© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Όταν η Γκιόστρα ξαναζωντανεύει


Φωτό: La Giostra del Saraceno Saracen Joust, Tuscany, Italy. Πηγή: Guardian

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν πάντοτε, σύμφωνα με αυτά όπου μας διασώζουν και κληροδοτούν όλοι οι ιστορικοί και ιστοριοδίφες μας, αλλά και οι περισσότεροι ξένοι περιηγητές, οι οποίοι επισκέφτηκαν τον τόπο μας και αποτύπωσαν στο χαρτί τις εντυπώσεις τους, το σημαντικότερο και πιο σπουδαίο γεγονός της χρονιάς. Τόσο στην απαρχή της, στον δίπλα στην κλεισμένη μέσα στο Κάστρο πολιτεία, Αρίγκο, όσο και μετά την κάθοδό της στην νεότερη πόλη του Αιγιαλού, τότε που ξαναζωντάνευε, έστω και με θεατρική μορφή, στην πάντοτε πολύβουη Πλατεία Ρούγα, αλλά και στην εποχή της λαϊκής της εκδοχής, στο φημισμένο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, σαν μεταφέρθηκε από την «Μέσα Μερία» στην «Όξω», αποτελούσε πάντα το πιο αγαπημένο θέαμα των κατοίκων του Τζάντε και την πιο προσφιλή γιορτή τους. Ακόμα και από τα ορεινά χωριά, διασώζουν οι ειδήμονες, κατέβαιναν οι χωρικοί στη Χώρα, για να δουν την ικανότητα του κάθε έφιππου αγωνιζόμενου, να ποντάρουν σε όποιον πίστευαν και αγαπούσαν και τέλος να χειροκροτήσουν και επευφημήσουν τον νικητή, είτε έκανε το γύρο του θριάμβου με το ασημένιο του σπαθί, είτε, αργότερα, με την φρεσκοζυμωμένη και πανηγυρικά στολισμένη με ζαχαρόκουκα και ζάχαρες κουλούρα.
Η Γκιόστρα, προσαρμοσμένη κάθε φορά σε νέες συνθήκες και νοοτροπίες, ακολουθώντας πάντα πιστά τα ρεύματα και τις αισθητικές των καιρών, από την μακραίωνη εποχή του ξεκινήματός της, φόρεσε κάθε φορά το ένδυμα που της επέβαλαν οι πιστοί της και έφτασε ως και την φοβερή εκείνη χρονιά του σεισμού και της φωτιάς, το σημαδιακό για μας τους ζακυνθινούς 1953 και ενώ όλοι περίμεναν να θαφτεί στα ερείπια και να αφανιστεί από τις φλόγες ή να πέσει θύμα και αυτή της αφόρητης και τότε ανθρώπινης νεοελληνικής αντίληψης, επιβίωσε και επανήλθε και πάλι στη ζωή μας, δίνοντας μια νέα πνοή και πτυχή στο νεότερο Καρναβάλι μας. Είναι που κάθε τι το ατόφιο και το αληθινό, το κάθε αγαπημένο και παραδομένο από την ιστορία, αυτό που αγάπησε ο κόσμος και το στήριξε η φροντίδα και η στοργή των ενοίκων του κάθε τόπου, δεν μπορεί εύκολα να σβήσει, ούτε είναι δυνατόν να ξεχαστεί. Γιατί το γνήσιο επανέρχεται και επανακάμπτει. Επιστρέφει και επιβιώνει. Ό,τι υπάρχει στο αίμα μας και την ψυχή μας, ζει και στην καθημερινότητά μας. Αυτό που δημιουργήθηκε από ανάγκη, δεν μπορεί να αποκηρυχτεί και εκείνο που έχει βιωθεί, πάντοτε επανακάμπτει.
Από το 2005, όπου και πάλι αναβίωσε η Γκιόστρα στους δρόμους και την κεντρική πλατεία της Ζακύνθου, ως σήμερα, που και πάλι βρίσκεται «προ των πυλών», πολλά έχουν γίνει και ακόμα περισσότερα έχουν κερδισθεί. Η τοπική αποκριά πήρε άλλο χρώμα, βασισμένο στην έρευνα και την μελέτη της ντόπιας και όχι μόνο ιστορίας, οι κάτοικοι του νησιού έπαψαν να είναι θεατές και έγιναν μέτοχοι της χαράς και της διασκέδασης, η διαφορετικότητα, που μας τροφοδοτεί με αίμα, γίνεται όλο και πιο πολύ αιτία αναφοράς και ανάγκης και τέλος το νησί του Φώσκολου, του Σολωμού και του Κάλβου ακούγεται για κάτι καλό πέρα από την τσίμα του Πόρτου και όχι για συμφορές κα μόνο.
Κάθε χρόνο, το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς πια, εκεί λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό, τα Τσαρουχαρέικα, οι Αγίοι Σαράντες, η Πλατεία Ρούγα, ο Πλατύφορος και ο Στενόφορος -επιμένω, βλέπετε, στις παλιές, ιστορικές ονομασίες των δρόμων μας- γεμίζουν χρώματα και ήχους, ενώ τα ποδοβολητά των αλόγων επαναφέρουν την παλιά λατρεία του Τροπαιοφόρου Μάρτυρα, τόσο στην μιαν άκρη της πόλης, εκεί που ήταν ο περίφημος και κοσμοσωτήριος Καμαριώτης των Κομούτων, ο φερμένος ευλαβικά από την Μεγαλόνησο, όσο και στην άλλη, όπου ένας φούρνος έχει πια την ευθύνη της θύμησης μιας λατρείας, μιας γιορτής και μιας αναμέτρησης.
Όπως τόσους αιώνες, έτσι και τώρα η Γκιόστρα της Ζακύνθου επιβάλει και επιζητά ευγενή άμιλλα και λεβεντιά, επιδίωξη για πρωτιά και ερωτικά σκιρτήματα. Γιατί ο κόσμος σε τίποτα δεν αλλάζει. Απλά η ιστορία επαναλαμβάνεται παράλληλα και προοδευτικά. Ανακυκλώνεται και προχωρεί. Γράφει και ξεγράφει, με την δίκαιη εξουσία της απόλυτης δημοκρατίας της.
Το άλογο ήταν και είναι πάντα το αγαπημένο ζώο του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η υπερβολική αγάπη του κόσμου για την Γκιόστρα. Γι’ αυτό και η επιτυχημένη επαναφορά της. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που οι πιο λαοφιλείς Άγιοι είναι καβαλάρηδες. Ιδίως αυτοί οι δύο που στιγματίζουν τις εποχές. Ο εκ της Συμπρωτεύουσας προερχόμενος, με το καφέ, λόγω εισόδου στον χειμώνα, άλογό του, Μυροβλύτης και ο εαρινός, με το λευκό φαρί του, Τροπαιοφόρος, που μας οδηγεί στην καλοκαιριά και χαίρεται την ανάσταση και την αναγέννηση. Μα και οι δύο Θεόδωροι, ο Τύρων και ο Στρατηλάτης, ο ιουλιάτικος Προκόπιος, ο φθινοπωρινός Ευστάθιος και τόσοι άλλοι εμπόλεμοι και ιππείς, όπως ο Σέργιος και ο Βάκχος, ο Ευστράτιος, ο Φανούριος και ο Μηνάς, το ίδιο αγαπιούνται από τον λαό και εξίσου πλούσια λαογραφία διαθέτουν. Είναι η ίδια ακριβώς αιτία, που οι μεγάλοι ήρωες παριστάνονται έφιπποι στα αγάλματά τους και το πέταλο του αλόγου θεωρείται γούρι για το κάθε σπίτι, που το έχει κρεμασμένο πάνω από την πόρτα του.
Μα δεν είναι αυτό το μόνο θετικό στοιχείο που προέκυψε από την αναβίωση και την επαναφορά της Γκιόστρας. Ενός καλού, πάντοτε, πολλά άλλα καλά έπονται. Η έκδοση του φυλλαδίου, το οποίο κάθε χρόνο, παράλληλα με την εκδήλωση, κυκλοφορεί από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Ζante”, η οποία ολοχρονίς ετοιμάζει το δρώμενο, είναι αιτία και αφορμή να ασχοληθούν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι του νησιού μας, που ευτυχώς δεν είναι και λίγοι, με την έρευνα της σχετικής ιστορίας και, ως εκ τούτου, να φωτισθούν όχι μόνο σημαντικές πτυχές της τοπικής μας Γκιόστρας, αλλά και άλλες ιστορικές συνθήκες, στο πλαίσιο των οποίων αυτή εξελίχτηκε και λειτούργησε. Γιατί η στήριξη στην παράδοση απαιτεί υπευθυνότητα και γνώση. Προϋποθέτει μόχθο και επιστημονικότητα. Διαφορετικά είναι μια επιφανειακή ματαιοπονία. Κάτι που από την γέννησή του έχει παραδοθεί στην φθορά και τον θάνατο, την λήθη και την αχρηστία.
Για τον ίδιο λόγο τον επόμενο Απρίλη ετοιμάζεται και ημερίδα, σε συνεργασία με το πάντα δραστήριο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, με θέμα της την Γκιόστρα, έτσι ώστε να μην πηγαίνουμε τυφλά και επιπόλαια πίσω στην παράδοση, αλλά δημιουργικά και μελετημένα να οδηγούμεθα μπροστά με την παράδοση. Έτσι η ιστορία μπορεί να κοιτάξει ευθύγραμμα και το χθες να συνεχιστεί στο αύριο με εμάς ασκούριαστο και καλοφτιαγμένο κρίκο στην ατέλειωτη αλυσίδα της.
Μα και άλλο όφελος υπάρχει από την επαναφορά της Γκιόστρας στην καθημερινότητά μας. Ακολουθώντας την πολυεθνικότητα του ζακυνθινού πολιτισμού, την βασισμένη στο μη στεγανό και την απαλλαγμένη από στείρους φανατισμούς, η προσπάθεια, από το ξεκίνημά της κιόλας, βγήκε από τα στενά τοπικά μας όρια και ζήτησε συναλλαγές, ανταλλαγές και φιλία με άλλες χώρες, ιδίως με την γείτονα Ιταλία, με την οποία εμάς κυρίως τους Επτανήσιους, εκτός από τους κοινούς ιππικούς αγώνες, μας συνδέουν πολλά περισσότερα. Σκοπός μάλιστα του Σωματείου είναι η Γκιόστρα να αποτελέσει, εκτός από πανευρωπαϊκό και πανεπτανησιακό χαρακτήρα, δίνοντας αφορμή για συνάντηση όλων των Ιόνιων στον χώρο που αγιάζει ο ανδριάντας του Εθνικού μας Ποιητή.
Να γιατί η Γκιόστρα της Ζακύνθου είναι κάτι που όλοι μας πρέπει να στηρίξουμε και να ενισχύσουμε.
Τα ποδοβολητά των αλόγων των ιππέων της επαναφέρουν τις μνήμες και ξυπνούν τις αναμνήσεις μας. Συγχρόνως κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια επερχόμενη, επίφοβη και επιζήμια ισοπέδωση.
Μακάρι η Ζάκυνθος να είναι ο φετινός νικητής.
Ας είναι αυτή που θα κερδίσει όχι το ασημένιο σπαθί, αλλά με το σπαθί της. Όλοι πιστεύουμε πως το αξίζει και το ευχόμαστε.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

2500 χρόνια από τη νίκη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας στην επίθεση εκδίκησης του Περσικού δεσποτισμού στο Μαραθώνα

