© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: ΠΕΝΤΕ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΟΡΦΑΝΑ ΦΙΛΙΑ

Ἀρχίσαμε σταυροφορία ἐναντίον τοῦ καπνίσματος
καὶ στὴν καπνοπαραγωγὸ Ἑλλάδα μας,
Χριστέ μου!
Ρεκλάμες, προειδοποιήσεις,
ἀνατριχιαστικὰ ἰατρικὰ
καὶ θλιβερὰ στατιστικὰ στοιχεῖα
στὴ δημοσιότητα,
κατατοπιστικὴ ἐνημέρωση γιὰ τὶς ἀπαίσιες,
τὶς τρομερὲς συνέπειες τοῦ τσιγάρου.

Κι ὅμως τὰ πεζοδρόμια, οἱ δρόμοι,
οἱ γωνίες, τὰ παρτέρια, τὰ τασάκια,
εἶναι γεμάτα μὲ μυριάδες ἀποτσίγαρα.
Ρίξε τους μιὰ προσεκτικὴ ματιά!
Δὲν τὰ ἀναγνωρίζεις;
Εἶναι τὰ ὀρφανὰ φιλιὰ
ποὺ δὲ βρῆκαν τὸ δρόμο
γιὰ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου,
μήτε γιὰ τὴν περίπυστή Σου εἰκόνα,
τὸν Πλησίον.

Πειραιεύς, 21-1-2010


ΕΑΡ ΓΛΥΚΥΤΑΤΟN !...

Τὴν ἄνοιξη, ὡς γνωστόν,
τὴν ψάλλουν τὰ πουλιὰ κ’ οἱ ποιητές•
τὴ λούζει ὁ ἥλιος
μὲ φῶς ἀνθέων καὶ μὲ χρώματα,
ἀπ’ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἀπουσιάζει
τὸ μενεξελὶ τοῦ πένθους.
Τὴν ἄνοιξη τὴ χαϊδεύει ἡδονικὰ ὁ ἄνεμος
μὲ εὐωδία νιότης ἁρμυρῆς,
οἱ μέλισσες τῆς δίνουν τραταμέντο
μέλι καὶ κηρύθρα
καὶ τὴν καλωσορίζουνε ὁλόδροσα
χαμογελώντας τὰ δελφίνια.

Τὴν ἴδια ὥρα ἀκριβῶς, ἡ Ἄνοιξη,
ἤρεμα σταυροχεριασμένη,
χρυσοκέρινη, μέσα στὶς πασχαλιὲς
καὶ μέσα στοὺς λεμονανθούς,
κυκλωμένη ἀπὸ νέφη θυμιάματος,
ἀπὸ λαμπάδες, ἑξαπτέρυγα
καὶ μάτια ἀπορημένα παιδικά,
κάτω ἀπὸ ἤχους ἀντρίκιας φοβερῆς καμπάνας
καὶ ἐγκωμίων τρυχομένης Μάννας λυρικῶν,
δέχεται θρῆνο χαρμολύπης ἐπιτάφιο
καὶ ἑτοιμάζεται χαράματα τῆς Κυριακῆς
νὰ ἀνατείλει ὡς Νυμφίος
ἔρωτος κάλλει ὡραῖος, ὁλοφώτεινος,
ἐκ παστάδος μετὰ δόξης ἐξερχόμενος!

Πειραιεύς, 26-2-2010


ΑΝΑΣΤΑ Ο ΘΕΟΣ

Μᾶς ξεκούφανες μεγαλοσαββατιάτικα
μὲ τὸ ἐζάνι σου στὴ διαπασῶν τῶν μεγαφώνων
καρσὶ στ’ ἀφτιὰ τοῦ Ἅη Γιώργη!
Φώναζε ὅσο θὲς ὥς τὰ μεσάνυχτα•
καὶ τότε θὰ ἀκούσεις καὶ τοῦ λόγου σου
ἕνα μυριόστομο Χριστὸς ἀνέστη!
νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ ἅδη,
νὰ τὸ φχαριστηθεῖ κ’ ἡ ἀφεντιά σου!

Φανάρι, Μ. Σάββατο, 3-4-2010


ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ

Ἀπὸ τ’ ἀριστερὰ μπαξὲς μὲ ὀβελίσκους•
ἀπὸ τὰ δεξιὰ κῆπος μὲ σταυρούς.
Ἀπὸ ‘κεῖ τὸ νεκροραφεῖο•
ἀπ’ ἐδῶ τὸ κοιμητήριο.
Καὶ στὴ μέση ἡ Ὁδός.
Χωρίζουσα ἤ συνδέουσα•
ἀναλόγως• ὅπως τὴν πάρεις!...

Φανάρι, Μ. Σάββατο, 3-4-2010


ΕΛΛΑΣ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟΝ ΣΟΥ!...

Ξεκινήσαμε μ’ ἕναν μέλανα ζωμὸ
κι ἕνα «μολὼν λαβέ»∙
φθάσαμε αἰσίως στὸ «ἐν τούτῳ νίκα»
καὶ σὲ μιὰν Ἁγιὰ Σοφιά∙
προχωρήσαμε σ’ ἕνα «ἐλευθερία ἤ θάνατος»
μὲ ἕνα τσίπουρο κι ἕνα ξερίχι∙
ἀνεβήκαμε σ’ ἕνα «ὄχι!» καὶ σ’ ἕνα «ἀέρα!»
μὲ κρυοπαγήματα πυρπολούμενου στήθους∙
ξελαρυγγιαστήκαμε φωνάζοντας
«ψωμί, παιδεία, ἐλευθερία»,
γιὰ νὰ καβαλικέψουμε, ἐπὶ τέλους!
ἕνα ἀστραφτερὸ καλάμι
διπλοῦ διαφορικοῦ ἑλληναράδικο,
φιλοσοφοῦντες φραπεστί,
ρεβόμενοι ἀστακομακαρονάδα
καὶ τιραμισοὺ πατροπαράδοτο,
ὥσπου νὰ προσγειωθοῦμε –Oh Mon Dieu!
σὲ ἕνα «ὅ,τι ἔχετε εὐχαρίστηση!».

Πειραιεύς, 22-4-2010

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Φιλελληνισμός και Διεθνής Αλληλεγγύη

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης [*]


Για δεύτερη χρονιά γιορτάζουμε φέτος, σήμερα 19 Απριλίου, ημέρα θανάτου του Λόρδου Βύρωνα (πέθανε στο Μεσολόγγι στις 19-4-1824), την ημέρα Φιλελληνισμού και Διεθνούς Αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο αυτό θα επιχειρήσω μια ιστορική αναδρομή της ιστορίας του φιλελληνισμού και της διασύνδεσής του με την αναγκαιότητα της διεθνούς αλληλεγγύης.

Ο όρος φιλελληνισμός είναι πολύ πιο παλιός απ’ ότι φανταζόμαστε. «Πρώτος ο Ηρόδοτος αποκάλεσε φιλέλληνα τον Φαραώ της Αιγύπτου Άμασι, αλλά και κατά τους Μακεδονικούς χρόνους ονομάστηκαν φιλέλληνες και άλλοι βασιλιάδες, προστάτες ή φίλοι των Ελλήνων, καθώς και όσοι φρόντιζαν για την εθνική ενότητα ή έδειχναν ενδιαφέρον για τον αγώνα των Ελλήνων κατά των Περσών». Στην αρχαία Ρώμη, αυτοκράτορες όπως ο Μάρκος Αυρήλιος οδήγησαν τον ελληνικό χώρο σε νέα εποχή ακμής.

Συνεχίζοντας την περιήγησή μας μέσα στους αιώνες, θα διαπιστώσουμε ότι στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα ονομάζονταν φιλέλληνες οι θαυμαστές της αρχαιότητας γενικά, ενώ φτάνοντας στην Αναγέννηση, όπου οι επιστήμες και οι τέχνες αρχίζουν να ανοίγουν τους ορίζοντες του, ως τότε, αγράμματου και θρησκόληπτου ανθρώπου, ο φιλελληνισμός θα αποκτήσει και άλλες διαστάσεις.

Οι ανθρωποκεντρικές επιστήμες κερδίζουν διαρκώς έδαφος, καθώς ο ουμανισμός και οι κλασικές σπουδές γίνονται πλέον της μόδας για τις πιο εύπορες τάξεις. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, σε συνδυασμό με το ρομαντισμό αλλά και τον έντονο φιλελευθερισμό, που τολμά να βγει από τα σπάργανα, οδηγεί τους πιο μορφωμένους αστούς, τους «πεφωτισμένους», σε ριζοσπαστικές κινήσεις για την ελευθερία και ανεξαρτησία των λαών.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα του Διαφωτισμού έχουμε θεμελιώδεις Διακηρύξεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που παρ’ όλο που βρίσκονται ακόμα σε πρωτολειακή μορφή, θα οδηγήσουν σε ρηξικέλευθες επαναστάσεις, όπως η αμερικανική και η γαλλική. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να μείνει πίσω η σκλαβωμένη Ελλάδα;

Το φαινόμενο του φιλελληνισμού θα βρει πολύ πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, για να φτάσει στο ζενίθ με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης. Εκδηλώθηκε δε, με πολλούς τρόπους. Οι αρχαίες ελληνικές σπουδές γίνονται της μόδας, πολλοί περιηγητές έρχονται να επισκεφθούν τη σκλαβωμένη χώρα μας...

