© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Διονύση Σέρρα, ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΖΙ… [ολόκληρη η ποιητική συλλογή]



Όνειρου φίλοι
στης πορείας το Κενό-

της πλάσης το κοινόβιο
με αύρας φως να φέγγει.




ΕΙΣ-ΟΔΙΚΟ

Κι αν μ’ άλλο χέρι σαν μα-
χαίρι χαρακώνεις τη γραφή
του μύθου χάνεις την αρχή
και της Σιωπής το επιμύθιο.

Άσκησης λόγος στο χαρτί
σαν κόσμου δίσημου υφάδι-

με κομποσχοίνι (δάκρυ-δάκρυ) μοναχού
από τη γέννα ώς την παύση του σφυγμού
ν’ αργομετράς τη διαδρομή

γι’ αυγής ή ξέφωτου σημάδι.






Στο κοινόβιο του μοναχού μαζί…


1

Ανάδυση


- μ’ όσους του κύκλου τη σχεδία (δίχως κύμα) οιακίζουν άτρωτη πάντα φέροντας μιαν Αφροδίτη τρωική κ’ έναν Απόλλωνα ιωνικό σ’ ακτής ή διάβασης βωμό- με φως βυθού κι ανάδυσης από κορφές Ανατολής κι από ροές Αντικυθήρων.

2

Αναβίωση

- μ’ όσους τραβώντας με σχεδία στα βαθιά (σ’ άγραφου μύθου Πόντο) σώζουν του νόστου ναυαγούς ώς την Ιθάκη τους- ή απ’ του έπους την τομή (στη ραψωδία για την Τροία της ψυχής) στάζουν στης σάρκας το κενό αίμα του στήθους άστικτο κι άσβηστης μνήμης στάλες.

3

Συνωδία

- μ’ όσους αυλαία αίρουν πάμφωτη σ’ αυλής ή άβατου σκηνή αφήνοντας στην αγορά τον θίασο της Νέκυιας με προσωπεία του κενού ή σώματα φυγής να συνωδούν (μονότονα) την παρωδία της Γέννας.

4

Ηδυμέλεια

- με όσους στις μέσα παύσεις του πυρρίχιου και στους σπονδείους της σελήνης σαν την ακοίμητη Σαπφώ στη Λέσβο τους για τους κλητούς της Ερημιάς χορδές και ίαμβους σφυγμού (σαν φθόγγους ίμερου ή δέησης ψαλμούς) αμίλητοι μελίζουν.

5

Αντίσταση

- με όσους σε σκοπιάς ή άμυνας στηθαία σαν Ίωνες ανάβασης ή μαχητές της εσχατιάς για καύσης φως αντιπαλεύουνε της Δυναστείας τη στρατιά τους μισθοφόρους του κλοιού ή τους υπήκοους της Αφασίας.

6

Βραχογραφία

- μ’ όσους για πέτρας φως βυθίζονται σε φλέβα Φοίβου μυθική και νιώθουν θαύματα να χρυσουργεί στου βράχου το ουράνισμα η σμίλη του Φειδία.


Καταφυγή

- μ’ όσους την πίκρα σβήνουν πίνοντας κοκτέιλ Μοναξιάς μ’ άχνας παγάκια μαγικά γι’ άπυρης φλόγας σώμα- στην αγωνία της γωνιάς καπνίζοντας (για μέθης σωθικά) ισόβια μια δόση καταφρόνιας.


Μετάσταση

- μ’ όσους χαράζουν (μυστικά) το συναξάρι τους στο περιθώριο του μπαρ ή στη γωνιά κάθε (γι’ ανάσα) κρύπτης το σώμα αίροντας από τον Άθω τους στον Γολγοθά- σε όρθρου φως ή όνειρου φωτιά να σβήνουν (με το δάκρυ τους) τα μελανώματα της δύσης.

8

Υπογράμμιση

- μ’ όσους γι’ άρρητου Λόγου δώρημα (ή ευαγγέλιου χαρά) σαν μύστες όλβου ή μαγείας καθηλώνουν της Αγοράς ονειροθύτες και συνοδίτες του Κενού- σε σπαραγμού μονόφυλλα τ’ ανείπωτα υπογραμμίζοντας μ’ ακίδας χάδι και ανάσα πυρετού ή με της αποκάλυψης το διάφανο μελάνι.

9

Προσκύνηση

- με όσους σαν Ναΐτες της Ιδέας μαστιγώνουν σάρκες εμπόρων ή λιπώματα κριτών σε θόλου τέμπλο (γι’ αύρας Χάρη) προσκυνώντας ήλους θυσίας και θωπείας Οφθαλμό.

10

Πληρωμή

- μ’ όσους κρυφά παραδομένοι (σαν ψυχή) στον άγιο-δαίμονα Ρεμπώ μ’ έκλαμψης σώμα και ηδύσημα φυγής μέχρι το τέλος το ταξίδι τους πληρώνουν- πάντα κρατώντας στου σταθμού τους τη γραμμή (με θύρας άθωρης κλειδί) κλειστή μια θέση για τον γυρισμό στης εξορίας τους την κόλαση.

11

Θαλπωρή

- μ’ όσους πυρώνουνε σ’ αυγής φωτιά μιας άνοιξης τα όνειρα και τα σημάδια σαν Λαύρας λάβαρα θριαμβικά σε κορυφές χώρας λυγμού ή σε χαράγματα της ενδοχώρας.

12

Φωτογονία
Του Σολωμού, για τ’ «αλωνάκι» του

- με όσους δάκρυ γέννας (ως το θάνατο) τους συνοδεύει στις νύχτες τους χαράζοντας γι’ αφές λαμπρής σταυρούς ή γέρνοντας σε κόψης γη μ’ ολόχρυση την πέτρα νιώθουν ν’ αλέθουνε για φως (του Χρέους πολιορκισμένοι) στα σωθικά του πάθους πειρασμούς.

13

Ακροβασία

- με όσους στάζουν πάνδωρο το σπέρμα της ζωής σε πόνου μήτρα ή σχισμή ονειροθήκης του Κήπου ήλιοι να χρυσώνουν το κορμί- με φως χαρούμενο ν’ ακροβατεί στης σκοτοδίνης την αυλή ή στου Αυτόθυτου τα τείχη.

14

Κλήση
Του Αλέξη Τραϊανού, εωθινό

- με όσους υγρής σελίδας φέγγοντας (βαθιά) το μαύρο σήμα ίλιγγου στίχους στρέφουνε στο στήθος σαν τροχούς και τον δραπέτη της αυγής καλούν σε διαδρομής συντρίμματα- τους ήχους της εξάτμισης (ανάκουστοι) να συνωδούν και με σφυγμού παράβαση να κόβουνε το νήμα.

15

Λύτρωση
Μίλτου Σαχτούρη, του πυρφόρου

- μ’ όσους θηρεύουν άοπλοι τρελούς λαγούς ή την αυλή τους ζώνουνε με μύθου χρυσαλίδες γι’ ακτές βυθού φτερώνοντας και Κήπους ουρανού- μ’ ανθούς αυγής να ραίνουνε της νύχτας μονωδούς και τις θηλιές να λύνουνε με Όνειρου θωπείες.

16

Λειτουργία
Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

- με όσους σε βάθη χώρας δυσμικής ή σε πολέμου χαρακώματα του Λόγου άγιο βήμα (για μετάληψη) υψώνουν- της Χάρης μύστες ορφικοί και οίστρου πάντονοι Χοροί για νιότης σώματα να λειτουργούν σαν κοινωνοί κόσμου γλαυκού ώς τ’ άδυτα της Λύπης ηλιοφόροι.

17

Επικύρωση

- μ’ όσους ρητά καταψηφίζουνε στης διαρχίας τη Βουλή των σωματοφυλάκων τα προνόμια ή σβήνουν τα ενδόσημα της ήττας και της κατοχής- μ’ όρκου πνοές κυρώνοντας (πριν απ’ του τέλους τη στιγμή) της Ευπλασίας τα διατάγματα τις παραγράφους της Ακμής ή της Φιλότητας τα άρθρα.

18

Καταδίκη

- με όσους σαν ιδιώνυμοι δραπέτες εσοχής ισόβια βιάζουν την κυρία Λογική τους δικάζοντας (αυτόκλητοι) του τρόμου το κορμί στης κρίσης το τακτό Μονομελές ή στης ψευδαίσθησης το άδειο Εφετείο.

19

Αφόπλιση

- μ’ όσους σε νύχτας πάλη πάνσωμη σαν ζώνουν όνειρα και πόρους της Κτήσης οι ταγοί μες από χάσματα πνοής γλιστρούν (ανείδωτοι) στης άλωσης την πύλη- φρουρούς της πλάσης πάνοπλους κι άλλους οπλίτες εισβολής μ’ αφές του στήθους άγνωρες ή με μαγνήτες της παλάμης ν’ αφοπλίζουν.

20

Αναμονή

- μ’ όσους βαθιά θηρεύοντας πλάσματα λάμψης και αλκής γι’ άθλα κορφής ή λάφυρα σαγήνης της σάρκας τον ζυγό τους σέρνουνε- φλέβες ματώνοντας της Ηδονής στις κρύπτες της αναμονής στου στόχου τα περάματα ή στις παγίδες του τοπίου.

21

Ανά-γνωση

- μ’ όσους του μύθου σήματα (ιερογλυφικά) σε σκήτης ή σε δρόμου σαρκοφάγο μ’ αλφάβητο σιωπής τ’ αποκρυπτογραφούν- της Μνήμης σώματα (ή σωθικά) να συναντούν γι’ ανά-γνωση άλλης γραφής ή γι’ αποστήθιση θαυμάτων.

22

Παράσταση

- μ’ όσους ικέτες (δίχως δάκρυ) σε κοινόβιου σκηνή φροντίζουν πάντα μοναχοί της δοκιμής τα προσωπεία- στην τακτική παράσταση (με το μυθόδραμα της Προσμονής) να μη μετρούν αλάθητα της κρίσης οι πιστοί του σκηνοθέτη τα ευρήματα ή της παράβασης τα κύρια σημεία.

23

Κοσμογονία

- μ’ όσους σε Ύβρης κόσμο ή σε άβυσσο ψυχής (μ’ άχαρα κύμβαλα βουής τα λάθη ν’ αλαλάζουν) σκήτες γαλήνης ή κοινόβια πνοής με τους χρυσόκοκκους της Πλάσης θεμελιώνουν- δεσμώτες θλίψης ή παράκλησης θνητοί του Ποιητή δώρα τιμής να κοινωνούν γι’ Αυγής σπορές εαρινές ή για παράδεισου χαμένους γόνους.

24α

Συν-άθροιση

- μ’ όσους σ’ άδειο κελί (ακίνητοι) κόμπους μετράνε και σχισμές από τα δίχτυα του γεννήτορα ή της θηλιές της μήτρας αθροίζοντας (αλάθητα) της σύλληψης ποινές- δίχως να φέγγει (σαν το δάκρυ) της παγίδας το κλειδί μην και ξεφύγει (δυο κομμάτια) το κορμί απ’ της λαβής τ’ άλυτα δάχτυλα και της παράλυσης τα νύχια.

