© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Λυκογιάννη: ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ ΤΩΝ ΝΑΩΝ ΤΟΥ ΜΠΑΝΑΤΟΥ

 [Διάλεξη - ανακοίνωση κατά την 500ετηρίδα Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ενορίας του Μπανάτου Ζακύνθου, 25 Ιουλίου 2010]

Το Μπανάτο ή εξελληνισμένα Βανάτο υπήρξε έως πρόσφατα ένας μικρός και ήσυχος συνοικισμός, ο οποίος δεν απασχόλησε τους κατά καιρούς ιστοριογράφους. Στους μέχρι τώρα γνωστούς χάρτες της Ζακύνθου του 16ου και 17ου αι. δε γίνεται μνεία της κώμης, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει και την ανυπαρξία του οικισμού. Οι κάτοικοι κατά το πλείστον ασχολούμενοι με αγροτικές εργασίες, στο διάβα των αιώνων δημιουργούσαν και ανακατασκεύαζαν ιερές στέγες στην περιοχή τους και φρόντιζαν για τη διακόσμηση και τον πλουτισμό τους με καλλιτεχνήματα, κάτι που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Δυστυχώς, οι αιώνιοι εχθροί των μνημείων του νησιού μας, οι σεισμοί, η αδιαφορία, η εγκατάλειψη, αλλά και η εσκεμμένη καταστροφή των αγαθών του παρελθόντος, υπήρξαν η κύρια αιτία των λιγοστών απόηχων και της μπανατιώτικης πολιτιστικής δημιουργίας. Μετά τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και την καταστροφή του Αρχειοφυλάκιου, οι μόνες μαρτυρίες που έχουμε για το Μπανάτο είναι από τα ελάχιστα στοιχεία που διέσωσαν οι ιστοριοδίφες και ερευνητές, εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε τον Λεωνίδα Ζώη και τον Ντίνο Κονόμο και κυρίως, όσον αφορά την εκκλησιαστική τέχνη, από τα ίδια τα έργα με τα όποια αποτυπώματα αυτά έχουν.

Η παρούσα ομιλία έχει κυρίως σαν σκοπό, ευσύνοπτα να παρουσιάσει τα σημαντικότερα καλλιτεχνήματα των δύο ενοριακών ναών του Μπανάτου, με τις αντίστοιχες αρχειακές (1) και ιστορικές μαρτυρίες, καθώς και τα νεώτερα στοιχεία που προήλθαν από την πρόσφατη καταγραφή των εκκλησιαστικών κειμηλίων. Αυτή πραγματοποιήθηκε το 2009, μετά από μητροπολιτική εγκύκλιο, η οποία όριζε τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Λυκογιάννη, Ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως Ζακύνθου, σε συνεργασία με τους συντηρητές έργων τέχνης Ανδρέα και Μάριο Θεοδόση, τότε υπαλλήλους του εργαστηρίου συντήρησης της Μητροπόλεώς μας, να προβούν στην καταγραφή των εκκλησιαστικών κειμηλίων των ενοριακών ναών μετά των παρεκκλησίων τους, σε όλη τη Ζάκυνθο (2).

Αποτυπώθηκαν φωτογραφικά οι αρχιτεκτονικές όψεις των ναών και ο εσωτερικός τους καλλιτεχνικός διάκοσμος. Στη συνέχεια, ακολούθησε η λεπτομερής καταγραφή και φωτογράφηση όλων των κειμηλίων, βάζοντας ως ορόσημο ως προς την επιλογή, τη χρονολογία 1953. Αυτό συνέβη, διότι, μετά τους σεισμούς του 1953, τα αντικείμενα που εισήλθαν στους ναούς δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ιστορικό - καλλιτεχνικό ή αρχαιολογικό ενδιαφέρον, και συνήθως, ιδίως τα έργα της μεταλλοτεχνίας, αποτελούν προϊόντα μαζικής παραγωγής.

Είναι παρήγορο ότι παρατηρείται, παρά την εμφανή μείωση των Ζακυνθινών καλλιτεχνών που επήλθε με την οικονομική δυσπραγία στο νησί κατά τον 20ού αιώνα και παρά τις όποιες δυσκολίες, μια προσπάθεια διατήρησης της τοπικής μας καλλιτεχνικής παράδοσης, ιδιαίτερα στον τομέα της ξυλογλυπτικής και της εικονογραφίας - ζωγραφικής. Ένα από τα μεγάλα προβλήματα είναι κυρίως η έλλειψη καλλιτεχνικής παιδείας, η οποία οδηγεί μερικές φορές σε καταστάσεις τραγελαφικές, όταν αυθαιρέτως αντικαθίστανται παλαιά εκκλησιαστικά αντικείμενα ή στολίζονται ναοί, οι οποίοι έχουν διασώσει τον καλλιτεχνικό υφολογικό τους χαρακτήρα, με ξυλόγλυπτα και αγιογραφίες που διασπούν την στιλιστική τους αρτιότητα και ομοιογένεια.

Στον τομέα της μικροτεχνίας και ιδιαίτερα στην τόσο έντονη και παραγωγική δραστηριότητα της εκκλησιαστικής αργυρογλυπτικής, με παράδοση τεσσάρων τουλάχιστον αιώνων, με λύπη διαπιστώνουμε ότι τα σκαλισμένα ασημένια βατσέλια - δίσκοι, τα καλύμματα των Ευαγγελίων με φόντο το ανάλογα με την εορτή χρώμα βελούδο, οι επηρεασμένες από τη Δύση αργυρές καντήλες, τα φουντώματα των σταυρών αγιασμού και οι καλυμμένοι με ασημένια ανάγλυφα πάμφυλλα σταυροί λιτανειών, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη καλλιτεχνικής δημιουργίας, μιας και η αργυροχοϊκή εκκλησιαστική τέχνη έσβησε στη Ζάκυνθο στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το υλικό, που είχαν στη διάθεσή τους οι παλαιοί κτίστες, την πέτρα δηλαδή, για να οικοδομήσουν τις ιερές στέγες, ακολουθώντας τις οδηγίες και τα σχέδια μηχανικών και αρχιτεκτόνων, αντικατέστησαν μετασεισμικά από το τσιμέντο. Τα σκαλιστά θυρώματα με τις μπαρόκ και τις νεοκλασικές τους γλυφές, ανάλογα με τα καλλιτεχνικά κριτήρια της εποχής και την επιδεξιότητα του σκαλιστή, που πολλές φορές νομίζεις κοιτώντας τα ακόμη όπου διασώζονται, ότι βρίσκονται σε μια αντιπαλότητα με τη στασιμότητα του κτιρίου και προσπαθούν να αποτινάξουν το λίθινο όγκο τους με τις καμπύλες, τα οριζόντια και κάθετα ανοίγματά τους, σε συνδυασμό με το έξεργο ανάγλυφό τους, διαδέχτηκαν οι γύψινες ή τσιμεντένιες κακόγουστες κατά το πλείστον απομιμήσεις.

Στο Μπανάτο σώζονται ελάχιστα, σε σχέση με αυτά που θα πρέπει να υπήρχαν στις δώδεκα περίπου ιερές στέγες που αναφέρονται στην ευρύτερη περιοχή και που κάποιες από αυτές είτε διατηρούν τη λειτουργική τους ιδιότητα ως κτίσματα ανακατασκευασμένα (Παναγία επονομαζομένη Παναγούλα, Παναγία η Φανερωμένη, Άγιος Νικόλαος και Ταξιάρχες, Ευαγγελίστρια, Άγιος Νικόλαος των Καρκαναίων, Παναγία η Βλαχέραινα, Προφήτης Ζαχαρίας του Ζελοχοβίτη) είτε στη θέση τους υπάρχει ένα προσκυνητάρι (Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Νικόλαος του Στραβοπόδη, Άγιος Βλάσιος) ή έχουν χαθεί εντελώς από τη μνήμη των κατοίκων και διασώζονται μόνον ως αρχειακές αναφορές (Ανάληψη, Άγιος Λουκάς).

Η καταγραφή περιορίστηκε στους δύο ενοριακούς ναούς της Παναγούλας και της Φανερωμένης, μιας και οι υπόλοιποι σωζόμενοι αποτελούν είτε ιδιωτικά παρεκκλήσια είτε είναι νεόδμητοι με σύγχρονα αντικείμενα (ναός Αγίου Νικολάου και Ταξιαρχών). Όλοι οι ναοί είναι μονόκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές, όπως οι περισσότερες εκκλησίες της Ζακύνθου των νεωτέρων χρόνων. Ο αρχιτεκτονικός αυτός ρυθμός φαίνεται ότι υιοθετήθηκε ως ο καταλληλότερος για το σεισμογενές περιβάλλον της περιοχής μας και συνάμα ο πιο οικονομικός.

Ο ναός της Παναγούλας.
Ο ναός της Παναγίας, της επονομαζομένης Παναγούλας, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαρτυρείται αρχειακά από τις πράξεις του συμβολαιογράφου Αλεξάνδρου Ραφτόπουλου (3). Αναφέρεται το 1510 η ύπαρξη μοναστηριού της Παναγίας, το οποίο ανήκε στον Ανδρέα Μάρκο και το έδινε στον ιερέα Δημήτριο Μάζη. Η αναφορά μοναστηριού υποδηλώνει πέρα από το ναό και παρουσία παραπλήσιων κτισμάτων. Αυτά ήταν το κελί - δωμάτιο του ιερέα και διάφοροι άλλοι αποθηκευτικοί χώροι. Φαίνεται πως η χρήση του όρου μοναστήρι ή Μονή δεν περιοριζόταν στα οργανωμένα κοινόβια ή ιδιόρρυθμα μοναστηριακά συγκροτήματα, αλλά συνηθιζόταν παλαιότερα για τους λατρευτικούς χώρους, όπου υπήρχε κατοίκηση δίπλα στον ευκτήριο οίκο και ήταν υποχρεωμένος να μένει συνήθως κάποιος άγαμος ή έγγαμος κληρικός με την οικογένειά του, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά παρεκκλήσια, που ανεγείρονταν είτε δίπλα σε οικίες ευγενών οικογενειών είτε στους αγρούς.

Ο ναός ακόμη και σήμερα φαίνεται πως αποτελούσε την κεντρικότερη εκκλησία του Μπανάτου, μαζί με αυτόν της Παναγίας της Φανερωμένης. Μετά τους σεισμούς του 1953 ανοικοδομήθηκε μεγαλύτερος εκ θεμελίων. Η νότια κύρια είσοδος του ναού διαμορφώνεται με μνημειώδες αξονικά τοποθετημένο θύρωμα και με τέσσερα συμμετρικά τοποθετημένα παράθυρα, ενώ οι άλλες πλευρές δε διαθέτουν κάποιο διακοσμητικό στοιχείο. Τα διακοσμητικά αρχιτεκτονικά στοιχεία της κύριας εισόδου και των θυρωμάτων εν πολλοίς αντιγράφουν αυτά του προσεισμικού ναού του Αγίου Λουκά της πόλης της Ζακύνθου, ο οποίος ανοικοδομήθηκε το 1822, συνδυάζοντας υφολογικά το νεοκλασικισμό με το ρομαντικό απόηχο του μπαρόκ. Παρά την έλλειψη λιθοδομής αποτελεί μια από τις καλύτερες προσπάθειες αποδόσεως μορφολογικών στοιχείων, που μιμούνται προσεισμικά πέτρινα ανάγλυφα.

Ο ναός φαίνεται από τις αρχειακές μαρτυρίες (4) ότι κατά τον 19ο αιώνα έπαθε αρκετές φορές ζημιές από σεισμούς και χρειάστηκε να επισκευαστεί ή ξαναφτιαχτεί. Από το 1828 και για δύο τουλάχιστον χρόνια, σύμφωνα με μαρτυρία του ιερέως Ιωάννη Καποδίστρια, ο ναός επισκευαζόταν και η εικόνα της Παναγίας είχε μεταφερθεί στο ναό της Βλαχέραινας και μετά στη Φανερωμένη. Το 1846 δίνεται άδεια στους Επιτρόπους να πουλήσουν το ματεριάλε (5) της μικρής εκκλησίας όπου ανήκει στον Γεώργιο Μερκάτη και αυτός την χάρισε στο ναό της Παναγούλας, για να κτιστεί ή διορθωθεί εκκλησία ή το κελί εφημερίου.

Σε αίτηση επικύρωσης του χρηματικού εξόδου προς το Επαρχιακό Συμβούλιο Ζακύνθου με χρονολογία 16 Ιουλίου 1862, αναφέρεται ότι σε έγγραφο του 1858 οι κάτοικοι υποχρεωθήκαν χάρην ευλαβείας να καταβάλλουν ο καθένας ό,τι χρειάζεται ούτως ώστε να ανοικοδομηθεί ο ναός. Το κτίσμα, όπως αναφέρει η επιστολή, προσεγγίζει εις την τελειοποίησίν του, μένει μόνον να κατασκευασθεί τo υπερώον (6) και το ταμούζο (7). Για τον λόγο αυτόν κάλεσαν ξυλουργό ο οποίος εκτίμησε το έργο 500 τάλληρα δίστηλα.

