τας δικαίας αιτήσεις της ρηθείσης γυναικός και εις τον επικείμενου αυτής κίνδυνον κατά χρεωστικάς ειδήσεις ληφθείσας παρά του ιδίου αυτού αρχιερατικού επιτρόπου μεγάλου οικονόμου και Πρωτοπαπά Ζακύνθου, δυνάμει της αρχιερατικής αυτού εξουσίας εν Αγίω Πνεύματι, θεσπίζει και θεσπίζων δογματίζει: ότι η Κυρία Ανδριάνα Ρουκάνη, διαζευχθείσα παρά του ανδρός της Ιωάννου Κάλμπου, να μένη ελευθέρα απεράσαι ως βούλεται. Αυτός δε ο Ιωάννης, ως εγκαταλείψας την ιδίαν ομόζυγον, εις εκπλήρωσιν των ιερών κανόνων, να μένη δεδεμένος και κεκωλυμένος πάσης ετέρας νομίμου συζεύξεως […]».
Στην απόφαση αυτή, δηλαδή, όπως η ίδια η Τζίνα Κονίδου εντοπίζει και μάς επισημαίνει, υπάρχει κάτι παράδοξο. Ο Μητροπολίτης επιβάλει την ποινή της αγαμίας στον Ιωάννη Κάλβο. Αυτό, όμως, έχει να συμβεί αιώνες.
Για να τεκμηριώσει την άποψή της η ερευνήτρια, κάνει μια σύντομη, αλλά τεκμηριωμένη αναδρομή στο ιστορικό της ποινής της αγαμίας και παράλληλα εξετάζει την δικαστική πρακτική, που στηρίζεται στα έθιμα. Από πουθενά, όμως, δεν προκύπτει η από αιώνες καταργούμενη εφαρμογή της και επιβολή της να έχει επιβληθεί και σε άλλη περίπτωση. Συγκεκριμένα η ίδια παρατηρεί: «Η ρητή απαγόρευση σύναψης νέου γάμου του υπάιτιου συζύγου δεν επανεμφανίζεται, ούτε για τη γυναίκα ούτε για τον άνδρα. Η ποινή της αγαμίας δεν καταργείται βέβαια ρητά, πανηγυρικά, καταργείται όμως εν τοις πράγμασιν, σιωπηρά, ή εν πάση περιπτώσει περιπίπτει σε αχρηστία». Αυτό που απασχολεί όλους είναι το γιατί, όπως η ίδια προβληματίζεται «δέκα τρεις αιώνες μετά, το 1805, ένας επίσκοπος “ξεθάβει” την ποινή αγαμίας και την επιβάλλει στον υπαίτιο σύζυγο… Και μάλιστα, αυτό συμβαίνει μερικά χρόνια μετά την Γαλλική Επανάσταση, και συμβαίνει και στα Επτάνησα όπου ο απόηχός των αρχών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης είναι ακόμα εντονότερος απ’ ό,τι στην υπόλοιπη, τουρκοκρατούμενη, Ελλάδα».
Η απάντηση σε όλα αυτά τα σημαντικά και σπουδαία, που η κόρη του συγγραφέα του «Αγέλαστου» μας επισήμανε, είναι δύσκολο να δοθεί, κυρίως μετά την οριστική καταστροφή και τον χαμό του αρχείου του νησιού μας τον κακοθύμητο εκείνο Αύγουστο του 1953. Ίσως, όμως, στην γειτονική Κεφαλονιά, την έδρα του τότε επισκοπικού θρόνου της περιοχής, μπορεί κάτι να βρεθεί και να φωτίσει την υπόθεση.
Η σημερινή μας, βέβαια, αναφορά στην αξιοπρόσεκτη αυτή εργασία δεν αφορά τόσο τον ίδιο τον «Φιλόπατρι» ποιητή, όσο την ίδια την Τζίνα την Κονίδου, η οποία πρόσφατα και πρόωρα έφυγε από κοντά μας. Είναι, με λίγα λόγια, ένα απλό και ευλαβικό μνημόσυνό της, μια και μπόρεσε, έστω και ελάχιστα, να ξεφύγει από το στίγμα του παιδιού του επώνυμου και να μας δώσει τα δικά της δείγματα γραφής. Και το πόνημά της αυτό δεν είναι το μόνο. Υπάρχουν και άλλα.
Αυτή η σελίδα θέλησε να αντικαταστήσει, συνεχίζοντας, τα παλιά μονόφυλλα, τα οποία συχνά κυκλοφορούσαν στον τόπο μας σε παρόμοιες περιπτώσεις ή ακόμα και τα ειδικά βιβλιαρίδια, όπου τότε κυκλοφορούσαν και μας δείχνουν έναν πολιτισμό και μια ιστορία.
Ίσως τώρα η Τζίνα συνάντησε εκεί που πήγε τον ίδιο τον αξεπέραστο Κάλβο, την δικαιωμένη Ανδριανούλα, τον τιμωρημένο Ιωάννη ή και τον αυστηρό Ιωαννίκιο και της αποκάλυψαν το μυστικό.
Για μας σημασία έχει η υπογράμμισή της, ο εντοπισμός της λεπτομέρειας, η οποία είναι εξίσου σημαντική με την ανακάλυψη και την γνωστοποίηση του ίδιου του κειμένου.
Συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα της και την προσφορά του για τον Καρμπονάρο Ζακύνθιο, η κόρη του πρόσθεσε ένα μικρό λιθαράκι στο ψηφιδωτό της προσωπικότητας και της ζωής του.
Είναι μια σημαντική αιτία για να την θυμόμαστε.

Μητροπολίτου Προικοννήσσου Ιωσήφ: ΜΗΤΡΙΚΟΝ ΕΞΟΔΙΟΝ (ποίημα)