24β

Πορεία

- με όσους
αίρουνε
(σφιχτό-
δετοι) στο μονο-
πάτι τους
ή
σε μονό-
δρομου
διπλή
γραμμή
τις α-
λυσίδες
του σφυγμού
και
ης αφής

μ’ άπορο
σώμα
διχασμού
ή
με των κρί-
κων τα ση-
μάδια
(σαν
της γέννας)
ματω-
μένα

και
σαν α-
σύλληπτοι
φυγάδες
αντοχής
τη δια-
δρομή
στης Αυτα-
πάτης
το κελί
- ώς της σκιό-
φωτης
πορείας
τη στροφή
ή της δια-
σταύρωσης
το μαύρο
σήμα –

σ
υ
ν
ε
χ
ί
ζ
ο
υ
ν

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Αρχιμανδρίτου Φιλαρέτου Ναπ. Σπανοπούλου, Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΛΕΝΗΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ, ΕΝΑΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ

[Από το ετήσιο περιοδικό ΗΛΕΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, εκδ. Βιβλιοπανόραμα, Αμαλιάδα 2009, σσ. 288-296]

Αφιερούται στην μνήμη του πατέρα μου

Είναι μεγίστη τιμή να φέρεις το όνομα ενός σπουδαίου Αγίου της εκκλησίας μας, ο οποίος μάλιστα έλαβε και την προσωνυμία «ελεήμων», χάρης στην αρετή της φιλανθρωπίας την οποία κατείχε. Ο Όσιος Φιλάρετος ο ελεήμων, έτσι τoν αναφέρουν τα περισσότερα Αγιολόγια της Εκκλησίας μας, ήταν αυτός που διαμοίρασε όλα τα υπάρχοντά του για να απαλύνει τον πόνο και την δυσκολία των συνανθρώπων του.
Είναι μεγίστη τιμή όμως να φέρεις και το όνομα μίας σπουδαίας προσωπικότητας της τοπικής μας και όχι μόνο ιστορίας, το όνομα εκείνου που υπήρξε πνευματικός ταγός της Ηλειακής γης, αλλά και εθνομάρτυρας της πίστεως και της πατρίδος μας, του Ιεροεθνομάρτυρα Επισκόπου Ωλένης Φιλαρέτου.
Δια τούτο, ως ένδειξη ελαχίστης τιμής και σεβασμού στον εθνομάρτυρα Επίσκοπο Ωλένης ΦΙΛΑΡΕΤΟ, καταθέτω αυτό το άρθρο.

* * *

Δεν είναι ο Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος ο μόνος Κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας που θυσιάστηκε και εμαρτύρησε στα 400 χρόνια της σκληρής και απάνθρωπης Τουρκοκρατίας, που ταλάνιζε και κατέτρωγε τις σάρκες και τις ψυχές του υπόδουλου Ελληνισμού. Η Εκκλησία πρόσφερε πολλούς κληρικούς στο βωμό της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού και πλειάδα νεομαρτύρων «για του χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».
11 Πατριάρχες, 100 Μητροπολίτες και πιο πολοί από 6.000 Ιερείς και Μοναχοί θυσιάστηκαν και μαρτύρησαν σε εκείνα τα χρόνια.
Ας δούμε όμως εμείς σήμερα αναλυτικότερα την πορεία και το μαρτύριο του εθνομάρτυρα της Ηλείας Φιλαρέτου, μέσα από τις σωζώμενες πηγές.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο συναντάμε πρώτη φορά το 1804 σε Πατριαρχικό σιγγιλιώδη γράμμα, γραμμένο σε μεμβράνη, του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου εκδοθέν στις 4 Οκτωβρίου του 1804, το οποίο μας μαρτυρεί και τον πλήρη τίτλο του τότε Μητροπολίτου Ωλένης: «....Αρχιερέως ιερωτάτου Μητροπολίτου Ωλένης Υπερτίμου και εξάρχου πάσης Ήλιδος, εν Αγίω Πνεύματι αγαπητού αδελφού και συλλειτουργού κύρ. Φιλαρέτου......».
Για 20 ολόκληρα χρόνια ο Επίσκοπος Φιλάρετος υπηρέτησε και ποίμανε θεοφιλώς την Επισκοπή Ωλένης. Ο Ωλένης Φιλάρετος καταγόταν από την πόλη των θρύλων και των παραδόσεων, την Κωνσταντινούπολη, εξ ου είχε και την προσωνυμία «ο Βυζάντιος». Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναγνώστης Αρβανίτης. Ο Ιστορικός Πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής μας πληροφορεί σχετικά δια την καταγωγή του: «Φιλάρετος ο Μητροπολίτης Ωλένης εκ Κωνσταντινουπόλεως......»

ΜΟΡΦΩΣΗ: «Φιλάρετος ο Μητροπολίτης Ωλένης εκ Κωνσταντινουπόλεως, μέτοχος παιδείας, μεγαλοπρεπής και στολισμένος με διάφορα προτερήματα.....»· Αυτά τα σχόλια του ιστορικού Φραντζή φρονούμε πως μας παρουσιάζουν την πολυσήμαντη και πολυδιάστατη προσωπικότητα του Επισκόπου Φιλαρέτου. Αδιαμφισβήτητα λοιπόν κατείχε σπουδαία και αξιόλογη μόρφωση για την εποχή του και γι’ αυτό ήταν και Πατριαρχικός Αρχιμανδρίτης πριν εκλεγεί Επίσκοπος Ωλένης. Το σημαντικότερο στοιχείο όμως της προσωπικότητάς του είναι ότι ήταν στολισμένος με πολλές αρετές. Μας το μαρτυρεί ο υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη Φωτάκος στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», εφόσον στην αναφορά την οποία κάνει προς τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο καταγράφει ότι ήταν ένας «εκ των εναρέτων....» της εποχής εκείνης. Ο Δεσπότης Φιλάρετος ήταν μεγαλοπρεπής και με πολλά προτερήματα και η μεγαλοπρέπειά του και το μεγαλείο της ψυχής και της καρδιάς του φάνηκε την στιγμή του μαρτυρίου του που θα παρακολουθήσουμε πιο κάτω.

ΠΡΟΣΦΟΡΑ: Ο Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον προκάτοχό του Χριστοφόρο τον Σεπτέμβριο του 1802. Όλα αυτά τα χρόνια της διακονίας του στην περιοχή της Ηλείας το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο ήταν πολυσήμαντο.
Οι Επίσκοποι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν μεγάλη επιρροή στο ποίμνιό τους, γιατί ήσαν πιο κοντά τους και ενδιαφερόντουσαν σημαντικά γι’ αυτούς. Η δύναμή τους ήταν μεγάλη και πολλές φορές έπαιζαν τον ρόλο του δικαστή, του επιθεωρητή, ακόμα και του συμβολαιογράφου αν χρειαζόταν. Από τις πηγές έχουμε έγγραφες μαρτυρίες ότι ο Επίσκοπος Φιλάρετος αρκετές φορές είχε διαδραματίσει τέτοιους ρόλους.
Άξιο μνείας είναι και το γεγονός ότι ο Ωλένης Φιλάρετος ήταν από τους πρώτους Επισκόπους που μετείχαν στην συγκρότηση της Ιεράς Αδελφότητος. Η Ιερή Αδελφότης συστήθηκε στον Ελλαδικό χώρο λίγο πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως και ήταν μια μυστική οργάνωση Ελλήνων Επισκόπων. Κύριος σκοπός της οργάνωσης αυτής ήταν η μετά τη μύηση στην Φιλική Εταιρία καλλίτερη οργάνωση, κυρίως της τοπικής κοινωνίας, με σκοπό την επιτυχία του Αγώνος της Ανεξαρτησίας.
Την οργάνωση αυτή αποφάσισαν και συγκρότησαν εκτός από τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο και οι κάτωθι Ιεράρχες:
- ο Μητροπολίτης Ανδρούσης Ιωσήφ
- ο Μητροπολίτης Δημητσάνης Φιλόθεος
- ο Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας
- ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος
- ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Γρηγόριος και
- ο Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως Γερμανός.
Στην συνέχεια θα αναφέρουμε δειγματοληπτικά στοιχεία της προσφοράς του Επισκόπου Φιλαρέτου κυρίως σε τοπικό επίπεδο.
Πρωτίστως να αναφέρουμε το πλέον σημαντικό, ότι η γενικότερη φιλική και ηγεμονική σύνδεση του Επισκόπου με τους αγάδες του τόπου, απάλλασσε τους Χριστιανούς από τα βασανιστήρια και τους κατατρεγμούς των Τούρκων. Μεμαρτυριμένως κατά τα τελευταία χρόνια της σκλαβιάς οι αγάδες της Γαστούνης και του Λάλα είχαν καλές σχέσεις με τον Δεσπότη της Ωλένης Φιλάρετο και τούτο όπως φαίνεται από επιστολές των αγάδων προς τον Γιωργάκη Αυγερινό στην πόλη του Πύργου ευνοούσε τις κινήσεις των Χριστιανών για την προετοιμασία τους στον αγώνα.
Από το άλλο μέρος ο Δεσπότης, παρά την πρέπουσα φιλαλήθειά του για χάρη του ιερού απελευθερωτικού αγώνα, παραπλανούσε τις γνώμες των Τούρκων περί μεμονωμένων αταξιών των Χριστιανών της Ηλείας.
Ο ιστορικός του Πύργου Βύρων Δάβος μας πληροφορεί ότι ειδικά κατά το 1804 οι Πύργιοι κάτοικοι άρχισαν να ξεσηκώνονται με μικροκινήματα. Οι Τούρκοι τα μάθαιναν και για τούτο ζητούσαν πληροφορίες από τον προεστό και έμπιστό τους Γιωργάκη Αυγερινό (ο οποίος ήταν γραμματικός και συγκέντρωνε τα χρήματα της πώλησης των εισοδημάτων τους), αλλά και από τον Δεσπότη Φιλάρετο στους οποίους είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη. Οι διαβεβαιώσεις περί των πέντε – έξι ραγιάδων που ξεσηκώνονταν ήσαν πειστικές και οι Τούρκοι έδιωχναν κάθε τους υποψία. Έτσι λοιπόν με την δήθεν φιλία τους προς τους Οθωμανούς κολάκευαν αυτούς και καθησύχαζαν κάθε τους υποψία περί προετοιμασίας εξεγέρσεως των Ηλείων.
Γύρω στο 1815-1816 πέρασε από την Ηλεία και από τον Πύργο ο Γάλος περιηγητής Pouqueville (Πουκεβίλλ), ο οποίος αναφέρει ότι την εποχή αυτή ελκύστηκε προς τον Πύργο πολύς Ελληνικός Πληθυσμός μετά του Επισκόπου Ωλένης Φιλαρέτου εδρεύοντας πλέον εν Πύργω. Ο εν λόγω περιηγητής μας πληροφορεί ότι την αυτή εποχή βρήκε στον Πύργο ωραία εργοστάσια, δύο ναούς κεκοσμημένους τερπνώς και μιαν καλή Οικία του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος Φιλάρετος ήταν εκείνος ο οποίος επέβλεπε την διδασκαλία των μαθητών, που μάθαιναν και εξυμνούσαν το Θεό στους Ναούς, συνεδρίαζε με τους προύχοντες για την απονομή της δικαιοσύνης και την διανομή των φόρων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Πρωτίστως πρέπει να μιλήσουμε για την περίφημη σύσκεψη της Βοστίτσας που έλαβε χώρα στις 26 με 29 Ιανουαρίου του 1821. Το μεγάλο επαναστατικό κέντρο υπήρξε η Πελοπόννησος απ’ όπου ξεκίνησε στην ουσία η Επανάσταση και διαδραματίστηκαν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλη η προεπαναστατική οργάνωση βρισκόταν στα χέρια των προκρίτων και των κληρικών. Η σύσκεψη αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας, διότι αποφασίστηκε η ημερομηνία (υπό αίρεσιν) της ενάρξεως του Αγώνος (25 Μαρτίου ή 23 Απριλίου, ή 21 Μαΐου).
Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων. Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα.
Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής τού απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης (Προϊστάμενος διοικητικής υπηρεσίας). Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς, προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.
Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οκτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους• οι προεστοί Αναστάσης Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης και οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο πρωτοσύγκελός του και ιστορικός Αμβρόσιος Φραντζής, ο Κορίνθου Κύριλλος και ο Ωλένης Φιλάρετος.
Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους.
Η απόφαση της Βοστίτσας ήταν σαφής: Αν το μυστικό της εξεγέρσεως είχε γίνει γνωστό να μην προσέλθουν, αν δεν είχε γίνει τότε να προσέλθουν υποκρινόμενοι τους αθώους προς παραπλάνηση των αρχών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο οποίος είχε αντιληφθεί την πλεκτάνη, τους είχε συμβουλέψει να μη πάνε αλλά αυτοί τον αγνόησαν.
Επίσης οι προσελθόντες προεστοί και αρχιερείς είχαν μαζί τους και τους διακόνους τους και υπηρέτες τους. Τον Επίσκοπο Ωλένης Φιλάρετο συνόδευε και ο διάκονός του Ιωαννίκιος.
Και εδώ αρχίζουν τα φρικτά μαρτύρια και τα δεινά της ειρκτής!


Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων... Αύτη δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό τo Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου δια της του Σεραγίου Πύλης" και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, "εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων... Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην". Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος "ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν" και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Μαυρομιχάλη τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωτηράκη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ' όλη τη διάρκεια της πολιορκίας».
Στην στενή αυτή φυλακή οι κρατούμενοι δεν πλύθηκαν, δεν άλλαξαν φορέματα, είχαν εκεί κοντά τους τα δοχεία ακαθαρσιών και τρέφονταν κάκιστα. Μερικές φορές δε έριχναν μέσα στο στενάχωρο εκείνο κελί και μερικούς πληγωμένους με ανίατες πληγές εκ των οποίων αναδύετο αφόρητη κακοσμία.
Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων, "αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς", εκτός ενός νέου, ο οποίος δείλιασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος. Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο και δόλωμα.
Η φρικτή εκείνη φυλακή δεν μπορούσε να αεριστεί από το μονάκριβο σιδερόφραχτο παραθυράκι το οποίο είχε. Εκεί λοιπόν έσπρωξαν μέσα τους προεστούς και δεσποτάδες και τους πέρασαν αμέσως τις αλυσίδες με σύστημα φρικτό. Από το λαιμό του καθ’ ενός πέρασαν μια βαριά σιδερένια λαιμαριά που ανοιγόκλεινε πίσω από το λαιμό και τελείωνε μπροστά σε δύο μεγάλους κρίκους που συνδεόταν με τους επόμενους ομήρους. Με μία δεύτερη τέτοια αλυσίδα οι βασανιστές είχαν παγιδεύση και τους διακόνους και υπηρέτες των δεσποτάδων και προκρίτων.
Ήταν τόσο στριμωγμένοι μέσα στο κελί, που δεν μπορούσαν να ξαπλώσουν αλλά ούτε και τα πόδια τους να τεντώσουν. Μονάχα χνώτα και αδιάκοπος ιδρώτας που τους σάπιζε τα ρούχα. Οι μεγάλοι κρίκοι του λαιμού έλιωσαν σε λίγες μέρες, ρούχα και πουκάμισα και πλήγιασαν τα κρέατά τους.
Χίλιους τρόπους έβρισκαν τα όργανα του μαρτυρίου για να κάνουν την ζωή των κλεισμένων ακόμα πιο μαρτυρική. Ένα μεσημέρι που έτρωγαν το πικρό φαί του βασανισμένου, οι Τούρκοι στην κάμαρη που ήταν από πάνω από το κελί, είχαν επίτηδες σκορπίσει στάχτες και ακαθαρσίες κι ύστερα τις σάρωναν για να πέφτουν από τ’ ανοίγματα των σανιδιών και τις τρύπες στα φαγιά των φυλακισμένων. Οι προεστοί και οι δεσποτάδες έβαλαν τα μαντίλια τους στο κεφάλι και στο πρόσωπό τους για να φυλαχθούν από τις βρωμιές.
Όμως η βρώμα, η ψείρα, οι πληγές, οι πόνοι, τα φοβερά μουδιάσματα του κορμιού απ’ την ακινησία και το στρίμωγμα, ήσαν ελάχιστα μπροστά στην αγωνία τους.
Οι ανηλεείς βασανιστές μια μέρα, έστειλαν ένα Τούρκο για να δει τάχα τι κάνουν οι όμηροι. Πήγε να ζυγώσει κοντά στο παράθυρο της φυλακής, μα αμέσως έκανε πίσω. Η φρίκη τον πήρε από την μύτη, τα μάτια και τα αυτιά, απ’ όλα αυτά που ατένισε και άκουσε. Η βρώμα μέσα σε εκείνες τις εκατόν πενήντα πήχες του μπουντρουμιού, ήταν κάτι αφάνταστο και απερίγραπτο. Η βαριά μπόχα της μούχλας, της σαπίλας, της γάγγραινας, του έφερναν λιγοθυμιά. Μέσα από το μισόφωτο του παραθύρου είδε σουρωμένες, κιτρινισμένες μορφές, χαμένες μέσα σε λόγκους από μαλλιά και γένια, ψειριασμένα και ακούρευτα όλες εκείνες τις μέρες, λαιμά πληγιασμένα σε σιδερένιες λαιμαριές. Είδε πόδια πρησμένα φοβερά, πλάσματα που είχε φρικτά παραμορφώσει το πολυχρόνιο μαρτύριο. Άκουσε άλλους να βογγούν βαθιά και άλλους να στενάζουν ξέψυχα. Το τέλος πλησίαζε για τους περισσότερους. Κανείς όμως δεν δείλιαζε. Θάρρος έδινε ο ένας στο άλλον. Ο ένας εξομολογούσε τον άλλον. Όλοι έτοιμοι για το τέλος του μαρτυρίου.
Το τέλος για κάποιους από αυτούς ήταν δεδομένο!!!
Για κάποιους άλλους όμως ιδού η ελπίδα, η πρόσκαιρη και παροδική όμως ελπίδα. Φωνή ακούγετε: «Κουράγιο άρχοντες και δεσποτάδες», φωνάζει, «κουράγιο, ο καπετάν Κολοκοτρώνης με έστειλε να σας πω πως απόψε το βράδυ θα σας λευτερώσει…». Αγαλλίασαν οι σουρωμένες μορφές αλλά για λίγο.
Και το βραδύ εκείνο ελευθερώθηκαν, αλλά οι περισσότεροι απέθαναν από τις κακουχίες και κακοπάθειες της φυλακής. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε να ελευθερωθούν όλοι, αλλά δεν ήσαν όλοι τυχεροί. Μαζί με αυτούς και ο Ωλένης Φιλάρετος που πέθανε ευθείς αμέσως από την απελευθέρωσή του από τα μπουντρούμια της Τριπολιτσάς.
Ο πολυπαθής Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος, σύμφωνα με πληροφορίες του Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, ετάφη κοντά στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Βόρειο-Δυτικά της Τριπόλεως.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

1) http://www.wikipedia.org
2) Αθανασίου Μητροπολίτου Ηλείας. «Μορφές και σκηνές από τον Αγώνα του 1821». Πύργος 1971.
3) Αντωνίου Μητροπολίτου Ηλείας. «Η Επισκοπή Ηλείας δια των Αιώνων». Ανάτυπον εκ της Θεολογίας 1928.
4) Βελισσάριου Παναγιώτου. «Στην φυλακή της Τριπολιτσάς» αναδημοσίευση από την εφημερίδα ¨Ελευθεροτυπία¨ (25 Σεπτ. 2003).
5) Βορβίλα Ιωάννου. «Η Επισκοπή Ωλένης». Πύργος 1983.
6) Γερμανού Μητροπολίτη Ηλείας. «Η Μητρόπολη Ηλείας στο Λυκαυγές του 2000» Πύργος 2000.
7) Γερμανού Μητροπολίτου Ηλείας. «Αχαΐα – Ηλεία επί δύο χιλιετίες εντός του Χριστιανικού Πελοποννησιακού χώρου». Ανάτυπο από τον Α΄ τόμο των πρακτικών του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Αθήναι 2001.
8) Γριτσοπούλου Τάσου. «Η Εκκλησία στον απελευθεροτικό Αγώνα». Αθήναι 1971.
9) Γριτσοπούλου Τάσου. «Ιστορία της Γαστούνης». Τόμοι Α΄ και Β΄. Αθήνα 1998-1999.
10) Δάβου Βύρονος. «Η Ηλεία πριν και μετά την Επανάσταση του 1821». Αθήνα 1995.
11) Θ.Η.Ε. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια. Λήμμα: Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και Επίσκοπος Ωλένης Φιλάρετος.
12) Κυριακοπούλου Κωνστ/νου. «Η Ιερά Μητρόπολη Ηλείας και Ωλένης». εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας. Αθήναι 1991.
13) Μαυραειδοπούλου Βασιλικής.«Επίσκοποι Ωλένης, οι ξεχασμένοι Ήρωες». Αθήνα 1997.
14) Μαυραειδοπούλου Βασιλικής.«Η Ώλενα, Ιστορία και Παράδοση» εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας 1994.
15) Μελά Σπύρου «Ο Γέρος του Μοριά» εκδ. Μπίρης Αθήναι 1957.
16) Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου. Τόμος 1. σελ. 427 και σχετικά λήμματα.
17) Παπανδρέου Γεωργίου. «Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων». εκδ. ΝΕΛΕ Ηλείας 1991.
18) Παρασκευοπούλου Στάθη. «Η προσφορά της Εκκλησίας και του κλήρου της στην Τουρκοκρατία και στην Επανάσταση του 1821». εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας. Πύργος 1995.
19) Σιδηρά Ιωάννου. «Η προσφορά και οι θυσίες του Ορθόδοξου κλήρου στον απελευθερωτικό Αγώνα της Ελλάδος». www.pathfinder.clubs
20) Φρατζή Αμβροσίου. «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος». Τόμοι Α΄-Γ΄ Αθήναι 1976.
21) Χαμάλη – Κλουκίνα Φωτεινής. «Άγνωστες διαδρομές της Ηλείας» εκδ. Βιβλιοπανόραμα 2008.
22) Χρυσανθακοπούλου Φωτίου ή Φωτάκου. «Βίοι Πελοποννησίων Αδρών». Αθήναι 1888.
23) Ψυχογιού Ντίνου «Ηλειακά».