Η Αποκαθήλωση. Θωράκιο του Τέμπλου στην Παναγούλα.
Το επιχρυσωμένο (περασμένο μετασεισμικά με μπρουτζίνα) ξυλόγλυπτο τέμπλο, είχε ήδη κατασκευάσει ο αρχιτέκτονας και ινταγιαδόρος - ξυλογλύπτης Διονύσιος Τορτορέλης με τη συνεργασία του Παναγιώτη Μιχαλάκη και Διονυσίου Τρίχα, το 1860 σε σχέδιο του Ιωάννη Π. Καταιβάτη (8), αντί του ποσού των 610 τάλληρων διστήλων.

Οι εικόνες όλες του τέμπλου καθώς και τα βημόθυρα έχουν αποδοθεί στο χρωστήρα του Παναγιώτη Νίκα Πλέσσα (1799-1867) (9). Η τρίτη ζώνη, η επίστεψη του εικονοστασίου πρόκειται για μετασεισμική προσθήκη. Το επίσης ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο αρτοφόριο είναι δημιούργημα του Σπυρίδωνα Ι. Τορτορέλη (10) (1844-1908), ενώ ο δεσποτικός θρόνος, σύμφωνα με χαραγμένη επιγραφή, κατασκευή του Ζακυνθινού Αναστασίου Δ. Βλάχου το 1911.

Η εκφραστικότατη ελαιογραφία του Εσταυρωμένου, αναφέρεται ως έργο του ιερέως Νικολάου Καντούνη (11).

Ίδε ο Άνθρωπος. Ελαιογραφία Κ. Φραγκόπουλου στην Παναγούλα.
Το 1925 ο Κωνσταντίνος Ν. Φραγκόπουλος, πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη, όπως ο ίδιος αναφέρει στις υπογραφές του, δόκιμος ζωγράφος, ακόλουθος της ζωγραφικής παράδοσης του νησιού, όπως αποτυπωνόταν την περίοδο εκείνη από τον Σπύρο Πελεκάση και τον υιό του Δημήτριο, ζωγράφισε για το ναό της Παναγούλας έντεκα ελαιογραφίες με θέματα από τον χριστολογικό κύκλο και σκηνές από το βίο της Αγίας Βαρβάρας, στολίζοντας εσωτερικά το βόρειο και νότιο τοίχο καθώς και το στηθαίο του γυναικωνίτη.

Στο ναό υπάρχουν επίσης έντεκα αγιογραφίες του Χρήστου Ρουσέα, έξι στα καμπυλωμένα άκρα της ουρανίας, τρεις στην πρόσοψη του γυναικωνίτη και δύο φυλάσσονται επίσης στο γυναικωνίτη. Απεικονίζουν τον Ιησού καθήμενον και ευλογούντα, τη μετάσταση της Θεοτόκου, την Αγία Τριάδα, Προφήτες και Ευαγγελιστές. Πιθανόν, ήταν τοποθετημένες στην προσεισμική ουρανία της εκκλησίας.

Στη βάση της ζωγραφισμένης καθέδρας - προσκυνηταρίου της σύγχρονης εικόνας της Αγίας Βαρβάρας, στην οποία απεικονίζονται τα Εισόδια της Θεοτόκου και μάλλον προέρχεται από το ναό της Φανερωμένης, βρίσκεται η επιγραφή 1805 Διά χειρός παϊσίου ιερομονάχου του βούτου. Τελευταία στην αναφορά μου στα ζωγραφικά έργα της Παναγούλας, άφησα τις δύο εικόνες που θεωρώ ότι είναι και οι πιο σημαντικές σωζόμενες καλλιτεχνικές δημιουργίες στο Μπανάτο.

Η λιτανευόμενη περίπυστη Εικόνα της Παναγούλας.
Η πρώτη είναι η λιτανευομένη εικόνα της Παναγίας βρεφοκρατούσας στον τύπο της Οδηγήτριας, καλυμμένη με ασημένιο πάμφυλλο και τοποθετημένη σε ξυλόγλυπτη επιχρυσωμένη καθέδρα του 19ου αι.  Παρόλο που η εικόνα δεν έχει συντηρηθεί ούτος ώστε να μας αποκαλύψει τα μυστικά της, κάτω από την αργυρή επένδυση, που θα πρέπει να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 18ου αι., στην πίσω ζωγραφισμένη με φυτική διακόσμηση και σταυρό όψη, πάνω στο τρέσο υπάρχει η επιγραφή 1742. ΧΕΙΡ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΕΡΓΗ. Εξετάζοντας υφολογικά και χρωματικά, παρά το ότι επαναλαμβάνω η εικόνα είναι ασυντήρητη, τα ακάλυπτα ζωγραφικά μέρη και την υπογραφή, θεωρώ ότι θα πρέπει να αποδοθεί στον πιο σημαντικό αγιογράφο του α΄ μισού του 18ου αιώνα ως γνήσιο δημιούργημά του. Αυτό βέβαια θα το αποδείξει η περαιτέρω επιστημονική έρευνα και συντήρηση του έργου.

Η Εικόνα της Ελεούσας πριν τη συντήρηση.
Η δεύτερη εικόνα, καλυμμένη κι αυτή με παλαιό ασημένιο πάμφυλλο, είναι και η αρχαιότερη του Μπανάτου. Βρισκόταν φυλαγμένη από τον εφημέριο και κατά την καταγραφή επισημάνθηκε η παλαιότητα και σημαντικότητά της. Αμέσως, συντηρήθηκε στο εργαστήριο της Μητροπόλεως Ζακύνθου από τους αδελφούς Θεοδόση. Καθαρίσθηκε από το βερνίκι και το μαύρο παχύ στρώμα σκόνης που την κάλυπτε, καθώς και τα ξυλοφάγα έντομα που είχαν επιφέρει αρκετές απώλειες στο ξύλο, έγιναν οι απαραίτητες στερεώσεις, για να αποκαλυφθεί η μορφή της Παναγίας στον τύπο της Οδηγήτριας με την επονομασία ΕΛΕΟΥCΑ.

Η ανωτέρω Εικόνα μετά τη συντήρηση.
Κρατεί με το αριστερό χέρι το παιδί Ιησού, γέρνοντας ελαφριά προς το μέρος του, βυθίζοντας το βλέμμα της πέρα από τον προσκυνητή, ενώ φέρει το δεξιό χέρι μπροστά στο στήθος της δείχνοντας προς το μέρος του Ιησού. Ο Χριστός κάθεται με όρθιο κορμό, στρέφει το πρόσωπο προς τη μητέρα του και ευλογεί με το δεξί χέρι ενώ με το αριστερό κρατεί κλειστό ειλητάριο ακουμπισμένο στο γόνατό του. Ο βαθυκύανος πλουμισμένος με αστέρια χιτώνας που φορεί, ίδιο χρώμα με τον χιτώνα και τον κεφαλόδεσμο της Παναγίας, η τοποθέτηση της παράστασης μπροστά από χρωματικές λωρίδες καφέ χρώματος, αποχρώσεων του γαλάζιου και του άσπρου για να δηλωθεί το φυσικό τοπίο, το σχέδιο του στικτού φωτοστέφανου και των δύο μορφών, φανερώνουν επιδράσεις της ιταλικής τέχνης σε εικόνα που ακολουθεί κρητικά πρότυπα. Χρονολογικά θα μπορούσε να τοποθετηθεί με επιφύλαξη, διότι χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, καθώς σε υπέρυθρες λήψεις υπάρχουν ενδείξεις για επί μέρους επιζωγραφήσεις στα πρόσωπα, στην περίοδο των πρώτων αναφορών για το ναό, δηλαδή τον 16ο αιώνα.

Στα ελάχιστα αργυρόγλυπτα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον θα πρέπει να επισημάνουμε δύο άγια Ποτήρια, μια ασημένια με μερική επιχρύσωση λαβίδα, το παλαιό θυμιατό, οι επενδύσεις του τυπωμένου στη Βενετία το έτος 1768 Ευαγγελίου, τα αργυρά πάμφυλλα των δύο λιτανευτικών εικόνων της Παναγίας, καθώς και τα τέσσερα καντήλια του τέμπλου, χρονολογούμενα όλα τον 18ο αιώνα. Σε δύο καντήλια από αυτά υπάρχει η χρονολογία 1751 και η επιγραφή ΤΙC ΠΑΝΑΓΟΥΛΑC ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΤΟ.

Αξιοσημείωτα είναι και τα τέσσερα αντιμήνσια που φυλάσσονται στο ναό. Δύο από αυτά είναι ζωγραφισμένα σε λινό ύφασμα με απεικονίσεις του νεκρού σώματος του Χριστού στον τάφο και τους Ευαγγελιστές στις τέσσερις γωνίες, χρονολογούμενα το πρώτο το έτος 1808 και το δεύτερο χωρίς χρονολογία, επί αρχιερατείας του Μητροπολίτη Κεφαλληνίας - Ζακύνθου Ιωαννίκιου Αννίνου (1783-1817).

Τα δύο άλλα είναι τυπωμένες σε ύφασμα χαλκογραφίες με απεικονίσεις του επιτάφιου θρήνου και τη ζωή του Χριστού. Η παλαιότερη έχει χαραχθεί από τον ιερομόναχο Ιγνάτιο στις Καρυές του Αγίου Όρους το έτος 1842 και καθιερωθεί επί Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου Κοκκίνη το 1846. Υφολογικά ανήκει στα αγιορείτικα εργαστήρια χαρακτικής, με απλοϊκή τεχνοτροπία, λιτή και λίγο άκαμπτη. Του ίδιου χαράκτη στη Ζάκυνθο εντοπίζονται και άλλα αντιμήνσια. Το νεώτερο έχει χαρακτεί από τον ιεροδιάκονο Γεώργιο Στεφανόπουλο στις αρχές του 20ού αιώνα, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου (διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος τα έτη 1902-1917 και 1920-1922).

Τα τελευταία χρόνια στο ναό της Παναγούλας, χάρη στις προσπάθειες του εφημερίου π. Παναγιώτη Καποδίστρια, των κατά καιρούς εκκλησιαστικών Συμβουλίων και βεβαίως την αρωγή των ενοριτών και απανταχού Μπανατιωτών, καταβάλλεται προσπάθεια να ολοκληρωθεί ο εσωτερικός καλλιτεχνικός διάκοσμος του κυρίως ναού. Ο βόρειος και νότιος τοίχος, αφού καλύφθηκαν με ξύλινες σανίδες στις οποίες προσαρτήθηκε ξυλόγλυπτος διάκοσμος, έργο των αδελφών Διονυσίου και Γεωργίου Τσουκαλά, συναφής υφολογικά με την περίοδο κατασκευής του τέμπλου και του γυναικωνίτη, στολίστηκαν παράλληλα με τις ελαιογραφίες του Φραγκόπουλου και με σύγχρονες του Νικολάου Μπιάζη. Ο κυρίως ναός συμπληρώθηκε εικονογραφικά από τον Διονύσιο Πάλμα, ενώ την περίοδο αυτήν ολοκληρώνεται η ζωγραφική και η επί μέρους επιχρύσωση της ξύλινης διακόσμησης της βορεινής πλευράς από τον ίδιο ζωγράφο.

Ο ναός της Φανερωμένης.
Για τον δεύτερο ενοριακό ναό του Μπανάτου, αυτόν της Παναγίας της Φανερωμένης, δεν υπάρχουν πολλές αρχειακές μαρτυρίες. Το 1706 αναφέρεται ότι οι νέοι Επίτροποι δεν παρέλαβαν κανένα βιβλίο του ναού, με αποτέλεσμα να γράψουν οι ίδιοι κάποια περιουσιακά στοιχεία (12). Φαίνεται πως το κτίριο, είτε με τους σεισμούς του 1893 είτε του 1912, υπέστη μεγάλη ζημιά και ανοικοδομήθηκε ή τουλάχιστον εσωτερικά στολίστηκε εξ αρχής με ξυλόγλυπτο και ζωγραφικό διάκοσμο. Μετά τους σεισμούς του 1953 επισκευάστηκε η τοιχοποιία του ναού και αντικαταστάθηκε το παλαιό καμπαναριό, που ήταν απλό και όχι πυργοειδές όπως σήμερα.

