© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Κώστα Μυγδάλη: ΚΡΑΤΟΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

[Εισήγηση κατά την 17η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας, στο Ερεβάν της Αρμενίας, από 29 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου 2010]

Θα προσπαθήσω κατ’ αρχήν να δώσω κάποια στοιχεία, προσδιοριστικά των δύο εννοιών.
Το κράτος είναι ο πολυδαίδαλος μηχανισμός της κοινωνικής εξουσίας και αυτή βρίσκεται στα χέρια του πολιτικού κατεστημένου. Μέσω της πολιτικής λειτουργίας του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , συγκροτούμαστε σε πολιτικό σώμα και γινόμαστε πολίτες. Η πολιτική λειτουργία επί πλέον, διασφαλίζει ότι οι αντιθέσεις συμφερόντων, ανάμεσα σε τάξεις ομάδας και άτομα , θα υπόκεινται σε θεσμική ρύθμιση.
Στο δημοκρατικό πολίτευμα στο οποίο λειτουργεί η αρχή της πλειοψηφίας , ο πολιτικός εκπροσωπεί τον λαό και κατέχει την εξουσία, αποκλειστικά και μόνο για να υπηρετεί τα συμφέροντά του.
Τα κρατικά συμφέροντα θεωρούνται ότι ταυτίζονται με αυτά των υπηκόων τους.
Στην συνθήκη της Βεσφαλίας το 1648, τέθηκε το δόγμα των σχέσεων του εθνικού κράτους και της θρησκείας με την παραδοχή, «Cuius region, eius religiο» τουτέστιν « Όποιου η Βασιλεία, εκείνου και η θρησκεία».
Η έννοια του κράτους δεν είναι βέβαια μία από αυτές που έχουν την καταγωγή τους στην αρχαιότητα και είναι σχετικά νεώτερη από άλλες που έχουν σχέση με το φαινόμενο της πολιτικής συσσωμάτωσης των πολιτών. Το Κράτος, δεν είναι το πολίτευμα αλλά το πλαίσιο μέσα στο ποίο αυτό πρακτικά ασκείται.
Η έννοια του κράτους είναι συνυφασμένη μ’ εκείνην της δύναμης, της εξουσίας ,της κυριαρχίας, και επομένως της επιβολής , του πειθαναγκασμού και αυτής ακόμη της βίας.

Όσον αφορά την Εκκλησία για πρώτη φορά ο όρος εμφανίζεται στην Ιερουσαλήμ αμέσως μετά την ανάσταση του Κυρίου. Ενώ στην Καιν ή Διαθήκη απαντάται 114 φορές, πράγμα που φανερώνει την ιδιαίτερη σημασία για τα καινούργια δεδομένα της ανθρωπότητας μετά τον Χριστό.
Ο καθ. Νίκος Ζαχαρόπουλος σε ανάλογο κείμενό του εύστοχα επισημαίνει: « …ο απ. Παύλος στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων παρουσιάζεται να μιλάει ¨εν μέσω των αδελφών¨, πράγμα που σημαίνει πως αυτό που σχηματίστηκε τότε εκεί ήταν μια ¨αδελφότητα¨, μια οικογένεια πιστών που δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε άλλη ανομοιογενή συγκέντρωση ατόμων στον ίδιο χώρο , και φυσικά δεν μπορεί να έχει σχέση με οποιονδήποτε θεσμό. Το σύνολο αυτό των πιστών έχει μια ιδιάζουσα οργανική και λειτουργική ενότητα , έξω από σχήματα και ιεραρχική δομή. Γι αυτό και ο καθένας ανάλογα με το χάρισμά που παρουσιάζει λειτουργώντας στην κοινότητα αυτή, παίρνει ένα δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα, δάσκαλος, διάκονος, προφήτης, επίσκοπος κ. ά. Που δεν παρέχουν ιεραρχικά δικαιώματα, αλλά απαρτίζουν χαρακτηριστικά της μιας και μοναδικής διακονίας της αδελφότητας...».
Επί πλέον αξίζει να αναφέρουμε πως οι πολυγραφότατοι Πατέρες της Εκκλησίας , δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να ορίσουν την έννοια της Εκκλησίας, μια και η παρουσία της ήταν απλή και εμφανής στην ζωή των πιστών . Γι' αυτό άλλωστε ο Παύλος Ευδοκίμωφ επισημαίνει ότι η Εκκλησία έζησε επί δέκα πέντε αιώνες χωρίς ναι αισθανθεί την ανάγκη να ορίσει την φύση της. Με την διάρκεια όμως των αιώνων λόγω των ερίδων και των επεμβάσεων της κρατικής εξουσίας , της εκκοσμίκευσης στον χώρο της Εκκλησίας, τα πράγματα άλλαξαν και οι θεσμοί, οι τόσο όντως συνυφασμένοι με την ζωή των ανθρώπων, έκανα έντονα την εμφάνισή τους στον χώρο της Εκκλησίας. Έτσι τα πράγματα στένεψαν και ενώ η αναφορά της Εκκλησίας ήταν και είναι η αρχή της δημιουργίας του κόσμου, και περιλαμβάνει ορατό και αόρατο κόσμο και διαχέεται δυνάμει σε όλη την ανθρωπότητα και το σύμπαν, άρχισε να εμφανίζει εκπροσώπους, ηγουμένους, επισκόπους, εξουσιαστές, τοπικά όρια, δικαιοδοσίες, αυθεντικότητα στηριγμένη σε πρόσωπα και εποχές, χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της πνευματικότητας της, της παγκοσμιότητας και της οικουμενικότητάς της.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σύναξη γύρω από τον επίσκοπο. Όμως αυτός εκπροσωπεί τον ιδρυτή της εκκλησίας και όχι τον λαό , που συνάζεται γύρω του. Αυτή άλλωστε η ερμηνεία δίδεται για το ότι ο επίσκοπος δεν εκλέγεται από τον λαό αλλά από τους παλαιότερους επισκόπους.
«…Η Χριστιανική Εκκλησία υπήρχε πριν από τον Κωνσταντίνο και συνεχίζει να υπάρχει και μετά τον Λένιν…» (1) 
Αυτή η φράση του π. Ι.Μέγεντορφ, κατορθώνει να καταγράψει κατά τρόπο λυτό, απέριττο, τον σφυγμό της Εκκλησιαστής συνείδησης πάνω στο θέμα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας.
Προφανώς μια τέτοια φράση, και ιδιαίτερα το δίπολο που σχηματίζουν οι προθέσεις «πριν» και «μετά» δεν παραπέμπουν πουθενά αλλού παρά μόνο στους κόπους της εκκλησιάς να παραμείνει αληθινή, στα εύκολα και τα δύσκολα σε νηνεμίες και σε μπουρίνια πάντα όμως μέσα στο ταξίδι που ξεκίνησε από την γέννηση του Χριστού.
Ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η άποψη του Χρ. Γιανναρά ο οποίος αναφερόμενος στις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας, υποστηρίζει ότι το κράτος «…δέχεται την πίστη σαν ατομική πεποίθηση, που επικυρώνεται έμπρακτα από την ατομική ηθική συνέπεια… Η πίστη- εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική κοινωνία των σχέσεων, αλλοτριώνεται σε ιδεολογία με θεσμικές θωρακίσεις αυτοάμυνας…. Όσοι έχουν κοινές ¨πεποιθήσεις¨ αυτοϊκανοπούνται συλλογικά ως παράταξη και κάθε ιδεολογική παράταξη, αυτό-οριοθετείται πάντοτε σε αντίθεση προς παρατάξεις διαφορετικών ¨πεποιθήσεων ¨ και ¨ αρχών¨ ….Οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής που συγκροτούν το εκκλησιαστικό σώμα, υποκαθίστανται από την προτεραιότητα της τυπικής ορθότητας των ατομικών πεποιθήσεων και της πιστότητας στις κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς, που επιβάλλουν αυτές οι πεποιθήσεις..». (2)
Όμως, επισημάνει. «…η Εκκλησία έχει ¨Πατέρες¨ που ¨γενούν ¨και χειραγωγούν τον άνθρωπο, στον τρόπο της αθανασίας, ενώ η παράταξη έχει ¨ηγέτες¨ που δίνουν στο πλήθος ιδεολογική γραμμή και μπαίνουν μπροστάρηδες στις συγκρούσεις της παράταξης με άλλες παρατάξεις…». (3)
Η κυρίαρχη θεολογική άποψη γύρω από το ζήτημα της διπλής ταυτότητας του χριστιανού, εκφράζεται επιγραμματικά από το παρακάτω κείμενο γνωστού έλληνα θεολόγου:
«… Από θεολογική άποψη η απαίτηση μιας διπλής υπηκοότητας του πιστού είναι απόλυτα αιρετική και αξιοθρήνητη. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να διασπασθεί στο εσώτατο εγώ του, σε θρησκευτικό και κοινωνικό όν, όχι μόνο γιατί μια τέτοια στάση υποτιμάς τον κόσμο και τα καθημερινά προβλήματα της δημόσιας ζωής, αλλά κυρίως γιατί αφαιρεί από τον πιστό τον ζωτικό χώρο της ζωής και την πραγματική καταξίωση της χριστιανικής του υπάρξεως… Βέβαια η Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνη με το φρόνημά της, δεν υπέκυψε στον πειρασμό, όπως οι δυτικές Εκκλησίες, να υποδεικνύει καιρικές πολιτικές λύσεις και να κατευθύνει την πολιτική συνείδηση των πιστών σε μια ορισμένη κατεύθυνση.
Ούτε επίσης δέχθηκε να καθορίζει δογματικά σε κάθε περίσταση στους πιστούς το κοινωνικά και πολιτικά πρακτέο…. Η στάση του πιστού ειδικά απέναντι στην πολιτική πρέπει να είναι στάση νίψης και μαρτυρίας…».(4)