Στὸν π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Γυναῖκα περιβεβλημένη τὸν ἥλιον,
ποῦ ἀπαίρει καταμεσῆς τοῦ Αὐγούστου;
Ποῦ πορεύεσαι σταυροχεριασμένη,
σιωπηλή, τρανῶς ἡπλωμένη, ὑπτία;
Τ’ ἀμπέλια μας γεμᾶτα ὥριμα σταφύλια
ἀποζητοῦν τὸ δικό Σου τὸ χάδι,
Ἐσὺ νὰ τὰ τρυγήσεις,
Ἄμπελος ἀληθινή,
τὸν βότρυν τὸν πέπυρον ἡ γεωργήσασα!
Μόλις τελειώσαμε τὸ θέρος καὶ τ’ ἁλώνισμα,
ἁλέσαμε τὸ στάρι, τὸ ψιλοκοσκινίσαμε
καὶ Σοῦ φτιάξαμε πρόσφορο.
Ψήνεται κιόλας!
Δὲν περιμένεις νὰ τ’ ἀπογευτεῖς;
Τὰ τζιτζίκια οὐρλιάζουν ἀπαρηγόρητα
στὴ σκέψι πὼς θὰ Σ’ ἀποχωριστοῦν.
Δὲν τὰ ἀκοῦς;
Ἡ κόνιζα, ἡ ρίγανη, ἡ φασκομηλιά,
τὸ δίκταμο, ὁ ἔρεικας, ἡ μέντα, τὸ θυμάρι,
σκούζουν, μαλλιοτραβιοῦνται, ὀρύονται
πληροφορούμενα τὸν μισεμό Σου.
Δὲν νιώθεις τὶς φωνές τους στὰ ρουθούνια Σου;
Τὰ μελτέμια δέρνονται ὁλοφυρόμενα,
τινάζουν κύματα ὁλοῦθε,
ἁφροὺς καὶ ἁλισάχνη,
ἀρνούμενα νὰ συμβιβαστοῦν στὴν ἰδέα
πὼς θὰ τοὺς λείψεις.
Τὰ δελφίνια πετάγονται μὲ μακροβούτια
νὰ δοῦν ἄν εἶν’ ἀλήθεια ὅτι ἀναχωρεῖ
ἡ κόχλος ποὺ ἐβάστασε τὸν θεῖο Μαργαρίτη.
Δὲ σὲ συγκινοῦν τὰ ἁρμυρά τους δάκρυα;
Ὁ κολιός, μόλις ποὺ πρόλαβε
νὰ Σοῦ φιλήσει τὰ πόδια καὶ Σὺ φεύγεις;
Τὰ πεῦκα κλαῖνε ρετσινόμυρο
καθὼς ἀκοῦν τοὺς Ἀποστόλους
νὰ Σοῦ ψάλουν ἐξόδιον ὕμνον
καὶ μεταστάσιμες ὠδὲς πολυκατάνυκτες!
Πῶς λάμπει ἡ αὐγουστιάτικη πανσέληνος
πάνω ἀπὸ τὸ κυπαρισοκέδρινο
ζωαρχικό Σου νεκροκρέβατο!
Δὲ βλέπεις μὲ τι δέος σὲ κοιτάζει
ἡ σελήνη τὴν Σελήνη, ἡ δούλη τὴν Κυρά;
Δὲ συγκινεῖσαι ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις μας,
Μικρές, Μεγάλες, Μεγάλη Μάννα μας;
Πῶς μισεύεις Γλυκοπαναγία τῶν Ἑλλήνων,
Μαυροφόρα τῶν ὀνείρων μας σ’ ὧρες δίσεχτες,
ἀσπρόψυχη, χρυσόκαρδη, ὁλόφωτη, ἡλιοστάλαχτη,
ὀρθανοιχτάγκαλη τῶν καθημερινῶν δεήσεών μας;
Ἄσ’ τὸ σεμνὸ κεφαλομάντηλό Σου σκέπη μας
στὴν ἀπαράκλητη κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ!
Ἄσε μας τὸ ἡδύφωτο χαμόγελό Σου
στὸ ὄνειρό μας, νὰ μὴ σβήσουμε!
Ἄσε μας τὴ βασιλικὴ εἰκόνα Σου, Παντάνασσα,
καρσὶ στὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας,
μὴν τυφλωθοῦμε,
μὴν ξεχάσουμε τὸν Ἥλιο!

Σητεία, 10-8-2010

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: 12 ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ '53 [ποιητική ενότητα]


[Από την ποιητική συλλογή "Mater Dolorosa", εκδ. το δίγαμμα, 2005]


I

Κάτι σάν Αὔγουστος πεπυρωμένος
ἀλλά στό καψερότερο

κάτι σάν ἀπό φιλονικίες θεῶν
ἀλλά στό μή ἀναστρέψιμο

κάτι σάν ἀκοές πολέμων ἤ λυγμῶν
ἀλλ' αὐστηρό καί σαφέστερο

κάτι σάν ἀπό ξυλογραφία τοῦ Ντίρερ
ἀλλά στό πιό συθέμελο

κάτι σάν προαίσθημα Νεκρόδειπνου
στά πεσμένα μαλλιά τσῆ Προνόννας.


II

Ὄνειρο
μιά μέρα λέει πρό τοῦ Χάσματος
τά φώναζα ἑνός ἑνός:

-Φυλαχτεῖτε φίλοι
προφυλάξτε
τήν κυρά Πισκοπιανή καί τούς Ἁγίους Πάντες
ὅσους ἀπό τή φουγκαρία Ἑλκόμενους
χαρές καί προικοσύμφωνα
τή λευκότη τοῦ Ἀγάλματος μήπως ραγίσει
τό Χάρτη τοῦ Ρήγα
κι ὅλα τῆς Ἀγάπης τά τιμαλφῆ...

Κανείς δέ μ' ἐννοοῦσε μήτε μ' ἔβλεπε
ζῶ πολύ πολύ μετά τους
ὄνειρο γάρ.


III

Ὄξωθες
ἀπορημένα γυναικόπαιδα στήν οὐρά
σκηνίτες τῆς ἀπελπισίας
θανάτου ἁρμόζονται μάσκες ὀργῆς
σέ πρόσωπα πού ἐλάτρεψες.

Μέσαθες
τ' ἀσημένια πουκάμισα στήν πυρά
θριάμβων ἀποφόρια
μέλη ἐγκλωβισμένα τῶν Ἀσωμάτων
βημόθυρα στό Χάος.


IV

Ὤ, Mater Dolorosa
ποιός δολερός σέ μάτιασε ὀφθαλμός
καί νέο σοῦ πρόσθεσε λυγμό;

Ὤ, Mater ἔαρ διαρκές
τί φθονερό σέ κατασπάραξε θεριό
γοερότατο θέρος;


V

Βιβλιοθῆκες
ράφια ὀνείρων καί ψυχῶν

βιβλία
λεία βιβλική

ὅλα στάχτη
ἄχτι τοῦ Ἀμελέτητου.


VI

Ξέρεις δέν ξέρεις
τό ἰδίωμα τοῦ Πανικοῦ
ἐδῶ σέ θέλω:

Κονίσματα Ψυχοπομποί
τά εἶδαν ὅλα τῆς Ἀβύσσου
σάβανα μουσαμάδες σπαργανώσανε
κακήν κακῶς
ἀρχαγγέλους πελεκάνους προφῆτες καλαθάδες
ἀποστόλους λογίους ἱεράρχες ποπολάρους
μάρτυρες κοντέσες ὁσίους ναυπηγομαραγκούς
ἀναργύρους φανοποιούς θεοπάτορες κουρεῖς
τούς γονεῖς ἡμῶν καί διδασκάλους
καί τούς ἄλλους Ὅλους
ἐπωνύμους Ἀνώνυμους.


VII

Ἡ κάμαρη
μυρίζει ἀκόμα
μαράζι ἐπιδεινούμενο

κλειστό καλά μπαοῦλο
μέ προικιά.


VIII

Δίχως τοπίο
νυχτολούλουδο
καί τίς ἄλλες αἰσθήσεις
πῶς νά τό μεταχειρισθεῖς νυχτιάτικα
λέω πῶς
τό ὑπέρκαλο τοῦ Αὐγούστου φέγγος;

Θές δέ θές
ἔρωτες ἄλλους δέν ἔχει ἐφέτος.


IX

Κάθιδρος ὁ Μιχαήλ
πάνω
κάτω
λίγο ἀκουμπᾶ σάν ἄλλοτε στό ἐρείπιο Θέατρο
τινάζει τίς καψαλισμένες του φτεροῦγες
κι ἀποξαρχῆς εὐαγγελίζεται
μυρωδίες μουσικές
Ψήλωμα λουλουδάτο Αὐροχαρές
Χρυσούς Ἀλέκτορες

Ἀλλά-


X

Τά ὡραῖα παρῆλθαν
ὡς ὡραῖα

Στράτα Μαρίνα ξανά
μέ 2003 καημούς
καί παιδεμούς ἄλλους τόσους
Πλατεία Ρούγα τῆς ἀπόγνωσης
Καμάρα τῶν βασάνων

τό Αὔριο λιτανεύεται
ἤδη Παρελθόν.