Το τέμπλο, τα ξύλινα σκαλίσματα των τοίχων του κυρίως ναού και του γυναικωνίτη θα πρέπει να τοποθετηθούν στις αρχές του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία η εργασία του γυναικωνίτη πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1925 και 1935 από τον Μαχαιραδιώτη μάστορα Αντώνιο Βόσσο ή Ντόμη και τον Μπανατιώτη μαθητή του Τάση Καποδίστρια ή Καρκάνια (13). Έργα του Ντόμη είναι ακόμη ο επιτάφιος και το τέμπλο (14), το οποίο χρυσώθηκε σύμφωνα με επιγραφή από τον Σπυρίδωνα και τον υιό του Αντώνιο Πανταζή. Ο τελευταίος επίσης, επιχρύσωσε και το ξυλόγλυπτο αρτοφόριο της Αγίας Τράπεζας το 1931.

Το Τέμπλο της Φανερωμένης.
Με την κατασκευή του υπάρχοντος τέμπλου, που αντικατέστησε παλαιότερο του 18ου αιώνα, αν κρίνουμε από την τεχνοτροπία των βημοθύρων που διασώζονται με παραστάσεις δεομένων αγγέλων, θεωρήθηκε ότι οι παλαιές εικόνες θα έπρεπε να καλυφθούν με ζωγραφισμένους μουσαμάδες, οι απεικονίσεις των οποίων θα ταίριαζαν υφολογικά με το νέο εικονοστάσιο και το καλλιτεχνικό αισθητήριο της εποχής. Οι δεσποτικές εικόνες του Προδρόμου και του Χριστού καθώς και τα δύο βημόθυρα καλύφθηκαν (15) από ελαιογραφίες του Δημητρίου Ροπακά.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ελαιογραφία του Δ. Ροπακά στη Φανερωμένη.
Έργα του άγνωστου αυτού ζωγράφου έχω συναντήσει μόνον στην εκκλησία της Φανερωμένης στο Μπανάτο και σύμφωνα με μαρτυρία του εφημερίου υπάρχουν άλλα δύο στον Άγιο Νικόλαο των Καρκαναίων. Συγκεκριμένα, ο Χριστός Μέγας Αρχιερέας, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, οι Άγιοι Βασίλειος, Χρυσόστομος και Γρηγόριος είναι δημιουργίες του Δ. Ροπακά, φτιαγμένες στη Ζάκυνθο το 1924, σύμφωνα με επιγραφές πάνω στα έργα και φυλάσσονται μετά την αφαίρεσή τους από τις αντίστοιχες παλαιές εικόνες στο γυναικωνίτη. Στον ίδιο καλλιτέχνη θα πρέπει να αποδοθούν η δεσποτική εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου και οι ελαιογραφίες των τεσσάρων θωρακίων του τέμπλου με τις μορφές του Προφήτη Συμεών και των Ιεραρχών Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου.

Ο Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος ζωγράφισε για το ναό δώδεκα έργα. Συμπλήρωσε εικονογραφικά τη δεύτερη ζώνη του εικονοστασίου με τις απεικονίσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών, του Ιησού και των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και σε φορητές εικόνες απεικόνισε τον Άγιο Χαράλαμπο με χρονολογία 1925, την Αγία Τριάδα, την Υπαπαντή, την Πεντηκοστή και καλλιτέχνησε ένα υφασμάτινο λάβαρο με την Παναγία Πλατυτέρα στη μια όψη και τα Εισόδια της Θεοτόκου με χρονολογία 1926 στην άλλη.

Αυτός όμως που κυριολεκτικά στόλισε την εκκλησία ζωγραφικά είναι ο Χρήστος Ρουσέας. Φιλοτέχνησε είκοσι επτά πίνακες (16), οι οποίοι τοποθετήθηκαν ο ένας στην πρόθεση και οι υπόλοιποι στον κυρίως ναό, σφραγίζοντας με το ύφος και τις χρωματικές του συνθέσεις τη ζωγραφική φυσιογνωμία του ναού. Αν και αχρονολόγητες θα πρέπει να τις εντάξουμε στην περίοδο που αναφερόμαστε τη δεκαετία δηλαδή 1925-1935.

Απαντάται ακόμη μια ελαιογραφική σύνθεση της μετάστασης της Θεοτόκου με την επιγραφή Δ. Σ. Πελεκάση (1)919 στην πίσω πλευρά της καθέδρας της Παναγίας. Ο Παναγιώτης Νίκας Πλαίσας συμφώνησε τον Ιανουάριο του 1931 με τον εφημέριο Χαράλαμπο Κοντονή και τους Επιτρόπους να αγιογραφήσει τέσσερις εικόνες προσκυνηταρίου αντί του ποσού των 3.000 δραχμών. Πρόκειται για τις μικρές εικόνες μπροστά από τις δεσποτικές του τέμπλου. Ακόμη τον Φεβρουάριο του 1933 συμφώνησε την αγιογράφηση του Αμνού, του ξύλινου ομοιώματος δηλαδή του τεθνεώτος Ιησού που τοποθετείται στον επιτάφιο, αντί του ποσού των 400 δραχμών (17).


Η εφέστια εικόνα της Φανερωμένης.
Από τις παλαιότερες εικόνες του ναού, μαζί με τις ήδη αναφερθείσες του τέμπλου, είναι και η εικόνα της ΚΥΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ, όπως αναφέρει η επιγραφή στην αργυρή επένδυση. Πρόκειται για απεικόνιση της Παναγίας καθισμένης σε θρόνο, βαστώντας με τα δυο χέρια της τον Χριστό, ο οποίος κρατεί κλειστό ειλητάριο και ευλογεί με το δεξί του χέρι, περιστοιχισμένη εκατέρωθεν από δύο σεβίζοντες αγγέλους.

Το ασημένιο πάμφυλλο έχει τις επιγραφές, 1806 ΕΠΙΤΡΟΠΙ ΦΗΛΙΠΟΣ ΤΟΥΡΚΑΚΙC ΠΑΒΛΟΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟS ΤΖΙΟΡΤΖΙC ΔΡΟΝΓΓΙΤΙC ΧΡΗCΟΧΟΟS ΓΕΩΡΓΙΟS ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟS ΠΟΤΕ ΙΩΑΝΟΥ ΕΚ ΠΕΛΟΠΟΝΙCOY. Στα λιγοστά αργυρά του ναού οφείλουμε να αναφέρουμε και το παλαιό θυμιατό, που χρονολογείται στο γύρισμα του 17ου προς τον 18ο αι. και τον δίσκο με την απεικόνιση της Οδηγήτριας στον ομφαλό του, ο οποίος παραγγέλθηκε στον Παντελή Τζίρο το 1862 αντί του ποσού των 78 τάλληρων δίστηλων (18). Ο δίσκος έχει χαραγμένη τη χρονολογία 1863.

Συλλογή τεσσάρων αντιμήνσιων έχουμε και στο ναό της Φανερωμένης. Το ένα είναι ζωγραφισμένο με παραστάσεις της αποκαθήλωσης και των τεσσάρων Ευαγγελιστών, καθιερωμένο επί αρχιερατείας Διονυσίου Λάττα το 1835. Τα άλλα τρία είναι χαλκογραφίες τυπωμένες σε ύφασμα. Δύο είναι όμοια ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΩΑΣΤ ΧΕΙΡ ΔΑΝΙΗΛ ΕΙΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, καθιερωμένο το ένα από αυτά το 1867 επί Μητροπολίτου Νικολάου Κοκκίνη και το τέταρτο καθιερώθηκε επί Διονυσίου Πλαίσα το 1911.

Ο ναός της Παναγίας της Φανερωμένης διαπιστώνει κανείς πως αποτελεί ένα αδιασάλευτο και ολοκληρωμένο δείγμα εσωτερικής καλλιτεχνικής διακόσμησης ναού της ζακυνθινής υπαίθρου των αρχών του 20ού αιώνα, πλημμυρισμένος από απαλές ζωγραφικές αποχρώσεις, βγαλμένες από τον χρωστήρα του Χρήστου Ρουσέα. Μόνη νεώτερη προσθήκη αποτελούν οι πρόσφατες τοιχογραφίες του ιερού Βήματος, έργα του Νικολάου Μπιάζη.

Για να καταστεί ακόμη πιο σαφής η αγάπη των κατοίκων του Μπανάτου προς τις ιερές στέγες και τα λατρευτικά τους εικονίσματα, σε όποιες εκκλησίες κι αν αυτά βρίσκονται, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα εγγράφου από το Αρχειοφυλάκιο της Ζακύνθου (19), με χειρόγραφη αναφορά του ιερέα Ιωάννη Καποδίστρια και χρονολογία 28 Ιουνίου 1830, επιδί τον ιούνιον ευρέθι να φαμπρικαριστί ο θίος ναός τις υπεραγίας θεοτόκου ονόματι παναγούλα εις το άνοθεν χορίον ι επίτροπι του ιδίου ναού νικόλαος ροδίτις Γιάννις σαρκάδις εκουβάλισαν τιν αγίαν αυτού ικόνα εις τον ναόν τις βλαχέρενας που απαρθενέβι τις κλιρονομίας του ποτέ κιρίου ευγενίν κόμιτος Λορέντζου Μαρκάτι…τιν ιμέραν τον χριστουγένον εκουβάλισαν τιν αγίαν ικόνα ι αυτί επίτροπι εις τον ναόν τις ριθίσας υπεραγίας φανερωμένης όθεν έος τιν σίμερον ευρίσκετε χορίς κανένα βάρος τον αυτόν επιτρόπον διά τιν θείαν τις γιατρίαν… .