Γιατί «μαρίνα» σημαίνει θάλασσα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Της Αγίας Μαρίνας το επόμενο Σάββατο και η γιορτή αυτή ήταν -και είναι, θέλω να πιστεύω- μια από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες του Καλοκαιριού, αλλά και όλου του ετήσιου εορταστικού κύκλου. Στην καρδιά του θέρους η επέτειος της μνήμης της δεκαπεντάχρονης, μόλις, Μεγαλομάρτυρος, την εποχή με τις μεγάλες ζέστες και τις ανυπόφορες υγρασίες, τότε που τα νερά ηρεμούν και τα μυαλά σαλεύουν, έχει δεθεί με την θεραπεία του κάθε μεσημβρινού και δαιμονιώδους και πολλοί παρετυμολογούν το όνομά της και πιστεύουν πως «μαραίνει» το κακό και εκδιώκει τον παμπόνηρο.

Τον τελευταίο, μάλιστα, πολλές από τις άπειρες και καλλιτεχνικότατες εικόνες της τον εικονίζουν στην άκρη τους να κατατροπώνεται από την ίδια την Αγία, που του συνθλίβει το κεφάλι με σφυρί ή και πιο σπάνια τον καταπατεί και του στερεί την επίφοβη για το ανθρώπινο γένος δύναμή του.

Μέχρι και την εποχή του σεισμού και της γενικότερης καταστροφής και αποστροφής του Αυγούστου του 1953, δίπλα από την φημισμένη και ομώνυμη εκκλησία στο Φαγιά -«Αγία Μαρίνα» ονομάζουν οι ανίδεοι το χωριό, μη γνωρίζοντας την ιστορία- υπήρχε το κτίριο με τις αλυσίδες, με τις οποίες έδεναν, κάποτε, τους δαιμονισμένους, για να βρουν την υγειά τους και να καθαριστούν από το πονηρό πνεύμα, που πίστευαν πως τους κυρίευε.

Επίσης στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στα Καμίνια, που σήμερα ξανακτίστηκε, όπως κτίστηκε και σε ό,τι ρυθμό υποβάλλει η άρνηση της αισθητικής μας, τα παλιότερα χρόνια, όπως μας διασώζουν οι ιστορικοί και οι ερευνητές μας, γινόταν κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου, μέρα της επετείου της Αγίας, η εκλογή του βασιλιά των τρελών και η ιστορική αυτή γειτονιά της Ζακύνθου, με τους απλούς ανθρώπους και την μεγάλη βιοτεχνική της παράδοση, ζούσε στιγμές παρόμοιες μ’ αυτές που παρουσιάζονται στις σελίδες της «Παναγίας των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκώ και με τον τρόπο αυτό οι ευαίσθητοι οικιστές της σκοντράδας του Αγίου Βασιλείου του Απάνου, στην οποία ανήκε η εκκλησία της Μάρτυρος, γιόρταζαν κάθε χρόνο την Αγία τους και διασκέδαζαν την καθημερινότητά τους.

Αυτά για την παρετυμολογία του ονόματος, γιατί μαρίνα στην πραγματικότητα θα πει θάλασσα και η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται να αφήνει αδιάφορο το λαό, ο οποίος έχει συνδέσει την γιορτή της Αθληφόρου με το υγρό στοιχείο και το κομμάτι αυτό της γης όπου δικαιωματικά μας έχει παραδοθεί να προστατεύει ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας Νικόλαος, με την χειμωνιάτικη λατρεία του στην καρδιά της βαρυχειμωνιάς και την κληρονομιά που απέκτησε από τον προκάτοχό του, τον Ποσειδώνα.
Στην γιορτή της Αγίας Μαρίνας, μάλιστα, στο νησί μας, τη Ζάκυνθο, σύμφωνα με παλιά παράδοση δεν επιτρέπεται να κάνουμε μπάνιο, γιατί, όπως πιστεύεται, το πρωί αυτής της ημέρας «ρίχνουν τα μάγια στη θάλασσα» και όποιος κολυμπήσει αυτό το εικοσιτετράωρο κινδυνεύει από την επήρεια τους.


Όσοι πρόλαβαν κάτι από την αληθινή Ζάκυνθο και τον ξεχωριστό πολιτισμό της, αυτόν που δεν παρουσιάζει ό,τι πουλά και ό,τι αρέσει, μετά την επιδημία του «Ζορμπά», στους τουρίστες μας, θα θυμούνται, πως για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η παραλιακή οδός, αυτή που σήμερα ονομάζουμε, λέμε και γράφουμε ανερυθρίαστα «Κωνσταντίνου Λομβάρδου», προσθέτοντας συχνά από επαρχιακό κόμπλεξ και τον χαρακτηρισμό «Λεωφόρος» [!] λεγόταν κάποτε -και πολύ σωστά- «Στράτα Μαρίνα» και έτσι την γνώριζαν μονάχα οι πατεράδες μας και οι νόνοι μας, σαν έκαναν σ’ αυτήν, τέτοιο καιρό, τις εσπερινές τους βόλτες, για ξεκούραση και δροσιά και σαν την περπατούσαν -γιατί κάποτε περπατιόταν- και συναντούσαν σ’ αυτήν γνωστές φάτσες και φιλικές φυσιογνωμίες.

«Στράτα Μαρίνα» μού την έλεγαν και σπίτι μου και έτσι την γνώρισα στα πρώτα μου βήματα, αλλά και σαν πρωτοάνοιξα τους «Σπουργίτες» του μπαρμπέρη ποιητή και εκδότη Γιάννη Τσακασιάνου ή και την «Αυτοβιογραφία» του άλλου υμνητή της δικής μας πατρίδας και του αποθανατίσαντος στις σελίδες του έργου του το προσεισμικό «Φιόρο του Λεβάντε», Γρηγόρη Ξενόπουλου, που αν τους την έλεγες αλλιώς, σίγουρα θα γέλαγαν ειρωνικά, όσο θα γέλαγαν και στις μπερδεμένες και επίφοβες μέρες μας, αν έβλεπαν να χορεύεται -όπως δυστυχώς χορεύεται στην εποχή της μεγάλης αυτοεξευτέλισης- ο γυαργητός ή ο συρτός ζακυνθινός με … παλαμάκια!

Να γιατί αν αυτοί που έκαναν κουμάντο σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο τόπο, αν είχαν ευαισθησία, σύνεση και προ πάντων παιδεία -μα υπάρχει πανελλήνια πολιτικός, παντός καιρού και χρώματος, με αληθινή παιδεία;- θα έπρεπε, όπως και παλιότερα είχαμε ξαναγράψει, δίπλα στην ονοματοδοσία «Κωνσταντίνου Λομβάρδου» ή όπως αλλιώς έχει καταντήσει η καθολική άγνοια των δήθεν «ορθοδόξων» τον δρόμο αυτό, να σημείωναν και την παλιά και σωστή, από τους αιώνες παραδομένη, ονομασία «Στράτα Μαρίνα», για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν -σωστά- οι νεότεροι.

Με τον τρόπο αυτό δεν θα καυχιόταν οι νεόπλουτοι πως και εμείς έχουμε «παραλιακή», αλλά θα ήταν περήφανοι οι συνειδητοί πολίτες αυτού του τόπου, της ξεχασμένης αυτής άκρης, που κάποτε ήταν Ανατολή της Δύσης και Δύση της Ανατολής, ενώ τώρα μια τεράστια ανυπαρξία, πως ο τόπος τους έχει ιστορία και δεν εποικίστηκε λίγο μετά τον σεισμό του 1953 ή την εποχή της καθόδου των τουριστικών αεροπλάνων, για να γίνει τόπος αναψυχής και μέρος εκτόνωσης καταπιεσμένων δήθεν πολιτισμένων.

Γιατί για όλους εμάς που αγαπάμε αληθινά αυτό το νησί η «Κ. Λομβάρδου» θα συνεχίζει να παραμένει «Στράτα Μαρίνα», η «Αλεξάνδρου Ρώμα» της δήθεν ευμάρειάς μας, «Πλατεία Ρούγα», η «Ελευθερίου Βενιζέλου», «Γιοφύρι», η «Αγίου Ιωάννου Λογοθετών», «τ’ Αγιαννιού το Καντούνι» και θα υπάρχουν ο «Πλατύφορος», ο «Στενόφορος», η «Μέσα» και η «Όξω Μερία», με την παροξύτονη μουσική της και με τον απόηχο μιας όπερας και μιας καντάδας, την εποχή που πάνω στα τραπέζια και τις πίστες οι νεοζακύνθιοι αυτομολούν και αυτοκαταστρέφονται, λικνίζοντας, στην καλύτερη περίπτωση, την κυτταρίτιδα τους.

Ο σεισμός, η φωτιά και η ύπαρξη στην εποχή της μεγάλης καταστροφής των πιο ανεύθυνων και ρηχών στις υπεύθυνες θέσεις, μας στέρησαν σήμερα από δείγματα καταγωγής και ιθαγένειας και έκαναν την πόλη μας αυτό που είδαμε σ’ αυτήν όσοι την αγαπάμε και γι’ αυτό την εγκαταλείψαμε.

Τα κτίρια είναι δύσκολο να ξαναχτιστούν και τα ερείπια είναι απίθανο να ανασυρθούν από εκεί που τα καταδίκασε η νοοτροπία της νεοελληνικής μπουλντόζας. Μερικές ονομασίες, όμως, μπορεί να διατηρηθούν και να θυμίζουν. Είναι ο λόγος, που μπορεί να κάνει μικρότερο το χάσμα του σεισμού και η διατήρηση της μνήμης, που μπορεί να απαλύνει τον πόνο της απώλειας.

Η πολύαθλη Αγία Μαρίνα της θάλασσας και των οικοπεδοποιημένων, μετά το 1953, εκκλησιών της, ας μας ελεήσει.

Ας ξαναδιαβούμε την Στράτα Μαρίνα. Έτσι θα ξεφύγουμε από την «Παραλιακή» και θα λυτρωθούμε. Διαφορετικά είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Καληνύχτα!