XI

Στήν ἄξενη πόλη
-τί παράξενο-
νυχτερινά ὀνόματα ἐφημερεύουν διακαῶς
φορεῖς ἀνατριχίλας τηροῦν τ' ἀφόρητα
μορέτες κουφότητας
ὀρέγονται πρόσωπο γιά νά ἰσχύσουν
καί ὅ,τι ὅ,τι

τοῦ νέου Καταποντισμοῦ
αἴτιοι μαζί καί τιμητές.


XII

Ἔθιμο γίνηκες
καί ξεφτιλίστηκες.

[ Ἰούνιος 2003]

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Μια μεγάλη μικρή φωνή διαμαρτυρίας

από την Ευαγγελία Αγγελική Πεχλιβανίδου


Τα «Ε λ γ ί ν ε ι ά» μ α ς
Τα Ελληνικά Μάρμαρα του Ελληνικού Παρθενώνα
της Ελλάδας μας

Τα γλυπτά μας γεννήθηκαν κάτω από τον ήλιο της Ελλάδας, που οι Άγγλοι την καθιέρωσαν ως Greece, -και μεις ακολουθούμε σα μιμητικά όντα-.
Και τώρα
χωρίς το φως του ήλιου μας,
χωρίς το αντίκρισμα της γαλάζιας μας θάλασσας,
χωρίς τις φασκιές των εμπνευσμένων προγόνων μας που τα κατασκεύασαν και τα λάτρεψαν,
χωρίς το βράχο τους να τα στηρίζει και να τα ανυψώνει,
χωρίς την ιστορία του λαού τους και προπάντων
χωρίς την ιδέα της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ που γεννήθηκε πάνω και γύρω απ’ την Ακρόπολη και που γαλούχησε και γαλουχεί όχι μόνο εμάς τους Έλληνες αλλά όλο τον κόσμο…,
τα γλυπτά μας θα παραμείνουν για όλους τους επισκέπτες του Βρετανικού Μουσείου,
τα χλωμά, ορφανά παιδιά που τα οικειοποιήθηκαν οι «δημοκρατικοί» μας Άγγλοι (πιστεύω όχι η πλειοψηφία ) και τα έκαναν «παιδιά των φαναριών» προς εκμετάλλευση.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Από τη σεισμοπυρκαϊά στον σύγχρονο homo Zakynthius

Τρία κείμενα και ένα αντι-κείμενο για τη Ζάκυνθο και τους σεισμούς του 1953 ή, αλλιώτικα, η αξιοπρέπεια ενός χαμένου πολιτισμού

Γράφει ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΖΕΡΜΠΙΝΟΣ / Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ | Κυριακή 24 Αυγούστου 2003 

Αν σήμερα, 50 χρόνια μετά τον σεισμό του 1953, γινόταν ένας παρόμοιος, δεν είναι καθόλου πιθανό ότι οι χρονογράφοι θα είχαν να πουν τα ίδια ή κάποια άλλα ανάλογα συγκινητικά μ' εκείνα που γράφτηκαν τότε για τη Ζάκυνθο και τον χαμένο πια πολιτισμό της.

H μελαγχολική αυτή σκέψη σήμερα παραμένει αδιαπραγμάτευτη, έστω κι αν άνετα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η οδυνηρή εμπειρία έχει πλέον αμβλυνθεί, η ζωντανή θύμηση, μέρα με τη μέρα, γίνεται δυσεύρετη, η παναιωνίως γνωστή μέθοδος αναπαραγωγής της ζωής εμπλουτίζεται με... νέες τεχνικές και η σφαιρική επέτειος επιβάλλει τα... συνηθισμένα: μνήμες, μνημόσυνα, εκθέσεις, αφιερώματα, ημερίδες, συνέδρια, συμπεράσματα, προτάσεις και φυσικά προβληματισμούς. Τι έχασε η Ζάκυνθος, τι έχει, τι της πρέπει!

Αν αληθεύει το αξίωμα ότι κάθε εποχή για να απολαύσει τα επιτεύγματά της πρέπει η ίδια να καταγγείλει και να ανατρέψει το παρελθόν, η 50ετία που διέρρευσε από τους σεισμούς του 1953 ως σήμερα, στη Ζάκυνθο τουλάχιστον, δεν θα μπορούσε να καυχηθεί ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, αφού όχι μόνο για καταγγελία του παρελθόντος δεν συντρέχει λόγος αλλά πολύ περισσότερο επειδή ούτε και επιτεύγματα διαθέτουμε προς... απόλαυση. Κάπως έτσι φαντάζομαι μπορώ να δικαιολογήσω τον τίτλο ενός αφιερώματος όπως το παρόν, που πέρα από την προσφορά στην επέτειο ενέχει και την ελπίδα μιας γενικότερης αυτοκριτικής. Επιφυλασσόμενος για την τελευταία, θα επιχειρήσω κατ' αρχήν μιαν αναφορά στον γραπτό λόγο δύο ξεχωριστών Ζακυνθινών που, πέρα από τις όποιες διαφορές τους και τις πολύ περισσότερες συγκλίσεις τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξαν απαράμιλλα αντιπροσωπευτικοί της συλλογικής συνείδησης των Ζακυνθίων μπροστά στην τραγικότητα των ημερών εκείνων.

Γνωστοί και οι δύο για την πολυμερή πνευματική και κοινωνική τους προσφορά προς στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, ο μεν πρώτος ως κορυφαίος των γραμμάτων και dilletante της πολιτικής, ο δε δεύτερος ως επαγγελματίας πολιτικός και χαρισματικός χειριστής του λόγου. Και οι δυο τους όμως, ανεξάρτητα από το μέτρο της αναγνώρισής τους, μέσα από το συνολικό τους έργο, παραμένουν αδιαφιλονίκητοι εκφραστές του ζακυνθινού εκείνου πνεύματος που συμπυκνώνει την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο και την παράδοσή του, από τη μία μεριά, και τη δυνατή βίωση στο ρομαντικό ιδεώδες, από την άλλη.

Αναφέρομαι στον Διονύση Ρώμα και στον Τάλμποτ (Μπούμπη) Κεφαλληνό.

Από τα 26 σχετικά με τους σεισμούς χρονογραφήματά του πρώτου, τα οποία δημοσιεύει στην πρώτη πάντα σελίδα της αθηναϊκής «Ελευθερίας» και αργότερα θα συγκεντρώσει (μαζί με άλλα) στην έκδοση των «Ζακυνθινών» του (εκδόσεις «Εστία»), και τα 54 περίπου του δεύτερου, τα οποία δημοσιεύονται στην τοπική εφημερίδα «H Αλήθεια», που εκδίδει ο ίδιος, ασκώντας παράλληλα και μαχητική πολιτική δημοσιογραφία, επιλέγω δύο. Σε αυτά τα γραπτά τους (όπως άλλωστε και σε άλλα) φαίνεται να ταυτίζουν την τέχνη με τη ζωή και ίσως αυτό, για εκείνες τουλάχιστον τις δύσκολες μέρες, μπορεί να σήμαινε κάτι.