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στο σημερινό Αρχειοφυλάκιο της Ζακύνθου σώζεται φάκελος με χειρόγραφα που αφορούν τους ναούς της Παναγούλας και της Φανερωμένης στον φάκελο 7β2, υποφ. 8 και 9.
2. Βλ. Διονύσιος Λυκογιάννης, «Χριστιανικές επιγραφές των ιερών ναών της πόλης της Ζακύνθου», στον τιμητικό τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 563-564.
3. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σ. 115.
4. Βλ. στο Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου, φακ.7β2, υποφ. 8.
5. Μάλλον εννοείται το οικοδομικό υλικό. Ο ναός φαίνεται πως γκρεμίστηκε, διότι αλλού αναφέρεται ότι οι Επίτροποι έχτισαν το 1845 μια κολόνα – προσκυνητάρι στη θέση της εκκλησίας.
6. Γυναικωνίτης.
7. Ξυλόγλυπτο ταβάνι ή ουρανία.
8. Βλ. στο Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου, ό.π.
9. Γιάννης Ρηγόπουλος, Φλαμανδικές επιδράσεις στη μεταβυζαντινή ζωγραφική, τ. Α΄, Αθήνα 1998, σ. 119.
10. Ντίνος Κονόμος, ό.π.
11. Ντίνος Κονόμος, ό.π.
12. Βλ. στο Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου, φακ.7β2, υποφ. 9.
13. π. Παναγιώτης Καποδίστριας, Σημειώματα εκκλησιαστικής ιστορίας από το Μπανάτο Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2003, σ. 26.
14. π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ό.π.
15. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφημερίου.
16. Πρβλ. π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ό.π., σ.σ. 19-26.
17. Οι δύο αυτές μαρτυρίες προέρχονται από αδημοσίευτο χειρόγραφο παραγγελιών έργων του αγιογράφου, ευρισκόμενο σήμερα στην κατοχή ιδιώτη.
18. Βλ. στο Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου, φακ. 7β2, υποφ. 8, …ως προς το σημαντικότερον της προαποκτήσεως του σκεύους έτυχον τούτου παρά τω αργυροχώυ Παντελή Τζιρώ ποτέ Ιωάννου υποσχόμενου να κατασκευάση αυτός τον δίσκον τούτον επί πληρωμή τάλλαρα δύστυλου ενός και ημίσεως ανά πάσαν ογγιάν βαρους…
19. Βλ. Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου, ό.π.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Μια γιορτή της Γκιόστρας ή φωτεινές πινελιές στην γκρίζα μας πραγματικότητα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Την Κυριακή 11 Ιουλίου η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, θέλοντας να ξεφύγει από τα νεοελληνικά δεδομένα της τελευταίας στιγμής και να επαναφέρει έναν ευρωπαϊκό αέρα, που κάποτε θέλουμε να πιστεύουμε πως υπήρχε στη νησί μας, οργάνωσε μια φιλική συγκέντρωση των μελών και των φίλων της, με κύριο σκοπό της την επαφή τους μαζί της και μαζί τους, αλλά και την προετοιμασίας της Γκιόστρας του 2011, που παρά τις υπάρχουσες αντίξοες συνθήκες και τις αλλαγές - δοκιμές που πρόκειται να γίνουν στην πολύαθλη και πολύπαθη τοπική αυτοδιοίκηση, θα γίνει, σε πείσμα του κακού που μας περιτριγυρίζει και για την μνήμη των παππούδων μας, οι οποίοι ακόμα και μετά τον φοβερό σεισμό και την πολύπλευρη καταστροφή του Αυγούστου του 1953 γιόρτασαν το Καρναβάλι τους στις μπαράκες των πρόχειρων συνοικισμών, όπου επιβίωναν.
Η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε αληθινά συγκινητική. Παρ’ ότι την βραδιά εκείνη συνέπεσε ο τελικός του Μουντιάλ, το πανηγύρι της Αγίας Μαύρας στο Μαχαιράδο και κάποιες άλλες εκδηλώσεις -Κυριακή του κατά Καβάφη «θείου» Ιουλίου ήταν- ο χώρος του Ε.Ο.Τ., όπου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση, κυριολεκτικά γέμισε και οι κάτοικοι του νησιού μας απέδειξαν πως αγαπούν την παράδοση και την ιστορία τους και πως ότι όταν γίνεται κάτι με μέθοδο και προγραμματισμό, θεμελιωμένο σε σωστές βάσεις και την επιστημονική έρευνα, το στηρίζουν και το αγκαλιάζουν με την αγάπη τους, αλλά και την ποικιλόμορφη συνδρομή τους.
Η κάποτε φωτεινή και χαρούμενη ακτή του Ε.Ο.Τ. ξέφυγε εκείνο το βράδυ από την καταδίκη της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, που όλοι την έχουμε καταδικάσει και όσοι την επισκέφτηκαν χάρηκαν την ομορφιά της θάλασσας, με την «γαλήνη» του Σολωμού, την θέα του βουνού συμβόλου, του Σκοπού, που παρά τις ανίερες παρεμβάσεις, οι οποίες τον πληγώνουν, εξακολουθεί να παραμένει φύλακας και βιγλάτορας του τόπου, κατάλαβαν πως η Ζάκυνθος, παρά την αδηφαγία μας και την αδιαφορία μας, μπορεί ακόμα να αντισταθεί και να υπάρχει «ωραία και μόνη», «μητρική μας γη» - για να μην ξεχνάμε και τους δύο άλλους κορυφαίους και πρωτόκλητους - και τέλος πως μπορεί με απλά πράγματα να περάσουμε όμορφα και να χαρούμε πραγματικά. Πάνω απ’ όλα, όμως, απέδειξαν με τον οβολό τους, πως πρέπει επιτέλους να αναλάβουμε εμείς την ποιότητα της ζωή μας, να την πάρουμε στα χέρια μας μαζί με την κυριότερη έκφρασή της, που είναι ο πολιτισμός και να μην περιμένουμε τίποτα από τους «μη έχοντες» κατέχοντες, του, δυστυχώς, ειδώλου μας στον καθρέφτη της αλήθειας, οι οποίοι, όπως έχει αποδειχτεί, ούτε μπορούν, ούτε θέλουν.
Η βραδιά εκείνη ήταν μια αληθινή και καθόλου στημένη γιορτή. Είχε την ταυτότητα της γνησιότητας και την ετικέτα του αυθόρμητου. Γι’ αυτό και άρεσε και οι περισσότεροι από τους παρευρισκόμενους ζήτησαν να επαναληφθεί, με την δική τους μάλιστα βοήθεια, η οποία είναι και η κυριότερη απόδειξη της επιτυχίας του τολμήματος. Να γιατί στην αρχή έκανα λόγο για ευρωπαϊκό πνεύμα και διαφυγή από την μιζέρια.
Η Γκιόστρα της Ζακύνθου, ήταν και είναι, απ’ ότι έχει και έμπρακτα και επιστημονικά αποδειχθεί, ένα κομμάτι της ιστορίας και της παράδοσης του νησιού μας και των κατοίκων του. Αυτός είναι και ο λόγος που η επαναφορά της αγκαλιάστηκε από την αρχή με ιδιαίτερη αγάπη απ’ όλους αυτούς που αγαπούν τον τόπο μας και πιστεύουν στην διάσωσή του και συγχρόνως έγινε και πηγή έμπνευσης και δημιουργίας στην σημερινή, ισοπεδωτική πραγματικότητα. Επιδεικνύοντας την ταυτότητά της και μόνο κατόρθωσε να μπει στην ζωή μας και να γίνει, με την αξία της και δίχως στήριξη από εφήμερους και περαστικούς, το κυριότερο γεγονός του Τζαντιώτικου Καρναβαλιού.
Για όλους αυτούς τους λόγους μπόρεσε να περάσει και στην νεότερη γενιά, το αύριο του τόπου μας και έτσι να εξασφαλιστεί η συνέχειά της και η διαβίωσή της.
Στις τριήμερες εκδηλώσεις, που έγιναν τον περασμένο Απρίλιο, με τον γενικό τίτλο «Η Γκιόστρα τ’ Άι-Γιωργιού», τα παιδιά μας ζωγράφισαν τους ιππικούς αγώνες του νησιού μας και νησιού τους και μας τους παρουσίασαν, με όλες τις μορφές και όλες τις εκφράσεις τους, από την στιγμή της γέννησής τους στον ιστορικό και μακρινό Αρίγκο, την κάθοδό τους στον Αιγιαλό και την Πλατεία Ρούγα έως και σήμερα.
Στις αρχές του Ιουνίου, όπως όλοι πρέπει να γνωρίζετε, ταξίδεψαν έως την γειτονική Ιταλία και πήραν μέρος στην παιδική Γκιόστρα της πόλης Sulmona, εκπροσωπώντας το νησί και την χώρα μας στην μεγάλη αυτή εκδήλωση και αποσπώντας όχι μόνο τα χειροκροτήματα του κοινού, αλλά και τις καλύτερες κριτικές από τον εκεί τοπικό τύπο.
Μα και στην βραδιά όπου αναφερόμαστε τα παιδιά πρωτοστάτησαν και αυτά ήταν μια αιτία για την επιτυχία της. Αυτόκλητα και αυθόρμητα ήρθαν από νωρίς στον τόπο της συγκέντρωσης και προσφέρθηκαν αφιλοκερδώς να βοηθήσουν και να δουλέψουν για κάτι, το οποίο ήδη το θεωρούν δικό τους και οικείο τους.
Έστρωσαν τραπέζια, μετάφεραν πράγματα, μοίρασαν διαφημιστικό υλικό και γενικότερα χάρηκαν την δημιουργία και την ευτυχία της συμμετοχής, όχι με τον σκοπό ενός μελλοντικού ταξιδιού, αλλά με την πληρότητα που δίνει η δημιουργία και η ουσιαστική προσφορά στον τόπο τους, τους συμπολίτες τους και τον εαυτό τους.
Όσοι παραβρέθηκαν εκείνο το βράδυ στην οικογενειακή αυτή συνάθροιση, όπου η φαμίλια φάνηκε παρήγορα πολυπληθής και ευοίωνα μεγάλη, κατάλαβαν πού βρίσκεται το μυστικό της επιτυχίας της ιππικής Γκιόστρας της Ζακύνθου. Είναι που η πανάρχαια αυτή συνήθεια, με την μεγάλη της πορεία στο χρόνο, η οποία δεν φαίνεται να έχει ακόμα τελειώσει, δεν είναι υπόθεση των λίγων, αλλά αφορά όλους τους Ζακυνθινούς και έχει γίνει και πάλι, όπως και παλιά, συνήθεια και καθημερινότητά τους.
Απ’ όλα αυτά καταλαβαίνουμε γιατί από ολόκληρο τον αριστουργηματικό «Ερωτόκριτο» του πολύ Βιτσέντζου Κορνάρου, μόνο το κομμάτι της Γκιόστρας του παρέμεινε στην θύμηση των Ζακυνθινών και μόνο αυτό ως και σήμερα επιβιώνει στον τόπο του «Χάση» του πρωτοπόρου Δημητρίου Γουζέλη και παίζεται σαν «Ομιλία», με ιδιαίτερη, μάλιστα, επιτυχία και ανταπόκριση από το σύγχρονο κοινό του νησιού μας, που μπορεί να βομβαρδίζεται καθημερινά από τα σκουπίδια της τηλεόρασης, αλλά, λόγω της παλιάς του παιδείας και του πολιτισμού, που έχει κληρονομήσει, δεν ξεχνά την καταγωγή του, αλλά και δεν γίνεται να νερώσει εντελώς το αίμα του.
Μια καλοκαιρινή, καθαρά ζακυνθινή νυχτιά ζήσαμε όλοι εμείς, που το ζεστό - με όλες τις σημασίες του επιθέτου - εκείνο βράδυ βρεθήκαμε στην πλαζ του Ε.Ο.Τ. και δεν θυμηθήκαμε μόνο τις όμορφες εφηβικές μας ώρες, που είχαμε περάσει σ’ αυτήν, όταν υπήρχε και δεν είχε ισοπεδωθεί από την επικίνδυνη νεοελληνική νοοτροπία και πραγματικότητα, που τα τελευταία χρόνια πέρασε και στον ιόνιο χώρο, αλλά κοιτάξαμε μπροστά και είδαμε ευοίωνο το μέλλον μας, μια και η Γκιόστρα δεν είναι αντιγραφή και μίμηση αυτού που αρέσει, αλλά, από ό,τι έχει αποδειχθεί, υπάρχει στο αίμα μας και συνεχίζει να μας συγκινεί, όπως ακριβώς και τους προγόνους μας, οι οποίοι ακόμα και από τα βουνά, με τα πόδια, κατέβαιναν στη Χώρα, για να την δουν και να την χαρούν.
Η βραδιά ζητήθηκε από πολλούς να επαναληφθεί και θα επαναληφθεί. Έτσι για να μπορέσουμε σε κάτι να ελπίζουμε. Για να βάζουμε φωτεινές πινελιές στην γκρίζα μας πραγματικότητα. Για να ξορκίζουμε το κακό και να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας.
Η Γκιόστρα του 2011 ετοιμάζεται. Είναι υπόθεση όλων μας.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Οι εξετάσεις των μαθητών και το κατούρημα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης



Το διδακτικό σχολικό έτος έφτασε στο τέλος του και το σχολείο προετοιμάζεται για τη διενέργεια των προαγωγικών και απολυτηρίων εξετάσεων. Η ανακοίνωση από τη διεύθυνση αναρτήθηκε στην πλαϊνή πλευρά του σιδερένιου γαλάζιου ντουλαπιού που βρίσκεται στη δεξιά μεριά της εισόδου στο γραφείο των μη καπνιζόντων καθηγητών. Είναι χειρόγραφη με κεφαλαία γράμματα κόκκινου χρώματος η οποία φωτοτυπήθηκε και τοιχοκολλήθηκε και σε άλλους πίνακες ανακοινώσεων του σχολείου, ώστε όλοι να λάβουν γνώση.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Την Τρίτη 15/5/19.. και ώρα 10.30, συνεδριάζει ο σύλλογος των διδασκόντων, προκειμένου να ασχοληθεί με τα εξής θέματα:
1. Χαρακτηρισμός φοίτησης μαθητών
2. Προετοιμασία εξετάσεων
Η παρουσία όλων είναι απαραίτητη
Από τη διεύθυνση