Οργανώθηκαν δημοσιογραφικές εκστρατείες υπέρ της αγωνιζόμενης Ελλάδας. Ο Τύπος υποστηρίζει ανοιχτά τον Αγώνα, αλλά και στη ζωγραφική, τη γλυπτική, τις λιθογραφίες, τη λογοτεχνία, την ποίηση η εξεγερμένη Ελλάδα κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι διάσημοι πίνακες του Γάλλου Ντελακρουά «Σκηνές από τις σφαγές της Χίου» και «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» τάραξαν για τα καλά τα ήρεμα νερά της υπνωτισμένης Ευρώπης.

Ο μεγάλος Γάλλος λογοτέχνης και οραματιστής Βίκτωρ Ουγκώ, γράφει στους στίχους του, όπως τους μετέφρασε ο Παλαμάς:

«Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός,
θάνατος πέρα ως πέρα. Ερμιά παντού
Μα κοίτα πάνου εκεί στο βράχο…
κάποιο παιδί μονάχο…
Διαβάζει, μου κράζει το Ελληνόπουλο
με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω, να!»

Στη Γερμανία, ο Γκαίτε, ο Σίλλερ, αλλά και ο Μίλλερ, συγκλονίζουν τον σκεπτόμενο κόσμο της διανόησης με τους φιλελληνικούς τους στίχους. Παράλληλα, τα φιλελληνικά κινήματα ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στις διάφορες χώρες, όχι μόνο με τη μορφή της Τέχνης, αλλά και με χρηματική υποστήριξη του ένοπλου αγώνα. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης με αρχαίες ελληνικές παραστάσεις πωλούνται σε όλη την Ευρώπη υπέρ της αγωνιζόμενης Ελλάδας. Στην Ελβετία, ο τραπεζίτης Εϋνάρδος ξόδεψε τεράστια χρηματικά ποσά από την προσωπική του περιουσία. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις ιδρύονται τα Ελληνικά Κομιτάτα, που συντονίζουν τις φιλελληνικές ενέργειες και διοργανώνουν εράνους υπέρ της χώρας μας. Επιφανείς προσωπικότητες απ’ όλον τον κόσμο θα βάλουν το λιθαράκι τους στον απελευθερωτικό αγώνα. Μεταξύ άλλων, στη Γαλλία ο Φαβιέρος, στην Ιταλία ο Σανταρόζα, στην Αγγλία που διαθέτει πολύ ισχυρό ελληνικό κομιτάτο, ο πασίγνωστος Λόρδος Βύρωνας, στη Γερμανία, ο Λουδοβίκος Α΄, πατέρας του Όθωνα, στη Ρωσία, που η Επανάσταση ταυτίζεται με την Ορθοδοξία, ο Πούσκιν, στην Αμερική ο ίδιος ο Πρόεδρος Μονρό και ο εκδότης Στάνχοπ και τόσοι άλλοι.

Οι πιο πολλοί ήρθαν και οι ίδιοι στην Ελλάδα και έλαβαν μέρος στον εννιάχρονο Αγώνα και δυστυχώς σχεδόν όλοι σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, ευτυχισμένοι, ωστόσο, που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τα ιδανικά τους. Φιλέλληνες, εξ άλλου, δεν ήταν μόνο Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, αλλά και Τούρκοι -όσο παράξενο κι αν ακούγεται- και Άραβες από την Αίγυπτο, το Λίβανο, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αραβική Χερσόνησο ήρθαν και πολέμησαν στο πλευρό μας.

Η ανάγκη όμως των όπλων γίνεται ολοένα και επιτακτικότερη. Ιδιώτες οπλοποιοί κυρίως, από τη Λιέγη του Βελγίου, προμηθεύουν τους επαναστάτες με όπλα και πληρώνονται από δάνεια που συνάπτουν οι Έλληνες την εποχή εκείνη, αλλά και από εράνους των απόδημων Ελλήνων και των φιλελληνικών κομιτάτων. Πυρομαχικά και όπλα επίσης προμηθεύουν και χώρες όπως η Πολωνία –που συμπαραστάθηκε πολύ στον Αγώνα– αλλά και φάρμακα και εφόδια.

Ο φιλελληνισμός, έτσι παύει πια να αποτελεί απλή προέκταση της αρχαιολατρίας, αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνει και μια έντονη διαμαρτυρία απέναντι στις συντηρητικές και καταπιεστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης, που δεν είναι καθόλου ευνοϊκά διατεθειμένες απέναντι στα απελευθερωτικά κινήματα και τις δημοκρατικές διαδικασίες. Και ενώ οι διανοούμενοι και προοδευτικοί διατυμπανίζουν με κάθε τρόπο τον φιλελληνισμό τους, τα ευρωπαϊκά κράτη αυτά, καθ’ εαυτά, θα μπορούσαν άνετα να χαρακτηριστούν ως «μισελληνικά», στο μέτρο και στο βαθμό όπου φιλελληνισμός = φιλελευθερισμός. Και, δυστυχώς για τη χώρα μας, αυτό το έδειξαν ποικιλοτρόπως.

Κατ’ επέκταση «οι φιλέλληνες ήρθαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είτε γιατί διώκονταν από τις κυβερνήσεις των χωρών τους είτε γιατί δεν ανέχονταν να ζουν κάτω από ανελεύθερα καθεστώτα. Οι στρατιωτικοί αυτοί βλέπανε τον αγώνα τους δίπλα στους Έλληνες επαναστάτες ως τη συνέχεια του αγώνα που έκαναν στις χώρες τους για την ελευθερία».

Χρόνια αργότερα, στον σκοτεινό εφιάλτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σκληρά, αλλά η Ελλάδα αρνείται πεισματικά την υποταγή στους Ιταλούς, διθύραμβοι θαυμασμού και συμπάθειας για τη λιλιπούτεια χώρα μας αναζωπυρώνουν τον ξεχασμένο Φιλελληνισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ο Γάλλος Αντρέ Ζιντ, σε επιστολή του προς τον Κ. Θ. Δημαρά την 31η Δεκεμβρίου 1940, εξυμνώντας τον ελληνικό λαό: «… Αντιπροσωπεύετε για μάς τον θρίαμβο της παλικαρίσιας αρετής, της πραγματικής αξίας, εκείνης των ολιγαρίθμων. Και τι ευγνωμοσύνη αισθάνονται για σας, γιατί ξαναδώσατε σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα εμπιστοσύνη, θαυμασμό, αγάπη και ελπίδα στον άνθρωπο.»

Ιδιαίτερη όμως αναφορά οφείλουμε να κάνουμε στο Λόρδο Βύρωνα, στη μνήμη του οποίου γιορτάζουμε σήμερα. «Νους φωτεινός», κατά τον Γκαίτε, «θερμός και αγέρωχος αγωνιστής της ελευθερίας των λαών», κατά τον Γκόρκι, «ποιητική ιδιοφυΐα, αλλά και διάνοια πολιτική», κατά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Λόρδος Βύρων αναδείχθηκε σε βάρδο της ελευθερίας και σε κορυφαίο εκπρόσωπο του πνεύματος της αντίστασης κατά των ισχυρών της εποχής του. Αγωνίσθηκε και θυσιάστηκε για την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας και ταυτόχρονα απέδιδε στον εαυτό του τον τίτλο «πολίτης του κόσμου».

Υπήρξε υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τασσόμενος από το βήμα της Βουλής των Λόρδων (27/2/1812) κατά της θανατικής ποινής σε βάρος των εξεγερμένων κλωστοϋφαντουργών του Νότιγχαμ, οι οποίοι κατέστρεφαν τις μηχανές που τους «έπαιρναν» τις δουλειές. Ύψωσε τη φωνή του από τους πρώτους κατά της κλοπής των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον 'Ελγιν . Ως αντιρατσιστής, ο Λόρδος Βύρων είχε ταχθεί κατά των διακρίσεων σε βάρος των Καθολικών, που τους απέκλειαν τότε από τα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ που δέχονταν μόνο Προτεστάντες. Συνδυάζοντας τον φιλελληνισμό με την υπεράσπιση οικουμενικών αξιών, ο Λόρδος Βύρων μας άφησε μιαν ανεκτίμητη κληρονομιά, που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί στους σύγχρονους αγώνες για την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον εκδημοκρατισμό και τον εξανθρωπισμό των διεθνών σχέσεων, αλλά και για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων μας για τη θέση και το ρόλο της χώρας μας στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Τελειώνοντας το οδοιπορικό μας μέσα στο χρόνο, ας αναρωτηθούμε: υπάρχει φιλελληνισμός σήμερα; Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης Παύλο Τζερμιά: «… Ο μόνος τρόπος να ανανεώσουμε τον φιλελληνισμό, ώστε να περάσουμε από τον παραδοσιακό, τον κλασσικό φιλελληνισμό - που, να το πούμε έτσι χτυπητά έχει πεθάνει – στο νέο-φιλελληνισμό, είναι να ανανεώσουμε, να διευρύνουμε το περιεχόμενο των νεοελληνικών σπουδών στο εξωτερικό».