Το πρώτο είναι κυριολεκτικά καταλυτικό. Το δημοσιεύει ο Ρώμας στις 14 Αυγούστου 1953, τη μεθεπομένη δηλαδή του μεγάλου και αποτελειωτικού σεισμού. Αν και αναδημοσιευμένο πολλές φορές, νομίζω πως αξίζει για μιαν ακόμη φορά η παράθεσή του, στο σημερινό επετειακό:

«ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Το Χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ' άνθη ξανάκλεισε προχθές! Πεντακόσιων χρονώνε ιστορία έσβυσε με μια τρελλή μονοκοντυλιά της Μοίρας. Με τα μάτια βουρκωμένα κυττάζω μια φωτογραφία του ερειπωμένου Τζάντε, παρμένη από αεροπλάνο. Προσπαθώ μ' αγωνία μέσα στα συντρίμμια και τους καπνούς ν' αναγνωρίσω αγαπημένες μου τοποθεσίες. Αδύνατο! Ολα είναι θαμπά, γκρεμισμένα, ακατάληπτα και για τον θερμότερο ακόμα εραστή αυτής της γης. Αυτής της γης που το χώμα της φέρνει ακόμα τα χνάρια του Σολωμού, του Κάλβου, του Φώσκολου, του Τερτσέτη, των Λομβάρδων, των Ρώμα, του Καρρέρ, του Τσακασιάνου, των Μόσχων, του Κουτούζη, του Καντούνη και όλων των πνευματικών της παιδιών. Ψάχνω με πόνο μη συνατήσω όρθια τη Φανερωμένη, τους Αγίους Πάντες, την Παναγία των Αγγέλων ή καμμιά τουλάχιστον άλλη από τις τόσες και τόσες γεμάτες μεταβυζαντινούς θησαυρούς εκκλησίες... Αδύνατο! Ολα είναι θαμπά, γκρεμισμένα, σκεπασμένα από καπνό... Ακατάληπτα και για τον θερμότερο ακόμα εραστή αυτής της άγιας γης! Τι απομένει από τη "Φλωρεντία της Ελλάδος", όπως κάποιοι σωστά την ονομάσανε; Λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα!...

Μου μιλάνε για ανοικοδόμηση - ναι! Οι άνθρωποι, οι δυστυχισμένοι αυτοί αδελφοί μου, μπορεί ίσως να ξαναποκτήσουν κάποτε ένα ταβάνι για να μη βρέχονται. Ποιος όμως θ' ανοικοδομήσει την γκρεμισμένη μας πια παράδοση; Ποιος θα ξαναβάλει στη θέση του το τέμπλο της Φανερωμένης; Την Κοίμηση της Θεοτόκου του Ηλιού Μόσχου; Τους Βίτορες του Βυζαντινού Μουσείου; Τους Τζάννηδες; Τα 300 ξυλόγλυπτα τέμπλα των γκρεμισμένων εκκλησιών; Ποιος θα μας ξαναδώσει τους θησαυρούς που κλείνανε τα παλιά αρχοντικά; Ποιος... Αλλά τι κάθουμαι και γράφω; Αδιόρθωτος εραστής της γης αυτής και των μνημείων της, κλαίω τ' άψυχα και λησμονώ τους ανθρώπους! Τους πληγωμένους, γυμνούς, αλλόφρονες ανθρώπους, που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια να καταστρέφεται η ζωή τους, ο μόχθος των πατεράδων τους και το μέλλον των παιδιών τους...

Κάποτε θα ηρεμήσουμε πάλι! Θα ηρεμήσουμε και 'μείς και η τρελλή Μοίρα που κυνηγάει την Εμμορφιά. H κουρασμένη γη θα παραμείνει ακίνητη για κάμποσες δεκαετίες. Τότε μονάχα θα καταλάβουμε στ' αλήθεια τι χάσαμε! Στα νοτισμένα μνήματα θάχει ανθίσει μολοχάνθη και τις πληγές της γης και των ανθρώπων θα καλύψουνε ουλές... Ολα θα ξεχασθούνε! Και το πένθος και ο τρόμος και η αγωνία και ο σπαραγμός. Από την προχθεσινή ημέρα δεν θα περισσέψει παρά μια σκληρή κι απλή διαπίστωση: H Φλωρεντία της Ελλάδος δεν υπάρχει πια! Το Χάσμα π' άνοιξε κάποτε ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ' άνθη ξανάκλεισε συνεπαίρνοντας στα σκοτάδια της λησμοσύνης πέντε ολόκληρους αιώνες ζωής μεστής από πολιτισμό. Σ' εκατό χρόνια, ίσως κανένας αλαφροΐσκιωτος νυχτερινός διαβάτης ν' ακούσει τα φεγγαρόλουστα Αυγουστιάτικα βράδυα καμμιά λησμονημένη καντάδα, ν' αναδύεται μέσ' από τα παλιά χώματα και ν' αντηχεί στ' αυτιά του σαν Αγγέλων Ωσαννά! Φτωχά μου αδέλφια, ήταν γραφτό κι αυτό, να ζήσουμε να δούμε το θάνατο του χρυσαφένιου περιβολιού της Ανατολής. Το Τζάντε μας δεν υπάρχει πια! Αιωνία του η Μνήμη!».

Τη λέξη «διαβάτης» του Ρώμα χρησιμοποιεί και ο Μπούμπης σαν ψευδώνυμο στα χρονογραφήματα της «Αλήθειας» του, τα οποία αργότερα θα επανεκδώσει στη συλλογή με τον τίτλο «Εδώ ερείπια».

Σε χρονογράφημα της 17ης Δεκεμβρίου 1954 (μνήμη Αγίου Διονυσίου) ο Μπούμπης δίνει το χρονικό της ημέρας, ισοζυγιάζοντας τις συναισθηματικές δόσεις ανάμεσα στα βιώματα του τοπικού εθίμου και στη μελαγχολική μετασεισμική επικαιρότητα, έναν χρόνο και πλέον μετά τον σεισμό:

«ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ

Στην άκρη της μπαράκας, καθησμένος στην κασσέλα που πήρε τη θέση της αναπαυτικιάς πολυθρόνας του αρχοντικού του, ο σορ Νιόνιος θυμάται και νοσταλγεί.

Ήταν Αγίου και τ ό τ ε. Νιόπαντρος καμάρωνε στο μπαλκόνι του, δίπλα στην "κυρά", την ώρα που περνούσε η λιτανεία, ενώ χιλιάδες ζευγάρια μάτια ζηλιάρικα τον κύτταζαν.

Και τι δεν είχε αλήθεια εκείνο τον καιρό!!!

Νιάτα, πλούτια, δύναμη.

Ο Λομπάρδος κι ο Ρώμας, ναι μα τον Αγιο κι οι δύο, ενωρίς, ενωρίς, φτάνανε στο σαλόνι του για να του πούνε τα χρόνια πολλά. Ξέρανε πως σαν άνοιγαν οι κάλπες και κατέβαινε με τους σέμπρους στον Πλατύφορο την έπαιζε την εκλογή. Οσο για γλέντια, άλλο τίποτα. Ολη η αφρόκρεμα της αριστοκρατίας χόρευε στο σπίτι του κι άδειαζε βαρέλια ολάκαιρα βερντέα πίνοντας στην υγειά του.

Κι οι πιο φημισμένοι καναταδόροι της Ζάκυθος, στ' αρχοντικό του "την αράζανε" μόλις βράδιαζε, για να "την πούνε" του αφέντη τους του χρυσού.

Κι άνοιγε το πουγγί και μοίραζε χρυσάφι.

Αραδιασμένοι στους τοίχους οι πρόγονοι τον κυττούσαν και τον καμάρωναν κι αυτοί. A! όλα κι όλα, κανένας δεν μπορούσε να τούχει παράπονο. Ως και τα χρέη που τ' άφησαν, κάτι υποθήκες που καίγανε, τάσβυσε μέσα σε λίγα χρόνια από τότε που πήρε τη διαχείριση στα χέρια του.