Το τελευταίο διάστημα ζούμε με πρωτοφανή βιαιότητα την επιστροφή του θρησκευτικού φαινομένου στις σύγχρονες κοινωνίες. Μία επιφανειακή προσέγγιση των γεγονότων θεωρεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι αυτή που εμπνέει και καθοδηγεί τη «σύγκρουση» των δύο πολιτισμών, χριστιανικού και ισλαμικού, αν και κανένας δεν αποδέχεται πια σοβαρά την θεωρία του Σάμουελ Χάντιγκτον. Η θρησκεία, ενώ φαινόταν ότι είχε απωθηθεί στο περιθώριο της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής, επανέρχεται με ενάργεια στο προσκήνιο. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι πια προφανής. Ζούμε την κορύφωση κάποιων γεγονότων που συνδέονται με την επανεμφάνιση του θρησκευτικού φαινομένου όπως διαπιστώνεται κατά την δεκαετία του ΄80, γεγονός που χαρακτηρίζεται από τη δημοσιογραφική γλώσσα ως επιστροφή του Θεού.
Αν θελήσουμε να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το πρόβλημα της αναζωπύρωσης της θρησκευτικής πίστης, τότε θα διαπιστώσουμε ότι αυτή συνδέεται με το φαινόμενο της εκ νέου εισβολής της θρησκευτικής σφαίρας στο χώρο του δημοσίου και πολιτικού βίου των σύγχρονων κοινωνιών. Η θρησκευτική πίστη ως προσωπική αναζήτηση και δημιουργία σχέσης με το Υπέρτατο Ον έχει συλλογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Παίρνει διάφορες μορφές, εντάσσεται σε κοινωνικούς κανόνες, επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες, ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες είτε ατομικές είτε συλλογικές Αν επομένως η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στην εποχή μας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε που οφείλεται, ποιες μορφές παίρνει η επανεμφάνιση του, ποιους σκοπούς εξυπηρετεί ή ποιες λειτουργίες επιτελεί η επαναδραστηριοποίηση του.
Στην μελέτη του «Η επινόηση του πολιτικού» ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη και σε μία δεύτερη εποχή νεωτερικότητας. Η πρώτη νεωτερικότητα έρχεται σε σύγκρουση με την παράδοση και επικεντρώνεται στο Έθνος-Κράτος που μετατρέπεται σε Κράτος-Πρόνοια μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί η πίστη στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. Θριαμβεύει η τεχνολογία και δημιουργεί αισιοδοξία στον άνθρωπο είτε μέσω της κατανάλωσης στον καπιταλιστικό κόσμο, είτε μέσω της σοσιαλιστικής ουτοπίας στον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Μετά το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ιδιαίτερα, ο τομέας της πολιτικής δείχνει πως έχει πια αποφασιστικά κερδίσει την αυτονομία του απέναντι στην θρησκεία. Το σύμπαν γίνεται αντιληπτό ως δομικά διαιρεμένο σε υλικό ή επίγειο από το ένα μέρος και σε πνευματικό ή ουράνιο από το άλλο μέρος. Η κοσμική σφαίρα διακρίνεται από την θρησκευτική και ταυτόχρονα παρατηρείται μια αυξανόμενη αυτονομία της κοσμικής σφαίρας. Στο τέλος της διαδρομής εμφανίζεται μια κοινωνία χωρίς την ανάγκη θρησκείας. Αυτό δε σημαίνει πάντα εξαφάνιση της θρησκείας αλλά περιορισμό της στον χώρο του ιδιωτικού. Η Εκκλησιά βλέπει τον ρόλο της να περιορίζεται στον ατομικό και οικογενειακό τομέα. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ο τομέας αυτός δεν πρόκειται πλέον να αποτελέσει έμπνευση για τις κοινωνικές δομές παρά με τρόπο έμμεσο, όπως αρμόζει σε ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Έτσι η θρησκευτική πίστη γίνεται ιδιωτική υπόθεση και καλύπτει εξατομικευμένες ανάγκες, όσο βέβαια τις καλύπτει. Και αυτό ακόμη το τελευταίο τίθεται υπό αμφισβήτηση καθώς εκείνο που χαρακτηρίζει την εποχή της νεωτερικότητας είναι η κυριαρχία του Λόγου.
Αυτό το φαινόμενο της διάκρισης της κοσμικής από την θρησκευτική σφαίρα ερμηνεύεται σύμφωνα με το πολυσυζητημένο όρο της εκκοσμίκευσης. Η εκκοσμίκευση αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατων συζητήσεων ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του ΄60. Οι κοινωνιολόγοι μιλούν για «απομάγευση του κόσμου» σύμφωνα με την γνωστή έκφραση του Max Weber και οι φιλόσοφοι για το «θάνατο του Θεού». Μια άποψη που αν και αρκετά απλοποιημένη επικρατούσε την εποχή εκείνη. Στο τέλος όμως του 20ού αιώνα, στις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 η θρησκευτική πίστη παύει να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση. Διεκδικεί πάλι ρόλο στα δημόσια πράγματα. Φαίνεται ότι καλύπτει αυξημένες πνευματικές ανάγκες σε προσωπικό επίπεδο, διαμορφώνει όμως και εθνικές ή πολιτικές ταυτότητες, παίζει πολιτικό ρόλο σε ακραίες περιπτώσεις. Με άλλα λόγια παίζει πάλι τον ρόλο συνεκτικού δεσμού της κοινωνίας σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι άσχετο με τις συνέπειες της νεωτερικότητας που ορίζεται από το τους κοινωνιολόγους ως μετανεωτερικότητα ή δεύτερη νεωτερικότητα ή «αντανακλαστική» ή ακόμη και ριζοσπαστικοποιημένη νεωτερικότητα.
Η μετανεωτερικότητα δεν εμφανίζεται ως συνέχεια της νεωτερικότητας, αλλά ως ρήξη με αυτήν, ως κάτι εντελώς καινούριο, μια νέα εποχή. Αν η νεωτερικότητα ταυτίζεται με την εμφάνιση και την κυριαρχία των εθνικών κρατών ή συγκεκριμένων ιδεών, αντίθετα η μετανεωτερικότητα συνδέεται με την κυριαρχία των γενικευμένων, υπερεθνικών και παγκοσμιοποιημένων δομών, μέσω της υπέρβασης του εθνικού κράτους. Έτσι η μετανεωτεριστικότητα γίνεται αντιληπτή ως μια εποχή κατά την οποία οι νεωτεριστικές κοινωνίες έρχονται αντιμέτωπες με τις αυτονομημένες, αθέλητες, αθέατες και δευτερογενείς συνέπειες του εκσυγχρονισμού και υποχρεώνονται έτσι να επανεξετάσουν σε βάθος τα θεμέλια, τα όρια και τις αντινομίες του ίδιου τους του μοντέλου.
Το κύριο όχημα μετάβασης από την πρώτη στην δεύτερη νεωτερικότητα ή μετανεωτερικότητα είναι, η συγκλίνουσα διαδικασία εξατομίκευσης και παγκοσμιοποίησης που αποδιαρθρώνει ατομικές και συλλογικές ταυτότητες και δημιουργεί διακινδύνευση και ανασφάλειες.
Η παγκοσμιοποίηση νοείται ως ένα οικονομικό κυρίως φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και την επικράτηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αποτελεί την κυρίαρχη τάση σήμερα και οδηγεί στην σταδιακή διεθνοποίηση των επικοινωνιακών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών. Η ενοποίηση του κόσμου με την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της οικονομίας δημιουργεί τον κίνδυνο πολιτιστικής ομοιογενοποίησης και ομοιομορφίας. Υπομονεύονται στοιχεία που υπήρξαν παραδοσιακοί συντελεστές διαμόρφωσης σταθερών ταυτοτήτων και κοινωνικών ομάδων στο παρελθόν. Στη μετανεωτερικότητα «σπάει» η συνοχή των ομάδων και όλοι μεταμορφώνονται σε ανένταχτα και ξεχωριστά άτομα. Δεν υπάρχουν σαφή σύνορα ή ασφαλείς και μοναδικές ταυτότητες. Η μετακίνηση πληθυσμών, κυρίως λόγω της οικονομικής μετανάστευσης, υποσκάπτει κάθε είδος κοινής ταυτότητας και συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η μετανεωτερικότητα κινδυνεύει να δημιουργήσει άτομα χωρίς ιστορικό παρελθόν και μια υποβαθμισμένη πολιτική ζωή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα μητροπολιτικά κέντρα του καπιταλισμού. Ο απόηχος όμως της παγκοσμιοποίησης βιώνεται από την περιφέρεια, ως κίνδυνος εκδυτικισμού και αφομοίωσης της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας από τον δυνατό τρόπο ζωής.
Επομένως η πορεία μετάβασης προς την παγκοσμιοποίηση και κατ΄επέκταση προς τη μετανεωτερικότητα δεν είναι ομαλή. «Η απειλή του κοινωνικού χάους» οδηγεί στην αναζήτηση μιας θρησκευτικής ταυτότητας, στην επανεύρεση κάποιων ηθικών και κοινωνικών αξιών μέσω της θρησκευτικής πίστης. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης καλύπτει την ανασφάλεια που δημιουργεί στον άνθρωπο η παγκοσμιοποίηση, την ανάγκη του να ανήκει κάπου, να έχει μια ταυτότητα. Η αναζήτηση και η διατήρηση αυτής της ταυτότητας είναι συχνά επώδυνη και συνδέεται με την βία. Η περίπτωση του φονταμενταλισμού ανταποκρίνεται σ’αυτή την ανάγκη των ατόμων να ανήκουν σε συμπαγείς κοινότητες με ενοποιημένη συνείδηση.