-Θα 'ρθετε αύριο το μεσημέρι να φάμε τα ψάρια που έπιασα με το παραγάδι; Μ’ ερωτά ένας φίλος που γνωρίζει την αδυναμία μου στα θαλασσινά.
-Σ’ ευχαριστώ, αλλά δε θα μπορέσω, γιατί συνεδριάζει ο σύλλογος των καθηγητών και δεν ξέρω τι ώρα θα ξοφλήσουμε. Να το κανονίσουμε άλλη μέρα, να το απολαύσουμε.
-Φαντάζομαι ότι θα συζητάτε σημαντικά πράγματα εκεί, όλοι μορφωμένοι!
-Εξαρτάται…. Το γεγονός ότι είμαστε πτυχιούχοι πανεπιστημίων και μάλιστα μερικοί και με μεταπτυχιακές σπουδές δε σημαίνει ότι είμαστε μορφωμένοι. Γνώσεις έχουμε λίγο πολύ ….. της επιστήμης μας.
Από το πρωί υπάρχει μεγάλη κινητικότητα από τους καθηγητές. Πρέπει όταν αρχίσει η συνεδρίαση να είναι όλα έτοιμα. Να έχει γίνει άθροισμα των απουσιών, να έχουν υπολογιστεί οι δικαιολογημένες και οι αδικαιολόγητες και να έχει κατατεθεί η βαθμολογία. Οι μαθητές είναι μερικές εκατοντάδες και οι καθηγητές μερικές ντουζίνες.
Η αίθουσα που συνήθως συνεδριάζει ο σύλλογος έχει ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες και γύρω- γύρω γραφεία και ντουλάπες με βιβλία κι έγγραφα του σχολείου. Οι καρέκλες δεν επαρκούν και γι αυτό κουβαλούν και άλλες από τις αίθουσες διδασκαλίας που τις τοποθετούν πολύ κοντά τη μία στην άλλη. Ο χώρος είναι μικρός γι αυτό ορισμένοι μένουν όρθιοι στην είσοδο, ενώ άλλοι περιφέρονται στο διάδρομο.
Η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική γιατί έχει αρχίσει η πρώιμη ζέστη του Μάη. Τα παράθυρα είναι κλειστά για να εξασφαλιστεί το απόρρητο των συνεδριάσεων. Ο συνωστισμός και οι οσμές της αναπνοής, της εφίδρωσης και των αρωμάτων ενεργοποιούν την αλλεργική ρινίτιδα ορισμένων που φτερνίζονται και αναζητούν τα χαρτομάντιλά τους. Ευτυχώς τηρείται απαρέγκλιτα η απαγόρευση του καπνίσματος.
-Θέλετε να συνεδριάσουμε στη διπλανή αίθουσα των φυσικών επιστημών; ερωτά το σύλλογο ο διευθυντής, όταν προσερχόμενος στη θέση του δυσκολεύεται να την προσεγγίσει.
-Ο στρατηγός δε ρωτά τους στρατιώτες, διατάσσει! Παρεμβαίνει ο καθηγητής κ. Νομικός που κάπως έτσι αντιλαμβάνεται τη σχέση της διεύθυνσης με τους συναδέλφους διδάσκοντες καθηγητές.
Η αμηχανία κι ο εκνευρισμός από αυτό το άκουσμα των λόγων ενός συναδέλφου που έχει φιλοδοξίες για ηγετικές θέσεις είναι έκδηλη στα πρόσωπα των καθηγητών. Ο διευθυντής δεν απαντά, είναι ήπιων τόνων και σπανίως εκφράζει την άποψή του, γιατί πιστεύει στη δημοκρατική λειτουργία του συλλόγου. Εκθέτει τα προς συζήτηση θέματα και αναμένει τη ζύμωση που θα ακολουθήσει από τις τοποθετήσεις των μελών. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με ψηφοφορία.
-Πού να πηγαίνουμε τώρα, μουρμουρίζει βαρύθυμα η Θεολόγος.
Οι υπόλοιποι σιώπησαν…… στ' αυτιά τους αντηχούσαν ακόμα τα αυταρχικά λόγια του κ. Νομικού. Τελικά η συνεδρίαση συνεχίστηκε στον ίδιο χώρο με ανοιχτούς τους δύο ανεμιστήρες που κρέμονται από την οροφή.
Η πρακτικογράφος κάθισε σε περίοπτη θέση, έβγαλε το καπάκι από το στυλό της, άνοιξε τις κεραίες της, πανέτοιμη να καταγράψει τις τοποθετήσεις των συναδέλφων. Το μεγάλο τραπέζι και τα γραφεία είναι γεμάτα από τις καρτέλες των μαθητών και τα βιβλία απουσιών. Ορισμένοι υπεύθυνοι τμημάτων κάνουν τον τελικό έλεγχο γι αυτό και διευθυντής προτιμά να αρχίσει τη συζήτηση του δεύτερου θέματος.
-Συνάδελφοι, πρέπει να προσέξουμε το θέμα των εξετάσεων… Ένα σοβαρό πρόβλημα είναι οι επιτηρήσεις των μαθητών, ώστε να εξασφαλίζεται ηρεμία και να αποφεύγονται οι αντιγραφές.
-Συγγνώμη, διέκοψε μια νέα και άπειρη φιλόλογος, αν μας ζητήσουν να πάνε τουαλέτα τι θα κάνουμε;
-Αυτό είναι σοβαρό θέμα, απάντησε ο υποδιευθυντής. Ορισμένοι μαθητές εκμεταλλεύονται το γεγονός και πηγαίνουν δύο και τρεις φορές και υποψιάζομαι ότι χρησιμοποιούν τις σημειώσεις τους.
-Να πούμε στον επιστάτη να φροντίζει για χαρτί τουαλέτας, μπορεί να μολυνθούν τα παιδιά, παρενέβη καθηγήτρια των καλλιτεχνικών, που δεν παρακολουθούσε προσεκτικά τη συζήτηση και κατάγεται από φτωχή ορεινή περιοχή της Κεντρικής Ελλάδας.
-Να συνοδεύει κάποιος καθηγητής και να ελέγχει τις τουαλέτες, πρότεινε η υποδιευθύντρια του σχολείου.
-Σωστό, και αν δεν υπάρχει χαρτί να ειδοποιεί τον επιστάτη….
Τα διακριτικά γέλια έγιναν τρανταχτά κακαρίσματα και γιουχαϊσματα κι ένας αέρας ευθυμίας φύσηξε, από τον αυθορμητισμό και την αθωότητα της συναδέλφου.
-Να απαγορεύσουμε τελείως το κατούρημα, ο νόμος δεν το αναφέρει πουθενά, ακούστηκε από τη νευρική φωνή του κ. Νομικού, ο οποίος δε σήκωνε αστεία την ώρα της δουλειάς, και έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στην τήρηση των νόμων.
-Δεν έχουμε το δικαίωμα, είναι φυσική ανάγκη και δεν μπορούμε να το απαγορεύσουμε, αντέτεινε μεσήλικας μαθηματικός.
Εν τω μεταξύ ο κ. Νομικός ανοίγει την τσάντα βγάζει τους νόμους που αφορούν στις εξετάσεις και ψάχνει μανιωδώς να βρει κάτι που θα ισχυροποιεί την άποψή του.
-Τα παιδιά μπορούν να πηγαίνουν για κατούρημα, αν όμως θέλουν το χοντρό τους; Ρώτησε συνάδελφος που ήθελε να γελοιοποιήσει όλη τη συζήτηση.
-Τότε να το συζητήσουμε, απάντησε ένας άλλος.
Στη συνέχεια, η καθηγήτρια της Βιολογίας ζήτησε το λόγο από το διευθυντή για να περιγράψει με αναλυτικό τρόπο, όπως το συνηθίζει, το ουροποιητικό σύστημα. Πώς συγκεντρώνονται τα ούρα στην ουροδόχο κύστη, πώς όταν γεμίσει, πιέζει κι επηρεάζει το νευρικό σύστημα και δημιουργεί εκνευρισμό. Επεσήμανε μάλιστα ότι η πρωινή στύση των ανδρών προέρχεται από τη βραδινή συγκέντρωση ούρων προς απαγοήτευση βέβαια του ανδρικού πληθυσμού.
Ελαφρύς κνησμός στην περιγενετική χώρα υποχρέωσε ορισμένους να οδηγήσουν το δεξί τους χέρι κάτω από το γραφείο για πρόσκαιρη ανακούφιση Πηγαδάκια από καθηγητές συζητούσαν το θέμα ενώ ο κ. Νομικός πήγε στη γραμματεία κι έψαχνε άλλους φακέλους γιατί οι δικοί του ήταν ανεπαρκείς.
-Συνάδελφοι να προχωρήσει η συνεδρίαση, ύψωσε τη φωνή του ο διευθυντής.
-Ο παπάς όταν λειτουργεί ποτέ δεν πηγαίνει για κατούρημα και στα δικά μας χρόνια απαγορευόταν αυστηρώς. Το ίδιο πρέπει να εφαρμόσουμε κι εμείς, επέμενε ο κ. Νομικός αφού δε βρήκε τίποτε στα επίσημα έγγραφα που να εμποδίζει τη σωματική ανάγκη στη διάρκεια των εξετάσεων.
-Δεν υπάρχει απαγόρευση στους κληρικούς, πετάχτηκε ο θεολόγος, όταν θελήσουν συμβαίνει και αυτό.
-Εγώ θυμάμαι ότι είχα πάει μερικές φορές, απάντησε η πρακτικογράφος υψώνοντας το χέρι της.
-Κι εγώ το ίδιο και μάλιστα θυμάμαι ότι είχα και διάρροιες από το άγχος.
-Εγώ είχα αποκτήσει συχνουρία από την προετοιμασία.. Θυμάστε, τότε δίναμε εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο στο τέλος του καλοκαιριού, και πηγαίναμε στην Αθήνα για φροντιστήριο. Έμενα λοιπόν σε μια θεία μου, σε διαμέρισμα, και για να κάνω διάλειμμα πήγαινα στην τουαλέτα για κατούρημα. Απόκτησα το σύνδρομο της συχνουρίας για χρόνια…
Μόλις τελείωσε την αγόρευσή του ο φιλόλογος κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα αφού πρώτα μπήκε στη γραμματεία όπου βρίσκεται η κλειδοθήκη του σχολείου για να πάρει το κλειδί της τουαλέτας των ανδρών. Το κλειδί έλλειπε από τη θέση του και η κ. Ρούλα τον πληροφόρησε ότι προηγήθηκε ο κ. Στραβόχειλος. Η κ. Ρούλα υπέθεσε ότι ευθύνονται τα γλυκά που κέρασε το πρωί ένας γονιός. Από την εμπειρία της δεν μπορούσε να εξηγήσει, διαφορετικά, τη μεγάλη σημερινή προσέλευση ούτε και το σκοπό της. Άλλες φορές διέκρινε από την ταχύτητα και τον τρόπο του βαδίσματος, τους μορφασμούς, ή το χρόνο παραμονής ποια ανάγκη τους ικανοποιούσαν. Δεν ήταν βέβαια στα ενδιαφέροντά της, αλλά η θέση της κλειδοθήκης, ακριβώς απέναντι από το γραφείο της, την υποχρέωνε σε ακούσια καταγραφή.
Στη γραμματεία μπήκαν γι΄ άλλο λόγο και δύο μαθηματικοί εξοργισμένοι για το θέμα της συζήτησης κατά τη συνεδρίαση του συλλόγου, οι οποίοι καυτηρίαζαν την αυταρχική ιδεολογία και συμπεριφορά του κ Νομικού που θέλει πάντα να ενεργεί νομότυπα.
-Η αυστηρή τήρηση των νόμων οδηγεί σε αδικίες και δείχνει χαμηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης, διατύπωσε με ανάλογο χρωματισμό της φωνής του έτερος φιλόλογος καθώς έμπαινε κι αυτός στη γραμματεία ανάβοντας το τσιγάρο του. Στο σύλλογο είχαν αρχίσει να συζητούν το χαρακτηρισμό της φοίτησης κι εκεί ο κ. Νομικός μπορούσε να παίξει το ρόλο του βασιζόμενος σε συγκεκριμένη νομοθεσία.
Στις γυναικείες τουαλέτες υπήρχε ουρά και κατά την αναμονή συνεχιζόταν η συζήτηση για την πρόταση απαγόρευσης.
-Είναι απαράδεκτος, ούτε χούντα να είχαμε!
-Πρέπει να αντιδράσουμε, να μη μπει καν σε ψηφοφορία είναι γελοία πράγματα αυτά.
Εν τω μεταξύ καθηγητής της πληροφορικής συνδέθηκε με το διαδίκτυο, πληκτρολόγησε τη λέξη κατούρημα και αναζήτησε πληροφορίες. Στο δεύτερο δικτυακό τόπο πρόβαλε στην οθόνη μικρό βίντεο με δυο δεκαπεντάρηδες σε μια παραλία να κατουρούν και στη συνέχεια να μετρούν το βεληνεκές στη ζεστή και ξερή άμμο. Το μικρό βίντεο προβλήθηκε αρχικά στους πιο κοντινούς και στη συνέχεια υπό τα μειδιάματα των περισσοτέρων κατέληξε στον κ. Νομικό ο οποίος ως καθηγητής της φυσικής έσπευσε να υπολογίσει την απόσταση βολής των ούρων βασιζόμενος στην ταχύτητα και το χρόνο. Η διαπίστωση των μεγάλων δυνάμεων που κρύβουν μέσα τους οι έφηβοι μελαγχόλησε τον κ. Νομικό όταν αναλογίστηκε την τωρινή του βιολογική ώριμη αδυναμία, του έκοψε τα φτερά της έπαρσης και τον οδήγησε στην έξοδο και στην παρηγοριά του καπνού του.
Στη συνεδρίαση εισήλθε, εν τω μεταξύ, και ο συνάδελφος της πληροφορικής κ. Καπάρας,, ο οποίος βρισκόταν σε διπλανό γραφείο απασχολημένος με τους υπολογιστές και κρυφακούγοντας τα διαδραματιζόμενα στο σύλλογο. Σπανίως παρευρίσκεται σε ολόκληρη τη συνεδρίαση γιατί είναι νευρικός, εριστικός, δύσκολος στην επικοινωνία του με τους άλλους παρόλο που ισχυρίζεται ότι διάγει συνεχώς βελτιούμενος, γιατί είναι μόνιμος φοιτητής διεθνούς «Πανεπιστημίου» που έχει παράρτημα στο νησί εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ο κ. Καπάρας ομοϊδεάτης του κ. Νομικού, υποστήριξε ότι αυτός δεν επιτρέπει στους μαθητές την ώρα του μαθήματος, πόσο μάλλον την ώρα των εξετάσεων, να πηγαίνουν στην τουαλέτα. Επέμενε μάλιστα ότι οι μαθητές που αντιδρούν στη απαγόρευση θα πρέπει να αποβάλλονται από το μάθημα και να παίρνουν απουσία.
Ο διευθυντής αποφάσισε να δώσει τέλος στη συζήτηση, χωρίς να θέσει τις προτάσεις σε ψηφοφορία, αλλά επέστησε την προσοχή των επιτηρητών και εισήγαγε ένα νέο θεσμό, τους διαδρομιστές (-κατουρολόγους) καθηγητές που θα έχουν την εποπτεία των εξεταζομένων που πηγαίνουν τουαλέτα, ώστε να μην παραμένουν πολύ χρόνο και να μην έχουν μαζί τους σημειώσεις με την εξεταζόμενη ύλη.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Αναστασίου Νεράντζη, [ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 17η ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ]