Αλήθεια... πώς ήταν εκείνο τον καιρό!! Και πως θάταν, όσο κι αν γέρασε, όσο κι αν χάθηκε ο Λομπάρδος κι ο Ρώμας, όσο κι αν τα φεστίνια άλλαξαν όψη, όσο κι αν θες οι αναποδιές, θες οι προίκες, θες εκείνη η άτιμη η κατοχή, άδειασαν τα σκρίνια και τα μετζάα... Και πώς θάταν αν...

Ενας κόμπος σφίγγει το λαιμό του σορ Νιόνιου κι άθελα σκεπάζει με τα δυο του χέρια τα μάτια του, σαν να θέλει να διώξει τ' όραμα το φριχτό που ζωντανεύουν οι θύμησες...

Παλεύει να σβύσει από τη σκέψη κι από τα μάτια του την εικόνα τη φριχτή, μα του κάκου.

Ενας σπασμός ταράζει το κορμί του, και το πατρικό του, μ' ολανοιγμένα τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, ξεπροβάλλει μπροστά του ζωσμένο στις φλόγες...

Κάποτε ο σορ Νιόνιος σταμάτησε να κλαίει. Σταμάτησε όχι γιατί κουράστηκε κι όχι γιατί στερέψανε τα δάκρυα. Σταμάτησε γιατί το θέλησε.

Κάποιος ήχος καμπάνας δειλός δειλός είχε φτάσει ως της μπαράκας του την άκρη φέρνοντάς του το μήνυμα πως "έβγαινε ο Αγιος".

Στηρίχτηκε στην κασσέλα του και σηκώθηκε. Εκαμε το σταυρό του, τον ξανάκαμε και, ζωντανεύοντας το παληκάρι εκείνου του καιρού, έπνιξε τη νοσταλγία στην ελπίδα ψιθυρίζοντας: "Και του χρόνου... και του χρόνου"».


Μέσα και από τα δύο αυτά χρονογραφήματα (και όχι βέβαια τα μόνα) αναδύονται ο πολιτισμικός απόηχος της παλιάς Ζάκυθος και ο πλούσιος ψυχισμός του μέσου Ζακυνθινού, για να λειτουργήσουν σαν συναισθηματικοί ενισχυτές της ανα-οικοδομητικής προσπάθειας.

Κι ένας τρίτος Ζακυνθινός, μικρότερης, εννοείται, λογοτεχνικής εμβέλειας αλλά της αυτής ψυχοσύνθεσης με τους προηγούμενους, ο Διονύσιος X. Στραβόλεμος, αναδεικνύεται πολύτιμος χρονογράφος της καταστροφής του '53, με το βιβλίο-ντοκουμέντο «H Ζάκυνθος υπό τα ερείπια και τας φλόγας». Με συναισθηματική φόρτιση κι αυτός αλλά και μ' έναν επιβαλλόμενο ρεαλισμό, χρονογραφεί την πεντάμηνη περίπου περίοδο από τους σεισμούς μέχρι τέλους του '53, για να καταλήξει σε διαχρονικά, όπως μπορούμε να πούμε σήμερα, βαρυσήμαντα συμπεράσματα:

«Επί του πτώματος της νεκρωμένης πόλεως Ζακύνθου επέπεσαν σαν αχόρταγα και πεινασμένα όρνεα υπό μορφήν εργατοτεχνιτών, ξυλουργών και εργολάβων, διαφόρων ποιοτήτων και επαγγελμάτων άνθρωποι εκ πολλών χώρων της Ελλάδος και ιδίως της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Και ήρχισεν η κατασκευή των ξυλίνων παραπηγμάτων εις τους συνοικισμούς κατά τρόπον προοιωνίζοντα τας ατελείας και τα μειονεκτήματα που αργότερα επαρουσίασαν...

Ολα γίνονται και εκτελούνται αψυχολόγητα, πρόχειρα, άπονα, βεβιασμένα, αμελέτητα, άσωτα. Στο κράμα αυτό των αθλιοτήτων εστηρίχθη η πρόχειρη στέγασις του δεινοπαθήσαντος και κατατεμαχισθέντος πληθυσμού της πόλεως...

Οι μπουλντόζες και οι ξένοι προς την Ζάκυνθο, προς την ιστορία της και τον πολιτισμό της άνθρωποι που επέδραμαν "για να δουλέψουν" δεν εσεβάσθησαν τίποτε. Λαξευμένοι λίθοι, που επί αιώνες είχαν χαρίσει το θαυμάσιο εκείνο αρμονικό και καλλιτεχνικό σύνολο που ενεφάνιζε η πόλις της Ζακύνθου (αγκωνάρια των Ναών Φανερωμένης, Αγίων Πάντων, Ιεροσπουδαστηρίου Ιησουητών, μεγάρου Κομούτων, Νομαρχίας και άλλων), εσύρθησαν και ερρίφθησαν στη θάλασσα...».

Ισως αυτά (ή περίπου αυτά) να έγραφα κι εγώ, αν από τότε μέχρι σήμερα δεν είχε μεσολαβήσει η διαρρεύσασα 50ετία. Σήμερα όμως που η αδρότητα με την οποία διαπλάσσεται η πολιτιστική ζωή στη Ζάκυνθο πραγματώνει μιαν αρνητική υπέρβαση ανάμεσα στο εφικτό και στο ευκταίο, η θέση του γράφοντος, παρά την προμετωπική ένθεση της γνώμης του σπουδαίου βιεννέζου στοχαστή, επιβάλλει την αποβολή κάθε στοιχείου μεταφυσικής. Ζώντας και σκεπτόμενος (και αμφιβάλλοντας βέβαια), κατά την καρτεσιανή εκδοχή και αντιφάσκοντας προς το κλασικό Dum spiro, spero, δεν διατηρώ καμία ελπίδα ότι θα με καταλάβει ποτέ ο σύγχρονος homo Zakynthius. Του οποίου η οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με τα πνεύματα που, κατ' ιδεατήν αναφοράν, μπορεί (πεπλανημένα μάλλον) να πλανώνται πάνω από τις στάχτες της Ζακύνθου, μετά το 1953, είναι ανύπαρκτη έως τυχαία.

Πίσω από ένα παρόν που εξελίσσεται αρνητικά, ευτελίζοντας ή εκφυλίζοντας τις αξίες, η οπτική του μέλλοντος δεν μπορεί παρά να είναι δυσοίωνη. Αν την ίδια παρατήρηση έκανε κάποιος μετά το τέλος μιας άλλης καταστροφής, του B' Παγκοσμίου Πολέμου ας πούμε, θα είχε ασφαλώς άδικο. Γιατί ανεξάρτητα από τα δεινά που είχε επισωρεύσει στην ανθρωπότητα ο πόλεμος αυτός, η επούλωση των πληγών και οι προοπτικές της ανασυγκρότησης ήταν υπαρκτές, και η έλλογη δρομολόγηση της πραγμάτωσής τους ήταν ικανή να στηρίξει την ελπίδα.

H μεταφορά του παραδείγματος στη μετά σεισμούς ζακυνθινή πραγματικότητα δεν θα ήταν εύστοχη. Γιατί, πέρα από αδρομολόγητες προοπτικές και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η καταστροφή από το επίσημο κράτος, εξέλιπε η συνείδηση της συνέχειας του χαμένου πολιτισμού. Και για την απώλεια αυτή δεν έφταιξαν μόνο οι σεισμοί και η κρατική πρόνοια.