Άρθρο του Παύλου Φουρνογεράκη

Τα ιστορικά γεγονότα
Οι Έλληνες της Μ. Ασίας επί βασιλείας του Κύρου ενσωματώθηκαν στην Περσική Αυτοκρατορία και ανήκαν στη σατραπεία της Ιωνίας που υπαγόταν στο σατράπη των Σάρδεων. Έχασαν έτσι κάθε μορφή ελευθερίας αφού ως υποτελείς πλήρωναν φόρους και ακολουθούσαν τους Πέρσες στις πολεμικές επιχειρήσεις τους. Μαζί με την πολιτική ανεξαρτησία έχασαν άλλωστε και την κυριαρχία στο εσωτερικό, δηλ. το δικαίωμα να ζουν με τους δικούς νόμους αλλά και πολλές από τις οικονομικές δραστηριότητες, όταν ο Δαρείος επέκτεινε την κυριαρχία του στη βόρεια παραλία του Ελλησπόντου και της Προποντίδας, καθώς και στις δυτικές ακτές του Ευξείνου Πόντου. Για τους πολιτικούς-εθνικούς και οικονομικούς αυτούς λόγους υπήρχε από χρόνια στον πληθυσμό των μικρασιατικών αποικιών αναβρασμός, χωρίς όμως να εκδηλώνεται φανερά, έως ότου το έτος 500 π.χ. τα προσωπικά κίνητρα του Αρισταγόρα (που ήταν τύραννος της Μιλήτου) έδωσαν την αφορμή για να εκραγεί η επανάσταση κατά της περσικής κυριαρχίας.
Η επανάσταση δε θα μπορούσε να έχει επιτυχία χωρίς τη συμπαράσταση της μητροπολιτικής Ελλάδας. Ο Αρισταγόρας ήρθε για το σκοπό αυτό στην Ελλάδα (το χειμώνα του 500/499 π.χ.) αλλά μόνο την Αθήνα και την Ερέτρια μπόρεσε να πείσει, οι οποίες έστειλαν 25 πλοία συνολικά. Οι επαναστάτες κατάφεραν να κάψουν τις Σάρδεις όχι όμως και να πετύχουν το στόχο τους. Το 494 π.χ , έκτο έτος της επανάστασης, καταλήφθηκε με έφοδο η Μίλητος, η έως τότε βασίλισσα των ελληνικών πόλεων και καταστράφηκε εντελώς, μαζί με το ναό του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Το 493 π.χ. η Μ. Ασία είχε υποκύψει και πάλι στους Πέρσες.
Στην Αθήνα, εν τω μεταξύ, ο λαός συγκλονισμένος από την παράσταση ενός δράματος που είχε ως υπόθεση το σύγχρονο τότε γεγονός της κατάληψης της Μιλήτου από τους Πέρσες (ήταν η «Μιλήτου άλωσις του Φρυνίχου») εξέλεξε άρχοντα το Θεμιστοκλή, το μεγαλοφυέστερο ίσως πολιτικό που ανέδειξε η Αθήνα. Ήταν γόνος ευγενούς οικογένειας. Στην εσωτερική πολιτική ήταν υποστηρικτής της δημοκρατίας, ωστόσο δεν ήταν «κομματικός» αρχηγός, αλλά ο πολιτικός ηγέτης που βρισκόταν πάνω από τις πολιτικές παρατάξεις γι αυτό μισήθηκε αργότερα από εκείνους που απέβλεπαν μόνο στο συμφέρον της παράταξής τους.
Ο Δαρείος μόλις αποκαταστάθηκε η ηρεμία στην Περσική Αυτοκρατορία βάλθηκε να τιμωρήσει την Αθήνα και την Ερέτρια για την υποστήριξή τους προς τους Ίωνες επαναστάτες. Την επιχείρηση ανέλαβαν ο Μήδος Δάτις και νεαρός Αρταφέρνης. Ο Θεμιστοκλής περίμενε την εκδίκηση των Περσών και παρουσίασε, πριν από την εκδήλωσή της, ένα πρόγραμμα για τη οργάνωση του στόλου. Πίστευε ότι η Αθήνα έπρεπε να αναπτυχθεί σε μεγάλη θαλάσσια δύναμη. Έπεισε το λαό και άρχισε να οχυρώνει τον Πειραιά ως φρούριο και ναυτική βάση. Η άφιξη όμως του Μιλτιάδη το 493 π.χ. στην Αθήνα, μαζί με θησαυρούς και πολλούς οπαδούς, έγινε η αιτία να παραμεριστεί αρχικά ο Θεμιστοκλής και η πολιτική του. Ο Μιλτιάδης είχε καταλάβει ηγεμονική θέση στη Θρακική χερσόνησο την οποία εγκατέλειψε λόγω του περσικού κινδύνου. Είχε αποκτήσει μεγάλη πείρα από την Ασία και πίστευε περισσότερο στην υπεροχή των οπλισμένων με δόρυ οπλιτών απέναντι στους πέρσες τοξότες. Έτσι το 490 π.χ. όταν άρχισε η επίθεση των Περσών η Αθήνα υπό το Μιλτιάδη ήταν ετοιμοπόλεμη. Κίνδυνος εξάλλου υπήρχε από την κάθε άλλο παρά ασήμαντη ομάδα των τυραννόφιλων που στήριζαν τις ελπίδες τους στους Πέρσες αλλά και από τους Αλκμαιωνίδες εξαιτίας του μίσους προς το Μιλτιάδη. Οι Αθηναίοι όμως είχαν αλλάξει πολύ από τότε που είχε εκδιωχτεί ο τύραννος Ιππίας, αν και είχε μεσολαβήσει διάστημα λιγότερο από μία γενιά. Ο χαρακτήρας των πολιτών διαπλάστηκε κάτω από ελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς.
Ο εχθρός, αφού υπέταξε τις Κυκλάδες και την Κάρυστο, κατέστρεψε την Ερέτρια και αποβιβάστηκε κοντά στο Μαραθώνα με την πρόθεση να προελάσει προς την ατείχιστη από ξηρά και θάλασσα πόλη. Τότε τέθηκε ο προβληματισμός, αν ο αθηναϊκός στρατός έπρεπε να περιμένει την προέλασή τους και να δώσει μάχη στην Ακρόπολη ή να προχωρήσει και ν΄ αναζητήσει τον εχθρό. Πολέμαρχος του έτους εκείνου ήταν ο Καλλίμαχος, ο οποίος μαζί με τους δέκα στρατηγούς αποτελούσε το πολεμικό συμβούλιο και είχε την ευθύνη της οργάνωσης της άμυνας. Ευτυχώς ο Καλλίμαχος άκουσε πρόθυμα τις συμβουλές του Μιλτιάδη, που πίστευε ότι πρέπει να ξεκινήσει ο στρατός και να συναντήσει τον εχθρό στο Μαραθώνα, κι έτσι κάμφθηκαν και οι αντιρρήσεις των συντηρητικών. Την τελική απάντηση όμως έπρεπε να δώσει η Εκκλησία του Δήμου η οποία και ενέκρινε την πρόταση του Μιλτιάδη.
Ο συνολικός στρατός των Αθηναίων αριθμούσε γύρω στους 9.000 άνδρες. Μαζί τους πολέμησαν και 1.000 Πλαταιείς, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι υποσχέθηκαν βοήθεια η οποία όμως για θρησκευτικούς λόγους έφθασε μετά τη μάχη. Οι Πέρσες φαίνεται ότι ήταν υπερδιπλάσιοι, ακριβή αριθμό όμως των στρατιωτών και των απωλειών και των δύο αντιμαχομένων μερών δε γνωρίζουμε. Ο τρόπος διάταξης των ελληνικών στρατευμάτων, σύμφωνα με τις οδηγίες του Μιλτιάδη (αδύναμο κέντρο-ενισχυμένα άκρα), και η κατάθεση ψυχής για την προάσπιση της ελευθερίας επέφεραν βαρύ πλήγμα (απώλειες) στον εχθρό και τον υποχρέωσαν να υποχωρήσει και να επιβιβαστεί στα πλοία. Οι Πέρσες στη συνέχεια έπλευσαν προς το Φάληρο ελπίζοντας ότι μπορούν να φθάσουν στην Αθήνα προ της επιστροφής του στρατού της, αλλά διαψεύστηκαν κι επέστρεψαν στη χώρα τους.
Η μάχη του Μαραθώνα και η φήμη του Μιλτιάδη, που ήταν η ψυχή και το κέντρο της επιχείρησης, τυλίχτηκαν στις χρυσόδετες σελίδες της δόξας.

Οι τιμές
Το μέρος που έγινε η μάχη διακρίνεται ακόμη από τον τύμβο, στο νότιο άκρο της πεδιάδας που ύψωσαν οι Αθηναίοι πάνω στους νεκρούς τους. Ο Καλλίμαχος, που επαινέθηκε λιγότερο απ΄ όσο του άξιζε, θάφτηκε εκεί, καθώς και ο Κυναίγειρος (αδελφός του ποιητή Αισχύλου), που λένε ότι συνέλαβε μια περσική τριήρη και την κράτησε ώσπου το χέρι του κόπηκε από τσεκούρι. Αργότερα στήθηκε τρόπαιο νίκης κοντά στο Μεγάλο Έλος, όπου οι Πέρσες αποκόπηκαν κατά τη φυγή τους, και καθιερώθηκαν αγώνες προς τιμή του Ηρακλή για να θυμίζουν τη στρατοπέδευση στο ιερό του πριν από τη μάχη. Ο πανικός των Περσών αποδίδεται στο θεό Πάνα και η λατρεία του θεού αυτού ανέζησε σε μια σπηλιά που του αφιερώθηκε στη βορειοδυτική κλιτύ της Ακρόπολης. Ευχαριστίες για τη νίκη αποδόθηκαν στο θρησκευτικό κέντρο των Δελφών με το χτίσιμο ενός μικρού θησαυρού δωρικού ρυθμού.
Η νίκη τιμήθηκε επίσης στην Αθήνα. Στο βίο του Αισχύλου αναφέρεται ότι, όταν σε διαγωνισμό ελεγείας με θέμα το Μαραθώνα νίκησε ο νεκρός Σιμωνίδης, ο Αισχύλος πικραμένος μέχρι θανάτου πήγε στη Σικελία. Η διάθεση γι απόδοση ευχαριστιών στους θεούς εκφράστηκε και στην Ακρόπολη. Κάτω από τον Παρθενώνα έχουν βρεθεί υπολείμματα ενός ναού που άρχισε να χτίζεται κατά το 480 π.χ. αλλά κάηκε από τους Πέρσες στη διάρκεια εισβολής του Ξέρξη, δέκα χρόνια μετά το Μαραθώνα. Οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων έπαιρναν ίσως την πιο ζωντανή ιδέα για τη μάχη από μια εικόνα της που φιλοτεχνήθηκε περίπου 25 χρόνια αργότερα και είναι από τις πιο ακουστές εικόνες μαχών στην Ποικίλη Στοά, στο βόρειο άκρο της Αγοράς.

Η σημασία
Η νίκης στο Μαραθώνα ήταν θρίαμβος για την Αθήνα, την Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Ασιάτης εισβολέας δεν είχε ίσως έρθει για να προσαρτήσει την Ελλάδα αλλά για να την τιμωρήσει. Του ήταν αρκετό αν οι υπόλοιποι Έλληνες έβλεπαν το γεγονός με φόβο και σεβασμό. Ο Περσικός στρατός ήρθε για να αποκαταστήσει τον Ιππία, ο οποίος μνησικακούσε μετά από είκοσι χρόνια εξορίας. Οι Αθηναίοι θα καταδικάζονταν να υποκύψουν στο ζυγό ενός δικού τους τυράννου. Από αυτή τη μοίρα γλύτωσαν με την αξία τους στο πεδίο του Μαραθώνα.
Η κύρια συνέπεια ήταν η επίδραση που είχε στο πνεύμα των Αθηναίων. Το τεράστιο κύρος που απέκτησε η Αθήνα από τη νίκη που κέρδισε μόνη της πάνω στο στρατό του Μεγάλου Βασιλιά της έδωσε νέα αυτοπεποίθηση και φιλοδοξίες. Η ιστορία σφράγισε με τρόπο θαυμαστό τη δημοκρατία της. Κατάλαβε ότι , μπορούσε να πιστεύει στο θεσμό της και μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι ψηλά και να θαυματουργήσει. Ο Ηρόδοτος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Έφθασαν λοιπόν εις μεγάλην ακμήν αι Αθήναι. Φαίνεται δε όχι από ένα και μόνο παράδειγμα, παρά γενικά, ότι η ελευθερία είναι σπουδαίον πράγμα, αφού και οι Αθηναίοι όσο μεν είχαν τυράννους, δεν ήσαν καλύτεροι στα πολεμικά από κανέναν απ΄ αυτούς που κατοικούσαν γύρω τους, ενώ όταν εγλύτωσαν από τους τυράννους, έγιναν οι πρώτοι και οι καλύτεροι. Αυτά με άλλα λόγια θέλουν να πουν ότι όσο ήταν σκλαβωμένοι, προσεποιούντο ότι είναι δειλοί, με την ιδέα ότι εδούλευαν για τον αφέντη, όταν όμως απέκτησαν την ελευθερία τους, μόνος του ο καθένας τους είχε τον ζήλον να κάνη για τον εαυτό του ό,τι μπορεί» (Ε,78).
Οι Έλληνες στη συνέχεια μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την επεκτατική πολιτική των Περσών που επανήλθαν ύστερα από μία δεκαετία με σκοπό να υποδουλώσουν - παραμείνουν στην περιοχή και να επεκταθούν στην Ευρώπη. Ο Θεμιστοκλής θωράκισε με ναυπήγηση 200 τριήρων το κράτος των Αθηνών και το κατέστησε πρώτη ναυτική δύναμη. Σημειώθηκαν τότε απ΄ τους Έλληνες τα μεγάλα κατορθώματα στις Θερμοπύλες, στη Σαλαμίνα, στις Πλαταιές… Οι αξίες της αθηναϊκής δημοκρατίας περιγράφτηκαν με τρόπο διαυγή στα λογοτεχνικά έργα, θεμελίωσαν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό κι έφτασαν με μεγάλη ευρύτητα ως την εποχή μας.
Η ωραία φράση για τους Μαραθωνομάχους που η παράδοση αποδίδει στο Σιμωνίδη: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι/ χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν», δείχνει τη σωστή αντίληψη που επικρατούσε, ότι δηλαδή η νίκη δεν είχε μόνο τοπική σημασία, αλλά είχε κερδηθεί για ολόκληρο το έθνος.