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Παύλου Φουρνογεράκη, ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ (ποίημα)


Εξισώσεις καλοσύνης σε μαυροπίνακα του ΄75
Παιδαγωγία
Συστήματα λογαρίθμων στα χαμόγελα ευγένειας
Καθήλωση
Μεσοκάθετος εγγεγραμμένου, ο δείκτης,
Ευφυία
Μπλου-τζίν ενδυμασίας σε σταθερό ζύγι
Απλότητα
Διαλόγων διευθύνσεις στις αποφάσεις πλειοψηφίας
Δημοκρατία
Τριανταπεντάχρονος κύκλος καλλιγραφίας
Εμπειρία
Γιορτινή σφαίρα αποχωρισμού
Δακρύρροια

Ζάκυνθος 8 Ιουλίου 2010


[Το ποίημα γράφτηκε σε ένδειξη σεβασμού και τιμής προς τον καθηγητή μου στα μαθηματικά, κατά το σχολικό έτος 1975-76, στη συνέχεια συνάδελφο και για πολλά χρόνια διευθυντή μου κ. Γιάννη Ρουσιάνο, που με τη συνταξιοδότησή του ξεκινάει τη δεύτερη εφηβική περίοδο της ζωής του και θα μάς λείψει με την απουσία του…]

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Η Γκιόστρα και οι Σκοντράδες της

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου έχει από καιρό ξεφύγει όχι μόνο από τα στενά όρια του νησιού μας και της χώρας μας, συμμετέχοντας σε διεθνείς παρόμοιες εκδηλώσεις, μα και καλώντας ανάλογα σχήματα στις δικές της παρουσίες, αλλά, ακολουθώντας την ιστορία, στην οποία, ως γνωστόν με θρησκευτική ευλάβεια στηρίζεται, ξεπέρασε τα στενά όρια του Καρναβαλιού, το οποίο την συντήρησε και την διατηρεί, σαν μια από τις βασικές του εκφράσεις και ακολουθώντας πιστά αυτό που αναβιώνει, προεκτάθηκε μέσα στον χρόνο, στιγματίζοντας και χρωματίζοντας και άλλες σημαντικές στιγμές του.

Έτσι ως τώρα, εκτός από την κεντρική εκδήλωση, την καθιερωμένη πια Γκιόστρα της Ζακύνθου, που, με πανευρωπαϊκή συμμετοχή, πραγματοποιείται κάθε χρόνο το τελευταίο τριήμερο της Αποκριάς, από φέτος καθιέρωσε και την άλλη μορφή της, την λαϊκή εκδοχή και εξέλιξη των ιππικών αγώνων, την κοσμαγάπητη Γκιόστρα του Άι - Γιωργιού, παράλληλα με άλλες εκδηλώσεις, όπως την έκθεση του παιδικού σχεδίου, την σχετική με το θέμα των αγώνων και την Ημερίδα, που οργάνωσε σε συνεργασία με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων και σύντομα θα τυπωθούν τα πρακτικά της και θα κυκλοφορήσουν από τις πάντα δραστήριες εκδόσεις «Τρίμορφο».

Μια άλλη σημαντική εκδήλωση που οργανώνει, πολλά υποσχόμενη, μια και αφορά το μέλλον της και το μέλλον του νησιού μας, είναι η παιδική Γκιόστρα, η οποία θα γίνεται παράλληλα με την μεγάλη, σε χωριστή μέρα και θα συμμετέχει σ’ αυτήν και το αδελφοποιημένο ήδη με το δικό μας το 1ο Δημοτικό Σχολείο Ζακύνθου, το ιστορικό «Καραμπίνειο», αυτό της ιταλικής πόλης Sulmona, το «Lola Di Stefano», με αντιπροσωπεία μαθητών του.

Αυτόν τον καιρό, για την καλύτερη λειτουργία όλων αυτών των εκδηλώσεων, οι οποίες και πολλές είναι και απλωμένες σ’ όλη την ετήσια περίοδο, η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Giostra di Zante», η οποία έχει την πρωτοβουλία και την ευθύνη όλων αυτών των δρώμενων, σκοπό της έχει να οργανώσει παραρτήματα, τα οποία θα θυμίζουν τον παλιό χωρισμό της πόλης μας σε σκοντράδες (γειτονιές, συνοικίες) και θα είναι τα τμήματα, που με δικά τους χρώματα, σημαίες και σύμβολα θα κατεβαίνουν στην μεγάλη Γκιόστρα και θα διεκδικούν την νίκη.

Ο ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης σε μια σημείωση (την 14) της σελίδας 164 του πολύ σημαντικού βιβλίου του «Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου, το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628)», το οποίο κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 2001, σε κοινή έκδοση από το Μουσείο Μπενάκη και το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, μας πληροφορεί πως, σύμφωνα με ένα έγγραφο του 1637, οι σκοντράδες αυτές ήταν τότε δεκατέσσερις. Τις αντιγράφουμε: 1) της αγίας Τριάδας, 2) του αγίου Νικολάου των Ξένων, 3) του Σωτήρος, 4) του αγίου Νικολάου των Γερόντων, 5) της Ευαγγελίστριας, 6) των αγίων Αποστόλων, 7) της Παναγίας της Οδηγήτριας, 8) της Ανάληψης, 9) του αγίου Αντωνίου, 10) του αγίου Ιωάννη του Λογοθέτη, 11) της Παναγίας της Φανερωμένης, 12) του αγίου Ανδρέα, 13) του αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου και 14) του αγίου Βασιλείου του Ραψομανίκη.

Αυτά, βέβαια, για την ιστορία. Σήμερα οι παραπάνω σκοντράδες είναι απλά μια θύμηση και οι ελάχιστες από αυτές, που ίσως και δεν χρειάζονται τόσες, όχι πια με την μορφή τους, αλλά με το προσωπείο της νεοελληνικής ενορίας, οι οποίες έχουν ξεφύγει από την πολλαπλή καταστροφή του Αυγούστου του 1953 και έχουν περάσει στο σήμερα, δεν έχουν την παλιά τους σημασία, ούτε μπορούν πια να συγκεντρώσουν κοντά τους αδελφούς και ενορίτες, μια και το ιδιοκτησιακό καθεστώς χάθηκε οριστικά και πήραν και αυτές το δρόμο της δημόσιας υπηρεσίας!

Το μοίρασμα, όμως, της πόλης μας σε νεότερες σκοντράδες, οι οποίες θα θυμίζουν και θα κρατούν δεσμούς του σήμερα με το χθες, είναι μια προσπάθεια επαναφοράς της μνήμης και μια αιτία να βασιστούμε στις ρίζες μας και την παράδοσή μας, όταν η λαίλαπα της τηλεόρασης και του χωρίς παιδεία μιμητισμού της είναι πολύ πιο επίφοβη και από αυτήν την πολυσυζητημένη παγκοσμιοποίηση.

Η αρχή για την προσπάθεια αυτή έγινε πριν λίγες μέρες στο προαύλιο του «Καραμπίνειου» με πρωτοβουλία και συμμετοχή όλων εκείνων των γονέων, οι οποίοι συνόδευσαν τα παιδιά τους στην παιδική Γκιόστρα της ιταλικής Sulmona. Θα συνεχιστεί με μια πιο μεγάλη συγκέντρωση, που θα πραγματοποιηθεί στις 11 Ιουλίου, στην πλαζ του (κάποτε) Ε.Ο.Τ., όπου και τα γραφεία της Εταιρείας «Giostra Di Zante» και το αποτέλεσμα θα φανεί τις μέρες του Καρναβαλιού, με μια μεγάλη, θέλω να πιστεύω, συμμετοχή, μικρών και μεγάλων.

Η γειτονιά που παλιότερα είχε σαν σήμα της τα μοναδικά Ρεπάρα ξεκίνησε να οργανώνεται και πυρετωδώς να προετοιμάζεται για την συμμετοχή της στο μεγαλύτερο γεγονός της τοπικής μας Αποκριάς, που, όπως και παλιότερα, έτσι και σήμερα είναι η Γκιόστρα της Ζακύνθου.

Δεν ξέρω όλοι αυτοί οι ενεργοποιημένοι για το καλό του νησιού μας πολίτες τι όνομα θα δώσουν στην Σκοντράδα τους. Προτείνω τα όσα παραπάνω υπαινίχτηκα. Να ονομασθεί, δηλαδή, «Ρεπάρα». Έτσι μια δημιουργική ιδιαιτερότητα θα έρθει και πάλι στην επιφάνεια και μια γειτονιά, που κινδυνεύει να χάσει το χρώμα της, όπως και η υπόλοιπη Χώρα, θα το ξαναβρεί και θα έχει σταθερό αραξοβόλι για ν’ αράξει.

Όπως έχουμε και πάλι πολλές φορές ξαναγράψει ο σεισμός και η φωτιά του φοβερού εκείνου Αυγούστου του 1953 ήταν μονάχα η αρχή της καταστροφής. Όλα αυτά που ακολούθησαν ήταν και φοβερότερα και πιο επιζήμια.

Στις δικές μας γενιές, που δεν έζησαν τις θεομηνίες και δεν κρύβουν μέσα τους τα αναγκαστικά ακολουθούντα απωθημένα, είναι ευκαιρία να καλύψουμε, όσο βέβαια είναι δυνατό, το μεγάλο χάσμα του σεισμού ή για να είμαστε πιο ρεαλιστές να το κάνουμε μικρότερο και να το απαλύνουμε.

Η στροφή στην δική μας, την καθαρά τοπική μας παράδοση, την διαμορφωμένη κάτω από άλλες ιστορικές συνθήκες και διαφορετικές παραμέτρους, από εκείνη που αβασάνιστα τελευταία ποικιλότροπα μας επιβάλλεται, είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να συνεχίσουμε την πορεία μας στο χρόνο και να προσαρμόσουμε στο σήμερα τον πολιτισμό μας. Διαφορετικά αγνοούμε το παρελθόν μας και ξεκινάμε από το μηδέν.

Ο χωρισμός της πόλης μας σε σκοντράδες, έστω και για την γιορτή της Γκιόστρας, είναι κάτι το πολύ σημαντικό και επαναφέρει στην καθημερινότητά μας και την ιστορία και την ιδιαιτερότητά μας.

Καταντήσαμε ένας λαός δίχως μνήμη. Ένα διαμέρισμα που με ευκολία ξεχνά την πεντακοσίων και βάλε χρόνων δημιουργική ζωή του και για την ευκολία του και μόνο αυτομολεί και ζητά να κάνουμε περιφέρεια με την απέναντι στεριά, αγνοώντας τα υπόλοιπα, όμαιμα νησιά του Ιόνιου Πελάγους του.