Προϋπόθεση για μια συζήτηση για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, είναι να συνυπάρξουν οι ακριβώς αντίθετες συνθήκες: Να τεθούν τα ζητήματα και να συζητηθούν με νηφαλιότητα σε ένα κλίμα γόνιμου διαλόγου, και να οδηγηθούν όπου είναι αναγκαίο με νομοθετικές παρεμβάσεις σε λύσεις, οι οποίες θα είναι οριστικές αλλά και αποδεκτές από την κοινωνία. Θεμελιώδης προϋπόθεση ενός τέτοιου διαλόγου θα είναι να συμφωνηθεί που συμπίπτουν και που διαφέρουν Πολιτεία και Εκκλησία. Ας σημειωθεί με πάσα ειλικρίνεια ότι:
Κοινό χαρακτηριστικό των δύο πόλων του ζεύγματος Εκκλησία και Κράτος είναι η τελικά η εξουσία και κοινό πεδίο διεκδίκησης ο δημόσιος χώρος Από τη στιγμή που ανετράπη η ενότητα εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας, η αποσύνδεση του κράτους από την εκκλησία σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων αλλά και στο επίπεδο της εφαρμογής τους στην πράξη δεν υπήρξε ούτε απλή, ούτε αναίμακτη. Οι λόγοι είναι αρκετοί.
Πρώτος λόγος είναι η εξ ορισμού διαφορετικότητα μεταξύ των δύο. Το κράτος στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία από την οποία απορρέει η σχετικότητα της αλήθειας, ενώ οι θρησκείες στηρίζονται στην αλήθεια της θείας αποκάλυψης. Παρατηρείται, συνεπώς, αφ' ενός η υιοθέτηση διαφορετικών αξιών από τμήματα της κοινωνίας με τη στήριξη του κράτους, αφ' ετέρου εκδηλώσεις μη σεβασμού της διαφορετικής άποψης με τη στήριξη της εκκλησιαστικής πλευράς. Κλασικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων είναι η θεολογική ερμηνεία της εξέλιξης του κόσμου και του ανθρώπινου γένους, και το ζήτημα της άμβλωσης.
Δεύτερος λόγος είναι η διαφορά του σκοπού στη δράση των δύο. Κάθε θρησκεία στοχεύει στη διατήρηση και αύξηση των πιστών της και στην προστασία των δογμάτων της, ενώ το σύγχρονο κράτος έχει σκοπό να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης των πολιτών του σε συνδυασμό με την ανοχή, που υπαγορεύεται και από τις νέες δομές των πολυ-πολιτισμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Το 1802, ο Thomas Jefferson, πρόεδρος τότε των Η.Π.Α., έγραφε σε μια επιστολή του στην Ένωση Βαπτιστών του Danbury:
«…Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το Θεό του, ότι δε χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν άλλο για την πίστη ή τη λατρεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο, και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την πράξη ολόκληρου του Αμερικανικού λαού που όρισε ότι οι νομοθέτες του δε θα φτιάξουν κανένα νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας, ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος…». Με την φράση του αυτή εδραίωσε την έννοια του «χωρισμού εκκλησίας και κράτους» και έδωσε την πρώτη ερμηνεία του Άρθρου Ι της χάρτας των δικαιωμάτων που συνόδευε το Αμερικάνικο Σύνταγμα. Η συζήτηση που ξεκίνησε τότε, οδήγησε σήμερα στο ονομαζόμενο Lemmon Test (1971) που καθορίζει τα συνταγματικά όρια του νομοθέτη. Ένας νόμος, για να είναι συνταγματικός πρέπει: α) να έχει κοσμικούς σκοπούς, β) να είναι ουδέτερος απέναντι στη θρησκεία, ούτε να την παρεμποδίζει ούτε να την προωθεί, και γ) να μην οδηγεί σε υπερβολική εμπλοκή (excessive entanglement) πολιτείας και θρησκείας.
Τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία έχουν πρωτογενή κανονιστική εξουσία στην επιδίωξη του σκοπού τους. Διαφέρουν όμως ουσιωδώς αφενός ως προς την φύση της εξουσίας αυτής και αφετέρου ως προς την έκτασή της. Η Πολιτεία δεσμεύει με τις κανονιστικές πράξεις της όλα τα υποκείμενα δικαίου που βρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια. Η Εκκλησία με τους κανόνες της και τις κανονιστικές αποφάσεις της, δεσμεύει μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της. Επομένως το στοιχείο της καθολικότητας υπάρχει μόνο στην πλευρά της Πολιτείας και αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της κανονιστικής εξουσίας της Πολιτείας και εκείνης της Εκκλησίας.
Συνέπεια αυτής της θεμελιώδους διαφοράς είναι ότι η Εκκλησία κατά την εγκόσμια και ορατή της πλευρά, ως κοινωνικό μόρφωμα υπόκειται στην Πολιτεία. Θέσεις οι οποίες διακηρύσσουν πως κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που αφορά την Εκκλησία είναι αντισυνταγματική, εφόσον δεν συμφωνεί με τους κανόνες της Εκκλησίας, είναι νομικά αβάσιμες και επικίνδυνες, επειδή ακριβώς θέτουν σε αμφισβήτηση το στοιχείο της καθολικότητας στην κανονιστική αρμοδιότητα της Πολιτείας και των δημοκρατικώς νομιμοποιημένων οργάνων της.
Επι πλέον προκύπτει ένα καίριο ερώτημα. Τι σημαίνει «ιδιαίτερες», «στενότερες» ή «ειδικές» σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και από ποιόν τίθεται ένα τέτοιο αίτημα?
Αν πρόκειται για την διαρκή παρουσία της Εκκλησίας στο δημόσιο χώρο, η παρουσία της αυτή πρέπει να κινείται στα πλαίσια των νόμων.
Ο δημόσιος διάλογος στις δημοκρατίες, είναι μια ανοιχτή διαδικασία, στην οποία συμμετέχει ο κάθε πολίτης από τον πρώτο ως τον τελευταίο χωρίς αποκλεισμούς, σεβόμενος όμως τους νόμους του κράτους. Ουδείς δύναται να επιζητεί, ιδικές συμπεριφορές σε αυτόν τον διάλογο ή προνόμια. Στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο σαφώς μπορεί και να συμμετέχει και η Εκκλησία. Δεν μένει όμως κανείς στο απυρόβλητο.
Εάν ο λόγος της θίγει πρόσωπα ή και ομάδες πολιτών, όσο περιθωριακές και αν εμφανίζονται αυτές, σε τυχόν προσφυγή τους στην δικαιοσύνη, εκεί όλοι κρίνονται επί ίσοις όροις και με βάση τους νόμους τους οποίους ψηφίζετε.
Εάν πρόκειται για το λεγόμενο θρησκευτικό μάθημα στην Εκπαίδευση, νομίζω πως εκεί υπάρχει μια κοινή θέση όσων ασχολούνται με το θέμα και μάλιστα αυτή διατυπώθηκε στην ειδική ημερίδα που κάναμε πριν χρόνια στον Βόλο. Το σχολείο προσφέρει γνώσεις και παιδεία. Δεν είναι κατάλληλος χώρος για την προσφορά θρησκευτικής κατήχησης. Οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται την θρησκευτική τους παράδοση, χωρίς κατηχητική ή προσηλυτιστική διάθεση, όπως πρέπει να διδάσκονται και στοιχεία θρησκειολογίας άλλων θρησκειών και δογμάτων. Να προσφέρει βασικές γνώσεις για τα ζητήματα που εντάσσονται στο πλαίσιο της Ηθικής, με την ευρεία έννοια. Το Κράτος πρέπει να επιζητήσει στενότερες σχέσεις με την Εκκλησιά? Προκειμένου να πετύχει τι με αυτό. Να συμβάλει στην ανύψωση της ηθικής ταυτότητας των πολιτών του? Εξηγήσαμε πιο πάνω περί του στοιχείου της καθολικότητας του κράτους. Μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να επιζητεί η Εκκλησία μέσα από μια προνομιακή σχέση της με το Κράτος? Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την επιβεβαίωση των στελεχών της ότι είναι και οι ίδιοι φορείς εξουσίας.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Θα ήθελα να καταθέσω κάποιες επισημάνσεις βοηθητικές ελπίζω ως προς το λειτούργημά σας και το έργο σας ως κοινοβουλευτικών που νομοθετείτε αλλά και που ελέγχετε την κυβέρνηση, τότε θα στεκόμουνα στις παρακάτω επισημάνσεις.
Στα χρόνια που πέρασαν μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ζήσαμε διαφορετικές εμπειρίες Εμείς στην Ελλάδα σαν χώρα μιας δυτικής δημοκρατίας και οι περισσότεροι από εσάς σε χώρες κομουνιστικές ή «ελεγχόμενης δημοκρατίας».
Ξεκινώντας λοιπόν από διάφορες αφετηρίες, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στα φαινόμενα της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου και των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Πολλές χώρες, μόλις πριν λίγα χρόνια καθόρισαν τα σύνορά τους δηλαδή τον χώρο ελέγχου του κράτους και διάφορες τριβές εμφανίζονται μεταξύ ομόρων κρατών.
Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν λόγο που θα μας οδηγήσει σε ακραίες σκέψεις και αποφάσεις που θα ανατρέψουν κατακτήσεις της ανθρωπότητας.
Εσάς, σας εκλέγουν οι λαοί προκειμένου να τους κυβερνήσετε, να νομοθετήσετε υπέρ των συμφερόντων του και στο έργο σας αυτό έχετε ως υπέρτατο κριτή τον ίδιο τον λαό.
Τα όποια προβλήματα ενδυνάμωσης της κρατικής οντότητας και της εθνικής ταυτότητας, είναι απόλυτα λάθος να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα των ειδικών σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.
Εμείς, ως πολίτες της Ελλάδος έχουμε συμπυκνωμένη εμπειρία πάνω στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και μπορώ μετά να σας φέρω ένα πλήθος από παραδείγματα.
Στην προβληματική αυτή που φαίνεται ότι εξελίσσεται σήμερα, πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη σχέση Θρησκείας και Πολιτικής και στη σχέση θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη την αλλοτρίωση αυτών των σχέσεων . Από τα αγοραία διαφιλονικούμενα , στα οποία η αλλοτρίωση αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους της μεταξύ τους αντίθεσης, πρέπει να αναχθούμε στην σχέση των νοηματοδοτικών παραδόσεων του πολιτισμικού μας σώματος: τη σχέση της νεωτερικής και της ορθόδοξης παράδοσης. Να επισημάνουμε την αλλοτρίωση της ορθόδοξης υπό την ηγεμονία της νεωτερικής, αλλά και τον μεταπρατικό χαρακτήρα αυτής της τελευταίας, καθώς και την φάση γενικευμένου εκφυλισμού στην οποία αυτή βρίσκεται σήμερα. Κι όλα τούτα για να φτάσουμε εκεί που είναι η ουσία: στη σχέση πολιτικής και αξιών.
Όποιοι νομίζουν ότι άμα εξαλείψουμε τις αναφορές στην χριστιανική παράδοση και κάνουμε την εκκλησία ιδιωτικό σωματείο, «θα αποκτήσουμε, επί τέλους, πραγματικό κράτος δικαίου», κάνουν προφανώς μεγάλο λάθος. Όποιοι πάλι πιστεύουν στην αναβάθμιση των σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας ως λύση των προβλημάτων , κάνουν επίσης λάθος, μια και στο επιχείρημά τους, η παράδοση μετατρέπεται σε έναν ανιστορικό και ανιστόρητο αχταρμά, όπου οι εθνικιστικές ιδεοληψίες εκστομίζονται και δυστυχώς περνάνε ως αυτονόητες. Το θέμα δεν είναι σήμερα, στην εποχή της μεταμοντέρνας αποσάθρωσης των νεωτερικών αξιών, αν θα κυριαρχεί το φάντασμα των νεωτερικών ή των χριστιανικών αξιών. Το θέμα είναι αν θα υπάρχουν καν αξίες, ως εξωπολιτικός χαλινός της ραγδαία αυτονομούμενης διαπλοκής πολιτικής τάξης, μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και μέσων μαζικής χειραγώγησης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. JOHN MEYENDORFF, Imperial Unity and Christian Divisions, StVSP, New York 1989,ss. 5-6.
2. Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, σελ.81,82 , τεύχος 75, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2000.
3. Ο.π.
4. Βλπ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Δημοκρατία και ελληνική Ορθοδοξία, εκδ. Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1982, σσ. 20 -21.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Αντωνίου-Αιμιλίου Ν. Ταχιάου, Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