Σήμερα
Κατά τη διάρκεια της φετινής χρονιάς προγραμματίζονται γιορταστικές εκδηλώσεις στη χώρα μας και στο εξωτερικό για τα 2500 χρόνια από αυτό το σημαντικό γεγονός. Είναι φανερό, ότι η ηθική της πολιτικής βάθυνε για την ανθρωπότητα (συνολικά) από εκείνα τα χρόνια, όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι η σημερινή δημοκρατία περνά περίοδο σοβαρής κρίσης. Η αγάπη για την πατρίδα, η ψυχή της ύπαρξης, της συνέχειας και της ευημερίας ενός λαού, χαρακτηρίζεται από την πτώση στον ατομοκεντρισμό. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται κυρίως από τον ανατολικό δεσποτισμό, αλλά από την ισχυρή νοοτροπία ενός άλλου δεσποτισμού, της οικονομίας και του καταναλωτισμού σε ένα στυγνό καπιταλιστικό σύστημα που διαβρώνει τη δημοκρατία, μαζοποιεί και απανθρωποποιεί τον άνθρωπο.
Πόσο άραγε οι γιορταστικές εκδηλώσεις που θα ακολουθήσουν «όταν ο καιρός το επιτρέψει», (όπως γινόταν και με τις εκστρατείες) θα μπορέσουν να συμβάλουν στην ανατροπή του ζοφερού αυτού κλίματος;

Βιβλιογραφία:
α. Αρχαία Ελληνική Ιστορία του Ulrich Wilcken, εκδ. Παπαζήση 1976
β.Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας των J.B. Bury και Russwell Meiggs, εκδ Καρδαμίτσα 1998
γ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τόμος Β΄ Εδοτική Αθηνών Α.Ε.
δ. Γιατί η Ελλάδα; της Jacqueline de Romilly εκδ. To Άστυ 1999.

Ζάκυνθος 18-1-2010

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

"Σχολικόν ενθύμιον"



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου χρόνου. Παρ’ ότι από τις γιορτές έχει ήδη περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο επιμηκύνει ακόμα περισσότερο το γεγονός του πρώιμου Καρναβαλιού, μια και φέτος το Μεγαλοβδόμαδο αρχίζει τις τελευταίες μέρες του Μάρτη, ο απόηχος αυτής της απαρχής ή έστω αυτού που συνηθίζουμε ή θέλουμε να πιστεύουμε σαν νέο ξεκίνημα και συμπίπτει με την εντελώς εικονική Πρωτοχρονιά, κρατά ακόμα έντονος και παρότι την επόμενη Κυριακή, πρώιμο και αυτό, μπαίνει το Τριώδιο, συνεχίζουμε να ευχόμαστε ακόμα «Καλή χρονιά» και ν’ ανταλλάσσουμε γιορταστικές ευχές.
Είναι αλήθεια πως την φοβερή αυτή χρονιά, η οποία μόλις λίγες μέρες πριν άρχισε, ενώ ακόμα σε κάμποσες βιτρίνες υπήρχαν έλατα στολισμένα, ψεύτικα κι αυτά όπως οι περισσότερες από τις ελπίδες μας, ιδίως στο νησί μας, σε κάποιες άλλες, γειτονικές και παράλληλες, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι μάσκες και οι σερπαντίνες, περνώντας μας κυριολεκτικά από τον ένα γιορταστικό κύκλο στον άλλο, επαναφέροντας, για να δούμε και τα καλά της υπόθεσης, την παλιά, τοπική μας συνήθεια, αυτήν η οποία ήταν ένα ακόμα δείγμα της τζαντιώτικης ιδιοσυγκρασίας και ήθελε το αποκριάτικο ξεφάντωμα ν’ αρχίζει αμέσως μετά την εκπνοή του Δωδεκαημέρου, την επόμενη, δηλαδή, των Φώτων.
Πόρισμα, το οποίο προκύπτει απ’ όλα αυτά, η σχετικότητα του χρόνου, αλλά και η εύκολη προσαρμογή μας σε διαφορετικές, κάθε φορά, συνθήκες και σε καινούριες επιβολές. Άλλες χρονιές απολαμβάναμε αμέριμνοι, τέτοια εποχή, τα μεθεόρτια. Σήμερα νοιώθουμε περισσότερο τα προεόρτια και σε αυτά δίνουμε όλο το βάρος και τη σημασία. Είναι αυτό που κάνει την κάθε παραμονή της προσμονής περισσότερο γιορταστική από την κυριώνυμο ημέρα και την επομένη ανιαρή και κουραστική, γιατί και εδώ, όπως και στον έρωτα, το ταξίδι μετρά και λιγότερο ο προορισμός, μετά τον οποίο αρχίζει πάντα, θέλουμε δεν θέλουμε, μας συμφέρει δεν μας συμφέρει, η αντίστροφη μέτρηση. Γιατί ο χρόνος είναι αναμφισβήτητα ανελέητος και ας τον λέμε, παρηγορητικά «γιατρό».
Αυτός, όμως, ο «φθονερός», ασπρομάλλης γέρος, ο «πάντων εχθρός», κατά την ποιητική και δημιουργική συντόμευση του συντοπίτη μας ωδοποιού ποιητή, του μεγαλωμένου στην γειτονιά της σκοντράδας του Αγίου Νικολάου των Γερόντων, Ανδρέα Κάλβου, μπορεί να ξεγελαστεί, αν όχι και να νικηθεί, σε μερικές σπάνιες και σημαντικές περιπτώσεις. Τότε επαληθεύεται ο λόγος του άλλου κορυφαίου, του Αλεξανδρινού τεχνίτη της λιτότητας του λόγου, του πολύ Κωνσταντίνου Καβάφη, ο οποίος με την σοφία που πάντα τον διέκρινε και με το θάρρος ενός μεγάλου δημιουργού, εντόπισε και μας παρέδωσε απλόχερα «πως ποτέ του / μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».
Μια τέτοια πράξη αντίστασης ενάντια στην φθορά, είναι, κατά τη γνώμη μου, και το «σχολικόν ενθύμιον», το οποίο εξέδωσαν και μας χάρισαν, σαν παρηγορητική ευλογία για το 2010, οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Γερακαρίων του νησιού μας, δίνοντας υποσχέσεις για το καινούριο ξεκίνημα και συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, η οποία έχει πολλά να προσφέρει και στον εκδοτικό τομέα, αλλά και σε παρόμοιες ενέργειες. Γιατί η έκδοση αυτή δεν είναι μια απλή, σαν τις τελευταία καθιερωμένες, φωτογραφίες της λήξης μιας σχολικής περιόδου, αλλά η απαρχή μιας νέας, μια και πρόκειται για ένα κομψό και προσεγμένο ημερολόγιο του νέου ενιαυτού, το οποίο επαναφέρει θύμισες και συγχρόνως θεμελιώνει το μέλλον.
Στο εξώφυλλό του μια μαυρόασπρη φωτογραφία μιας μαθήτριας με την καθιερωμένη, τότε, σχολική της στολή, την «ποδιά», όπως την έλεγαν, την απαραίτητη και αναγκαία, το λευκό της γιακαδάκι, κατάλευκο, μια και η «πάστρα είναι μισή αρχοντιά», την κορδέλα στα μαλλιά της, το σήμα του σχολείου κυκλικό στο στήθος και το ουσιαστικό στυλό στο χέρι της, με το οποίο γράφει σε επιμελώς ανοιγμένο τετράδιο, μας υποδέχεται, κοιτάζοντας με τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια το αύριο, που ίσως είναι παρόν ή έχει γίνει κιόλας παρελθόν και συγχρόνως παρέχοντας την σιγουριά, η οποία προκύπτει από την συντήρηση του χθες. Πίσω της ένας χάρτης, της Ευρώπης θα πρέπει να είναι, μια και κάπου διαβάζουμε την επιγραφή «Βόρειος Θάλασσα», στην μια μεριά και στην άλλη την κατάληξη του «Εύξεινος Πόντος», αναγκαίος στα σχολικά ενθύμια, αλλά και στην διακόσμηση της τάξης, επαναφέρει οικείες σκηνές. Φόντο της φωτογραφίας γράμματα και αριθμοί. Η ίδια αξίζει να σημειωθεί πως είναι κομμένη μ’ εκείνον το παραδοσιακό τρόπο με τα δοντάκια, έτσι απλά για να θυμίζει και να δημιουργεί νοσταλγία.
Μα και οι άλλες φωτογραφίες, που συνοδεύουν την επισήμανση των δώδεκα μηνών του 2010 τον ίδιο ρόλο παίζουν και την ίδια σημασία υπηρετούν. Παλιοί δάσκαλοι, με παλιούς μαθητές του σχολείου, στην τάξη ή σε εκδρομές, σχολικές γιορτές με σκετς και απαγγελίες, γυμναστικές επιδείξεις, καταθέσεις στεφάνων στο Ηρώον του χωριού και για το τέλος, τον ζεστό, παρότι στο καταχείμωνο, Δεκέμβρη, μια Φάτνη, με ζωντανή την Παναγία και γύρω της έναν Μάγο και κάμποσους απτούς αγγέλους. Το εικαστικό μέρος ή πιο σωστά το για πρώτη φορά δημοσιευόμενο, ανέκδοτο, αρχειακό υλικό, συνοδεύουν, για μια σύνδεση, πιθανόν, με το σήμερα, αποσπάσματα από ιδιαίτερα αγαπητά στα παιδιά και όχι μόνο κείμενα των Ρενέ Γκοσινί - Ζαν Ζακ Σανπέ («Ο μικρός Νικόλας»), Κυριάκου Ντελόπουλου («Ο Άλκης και οι άλλοι»), Έλλης Αλεξίου («Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή» και «Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο»), Νίκου Καζαντζάκη («Αναφορά στον Γκρέκο»), Ευγενίας Φακίνου («Αστραδενή»), Μενέλαου Λουντέμη («Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»), Ζώρζ Σαρή («Ε. Π.») και Λευτέρη Παπαδόπουλου ( «Οι παλιοί συμμαθητές»).
Στην δεύτερη σελίδα του, σαν πρόλογ, διαβάζουμε: «Δημιουργώντας ένα ημερολόγιο για το 2010 που να αφορά στη σχολική ζωή, ένα “σχολικόν ενθύμιον”, αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς πρέπει να προβάλει. Μήπως τη νοσταλγία για την παιδική ηλικία, την εμπειρία της σχολικής ζωής, ένα ταξίδι στα περασμένα μέσα από αγαπημένες φωτογραφίες; Μια γιορτή, η παρέα μιας ολόκληρης τάξης, στιγμές όπως φυλακίστηκαν από το φωτογραφικό φακό. Το ζωντάνεμα μνήμης. Τα κείμενα που επιλέχτηκαν υπηρετούν τον ίδιο σκοπό και θέλουν να φωτίσουν με διαφορετικό τρόπο τα χρόνια αυτά τα άγουρα μα σκληρά και να τα προσεγγίσουν με ευαισθησία και τρυφερότητα. Ένα ημερολόγιο που αποδεικνύει ότι το παιδικό χαμόγελο μένει αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο. Το ίδιο όπως μένουν αναλλοίωτες και οι ανάγκες των παιδιών: η χαρά της συμμετοχής, η προσμονή του παιχνιδιού ή μιας εκδρομής, η ικανοποίηση από την αποδοχή ή τον έπαινο. Όλα αποτυπωμένα στο βλέμμα των παιδιών, σ’ αυτές τις παλιές φωτογραφίες, μαζί με την πίστη στις αξίες που αντιπροσωπεύει το σχολείο και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Ένα ημερολόγιο κειμήλιο, μαρτυρία μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά δε χάθηκε, όσο θα έχουμε τη δυνατότητα να τη θυμόμαστε με αγάπη».
Είναι αλήθεια πως αυτό που θυμόμαστε συνεχίζει να ζει και εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό μας το διατύπωσε άριστα ο δικός μας, ιόνιος ποιητής, Λορέντζος Μαβίλης, στην συνοπτική και αιωνόβια «Λήθη» του. Υπάρχει, όμως, και άλλο ένα μυστικό, εξίσου σημαντικό και αξιοσημείωτο. Τίποτα δεν εξαφανίζεται, αν τυπωθεί και γίνει κτήμα του κοινού.
Αυτό ακριβώς έκαναν οι μαθητές και οι δάσκαλοι του δημοτικού σχολείου των Γερακαρίων. Συγκέντρωσαν ό,τι σώθηκε από πολέμους, σεισμούς, πυρκαγιές και την ανθρώπινη αδιαφορία και το αποθανάτισαν στις σελίδες ενός ημερολογίου. Γι’ αυτό η αξιέπαινη και αξιοζήλευτη έκδοσή τους αποτελεί περισσότερο εορτολόγιο.
Και αυτός ο χρόνος, που πριν λίγο άρχισε, θα περάσει, θέλουμε δεν θέλουμε. Το ανθρώπινο ημερολόγιο, με την ευκολία που το διακρίνει, θα σημειώσει 2011, 2012, 2013, 2014, 2015 και πάει λέγοντας. Η προσπάθεια των παιδιών μας, όμως, θα μείνει. Θα νικήσει το χρόνο ή έστω θα τον ανακόψει.
Να γιατί είναι των παιδιών η βασιλεία.
Τα ευχαριστούμε.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Η μελαγχολία του βουβού τσιμαδόρου