Το κλίμα όμως είναι ζοφερό. Διάγουμε περίοδο ανθελληνισμού και αφελληνισμού. Τα πανεπιστήμια και τα σχολεία του εξωτερικού που ασχολούνται με την ελληνική γλώσσα και πολιτισμό συνεχώς φθίνουν. Η δημοκρατία δεν είναι πια στο επίκεντρο της πολιτικής και γι αυτό η μελέτη της ελληνικής αντικαθίσταται από τη λατινική που αναδεικνύει το imperium των τραπεζιτών Αμερικής και Γερμανίας, όπως την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Σήμερα, στον καιρό της κρίσης οικονομικής και πολιτιστικής, φαίνεται να είναι επιτακτικότερη η ανάγκη να σκύψουμε το βλέμμα στις ανθρωπιστικές αξίες που δημιούργησε ο ελληνισμός προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που εγκυμονεί ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της ζωής. Έτσι όπως τα πάντα είναι πλέον παγκοσμιοποιημένα η διεθνής αλληλεγγύη, η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας θα πρέπει να είναι ο στόχος και ο αγώνας μας.

Ας επικαλεστούμε λοιπόν τη βοήθεια του Θεού, τον οποίο δοξολογήσαμε σήμερα, να μας φωτίσει και να δυναμώσει τον αγώνα όλων, όσων έχουν ανθρωπιστικές ευαισθησίες, προκειμένου να αναχαιτίσουν τη λαίλαπα της υλοζωίας, του αλόγιστου πλουτισμού και της καταστροφής του περιβάλλοντος στο όνομα της μεγιστοποίησης του κέρδους. Και τέλος ας μνημονεύσουμε και ας ευχαριστήσουμε από καρδιάς όλους εκείνους τους φιλέλληνες που αγωνίστηκαν στο πλευρό μας για την ελευθερία και τη δημοκρατία αναλογιζόμενοι και το μέγεθος της δικής μας ευθύνης.

Ζάκυνθος, 18-4-2010


[*]  Λόγος στο πλαίσιο του επίσημου εορτασμού για τον «Φιλελληνισμό και τη Διεθνή Αλληλεγγύη»

Βιβλιογραφία:

_ Χριστιάννας Λούπα, Η Ιστορία του Φιλελληνισμού, άρθρο 15-2-2005.
_ Χρήστου Στασινόπουλου, Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεωςτου 1821, Δεδεμάδης, Αθήνα 1979
_ Δρούλια Λουκία, Philhellinisme, ouvrages inspires par la guerre de l’ independence grecque, 1821 – 1833, Αθήνα 1974
_ Δημάκης Ιωάννης Δ., Φιλελληνικά, Μελέτες για τον Φιλελληνισμό κατά την ελληνική επανάσταση του 1821, Αθήνα, Καλαμίτσας 1992
_ Μαυρουδή Ευστρ., πρέσβη ε.τ, Ελληνική Επανάσταση και Φιλελληνισμός, Εφημερίδα Μεσόγειος, 24-3-1998
_ Αφιέρωμα στην Ελλάδα 1940 – 1944, Ροζέ Μιλιέξ
_ www.parliament.gr/1821/ekthesi/filellinismos

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΠΕΤΟΥΜΕΝΗ ΓΛΑΥΚΑ (διήγημα)

[Προδημοσίευση από τη νέα συλλογή διηγημάτων: Δ. Γ. Μαγριπλή, Κρυφές Ενοχές, που βρίσκεται στο τυπογραφείο των Εκδόσεων επί-γνωση (Αντ. Σταμούλης), Θεσσαλονίκη]

στον Αργύρη Χιόνη

Ρόδο ντυμένο σε κόκκινο βελούδο. Μόνο και εύοσμο. Κάτω από έναν έναστρο θόλο κοιτούσε στα μάτια το υπέρλαμπρο άστρο.

Χειμώνας και ο αέρας καθάριζε την πλάση από κάθε καλοκαιρινή ανάμνηση. Κι όμως η θάλασσα εκείνη τη νύχτα επέμενε να τραγουδά με ρυθμούς αυγουστιάτικους. Μαζί της έρχονταν και γύριζαν πίσω τα βότσαλα φτιάνοντας χάδια στο νου.

Ξάφνου η γλαύκα αναδύθηκε μόνη. Τίναξε τις φτερούγες της και άφησε τα όμορφα φτερά της να παίξουν με τις στάλες που υψώνονταν σαν υδάτινοι βόλοι ψηλά και ύστερα κάτω στη γη.

Πήρε να ορέγεται αισθήσεις ανθρώπινες και αποφάσισε να ταξιδέψει επάνω στην πλάση. Δεν περπατούσε μα πάλι δεν ήταν και βέβαιο. Το βήμα της μόνο σαν πέταγμα μετρούσε τις αποστάσεις. Κοίταγε πάνω και νά σου με μιας στο τέλος της απόστασης. Και πάλι ξανά μέχρι το τέλος του ορίζοντα.

«Πού πας βιαστική;» τη ρώτησε του σκότους ο άγγελος.

Δεν άνοιξε διάλογο, μα έτρεξε αντίθετα της συνάντησης.

«Πού πας;» την προκάλεσε η περιπλανώμενη ψυχή και κείνη έγνεψε και χωρίς περιττά χάδια αγκάλιασε την μοναξιά. Φιληθήκαν και ένωσαν την ανάμνηση. Μαζί έκλεισαν το μάτι στο χρόνο και άφησαν τα ρίγη να ρέουν παντού.

Έπρεπε όμως να φύγει να ακολουθήσει την διαίσθηση. Και ο αποχωρισμός, σαν αποκόλληση από κέλυφος. Πάλι κοιτώντας σκιές. Της φύσης παιχνίδια μα κάποιες φορές αλήθεια και όντως ζωές. Άνθρωποι μέσα σε φώτα από νέον. Περαστικοί και αυτοί. Ανάμεσα σε μορφές της ένσαρκης ύλης, κάτω από φορτία και βάρη της βιωτής, πέρα από κάθε τι που θα μπορούσε να γνέσει το μαγικό χαλί που μολογούσε η νόνα στα μικρά παιδιά. Άκουσε λόγια και μύρισε κορμιά. Μειδίασε με όνειρα και άφησε δάκρυ στα βάσανα. Σήκωσε πεσμένες επιθυμίες και σίμωσε σε ευχές για να ευωδοθούν. Δύσκολες ώρες.

«Πώς σε λένε;» τής ψιθύρισε το κυπαρίσσι. Ακέραιο, όρθιο και ατρόμητο στον χρόνο, είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάθε κίνηση του ανέμου. Ατάραχο, με καρπούς σαν μήλα, της πρόσφερε φιλοξενία στην ψηλότερη κορυφή του.

Η γλαύκα στάθηκε. Μπροστά της νεφέλωμα ξύλου που καίγεται. Σε σχήματα που μιμούνται ιστορίες και εξομολογήσεις που άκουγε από τους παρακείμενους στο τζάκι. Μία την κέρδισε:

«Τίποτα, δεν υπάρχει τίποτα», έλεγε στον άνθρωπο η σκέψη του και κείνος λησμονούσε τα χρώματα. Πώς ήταν όλα ασπρόμαυρα; Τι να συμβαίνει; Ιδρώτας κρύος και ανάσα κοφτή. «Να φύγω», έλεγε η πνοή του. «Να φύγω».

« Ώστε, έτσι!», είπε και βούτηξε μέσα στο σπίτι.

Το πουλί ακούμπησε πάνω στη σκέψη. Και τότε σαν από θαύμα ο χρόνος κύλησε και ήρθε ξανά η ζωή. Η κόκκινη σπίθα έγινε φλόγα και χόρεψε πάνω στα ξύλα το τραγούδι της καύσης.

«Απόψε θα γυρίσουμε τον κόσμο όλο!», υποσχέθηκε το νυχτοπούλι και γλίστρησε κάτω από την ανάσα της πόρτας. Πέταξε και έταξε τη νίκη απέναντι σε εφιάλτες. Επισκέφτηκε όλα τα σπίτια της πόλης. Ένα προς ένα. Τούτη τη νύχτα σε ολάκαιρη την πολιτεία τα παιδιά θα πετούσαν χωρίς πτώσεις στον ύπνο τους. Θα ξύπναγαν όλοι με ένα πλατύ χαμόγελο και ο κόσμος θα μεταμορφωνόταν σε άνοιξη.

«Καταμεσής του χειμώνα; Τρελή!» ομολόγησε η μυγδαλιά και άρχισε να ανθίζει.

«Να πάρω το άρωμά σου για βάλσαμο;» την αιφνιδίασε η κουκουβάγια και πριν προλάβει να της απαντήσει άρπαξε με τρόπο ιδιαίτερο την βεβαιότητα της ανάστασης.

«Πάρ’το», έγνεψε του βοριά και κείνος σε σκυταλοδρομία το άπλωσε σε όλη την εικόνα ακόμη και κει μακριά, στα όρη. Αμέσως όλοι και όλα θυμήθηκαν. Και η ζέστη της ανάμνησης έλιωσε πάγους και ξαναέφερε περπατησιές σατύρων και φανών τριγυρίσματα στα μονοπάτια των βουνών. Γυμνές μαινάδες λαλούσαν του καιρού τα γυρίσματα και οι δροσουλίτες ετοιμάστηκαν για την αυγή.