Να γιατί ένα όνομα και μόνο πολλά υπόσχεται. Μακάρι η σημαία των «Ρεπάρων» να ανεμίσει στην Γκιόστρα της επόμενης χρονιάς. Η έπαρσή της θα είναι νικητήρια.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ένας και πάλι χαρούμενος «Στρατολάτης»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Φωτό: Π.Κ., 9.5.2008

Δεν ξέρω πότε έγινε, αλλά περνώντας πρόσφατα από τον δρόμο του Μπανάτου, εκεί κοντά στο τοπικό Γυμνάσιο, όπου, όπως είχα πρόσφατα γράψει, παρήγορη παρουσία είναι στην άκρη της ασφάλτου και το φρύδι του τράφου, το απέριττο, αλλά με σεβασμό στην ιστορία και την παράδοσή μας ιστορημένο, προσκυνητάρι του Αγίου Νικολάου, είδα πως το πλαστικό στεφάνι, που παράταιρα τόσο καιρό το συντρόφευε, είχε απομακρυνθεί, δίνοντας στην πάντα επιμελημένη αυτή «κολώνα» την παλιά της αίγλη και την πρέπουσα λιτή της μεγαλοπρέπεια.

Δεν θέλω να καυχηθώ πως αφορμή γι’ αυτήν την αισθητική «αποκατάσταση» του μικρού αυτού μνημείου - γιατί για μνημείο αληθινά πρόκειται - στάθηκε το άρθρο μου, που δημοσιεύθηκε, λίγο μετά την καλοκαιρινή, τοπική γιορτή του ιεράρχη των Μύρων, αυτήν της Παρόδου των Λειψάνων του από το νησί μας, στις 10 του Μάη. Το κείμενο, ίσως, απλά να βοήθησε. Η ευαισθησία αυτών που το συντηρούν και το φροντίζουν είναι η πραγματική αιτία της αληθινής επαναφοράς στην κλασσική του απλότητα και σε αυτούς αξίζουν ο έπαινος και οι φιλοφρονήσεις.

Τώρα πια ο «και στη γης και του πελάου» κυρίαρχος, ο επιλεγόμενος και «στρατολάτης» - και ταιριάζει άριστα αυτή η επωνυμία του Αγίου, σε σχέση με τη θέση της «κολώνας» του - χαιρετά από την επίγεια καθέδρα του τους διαβάτες, φιλεύει τζαντιώτικη ευαισθησία τους περαστικούς και πίσω από το πάντα καλογυαλισμένο του τζάμι ευλογεί τους ελάχιστους εναπομείναντες, τονίζοντας με την ικεσία του φιλεύσπλαχνου χεριού του, πως μπορεί ακόμα να ελπίζουμε και να καρτερούμε. Μέσα στην διαφάνεια του απόλυτα λευκού ασβέστη του κερδίζει την αληθινή αρχιεροσύνη του και περιμένει ξανά τα Νικολαβάρβαρα για το δοξαστικό από μερτίες στεφάνι του και την μαγιάτικη σχόλη του για την ευωδιά των αληθινών τριαντάφυλλων.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο «Πανάγιος» από το λαό και την εκκλησία Δεσπότης, ο πραγματικά «καλός ποιμήν» δε θ’ ανεχόταν άλλο τον κιτς εορτασμό και η απλή του εικόνα δεν θα γινόταν ν’ αντέξει τις δήθεν προσευχές μιας ανίερης πραγματικότητας.

Η γραφική και γεμάτη υποσχέσεις σκηνή των ιδιοκτητών και φροντιστών του, θα ξαναζωντανέψει τις παραμονές των δύο γιορτών του, να κρεμούν από τον καλλιτεχνημένο από τον τεχνίτη φάβρο σταυρό του προσκυνηταριού ένα ολόδροσο, γεμάτο ευλάβεια και ικεσίες, στεφάνι και θα προστεθεί και πάλι με υποσχέσεις προσδοκίας και διάσωσης στην κυκλική επανάληψη του λατρευτικού μας κύκλου και με την κίνησή τους αυτή θα θυμίζουν στους διερχόμενους το «τι μέρα ξημερώνει».

Είναι η παράδοση, που συνεχίζεται δίχως παρεμβολές και η προέκταση της ιστορίας, που επαναλαμβάνεται χωρίς προσαρμογή στην πτώση και δίχως υποδούλωση στην κακογουστιά. Οι λίγοι πιστοί, που το είχαμε αντέτι να περνάμε κάθε χρόνο στις 6 του Δεκέμβρη και στις 10 του Μάη από την, ως λίγο ακόμα, έδρα του Δήμου Αρκαδίων και να κάνουμε το σταυρό μας, αντικρίζοντας την λουλουδένια προσευχή των περιοίκων, θα έχουμε και πάλι την ευκαιρία να το ξανακάνουμε και θα μπορέσουμε, έτσι, να ξεχωρίσουμε την καθημερινότητα της ζωής μας σε απλές μέρες και σχόλες.

Θυμάμαι μια θεία μου, μακαρίτισσα πια εδώ και χρόνια, που αξιώθηκε να ζήσει έναν, τουλάχιστον, αιώνα, μια και ήταν απίθανο να την είχαν δηλώσει αμέσως μετά την γέννα της, να μου διηγείται το πώς στα νιάτα της όλες οι κοπέλες της περιοχής της με σπουδή ετοίμαζαν τα στεφάνια του πανηγυριού της ενορίας τους και το τι φροντίδα έδειχναν για το μεγάλο, της κεντρικής πόρτας, όπου το έντυναν όλο με τα καλύτερα λουλούδια της εποχής, όχι μόνο στον κύκλο του, αλλά και στο κέντρο του, που σχημάτιζαν έναν μεγάλο σταυρό, ίσως για να το κάνουν να ξεχωρίζει από τα άλλα της Πρωτομαγιάς, τα πιο κοσμικά.

Μαθημένος από τις άρτιες, γι’ αυτό και ψυχρές, κατασκευές των ανθοπωλείων, που συνήθως αντίκριζα στα πανηγύρια που γνώριζα, ήταν δύσκολο να καταλάβω το πώς ακριβώς ήταν το γιορταστικό αυτό κομψοτέχνημα. Κάποτε, όμως, κατεβαίνοντας από μια από τις σπάνιες, την εποχή εκείνη, επισκέψεις μας στα βουνά, εκεί πάνω από την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου των Χαρτάτων το είδα και κατάλαβα την ομορφιά του, παρότι όταν το πρωτογνώρισα ήταν κάτι περισσότερο από μαραμένο.

Για χρόνια μετά περνώντας από εκείνη την περιοχή το κοίταζα, έστω και ξερό και χαιρόμουν που ποτέ δεν ξεχνιόταν. Δεν ξέρω αν συνεχίζει να καλλιτεχνείται και σήμερα. Καιρό έχω να περάσω από τα Χαρτάτα αρχές Μαΐου, που είναι η γιορτή του «ηγαπημένου Αποστόλου» και η γιορτή του χωριού. Εύχομαι, όμως, να είναι πάντα εκεί και να συνεχίζει ν’ αντιστέκεται στις εμπορικές κραυγές και να επιμένει στην δική του παράδοση.

Λυπάμαι, επίσης, που κάθε Μεγάλη Βδομάδα γεμίζουν τα μαγαζιά της πόλης μας, κατά νεοελληνική απομίμηση και προέκταση, από χιλιάδες, κυριολεκτικά, πλαστικά κατασκευάσματα, τα οποία προορίζονται για τον Εσταυρωμένο, τον Επιτάφιο, αλλά και τους τάφους των δικών μας.

Μα είναι βλασφημία ένα παρόμοιο στεφάνι πάνω σ’ έναν ζακυνθινό Εσταυρωμένο, όπως δείχνει παντελή άγνοια αισθητικής η τοποθέτηση ακόμα και ελάχιστων φυσικών λουλουδιών επάνω σ’ έναν ολοσκάλιστο και επιχρυσωμένο Επιτάφιο, που δεν έχει τίποτα να κρύψει και να καλύψει μέσα στην μελετημένη του τελειότητα, ενώ, αντίθετα, θα έπρεπε να προσπαθούμε να τονίσουμε την αρτιότητα της τέχνης του και την τελειότητα της κατασκευής του, δίνοντας την ευκαιρία στον «Αμνό», τον «επί σανίδος ζωγραφισμένον εκατέρωθεν», να χαρεί την τριήμερη ευωδιών των νερατζανθών και την παρηγορία της πασχαλιάς, ελάχιστες πινελιές στο λευκό του σεντόνι και μόνο. Γιατί αποτελεί αιτία στέρησης της κοινωνίας το να παραποιείς την Αναγέννηση με ευκολίες καθημερινότητας.

Μα όλα αυτά για να σταθούν και να επιβιώσουν απαιτούν παιδεία και γνώση ιδιαίτερη. Πρέπει να ξέρουμε το πώς διαμορφώθηκαν και προπάντων το ποια σημασία έχουν. Παρασυρμένοι από την τηλεόραση και την επιβολή της εικόνας, διαγράφοντας, με αυτό τον τρόπο, τις αληθινές μας ρίζες και τις παιδικές μας αναμνήσεις, ακολουθούμε ξένες με την αισθητική μας συνήθειες και πιστεύουμε πως τηρούμε τα έθιμα και τις παραδόσεις μας, ενώ στην ουσία τα εξαφανίζουμε.

Να γιατί η απομάκρυνση της πλαστικής γιορτής από την «κολώνα» του Αγίου Νικολάου στο Μπανάτο είναι μια αληθινή, αισθητική και σωτήρια αντίσταση. Μεγαλύτερη χαρά θα μας δώσουν τα δύο στεφάνια των γιορτών του. Τα περιμένουμε.

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Ο εφιάλτης του θωρηκτού «Αβέρωφ»

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Κάθιδρος και αποκαμωμένος, ανασηκωμένος και καθιστός στην άκρη του κρεβατιού, κρατώντας το κεφάλι με τα δυο μου χέρια, έπινα γουλιά-γουλιά το βάλσαμο από τις αυγινές φωνές χελιδονιών . Έτσι συνήλθα από τον πρωινό εφιάλτη. Ένιωθα τους οφθαλμούς κατάκοπους από τη θέαση του τρομακτικού ονείρου που πρόβαλε η νυχτερινή φαντασία στην οθόνη του εγκεφάλου. Τι τρομακτική ταινία, θεέ μου, πώς πυροβολούσε ο «Αβέρωφ» τα παιδιά του μες το στρατόπεδο του Πόρου !

Έβλεπα να καίγονται τα σύμβολα στο θρυλικό κατάστρωμα. Λυσσαλέες πύρινες φλόγες τύλιξαν γέφυρα και καμινάδες. Τρομακτικοί πυροβολισμοί από τρελαμένους βαθμοφόρους κανονιοβολούσαν σε αλλόκοτους ρυθμούς και στόχους σκοτώνοντας τα παιδιά τους. Άκουγα το ουρλιαχτό της γαλανόλευκης, ανάπηρης κι ανήμπορης, να συρρικνώνεται στο ιστίο. Έβλεπα τους κρεμασμένους χάρτες να εκτινάσσονται στα ύψη μήπως προλάβουν και γλυτώσουν την αλλαγή των συνόρων. Tους ιδιοκτήτες πυροσβεστικών, εφοπλιστές και βιομηχάνους, να εκβιάζουν προπληρωμή για την κατάσβεσή της. Tους ευρωπαίους εταίρους να σχεδιάζουν τα γραφεία με τα νέα σύμβολα. Την τουρκική διπλωματία να χαμογελάει ειρωνικά. Τα λευκά τραπεζομάντηλα να μοιράζουν σαμπάνιες και χαβιάρια σ' αφεντικά και τηλεπερσόνες .