Με τη σεισμοπυρκαϊά δεν καταστράφηκε μόνο ο 500χρονος υλικός πολιτισμός της πόλης της Ζακύνθου, στο πρόσωπο της οποίας άλλωστε αντανακλούσαν όλη του η καλλιέργεια και η ιστορική του δομή. Δεν καταστράφηκαν μόνο τα μνημεία της τέχνης, τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα, οι ρυθμοί των εκκλησιών, η πνευματική κληρονομιά, οι βιβλιοθήκες, τα έργα της διανόησης, η αστική λαϊκή κουλτούρα. Ολα αυτά με την πάροδο του χρόνου (και της όποιας διάρκειάς του) θα μπορούσαν να ξαναγίνουν. Καταστράφηκε όμως και κάτι μη αποκαταστάσιμο: ο ψυχικός δεσμός του Ζακυνθινού με τη μάνα του την πόλη. Μιλώ για την πόλη γιατί εκεί κυρίως συντελέστηκε η καταστροφή και εκεί ακριβώς επισημαίνονται οι πολιτισμικές της συνέπειες.

Ο,τι στα τελευταία 500 χρόνια αποτέλεσε γνώρισμα της ζακυνθινής ψυχοσύνθεσης (η αγάπη για τη γενέθλια πόλη, ο «σπουργιτισμός» των Ζακυνθίων, αν θέλετε, η υγιεινή αγωγή της εθιμολατρίας, η ποιοτική αντίληψη του πολιτισμού, η ευπροσηγορία της καθημερινότητας, μεταλλάχθηκαν μέσα στη σκληράδα του μπετόν και την έλλειψη αναστολών του νέου πληθυσμού.

H art de vivre που χαρακτήριζε την προσεισμική (αστική) κοινωνία της Ζακύνθου (πλούσιους και φτωχούς) παραμένει πια απολίθωμα πομπηιανής τοιχογραφίας και νοσταλγικό όνειρο αθεράπευτων ρομαντικών, και συγγνώμη από τους τυχόν διαφωνούντες.

Κι αν όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι έτσι κι αλλιώς θα συνέβαιναν, είτε με σεισμούς είτε χωρίς, και αποτελούν αναπόφευκτες συνέπειες της... εξέλιξης, εγώ δεν θα διαφωνήσω. Δεν θα παύω όμως να τα επισημαίνω ως συμπτώματα πολιτισμικής παρακμής και ως ιστορικά τεκμήρια της εποχής που ζούμε, ώστε, αν κανείς κάποτε τα διαβάσει, να θυμηθεί τη ρήση του Wittgestein που προτάχθηκε στην αρχή του παρόντος.

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Το μισοάδειο και το μισογεμάτο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το μέτρο του κόσμου. Έργο Γιάννη Ψυχοπαίδη.
Η λέξη «ερασιτέχνης», σύμφωνα με το «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» των εκδόσεων «Τεγόπουλος - Φυτράκης», που έχω εμπρός μου και ανοίγω, αλλά και όλων των άλλων, πιστεύω, προέρχεται ετυμολογικά από το αρχαίο ρήμα «εράω - ερώ», η οποία ερμηνεύεται «αγαπώ» και το ουσιαστικό «τέχνη». Σημαίνει, δηλαδή, σύμφωνα πάντα με το παραπάνω σοβαρό πόνημα, αυτόν που ασχολείται «με την τέχνη ή την επιστήμη πάρεργα, όχι επαγγελματικά».

Τέτοιους «ερασιτέχνες» ιστορικούς ή ιστοριοδίφες, αν προτιμάτε, για να μην θιχτούν οι αρμόδιοι, ανέδειξε από παλιά το νησί μας, η Ζάκυνθος και όλη η Επτάνησος γενικότερα. Είναι αυτοί, που όχι για λόγους επαγγελματικής αναγνώρισης ή επιβίωσης στην συντεχνία, αλλά κυριολεκτικά για δική τους ανάγκη και «ξεφάντωση των φίλων», έσκυψαν πάνω στα πολύτιμα αρχεία μας, συνέλεξαν, σαν αληθινές μέλισσες, πληροφορίες και μαρτυρίες και τις διέσωσαν στα κείμενά τους, βοηθώντας την κατανόηση της καταγωγής μας και το ξεκαθάρισμα της δικής μας, ιόνιας, ταυτότητας. Είναι αυτοί που διέθεσαν τον χρόνο τους σε κάποιου άλλου είδους ψυχαγωγία, ευφραινόμενοι, κυριολεκτικά, όταν ανακάλυπταν κάτι και αξιοποίησαν το μουχλιασμένο χαρτί, δίνοντάς του ψυχή και διάρκεια.

Μετά τον καταραμένο, μάλιστα, εκείνο Αύγουστο του 1953, που τα πολύτιμα Αρχεία του τόπου μας έγιναν στάχτη, αποκόπτοντάς μας από τις ρίζες και την ιστορία μας και αφήνοντάς μας έρμαιο στα χέρια και τις ορέξεις του κάθε φιλόδοξου και αγράμματου τυχοδιώκτη, ο οποίος το πολύ να είχε φυλαγμένο το στεφανοχάρτι της νόνας του σε κάποιο συρτάρι ή μπαούλο, μα και συχνά πίσω από το κόνισμα, οι εργασίες των σημαντικών αυτών και ευαίσθητων ανθρώπων, έγιναν ακόμα πιο πολύτιμες και αναγκαίες, επειδή αντικατέστησαν το οριστικά χαμένο Αρκίβιο και είναι σήμερα πηγή έρευνας και προβληματισμού.

Την σημασία και την πολυδιάστατη αξία του έργου τους αποδεικνύουν οι σημερινές, επιστημονικές εργασίες των μελετητών και ερευνητών, οι οποίοι αναγκαστικά σε αυτό καταφεύγουν και από τις σελίδες των παραπάνω αντλούν πληροφορίες για ό,τι θαυμαστό και ουσιώδες έγινε σε τούτο το νησί και αποτέλεσε αιτία πολιτισμού και δημιουργίας.

Για σκεφθείτε, για παράδειγμα, τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε το πολύτιμο και πολύπλευρο «Λεξικόν» του χαλκέντερου Λεωνίδα Χ. Ζώη ή τα σημαντικά, παρ’ όλα τα κάποια λάθη τους, βιβλία του Ντίνου Κονόμου. Τα χέρια μας τότε θα ήταν δεμένα και δύσκολα θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Αν μάλιστα με αυτά η πτώση είναι τόσο ραγδαία, φαντασθείτε το τι θα συνέβαινε αν και τούτα έλειπαν ή δεν είχαν ποτέ γραφτεί.

Δεν μπορεί, βέβαια, κανείς να απορρίψει την προσφορά των εκτός Επτανήσου μελετητών και ερευνητών στο θέμα της δικής μας ιστορίας και γραμματολογίας. Πώς να το κάνουμε, όμως, όλοι αυτοί είναι δύσκολο να καταλάβουν και να κατανοήσουν την δική μας νοοτροπία και αντίληψη, την ζυμωμένη κάτω από εντελώς διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και παραμέτρους από την δική τους, συχνά και σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και εκ μέτρου αντίθετες, οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι το κλειδί και το μυστικό, που αποκαλύπτουν την ξεκάθαρη αλήθεια.