[Εισήγηση στη 17η Συνέλευση της ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ - Ερεβάν της Αρμενίας, 29 Ιουνίου 2010]

Προτού προχωρήσω στην ανάπτυξη του θέματος, το οποίο πρέπει να σας παρουσιάσω σήμερα, θα ήθελα πρωτίστως να ευχαριστήσω πολύ ενθέρμως τους διοργανωτές της 17ης Γενικής Συνέλευσης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας για την τιμή που μου επιφύλαξαν, να με καλέσουν να μιλήσω σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο επάνω σε θέμα, το οποίο, χωρίς καμία αμφισβήτηση, περιέχει ένα βαθύ νόημα για την ιστορία των χωρών της ανατολικής χριστιανικής παράδοσης. Αυτή η παράδοση, που περιλαμβάνει πολύ ισχυρά κοινά στοιχεία για όλες τις χώρες που εκπροσωπούνται εδώ, αποτελεί επίσης, όχι απλώς μία ιστορική πραγματικότητα των λαών μας, αλλά και ένα πολύ στερεό υπόβαθρο, επάνω στο οποίο θα ήταν δυνατό, υπό προοπτική, να οικοδομηθεί ένα κοινό πλαίσιο μιας συνεργασίας, όχι μόνο πολιτιστικής αξίας αλλά και πολιτικής σημασίας.

Όπως ήδη δήλωσα, το θέμα της Συνέλευσης, οι εργασίες της οποίας αρχίζουν σήμερα, με τον τρόπο που αυτό έχει διατυπωθεί, ενέχει μία σημαντική ιδαιτερότητα όπως επίσης και ένα βάθος, για τον λόγο ότι προσδιορίζει θρησκευτική ταυτότητα λαών με πολύ κοινές ιστορικές και πολιτιστικές εμπειρίες. Τα προέχοντα σημεία του θέματος είναι η Ορθοδοξία, η κρατική υπόσταση και η ανατολική χριστιανική παράδοση. Και τα τρία αυτά στοιχεία προκύπτουν από μία αναγνώριση ιστορικής εμπειρίας πολλών αιώνων, πηγάζουν δηλαδή από μέσα από την Ιστορία των λαών τους οποίους χαρακτηρίζουμε ως λαούς που ανήκουν στην ανατολική χριστιανική παράδοση. Ως βάση και αρχή για την εξέταση του θέματος, νομίζω ότι θα έπρεπε να ληφθεί η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αυτή που επικράτησε να αποκαλούμε Βυζάντιο, για τον λόγο ότι, από άποψη θρησκευτική, όλες οι ονομαζόμενες σήμερα χώρες ανατολικής χριστιανικής παράδοσης, ως προς τη διαμόρφωσή τους, είναι λίγο ή πολύ έκγονα (потомки) αυτού του κρατικού προτύπου. Η ανάπτυξη του θέματος, λοιπόν, μας καλεί αναγκαστικά σε μία ιστορική αναδρομή, η οποία και θα καταδείξει κατά πόσο η Ορθοδοξία συνέβαλε στην ανάπτυξη της κρατικής υποστάσεως των χωρών που εκφράζουν την ανατολική χριστιανική παράδοση.

Η οικοδόμηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας βασίστηκε επάνω στα πρότυπα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα οποία όμως στη συνέχεια προσάρμοσε σε ένα νέο πνευματικό και πολιτιστικό σχήμα με βάση την ανατολική χριστιανική παράδοση. Έτσι λοιπόν, από άποψη πνευματικής δομής και πολιτισμού, το Βυζάντιο πραγματοποίησε τη σύγκραση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με τη χριστιανική πίστη και δημιούργησε τελικά έναν χριστιανικό πολιτισμό και μία παράδοση που είχαν ελληνικό χαρακτήρα. Αυτή η παράδοση, η οποία δοκιμάστηκε σε έναν αγώνα διατήρησης της καθαρότητάς της, ονομάστηκε Ορθοδοξία, σε αντιδιαστολή από την εκτροπή που γνώρισε στον Δυτικό κόσμο. Έτσι, η Ορθοδοξία υπήρξε η αμετάβλητη και απαράγραπτη θρησκευτική ταυτότητα της αυτοκρατορίας. Ένα δεύτερο στοιχείο στην κρατική υπόσταση της αυτοκρατορίας ήταν ο αυτοκράτορας, το πρόσωπο που ασκούσε την υπέρτατη διοίκηση και το οποίο στη συνείδηση του λαού είχε λάβει έναν ιερό χαρακτήρα. Ο αυτοκράτορας ενσάρκωνε όλα τα ιδεώδη του κράτους, ήταν αυτός που κατεύθυνε την πολιτική της χώρας και προστάτευε την Εκκλησία. Η αντίληψη της πληρότητας του κρατικού ιδεώδους προϋπέθετε τρία πράγματα: πρώτο το πρόσωπο του αυτοκράτορα, δεύτερο την παρουσία δίπλα του της ύπατης εκκλησιαστικής αρχής της χώρας, δηλαδη του πατριάρχη ή αρχιεπισκόπου, και τρίτο την ύπαρξη ενός καθεδρικού ναού μέσα στον οποίο υπήρχε θρόνος για τον αυτοκράτορα και την εκκλησιαστική κεφαλή. Αυτή η διαδικασία καθόριζε οριστικά τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, η οποία καθίστατο μία σχέση αλληλεξάρτησης. Ο αυτοκράτορας, ή ο βασιλέας ή ηγεμόνας, στις υπόλοιπες χριστιανικές ορθόδοξες χώρες που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια, παρά την υπεροχή του ως κρατικού ηγέτη, είχε απόλυτη ανάγκη της παρουσίας και της εκκλησιαστικής κεφαλής, διότι αυτή αποτελούσε το απαραίτητο συμπλήρωμα για την επίφαση της εθνικής υπόστασης του κράτους και της κυριαρχίας του ηγεμόνα. Με την πάροδο των αιώνων και τη διαμόρφωση νέων πολιτικών σχημάτων στις χώρες της ανατολικής χριστιανικής παράδοσης μπορεί να καταργήθηκε ο αυτοκράτορας ή ο βασιλέας και να αντικαταστάθηκε από πρόεδρο της Δημοκρατίας ή πρωθυπουργό, αλλά παρά ταύτα δεν καταργήθηκε η εκκλησιαστική αρχή, η οποία παρέμενε σε συνεργασία με την πολιτική ηγεσία. Ακόμη και στις χώρες όπου επικράτησε η ιδεολογία της αθεΐας, η Εκκλησία δεν καταργήθηκε. Με αυτό το σχήμα η κοσμική εξουσία του κράτους αναδεικνυόταν λοιπόν ο προστάτης της Ορθοδοξίας στη χώρα. Εφόσον λοιπόν η κοσμική εξουσία αποτελούσε τον προστάτη της Ορθοδοξίας, εκείνος που την εξέφραζε θρησκευτικά, δηλαδή η εκκλησιαστική κεφαλή, δεν ήταν δυνατό παρά να υποστηρίζει τη διατήρηση αυτής της κρατικής υπόστασης, γνωρίζοντας απόλυτα ότι ο κοσμικός άρχων παρείχε προστασία στην Εκκλησία του κράτους. Άρα ο εκκλησιαστικός ηγέτης είχε ουσιώδη λόγο να προασπίζεται την κρατική και εθνική ακεραιότητα του έθνους του.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία στους πρώτους αιώνες της ζωής της υπήρξε το μεγαλύτερο οικουμενικό κράτος του πολιτισμένου κόσμου, λειτούργησε ως το πρότυπο κρατικής οντότητας και αποτέλεσε το ιδεώδες υπόδειγμα για μίμηση. Έτσι ήταν φυσικό στη συνέχεια να σπεύσουν να μιμηθούν αυτό το πρότυπο στις βασικές του αρχές, που ήδη μνημονεύθηκαν, τα κράτη της ανατολικής χριστιανικής παράδοσης, τα οποία διαμορφώθηκαν μεταγενέστερα. Ένα σημαντικό στοιχείο στη σχέση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας υπήρξε η διαδικασία της εξασφάλισης του αυτοκεφάλου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, δηλαδή η αποδεύσμευσή τους από την υποταγή στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, από την οποία και έλαβαν αρχικώς τη χριστιανική πίστη. Η αποδέσμευση αυτή συνεπαγόταν συγχρόνως και την κρατική αυτοτέλεια, γεγονός που δικαιολογεί τη συμβολή στη συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με την κοσμική εξουσία για τη δημιουργία ανεξάρτητης κρατικής οντότητας. Πρέπει λοιπόν μέσα σε αυτή τη συνάφεια να δούμε το θέμα της διαμόρφωσης του αυτοκεφάλου.