«Λαλώ σας ότι έρχεται!» τούς φώναξε και στάθηκε πάνω στου κήπου μου την πιο ψηλή κορφή. Έγειρε τότε το βλέμμα και δάκρυσε. Και σαν από τάξη στη αυγή που σίμωνε, το δάκρυ έρευσε στη πτώση. Και στο παρτέρι που πότισε φύτρωσε ευθύς.

«Είδα το λόγο!» αναφώνησε η πετούμενη γλαύκα.

«Πού; Στο φεγγάρι;» ανθίστηκε η τσιντόνια.

«Κόκκινο ρόδο, στον έναστρο ουρανό, υποκλίνεται», τής είπε η σοφή και, κλείνοντας το μάτι στον άνθρωπο, πήρε μαζί της το μυστικό στο όνειρο που τής υποσχέθηκε η κούραση κείνης της νύχτας.

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Η Γκιόστρα τ’ Άι - Γιωργιού


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία κάθε χρόνο την περίοδο του Καρναβαλιού, αναβιώνει, προσαρμοσμένη στις μέρες μας, την από τους αιώνες και την ιστορία παραδομένη αποκριάτικη Γκιόστρα, φέτος, για πρώτη φορά, έχει προγραμματίσει να πραγματοποιηθούν στην πόλη μας τριήμερες εορταστικές εκδηλώσεις, με τον γενικό τίτλο: «Η Γκιόστρα τ’ Άι - Γιωργιού». Αυτές θ’ αρχίσουν την Παρασκευή 23 Απριλίου 2010, επέτειο της μνήμης του στρατιωτικού και σπαθοφόρου Μεγαλομάρτυρα, στις 7.30 το απόγευμα, με ιππική παρέλαση στην Στράτα Μαρίνα, που σήμερα, ισοπεδώνοντας την καταγωγή και την ιστορία μας, ονομάζουμε «Κωνσταντίνου Λομβάρδου» και επίδειξη αλόγων και ιππέων στην τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου. Θα συνεχιστούν με την συνεργασία του Δήμου Ζακυνθίων την επομένη, Σάββατο 24 Απριλίου, με έκθεση ζωγραφικής έργων των μαθητών των σχολείου μας, εμπνευσμένων από τους πανάρχαιους ιππικούς αγώνες της Ζακύνθου, που θα γίνει στο φουαγιέ του κινηματογράφου «Φώσκολος» στις 8 το βράδυ, με σχετική βράβευση των καλύτερων δημιουργημάτων και θα κορυφωθούν το απόγευμα της Κυριακής 25 Απριλίου, στις 7 το απόγευμα, όπου, σε συνδιοργάνωση με το πάντα δραστήριο και δημιουργικό Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα διεξαχθεί επιστημονική ημερίδα με θέμα: «Η Γκιόστρα της Ζακύνθου», στην οποία θα λάβουν μέρος με ανακοινώσεις τους άνθρωποι των γραμμάτων και της έρευνας της σύγχρονης Ζακύνθου.

Σκοπός αυτών των εκδηλώσεων είναι η επαναφορά στην καθημερινότητα των νεώτερων Ζακυνθινών των περίφημων αγώνων, οι οποίοι γίνονταν τέτοιες μέρες, έως και τον σεισμό του Αυγούστου του 1953, στην ιστορική και κάποτε υπάρχουσα και φημισμένη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, η οποία υψωνόταν με την επιβλητική τοπική της αρχιτεκτονική στην σημερινή οδό Κάλβου και ν’ αναδειχτεί μια άλλη πτυχή της Γκιόστρας, αυτή που οι παλιότεροι έζησαν και αγάπησαν και ακόμα μας την διηγούνται με νοσταλγία.

Οι αγώνες αυτοί είχαν καθαρά λαϊκό χαρακτήρα και στην ουσία είναι μια εξέλιξη της περίφημης αποκριάτικης Γκιόστρας του αριστοκρατικού κέντρου της πόλης (Πλατείας Ρούγας), η οποία μεταφέρθηκε από την Μέσα, στην Όξω Μερία, όταν η λαοφιλής ιπποτική αναμέτρηση καταργήθηκε οριστικά, αλλά όχι απ’ ότι φαίνεται και αμετάκλητα, από την Βενετική Κυβέρνηση, το 1740, μετά τον φόνο του σύνδικου Πέτρου Μακρή, από τον νεαρό ευγενή Μαρίνο Δε-Λάζαρη, κατά την διάρκεια της διεξαγωγής της Γκιόστρας της προηγούμενης χρονιάς (1739).

Η επιβίωση αυτή, πάνω απ’ όλα, δείχνει την αγάπη των κατοίκων του νησιού για το αγώνισμα αυτό, αλλά και το πόσο η Γκιόστρα της Ζακύνθου είχε αγαπηθεί και το πόσο είχε περάσει στο αίμα τους. Οι αγώνες αυτοί, βέβαια, δεν είχαν τον αριστοκρατικό χαρακτήρα του καθιερωμένου, ως τότε, «ιππηλάσιου». Ούτε δαχτυλίδι προσπαθούσαν να πάρουν οι πρωταγωνιστές τους, ούτε το φτερό του «Μώρου» ήθελαν να κόψουν. Εξάλλου, τότε ιππότες δεν υπήρχαν και οι μεγάλες μάχες της Γαληνοτάτης, που έδιναν περιουσίες, τίτλους και αξιώματα, είχαν από καιρό κοπάσει. Οι έφιπποι αγωνιζόμενοι έτρεχαν απλά, προσπαθώντας να κερδίσουν την πρώτη θέση, έκαναν επίδειξη της ιπποτικής τους ικανότητας, παρουσίαζαν τα άλογά τους και αγωνίζονταν όχι για το Palio, το χρυσό σπαθί ή τ’ ασημένια σπιρούνια, αλλά για έπαθλα πολύ πιο φτηνά και πιο χρήσιμα γι’ αυτούς και τις οικογένειάς τους, όπως ένα ζευγάρι πλεχτά σκαρτσούνια, κάποια ρολόγια ή και -πιο παραδοσιακά- για μια φρεσκοζυμωμένη και στολισμένη με ζαχαρόκουκα και χρωματιστή ζάχαρη κουλούρα ή και για το κλασσικό επινίκιο δάφνινο στεφάνι. Παράλληλα είχαν και άλλους αγώνες, όπως τρέξιμο, λιθοβολία και ποδηλατοδρομία. Ήταν μια γιορτή με ρίζες πανάρχαιες, προς τιμήν ενός καθαρά χριστιανού Αγίου, πολεμιστή, καβαλάρη και αθλοφόρου. Με τον τρόπο αυτό, στην πολύβουη πάντα Ζάκυνθο, μια αναμέτρηση που είχε διωχθεί από την επίσημη εκκλησία και μάλιστα με την απειλή του αφορισμού, αυτή της Γκιόστρας του κονταροχτυπήματος, έπαιρνε θρησκευτικό χαρακτήρα και μια αιματηρή, στην αρχή της, εκδήλωση, αποκτούσε ειρηνικό και πανηγυρικό ύφος.

Με τον τρόπο αυτόν ο τοπικός πληθυσμός γιόρταζε την μνήμη ενός από τους πιο λαοφιλείς Αγίους της εκκλησίας του, «αρματωμένου με σπαθί και με χρυσό κοντάρι», αλλά μαζί και το Πάσχα και τον ερχομό της Άνοιξης, μια και η μέρα της γιορτής του «ελευθερωτή των αιχμαλώτων και του υπερασπιστή των φτωχών» ήταν πάντα αναστάσιμη και κατά την λαϊκή πίστη μ’ αυτήν άρχιζε η καλοκαιρινή περίοδος, σε αντίθεση με την γιορτή του άλλου στρατιωτικού και καβαλάρη Αγίου, του «Μυροβλήτη» Δημητρίου, στις 26 του Οκτώβρη, που ήταν η απαρχή της κακοκαιρίας και του χειμώνα. Αυτός είναι μάλιστα και ο λόγος, που το άλογο του ενός Μεγαλομάρτυρα είναι λευκό και του άλλου καφέ. Ο αγιογράφος δείχνει μ’ αυτήν του την χρωματική προτίμηση την ψυχική διάθεση των ανθρώπων στην κάθε γιορτή και την δανείζει στους εορταζόμενους Αγίους.

Τους ονομαστούς αγώνες της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου μας τους διασώζει άριστα ο Γιάννης Δεμέτης στο βιβλίο του «Άγιος Λάζαρος, η γειτονιά μου», το οποίο επανακυκλοφόρησε πρόσφατα, σε δεύτερη έκδοση, από τις δραστήριες ζακυνθινές εκδόσεις «Τρίμορφο» του Άκη Λαδικού, καθώς και ο αξέχαστος και ανεπανάληπτος Γιάννης Πομόνης-Τζαγκλαράς, στο λήμμα της «Γκιόστρας» του «Γλωσσάριου ιδιωματισμών της αλλοτινής ζακυνθινής ντοπιολαλιάς», το οποίο κυκλοφόρησε το 2007, από τον αεικίνητο και πολλά προσφέροντα «Πλατύφορο». Στις σελίδες των δύο αυτών πονημάτων μπορείτε να γνωρίσετε περισσότερα και να πλησιάσετε πιο κοντά στο θέμα.