Μια μεγάλη ιστοριοδιφική σχολή δημιουργήθηκε στα Επτάνησα γενικότερα και την Ζάκυνθο ειδικότερα και αυτό αποτελεί γεγονός αξιοσημείωτο και ένα, επιπλέον, δείγμα αυτού που ονομάστηκε, όχι χωρίς λόγο, ιόνιος ή επτανησιακός πολιτισμός. Εκτός από τους δύο παραπάνω αξιοπρόσεκτους και μεγάλους, τον Ζώη και τον Κονόμο, έτσι πρόχειρα θυμίζω τον πολύ Ερμάνο Λούντζη, τον πολυσυζητημένο, αλλά αναγκαίο Παναγιώτη Χιώτη, τον αφοσιωμένο Σπυρίδωνα Δε Βιάζη, τον αξιοπρόσεκτο Αντώνιο Μπισκίνη, αλλά και τόσους άλλους «χαμωλόγους», κατά τον ποιητικό χαρακτηρισμό συμπάθειας του Διον. Ρώμα, ο οποίος και ο ίδιος πρόσφερε πολλά σε αυτόν τον τομέα, οι οποίοι θεμελίωσαν και συνέχισαν μια παράδοση αιώνων και είναι σήμερα, γι’ αυτό, ιδιαίτερα απαραίτητοι και αναγκαίοι.

Στις μέρες μας η παράδοση συνεχίζεται, ευτυχώς, αλλά όχι, δυστυχώς, συστηματικά. Μετά τον θάνατο του Ντίνου Κονόμου το είδος φαίνεται να έχει εκλείψει. Οι άνθρωποι των γραμμάτων μας, όμως -ο χαρακτηρισμός δεν μου αρέσει, αλλά στην περίπτωσή μας είναι αναγκαίος- και κυρίως οι περισσότεροι από τους ποιητές μας, παράλληλα με το κύριο έργο τους, ασχολούνται και με την έρευνα του πολιτισμού και της ιστορίας μας και τις περισσότερες φορές έχουν δώσει άριστα δείγματα γραφής και μελέτης. Είναι και αυτό ένα δείγμα της διαβίωσης της επτανησιακής νοοτροπίας και μια αφορμή συνέχειας. Υπάρχουν, βέβαια, και δείγματα επιστημονικής παρουσίας, σαν αυτά του καθηγητή Διονύση Ζήβα και του Δημήτρη Αρβανιτάκη, αλλά αυτά δεν μπορούμε, πιστεύω, να τα εντάξουμε στην περίπτωση που αναφέρουμε. Είναι επαγγελματίες και όχι ερασιτέχνες, σαν τους προαναφερόμενους.

Όλες αυτές οι σκέψεις ήρθαν στο νου μου τρεις, σχεδόν, μήνες, μετά το τελευταίο Πανιόνιο Συνέδριο των Παξών. Ο αποκλεισμός των «ερασιτεχνών» από αυτό πολλά έκανε να γραφτούν και περισσότερα να ειπωθούν. Το θέμα είναι, βέβαια, το πώς βλέπεις και αντιμετωπίζεις το θέμα. Αν δηλαδή βλέπεις το ποτήρι «μισοάδειο ή μισογεμάτο».

Αν οι αρμόδιοι βλέπουν την περίπτωση σαν τρόπο έρευνας και ερμηνείας του ιόνιου πολιτισμού, τότε καλά έπραξαν και ουδείς ψόγος. Αν όμως θέλουν την προώθηση της έρευνας και την συνέχιση της πανιόνιας νοοτροπίας, τότε έκαναν ατόπημα. Βοήθησαν και αυτοί ακούσια και χωρίς να το πολυσκεφτούν στην επίφοβη αφομοίωση των ιόνιων νησιών και στο να νεοεξελληνισθούν και αυτά, χάνοντας πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Για να δοθεί η απάντηση σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να ερευνηθούν, πρώτα, οι σκοποί της θεμελίωσης και της δημιουργίας αυτού του θεσμού και μετά το τι σήμερα επιδιώκει.

Αυτόν τον καιρό δουλεύω συστηματικά, λόγω της αργίας του καλοκαιριού, διάφορα παλιά κείμενα, από αυτά που έχουν απομείνει και διασωθεί από την θεομηνία και την ανθρώπινη αδιαφορία. Αυτό που έχω αποκομίσει από την ενασχόλησή μου μαζί τους είναι πως όσο παλιότερα είναι και όσο πιο αγράμματοι είναι οι συντάχτες τους, τόσο πιο ευανάγνωστα γίνονται. Μπορεί να έχουν λάθη ορθογραφικά και γραφικά δημιουργικές ασυνταξίες, κακογραφίες, μουντζούρες, αλλά σου αποκαλύπτονται περισσότερο εύκολα από αυτά των γνωριζόντων, οι οποίοι με το θάρρος και το θράσος της γνώσης τους τις πιο πολλές φορές θυμίζουν συνταγολόγια ή πιο σωστά γραφές γιατρών και γίνεται αρκετά επίπονη η ανάγνωσή τους.

Το ίδιο, ίσως, συμβαίνει και με τους ερασιτέχνες ερευνητές. Έχοντας την ευθύνη της μη επιστημοσύνης τους, προσέχουν περισσότερο, σαν τους παλιούς γραμματικούς των κωδίκων, και το αποτέλεσμα συχνά είναι χρήσιμο και «ευανάγνωστο».