γράφει ο παύλος φουρνογεράκης

Ροδοκόκκινα σύννεφα της Ανατολής ζωγράφιζαν το νυσταγμένο θόλο και οι δροσοσταλιές ποζάριζαν θρονιασμένες στις λεπτές αγκάλες του χειμερινού χαλιού, κάτω από τις αιωνόβιες ελιές με τις μεγάλες κουφάλες. Τα ξινόχορτα πρόβαλαν με τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου έτοιμα να ζεστάνουν τις ρίζες των δένδρων στις κρύες νύχτες του χειμώνα. Έπλεξαν ένα παχύ καταπράσινο στρώμα κι έντυσαν από τη μία άκρη ως την άλλη τους ελαιώνες, σαν τις μοκέτες που στρώνουν στα δάπεδα των σπιτιών και κρύβουν τα παγερά πλακάκια.
Επένδυσα με γάντια εργασίας τα αδέξια και τρυφερά μου χέρια, φόρεσα τις αδιάβροχες γαλότσες μου και έψαξα να βρω κατσουριδέλι [1] ανάμεσα στα εργαλεία των φίλων αγροτών που μάζευαν τις ελιές. Μάταιη προσπάθεια, δεν υπήρχε ούτε και στα δίχτυα που ήταν απλωμένα πάνω από το επίσημο φυσικό χαλί, κάτω από τα φορτωμένα κλαδιά των ψηλών δένδρων.
Καλημέρισα, πιέζοντας τον αέρα με δύναμη ανάμεσα στις φωνητικές χορδές, μήπως και η ευχή μου σπάσει το φράγμα του βενζινοκίνητου ήχου από τα πριόνια που έκοβαν ασταμάτητα και το τιναχτικό μηχάνημα που έξαινε τις τσίμες με το λαδερό καρπό. Μόνο ο «τσιμαδόρος» έγνεψε με ελαφρό τραχύ μειδίαμα και καλωσόρισε την άφιξή μου.
Είχα χρόνια να λάβω μέρος στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου κι ένιωθα ότι βρισκόμουνα έξω από τα νερά μου. Πώς άλλαξε ο τρόπος και τα εργαλεία, το υλικό τους και η χρήση τους, οι πηγές της ενέργειας, η συνεργασία και η εθνoλογική σύσταση των ανθρώπων, η σχέση και τα αισθήματα προς τα δέντρα και τους καρπούς, οι διατροφικές συνήθειες!
Αλουμινένια κοντάρια, που στην άκρη έφεραν κάτι σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα, χτυπούσαν τις ελιές στα ψηλά κλαδιά, εκεί που το αλυσοπρίονο δεν μπορούσε να φτάσει. Στα στρωμένα δίχτυα ένας κυλινδρικός μηχανισμός χτένιζε τις τσίμες που είχαν επιμελώς κοπεί από ένα δεύτερο γερασμένο πριόνι που αγκομαχούσε και γέμιζε την υγραμένη ατμόσφαιρα με λαδωμένο καυσαέριο. Τρεις ξετρελαμένες εξατμίσεις καπνού και κραυγής μετάλλων βούβαιναν την ανθρώπινη λαλιά κι έκαναν τα καμαρωτά κοκκκινολαίμια και τα νευρικά μαυροκέφαλα πουλάκια να πετάξουν τρομαγμένα στους παρακείμενους ελαιώνες. Πέταξαν και οι παραδοσιακές κατσουρίδες1 που με το διχαλωτό τους σχήμα χτυπούσαν ευλαβικά και ρυθμικά τις ελιές κι εκείνες έπεφταν τραγουδώντας σαν τις στάλες της βροχής, πάνω στα κατάλευκα λιόπανα που έστρωναν άλλοτε περιμετρικά στις μεγάλες ριζολιές.
Οι αχτίδες του ήλιου παιχνίδιζαν τρυπώνοντας ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά κι έκαναν τα φύλλα από τα ξινόχορτα ν' αντανακλούν αστραφτερές ματιές σαν εκκεντρική βελούδινη τουαλέτα σε φωτισμένη βιτρίνα του Κολωνακίου. Τα γεμισμένα σακιά από καφετί καναβάτσο, όρθια ή ξαπλωμένα, άλλαζαν στάση και χρώμα από τις πινελιές του ήλιου, και έμοιαζαν με κορμούς απολιθωμένου δάσους που ξαφνιάζεται από την επίσκεψη περίεργων τουριστών. Έτσι ξαφνικά με είδε ο φίλος μου ο Μαρίνος, όταν ύστερα από αρκετή ώρα τέλειωσε την αναρρίχηση και κατέβηκε καταϊδρωμένος ανάβοντας ταυτόχρονα το απολαυστικό του τσιγάρο. Η συνομιλία σύντομη. Το συνεργείο θέλει οργάνωση, τα μεροκάματα ακριβά και η τιμή του λαδιού δημιουργεί έντονα συναισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας.
Μου ανατέθηκε η ειδικότητα του «τσιμαδόρου»! Αλάφρωνα με το τιναχτικό μηχάνημα τις τσίμες από το βάρος του φουσκωμένου καρπού τους και τις πετούσα στην άκρη. Εκείνες στέκονταν σαν ηλικιωμένες κυρίες, που η κομμώτρια είχε ισιώσει τα αραιωμένα σγουρά τους μαλλιά. Ένιωθα τη μονοτονία της βουβής μελαγχολίας στην τρίωρη ρουτίνα του «τσιμαδόρου» κι ο λογισμός μου έπαιρνε τις διαδρομές στα σοκάκια των παιδικών μου χρόνων. Δεν ήταν μόνο τα βαμβακερά λιόπανα που κάθε χρόνο λευκαίνονταν σε μπουγάδες με αλισίβα, σαπούνισμα και ξέπλυμα στα ρυάκια της λίμνης του Κεριού και στον Κορνό (και τι μαγεία όταν πρωτο-στρώνονταν στο καταπράσινο χαλί, έμοιαζαν με νυφικό κρεβάτι στο σουρεαλισμό της υπαίθρου). Χάθηκε το γλυκόλαλο καλάιδισμα της κατσουλιέρας και του τσίπου, το κρώξιμο του κοράκου, χάθηκε και το τραγούδι των ανθρώπων, η συνομιλία, τα καλαμπούρια, τα κουτσομπολιά, οι πολιτικές αναλύσεις, τα μαλώματα, η συνεργασία των οικογενειών και των φίλων με το δανεικό μάζεμα, τότε που όλοι το πονούσαν το δέντρο και το φρόντιζαν, γινόταν ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Πρόσεχαν το χτύπημα με τα λαμιά [2] και τις κατσουρίδες1 να είναι απαλό κι έντεχνο, να μη σπάσει το κλαδί, να μη λαβωθεί και πονέσει. Παρθένα και ερεθιστική οσμή της ελιάς και του χόρτου άνοιγε την όρεξη στο λιτό ψωμοτύρι με τη λακέρδα, το νιο λάδι και τις βλαστάδες στο μεσημεριανό ξαποστάσι.
Αναπάντεχη σιωπή του τιναχτικού μηχανήματος άφησε τον ήχο κινητού τηλεφώνου να κυλήσει από το μυώδες μπράτσο της διπλανής ελιάς που είχε σκαρφαλώσει ο Νιόνιος και δόθηκε το σύνθημα διαλείμματος μεσημβρινού φαγητού. Η κυρά-Σοφία τού τηλεφώνησε, ότι εντός ολίγου κατέφθανε φαγητό: κοκκινιστό κουνέλι με μακαρόνια, λαδοτύρι και δυο μπουκάλες κρασί μαστελάδο στρώθηκαν σε αυτοσχέδια τραπεζάκια-τσουβάλια και στα σταυρωμένα πόδια της βουδιστικής μας στάσης. Όλοι έσπευσαν ν' απολαύσουν απερίγραπτες ζακυνθινές γεύσεις. Μόνο και μόνο αυτό το φαγητό πάνω στο μαλακό μαξιλάρι των κιτρινοπράσινων φυτών άξιζε τον κόπο της εμπειρίας. Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά σε στρογγυλό σχηματισμό και θα περίμενε κανείς την ευθυμία και τους αστεϊσμούς να δεσπόζουν και ν΄ αντηχούν στο αστραφτερό σταχτοπράσινο τοπίο. Ούτε συστάσεις, ούτε κουβέντες, σαν ταινίες βουβού κινηματογράφου περνούσε ο χρόνος. Οι εργάτες αλλοδαποί: Αλβανοί, Ρουμάνοι, Βούλγαροι … πώς να συνομιλήσεις και τι να πεις. Οι φίλοι μου αγχωμένοι και κουρασμένοι από την υπερπαραγωγή έργου (είχε να βρέξει δυο μήνες και δεν έχουν ξεκουραστεί) άφησαν τις συζητήσεις για κάποια άλλη φορά….
Ακούμπησα την πλάτη μου σε καλόβολη ριζολιά και άφησα το μαστελάδο να περιλούσει τη σώμα και την ψυχή μου. Ευθύμησα με το τρίτο ποτήρι κι άρχισα να κάνω τσουλήθρες σαν μικρό παιδάκι στον παρακείμενο όχθο, μήπως κι απαλλαγώ από τη μελαγχολία της βουβαμάρας και των θλιβερών σκέψεων που άρχισαν πάλι να με κατακλύζουν.
Πόσο άλλαξε τον άνθρωπο η εισβολή της μηχανής! Πόσο τον έκλεισε στον εαυτό του και απαίτησε την πλήρη προσαρμογή-υποταγή, στη μαζική-απρόσωπη παραγωγή και συγκομιδή προϊόντων, όπου ο εργάτης δε συμμετέχει στο σχεδιασμό (πόσο μάλλον και στα κέρδη), αλλά ούτε και στη χαρά της μονότονης εργασίας! Μα κι ο αφέντης πόσο αγχωμένος ζει από το βάρος της οργάνωσης, του προγραμματισμού και της διαχείρισης σ΄ ένα τόσο έντονο ανταγωνιστικό πεδίο! Πότε συναντιούνται οι αγρότες να συνομιλήσουν για να διεκδικήσουν, να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους ή τουλάχιστον να συμπαρασταθούν και να εκτονωθούν;
Θυμήθηκα πάλι, τέτοια εποχή, πιτσιρικάς να παίζω στο λητρουβείο του Λουρέντζου που βρισκόταν στη γειτονιά μου. Γεμάτο ανδρικό πληθυσμό έσφυζε από ζωή, ιδιαίτερα τις ατέλειωτες βραδινές ώρες του χειμώνα. Στη ζεστασιά των μηχανών του μαζεύονταν οι χωρικοί να μάθουν και να συγκρίνουν την παραγωγή, να στιμάρουν τις τιμές, ν' αστειευτούν, να γλυκάνουν τη βαρυχειμωνιά και να μάθουν τα νέα από εκείνους που τα άκουγαν από τα λιγοστά ραδιόφωνα του χωριού.
Απόψε πάλι όλοι θα κλείσουν γρήγορα τα πατζούρια τους και θα στυλωθούν στον πλασματικό κόσμο της τηλεόρασης και των διαφημίσεων. Μήπως γι' αυτό αυξήθηκε η χρήση ηρεμιστικών και αγχολυτικών φαρμάκων, η φυγή στον κόσμο των ναρκωτικών, τα διαζύγια και η διάλυση των οικογενειών; Αυξήθηκε επικίνδυνα ακόμα και αυτός ο αριθμός των αυτοκτονιών στους μονήρεις ανθρώπους που ο χαρακτήρας τους, οι συνθήκες της εργασίας και της ζωής τούς απομακρύνουν από τις πολυπόθητες ανθρώπινες σχέσεις.
Η πολιτεία και η εκκλησία με τα θεσμικά τους όργανα γιατί δεν αντισταθμίζουν το έλλειμμα της ψυχικής ευφορίας με τα έργα του πολιτισμού και του ανθρωπισμού που αποτελούν την παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας και συμφιλίωσης με τον εαυτό μας και τους άλλους; Ο καθένας από μας πόσο προσπαθεί και επιζητά την ανθρώπινη επαφή, προσφέρει τη συντροφιά του σ΄ εκείνους που καταλαβαίνει ότι την έχουν ανάγκη, εκτιμά και σέβεται το μόχθο της χειρωνακτικής εργασίας, συμπαραστέκεται στα αιτήματα των εργαζομένων και των ανέργων και δεν απομονώνεται στην αυταρέσκεια της πρόσκαιρης αυτάρκειάς του;
Δέθηκα με τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου μου, άνοιξα το ραδιόφωνο στο 2ο πρόγραμμα και σιγοτραγουδούσα με τον Παντελή Θαλασσινό απολαμβάνοντας την όμορφη φιδωτή διαδρομή στους αιωνόβιους λιθακιώτικους ελαιώνες:


Ν' αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν' αγαπάς τους ανθρώπους.

Τα θεριά ν' αγαπάς και τ' ανήμερα,
τα νησιά, τα ποτάμια, τ' αστέρια.
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,

ν' αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ' αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα.

Ζάκυνθος 12-1-2010


Λεξιλόγιο:
1 κατσουριδέλι = μικρή κατσουρίδα, ξύλινο εργαλείο από ελιά μήκους μέχρι ένα μέτρο, με μικρή διχάλα στο επάνω μέρος για το ράβδισμα της ελιάς.
2. Ράβδος από κυπαρίσσι μήκους από δύο έως τρία μέτρα περίπου, για το ράβδισμα της ελιάς στα ψηλά κλαδιά.



Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

"… εν κυμβάλοις ευήχοις …"



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Αυτές οι γιορτές, που πριν λίγες μέρες έκλεισε ο κύκλος τους, ο οποίος άρχισε στις 16 του Δεκέμβρη, την παραμονή της χειμωνιάτικης και κυριώνυμης γιορτής του Αγίου μας και τέλειωσε με την επέτειο του Προδρόμου, με τους ατέλειωτους Γιάννηδες, στις 7 του Γενάρη, ήταν οι πιο μουσικές, που έζησε το νησί μας.
Εκτός από την καθιερωμένη χριστουγεννιάτικη συναυλία, την οργανωμένη από τους δραστήριους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος», με την οποία ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο κείμενό μας, την ίδια ώρα - γι’ αυτό και δεν την παρακολουθήσαμε και δεν ασχοληθήκαμε, ως εκ τούτου, μαζί της, ενώ το άξιζε αναμφίβολα - πραγματοποιήθηκε στο νεοαποκτηθέν και αξιοζήλευτο για μάς τους υπόλοιπους αδικημένους γηγενείς, πολιτιστικό κέντρο Σαρακηνάδου, παρόμοια εκδήλωση, από την νεοσύστατη και πολλά υποσχόμενη χορωδία, η οποία πολύ σωστά και τιμητικά φέρει το όνομα του πολλά προσφέροντος στα μουσικά δρώμενα του Τζάντε Κωνσταντίνου Σαμσαρέλου.
Επίσης μουσικές ομάδες είπαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, κατά την πρέπουσα τάξη και όχι με τριγωνάκια ή… νταούλια, το βράδυ της υποδοχής του 2010, καλωσoρίζοντας το νέο χρόνο και συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, που με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να την αφήσουμε να σβήσει, υποχωρούντες σε άλλες, ξένες νοοτροπίες και φρεσκομπασμένες αλλότριες παραδόσεις, τις οποίες επιβάλουν οι καιροί, η τηλεόραση και η αμάθεια.
Τέλος το βράδυ του Αγιασμού, την παραμονή των Φώτων, «του Φωτώνε», όπως τα λέμε στη Ζάκυνθο, η άλλη δραστήρια και απαραίτητη χορωδία του ιστορικού ναού της Φανερωμένης της πόλης μας, είπαν τα πατροπαράδοτα κάλαντα της ημέρας, τα γνωστά «Φώτα», στον επίσκοπο του νησιού, σε μια ζεστή τελετή, που κληροδοτημένη από τους αιώνες, έγινε στο Μητροπολιτικό μας Μέγαρο, συνεχίζοντας και θυμίζοντας.
Ιδιαίτερα, όμως, σ’ αυτό το κείμενό μας θα σταθούμε σε μιαν άλλη μουσική εκδήλωση, η οποία έγινε δύο φορές, λόγω της μεγάλης συμμετοχής - και αυτό αποτελεί παρηγοριά και υπόσχεση - στην άλλη, την καθολική Μητρόπολη του Τζάντε, τον επίσης ιστορικό Άγιο Μάρκο, ο οποίος από αιώνες, με αλλαγές και παραλλαγές, βρίσκεται, θυμίζοντας και παραδειγματίζοντας, στην κεντρική, ομώνυμη πλατεία μας. Η συναυλία αυτή πραγματοποιήθηκε την προπαραμονή και την επόμένη της Πρωτοχρονιάς, στις 30 δηλαδή Δεκεμβρίου και στις 2 Ιανουαρίου και με τον τρόπο αυτό και οι δύο καθεδρικοί ναοί του νησιού μας, οι οποίοι πάντα αρμονικά συνυπήρχαν και συμβάδιζαν, εφαρμόζοντας σε πολλά την αρχή της αλληλοδιδασκαλίας, ύμνησαν την λυτρωτική για το ανθρώπινο γένος Θεία Γέννα και υπενθύμισαν στους νεότερους Ζακύνθιους, το τι ήταν και το τι τούς πρέπει.
Πρωταγωνιστής σ’ αυτήν την πανδαισία των ήχων ήταν η ορχήστρα δωματίου “Gruppo D’ Archi Veneto”, η οποία, όπως και τ’ όνομά της δηλώνει, ήρθε από την μακρινή, αλλά όχι και άσχετη με τον τοπικό μας πολιτισμό, πλωτή πόλη, την φημισμένη, κατά πολλούς τρόπους, Βενετία και μας χάρισε ακουστικά αριστουργήματα των G. F. Haendel, A. Corelli, A. Vivaldi, A. Marcello και J. S. Bach.
Η εκκλησία, όπως και πριν αναφέραμε, και τα δύο βράδια ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Στην τελευταία επανάληψη μάλιστα - και αυτό μας δίνει διασωστικό θάρρος- πολλοί φιλότεχνοι -να, που υπάρχουν και αυτοί, άλας ζωής, μέσα στην τόση ξεραΐλα- έμειναν «εκτός του νυμφώνος» -και εδώ δεν παρομοιάζουμε, αλλά κυριολεκτούμε- επειδή, δυστυχώς γι’ αυτούς και ευτυχώς για εμάς τους ελπίζοντες - δεν βρήκαν εισιτήριο. Όλα αυτά μεταφράζονται, πως ο κόσμος θέλει και απαιτεί, αλλά οι ιθύνοντες δεν το κατανοούν αυτό και δεν μπορούν να του το δώσουν. Επίσης, πως το κοινό δεν θέλει λαϊκισμό, αυτός μάς καθίζει στο σβέρκο τον κάθε κιτς, ατάλαντο και απαίδευτο μωροφιλόδοξο, που καταστρέφει ό,τι έχει απομείνει, αλλά μπορεί να χαρεί και την γνήσια και υψηλή τέχνη, η οποία αγαπιέται, παρά την επίφοβη ισοπέδωση, αυτήν που παρεξηγώντας μια ισότητα και μιαν ελευθερία, θέλει όλα τα δάχτυλα του χεριού -και του ποδιού συχνά- ίδια, ενώ δεν είναι και προσφέρει στο λαό, όχι μόνο μασημένη, αλλά συχνά αναμασημένη τροφή και όχι εκείνο που δικαιωματικά του αξίζει.
Και η νύχτα -ή μάλλον οι νύχτες- του Αγίου Μάρκου, όπως και αυτή του Αγίου Νικολάου των Ξένων, ήταν έναστρη και φωτεινή, όπως ταίριαζε στις ημέρες, αλλά και την βαριά παράδοση και την ιστορία του τόπου, όπου πραγματοποιήθηκαν. Το κοινό τις αγκάλιασε και ο πήχης ανέβηκε, τόσο, ώστε πολλοί, εξουσία ή πολιτιστικοί παράγοντες, να πρέπει να σκέφτονται πια, για το τι ετοιμάζουν και το τι προωθούν και σερβίρουν.
Στον χώρο, που στο προαύλιό του πριν λίγα χρόνια, η κακώς εννοούμενη αντιγραφή, με την καθαρά επαρχιώτικη μίμηση, είχε μετατρέψει την ιστορία σε παρωδία, με την υπερβολή του κιτς και την χυδαιότητα της προχειρότητας, για κάποια δήθεν χριστουγεννιάτικη μεταμόρφωση, νότες θεόπνευστες, από τους μεγαλύτερους και πιο επώνυμους δημιουργούς ταιριασμένες, ήρθαν να ξορκίσουν το κακό και πρόσφεραν στους πολλαπλά ταλαιπωρημένους κατοίκους αυτού του νησιού γνώση και ποιότητα.
Εφτά βιολιά, δύο βιόλες, δύο βιολοντσέλα, ένα κλαβιτσέμπαλο, ένα όμποε και μια κιθάρα, μας ξύπνησαν εκείνο το βράδυ μπαρόκ καταγωγές και μας ξενάγησαν σε μαγείες ήχων. Ήταν μια γνήσια προσευχή, στον νεογέννητο Χριστό και στο μεγάλο Ευαγγελιστή, που το λείψανό του, μεταφερόμενο σε περιόδους ακμής στην Βενετία, την πόλη του μουσικού σχήματος της εκδήλωσης, πέρασε από τα μέρη μας και -σύμφωνα με την παράδοση- ήταν η αιτία να χωρίσουν τα Στροφάδια.
Σίγουρα και τις δύο αυτές βραδιές χάρηκε η εξόριστη και πάντοτε νοσταλγός ψυχή του Ούγου Φώσκολου, ο οποίος σ’ αυτήν την ιερή στέγη βαπτίστηκε, εκεί εκτελούσε μικρός τα πρώτα θρησκευτικά του καθήκοντα και εκεί άκουσε το δημιούργημά του και τον πνευματικό του διάδοχο και συνεχιστή, τον ισαπόστολο Διονύσιο Σολωμό, να του απαγγέλλει το περίφημο και μοναδικό «Εγκώμιο». Όσοι καλοπροαίρετα αλαφροΐσκιωτοι μάλιστα έχουν παραμείνει και επιμένουν στις απόψεις τους θα τον είδαν και τις δύο φορές να έχει αποδράσει από την τιμητική για τον ίδιο εκκλησία του Τίμιου Σταυρού της Φλωρεντίας και να επιστρέφει στην «μητρική του γη», που τόσο πόθησε, μα τόσο στερήθηκε. Γιατί και ο ίδιος χάρηκε που το νησί του, τα χώματα που φιλοξένησαν τα πρώτα και σημαντικά βήματα της ζωής του, τα τόσο σημαντικά για το μέλλον του, προσπαθεί και πάλι να ορθοποδήσει και που οι συμπατριώτες του ξαναθυμήθηκαν, μετά τους τόσους ακουστικούς ρίπους, που τους επιβλήθηκαν «ανεπαισθήτως», το πότε πρέπει να χειροκροτούν και το πόσο διαφέρει η μετριότητα από την ποιότητα.
Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου, όπως μια σχεδόν βδομάδα πριν και αυτή του Αγίου Νικολάου των Ξένων, αλλά κάποιες βραδιές Βαΐων και η φημισμένη, όσο πληγωμένη, Φανερωμένη, άνοιξαν και πάλι τις πόρτες τους, όχι για μια εκδήλωση, αλλά για μια διαφορετική προσευχή και μιαν αλλιώτικη λειτουργία. Γιατί η τέχνη, η γνήσια τέχνη, όπως και να το κάνουμε, είναι αναμφίβολα έκφραση λατρείας και τρόπος επαφής μας με το θείο. Ας ισχυρίζονται κάποιοι προβληματικοί και σκληροπυρηνικοί το αντίθετο.
Αυτό εξάλλου ήταν πάντα και πρέπει να παραμείνουν τα Επτάνησα και ιδιαίτερα το νησί μας, η Ζάκυνθος: γέφυρα πολιτισμών, σταυροδρόμι ρευμάτων, υπόδειγμα ανεξιθρησκίας και αποδοχής και κοιτίδα, ως εκ τούτου, δημιουργίας.
Ό,τι είχε δημιουργηθεί τους προηγούμενους αιώνες, είχε θεμελιωθεί σε ποιότητα και γνώση. Αν αυτά αποκτηθούν και πάλι, υπάρχει ελπίδα. Διαφορετικά ματαιοπονούμε.
Ας γίνει, όμως, αυτό που και στο προηγούμενο κείμενό μας υποστηρίξαμε. Οι εκδηλώσεις αυτές να μην είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Ας μην προσφέρονται αραιά και που, αλλά ταχτικά και με πρόγραμμα. Με τον τρόπο αυτό θα γίνουν συνήθεια και το κοινό θα προσαρμοστεί στο καλό, έχοντας το δικαίωμα επιλογής και το προνόμιο της κριτικής.
Η ποιότητα, τέλος, δεν στοιχίζει, ούτε απαιτεί τεράστιους προϋπολογισμούς και υψηλές επιχορηγήσεις. Απλά είναι θέμα επιλογής.
Μακάρι να ξαναμπεί στη ζωή μας. Το νησί μας αξίζει μια καλύτερη αντιμετώπιση. Τέτοιες προσπάθειες το ανασταίνουν από τον λήθαργό του και το βγάζουν από το τέλμα του.
Περιμένουμε την επικράτησή τους. Είναι η μόνη μας λύση.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Η Γιορτή της Μαμμής ή Γυναικοκρατία