(Ερεβάν της Αρμενίας, 29 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου 2010)

Αγιώτατε Καθολικέ-Πατριάρχα,
Σεβασμιώτατε,
Εξοχώτατε Πρόεδρε της Εθνοσυνελεύσεως της Δημοκρατίας της Αρμενίας,
Εκπρόσωποι κάθε αρχής και εξουσίας,
Φίλε Πρόεδρε της Συνελεύσεώς μας,
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Ως Γενικός Γραμματέας της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (Δ.Σ.Ο.), αισθάνομαι διπλή τιμή και χαρά που βρίσκομαι στην Αρμενία και μετέχω στην διεξαγωγή των εργασιών της Γενικής Συνελεύσεώς μας:
Πρώτον, γιατί η Αρμενία είναι από τα πρώτα έθνη, που ασπάσθηκαν τον
Χριστιανισμό και διετήρησαν άσβεστη την φλόγα του επί αιώνες και
Δεύτερον, γιατί, ως Έλληνας, τρέφω αδελφικά αισθήματα, έναντι των Αρμενίων, αφού και οι δυο λαοί έχουν μακρά ιστορική πορεία, ανέπτυξαν εξαιρετικό πολιτισμό και έχουν να επικαλεσθούν ηρωικούς αγώνες, μακρούς και αιματηρούς, για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση.
Αλλά και η προσωπική μου σχέση με την Αρμενία και τους Αρμένιους είναι τόσο μακρά, παλαιά, ισχυρή, εγκάρδια, και ειλικρινής, ώστε η πολυπληθής αρμενική κοινότητα της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά, με θεωρεί δικό της και με αποκαλεί «Νεραντζιάν».
Ζούμε σε μια εποχή, πολύχορδη και πολύτονη, κυριολεκτικά, υδραργυρική.
Η κρίση, δεινή και πολυεπίπεδη, ακουμπά όλο και περισσότερους ανθρώπους, παρασύρει στο περασμά της επιτεύγματα, αρχές, αξίες και πρότυπα, καταρρύπτει όλα τα φράγματα, που αναγέρθηκαν και απειλεί να μετατρέψει τον εύφορο αγρό της ανθρωπότητας σε μια απέραντη, τρικυμισμένη θάλασσα.
Μπροστά στην κατάσταση αυτή, δεν αρκεί, βέβαια, να διερωτηθούμε, με απόγνωση, όπως ο Προφήτης Ιερεμίας «πώς εάλω και εθηρεύθη το καύχημα πάσης της Γής;»
Πρέπει να αντισταθούμε. Να εκπτύξουμε το ανάστημά μας. Να επιστρατεύσουμε όση δύναμη μάς απομένει, όποιο κουράγιο απαιτούν οι συνθήκες. Να αγωνιστούμε.
Πρέπει, ανάμεσα στις πλάνες, που οριοθετούν η Αντικοινωνία, η Αντιοικονομία, ο Αντιπολιτισμός, να αναζητήσουμε, αλλά και να βρούμε τον απλανή αστέρα, που θα μας φωτίσει, θα μας θερμάνει, θα μας καθοδηγήσει.
Άλλοι λαοί αναζητούν τον αστέρα αυτό στις κοινές φυλετικές ρίζες (Σλάβοι, Αγγλοσάξονες κλπ.). Άλλοι, στο κοινό πολιτισμό και άλλοι στην κοινή γεωγραφική θέση (Βαλκάνια, Σκανδιναβία).
Εμείς, δηλαδή η Συνέλευσή μας, αναζητά το αντέρεισμα, το φράγμα ενάντια σ’αυτή την πλημμυρίδα, στην κοινή Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη.
Δεν διαθέτουμε μαγικές λύσεις. Διατηρούμε, όμως ενεργές αντιστάσεις.
Δεν έχουμε αυταπάτες. Το σκάφος γνωρίζουμε καλά, ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να βυθιστεί αύτανδρο. Δεν είμαστε όμως διατεθειμένοι να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια.
Θα παλέψουμε. Θα αγωνιστούμε. Θα ματώσουμε. Αλλά τουλάχιστον θα εξαντλήσουμε κάθε ελπίδα.
Καλούμε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς βουλευτές να στρατευθούν ενεργά σ’αυτό τον αγώνα.
Καλούμε όλα τα κράτη να συντρέξουν σ’αυτή την σωστική επέμβαση, που σημαίνει προσπάθεια, προς κοινή σωτηρία.
Υπενθυμίζουμε τέλος έναν συγκλονιστικό συμβολισμό:
Όπως, κατά την παράδοση, στην κορφή του Αραράτ (του επιβλητικού αυτού όρους, που σας ορίζει, σας σκέπει και σας χαρακτηρίζει) κατέληξε η κιβωτός του Νώε, με ό,τι ζωντανό είχε διατηρηθεί από εκείνη την καταστροφή, έτσι και σήμερα, από τον ίδιο αυτό ιστορικό και καθαγιασμένο χώρο, πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες, για μια νέα σωτηρία, με κιβωτό την ανακαινισμένη πίστη και την ενδυναμωμένη αλήθεια, με Νώε όλου εμάς.
Με αυτές τις σκέψεις και την ελπίδα, ότι, πρώτα ο Θεός, θα πετύχουμε, σας χαιρετίζω, ευχαριστώντας το αρμενικό κράτος, για την ευγενή φιλοξενία που μας παρέχει.

Κώστα Μυγδάλη: ΚΡΑΤΟΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

[Εισήγηση κατά την 17η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας, στο Ερεβάν της Αρμενίας, από 29 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου 2010]

Θα προσπαθήσω κατ’ αρχήν να δώσω κάποια στοιχεία, προσδιοριστικά των δύο εννοιών.
Το κράτος είναι ο πολυδαίδαλος μηχανισμός της κοινωνικής εξουσίας και αυτή βρίσκεται στα χέρια του πολιτικού κατεστημένου. Μέσω της πολιτικής λειτουργίας του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , συγκροτούμαστε σε πολιτικό σώμα και γινόμαστε πολίτες. Η πολιτική λειτουργία επί πλέον, διασφαλίζει ότι οι αντιθέσεις συμφερόντων, ανάμεσα σε τάξεις ομάδας και άτομα , θα υπόκεινται σε θεσμική ρύθμιση.
Στο δημοκρατικό πολίτευμα στο οποίο λειτουργεί η αρχή της πλειοψηφίας , ο πολιτικός εκπροσωπεί τον λαό και κατέχει την εξουσία, αποκλειστικά και μόνο για να υπηρετεί τα συμφέροντά του.
Τα κρατικά συμφέροντα θεωρούνται ότι ταυτίζονται με αυτά των υπηκόων τους.
Στην συνθήκη της Βεσφαλίας το 1648, τέθηκε το δόγμα των σχέσεων του εθνικού κράτους και της θρησκείας με την παραδοχή, «Cuius region, eius religiο» τουτέστιν « Όποιου η Βασιλεία, εκείνου και η θρησκεία».
Η έννοια του κράτους δεν είναι βέβαια μία από αυτές που έχουν την καταγωγή τους στην αρχαιότητα και είναι σχετικά νεώτερη από άλλες που έχουν σχέση με το φαινόμενο της πολιτικής συσσωμάτωσης των πολιτών. Το Κράτος, δεν είναι το πολίτευμα αλλά το πλαίσιο μέσα στο ποίο αυτό πρακτικά ασκείται.
Η έννοια του κράτους είναι συνυφασμένη μ’ εκείνην της δύναμης, της εξουσίας ,της κυριαρχίας, και επομένως της επιβολής , του πειθαναγκασμού και αυτής ακόμη της βίας.

Όσον αφορά την Εκκλησία για πρώτη φορά ο όρος εμφανίζεται στην Ιερουσαλήμ αμέσως μετά την ανάσταση του Κυρίου. Ενώ στην Καιν ή Διαθήκη απαντάται 114 φορές, πράγμα που φανερώνει την ιδιαίτερη σημασία για τα καινούργια δεδομένα της ανθρωπότητας μετά τον Χριστό.
Ο καθ. Νίκος Ζαχαρόπουλος σε ανάλογο κείμενό του εύστοχα επισημαίνει: « …ο απ. Παύλος στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων παρουσιάζεται να μιλάει ¨εν μέσω των αδελφών¨, πράγμα που σημαίνει πως αυτό που σχηματίστηκε τότε εκεί ήταν μια ¨αδελφότητα¨, μια οικογένεια πιστών που δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε άλλη ανομοιογενή συγκέντρωση ατόμων στον ίδιο χώρο , και φυσικά δεν μπορεί να έχει σχέση με οποιονδήποτε θεσμό. Το σύνολο αυτό των πιστών έχει μια ιδιάζουσα οργανική και λειτουργική ενότητα , έξω από σχήματα και ιεραρχική δομή. Γι αυτό και ο καθένας ανάλογα με το χάρισμά που παρουσιάζει λειτουργώντας στην κοινότητα αυτή, παίρνει ένα δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα, δάσκαλος, διάκονος, προφήτης, επίσκοπος κ. ά. Που δεν παρέχουν ιεραρχικά δικαιώματα, αλλά απαρτίζουν χαρακτηριστικά της μιας και μοναδικής διακονίας της αδελφότητας...».
Επί πλέον αξίζει να αναφέρουμε πως οι πολυγραφότατοι Πατέρες της Εκκλησίας , δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να ορίσουν την έννοια της Εκκλησίας, μια και η παρουσία της ήταν απλή και εμφανής στην ζωή των πιστών . Γι' αυτό άλλωστε ο Παύλος Ευδοκίμωφ επισημαίνει ότι η Εκκλησία έζησε επί δέκα πέντε αιώνες χωρίς ναι αισθανθεί την ανάγκη να ορίσει την φύση της. Με την διάρκεια όμως των αιώνων λόγω των ερίδων και των επεμβάσεων της κρατικής εξουσίας , της εκκοσμίκευσης στον χώρο της Εκκλησίας, τα πράγματα άλλαξαν και οι θεσμοί, οι τόσο όντως συνυφασμένοι με την ζωή των ανθρώπων, έκανα έντονα την εμφάνισή τους στον χώρο της Εκκλησίας. Έτσι τα πράγματα στένεψαν και ενώ η αναφορά της Εκκλησίας ήταν και είναι η αρχή της δημιουργίας του κόσμου, και περιλαμβάνει ορατό και αόρατο κόσμο και διαχέεται δυνάμει σε όλη την ανθρωπότητα και το σύμπαν, άρχισε να εμφανίζει εκπροσώπους, ηγουμένους, επισκόπους, εξουσιαστές, τοπικά όρια, δικαιοδοσίες, αυθεντικότητα στηριγμένη σε πρόσωπα και εποχές, χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της πνευματικότητας της, της παγκοσμιότητας και της οικουμενικότητάς της.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σύναξη γύρω από τον επίσκοπο. Όμως αυτός εκπροσωπεί τον ιδρυτή της εκκλησίας και όχι τον λαό , που συνάζεται γύρω του. Αυτή άλλωστε η ερμηνεία δίδεται για το ότι ο επίσκοπος δεν εκλέγεται από τον λαό αλλά από τους παλαιότερους επισκόπους.
«…Η Χριστιανική Εκκλησία υπήρχε πριν από τον Κωνσταντίνο και συνεχίζει να υπάρχει και μετά τον Λένιν…» (1) 
Αυτή η φράση του π. Ι.Μέγεντορφ, κατορθώνει να καταγράψει κατά τρόπο λυτό, απέριττο, τον σφυγμό της Εκκλησιαστής συνείδησης πάνω στο θέμα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας.
Προφανώς μια τέτοια φράση, και ιδιαίτερα το δίπολο που σχηματίζουν οι προθέσεις «πριν» και «μετά» δεν παραπέμπουν πουθενά αλλού παρά μόνο στους κόπους της εκκλησιάς να παραμείνει αληθινή, στα εύκολα και τα δύσκολα σε νηνεμίες και σε μπουρίνια πάντα όμως μέσα στο ταξίδι που ξεκίνησε από την γέννηση του Χριστού.
Ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η άποψη του Χρ. Γιανναρά ο οποίος αναφερόμενος στις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας, υποστηρίζει ότι το κράτος «…δέχεται την πίστη σαν ατομική πεποίθηση, που επικυρώνεται έμπρακτα από την ατομική ηθική συνέπεια… Η πίστη- εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική κοινωνία των σχέσεων, αλλοτριώνεται σε ιδεολογία με θεσμικές θωρακίσεις αυτοάμυνας…. Όσοι έχουν κοινές ¨πεποιθήσεις¨ αυτοϊκανοπούνται συλλογικά ως παράταξη και κάθε ιδεολογική παράταξη, αυτό-οριοθετείται πάντοτε σε αντίθεση προς παρατάξεις διαφορετικών ¨πεποιθήσεων ¨ και ¨ αρχών¨ ….Οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής που συγκροτούν το εκκλησιαστικό σώμα, υποκαθίστανται από την προτεραιότητα της τυπικής ορθότητας των ατομικών πεποιθήσεων και της πιστότητας στις κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς, που επιβάλλουν αυτές οι πεποιθήσεις..». (2)
Όμως, επισημάνει. «…η Εκκλησία έχει ¨Πατέρες¨ που ¨γενούν ¨και χειραγωγούν τον άνθρωπο, στον τρόπο της αθανασίας, ενώ η παράταξη έχει ¨ηγέτες¨ που δίνουν στο πλήθος ιδεολογική γραμμή και μπαίνουν μπροστάρηδες στις συγκρούσεις της παράταξης με άλλες παρατάξεις…». (3)
Η κυρίαρχη θεολογική άποψη γύρω από το ζήτημα της διπλής ταυτότητας του χριστιανού, εκφράζεται επιγραμματικά από το παρακάτω κείμενο γνωστού έλληνα θεολόγου:
«… Από θεολογική άποψη η απαίτηση μιας διπλής υπηκοότητας του πιστού είναι απόλυτα αιρετική και αξιοθρήνητη. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να διασπασθεί στο εσώτατο εγώ του, σε θρησκευτικό και κοινωνικό όν, όχι μόνο γιατί μια τέτοια στάση υποτιμάς τον κόσμο και τα καθημερινά προβλήματα της δημόσιας ζωής, αλλά κυρίως γιατί αφαιρεί από τον πιστό τον ζωτικό χώρο της ζωής και την πραγματική καταξίωση της χριστιανικής του υπάρξεως… Βέβαια η Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνη με το φρόνημά της, δεν υπέκυψε στον πειρασμό, όπως οι δυτικές Εκκλησίες, να υποδεικνύει καιρικές πολιτικές λύσεις και να κατευθύνει την πολιτική συνείδηση των πιστών σε μια ορισμένη κατεύθυνση.
Ούτε επίσης δέχθηκε να καθορίζει δογματικά σε κάθε περίσταση στους πιστούς το κοινωνικά και πολιτικά πρακτέο…. Η στάση του πιστού ειδικά απέναντι στην πολιτική πρέπει να είναι στάση νίψης και μαρτυρίας…».(4)