Έβλεπα τους πολίτες αποχαυνωμένους στη σιγουριά του κρησφύγετού τους, θεωρώντας ότι «τα δρεπάνια θα θερίσουν σ' άλλο χωράφι»… Κι εγώ στη σκοπιά να φωνάζω συνθήματα που κανείς να μη ακούει…. Να καλώ τους πολίτες και τη δημοκρατία, την ισότητα και την ισονομία, την ιστορία και τη λογοτεχνία, την πολιτική και την ειρήνη, τον ηρωισμό και την αυτοθυσία, το συλλογικό όραμα και τους μύθους…. κι εκείνα να είναι παραδομένα στο αδηφάγο χρήμα, υποκλινόμενα και ταπεινωμένα στο χειροφίλημα της νέας εξουσίας…

Ήταν επιβλητικό και κομψό, συνάμα και τρομακτικό το θωρηκτό «Αβέρωφ» με τα τρία θεόρατα φουγάρα που γέμιζαν άλλοτε κι εκτίναζαν στους αιθέρες την κάπνα του καιόμενου κάρβουνου. Με καθήλωσε και απαίτησε το σεβασμό μου ευθύς μόλις το αντίκρυσα, νεαρός τότε στρατεύσιμος καθηγητής στη Σχολή Μονίμων Αξιωματικών του Ναυτικού (ΣΜΥΝ). Τα μεγάλα πυροβόλα σε δύο δίδυμους πύργους, στραμμένα προς την πλώρη, ένιωθες ότι σε προστάτευαν από κάθε εχθρό κι ας ήταν παροπλισμένα αρκετές δεκαετίες από τις τελευταίες του βολές, κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

«Το θωρηκτό “Αβέρωφ”  με εκτόπισμα 9.960 τόνους, συνολικό μήκος 140,81 m, μέγιστο πλάτος 21,03 m, και 7,53 m βύθισμα, ναυπηγήθηκε το 1910 στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Είχε την ανάγκη 600 περίπου ανθρώπων που τροφοδοτούσαν με κάρβουνο ατμοκίνητες μηχανές για να αναπτύξει την ταχύτητα που προβλεπόταν από τους μελετητές και να χαρακτηριστεί έτσι “καταδρομικό” ή “βαρύ εύδρομο”. Ήταν το ταχύτερο ελληνικό πολεμικό πλοίο, η ναυαρχίδα του στόλου μας, ο φόβος και ο τρόμος των τουρκικών πλοίων κατά τις ναυμαχίες της “Έλλης” (3/16 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5/8 Ιανουαρίου 1913). Η πολεμική και η διπλωματική του προσφορά κατά τους βαλκανικούς πολέμους ήταν καθοριστική. Η Ελλάδα πληγωμένη από την ήττα του 1897 και τον ακολουθούμενο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο έπρεπε να πάρει τη ρεβάνς. Ζούσε το μύθο που χρόνια έπλεκε στην καρδιά της και συνέχισε ν΄ αγωνίζεται, να μεγεθύνει σύνορα και βαθμό ανεξαρτησίας. Οι ευρωπαίοι το γνώριζαν και υπολόγιζαν στη ναυτική υπεροχή μας στο Αιγαίο… Κατά το μικρασιατικό πόλεμο καμάρωσε αγκυροβολημένο, απέναντι από τον Ντολμά Μπαξέ στην Κων/πολη , αλλά ένιωσε τη θλίψη της ήττας και τον πόνο της μικρασιατικής καταστροφής. Η παρουσία του όμως εκεί, μαζί με την ελληνική στρατιά στο Έβρο, έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο “Αβέρωφ” ήταν πάλι η ναυαρχίδα. Αλλά οι τότε συνθήκες δεν του επέτρεπαν δράση κι έμεινε αγκυροβολημένος στην Ελευσίνα. Μετά τη γερμανική εισβολή γλύτωσε την αυτοβύθισή του και με απόφαση του πληρώματός του, τον Απρίλιο 1941, κατέφυγε σώο στην Ανατολή (Αλεξάνδρεια, Βομβάη, Πορτ Σάιντ). Το Σεπτέμβρη του 1944 μεθορμίστηκε στην Αλεξάνδρεια προκειμένου να συμμετάσχει στην επιχείρηση απελευθέρωσης της Ελλάδας. Προσέγγισε τον Πόρο και παρέλαβε τον τότε πρόεδρο της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και τους υπουργούς, και στις 17 Οκτωβρίου αγκυροβόλησε στο Φαληρικό όρμο… Ο ειρηνικός επίλογος της ένδοξης ιστορίας του γράφτηκε το 1946 με το επίσημο ταξίδι στη Ρόδο όταν με τη συνοδεία αντιτορπιλικών, μετέφερε τον αντιβασιλέα αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό που έφερνε το χαιρετισμό της μητέρας Ελλάδας στα Δωδεκάνησα εν όψει της προσάρτησής τους. Επανέπλευσε στον Πόρο όπου και παραμένει μέχρι σήμερα».

Κάπως έτσι πληροφορούσαμε τους κυριακάτικους επισκέπτες του αλυσοδεμένου θωρηκτού στη ναυτική σχολή του Πόρου στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Και πολλές φορές η ξενάγηση μάκραινε ακόμη περισσότερο, πέραν εκείνης που είχε να κάνει με το θαυμασμό του μεγέθους, των όπλων και των οργάνων του. Περιδιαβαίναμε τους δρόμους της ιστορίας και των γεγονότων ακόμη και των προσώπων που πρωτοστάτησαν. Στον Γ. Αβέρωφ από τον οποίο πήρε και το όνομά του, στην προσωπικότητα και τις ριψοκίνδυνες αλλά τόσο νικηφόρες αποφάσεις του ναύαρχου Π. Κουντουργιώτη. Στον Ελευθέριο Βενιζέλο που τον Οκτώβρη του 1912 ζητούσε από τα πληρώματα όχι να πέσουν υπέρ πατρίδος , αλλά να νικήσουν: «Η πατρίς αξιοί από υμάς όχι απλώς ν’ αποθάνητε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήτο το ολιγώτερον. Αξιοί να νικήσετε.»

Και φωτογραφιζόμαστε μαζί με τους επισκέπτες, ρίχναμε εικονικές βολές σε κάθε λογής εχθρούς, δίναμε και παίρναμε μηνύματα πάνω στη γέφυρα, σεργιανούσαμε κρυφά στα επικίνδυνα σκοτεινά αμπάρια, πλάθαμε τους δικούς μας μύθους την ώρα της σκοπιάς για μια ελεύθερη Ελλάδα που στηνόταν μέσα από τα βαρύγδουπα, αλλά δυστυχώς απατηλά παπανδρεΐκά λόγια, της υποτιθέμενης στροφής προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ελλάδας που θα έβγαινε από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ γιατί ήταν το ίδιο συνδικάτο…

Το «Αβέρωφ», αποφασίστηκε, το 1983 να επισκευαστεί και να αποτελέσει μουσείο-σύμβολο της ιστορίας, από εκείνα τα ανεκτίμητα που διδάσκουν με την εμπειρία του χρόνου και τροφοδοτούν τη φαντασία για νέα ελληνικά οράματα… Από τότε κοσμεί το Φαληρικό Δέλτα και αποτελεί εκπαιδευτικό προορισμό για τη γνώση της ιστορίας, τη σοφία και τον παραδειγματισμό από τις εμπειρίες δύσκολων περιόδων αλλά και της εποχής των συλλογικών στόχων.

Πώς ν' αντέξει κανείς και να μη βλέπει εφιάλτες, μετά από μια τέτοια σημαντική εμπειρική κι επιστημονική σχέση που καλλιεργήθηκε στα χρόνια της προσφοράς προς την πατρίδα με πολύμηνη στράτευση, όταν φιλοξενεί και σηματοδοτεί σήμερα ο ¨Αβέρωφ¨ αυτή τη νέα εποχή της κενότητας και της ματαιοδοξίας, της επιδειξιομανίας και του νεοπλουτισμού της εθνικής υποτέλειας μες στη δίνη του καπιταλισμού;

Τρελάθηκαν τα κανόνια του «Αβέρωφ», σαν τη ζωή του νεοέλληνα, που φαίνεται να έχει απολέσει τη συλλογική μνήμη και σκοτώνει τα παιδιά του. Εγκαταλείψαμε την κλασσική παιδεία, παραγκωνίσαμε την ιστορία και σβήσαμε παλιούς και νέους μύθους και ιστορικά σύμβολα. Εμπιστευτήκαμε και παραδώσαμε την ασφάλειά μας στους άλλους, ως κράτος και ως μονάδες, με πολύ σκληρό τίμημα. Κι εκείνοι το εκμεταλλεύτηκαν για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα σαν το σύγχρονο θλιβερό «αρχηγό» του «Αβέρωφ» που το παραχώρησε για χλιδάτες δεξιώσεις καταστροφής της μνήμης και του πολιτισμού.

Τούτο το καλοκαίρι, πριν από τις εκλογές, είναι ώρα προετοιμασίας και περισυλλογής για καινούργιους στόχους και νέα οράματα που θα φύονται από τις ρίζες του ιστορικού παρελθόντος, μπολιασμένα όμως από τις μελλοντικές απαιτήσεις. Δεν μπορεί να υπάρξει έθνος και πατρίδα δίχως την πλοκή του δικού του μύθου, δίχως να στραφούν τα κανόνια προς τη διαφύλαξη του εθνικού στόχου. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση δεν εγγυάται την κατάργηση των συνόρων για τη βελτίωση της ποιότητας του συνόλου της ανθρωπότητας. Ο «Αβέρωφ» θα πρέπει να κοιτάζει τη γραμμή του ορίζοντα παρόλο που εκείνη όλο θα απομακρύνεται, θα μένει όμως η γραμμή πάντα μπροστά του σαν ο τόπος της ουτοπίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, όχι του σύγχρονου σοσιαλφιλελευθερισμού της υποταγής στο καπιταλιστικό δόγμα.