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Στις 8 Ιανουαρίου, μέσα στο χώρο των εορτών του Δωδεκαήμερου, ύστερα από τη θεϊκή Γέννηση και τη θεϊκή Βάπτιση στις περιοχές κυρίως της Μακεδονίας αλλά και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο γιορτάζεται η το έθιμο της «Μπάμπως». Αφορά ιδιαίτερα τη Μαμμή της συνοικίας ή του χωριού. Η Μαμμή, ως γνωστόν, αποτελεί ένα πανανθρώπινο συμβολικό πρόσωπο, που δεν λείπει κι από τις εικονικές παραστάσεις των «Γεννήσεων», κατά το λουτρό του Θείου Βρέφους. Η εκκλησία ετίμησε τον ανάδοχό (νουνό) του Άγιο Ιωάννη, στις 7 Ιανουαρίου. Γιατί να μην τιμήσουν κι οι άνθρωποι, ιδιαίτερα οι μητέρες, τη Μαμμή, για τις ως τώρα και τις έπειτα γέννες τους, που είναι η αρχή του νέου έτους;
Ο Γεώργιος Μέγας μάς έχει δώσει μια παραστατική περιγραφή και (την προαναφερθείσα) ερμηνεία της «Ημέρας της Μαμμής» στην Επετηρίδα του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε λάβει αφορμή από παλαιότερη δημοσιογραφική πληροφορία (1929) του Κ. Φαλτάιτς, ότι «εις χωρία της Κεντρικής Μακεδονίας , όπου μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδος και Βουλγαρίας (1923) εγκαταστάθηκαν Έλληνες χωρικοί εξ ανατολικής Ρωμυλίας, την 8η Ιανουαρίου από το πρωί, οι γυναίκες κάθε χωριού βρίσκονται σε συναγερμό. Ντύνονται με τα καλύτερα ρούχα των και περνούν στο λαιμό τους φλωριά. Αποβραδίς έχουν ετοιμάσει καλά φαγητά και κρασί, και το πρωί, παίρνοντας μαζί μια μεγάλη πλάκα-σαπούνι, πηγαίνουν με τα εφόδια αυτά στο σπίτι της Μαμής του χωριού τους. Εκεί περιμένει τις γυναίκες, ντυμένη με τα καλύτερά της ρούχα, (για ν΄ αρχίσει στο σπίτι της, κάτι τελετουργικό):
Κάθε νεοφερμένη πλένει (συμβολικά) τα χέρια της Μαμής, με το σαπούνι που έφερε, και της το αφήνει, ώστε έτσι η Μαμή να εξασφαλίζεται από σαπούνι για όλο το χρόνο. Έπειτα οι γυναίκες στολίζουν με τα φλωριά τη Μαμή και την κάνουν χρυσοστόλιστη. (Τα φλωριά, μετά το τέλος της γιορτής, επιστρέφονται στις κατόχους τους). Κι αρχίζει το γλέντι.
Η Μαμμή έχει μαγειρέψει κι αυτή τα φαγητά της. Το τραπέζι είναι απέραντο. Τα φαγητά ορεκτικά και άφθονα. Το κρασί, τρέχει χωρίς τελειωμό και οι γυναίκες διηγούνται διάφορα ανέκδοτα, που δεν επιτρέπεται ν΄ ακούσει αφτί ανδρός.
Όταν ανάψει το γλέντι, αρχίζει ο χορός. Η Μαμμή τραβά εμπρός κι ακολουθούν οι άλλες. Και το γλέντι διαρκώς γίνεται ζωηρότερο. Τις απογευματινές ώρες η διασκέδαση φθάνει στο κατακόρυφο. Τα τραγούδια των γυναικών χαλούν τον κόσμο.
Έπειτα, το σπίτι της Μαμμής εγκαταλείπεται και ο χείμαρος των γυναικών, με τη Μαμμή εμπρός , ξεχύνεται στους κεντρικούς δρόμους του χωριού. Ακριβώς τότε, κανένας άνδρας δεν τολμά να φανεί στην αγορά. Μόνον τα καφενεία είναι ανοιχτά, κι απ΄ όλους τους άνδρες μόνον οι καφετζήδες «απολαμβάνουν ασυλίας» (είναι ελεύθεροι στο έργο τους).
Ο χορός τα τραγούδια, η διασκέδαση, συνεχίζονται στην πλατεία, στην αγορά και στα καφενεία… Αργά το βράδυ οι γυναίκες γυρίζουν κατακουρασμένες στα σπίτια τους, και από την άλλη ημέρα κι αυτές και οι άνδρες αναπιάνουν τα έργα τους.»
Με αφορμή «των αναβιώσεων» αυτών, ο Μέγας ανέτρεξε σε περιγραφικά στοιχεία από τις παλιές πατρίδες των προσφύγων της Θράκης, ιδιαίτερα σε χειρόγραφο του 1866, στα Αρχεία του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας, γραμμένο από τον λόγιο Συμ. Μανασσείδη, όπου περιγράφεται η «Γιορτή της Μαμμής», όπως γινόταν στην ελληνο-βουλγαρική συνοικία της Αδριανούπολης. Ο ίδιος μελετητής έχει συγκεντρώσει από το 1937 δώδεκα αυθεντικές περιγραφές από τα χωριά των προσφύγων αλλά και παρόμοιες γιορτές ευρωπαϊκών λαών (Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Ελβετία κ.α.) καθώς και τις αρχαίες ελληνικές, τα Θερμοσόφια, τα Αλώα και τα Ελευσίνεια που έχουν ομοιότητες. Έτσι ο Μέγας συνοψίζοντας κοινά στοιχεία του εθίμου, το θεωρεί κυρίως «γιορτή της γυναίκας», με σκοπό την τεκνογονία και με συμβολικά τιμώμενο πρόσωπο τη Μαμμή.
Η περίοδος αυτή του μετα-δωδεκαημέρου, που είναι και «καρναβαλική» οδηγεί επίσης σε μεταμφιέσεις και ελευθεριότητες, που τις δέχονται ή τις υφίστανται «ευγονικά» και οι άντρες. Έτσι φτάσαμε στη σημερινή «Γυναικοκρατία», που τουρίστες και απληροφόρητοι δημοσιογράφοι τη βλέπουν ξεκρέμαστη, σαν τάχα ένα φεμινιστικό κίνημα Αριστοφανικό.
Η Μαμμή του χωριού με τις παλιές παραδοσιακές υπηρεσίες της σε μυριάδες γενεών, τιμάται επάξια με βασιλικές (έστω και παρωδημένες σκόπιμα) διακρίσεις και με προσφορές κοινής προθυμίας.

Ζάκυνθος 8-1-2010


Βιβλιογραφία:
Δημ. Σ. Λουκάτος, Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη 1985.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Η χαρά της προσπετίβας του "Φλαμπουριάρη"



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η συναυλία το βράδυ των Χριστουγέννων, οργανωμένη πάντα από τους δραστήριους και πια καθιερωμένους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος», έχει γίνει ήδη θεσμός ή πιο σωστά, για να μην ξεχνάμε και την δική μας, ξεχωριστή διάλεκτο, αντέτι, το οποίο γράφουμε, όπως διαπιστώνετε, για πολλούς και ποικίλους, αλλά εποικοδομητικούς λόγους, χωρίς εισαγωγικά και όλως παραδόξως δεν το κοκκινίζει ο υπολογιστής μας.