Το τελευταίο διάστημα ζούμε με πρωτοφανή βιαιότητα την επιστροφή του θρησκευτικού φαινομένου στις σύγχρονες κοινωνίες. Μία επιφανειακή προσέγγιση των γεγονότων θεωρεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι αυτή που εμπνέει και καθοδηγεί τη «σύγκρουση» των δύο πολιτισμών, χριστιανικού και ισλαμικού, αν και κανένας δεν αποδέχεται πια σοβαρά την θεωρία του Σάμουελ Χάντιγκτον. Η θρησκεία, ενώ φαινόταν ότι είχε απωθηθεί στο περιθώριο της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής, επανέρχεται με ενάργεια στο προσκήνιο. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι πια προφανής. Ζούμε την κορύφωση κάποιων γεγονότων που συνδέονται με την επανεμφάνιση του θρησκευτικού φαινομένου όπως διαπιστώνεται κατά την δεκαετία του ΄80, γεγονός που χαρακτηρίζεται από τη δημοσιογραφική γλώσσα ως επιστροφή του Θεού.
Αν θελήσουμε να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το πρόβλημα της αναζωπύρωσης της θρησκευτικής πίστης, τότε θα διαπιστώσουμε ότι αυτή συνδέεται με το φαινόμενο της εκ νέου εισβολής της θρησκευτικής σφαίρας στο χώρο του δημοσίου και πολιτικού βίου των σύγχρονων κοινωνιών. Η θρησκευτική πίστη ως προσωπική αναζήτηση και δημιουργία σχέσης με το Υπέρτατο Ον έχει συλλογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Παίρνει διάφορες μορφές, εντάσσεται σε κοινωνικούς κανόνες, επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες, ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες είτε ατομικές είτε συλλογικές Αν επομένως η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στην εποχή μας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε που οφείλεται, ποιες μορφές παίρνει η επανεμφάνιση του, ποιους σκοπούς εξυπηρετεί ή ποιες λειτουργίες επιτελεί η επαναδραστηριοποίηση του.
Στην μελέτη του «Η επινόηση του πολιτικού» ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη και σε μία δεύτερη εποχή νεωτερικότητας. Η πρώτη νεωτερικότητα έρχεται σε σύγκρουση με την παράδοση και επικεντρώνεται στο Έθνος-Κράτος που μετατρέπεται σε Κράτος-Πρόνοια μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί η πίστη στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. Θριαμβεύει η τεχνολογία και δημιουργεί αισιοδοξία στον άνθρωπο είτε μέσω της κατανάλωσης στον καπιταλιστικό κόσμο, είτε μέσω της σοσιαλιστικής ουτοπίας στον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Μετά το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ιδιαίτερα, ο τομέας της πολιτικής δείχνει πως έχει πια αποφασιστικά κερδίσει την αυτονομία του απέναντι στην θρησκεία. Το σύμπαν γίνεται αντιληπτό ως δομικά διαιρεμένο σε υλικό ή επίγειο από το ένα μέρος και σε πνευματικό ή ουράνιο από το άλλο μέρος. Η κοσμική σφαίρα διακρίνεται από την θρησκευτική και ταυτόχρονα παρατηρείται μια αυξανόμενη αυτονομία της κοσμικής σφαίρας. Στο τέλος της διαδρομής εμφανίζεται μια κοινωνία χωρίς την ανάγκη θρησκείας. Αυτό δε σημαίνει πάντα εξαφάνιση της θρησκείας αλλά περιορισμό της στον χώρο του ιδιωτικού. Η Εκκλησιά βλέπει τον ρόλο της να περιορίζεται στον ατομικό και οικογενειακό τομέα. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ο τομέας αυτός δεν πρόκειται πλέον να αποτελέσει έμπνευση για τις κοινωνικές δομές παρά με τρόπο έμμεσο, όπως αρμόζει σε ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Έτσι η θρησκευτική πίστη γίνεται ιδιωτική υπόθεση και καλύπτει εξατομικευμένες ανάγκες, όσο βέβαια τις καλύπτει. Και αυτό ακόμη το τελευταίο τίθεται υπό αμφισβήτηση καθώς εκείνο που χαρακτηρίζει την εποχή της νεωτερικότητας είναι η κυριαρχία του Λόγου.
Αυτό το φαινόμενο της διάκρισης της κοσμικής από την θρησκευτική σφαίρα ερμηνεύεται σύμφωνα με το πολυσυζητημένο όρο της εκκοσμίκευσης. Η εκκοσμίκευση αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατων συζητήσεων ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του ΄60. Οι κοινωνιολόγοι μιλούν για «απομάγευση του κόσμου» σύμφωνα με την γνωστή έκφραση του Max Weber και οι φιλόσοφοι για το «θάνατο του Θεού». Μια άποψη που αν και αρκετά απλοποιημένη επικρατούσε την εποχή εκείνη. Στο τέλος όμως του 20ού αιώνα, στις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 η θρησκευτική πίστη παύει να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση. Διεκδικεί πάλι ρόλο στα δημόσια πράγματα. Φαίνεται ότι καλύπτει αυξημένες πνευματικές ανάγκες σε προσωπικό επίπεδο, διαμορφώνει όμως και εθνικές ή πολιτικές ταυτότητες, παίζει πολιτικό ρόλο σε ακραίες περιπτώσεις. Με άλλα λόγια παίζει πάλι τον ρόλο συνεκτικού δεσμού της κοινωνίας σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι άσχετο με τις συνέπειες της νεωτερικότητας που ορίζεται από το τους κοινωνιολόγους ως μετανεωτερικότητα ή δεύτερη νεωτερικότητα ή «αντανακλαστική» ή ακόμη και ριζοσπαστικοποιημένη νεωτερικότητα.
Η μετανεωτερικότητα δεν εμφανίζεται ως συνέχεια της νεωτερικότητας, αλλά ως ρήξη με αυτήν, ως κάτι εντελώς καινούριο, μια νέα εποχή. Αν η νεωτερικότητα ταυτίζεται με την εμφάνιση και την κυριαρχία των εθνικών κρατών ή συγκεκριμένων ιδεών, αντίθετα η μετανεωτερικότητα συνδέεται με την κυριαρχία των γενικευμένων, υπερεθνικών και παγκοσμιοποιημένων δομών, μέσω της υπέρβασης του εθνικού κράτους. Έτσι η μετανεωτεριστικότητα γίνεται αντιληπτή ως μια εποχή κατά την οποία οι νεωτεριστικές κοινωνίες έρχονται αντιμέτωπες με τις αυτονομημένες, αθέλητες, αθέατες και δευτερογενείς συνέπειες του εκσυγχρονισμού και υποχρεώνονται έτσι να επανεξετάσουν σε βάθος τα θεμέλια, τα όρια και τις αντινομίες του ίδιου τους του μοντέλου.
Το κύριο όχημα μετάβασης από την πρώτη στην δεύτερη νεωτερικότητα ή μετανεωτερικότητα είναι, η συγκλίνουσα διαδικασία εξατομίκευσης και παγκοσμιοποίησης που αποδιαρθρώνει ατομικές και συλλογικές ταυτότητες και δημιουργεί διακινδύνευση και ανασφάλειες.
Η παγκοσμιοποίηση νοείται ως ένα οικονομικό κυρίως φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και την επικράτηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αποτελεί την κυρίαρχη τάση σήμερα και οδηγεί στην σταδιακή διεθνοποίηση των επικοινωνιακών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών. Η ενοποίηση του κόσμου με την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της οικονομίας δημιουργεί τον κίνδυνο πολιτιστικής ομοιογενοποίησης και ομοιομορφίας. Υπομονεύονται στοιχεία που υπήρξαν παραδοσιακοί συντελεστές διαμόρφωσης σταθερών ταυτοτήτων και κοινωνικών ομάδων στο παρελθόν. Στη μετανεωτερικότητα «σπάει» η συνοχή των ομάδων και όλοι μεταμορφώνονται σε ανένταχτα και ξεχωριστά άτομα. Δεν υπάρχουν σαφή σύνορα ή ασφαλείς και μοναδικές ταυτότητες. Η μετακίνηση πληθυσμών, κυρίως λόγω της οικονομικής μετανάστευσης, υποσκάπτει κάθε είδος κοινής ταυτότητας και συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η μετανεωτερικότητα κινδυνεύει να δημιουργήσει άτομα χωρίς ιστορικό παρελθόν και μια υποβαθμισμένη πολιτική ζωή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα μητροπολιτικά κέντρα του καπιταλισμού. Ο απόηχος όμως της παγκοσμιοποίησης βιώνεται από την περιφέρεια, ως κίνδυνος εκδυτικισμού και αφομοίωσης της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας από τον δυνατό τρόπο ζωής.
Επομένως η πορεία μετάβασης προς την παγκοσμιοποίηση και κατ΄επέκταση προς τη μετανεωτερικότητα δεν είναι ομαλή. «Η απειλή του κοινωνικού χάους» οδηγεί στην αναζήτηση μιας θρησκευτικής ταυτότητας, στην επανεύρεση κάποιων ηθικών και κοινωνικών αξιών μέσω της θρησκευτικής πίστης. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης καλύπτει την ανασφάλεια που δημιουργεί στον άνθρωπο η παγκοσμιοποίηση, την ανάγκη του να ανήκει κάπου, να έχει μια ταυτότητα. Η αναζήτηση και η διατήρηση αυτής της ταυτότητας είναι συχνά επώδυνη και συνδέεται με την βία. Η περίπτωση του φονταμενταλισμού ανταποκρίνεται σ’αυτή την ανάγκη των ατόμων να ανήκουν σε συμπαγείς κοινότητες με ενοποιημένη συνείδηση.