Η διοργάνωση αυτών των εκδηλώσεων επαναφοράς σήμερα έχει πολλαπλό όφελος. Πρώτα απ’ όλα εντάσσει την Γκιόστρα της Ζακύνθου σε μια πολυδιάστατη μορφή και της δίνει τον αρμόζοντα ποικιλόμορφο χαρακτήρα της. Μετά τονίζει την εξέλιξή της και τον λαϊκό της χαρακτήρα, τον οποίο βέβαια πάντα είχε, μια και από την αρχή της αποτελούσε ομαδικό θέαμα. Τέλος, τιμά όλους εκείνους, που με τον τρόπο τους λάτρευαν τον πολυσυζητημένο και πολύπιστο Άγιό τους, με μέσα απλά και καθημερινά και μας διδάσκουν, σε μέρες αναγκαστικής λιτότητας, το τι είναι η γνήσια διασκέδαση και το πώς μπορούμε να ψυχαγωγηθούμε ανέξοδα, όμορφα και δημιουργικά.

Λένε πολλοί πως η ιστορική, για πολλούς λόγους, εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου θα μπορούσε να διασωθεί και να υπάρχει και στις απρόσωπες μέρες μας, αν δεν είχε συμπέσει η θεομηνία, που την πλήγωσε, με την εποχή της τσιμεντοποίησης των κοντόφθαλμων. Χάθηκε, όμως, οριστικά και αμετάκλητα, θύμα μιας αγράμματης αδιαφορίας και ενός αδηφάγου πολιτισμού. Μαζί της εξαφανίστηκαν και οι ιππικοί της αγώνες, το «σφουγγάτο» και πολλά άλλα, που συνόδευαν τις γιορτές και την καθημερινότητά της. Η καθέδρα με την ασημοντυμένη εικόνα της σώζεται σήμερα φυγαδευμένη και ξενοδοχούμενη στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου και εκεί προσκυνείται από τους ελάχιστους, οι οποίοι θυμούνται τα μεγαλεία της.

Η επαναφορά των αγώνων της, έστω και με την μορφή τριήμερων εκδηλώσεων, είναι αναμφίβολα μια παρηγοριά και μια ελπίδα.

Το νησί μας θα ξαναζήσει και πάλι παλιές, δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος του και θα ξανατιμήσει τον εαρινό Τροπαιοφόρο με τον γνωστό του τρόπο. Σίγουρα ο έφιππος σεισμόπληκτος του Αγίου Λαζάρου θα χαρεί σαν ακούσει τα ποδοβολητά των αλόγων στην Στράτα Μαρίνα και τον Φόρο και θα τραβήξει και αυτός τα γκέμια στο κατάλευκο φαρί του, ταχτοποιώντας παράλληλα την ιπποσκευή του. Ίσως μάλιστα δεηθεί και για την λύτρωση του νησιού που τον φιλοξενεί, όπως έκανε παλιότερα, όταν η πανούκλα, για άλλη μια φορά στην πορεία του χρόνου, το μάστιζε και το αποδεκάτιζε.

Γιατί είναι λύτρωση να γνωρίζεις την ιστορία σου, να την επαναλαμβάνεις και να την προσαρμόζεις στις μέρες σου. Είναι προνόμιο το να μην προδίδεις την ταυτότητά σου. Το να μην μιμείσαι. Το να μην πιθηκίζεις.

Για τρεις τουλάχιστον μέρες η Ζάκυνθος θα ξαναζήσει την ιστορία της. Μακάρι αυτό να γίνει καθημερινότητα. Το αξίζει για την παράδοσή της και μόνο.

Ας στηρίξουμε αυτές τις εκδηλώσεις! Είναι μια ανάσα σε καιρούς πνευματικής και όχι μόνο όστριας.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Διονύση Σέρρα, ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (ποίημα)


Για τον Δημήτρη Παπαδίτσα

Πάλι
ανείδωτα κ'  εδώ 

(στα δυτικά της διαδρομής 
και στ'  άδυτα της κτίσης) 

μαύρα της γέννας χάσματα 
ή άχρωμα σπαράγ- 
ματα σιωπής

με φθόγγους Μνήμης θα ξορ- 
κίσουνε τη λύπη 
στης απορίας το χαρτί- 

έτσι 
μιλήματα συνάντησης 
να σημαδέψουν το Κενό

σάν ήχων φόρμιγγας γραφές 
ή σαν ανάβασης ανα-  
πνοές 

κι άσαρκης διάρκειας φωνήματα.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 35 (Μάρτιος 2010) σ. 4128 - αφιερωματικό τεύχος στον Δ. Π. Παπαδίτσα.]

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

"Υμνωδίας ο καιρός…"

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στο προηγούμενο κείμενό μας είχαμε ασχοληθεί, κυρίως, με την πολλά προσφέρουσα εκδήλωση, η οποία πραγματοποιήθηκε στην ιστορική εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μόλου το εισαγωγικό εκείνο βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας. Θα ήταν, όμως, σίγουρα παράλειψή μας αν δεν αφιερώναμε την σημερινή μας σελίδα σε μιαν άλλη, παρόμοια συναυλία, όπου έγινε την προηγούμενη ημέρα, το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων, στην επίσης ιστορική εκκλησία της Φανερωμένης της πόλης μας -Χώρας, θα ήταν το σωστότερο- οργανωμένη, όπως πάντα τα τελευταία χρόνια, από την ομώνυμη χορωδία, η οποία ψάλλει σ’ αυτόν τον ιερό και συναισθηματικά φορτισμένο χώρο, συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων και πολύ συχνά εκπροσωπεί τον τόπο μας και εκτός συνόρων, συντελώντας στο να ακούγεται το πάλαι ποτέ φημισμένο «Φιόρο του Λεβάντε» και η προ του νεοεξελληνισμού της «Φλωρεντία της Ανατολής» και για καλούς λόγους και όχι μόνο για συμφορές και προβλήματα.

Το βράδυ, λοιπόν, εκείνο, όταν ήδη, με τον πρώτο, λεγόμενο, Νυμφίο τα δοξαστικά φοινικόκλαδα της τοπικής μας λαϊκής καλλιτεχνίας είχαν αντικατασταθεί με το γενικό πένθος των ναών, για το επερχόμενο και εκείνες τις στιγμές αρχόμενο Πάθος, η γνωστή αυτή χορωδία, σαν προεισαγωγή στο μοναδικό και πολύπλευρα συγκινητικό και κατανυκτικό κλίμα των ημερών, μας χάρισε ύμνους της εορταστικής αυτής περιόδου, προϊδεάζοντάς μας για το τι θα είχαμε να απολαύσουμε τις ώρες και τις ημέρες όπου θα ακολουθούσαν, αλλά και τονίζοντάς μας πως η σύμπραξη της μελωδίας με τον υψηλής τέχνης λόγο, μπορεί να λυτρώσει και να κάνει την ζωή μας ομορφότερη και ποιοτικότερη.

Αν ο Άγιος Νικόλαος του Μόλου, της άλλης μουσικής εκδήλωσης, έχει την πολυτέλεια του πατιναρίσματος του χρόνου και την ευλογία της λιτότητας της γνώσης, η νέα Φανερωμένη δείχνει τον σεβασμό στην οικεία παράδοση και την υποχρέωση της συνέχισης. Έτσι ενώ είναι στις μέρες μας διακοσμημένη, δεν ακολουθεί την ατυχία των άλλων ιερών στεγών της πολύπαθης, μετασεισμικής Ζακύνθου, αλλά έχει την δική της προσωπικότητα και τον δικό της ξεχωριστό προβληματισμό, σεβόμενη την τοπική αρχιτεκτονική και προσπαθώντας να συνεχίσει την αισθητική της επτανησιακής σχολής στην αγιογράφησή της. Ως εκ τούτου η επιλογή του χώρου για την εκδήλωση, δημιουργεί πανάριστες προϋποθέσεις και η επιβολή του, παρ’ ότι δεν έχει πια τον θρύλο του Δοξαρά ή το προνόμιο του αναζητούμενου καλλιτέχνη, ο οποίος ιστόρισε τους εις το Μουσείο διασωθέντες από την φωτιά και τον σεισμό Προφήτες της, είναι αναμφισβήτητη και αναγκάζει τον κάθε επισκέπτη της σε ικετήρια προσευχή.