Όπως κάθε χρονιά, λοιπόν, έτσι και φέτος το με πολυδιάστατη προσφορά μουσικό αυτό συγκρότημα ετοίμασε για το κοινό της Ζακύνθου και μόνο, μια και δεν βρισκόμαστε σε τουριστική περίοδο και αυτό αποτελεί αληθινή και ουσιαστική προσφορά, μια νύχτα αληθινά φωτεινή, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ισοφαρίζοντας τον από τηλεοπτικής οθόνης ηχητικό, νεοελληνικό εξευτελισμό, με έργα των J. Haydn, W. A. Mozart, Cesar Franck, G. Caccini, Alessandro Stradelle, Adolphe Adam, Bach / Gounod, αλλά και των δικών μας, ζακυνθινών ή πολιτογραφημένων ζακυνθινών, Κώστα Σαμσαρέλου, Νίκου Γράψα, Παναγιώτη Μαρίνου και του αγαπημένου στο νησί και ακουστικά οικείου, στον εκκλησιαστικό χώρο, Θεμιστοκλή Πολυκράτη. Επίσης το βράδυ εκείνο ακούστηκαν ύμνοι και κάλαντα της μεγάλης γιορτής από τον ελληνικό χώρο, αλλά και την Ευρώπη.

Τα οφέλη από αυτήν, την απαραίτητη πια για όλους μας και αναγκαία, όσο η «χριστοπαραμονιάτικη» κουλούρα μας, εκδήλωση είναι πολλά και σίγουρα κανένας καλοπροαίρετος δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει. Στο σημερινό μας κείμενο, το πρώτο του 2010, έτσι σαν για το καλό και για να σπάσουμε συμβολικά ένα πλούσιο σε σπόρους ρόιδο στο κατώφλι της νέας χρονιάς, όπως απαιτεί το δικό μας έθιμο, το δίχως βασιλόπιτες και σκουλικάρες, θα απαριθμήσουμε και θα εντοπίσουμε μερικά από αυτά και με τον τρόπο αυτό, αναφέροντας δηλαδή κάτι το ποιοτικό και αξιόλογο, θα προσπαθήσουμε να ξορκίσουμε το κακό, που τελευταία βασιλεύει στον τόπο μας και θα πιστέψουμε πως από εδώ και πέρα τα πράγματα θα καλυτερεύουν όσο περνά ο καιρός.

Πρώτο και καλύτερο όφελος ήταν και είναι, μια και τίποτα δεν σβήνει, ούτε χάνεται οριστικά, η επιλογή του χώρου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον μητροπολιτικό ναό της πόλης μας, ο οποίος μάλιστα στο πρόγραμμα και την πρόσκληση ήταν, πολύ σωστά και με άποψη, γραμμένος με την παλιά, σωστή του ονομασία, δηλαδή Άγιος Νικόλαος των Ξένων, δημιουργώντας έτσι συνέχεια και μη αποκόπτοντας από τις πανάρχαιες ρίζες μας όλους εμάς τους πολλαπλά σεισμόπληκτους.

Η επιλογή αυτή δεν ήταν χωρίς νόημα και προεκτάσεις. Βυθισμένοι και εμείς στην στις περισσότερες εκφράσεις και απόψεις της κοντόφθαλμη και «τα σκαιά φορούσα», όπως θα έγραφε και ο Ποιητής, νεοελληνική νοοτροπία, κινδυνεύουμε, συν τοις άλλοις, να εξαφανιστούμε από την μιζέρια του δογματισμού, κάτι που ποτέ δεν υπήρχε ως τώρα στον ιόνιο χώρο, άρα και στο φημισμένο κάποτε «Φιόρο του Λεβάντε», που για όχι άσχετους με τα παραπάνω λόγους ονομάστηκε επάξια και «Φλωρεντία της Ανατολής». Έχοντας, παρά την τόση ισοπέδωση και τις επιδημίες, οι οποίες προκύπτουν από την ισοπέδωση των συγκοινωνούντων δοχείων, κάποια ίχνη ακόμα στο αίμα μας από την ευρωπαϊκή μας ιστορική συγγένεια, δεν θεωρούμε αμαρτία την «εν χορδαίς και οργάνοις» μουσική έκφραση, αλλά, αντίθετα, την αισθανόμαστε, σύμφωνα και με τον ιερό Αυγουστίνο, δύο φορές προσευχή. Γι’ αυτό τέσσερις φορές το χρόνο, την παραμονή και την ημέρα της απόδοσης των γιορτών του Αγίου μας, προσευχόμαστε σ’ αυτόν, τον πολιούχο και μοναδικό προστάτη, με την συνοδεία της μπάντας μας, η οποία εισέρχεται στο ναό και συμψάλλει, όχι μόνο δίχως κανέναν να ενοχλεί, αλλά αντίθετα βοηθώντας να γίνει πιο ζεστό εκείνο το δάκρυ, το οποίο αυτή τη στιγμή κυλά από τα μάτια του κάθε ζακυνθινού, πιστού ή άπιστου, και ίσως και από το ίδιο το μάτι του Σιγουρόπουλου, που άγιασε και σίγουρα, όσο κανένας άλλος, καταλαβαίνει τους συμπατριώτες του. Το ίδιο, επίσης, συμβαίνει και στην όμαιμη Κέρκυρα, όπου εκεί, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνα, την ώρα της λειτουργίας μπαίνει στο ναό η μπάντα για ένα επτανησιακό συλλείτουργο, αποδίδοντας τα πρέποντα στον πάτρωνα των Κορυφών, για την σωτηρία του νησιού και της πόλης.

Ο ναός, βέβαια, αισθητικά, τουλάχιστον, παρότι ο μητροπολιτικός του νησιού μας, δεν είναι ο πλέον κατάλληλος χώρος για παρόμοιες εκδηλώσεις, απλά και μόνο επειδή και αρχιτεκτονικά και εικαστικά, με τις άτεχνες και άσχετες με την παράδοσή μας τοιχογραφίες του, τις οποίες ευτυχώς επιδιορθώνει ο πανδαμάτωρ και παρέχων δικαιοσύνη χρόνος, δεν μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο και απαιτούμενο πλαίσιο για μια παρόμοια συναυλία. Η ύπαρξη, όμως, του τέμπλου του Αγίου Σπυρίδωνα του Φλαμπουριάρη και κάποιες άλλες λεπτομέρειες, όπως αυτή της εικόνας της θείας Γέννησης, την οποία η καλαίσθητη φροντίδα του π. Παναγιώτη Σπουργίτη, του πάντα ακαταπόνητου εφημέριου της εκκλησίας, είχε τοποθετήσει στο κλασσικό τετράποδο με τις απαραίτητες μερτίες και τον πορφυρόχρωμο, από βελούδο φτιαγμένο Ουρανό, αποτελούσαν μια ελπίδα και μες στους κάμπους της ακαλαισθησίας ήταν μια παρηγοριά, η οποία εναρμονιζόταν τέλεια, για όσους μπορούσαν να ξεχωρίσουν, με τους ήχους της βραδιάς.

Το δεύτερο σημαντικό όφελος της εκδήλωσης αυτής ήταν η ικανοποίηση που νοιώσαμε όλοι εμείς που αγαπάμε αυτόν τον τόπο και πάντοτε περιμένουμε και ευχόμαστε την πρόοδό του και την τύχη, η οποία του αξίζει από την ιστορία του, σαν είδαμε μπροστά μας να ερμηνεύουν όλες αυτές τις κατακτήσεις της παγκόσμιας τέχνης ζακυνθινόπουλα με γνήσιο ταλέντο, αλλά προπάντων με σπουδές λαμπρές στο χώρο, τα οποία, κυριολεκτικά, δίδαξαν τους συντοπίτες τους. Γι’ αυτό το λόγο ένοιωσα την άμωμη Λεχώνα να χαμογελά στην προσπετίβα, πίσω από το αναμμένο της, ασημένιο καντήλι, το κατάλοιπο μιας δικής της αισθητικής και όχι αγορασμένο από το Μοναστηράκι, σαν άκουσε το Ave Maria από τα χείλη του βαρύτονου Διονύση Σούρμπη ή το Pieta Signore, την λιτή στην επέτειο των επιλόχειών της του τενόρου Αλέξανδρου Αμανατίδη. Μα και οι άλλες δεσποτικές αγαλλίασαν με τις σοπράνο Στέλλα Μικρούλη, Λένα Σουρμελή και Ανδριάνα Λυκούρεση, γιατί πραγματικά, είτε από την εκκλησία του «Τράφου» είχαν διασωθεί, είτε από το χέρι του καλλίφωνου ζωγράφου και χορωδού Χρήστου Ρουσέα είχαν συμπληρωθεί, γνώριζαν από μουσική και χαίρονταν όχι μόνο για την σωτήρια Γέννηση, αλλά και για την αναγέννηση του τόπου, που τις ιστόρισε.

Το τρίτο και επίσης σημαντικό όφελος της βραδιά ήταν η ανταπόκριση του κόσμου, που αν την χαρακτήριζες αθρόα, σίγουρα θα την αδικούσες, αποδίδοντάς την με τετριμμένη και από ευτελείς σκοπούς χρησιμοποιημένη λέξη, ενώ άλλα πιο απλά επίθετα, όπως φιλική και ζεστή, θα της άρμοζαν καλύτερα. Αληθινά ο μητροπολιτικός μας ναός του Αγίου Νικολάου των Ξένων, που εκείνο το βράδυ μπορούσε και πάλι να ονομαστεί αβίαστα Duomo, γέμισε ασφυκτικά και κυριολεκτικά «δεν χωρούσε βελόνι». Αυτό δείχνει πρώτον πως ο κόσμος διψά για κάτι καλό και δεύτερον πως δεν χρειάζεται να του προσφέρεις, κατά την άτυχη, επικρατούσα άποψη, «μασημένο φαΐ», αλλά μπορεί να καταλάβει πολύ περισσότερα και πιο ποιοτικά. Γιατί η τέχνη δεν πρέπει να κατέβει στο λαό, αλλά ο λαός να ανέβει στην τέχνη.

Παραλείψαμε να αναφερθούμε στους οργανωτές με λεπτομέρεια. Αυτό, όμως, το έχουμε κάνει και άλλες φορές και εκ των πραγμάτων εξυπακούεται. Ο «σπαργανωμένος ήλιος», όπως ονόμασε την εκδήλωση ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ο οποίος έγραψε και τα ποιήματα, τα οποία την συνόδευαν και αποδόθηκαν από την ηθοποιό Λετίτσια Μουστάκη, δεν ζέστανε μόνο τις καρδιές μας εκείνο το γιορταστικό βράδυ, αλλά θεμελίωσε και ελπίδες.

Τέτοιες εκδηλώσεις αν γίνουν θεσμός και επαναλαμβάνονται συχνά, ώστε να αποκτήσει ο σημερινός Ζακυνθινός και πάλι μουσική παιδεία, έχουν πολλά και ουσιαστικά να προσφέρουν.

Καλή μας χρονιά και γεμάτη τέτοιες ευκαιρίες. Το φως της τέχνης ας «αξαίνει» γύρω μας. Αρκετά κράτησε η πτώση μας.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ΤΟ ΦΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ (διήγημα)

Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;

Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.

Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.

Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.

Όσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».

Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.

Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.

Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Αγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.

Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.

Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Αγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Εμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.

Όλοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.

Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.

«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»

Έριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Υστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.

Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.

Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.

Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Αγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Εβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.

– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.

Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.

– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.

Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Έκλαιγε, σπάραζε.

Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.

Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.

Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.

Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.

Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:

«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».


Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της Εφημερίδας Καθημερινή (25.12.2009).

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Μάρως Δούκα, ΡΟΛΟΓΑΚΙ ΧΕΙΡΟΣ (διήγημα)

Παραμονές Xριστουγέννων. Eπιτακτικά εορταστική, επίπλαστα χαρούμενη, όπως κάθε χρόνο, η ατμόσφαιρα. Kι εκεί που ήταν έτοιμη η μεσόκοπη γυναίκα ν’ αρχίσει για πολλοστή φορά τις αναλύσεις, ανακυκλώνοντας τα ίδια, σιώπησε μέσα της, ταχύνοντας τον βηματισμό. Πολύξερη κι εσύ, σαν τον πατέρα σου, άκουσε τη φωνή της μάνας της. «Πιστεύεις, δεν πιστεύεις, έχνη που παραδίνονται τα κακορίζικα στον χασάπη, άβουλα ζώα θα ’μαστε, αν δεν ήτονε οι μεγάλες εορτές, αν δεν ήτονε τα Xριστούγεννα, διότι εγγενήθη ο Mονογενής και μπήκανε όλα σε μια τάξη. Περιμένουμε τη γέννησή Tου και ασπρίζουμε τα σπίθια μας, αλλάζουμε το χαρτί στην πιατοθήκη, πλάθουμε τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρουνα, στρώνουμε τα καλά μας κλινοσκεπάσματα, αγοράζουμε και κάνα ρουχαλάκι, το κατά δύναμη, και πάμε περιποιημένοι στην εκκλησία να τιμήσουμε τη γέννησή Tου, και χάρη στη γέννησή Tου, έχουμε μετά να περιμένουμε τα Πάθη και την Aνάστασή Tου, κι έτσι πάει η ζωή μας από Xριστούγεννα σε Λαμπρή.»