Βεβαίως σ’ αυτή την παράδοση, χωρίς καμία αμφιβολία, ανήκει απόλυτα, από τις πρώτες μάλιστα χώρες, η Αρμενία, η οποία μας φιλοξενεί τη στιγμή αυτή, διότι αυτή αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα χριστιανικά κράτη του καυκασιακού χώρου. Έχοντας εκχριστιανιστεί ήδη από τις αρχές του 4ου αιώνα, και αποκτώντας από τον επόμενο αιώνα δικό της αλφάβητο και γραπτό λόγο, η Αρμενία εισήλθε αμέσως στη χορεία των πολιτισμένων λαών και απέκτησε την πολιτική και πολιτιστική της αυτοτέλεια. Είναι αλήθεια ότι κατά διαστήματα διετέλεσε υπό βυζαντινή κυριαρχία, συγχρόνως όμως προσέφερε και η ίδια εκλεκτές και διαπρεπείς προσωπικότητες στη βυζαντινή κρατική διοίκηση, γεγονός που δηλώνει την ύπαρξη ενός πολιτιστικού και πνευματικού δεσμού με την ισχυρή ελληνικής υφής Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτή η συνάφεια με το Βυζάντιο παρείχε τη δυνατότητα γνωριμίας και με τον τρόπο ανάπτυξης κρατικής οντότητας. Παρά την πολύ μεγάλη αυτή προσέγγιση μεταξύ βυζαντινού και αρμενικού κόσμου, η Αρμενία όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε μέσα στο Βυζάντιο, αλλά ούτε και δέχθηκε την ελληνική γλώσσα, επιπλέον μάλιστα διατήρησε μία ιδιαιτερότητα στη δογματική έκφραση του ανατολικού Χριστιανισμού. Η αιτία αυτής της επιλογής πρέπει ίσως να αναζητηθεί όχι μόνο στον κρατικό αλλά και στον εκκλησιαστικό προσανατολισμό, διότι ο τελευταίος αυτός, κινούμενος μέσα στη δογματική ιδιαιτερότητά του, επικύρωνε και επιβεβαίωνε την κρατική αυτοτέλεια του αρμενικού λαού.

Ανάλογη είναι και η περίπτωση της γειτονικής αρχαίας Γεωργίας, η οποία εκχριστιανίστηκε πολύ νωρίς και ανέπτυξε έναν δικό της πολιτισμό. Όπως η Αρμενία, έτσι και η Γεωργία, γνώρισε πολλές εναλλαγές στο θέμα της ελευθερίας της χώρας, με πολέμους και τουρκική και περσική κατοχή, αλλά παρά ταύτα ανέπτυξε μία σθεναρή εθνική αντίδραση, την οποία σε μεγάλο, αν όχι απόλυτο, βαθμό, χρωστούσε στο πνεύμα της αυτοτελούς εθνικής οντότητας που είχε δημιουργηθεί στη συνείδηση του γεωργιανικού λαού. Η παράδοση της ορθόδοξης πίστης και η με βάση αυτήν πνευματική καλλιέργεια, ήταν εκείνη που επί αιώνες διατήρησε στη συνείδηση της γεωργιανικής κοινωνίας το ιδεώδες μιας ελεύθερης χώρας, γεγονός που είδαμε να πραγματοποιείται στις ημέρες μας. Οι επί αιώνες διάφορες ξενικές επιδράσεις δεν κατόρθωσαν να απαλείψουν τα εθνικά στοιχεία από το φρόνημα του λαού, γιατί αυτά τα συντηρούσε η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση. Έτσι, σε τελική ανάλυση, η εθνική ανεξαρτησία εκκολαύθηκε και στη Γεωργία χάρη στην άσβεστη εθνική συνείδηση που διέσωζε η γεωργιανική ορθόδοξη παράδοση.

Θα πρέπει να επιστρέψουμε στο θέμα της αυτοκεφαλίας των Εκκλησιών της ανατολικής ορθόδοξης παράδοσης, ώστε να δούμε τί ρόλο διεδραμάτισε στη διαμόρφωση της κρατικής υπόστασης. Ως βάση και αρχή παραμένει το Βυζάντιο, διότι από αυτό εκπήγαζε η ανατολική ορθόδοξη αντίληψη περί κράτους, αυτή που ενέπνευσε τα μεταγενενέστερα διαμορφωθέντα κράτη. Η πρώτη χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία έλαβε τον Χριστιανισμό από το Βυζάντιο ήταν η Βουλγαρία, η οποία όμως ήταν και η πρώτη που διεκδίκησε τη χειραφέτησή της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο ηγεμόνας της Βόρης τον 9ο αιώνα, επειδή έβλεπε την εκκλησιαστική εξάρτηση της χώρας του από την Κωνσταντινούπολη ως τρόπο επιρροής επ’ αυτής του Βυζαντίου, απαίτησε τη χειραφέτηση της Εκκλησίας του. Ο κύριος παράγοντας που διεδραμάτιζε ενεργό πρόσωπο στη διεκδίκηση του αυτοκεφάλου υπήρξε η κοσμική εξουσία, την οποία ενσάρκωνε ο ηγεμόνας μιας χώρας. Σε πρώτο στάδιο η αρχή που αποφάσιζε την εκχώρηση του αυτοκεφάλου ήταν η σύνοδος των επισκόπων, αργότερα δε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από τη στιγμή όμως που ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού Κράτους η Εκκλησία συνδέθηκε αναπόσπαστα μ’ αυτό και ο ρόλος του αυτοκράτορα στα εκκλησιαστικά πράγματα άρχισε να γίνεται αποφασιστικός. Βεβαίως η αυτοκρατορική παρέμβαση στα εκκλησιαστικά πράγματα δεν άφηνε ασυγκίνητη την Εκκλησία, η οποία προσπαθούσε πάντοτε να κατοχυρώσει τη δική της εξουσία, είτε εγκρίνοντας εκ των υστέρων την αυτοκρατορικη παρέμβαση, εμφανιζόμενη ότι συμφωνεί μ’ αυτήν, είτε με την υποχώρηση του αυτοκράτορα μπροστά στις αντίθετες προς τις δικές του αποφάσεις της Εκκλησίας. Με μία ανάλυση των σχετικών πηγών, κυρίως του 9ου αίώνα, καταφαίνεται σαφώς αυτή η εξέλιξη, η οποία μάλιστα επικεντρώνεται στη διατύπωση του μεγάλου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου, ότι τα εκκλησιατικά πράγματα μεταβάλλονται σύμφωνα με τις μεταβολές που επέρχονται στην κοσμική επικράτεια και διοίκηση. Επιστέγασμα μιας παρόμοιας αντίληψης ήταν και η αναγνώριση της απόλυτης εξουσίας του αυτοκράτορα, στο να κελεύει, σύμφωνα με την κρίση του, και τη μεταβολή των εκκλησιαστικών πραγμάτων, η δε Εκκλησία να αποδέχεται αυτά τα οποία αυτός αποφάσιζε.