Εκείνο το εορταστικά πένθιμο βράδυ η ανθρώπινη καλλιφωνία κάποιων ευαίσθητων συμπατριωτών μας, οι οποίοι, παρά την ραγδαία πτώση, συνεχίζουν να επιμένουν, ευτυχώς, αμετανόητοι, ύμνησε με τον μοναδικό, δικό τους και δικό μας τρόπο «τα πάθη τα σεπτά», όπου και πάλι «ως φώτα σωστικά» ανέτειλαν «τω κόσμω», «αναπέμποντες» στον Ελκόμενο Λόγο «αίνεσιν, μεγαλωσύνην και δόξαν», γνωρίζοντας άριστα πως «των παθών του Κυρίου τας απαρχάς, η παρούσα ημέρα λαμπροφορεί» και πως η τέχνη μπορεί να μας κάνει συνοδοιπόρους και κοινωνούς τους και στον Γολγοθά και στον Τάφο, αλλά προ πάντων στην Ανάσταση.

Οι ύμνοι που ακούστηκαν, με το μοναδικό τους κατανυκτικό μέλος και την υψηλή τους ποίηση, δεν έδωσαν μόνο χρώμα στην επί τας θύρας μας εορταστική περίοδο του χρόνου, αλλά υπενθύμισαν και την ευθύνη μας σαν μουσικού ή μουσικόφιλου λαού, την στιγμή, μάλιστα, που, χωρίς κανένα προβληματισμό, εγκαταλείπουμε τα πάτρια, για να μιμηθούμε και να μηρυκάσουμε.

Πολλά ακούστηκαν εκείνο το βράδυ και πολλά μας θύμισαν οι χορωδοί. Ιδιαίτερα, όμως, ας σταθούμε στο υπέροχο εκείνο «Κύριε, αναβαίνοντός σου εν τω Σταυρώ…», το οποίο αποδόθηκε σωστά και έτσι όπως το έχει συνηθίσει η ακοή μας, μα και όλες οι άλλες μας αισθήσεις, το μοναδικό εκείνο βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, κατά την διάρκεια της μακροσκελούς, αλλά μελωδικότατης και ποιητικότατης ακολουθίας του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής, η οποία είναι γνωστή στον λαό μας σαν τα «Δώδεκα Ευαγγέλια».

Το περίφημο, για πολλούς λόγους, δοξαστικό των αποστίχων της μεγάλης γιορτής, ακούγεται στο νησί μας λίγο πριν την έξοδο από το Ιερό του αναγεννησιακού μας Εσταυρωμένου, η οποία, ως γνωστόν δεν γίνεται, όπως στην υπόλοιπη ορθοδοξία, πριν το έκτο ευαγγέλιο, αλλά πριν το δωδέκατο, έχοντας μάλιστα ένα δικό του τυπικό και μια ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια, η οποία αποτελεί και ένα συγκινητικό, θρησκευτικό δρώμενο.

Για τον λόγο αυτό το ποίημα αυτό έχει μελοποιηθεί άριστα στην ιδάζουσα τοπική μας εκκλησιαστική μουσική, από άγνωστο, μέχρι στιγμής, μουσικό και αποδίδεται με πολύ χαρακτηριστικό και κατανυκτικό τρόπο, για να μας προετοιμάσει για την μεγάλη στιγμή και για να κρατήσει, κατά τον υμνογράφο, «τας αισθήσεις ημών καθαράς». Είναι και αυτό ένα επιπλέον δείγμα της τζαντιώτικης βίωσης του Θείου Πάθους και μια ευαίσθητη προσπάθεια για την συμμετοχή ενός λαού κυριολεκτικά ευαίσθητου στο Πάσχα του Σταυρού.

Το ότι το περιέλαβαν στην εκδήλωσή τους οι υπεύθυνοι της χορωδίας « Η Φανερωμένη» είναι πολύ σημαντικό και πιστεύουμε πως σιγά-σιγά πρέπει και αυτό να γίνει γνωστό, όπως τα άλλα σχετικά δημιουργήματα των ημερών.

Όσο για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης καλλιτεχνικών και πνευματικών εκδηλώσεων στους χώρους των διαφόρων εκκλησιών θα επανέλθουμε και σήμερα, υπερθεματίζοντας και χαιρετίζοντας αυτήν την πρωτοπορία. Οι ιεροί αυτοί χώροι είναι βέβαια τόποι προσευχής και λατρείας, αλλά ποια καλύτερη προσέγγιση του θείου, εκτός της ικεσίας της τέχνης και της υμνωδίας της δημιουργίας; Για την επιβεβαίωση των παραπάνω ας θυμηθούμε μόνο την προτροπή του τρισμέγιστου Προφητάνακτος, η οποία είναι σίγουρα πιο θεόπνευστη από την μιζέρια κάποιων «φαιά φορούντων» και στην ουσία επίφοβων. «Αινείτε αυτόν», προτρέπει, «εν ήχω σάλπιγγος, αινείται αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα. Αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορώ, αινείτε αυτόν εν χορδαίς και οργάνω». Και ήταν και βασιλιάς και προφήτης!

Το ότι υπάρχει η χορωδία της Φανερωμένης στον τόπο μας είναι μια πραγματική τύχη και μια ουσιαστική ευλογία. Το ίδιο σημαντική είναι και η ετήσια, τον τελευταίο καιρό, εισαγωγή της και εισαγωγής μας στο μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, όπου μας έχει συνηθίσει.

Η πεφανερωμένη στα θαλασσινά βούρλα της τοπικής μας παράδοσης μικρή εικόνα της Παναγίας χάθηκε οριστικά τον κακοθύμητο εκείνο Αύγουστο του 1953, τότε που η αρχοντιά άρχισε να χάνεται, δίνοντας την πρωτιά στο νεοπλουτισμό και την επικράτηση του κιτς. Η επαναφορά της είναι δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη. Κάποιες, όμως, εκδηλώσεις, σαν αυτή του βραδινού της Κυριακής των Βαΐων, μπορούν να μετριάσουν το κακό και να απαλύνουν τον πόνο. Μας θυμίζουν πως τα δαχτυλίδια μπορεί να έπεσαν, αλλά μένουν τα χέρια, όπου μπορούν και πάλι να κοσμηθούν, για την συμμετοχή μας στον «νυμφώνα».

Βέβαια την ημέρα εκείνη λίγα ή πιο σωστά ελάχιστα δάχτυλα φορούσαν το πατροπαράδοτα πλεγμένο δαχτυλίδι με το ευλογημένο το πρωί από τον παπά βαΐ. Ελάχιστοι, μάλιστα, είναι και αυτοί που γνωρίζουν να τα φτιάχνουν, όπως τους «ήλιους», τις «βαγιοφόρες», τα «αλογάκια», τα «ψαράκια» και τους «σταυρούς». Όμως πάντα υπάρχει η ελπίδα της επαναφοράς τους, μια και δεν έχουν ακόμα οριστικά χαθεί.

Η συναυλία της Φανερωμένης μας δίνει πάντα μια υπόσχεση. Ελπίζουμε πως θα γίνει θεσμός. Στην άπνοια που επικρατεί έχουμε απόλυτη ανάγκη από ανάσες και μια τέτοια ήταν και αυτή η εκδήλωση.
Ας είναι όσοι την διατηρούν καλά και ας έχουν το κουράγιο να συνεχίσουν. Η αντίστασή τους στην κακογουστιά που μας μαστίζει είναι, όπως θα έλεγε και ο πρωτοκορυφαίος ποιητής, «μια κάποια λύση».

Τους περιμένουμε και του χρόνου, για να χαρεί ξανά ο σύλλογος των, έστω και σε αντιγραφή, Προφητών.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

"… μετά των φρονίμων ημάς συναρίθμησον…"

  Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ  

Το φετινό Μεγαλοβδόμαδο, αν και αρκετά πρώιμο, όπως είχαμε ξαναγράψει στο προηγούμενο κείμενό μας, αν θυμάστε, ήταν καθαρά ανοιξιάτικο και παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις μας, οι οποίες προέρχονταν από την μαρτιάτικη αρχή του, μας αποκαλύφθηκε στην πλήρη του μεγαλοπρέπεια, βοηθώντας μας να ξαναζήσουμε στιγμές μοναδικές, όπως ακριβώς χρόνια τις είχαμε συνηθίσει και συνηγορώντας στην βίωση των ευφρόσυνων για την εορταστική αυτή περίοδο συνηθειών μας, έτσι όπως μας τις παρέδωσαν οι πατέρες μας και για χρόνια, με την μορφή των αντετιών μας, τις είχαμε μάθει και αγαπήσει.

Χαρακτηριστικά μάλιστα, το ευαίσθητο εκείνο μεσημέρι της τζαντιώτικης Μεγάλης Παρασκευής, με την μοναδική στον ορθόδοξο χώρο λιτανεία του δικού μας, του καθαρά αναγεννησιακού Εσταυρωμένου, που ενώ όλα έδειχναν πως θα ήταν βροχερό, μια και μέχρι τη μία, περίπου, μετά το μεσημέρι, σιγοψιχάλιζε και πως η συγκινητικότερη και ιερότερη για όλους ανεξαιρέτως τους ζακυνθινούς αυτή στιγμή του χρόνου δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εφέτος, εξελίχτηκε σε έκπληξη και αντίθετα με τις προβλέψεις ο σύμμαχος καιρός άνοιξε και η ώρα εκείνη ήταν γεμάτη φως, βοηθώντας στο να πραγματοποιηθεί η περιφορά και να ξανακουστεί και πάλι, έστω και από την σε περίληψη μπάντα μας, το περίφημο «Ίνα τι…», σκορπώντας ξανά ρίγη συγκίνησης και υπερηφάνεια καταγωγής.