Ας ψάξουμε για νέους αξιωματικούς και ναυάρχους που θα θελήσουν και θα τολμήσουν να αυτονομηθούν από την ευρωπαϊκή αρμάδα και τις εντολές τους για να περισώσουν το κοινωνικό κράτος και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τα πυροβόλα του «Αβέρωφ» όμως ζητάνε την πολιτική συμμετοχή κι ενεργητικότητα, όχι μόνο εκείνη που περιορίζεται στο συνδικαλισμό και την ψηφοφορία. Απαιτούν καθημερινή ενεργή παρουσία και πράξη σαν τις ατμομηχανές που αναζητούν το κάρβουνο για να κινήσουν τις προπέλες. Τώρα, στην περίοδο της κρίσης του καπιταλισμού, στην εποχή της τρίτης τεχνολογικής επανάστασης, άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, εργάτες και μισθωτή διανόηση πρέπει να ψάξουμε να βρούμε και να αναδείξουμε μόνο εκείνους τους νέους ηγέτες που θα έχουν δυναμισμό κι αισιοδοξία, εκείνους που θα πάρουν τις δύσκολες αποφάσεις της ρήξης με το πεισματικά και δυναμικά φρουρούμενο, καταστροφικό για τον πλανήτη καπιταλιστικό σύστημα κι ελληνικό κατεστημένο. Ο άλλος δρόμος της υπακοής χαρακτηρίζει ανελεύθερα όντα που πληρώνουν βαριά το τίμημα της αβουλίας σαν το διασυρμό των πυροβόλων του «Αβέρωφ», που αλυσοδεμένο κι ανήμπορο δημιουργεί εφιάλτες.

Ζάκυνθος 20-6-2010

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Ένας Καρρέρ, ανάμεσα σε «ψαροκάικα» και «καβουράκια»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στο κείμενο της περασμένης εβδομάδας είχαμε ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, και με κάποιο έργο του Παύλου Καρρέρ (Καρρέρη, επί το ζακυνθινότερον), όπου ήταν βασισμένο σε ποίηση του «χαμωλόγου» τοπικού τεχνίτη του λόγου Κανδιάνου Ρώμα και μας δόθηκε η αφορμή και πάλι να θυμηθούμε την ριζική κατακρεούργηση της λαθεμένης ονοματοδοσίας των οδών της πόλης μας, η οποία προερχόμενη από την ανικανότητα των υπευθύνων και την δικής μας θανατηφόρα ανεκτικότητα, εξακολουθεί να υπάρχει και να ντροπιάζει, αποτελώντας ένα επί πλέον δείγμα της πτώσης και της κατάντιας μας.

Δεν θα επανέλθουμε στα ιστορικά λάθη, που επικρέμονται στους περισσότερους δρόμους της πόλης μας, το δείγμα αυτό μιας επιπλέον άγνοιας και προχειρότητας, αλλά μια και επαναφέραμε στην μνήμη μας τον μεγάλο ζακυνθινό μουσουργό, που η ερημιά του αγάλματός του γίνεται, λόγω άγνοιας και περί άλλων τυρβασμού, όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο επίφοβη, θα θυμηθούμε, όσοι το είδαμε, κάτι πολύ χαρακτηριστικό και λυπητερό, στην ουσία του, το οποίο και πάλι αφορά ένα από τα πιο γνωστά του έργα.

Ήταν, λοιπόν, αν δεν κάνω λάθος τις αρχές της περασμένης άνοιξης, όταν στην γνωστή τηλεοπτική εκπομπή «Στην υγειά μας» της ΝΕΤ, η οποία μεταδίδεται κάθε σαββατόβραδο και ομολογώ πως σπάνια την βλέπω, μια και ουδόλως μου ταιριάζει, παρ’ ότι πολλοί την θεωρούν σημαντική, είχαν κληθεί αρκετοί μαθητές κάποιου μουσικού σχολείου της χώρας μας και με αξιοζήλευτη ευαισθησία παρουσίαζαν τους καρπούς των σπουδών τους και το αναμφισβήτητο ταλέντο τους.

Και εδώ συνέβαινε ό,τι και στα υπόλοιπα μουσικά μας τεκταινόμενα. Σημαντικά, μέτρια και απλοϊκά τραγουδάκια παρουσιάζονταν τουλάχιστον σαν γνωστές άριες και όλα αυτά που κάποτε συντρόφευαν τις καλοκαιρινές μας βραδιές των υπαίθριων κινηματογράφων, μαζί με τις μυρωδιές του τζαντζαμινιού και του αιγοκλήματος, αποδίδονταν λες και οι ερμηνευτές τους τραγουδούσαν το Casta Diva, αποδεικνύοντας για μιαν ακόμα φορά το πόσο ακριβά πληρώνουμε τον λαϊκισμό και την επιπολαιότητά μας.

Δεν θέλω να προχωρήσω περισσότερο και να κρίνω την, για μένα τουλάχιστον, ισοπεδωτική μας αυτή αντίληψη. Θα σταθώ μόνο σ’ έναν αληθινά χαριτωμένο μαθητή, με μια εκ των έσωθεν ψυχική ευγένεια, ο οποίος πήρε το μικρόφωνο και δειλά - δειλά δήλωσε, ομολογουμένως με κάποια συστολή και ένα ίχνος φόβου, πως αυτός θα πει κάτι διαφορετικό, το οποίο δεν είναι γνωστό, όσο όλα τα άλλα που ακούστηκαν. Και αυτό το «άγνωστο» και όχι «σουξέ» ήταν ο «Μάρκος Μπότσαρης» του μεγάλου ζακυνθινού συνθέτη, που κάποτε τα έργα του παίχτηκαν στην Σκάλα του Μιλάνου!

Το να ντρέπεται, πιστεύω, ένας μαθητής μουσικού σχολείου να τραγουδά Παύλο Καρρέρ, παρ’ ότι όπως αποδείχτηκε με την ερμηνεία του, τον αγαπούσε και τον γνώριζε άριστα, αν δεν είναι πολιτιστική κατάντια, είναι τουλάχιστον επίφοβη και επιζήμια πτώση και το γεγονός αυτό υπογραμμίζει και την φτώχεια μας και την εμμονή μας στην ανησυχητικά αρνητική πραγματικότητα.

Μου είχαν πει και ευτυχώς ο Άγιός μας με αξίωσε να μην το δω και το βιώσω, πως μουσικός μάθαινε σε παιδιά σχολείου το τραγούδι της Παπαρίζου, για να το αποδώσουν μάλιστα και σε μεγάλη τους γιορτή. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Είναι που «όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια». Καταντήσαμε καθαρόαιμοι ιθαγενείς, που είναι υπερευχαριστημένοι με καθρεφτάκια και όλων των άλλων ειδών μαϊμουδίστικες απολαύσεις.

Δυστυχώς από όλο αυτό το κλίμα δεν ξεφεύγει και το νησί μας, που κάποτε είχε μια μεγάλη μουσική παράδοση και ευαισθησία, αλλά τώρα ακολουθεί, δυστυχώς, δίχως καμιά σκέψη και αιδώ πιστά την νεοελληνική πραγματικότητα.

Θυμάμαι που πέρυσι το βράδυ της «Μαλλιαρής» η λεγόμενη μπάντα μας έπαιζε «Τα παιδιά του Πειραιά» και πολλά άλλα παρόμοια, κάνοντας «πλατεία» (;) δίπλα από την εκκλησία του Πολιούχου μας, όπου ευτυχώς μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται το πανάρχαιο αυτό και γραφικό έθιμο. Του ίδιου κλίματος πρόγραμμα είχε και στο πρόσφατο πανηγύρι της Ανάληψης, όπου κατά παλιά συνήθεια έπαιζε μπρος από το ιερό της και στον κεντρικό της δρόμο, την ιστορική Πλατεία Ρούγα, που άγνοια της ιστορίας και της ταυτότητάς μας έχει κάνει «Αλεξάνδρου Ρώμα».

Και όμως στην τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου, τον κάποτε Φόρο, αλλά παλιότερα μπροστά και από την ενοριακή μου εκκλησία, από μια αξιοζήλευτη τότε φιλαρμονική είχαν ακουστεί, κυρίως τα πρωινά της Κυριακάτικης αργίας ή στα διάφορα αστικά πανηγύρια, τα πιο γνωστά και μεγάλα μουσικά κομμάτια και ο λαός μας τα είχε κάνει, έτσι, βίωμά του, κτήμα του και καθημερινότητά του. Τα πρόλαβα ευτυχώς και εγώ, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, όπου ακόμα το νησί μας ζούσε τον απόηχο της πολιτιστικής του άνθισης και νοιώθω τον εαυτό μου τυχερό γι’ αυτό. Γυρίζοντας τα γύρω στενά με το ποδήλατό μου, έφταναν στ’ αυτιά μου οι ήχοι από τις πιο γνωστές και σημαντικές όπερες και έγιναν γνώση και συνήθειά μου. Έτσι συνήθισα στην ποιότητα και τώρα μπορώ ν’ αντισταθώ στην μετριότητα και να κλείνω υπεύθυνα και ραδιόφωνο και τηλεόραση.

Αυτό πιστεύω πως είναι η γνήσια και σωστή λαϊκή παιδεία. Το ότι κάποιος απλός, μα καθόλου απλοϊκός, Τζαντιώτης, διόρθωσε, όπως διηγιόνταν με περηφάνια οι παλιότεροι, κάποτε μια ντίβα της λυρικής, αυτό είναι, αναμφίβολα, απόδειξη πολιτισμού και δείγμα πως η υψηλή τέχνη κατέβηκε στο λαό. Το ίδιο συνέβαινε και με τους αχθοφόρους, που μεταφέροντας στο λιμάνι τις αποσκευές, τραγουδούσαν, όπως έχουμε διαβάσει, τα πιο σημαντικά μουσικά δημιουργήματα.

Πολλές φορές έχω επαναφέρει με αγάπη στην μνήμη μου τον νεαρό εκείνο μαθητή του μουσικού γυμνασίου, που μέσα σε «ψαροκάικα», «καβουράκια», «λουλάδες» και «ροζ κουρτίνες», τόλμησε και ξανάφερε στην επικαιρότητα και την μνήμη μας τον μεγάλο Παύλο Καρρέρ, ερμηνεύοντας τον «Γέρο Δήμο» του.

Είναι το αντίβαρο όλης αυτής της αμάθειας και του εξευτελισμού της ισοπέδωσης.

Δεν θυμάμαι τον σοβαροφανή παραγωγό της εκπομπής, ούτε κανέναν άλλον από τους παράγοντες, που ευτυχώς κάτι τους κράτησε προστατευτικά και διασωστικά και δεν συνόδευσαν το κομμάτι με τα οικεία τους παλαμάκια, να σχολίασαν ή να επαίνεσαν το παρηγορητικό ατζάρντο. Ίσως και αυτοί να αισθάνθηκαν αμήχανα, όπως και η πλειοψηφία των παθητικών τηλεθεατών, που αποχαυνωμένοι, ως συνήθως, στον νωθρό καναπέ τους και την απόλυτη μακαριότητά τους, περίμεναν να τελειώσει το περίεργο και να απολαύσουν αυτό που τους επέβαλαν και στην ουσία τους αρμόζει.

Απορώ πως η στάτουα του μουσουργού μας κάθεται ακόμα στην άκρη της μεγάλης μας πλατείας. Ίσως στέκει εκεί επειδή το μόνο που αντικρίζει είναι ο Άγιος Νικόλας του Μόλου.

Διαφορετικά πώς να γνωρίσει την πόλη του; Το χόρτο που κοροϊδεύαμε φύτρωσε και στην αυλή της.
Related Posts with Thumbnails