Προϋπόθεση για μια συζήτηση για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, είναι να συνυπάρξουν οι ακριβώς αντίθετες συνθήκες: Να τεθούν τα ζητήματα και να συζητηθούν με νηφαλιότητα σε ένα κλίμα γόνιμου διαλόγου, και να οδηγηθούν όπου είναι αναγκαίο με νομοθετικές παρεμβάσεις σε λύσεις, οι οποίες θα είναι οριστικές αλλά και αποδεκτές από την κοινωνία. Θεμελιώδης προϋπόθεση ενός τέτοιου διαλόγου θα είναι να συμφωνηθεί που συμπίπτουν και που διαφέρουν Πολιτεία και Εκκλησία. Ας σημειωθεί με πάσα ειλικρίνεια ότι:
Κοινό χαρακτηριστικό των δύο πόλων του ζεύγματος Εκκλησία και Κράτος είναι η τελικά η εξουσία και κοινό πεδίο διεκδίκησης ο δημόσιος χώρος Από τη στιγμή που ανετράπη η ενότητα εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας, η αποσύνδεση του κράτους από την εκκλησία σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων αλλά και στο επίπεδο της εφαρμογής τους στην πράξη δεν υπήρξε ούτε απλή, ούτε αναίμακτη. Οι λόγοι είναι αρκετοί.
Πρώτος λόγος είναι η εξ ορισμού διαφορετικότητα μεταξύ των δύο. Το κράτος στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία από την οποία απορρέει η σχετικότητα της αλήθειας, ενώ οι θρησκείες στηρίζονται στην αλήθεια της θείας αποκάλυψης. Παρατηρείται, συνεπώς, αφ' ενός η υιοθέτηση διαφορετικών αξιών από τμήματα της κοινωνίας με τη στήριξη του κράτους, αφ' ετέρου εκδηλώσεις μη σεβασμού της διαφορετικής άποψης με τη στήριξη της εκκλησιαστικής πλευράς. Κλασικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων είναι η θεολογική ερμηνεία της εξέλιξης του κόσμου και του ανθρώπινου γένους, και το ζήτημα της άμβλωσης.
Δεύτερος λόγος είναι η διαφορά του σκοπού στη δράση των δύο. Κάθε θρησκεία στοχεύει στη διατήρηση και αύξηση των πιστών της και στην προστασία των δογμάτων της, ενώ το σύγχρονο κράτος έχει σκοπό να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης των πολιτών του σε συνδυασμό με την ανοχή, που υπαγορεύεται και από τις νέες δομές των πολυ-πολιτισμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Το 1802, ο Thomas Jefferson, πρόεδρος τότε των Η.Π.Α., έγραφε σε μια επιστολή του στην Ένωση Βαπτιστών του Danbury:
«…Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το Θεό του, ότι δε χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν άλλο για την πίστη ή τη λατρεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο, και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την πράξη ολόκληρου του Αμερικανικού λαού που όρισε ότι οι νομοθέτες του δε θα φτιάξουν κανένα νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας, ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος…». Με την φράση του αυτή εδραίωσε την έννοια του «χωρισμού εκκλησίας και κράτους» και έδωσε την πρώτη ερμηνεία του Άρθρου Ι της χάρτας των δικαιωμάτων που συνόδευε το Αμερικάνικο Σύνταγμα. Η συζήτηση που ξεκίνησε τότε, οδήγησε σήμερα στο ονομαζόμενο Lemmon Test (1971) που καθορίζει τα συνταγματικά όρια του νομοθέτη. Ένας νόμος, για να είναι συνταγματικός πρέπει: α) να έχει κοσμικούς σκοπούς, β) να είναι ουδέτερος απέναντι στη θρησκεία, ούτε να την παρεμποδίζει ούτε να την προωθεί, και γ) να μην οδηγεί σε υπερβολική εμπλοκή (excessive entanglement) πολιτείας και θρησκείας.
Τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία έχουν πρωτογενή κανονιστική εξουσία στην επιδίωξη του σκοπού τους. Διαφέρουν όμως ουσιωδώς αφενός ως προς την φύση της εξουσίας αυτής και αφετέρου ως προς την έκτασή της. Η Πολιτεία δεσμεύει με τις κανονιστικές πράξεις της όλα τα υποκείμενα δικαίου που βρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια. Η Εκκλησία με τους κανόνες της και τις κανονιστικές αποφάσεις της, δεσμεύει μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της. Επομένως το στοιχείο της καθολικότητας υπάρχει μόνο στην πλευρά της Πολιτείας και αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της κανονιστικής εξουσίας της Πολιτείας και εκείνης της Εκκλησίας.
Συνέπεια αυτής της θεμελιώδους διαφοράς είναι ότι η Εκκλησία κατά την εγκόσμια και ορατή της πλευρά, ως κοινωνικό μόρφωμα υπόκειται στην Πολιτεία. Θέσεις οι οποίες διακηρύσσουν πως κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που αφορά την Εκκλησία είναι αντισυνταγματική, εφόσον δεν συμφωνεί με τους κανόνες της Εκκλησίας, είναι νομικά αβάσιμες και επικίνδυνες, επειδή ακριβώς θέτουν σε αμφισβήτηση το στοιχείο της καθολικότητας στην κανονιστική αρμοδιότητα της Πολιτείας και των δημοκρατικώς νομιμοποιημένων οργάνων της.
Επι πλέον προκύπτει ένα καίριο ερώτημα. Τι σημαίνει «ιδιαίτερες», «στενότερες» ή «ειδικές» σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και από ποιόν τίθεται ένα τέτοιο αίτημα?
Αν πρόκειται για την διαρκή παρουσία της Εκκλησίας στο δημόσιο χώρο, η παρουσία της αυτή πρέπει να κινείται στα πλαίσια των νόμων.
Ο δημόσιος διάλογος στις δημοκρατίες, είναι μια ανοιχτή διαδικασία, στην οποία συμμετέχει ο κάθε πολίτης από τον πρώτο ως τον τελευταίο χωρίς αποκλεισμούς, σεβόμενος όμως τους νόμους του κράτους. Ουδείς δύναται να επιζητεί, ιδικές συμπεριφορές σε αυτόν τον διάλογο ή προνόμια. Στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο σαφώς μπορεί και να συμμετέχει και η Εκκλησία. Δεν μένει όμως κανείς στο απυρόβλητο.
Εάν ο λόγος της θίγει πρόσωπα ή και ομάδες πολιτών, όσο περιθωριακές και αν εμφανίζονται αυτές, σε τυχόν προσφυγή τους στην δικαιοσύνη, εκεί όλοι κρίνονται επί ίσοις όροις και με βάση τους νόμους τους οποίους ψηφίζετε.
Εάν πρόκειται για το λεγόμενο θρησκευτικό μάθημα στην Εκπαίδευση, νομίζω πως εκεί υπάρχει μια κοινή θέση όσων ασχολούνται με το θέμα και μάλιστα αυτή διατυπώθηκε στην ειδική ημερίδα που κάναμε πριν χρόνια στον Βόλο. Το σχολείο προσφέρει γνώσεις και παιδεία. Δεν είναι κατάλληλος χώρος για την προσφορά θρησκευτικής κατήχησης. Οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται την θρησκευτική τους παράδοση, χωρίς κατηχητική ή προσηλυτιστική διάθεση, όπως πρέπει να διδάσκονται και στοιχεία θρησκειολογίας άλλων θρησκειών και δογμάτων. Να προσφέρει βασικές γνώσεις για τα ζητήματα που εντάσσονται στο πλαίσιο της Ηθικής, με την ευρεία έννοια. Το Κράτος πρέπει να επιζητήσει στενότερες σχέσεις με την Εκκλησιά? Προκειμένου να πετύχει τι με αυτό. Να συμβάλει στην ανύψωση της ηθικής ταυτότητας των πολιτών του? Εξηγήσαμε πιο πάνω περί του στοιχείου της καθολικότητας του κράτους. Μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να επιζητεί η Εκκλησία μέσα από μια προνομιακή σχέση της με το Κράτος? Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την επιβεβαίωση των στελεχών της ότι είναι και οι ίδιοι φορείς εξουσίας.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Θα ήθελα να καταθέσω κάποιες επισημάνσεις βοηθητικές ελπίζω ως προς το λειτούργημά σας και το έργο σας ως κοινοβουλευτικών που νομοθετείτε αλλά και που ελέγχετε την κυβέρνηση, τότε θα στεκόμουνα στις παρακάτω επισημάνσεις.
Στα χρόνια που πέρασαν μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ζήσαμε διαφορετικές εμπειρίες Εμείς στην Ελλάδα σαν χώρα μιας δυτικής δημοκρατίας και οι περισσότεροι από εσάς σε χώρες κομουνιστικές ή «ελεγχόμενης δημοκρατίας».
Ξεκινώντας λοιπόν από διάφορες αφετηρίες, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στα φαινόμενα της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου και των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Πολλές χώρες, μόλις πριν λίγα χρόνια καθόρισαν τα σύνορά τους δηλαδή τον χώρο ελέγχου του κράτους και διάφορες τριβές εμφανίζονται μεταξύ ομόρων κρατών.
Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν λόγο που θα μας οδηγήσει σε ακραίες σκέψεις και αποφάσεις που θα ανατρέψουν κατακτήσεις της ανθρωπότητας.
Εσάς, σας εκλέγουν οι λαοί προκειμένου να τους κυβερνήσετε, να νομοθετήσετε υπέρ των συμφερόντων του και στο έργο σας αυτό έχετε ως υπέρτατο κριτή τον ίδιο τον λαό.
Τα όποια προβλήματα ενδυνάμωσης της κρατικής οντότητας και της εθνικής ταυτότητας, είναι απόλυτα λάθος να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα των ειδικών σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.
Εμείς, ως πολίτες της Ελλάδος έχουμε συμπυκνωμένη εμπειρία πάνω στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και μπορώ μετά να σας φέρω ένα πλήθος από παραδείγματα.
Στην προβληματική αυτή που φαίνεται ότι εξελίσσεται σήμερα, πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη σχέση Θρησκείας και Πολιτικής και στη σχέση θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη την αλλοτρίωση αυτών των σχέσεων . Από τα αγοραία διαφιλονικούμενα , στα οποία η αλλοτρίωση αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους της μεταξύ τους αντίθεσης, πρέπει να αναχθούμε στην σχέση των νοηματοδοτικών παραδόσεων του πολιτισμικού μας σώματος: τη σχέση της νεωτερικής και της ορθόδοξης παράδοσης. Να επισημάνουμε την αλλοτρίωση της ορθόδοξης υπό την ηγεμονία της νεωτερικής, αλλά και τον μεταπρατικό χαρακτήρα αυτής της τελευταίας, καθώς και την φάση γενικευμένου εκφυλισμού στην οποία αυτή βρίσκεται σήμερα. Κι όλα τούτα για να φτάσουμε εκεί που είναι η ουσία: στη σχέση πολιτικής και αξιών.
Όποιοι νομίζουν ότι άμα εξαλείψουμε τις αναφορές στην χριστιανική παράδοση και κάνουμε την εκκλησία ιδιωτικό σωματείο, «θα αποκτήσουμε, επί τέλους, πραγματικό κράτος δικαίου», κάνουν προφανώς μεγάλο λάθος. Όποιοι πάλι πιστεύουν στην αναβάθμιση των σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας ως λύση των προβλημάτων , κάνουν επίσης λάθος, μια και στο επιχείρημά τους, η παράδοση μετατρέπεται σε έναν ανιστορικό και ανιστόρητο αχταρμά, όπου οι εθνικιστικές ιδεοληψίες εκστομίζονται και δυστυχώς περνάνε ως αυτονόητες. Το θέμα δεν είναι σήμερα, στην εποχή της μεταμοντέρνας αποσάθρωσης των νεωτερικών αξιών, αν θα κυριαρχεί το φάντασμα των νεωτερικών ή των χριστιανικών αξιών. Το θέμα είναι αν θα υπάρχουν καν αξίες, ως εξωπολιτικός χαλινός της ραγδαία αυτονομούμενης διαπλοκής πολιτικής τάξης, μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και μέσων μαζικής χειραγώγησης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. JOHN MEYENDORFF, Imperial Unity and Christian Divisions, StVSP, New York 1989,ss. 5-6.
2. Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, σελ.81,82 , τεύχος 75, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2000.
3. Ο.π.
4. Βλπ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Δημοκρατία και ελληνική Ορθοδοξία, εκδ. Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1982, σσ. 20 -21.
Related Posts with Thumbnails