Kοντοστάθηκε λαχανιασμένη, κι έστησε ασυναίσθητα τ’ αυτί, προσηλωμένη δήθεν στη βιτρίνα, προσπαθώντας να καταλάβει τα παράπονα μιας μικρούλας που κλαψούριζε παρακεί, δείχνοντας προς τους απλωμένους στο οδόστρωμα θησαυρούς του μελαμψού μικροπωλητή. H γυναίκα που συνόδευε τη μικρή έκανε να την τραβήξει, η μικρή αντιστάθηκε. Ξαφνικά η γυναίκα άφησε μια πνιχτή κραυγή. H μικρή την είχε μόλις κλοτσήσει στο καλάμι του ποδιού. H γυναίκα έκανε μια κίνηση να τη χαστουκίσει, η κίνησή της όμως κατέληξε σε χάδι στο κεφάλι της μικρής. Aπότομα μαλάκωσε, τα γαλάζια μάτια της φωτίστηκαν. Kι άρχισε να παζαρεύει σε σπαστά ελληνικά με τον μικροπωλητή ένα πορτοκαλί ρολογάκι. H μεσόκοπη απομακρύνθηκε βιαστικά, βουρκωμένη, δεν άντεχε να δει τη συνέχεια.

«Έλα, πιάσε μου το χέρι, βοήθα με, έλα, όλο δεν μπορείς, έλα». Όσο που δεν άντεχε, άφηνε αναστενάζοντας στη μέση τη λάτρα του σπιτιού η μάνα της, κάθιζαν δίπλα δίπλα στο τετράγωνο τραπέζι. Tο ριγωτό τετράδιο ανοιχτό, να και η γόμα, να και το καλοξυσμένο μολύβι. Kαι αρχίζανε. Kαι απορούσε φωναχτά και καμάρωνε η μάνα της, ως τη δευτέρα μόλις του δημοτικού την είχαν στείλει οι γονιοί της, κι απέ την είχαν στο σπίτι δουλικό να τους μεγαλώνει τα παιδιά, και να την τώρα, με αυτά τα ελάχιστα, δασκάλα τώρα υπομονετική στην κορούλα της. Aπορεί και με την όρεξη της κορούλας της να μάθει τα ψηφία, ακόμη δεν επήγε στην πρώτη του δημοτικού και θέλει όλα να τα μάθει, και να μετράει ξέρει και τους αριθμούς αναγνωρίζει, ώς και την ώρα στο επιτραπέζιο ρολόι έμαθε, μια φορά τής την έδειξε προ μηνός ο πολύξερος ο πατέρας της, και αμέσως την κατάλαβε.

«Σ’ εμένα, γυναίκα, έμοιασε, ευτυχώς, δε λες, σκέψου το, να ’μοιαζε σ’ εσένα το ζωντόβολο», και κουβέντα την κουβέντα απολίγο να λογοφέρουνε.

«Δεν είναι η μάνα μου ζωντόβολο, δεν είναι, δεν είναι», φώναζε η μικρή και χτυπούσε τα πόδια της στο τσιμέντο, όσο που τον πιάσανε τα γέλια τον αγέλαστο, «δεν είναι, σώπαινε, αλλά την ώρα να τη μάθει η μάνα σου το αποκλείω».

Κι από την άλλη το μεσημέρι την είχε από δίπλα η μικρή τη μάνα της, «θα σου μάθω την ώρα, θέλεις δε θέλεις». Kαι της την έμαθε. Ξεροκατάπινε έπειτα ο πολύξερος, μέσα του όμως, δεν μπορεί, όσο και να καμωνόταν τον ψυχρό, μέσα του θα καμάρωνε.

«Άντε τώρα κι εγώ», της είπε ένα απόγευμα βροχερό, με τον μεγάλο δείχτη του ρολογιού να δείχνει στο έξι και τον μικρό στο οχτώ, «να σε βοηθήσω να πιάνεις το μολύβι, να σου δείξω κι εγώ πώς κάνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια».

Kι αρχίσανε μάνα και κόρη να γραντζουνούνε το χαρτί.

Tι το ’θελε; Kι ας είχε ευκολία με την ώρα η μικρή, με τη γραφή είχε δυσκολία μεγάλη.

Γιατί αδύνατο να πιάσει με το δεξί χέρι το μολύβι.

«Θα σε ξυλοκοπανεί η δασκάλα στο σχολειό μεθαύριο, πρέπει εξάπαντος να πιάσεις το μολύβι με το δεξί», της έδειχνε και της ξανάδειχνε υπομονετικά η μάνα.

Aνεπίδεχτη όμως μαθήσεως η κορούλα. Mόνο με το ζερβό μπορούσε, και να βαστά το μολύβι μόνο με τα δυο δάχτυλα και να της τρέχουνε τα σάλια απ’ τον ζόρε και να της βγαίνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια θεόρατα και θεόστραβα. Kι ύστερα να νευριάζει, ίδια στον χαρακτήρα με τον πατέρα της, και να σκίζει την κόλλα, να κλοτσά τα πόδια του τραπεζιού, να κλαίει, κι ύστερα πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Kακός μπελάς.

Ώσπου έστρωσε με τα πολλά, το ’πιασε επιτέλους το μολύβι με το δεξί κι όσο να έρθει η ώρα για την πρώτη δημοτικού ήξερε να κουτσογράφει και να κουτσοδιαβάζει χάρη στη μάνα της την αναλφάβητη.

Περνούσαν έτσι τα χρόνια, μαντινάδα τη μαντινάδα στο επιτοίχιο ημερολόγιο φεύγαν και οι μέρες. Oδυνηρά ολόιδιες, αμετάκλητα άλλες. H μικρή δεν ήταν πια μικρή. Kαι ήταν ορφανή πατρός. Mαυροφορεμένη, μαντιλοδεμένη και η μάνα. Kι έπρεπε να ξενοδουλέψει, εφόσον των αδυνάτων αδύνατο μόνο με τη συνταξούλα του IKA που τους άφησε ο μακαρίτης να ζήσουν. H δουλειά δεν είναι ντροπή. Nτροπή είναι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Nα παραδίνεσαι.

Tην άκουγε και δεν την άκουγε τη μάνα της, ονειροπολώντας τα δικά της. Kαι κάθε Xριστούγεννα από τον γυναικωνίτη της εκκλησίας τούς έβλεπε όλους από ψηλά, σαν φιγουρίνια στα ίδια επίκαιρα, και τους περιεργαζόταν με περιγελαστική διάθεση.

Aλλά ώς πότε; Δεκαπεντάχρονη πλέον. Nα μην έχει το ένα, να μην έχει το άλλο, ζωή είναι αυτή; Kι ας ήξερε ότι η φτώχεια τους είναι απόλυτη, θα ήθελε έστω να έχει, σαν όλες τις συμμαθήτριές της, ένα ρολογάκι χειρός, δεν την αντέχει τη ζωή χωρίς ένα ρολογάκι. Kαι κλαψούριζε για ώρα θεατρινίζοντας εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα. Αχνα η μάνα της.

Aρχές Δεκέμβρη, μαθεύτηκε στη γειτονιά ότι στο κοντινό πορτοκαλοχώρι ζητούσαν μαζώχτρες. Xωρίς καθόλου να το συζητήσει η μάνα, έφευγε καθημερινώς προτού χαράξει, πήγαινε πρώτα στα δικηγορικά γραφεία που καθάριζε, κι ύστερα έπαιρνε τον δρόμο για το πορτοκαλοχώρι με τα πόδια. Γύριζε σούρουπο κατάκοπη. Φορτωμένη και με μια σακούλα ζουμερά μανταρίνια.

Ήρθανε πάλι τα Xριστούγεννα.

«Άσε, μάνα», είπε, «εγώ θα ασπρίσω φέτος, θα αλλάξω και το χαρτί στην πιατοθήκη, θα σε βοηθήσω και στα μελομακάρουνα, εγώ θα τα πάω στον φούρνο, θα σε βοηθήσω και στο σιρόπιασμα».

Aνήμερα της εορτής ξεκίνησαν κι οι δυο φρεσκολουσμένες για την εκκλησία, τα περσινά επίκαιρα, σκεφτόταν σαρκαστικά, αλλά και με τη σκέψη της στη θρυλική «Σταχομαζώχτρα». Aς της είχαν πάρει τα μυαλά ο Kαζαντζάκης και ο Kαραγάτσης. Ενα θαύμα μόνο από τον Παπαδιαμάντη το περίμενε.

Έπειτα κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλές. Σαν αποφάγανε, τρεμούλιασε ελαφρά το πιγούνι της μάνας κι έβγαλε με συστολή από την τσέπη της μαύρης φανελένιας ρόμπας ένα μικρό κουτάκι δεμένο σταυρωτά με λεπτή κόκκινη κορδελίτσα.

«Nα το, κόρη μου, το ρολογάκι χειρός που ήθελες».

Άνοιξε βουρκωμένη το κουτάκι. Στρογγυλό, χρυσό, ελβετικό, με το καφετί δερμάτινο λουράκι του. Tο κούρδισε, το ’βαλε στη σωστή ώρα, το φόρεσε. Kι είδε μεμιάς τον εαυτό της στο θρανίο να ανασηκώνει το μανίκι της μαθητικής ποδιάς, αλλά με τρόπο, μην την περάσει η διπλανή της, κόρη εισαγγελέως, παρακαλώ, για καμιά χωριάτα που επιδείχνεται.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναξε χαρούμενη.

Xάζεψε, όσο χάζεψε, τις βιτρίνες, θυμήθηκε όσα μπόρεσε να θυμηθεί, και πήρε έπειτα το μετρό για το σπίτι. Aπέναντί της, δυο στάσεις μετά, ήρθαν και κάθισαν η γυναίκα με το κοριτσάκι. Στην αρχή ταράχτηκε. Οχι που θα τη γλίτωνε τη συνέχεια. Aντέχεις, δεν αντέχεις, κυρία μου, αυτοσαρκάστηκε, η συνέχεια θα σε ακολουθεί.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», ψιθύριζε το κοριτσάκι, έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι στον ώμο της γυναίκας, καμαρώνοντας το πορτοκαλί ρολογάκι στον δεξί της καρπό.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναζε και η μεσόκοπη έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια, όταν την πήραν τη μάνα της τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι και την κατέβασαν από το διαμέρισμα οι δυο του γραφείου κηδειών.

Κάτι ρώτησε η γυναίκα το κοριτσάκι, χαϊδεύοντάς το τρυφερά στο κεφάλι.

«Έξι παρά είκοσι», είπε το κοριτσάκι.

«Έξι παρά είκοσι», επανέλαβε η γυναίκα συλλαβιστά.

Στην επόμενη στάση η μεσόκοπη έπρεπε να κατεβεί. Λίγο πριν σηκωθεί, χαϊδεύοντας τη μικρή στο μάγουλο, έκανε να ευχηθεί Kαλά Xριστούγεννα, αλλά δεν είχε φωνή. Xαμογέλασε μόνο, και η ξανθιά, ωραία γυναίκα τής ανταπέδωσε θλιμμένη το χαμόγελο.


Το διήγημα γράφτηκε από τη Μάρω Δούκα και εικονογραφήθηκε από τη Μανταλίνα Ψωμά για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της Εφημερίδας Καθημερινή (23.12.2007).
Related Posts with Thumbnails