Ενώ για την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως η προαγωγή της σε αυτοκέφαλη οφειλόταν στην πνευματική της αυτάρκεια και στη σπουδαιότητα της πόλης, αρχή που είχε ήδη ισχύσει στη χριστιανική αρχαιότητα, στην περίπτωση των σλαβικών Εκκλησιών, για τη χειραφέτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ίσχυσε η εθνικοπολιτική διεκδίκηση. Οι Εκκλησίες Βουλγαρίας, Σερβίας και Ρωσίας προήλθαν από την ιεραποστολική δραστηριότητα του Βυζαντίου και ενώ αρχικώς υπάγονταν σ’ αυτό, στη συνέχεια ζήτησαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Η Κωνσταντινούπολη είχε διδάξει στους Σλάβους τη θεωρία των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, προπαντός δε των σχέσεων αυτοκράτορα και εκκλησιαστικής κεφαλής• ερχόταν λοιπόν η στιγμή να εφαρμόσουν και αυτοί την ίδια πολιτικοεκκλησιαστική θεωρία. Εδώ πρέπει να γίνει μία παρένθεση, η οποία ενέχει ιδιαίτερη σημασία: Όταν οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος ανέλαβαν το ιεραποστολικό και εκπολιτιστικό έργο τους μεταξύ των Σλάβων της Μεγάλης Μοραβίας, έδωσαν σ’ αυτούς όχι μόνο σλαβικό αλφάβητο και γραπτό λόγο, αλλά και νομοθεσία και οδηγίες προς τον ηγεμόνα για τον τρόπο που πρέπει να κυβερνά τη χώρα του. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από μία καθαρώς εκκλησιαστική διαδικασία και δραστηριότητα, οι δύο ιεραπόστολοι συνέβαλαν στην οργάνωση εθνικού κράτους και στην οριστική αποδέσμευση αυτού από τη λατινική γλώσσα, όπως και στην εθνική αυτοτέλειά του και την απελευθέρωση από την ηγεμονία των Φράγκων. Έτσι, όταν στη συνέχεια εκχριστιανίστηκαν η Βουλγαρία και η Ρωσία, η βυζαντινή νομοθεσία που είχαν μεταφέρει στους Σλάβους της Μοραβίας ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος πέρασε και σ’ αυτές τις δύο χώρες. Ήταν λοιπόν το εκκλησιαστικό καθεστώς εκείνο που οικοδομούσε την εσωτερική οργάνωση του σλαβικού κράτους της Μεγάλης Μοραβίας, επάνω σε πρότυπα που έρχονταν από μια από αιώνες συγκροτημένη αυτοκρατορία.

Ανατρέχοντας στα γεγονότα της Ιστορίας οφείλουμε να έρθουμε και στις επιβιώσασες σλαβικές χώρες και να δούμε πώς λειτούργησε αυτή η ορθόδοξη συμβολή στην ανάπτυξη κρατικής υπόστασης. Είπαμε ότι η πρώτη χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης που εκχριστιανίστηκε ήταν η Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι ήταν λαός με σωστή αντίληψη της κρατικής οργάνωσης, γεγονός το οποίο τους οδήγησε αμέσως στην υιοθέτηση βυζαντινών προτύπων πριν ακόμη εκχριστιανιστεί η χώρα. Όπως ήδη σημειώθηκε, μετά τον εκχριστιανισμό της τον 9ο αιώνα, η Βουλγαρία απαίτησε την εκκλησιαστική ανεξαρτησία της καθώς και την αποδέσμευση από τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, ανοίγοντας έτσι μία νέα προοπτική ανανέωσης της κρατικής της οντότητας. Ύστερα από αυτή την ενέργεια λοιπόν βλέπουμε την Εκκλησία να ενισχύει την αυτοτέλεια του κράτους με την εξασφάλιση και της δικής της ανεξαρτησίας. Τα βυζαντινά πρότυπα οργάνωσης και διοίκησης μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία αυτούσια. Η εκκλησιαστική κεφαλή βρισκόταν στο πλευρό του ηγεμόνα, ο οποίος ονομάστηκε «τσάρος». Το κράτος έλαβε καθαρά εθνικό χαρακτήρα και η Εκκλησία συνέβαλε ουσιαστικά στην εμπέδωσή του. Η Εκκλησία ενήργησε ως ο θεματοφύλακας των εθνικών ιδεωδών του κράτους. Η Βουλγαρία ήταν η πρώτη χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης που υπέστη την τουρκική κατάκτηση το 1393, γεγονός που είχε ως συνέπεια να χαθούν πολλά στοιχεία της εθνικής της ταυτότητας καθώς και η γνώση για το ένδοξο κρατικό παρελθόν της. Αυτός όμως που το έτος 1762 αφύπνισε τη βουλγαρική συνείδηση και υπήρξε ο εθνεγέρτης του βουλγαρικού λαού ήταν ένας ομοεθνής μοναχός του Αγίου Όρους, ο Παΐσιος Χιλανδαρινός, το εθνικό σάλπισμα του οποίου εγκολπώθηκε αμέσως ο βουλγαρικός κλήρος, ο οποίος στη συνέχεια διεδραμάτισε πολύ ενεργό ρόλο στην αφύπνιση της ιδέας του εθνικού κράτους.

Αν τώρα περάσουμε στη Σερβία θα βρούμε και εκεί πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που μαρτυρούν τη συμβολή της χριστιανικής Εκκλησίας στη διαμόρφωση του εθνικού κράτους. Ο πρώτος οργανωτής της Σερβικής Εκκλησίας, ο άγιος Σάββας, που έζησε τον 12 αιώνα, ήταν γιος του βασιλέα της Σερβίας Συμεών. Και οι δύο εγκαταβίωσαν ως μοναχοί στο Άγιον Όρος. Στη συνέχεια ο Σάββας ανακηρύχθηκε αρχιεπίσκοπος Σερβίας από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και μετέφερε στο σερβικό κράτος πρότυπα βυζαντινά. Αξιοσημείωτο γεγονός στη σερβική μεσαιωνική λογοτεχνία είναι η συγγραφή από τον Σέρβο αρχιεπίσκοπο Δανιήλ τον 13ο αιώνα των βιογραφιών Σέρβων βασιλέων και αρχιεπισκόπων, ένα έργο που γνώρισε μεγάλη διάδοση, και το οποίο ενσαρκώνει την ιδέα του εθνικού κράτους και του ηγεμόνα ως προστάτη της θρησκείας του. Έχουμε εδώ την ταύτιση της χριστιανικής θρησκευτικής και της κρατικής οντότητας, μέσα σε καθαρά εθνικό κλίμα. Η ηρωική μάχη του Σέρβου βασιλέα Λαζάρου στο Κόσσοβο το 1389, και η θυσία του για την υπεράσπιση του σερβικού έθνους, δημιουργεί ένα νέο αξιόλογο κύκλο συγγραφών από εκκλησιαστικά πρόσωπα, στις οποίες κυριαρχεί και πάλι η έννοια του εθνικού κράτους. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι τόσο στη Βουλγαρία όσο και στη Σερβία η Εκκλησία ήταν εκείνη που συνέβαλε στην επιβίωση της ιδέας του εθνικού κράτους.

Στον ρωσικό χώρο οι πραγματικότητες που αναφέραμε έχουν μία δική τους ιδιοτυπία. Η Ρωσία από τον εκχριστιανισμό της το 988 και μέχρι το 1589 έμεινε εκκλησιαστικώς υποταγμένη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως μία απλή μητρόπολη. Αποτελούμενη αρχικώς από επί μέρους ηγεμονίες (Княжества), βαθμηδόν η Ρωσία διαμορφώθηκε σε ένα συγκροτημένο κράτος με κέντρο την ηγεμονία της Μόσχας, στην οποία υποτάχθηκαν όλες οι υπόλοιπες. Παρά την αρχική κατάτμησή της σε ηγεμονίες, η Ρωσία εκκλησιαστικώς διοικείτο από έναν και μόνο μητροπολίτη. Από το 988 έως το 1439 διοίκησαν τη Ρωσία συνολικώς 31 μητροπολίτες, από τους οποίους οι 25 ήταν Έλληνες και ένας Βούλγαρος, αλλά και αυτός απεσταλμένος από την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι το έτος 1237 ο μητροπολίτης Ρωσίας είχε έδρα το Κίεβο, αλλά μετά την κατάληψη της πόλης από τους Μογγόλους εγκαταστάθηκε στη Μόσχα. Οι Ρώσοι ηγεμόνες εξαρχής υιοθέτησαν όλα τα πρότυπα οργάνωσης κράτους και Εκκλησίας που παρείχε το Βυζάντιο, και με βάση αυτά συγκροτούσαν τις δικές τους κρατικές και εκκλησιαστικές δομές, οι οποίες βέβαια λάμβαναν τις αποχρώσεις του ρωσικού εθνικού χαρακτήρα. Οι μητροπολίτες βρίσκονταν παρά το πλευρό των ηγεμόνων στην πρωτεύουσα της ηγεμονίας. Στο Κιέβο κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας Σοφίας, σε απομίμηση αυτού της Κωνσταντινουπόλεως. Οι Ρώσοι δεν έσπευσαν να ζητήσουν την εκκλησιαστική αποδεύσμευση από τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως. Ζώντας υπό τη σκέπη της βυζαντινής πρωτεύουσας ένιωθαν έναν δεσμό με την αυτοκρατορία. Αργότερα οικοδόμησαν και δική τους αυτοκρατορία οι δε μητροπολίτες συνέβαλαν σε αυτή τη διαδικασία. Ζώντας δίπλα στους ηγεμόνες ήταν πολλές φορές πολύτιμοι σύμβουλοι και ενίσχυαν την εξουσία τους. Οι Έλληνες μητροπολίτες δεν έκαναν ποτέ προσπάθεια να επιβάλλουν την ελληνική γλώσσα στη Ρωσία, αντιθέτως μάλιστα οι συγγραφές τους που έχουν διασωθεί είναι όλες γραμμένες στη ρωσική γλώσσα, γεγονός που αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν αντιστρατεύονταν τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους αλλά αντιθέτως τον ενίσχυαν και τον υπέλθαπαν. Μέσα στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μόσχα (Успенский собор) υπήρχε συγχρόνως ο θρόνος του μητροπολίτη και ο θρόνος του ηγεμόνα, αργότερα δε του τσάρου, κάτι που δήλωνε μία σαφή απομίμηση της βυζαντινής πρακτικής. Ο θρησκευτικός παράγοντας λειτούργησε και στη Ρωσία ως δύναμη οικοδομής του εθνικού κράτους.