Το ίδιο έγινε και με την λιτανευτική επάνοδο της ιστορικής Παναγίας της Λαουρένταινας, το δειλινό της Δευτέρας του Πάσχα στον οικείο της χώρο, την μετατοπισμένη μετασεισμικά εκκλησία της Αγίας Τριάδας, όπου την βρήκε σαν σκέπη αρωγής μετά την κάθοδό της στον Αιγιαλό, όταν εγκατέλειψε τον φημισμένο Καστρόλοφο, ακολουθώντας την πορεία των πιστών της. Καθαρά ανοιξιάτικο και μυροβόλο εκείνο το βράδυ, ενώ η επόμενη ξημέρωσε σκυθρωπή, κρύα και σχεδόν βροχερή, αλλάζοντας κλίμα και θυμίζοντάς μας πως παρότι Νια Βδομάδα, βρισκόμαστε ακόμα στην απαρχή της εαρινής περιόδου και πως αργεί ακόμα ο καιρός να καλοκαιρέψει. Έτσι η τύχη, που τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως εγκατέλειψε το νησί του Σολωμού, του Κάλβου και του Φώσκολου, για λίγες τουλάχιστον μέρες, αλλά καίριες, έδειξε την επιείκεια της και βοήθησε όλα να γίνουν όπως τους αρμόζει και τους πρέπει.

Με πολλά θα μπορούσα ν’ ασχοληθώ σ’ αυτό το κείμενό μου, τα οποία δίνουν την διαφορετικότητα στο ζακυνθινό Μεγαλοβδόμαδο, αλλά και την ίδια την ημέρα της Λαμπρής, αλλά αυτά, λίγο πολύ, είναι σ’ όλους μας οικεία και η επανάληψή τους ίσως είναι περιττή, μια και άλλες χρονιές είχαμε ασχοληθεί μαζί τους. Για το λόγο αυτό θ’ ασχοληθούμε σήμερα με την επαναφορά μιας συνήθειας, η οποία τελευταία μας είχε γίνει βίωμα και ανάγκη -θέλω να πιστεύω- και ενώ για μια μικρή περίοδο είχε σταματήσει, φέτος επανέκαμψε και μας έδωσε ξανά την χαρά και το προνόμιο μιας διαφορετικής και πιο ποιοτικής προσέγγισης του Θείου Πάθους, φέρνοντάς μας σε επαφή μαζί του με την τέχνη της μουσικής και τους ήχους της κλασσικής καλλιφωνίας.

Όπως σίγουρα καταλάβατε, πρόκειται για την συναυλία που έγινε το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας στην μια από τις λίγες εναπομείνασες ζακυνθινές εκκλησίες, αυτήν του Αγίου Νικολάου του Μόλου, που είτε με «ο» γράφεται, όπως είναι το σωστότερο, είτε με «ω», όπως παλιότερα συνηθιζόταν, είναι μια από τις ελάχιστες γωνιές που μας θυμίζουν το παρελθόν μας και μας υπογραμμίζουν την μοναδική αλήθεια πως η αντιγραφή και η μίμηση σε τίποτα δεν ωφελούν, αλλά αντίθετα μας αναζωογονεί η ελπίδα της συνέχισης και η παρηγοριάς της καταγωγής και της διαφορετικότητάς μας.
Το εισαγωγικό εις το εορταστικό κλίμα των αγίων ημερών εκείνο βράδυ, στην εκκλησία που πριν χρόνια έχτισαν οι ναυτικοί μας προς τιμήν του προστάτη τους, σ’ ένα νησάκι τότε, που αργότερα ενώθηκε με την στεριά, η Ελισάβετ Μαντοπούλου στο πιάνο και ο Άρης Τσακάλης στο βιολοντσέλο, μας χάρισαν την κατάνυξη του Bach και την ικεσία του Sibelious, υπενθυμίζοντάς μας πως η τέχνη, η γνήσια και η αληθινή, είναι ουσιαστική προσευχή και πως η μουσική μπορεί να γίνει ο πιο εναρμονισμένος ύμνος για τον ερχόμενο Νυμφίο, ο οποίος «κάλλει ωραίος ανά πάντας ανθρώπους» και «καλέσας ημάς εις εστίασιν πνευματικήν του νυμφώνος του», έχαιρε στην εσπερινή αυτή δέηση, ακουμπισμένος στην παμπάλαιη προσπετίβα του ναού του κορυφαίου Ιεράρχη του, δίπλα στην δακρυρροούσα Mater Dolorosa του, η οποία σε λίγες μέρες θα τον συνόδευε συντετριμμένη «ελκόμενον επί του Σταυρού» από τον ίδιο χώρο, σε μια πορεία λυτρωτικής χαρμολύπης.

Η συνήθεια των συναυλιών μέσα σε ιερούς χώρους μπορεί ν’ αντικρούει στον «ζήλον», ο οποίος, κατά τον μεγάλο εκκλησιαστικό ποιητή, «λήψεται λαόν απαίδευτον», της ανατολίζουσας νεοελληνικής νοοτροπίας, αλλά σε μας τους Επτανήσιους, όπου η «καθ’ ημάς ανατολή» δεν φαίνεται να είναι και τόσο ανάγκη, είναι οικεία έκφραση, προσαρμοσμένη στο γνωστό ύφος των εκκλησιαστικών ύμνων των ημερών, αλλά και με την λατρεία ενός Πολιούχου, ο οποίος αναμφίβολα χαίρεται κατά την έξοδο και την είσοδό του από τον τόπο της ετήσιας κοιμήσεώς του στη «Θύρα του» με τους ήχους της μπάντας του και τις αρμονικές μελωδίες της σε πατρικό του άκουσμα δοξολογίας του.

Η εκδήλωση αυτή γινόταν παλιότερα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος ονομάζεται για ιστορικούς λόγους «των Ξένων», αλλά για λόγους αισθητικής και σεβασμού στην παράδοση θα έπρεπε να λέγεται «ο Ξένος». Φέτος, όμως, ευτυχώς ροβόλησε προς τον άλλον ομώνυμό του και έτσι η χαρά των συνδαιτυμόνων, για να μην ξεχνούμε και την ποίηση του επίκαιρου υμνογράφου, ήταν διπλή, μια και οι ήχοι που ακούστηκαν ταίριαζαν αρμονικά με τον διάκοσμο και πουθενά δεν απειλούσε η αυθάδεια της νεοτερικής τοιχογραφίας.

Πριν λίγες στιγμές στις πενθηφορούσες εκκλησίες του νησιού, αλλά και ολόκληρης της ορθοδοξίας, στους λιτούς και περιεκτικούς, όπως ταιριάζει στην γνήσια ποίηση, στίχους του μηνολογίου είχε ακουστεί η ευχετική σοφία με την φράση: «… μετά των φρονίμων ημάς συναρίθμησον παρθένων και τη εκλεκτή σου σύνταξον ποίμνη …», δίνοντάς μας έτσι αιτία για τον μη αποκλεισμό μας από τον πνευματικό «νυμφώνα», όπου «… ήχος καθαρός εορταζόντων…» και την συγκατάταξή μας στην χορεία των πέντε «φρονίμων».

Αυτό, πιστεύω, πως έγινε και με όσους εκείνο το εαρινό και σταυροαναστάσιμο βράδυ παρακολούθησαν την μουσική πανδαισία στην ελπιδοφόρα παρουσία του Μόλου. Γέμισαν τα λυχνάρια τους με λάδι παιδείας και ευχές καλαισθησίας και ήταν έτοιμοι να μπουν στην χαρά του γάμου. Ακόμα και ο θαλασσομάχος οικοδεσότης, το μύρο των Μύρων, φαίνεται να ξαπόστασε εκείνες τις ώρες από την σωρεία των θαυμάτων του και να συλλειτούργησε υλικά και πνευματικά, αφουγκραζόμενος και προσευχόμενος, από την εφέστια άκρη του ξυλόγλυπτου και χρυσωμένου τέμπλου του.

Μακάρι τέτοιες εκδηλώσεις να γίνουν θεσμός και η παρουσία τους να είναι πιο πυκνή στο νησί που καυχιέται για την μουσική του παράδοση, αλλά τώρα ρυπαίνει και ρυπαίνεται με την παρουσία του κάθε επικίνδυνου και τυχοδιώκτη αοιδού, που είτε κρέμεται στις ακαλαίσθητες αφίσες των στύλων της Δ.Ε.Η., καθόλου «ελκόμενος», είτε δήθεν διασκεδάζει, σε μιαν αμαρτία μη συγχωρούμενη μιας τηλεοπτικής απομίμησης. Με τον τρόπο αυτό ο λαός μας θ’ αποκτηθεί παιδεία και καλλιέπεια και ο τόπος μας θα πάει μπροστά, επιστρέφοντας στις ρίζες του.

Μακάρι ο προσφάτως αναστημένος Χριστός να συνεγείρει και 'μας από τους τάφους. Αυτό θα είναι το αληθινό μας Πάσχα. Η γνήσια Ανάστασή μας. Η σωτηρία μας.
Μα κάτι τέτοιο «θέλει δουλειά πολλή». Ας την τολμήσουμε.
«Χριστός Ανέστη»! Ας αναστηθεί και η Ζάκυνθος!