Είναι και αυτοί απαραίτητοι και αναγκαίοι. Ας γίνουν και αξιοπρόσεκτοι.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Η παλιννόστηση της Κρύπτης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην σημερινή, θλιβερή τις περισσότερες φορές, πραγματικότητα του νησιού μας λίγες είναι οι ανάσες και οι γνήσιες στιγμές, όπου μας προσφέρονται και σε πείσμα της φθοράς μας κάνουν να ελπίζουμε και να ευελπιστούμε. Είναι μέσα στο τόσο ψέμα και την επικράτηση του εφήμερου και του επίφοβου οι ελάχιστες επιμονές της αλήθειας και - γιατί όχι - και οι ευλογημένες εμμονές για ό,τι δημιουργικό και ψυχωφελές. Γιατί, όπως ακούγαμε παλιότερα, όταν τα τραγούδια είχαν ακόμα διάρκεια και δεν κυκλοφορούσαν, όπως αυτόν τον καιρό, με ημερομηνία λήξεως, «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα». Εμείς όμως, με την κατάρα του «μωραίνει Κύριος» κάναμε «την τρίχα, τριχιά» και κομπορρημονούμε κυριολεκτικά τραγουδώντας κενότητα, ενώ τα πάντα γύρω μας καίγονται και γίνονται στάχτη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γιατί καταδικασμένοι σε μια συνεχή και δίχως επιστροφή πτώση, στηρίζουμε το εφήμερο - στηρίζοντας αυτούς που το στηρίζουν - και, για «να μην χαλάσει η πιάτσα» - συγχωρήστε μου την λαϊκή πτώση - κυνηγάμε το σωστό και απορρίπτουμε το μεγάλο, μια και - σαν την κολοβή αλεπού του αισώπειου μύθου - ερμηνεύουμε κατά το δοκούν τον μύθο και πιστεύουμε στην ισοπεδωτική ισότητα.
Μια από αυτές τις ανάσες στον χώρο του πολιτισμού ήταν παλιότερα και ο πολιτιστικός χώρος «Κρύπτη» στο ριζοχώρι Μαχαιράδο, όπου δημιουργήθηκε από την αγάπη και την ευαισθησία του γνωστού συμπατριώτη μας ζωγράφου Διονύση Παπαδάτου, ο οποίος αφού έκανε μια ζηλευτή καριέρα εκτός νησιού - κανένας προφήτης δεν δοξάζεται στον τόπο του - επέστρεψε στην γενέθλια γη και στο πατρικό του κτήμα δημιούργησε μια όαση καλλιτεχνικής εστίας, όπου συχνά έφερνε τους από παντού πυρπολούμενους Ζακύνθιους σε επαφή με την αληθινή και γνήσια τέχνη, κυρίως στην εικαστική της έκφραση, αλλά όχι μόνο, και τους γνώριζε το πού βρίσκεται σήμερα και το πόσο έχει προχωρήσει η δημιουργική ελευθερία.
Ο κόσμος, αυτοί που ακόμα αντιστέκονται και επιμένουν και φαίνεται να είναι πολλοί, περισσότεροι σίγουρα απ’ ότι περιμέναμε και ελπίζαμε, αγκάλιασε την προσπάθεια και την πλαισίωσε με στοργή και αγάπη. Είναι σημαντικός και παρήγορος ο αριθμός αυτών που βρήκαν σ’ αυτήν καταφυγή και αποτελεί δείγμα παρηγοριάς το ότι τόσοι παρέμειναν άφθοροι και ζήτησαν στον φιλόξενο και φιλότιμο αυτό χώρο όχι μόνο διαφυγή δροσιάς από τους καυτούς μήνες του Καλοκαιριού, αλλά και προστασία από τους ανίερους βομβαρδισμούς αυτών που μιλούν για πολιτισμό και «έχουν μπερδέψει τα σώβρακα με τις γραβάτες», πιστεύοντας πως οι λικνισμοί στην πίστα και το τηλεοπτικό γυαλί μπορεί να ονομαστούν πολιτιστική δημιουργία.
Ο απλός κόσμος στήριξε την «Κρύπτη», αυτοί όμως που έχουμε εκλέξει να κάνουν κουμάντο στον τόπο μας και τη ζωή μας και είμαστε εντελώς υπεύθυνοι για την ύπαρξη και την επικράτησή τους, αδιαφόρησαν και γύρισαν αλλού την προσοχή τους, προωθώντας ό,τι βολεύει και ό,τι πραγματικά αποκοιμίζει. Έτσι μέσα στον γλυκό, γι’ αυτό και επίφοβο, βαθύ μας ύπνο, δεν καταλάβαμε πώς έγινε και ο πολύπλευρος αυτός χώρος έκλεισε, αναγκάζοντας τον δημιουργό του, σαν γνήσιο καλλιτέχνη, να ζητήσει αλλού διαφυγή και οδηγούμενος, ίσως, από ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης, να επιστρέψει στους χώρους που τον ενέπνεαν και τον βοηθούσαν να συνεχίσει την αναζήτηση και την έκφρασή του.
Φαίνεται, όμως, πως ο Διονύσης Παπαδάτος, σαν γνήσιος ζακυνθινός σπουργίτης, έτσι όπως συνέλαβε τον χαρακτηρισμό ο Γιάννης Τσακασιάνος, αγαπά πραγματικά τον τόπο του και όσο και αν έχει αναγνωριστεί και αγαπηθεί εκτός του, σ’ αυτόν θέλει να προσφέρει και να δώσει.
Έτσι, για το καλό αυτού του νησιού, που για την παράδοση και την ιστορία του και μόνο, δικαιούται μια καλύτερη και πιο ουσιαστική καθημερινότητα, επέστρεψε στην γη του και ξανάνοιξε τον χώρο του και χώρο μας, για μια αντίσταση και πάλι και μια ελπίδα σωτηρίας στον επικείμενο χαμό του 4 Χ 4.
Το βράδυ της Κυριακής, λοιπόν, 18 Ιουλίου και ενώ το Καλοκαίρι είχε για καλά σταθεροποιηθεί και προχωρήσει, εκεί στην ρίζα του Βραχιώνα έγινε η παλιννόστηση της «Κρύπτης» και ο χώρος απέκτησε και πάλι ζωή και διάρκεια.
Αυτό που πέρυσι τον Σεπτέμβρη παρουσιάστηκε στην αποκτώσα, τελευταία ζωή Πάτμο, η οποία εκμεταλλεύεται δημιουργικά την ιστορία της, σε αντίθεση με μάς, επέστρεψε στον χώρο της δημιουργίας του και εκτέθηκε εκεί ακριβώς όπου έγινε η σύλληψη και η εφαρμογή του. Κυρίαρχο σύμβολο της βραδιάς και πρωταγωνίστρια η πανάρχαια και πολυπρόσωπη σπείρα και αυτή από όλες σχεδόν τις εκφράσεις της εικαστικής αναζήτησης κυριάρχησε και προβλημάτισε όλους αυτούς που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και δεν έχασαν σε κενότητες και εφήμερες καταστάσεις τον χρόνο τους.
Για μια ακόμα φορά ο Διονύσης Παπαδάτος απέδειξε πως ο κάθε αληθινός δημιουργός, σε αντίθεση από τον απλό καλλιτέχνη, μπορεί να νεάσει ελπιδοφόρα, δίχως να σοκάρει και να προκαλέσει ειρωνείες παλιμπαιδισμού και πως η ανανέωση είναι αυτή που συντηρεί τη ζωή και αναγκάζει όσους την ακολουθούν να διασώζονται και να ξεφεύγουν.
Η Ζάκυνθος, δίχως καμιά αμφιβολία, στον χώρο της τέχνης έχει μια μεγάλη και πλούσια παράδοση, που κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Ακόμα και αυτοί που της προσάπτουν δυτική επιρροή, δεν μπορούν να την αρνηθούν και γνωρίζοντας την παγκοσμιότητα της τέχνης, απλά και μόνο τονίζουν την αμάθειά τους με την εμμονή τους στον περιορισμό της εφήμερης αντίδρασης. Σταυροδρόμι ρευμάτων και εκφράσεων, χωνευτήρι απόψεων και πολιτισμών, επιβίωσε στον χώρο της και ταυτόχρονα διεκδίκησε και κέρδισε μια διεθνή συνύπαρξη.
Αυτό, μεταξύ άλλων, προσπαθεί να επαναφέρει και η «Κρύπτη». Γνωρίζοντας το μεγαλείο του χθες, αλλά και το επίφοβο της στείρας και δίχως σκοπό επανάληψής του, μπολιάζει αυτό που δικαιωματικά υπάρχει με την σύγχρονη αναζήτηση και ελπιδοφόρα κοιτάζει το μέλλον, που μπορεί να γίνει και πάλι δημιουργικό και αξιοσημείωτο, αν ξανά μπορέσει να παντρέψει, να συνενώσει και να συνεχίσει. Να γιατί πρέπει να αγκαλιαστεί απ’ όλους, να διατηρηθεί και να επιβιώσει. Γιατί η ύπαρξή της δεν είναι θέμα δικό της, αλλά δικό μας και η παρουσία της δεν αποτελεί θέμα αυταρέσκειας, αλλά αιτία και δικαιολογία της προσωπικής μας συντήρησης.
Ο έλληνας Πατροκοσμάς έλεγε πως «όταν κλείνει ένα σχολείο, ανοίγει μια φυλακή». Εγώ σαν συνειδητός Επτανήσιος θα παραλλάξω πως όταν σφραγίζει ένας χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας, ανεπαίσθητα καβαφικά τείχη υψώνονται γύρω μας και η ζωή μας γίνεται περισσότερο ασφυκτική.
Και έχουμε ανάγκη από αιτίες ζωής. Ας τις διατηρήσουμε.
Related Posts with Thumbnails