Το Ρουμανικό Κράτος, το οποίο προέκυψε από τη συνένωση ηγεμονιών, παρά τις διάφορες εξωτερικές επιδράσεις, δυτικές, ελληνικές και σλαβικές, που δέχθηκε στη διάρκεια αιώνων, τελικώς κατέληξε σε ένα ενιαίο εθνικό μόρφωμα, για τη δημιουργία του οποίου σε μεγάλο βαθμό συνέβαλε η ορθόδοξη παράδοση του ρουμανικού λαού, δοθέντος ότι η Εκκλησία διατήρησε τη γλώσσα αυτού του λαού και καλλιέργησε την ιδέα του ενιαίου ισχυρού κράτους. Από τις νεότερες αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι και αυτή της Ελλάδος, που δημιουργήθηκε μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους το 1830. Και εδώ έχουμε την ενεργό ανάμιξη του εκκλησιαστικού παράγοντα για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους.

Χρειάστηκε να γίνει αυτή η ιστορική ανασκόπηση, διότι κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να φανεί πόσο μέσα στον κόσμο του ορθόδοξου ανατολικού χριστιανισμού η εκκλησιαστική πραγματικότητα συμβαδίζει με την κρατική. Τίθεται το ερώτημα: αποτελεί αυτή η πραγματικότητα μία λανθασμένη αντίληψη του Χριστιανισμού, μία εκτροπή από τη ρήση του Χριστού, ότι η βασιλεία του δεν προέρχεται από τον κόσμο αυτό; Νομίζω πως όχι. Η κοσμική εξουσία υπάρχει ως πραγματικότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο ανατολικός ορθόδοξος χριστιανισμός, εκπροσωπούμενος από την οργανωμένη Εκκλησία, προσπάθησε να συμβιώσει με την κοσμική εξουσία, την οποία εκπροσωπούσε το οργανωμένο εθνικό κράτος, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, εφόσον μπορούσε, προσπαθούσε η Εκκλησία να το καθοδηγήσει στο να ακολουθήσει αυτό τις αρχές της χριστιανικής πίστης. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία είχε ως επίσημη κρατική γλώσσα την ελληνική και υπήρξε κληρονόμος της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, είχε χαρακτήρα πολυεθνικό, περιλαμβάνοντας μέσα της διάφορες φυλές και λαούς, ενώ τα κράτη που έλαβαν από αυτήν τον Χριστιανισμό είχαν συγκεκριμένο εθνικό χαρακτήρα. Η Ορθοδοξία διέσωσε στα κράτη αυτά την εθνική συνείδηση, διατήρησε τη γλώσσα τους, η οποία ήταν μία επιβεβαίωση της αυτοτελούς εθνικής υπόστασης, δημιούργησε σχολεία, βοήθησε στην ανάπτυξη κρατικής υπόστασης και έξασφάλισε την ιστορική τους συνέχεια. Έτσι επήλθε μία ταύτιση Εκκλησίας και έθνους, γεγονός το οποίο, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν ίσχυσε στον δυτικό κόσμο και γι’ αυτό του έμεινε άγνωστη και ακατανόητη αυτή η ιδιαιτερότητα της ανατολικής Ορθοδοξίας. Συμπερασματικώς μπορούμε να πούμε ότι οι χώρες της ανατολικής ορθόδοξης παράδοσης, παρά τις κάποιες κατά καιρούς πολιτικές διαφορές μεταξύ τους, αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο, με βάση την κοινή πίστη που τους κληροδότησε η Ορθοδοξία, τις κοινές πνευματικές και πολιτιστικές αρχές και αξίες, τους αγώνες για τη διατήρηση αλώβητης της πίστης, κατέχουν πολύ ισχυρούς κοινούς δεσμούς. Αυτοί οι δεσμοί θα μπορούσαν ίσως υπό προοπτική να αποτελέσουν βασική προϋπόθεση και για μία κοινή πολιτική προσέγγιση.

H γιορτή για τα 30 χρόνια του Α.Ν.Ο.Ζ. μία πετυχημένη στιγμή στην αθλητική ιστορία του νησιού μας

Της Κατερίνας Δεμέτη


Το αθλητικό ρεπορτάζ, που αφορά στην Κυριακή 11 Ιουλίου 2010, εδώ στο νησί μας, ξεπερνά κατά τη γνώμη μας, τον τελικό της μεγαλύτερης αθλητικής συνάντησης ποδοσφαίρου που πραγματοποιήθηκε στη Νότια Αφρική. Και αυτό, γιατί πιστεύουμε ότι η επιτυχία ή η αποτυχία μίας δραστηριότητας, δεν εντοπίζεται τόσο στο βαθμό αποδοχής της από μεγάλο μέρος του πληθυσμού που έχει άμεση επαγγελματική εξάρτηση απ’ αυτή, ούτε περιχαρακώνεται μέσα στους κύκλους των οπαδών, όσο από το πόσο μπορεί να επηρεάζει σε βάθος χρόνου μία τοπική κοινωνία και να προσφέρει εκείνα τα μέσα αυτοβελτίωσης που μπορούν να ωθήσουν τη νέα γενιά ν’ ασχοληθεί με τον αθλητισμό, με τον πολιτισμό, με την τέχνη, με την κοινωνική προσφορά, με την ευγενή άμιλλα και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο.


Και αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά είχε η γιορτή για τα 30 χρόνια του Αθλητικού Ναυτικού Ομίλου Ζακύνθου (Α.Ν.Ο.Ζ.), που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 11 Ιουλίου στο Ξενοδοχείο ELEΟΝ στο Τραγάκι. Γιατί σ’ αυτή τη γιορτή, οι μικροί αθλητές του Α.Ν.Ο.Ζ., αντιλήφθηκαν ότι η κολύμβηση δεν είναι μία από τις πολλές δραστηριότητες που φορτώνει το σχολικό τους πρόγραμμα, αλλά εντάσσεται σε μία χαρούμενη ενασχόληση που μπορεί να τους προσφέρει γύμναση, κοινωνική επαφή, γνωριμίες, εκτόνωση και μία διαφορετική επικοινωνία με τους δικούς τους, που και οι ίδιοι χαίρονται να καμαρώνουν τα βλαστάρια τους να μεγαλώνουν όμορφα και να φτιάχνουν γερό νου μέσα σε γερά κορμιά.


Και ούτε κουράστηκαν από το μικρό μάθημα ιστορίας, όταν πληροφορήθηκαν ότι στις 15 Αυγούστου του 1895, ο Ζακυνθινός αθλητής Σόλων Ξενόπουλος, της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, κέρδισε τη δεύτερη θέση στα ΤΗΝΙΑ, ενώ ο ίδιος αθλητής, στις 25 Μαρτίου του 1896, συμμετείχε με επιτυχία στους Α΄ Ολυμπιακούς Αγώνες στο αγώνισμα της κολύμβησης των 100μ., 500μ. και 1200 μ..
Ούτε όταν ο Πρόεδρος του Α.Ν.Ο.Ζ. κ. Μπονίκος απαρίθμησε τους προηγούμενους Προέδρους, το Γιάννη Μαρίνο (1980 και 1986-2001), τον αείμνηστο Νίκο Πετρόπουλο (1982 και 1984) το Γιώργο Αντωνόπουλο (2004-2007) και το Νίκο Κόττη (2007-2010).
Το θεώρησαν απόλυτα φυσικό.


Το ίδιο φυσικό πρέπει να θεωρήσει και η επίσημη Πολιτεία την κατασκευή ενός Κολυμβητηρίου στο νησί μας, γιατί κάθε γενιά ξαναφτιάχνει την Ιστορία της, όχι πάνω στα ερείπια, αλλά στις κατακτήσεις της προηγούμενης και η ιστορία της κολύμβησης στο νησί μας είναι μακριά.
Η γιορτή για τα 30 χρόνια του Α.Ν.Ο.Ζ. που συνέπεσε με το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό event ας τους παρακινήσει.
Ήταν τυχαίο; Δε νομίζω.



Διονύση Σέρρα, ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΖΙ… [ολόκληρη η ποιητική συλλογή]



Όνειρου φίλοι
στης πορείας το Κενό-

της πλάσης το κοινόβιο
με αύρας φως να φέγγει.




ΕΙΣ-ΟΔΙΚΟ

Κι αν μ’ άλλο χέρι σαν μα-
χαίρι χαρακώνεις τη γραφή
του μύθου χάνεις την αρχή
και της Σιωπής το επιμύθιο.

Άσκησης λόγος στο χαρτί
σαν κόσμου δίσημου υφάδι-

με κομποσχοίνι (δάκρυ-δάκρυ) μοναχού
από τη γέννα ώς την παύση του σφυγμού
ν’ αργομετράς τη διαδρομή

γι’ αυγής ή ξέφωτου σημάδι.






Στο κοινόβιο του μοναχού μαζί…


1

Ανάδυση


- μ’ όσους του κύκλου τη σχεδία (δίχως κύμα) οιακίζουν άτρωτη πάντα φέροντας μιαν Αφροδίτη τρωική κ’ έναν Απόλλωνα ιωνικό σ’ ακτής ή διάβασης βωμό- με φως βυθού κι ανάδυσης από κορφές Ανατολής κι από ροές Αντικυθήρων.

2

Αναβίωση

- μ’ όσους τραβώντας με σχεδία στα βαθιά (σ’ άγραφου μύθου Πόντο) σώζουν του νόστου ναυαγούς ώς την Ιθάκη τους- ή απ’ του έπους την τομή (στη ραψωδία για την Τροία της ψυχής) στάζουν στης σάρκας το κενό αίμα του στήθους άστικτο κι άσβηστης μνήμης στάλες.

3

Συνωδία

- μ’ όσους αυλαία αίρουν πάμφωτη σ’ αυλής ή άβατου σκηνή αφήνοντας στην αγορά τον θίασο της Νέκυιας με προσωπεία του κενού ή σώματα φυγής να συνωδούν (μονότονα) την παρωδία της Γέννας.