Ο δικός μας Τσίλλερ

Της Κατερίνας Δεμέτη

H έκθεση «Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923», που λειτουργεί στην Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου (Μιχαλακοπούλου 1 και Βασ. Κωνσταντίνου 50) έως τις 29 Αυγούστου, στάθηκε η αφορμή για το σημερινό αφιέρωμα στο μεγάλο αρχιτέκτονα.
Γιατί ο Ερνέστος Τσίλλερ δεν υπήρξε μόνο ο άνθρωπος που μεταμόρφωσε την Αθήνα του 19ου αιώνα από χωριό σε ευρωπαϊκή πόλη, προσδίδοντάς της λάμψη διαρκείας, αρχιτεκτονική ταυτότητα και αισθητική. Ούτε ο απόλυτος εκλεκτικιστής, που πάντρεψε ισορροπημένα ρυθμούς και μορφολογίες της Αναγέννησης και του νεο-κλασικισμού, δημιουργώντας το προσωπικό του αρχιτεκτονικό ιδίωμα. Ούτε πάλι ο σπουδαίος μηχανικός και καινοτόμος κατασκευαστής, που έκτισε περισσότερα από 500 κτήρια σε όλη την Ελλάδα. Από τα πολύ γνωστά έργα του είναι το Προεδρικό Μεγάρο -τότε ανάκτορο του διαδόχου Κωνσταντίνου- το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών (πλατεία Κοτζιά, γκρεμίστηκε το 1940), το Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο, το Θέατρο Πατρών, το Μέγαρο Σλήμαν, το Μέγαρο Σταθάτου, το Μέγαρο Μελά, το Παλαιό Χημείο, το Μέγαρο Δεληγιώργη, αλλά και βίλες, εκκλησίες, αγορές και σχολεία σε πολλές ελληνικές πόλεις, έτσι που ο κατάλογος να μοιάζει πραγματικά ατελείωτος. Ούτε ο εισηγητής του εξωραϊσμού του Λυκαβηττού, ως κέντρου αναψυχής των αστών Αθηναίων. Ούτε ο επί δέκα χρόνια (1872-1882) Καθηγητής στο Πολυτεχνείο Αθηνών και Διευθυντής δημοσίων έργων στην κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη.


Για όλους τους ευαίσθητους Ζακυνθινούς, υπήρξε εκείνος, που έδωσε το άλλοθι, μέσα από την κατασκευή ενός και μόνο έργου του, του θεάτρου «Φώσκολος», που καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1953, να κλαίνε το αλλοτινό κλέος ενός από τα ωραιότερα θέατρα της ανατολικής Μεσογείου, κατορθώνοντας παράλληλα να το μετατρέψει σε σύμβολο μιας εποχής που χάθηκε ανεπιστρεπτί.


Η μακέτα του προσεισμικού θεάτρου, που εκτίθεται στο Μουσείο Ζακύνθου, φιλοξενείται σήμερα στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης μαζί με τα 430 σχέδια από το αρχείο Τσίλλερ. Το αρχείο αυτό αγοράστηκε το 1961, από τον τότε διευθυντή της Μαρίνο Καλλιγά, στον οποίο και είναι αφιερωμένη η έκθεση, αντί του ευτελούς ποσού των 20.000 δραχμών και σήμερα παρουσιάζεται ολόκληρο για πρώτη φορά.


Στο παρόν δημοσίευμα, αξίζει να ξαναθυμηθούμε κάποια στοιχεία από το προσεισμικό θέατρο της πόλης μας, για ν’ αντιληφθούμε για ποιο λόγο κέρδισε τις καρδιές των αλλοτινών Ζακυνθινών, τιμώντας έτσι το μεγάλο αρχιτέκτονα, που ακόμα και μετά το θάνατό του, καταφέρνει να φέρει στην επικαιρότητα το νησί μας, μέσα στις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης, αλλά και να τον αναζητήσουμε και σε μια άλλη ξεχωριστή κατασκευή, που σώζεται, αλλά σε ερειπιώδη δυστυχώς μορφή.

To Θέατρο λοιπόν θεμελιώθηκε το 1872, επί Δημαρχίας Φραγκίσκου Τζουλάτη, στη θέση του σημερινού Πνευματικού Κέντρου πάνω στα θεμέλια της διαλυμένης οινοπνευματικής εταιρείας «Μέλισσα». Ήταν επιβλητικό, με μεγάλη πλατεία, τρεις σειρές θεωρείων και υπερώο. Στην ανατολική πτέρυγα στεγάστηκε η πολιτική λέσχη «Λομβάρδος», το περίφημο «Λομβαρδιανό Καζίνο». Ο προϋπολογισμός του ήταν 70.000 δρχ., αλλά τελικά για την αποπεράτωσή του το ποσό θα υπερβεί τις 120.000 δρχ. Στην πεταλόσχημη αίθουσά του, με τη μεγάλη πλατεία, τις τρεις σειρές θεωρεία και το υπερώο, ανέβηκαν όπερες, μελοδράματα, κωμειδύλλια.

Εγκαινιάστηκε το 1875, αλλά δεκαοκτώ χρόνια αργότερα αχρηστεύτηκε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1893. Το 1903, επί Δημαρχίας Αντωνίου Μακρή (1853-1937), κατεδαφίστηκε και ξαναχτίστηκε απαράλλαχτο πάνω στα ίδια σχέδια του Τσίλλερ. Η ζωή του κράτησε 50 χρόνια.








Σήμερα σώζονται μόνο τα κιονόκρανα των εξωτερικών παραστάδων του, που κοσμούν την κύρια όψη του Μουσείου Ζακύνθου.





Το άλλο έργο, που ο Τσίλλερ σχεδίασε για τη Ζάκυνθο λίγο μετά τα μέσα του ΙΘ΄ αι., είναι το αρχοντικό της οικογένειας Καρρέρ στο Παληοκάντουνο.











Σχεδιάστηκε από τον Τσίλλερ, σ’ ένα πρωτότυπο για την τοπική παράδοση νεογοτθικό ρυθμό και με διάθεση σαφώς ρομαντική. Το κτήριο, όπως και όλο το συγκρότημα ακολουθούσε μια τυπική συμμετρική διάταξη. Στο ελαφρά υπερυψωμένο ισόγειο είχαν διαταχθεί οι χώροι υποδοχής και οι βοηθητικοί, καθώς και ένα άνετο κλιμακοστάσιο. Στον όροφο ήταν τα υπνοδωμάτια και το κεντρικό σαλόνι. Αριστερά και δεξιά, συμμετρικά, υπνοδωμάτια και χώροι βοηθητικοί (σταύλοι, λινοί, κλπ.), σε ξέχωρα νεογοτθικά κτίρια. Η διαμόρφωση των όψεων έγινε με ιδιαίτερη επιμέλεια, αξιοποιώντας στοιχεία μιας επίσημης αρχιτεκτονικής, όπως τα λαξευτά μαρμάρινα υπέρθυρα. Το ευγενικό «ροζ αντίκο» χρωμάτιζε τους εξωτερικούς τοίχους και έκανε μία γλυκιά αντίθεση με το πράσινο του ζακυνθινού κάμπου.
Το κτήριο υπέστη μεγάλες ζημιές από τους σεισμούς του ’53, και σήμερα διατηρείται μόνο η ισόγεια βάση του και αυτή αρκετά ερειπωμένη.


Κλείνοντας το δημοσίευμά μας για το μεγάλο Βαυαρό αρχιτέκτονα, που άλλαξε με τα έργα του τη μορφή της Αθήνας, αλλά και πολλών πόλεων της νεώτερης Ελλάδας, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι Ζακυνθινοί του ΙΘ΄ αιώνα, τόλμησαν μια ουσιαστική αναμέτρηση με τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά πρότυπα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα μέσα της εποχής.
Εμείς, δύο αιώνες μετά, με όλη την ευμάρεια και την επάρκεια των μέσων, γιατί εξακολουθούμε να φαινόμαστε υποδεέστεροί τους;
Μία επίσκεψη στην Εθνική Πινακοθήκη ίσως μάς πείσει ότι το κλέος έρχεται μόνο μέσα από την Ομορφιά.
Καλό Πάσχα σε όλους.


Βιβλιογραφία

• Διον. Ζήβα, Η Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου Από τον ΙΣΤ΄ μέχρι τον ΙΘ΄αι., Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Αθήνα 2002.
• Περιοδικό «Κ», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21 Μαρτίου 2010, τεύχος 355, και το άρθρο της Τατιάνας Καποδίστρια: «Δια χειρός Τσίλλερ».
• Διονύση Ν. Μουσμούτη, Το Θέατρο στην πόλη της Ζακύνθου 1901-1915, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999.
• Ζωή Α. Μυλωνά, Μουσείο Ζακύνθου, ΥΠ.ΠΟ.-Τ.Α.Π.Α., Αθήνα 1998.
• Robert Sargint, Η Ζάκυνθος κάποτε…, κείμενα Νίκος Λούντζης, εκδ. «Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων», 1990.
Related Posts with Thumbnails