4

Ηδυμέλεια

- με όσους στις μέσα παύσεις του πυρρίχιου και στους σπονδείους της σελήνης σαν την ακοίμητη Σαπφώ στη Λέσβο τους για τους κλητούς της Ερημιάς χορδές και ίαμβους σφυγμού (σαν φθόγγους ίμερου ή δέησης ψαλμούς) αμίλητοι μελίζουν.

5

Αντίσταση

- με όσους σε σκοπιάς ή άμυνας στηθαία σαν Ίωνες ανάβασης ή μαχητές της εσχατιάς για καύσης φως αντιπαλεύουνε της Δυναστείας τη στρατιά τους μισθοφόρους του κλοιού ή τους υπήκοους της Αφασίας.

6

Βραχογραφία

- μ’ όσους για πέτρας φως βυθίζονται σε φλέβα Φοίβου μυθική και νιώθουν θαύματα να χρυσουργεί στου βράχου το ουράνισμα η σμίλη του Φειδία.


Καταφυγή

- μ’ όσους την πίκρα σβήνουν πίνοντας κοκτέιλ Μοναξιάς μ’ άχνας παγάκια μαγικά γι’ άπυρης φλόγας σώμα- στην αγωνία της γωνιάς καπνίζοντας (για μέθης σωθικά) ισόβια μια δόση καταφρόνιας.


Μετάσταση

- μ’ όσους χαράζουν (μυστικά) το συναξάρι τους στο περιθώριο του μπαρ ή στη γωνιά κάθε (γι’ ανάσα) κρύπτης το σώμα αίροντας από τον Άθω τους στον Γολγοθά- σε όρθρου φως ή όνειρου φωτιά να σβήνουν (με το δάκρυ τους) τα μελανώματα της δύσης.

8

Υπογράμμιση

- μ’ όσους γι’ άρρητου Λόγου δώρημα (ή ευαγγέλιου χαρά) σαν μύστες όλβου ή μαγείας καθηλώνουν της Αγοράς ονειροθύτες και συνοδίτες του Κενού- σε σπαραγμού μονόφυλλα τ’ ανείπωτα υπογραμμίζοντας μ’ ακίδας χάδι και ανάσα πυρετού ή με της αποκάλυψης το διάφανο μελάνι.

9

Προσκύνηση

- με όσους σαν Ναΐτες της Ιδέας μαστιγώνουν σάρκες εμπόρων ή λιπώματα κριτών σε θόλου τέμπλο (γι’ αύρας Χάρη) προσκυνώντας ήλους θυσίας και θωπείας Οφθαλμό.

10

Πληρωμή

- μ’ όσους κρυφά παραδομένοι (σαν ψυχή) στον άγιο-δαίμονα Ρεμπώ μ’ έκλαμψης σώμα και ηδύσημα φυγής μέχρι το τέλος το ταξίδι τους πληρώνουν- πάντα κρατώντας στου σταθμού τους τη γραμμή (με θύρας άθωρης κλειδί) κλειστή μια θέση για τον γυρισμό στης εξορίας τους την κόλαση.

11

Θαλπωρή

- μ’ όσους πυρώνουνε σ’ αυγής φωτιά μιας άνοιξης τα όνειρα και τα σημάδια σαν Λαύρας λάβαρα θριαμβικά σε κορυφές χώρας λυγμού ή σε χαράγματα της ενδοχώρας.

12

Φωτογονία
Του Σολωμού, για τ’ «αλωνάκι» του

- με όσους δάκρυ γέννας (ως το θάνατο) τους συνοδεύει στις νύχτες τους χαράζοντας γι’ αφές λαμπρής σταυρούς ή γέρνοντας σε κόψης γη μ’ ολόχρυση την πέτρα νιώθουν ν’ αλέθουνε για φως (του Χρέους πολιορκισμένοι) στα σωθικά του πάθους πειρασμούς.

13

Ακροβασία

- με όσους στάζουν πάνδωρο το σπέρμα της ζωής σε πόνου μήτρα ή σχισμή ονειροθήκης του Κήπου ήλιοι να χρυσώνουν το κορμί- με φως χαρούμενο ν’ ακροβατεί στης σκοτοδίνης την αυλή ή στου Αυτόθυτου τα τείχη.

14

Κλήση
Του Αλέξη Τραϊανού, εωθινό

- με όσους υγρής σελίδας φέγγοντας (βαθιά) το μαύρο σήμα ίλιγγου στίχους στρέφουνε στο στήθος σαν τροχούς και τον δραπέτη της αυγής καλούν σε διαδρομής συντρίμματα- τους ήχους της εξάτμισης (ανάκουστοι) να συνωδούν και με σφυγμού παράβαση να κόβουνε το νήμα.

15

Λύτρωση
Μίλτου Σαχτούρη, του πυρφόρου

- μ’ όσους θηρεύουν άοπλοι τρελούς λαγούς ή την αυλή τους ζώνουνε με μύθου χρυσαλίδες γι’ ακτές βυθού φτερώνοντας και Κήπους ουρανού- μ’ ανθούς αυγής να ραίνουνε της νύχτας μονωδούς και τις θηλιές να λύνουνε με Όνειρου θωπείες.

16

Λειτουργία
Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

- με όσους σε βάθη χώρας δυσμικής ή σε πολέμου χαρακώματα του Λόγου άγιο βήμα (για μετάληψη) υψώνουν- της Χάρης μύστες ορφικοί και οίστρου πάντονοι Χοροί για νιότης σώματα να λειτουργούν σαν κοινωνοί κόσμου γλαυκού ώς τ’ άδυτα της Λύπης ηλιοφόροι.

17

Επικύρωση

- μ’ όσους ρητά καταψηφίζουνε στης διαρχίας τη Βουλή των σωματοφυλάκων τα προνόμια ή σβήνουν τα ενδόσημα της ήττας και της κατοχής- μ’ όρκου πνοές κυρώνοντας (πριν απ’ του τέλους τη στιγμή) της Ευπλασίας τα διατάγματα τις παραγράφους της Ακμής ή της Φιλότητας τα άρθρα.

18

Καταδίκη

- με όσους σαν ιδιώνυμοι δραπέτες εσοχής ισόβια βιάζουν την κυρία Λογική τους δικάζοντας (αυτόκλητοι) του τρόμου το κορμί στης κρίσης το τακτό Μονομελές ή στης ψευδαίσθησης το άδειο Εφετείο.

19

Αφόπλιση

- μ’ όσους σε νύχτας πάλη πάνσωμη σαν ζώνουν όνειρα και πόρους της Κτήσης οι ταγοί μες από χάσματα πνοής γλιστρούν (ανείδωτοι) στης άλωσης την πύλη- φρουρούς της πλάσης πάνοπλους κι άλλους οπλίτες εισβολής μ’ αφές του στήθους άγνωρες ή με μαγνήτες της παλάμης ν’ αφοπλίζουν.

20

Αναμονή

- μ’ όσους βαθιά θηρεύοντας πλάσματα λάμψης και αλκής γι’ άθλα κορφής ή λάφυρα σαγήνης της σάρκας τον ζυγό τους σέρνουνε- φλέβες ματώνοντας της Ηδονής στις κρύπτες της αναμονής στου στόχου τα περάματα ή στις παγίδες του τοπίου.

21

Ανά-γνωση

- μ’ όσους του μύθου σήματα (ιερογλυφικά) σε σκήτης ή σε δρόμου σαρκοφάγο μ’ αλφάβητο σιωπής τ’ αποκρυπτογραφούν- της Μνήμης σώματα (ή σωθικά) να συναντούν γι’ ανά-γνωση άλλης γραφής ή γι’ αποστήθιση θαυμάτων.

22

Παράσταση

- μ’ όσους ικέτες (δίχως δάκρυ) σε κοινόβιου σκηνή φροντίζουν πάντα μοναχοί της δοκιμής τα προσωπεία- στην τακτική παράσταση (με το μυθόδραμα της Προσμονής) να μη μετρούν αλάθητα της κρίσης οι πιστοί του σκηνοθέτη τα ευρήματα ή της παράβασης τα κύρια σημεία.

23

Κοσμογονία

- μ’ όσους σε Ύβρης κόσμο ή σε άβυσσο ψυχής (μ’ άχαρα κύμβαλα βουής τα λάθη ν’ αλαλάζουν) σκήτες γαλήνης ή κοινόβια πνοής με τους χρυσόκοκκους της Πλάσης θεμελιώνουν- δεσμώτες θλίψης ή παράκλησης θνητοί του Ποιητή δώρα τιμής να κοινωνούν γι’ Αυγής σπορές εαρινές ή για παράδεισου χαμένους γόνους.

24α

Συν-άθροιση

- μ’ όσους σ’ άδειο κελί (ακίνητοι) κόμπους μετράνε και σχισμές από τα δίχτυα του γεννήτορα ή της θηλιές της μήτρας αθροίζοντας (αλάθητα) της σύλληψης ποινές- δίχως να φέγγει (σαν το δάκρυ) της παγίδας το κλειδί μην και ξεφύγει (δυο κομμάτια) το κορμί απ’ της λαβής τ’ άλυτα δάχτυλα και της παράλυσης τα νύχια.

24β

Πορεία

- με όσους
αίρουνε
(σφιχτό-
δετοι) στο μονο-
πάτι τους
ή
σε μονό-
δρομου
διπλή
γραμμή
τις α-
λυσίδες
του σφυγμού
και
ης αφής

μ’ άπορο
σώμα
διχασμού
ή
με των κρί-
κων τα ση-
μάδια
(σαν
της γέννας)
ματω-
μένα

και
σαν α-
σύλληπτοι
φυγάδες
αντοχής
τη δια-
δρομή
στης Αυτα-
πάτης
το κελί
- ώς της σκιό-
φωτης
πορείας
τη στροφή
ή της δια-
σταύρωσης
το μαύρο
σήμα –

σ
υ
ν
ε
χ
ί
ζ
ο
υ
ν
Related Posts with Thumbnails