© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Αντώνη Βασιλάκη: ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΡΑΪΛΑ-ΑΡΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 195-208]

Άδικα πολλές φορές μέχρι τώρα η έρευνα προσεγγίζοντας τον επτανησιακό πολιτισμό υπερτόνισε, ως μη όφειλε, την επίδραση που άσκησε στα Επτάνησα, και ιδιαίτερα στην Κέρκυρα, το ευρωπαϊκό πολιτισμικό γίγνεσθαι, ενώ παρέλειψε να τονίσει το δυναμικό τρόπο αφομοίωσης πολιτισμικών ευρωπαϊκών στοιχείων, τον άμεσο και αναλλοίωτο δεσμό των επτανησίων με τις αρχαίες ελληνικές και βυζαντινές πηγές τους και την πρωτοτυπία της πολιτισμικής τους παραγωγής, παραγωγή πάνω στην οποία θεμελιώθηκε ο νεοελληνικός πολιτισμός. Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του εμπνευσμένου αυτού πολιτισμού υπήρξε ο Κερκυραίος φιλόσοφος και πολιτικός Πέτρος Βράιλας-Αρμένης (1) (1812/13-1884), που έχοντας στο οπλοστάσιό του τα διδάγματα του αρχαίου και του βυζαντινού μας πολιτισμού αφομοίωσε δυναμικά τη σύγχρονή του ευρωπαϊκή φιλοσοφία (2), προχωρώντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις σε σαφείς διαφοροποιήσεις από μεγάλους εκπροσώπους της, όπως π.χ. από τον Hegel (3).
Στο φιλοσοφικό του σύστημα ο Βράιλας έχει δώσει ιδιαίτερο βάρος στην αισθητική (4), αφού τόσο ο κερκυραϊκός τόπος και οι προσωπικές του προϋποθέσεις, όσο και η ευτυχία του να είναι φίλος και σύγχρονος πολλών δημιουργών υπήρξαν όροι που ευνόησαν τον προβληματισμό του και τον κατέστησαν όχι μόνο τον σημαντικότερο έλληνα φιλόσοφο του 19ου αι. (5), αλλά και φιλοσοφικό απολογητή της επτανησιακής τέχνης. Ιδιαίτερη βαρύτητα, μάλιστα, τόσο θεωρητική, όσο και πρακτική απέδωσε ο Κερκυραίος φιλόσοφος στην ποίηση (6) και τη μουσική, όντας φίλος και θαυμαστής του Σολωμού (7) και του Μάντζαρου (8). Μετά την πρώτη βραϊλιανή αναφορά για τη μουσική στα Θεωρητικής και πρακτικής φιλοσοφίας στοιχεία (1862) (9), η δεύτερη και πληρέστερη αναφορά του φιλοσόφου γίνεται το 1866 στο «Περί μουσικής» άρθρο του (10), στο οποίο ολοκληρώνει μια προσωπική φιλοσοφική αντίληψη για τη μουσική συνδέοντάς την με το σύνολο του φιλοσοφικού του συστήματος (11).
Το κείμενο που τώρα δημοσιεύουμε αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο του περί μουσικής κείμενο (1861) (12), όπου συναντώνται για πρώτη φορά φιλοσοφικά στοιχεία που συναρτώνται με τον ολοκληρωμένο οργανισμό του βραϊλιανού συστήματος βοηθώντας τον ερευνητή να κατανοήσει τις απαρχές της πορείας του βραϊλιανού στοχασμού, που θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του τα επόμενα χρόνια. Στο κείμενο αυτό ανευρίσκονται βασικές έννοιες – κλειδιά των φιλοσοφικών επιλογών του Βράιλα, ενώ καθρεφτίζονται σ’ αυτό η αρετή του ανδρός, η κοινωνική του δράση, η ενεργός συμμετοχή του στην πολιτική ζωή της Επτανήσου, αλλά αργότερα και της υπόλοιπης Ελλάδας, που μετά την οθωμανική κυριαρχία αγωνίζεται για τη δημιουργία ενός νεοελληνικού προσώπου. Η ακριβής πληροφορία για την ύπαρξη του συγκεκριμένου κειμένου ανιχνεύθηκε στο Λ. Βροκίνη (13), και αποτελεί λόγο που απήγγειλε ο Βράιλας κατά την απονομή βραβείων σε αριστεύσαντες νέους μουσικούς (14). Αρχικά, τονίζεται η οριακή σημασία της διδασκαλίας της μουσικής και η μέγιστη παιδαγωγική της συμβολή στη μόρφωση μιας κοινωνίας που βιώνει «το ιερόν του καλού αίσθημα» συνεχίζοντας και ενισχύοντας «την αρχαιοτάτην παράδοσιν της ελληνικής καλλιτεχνίας». Στη συνέχεια, αφού επαινέσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο «τους διαπρέψαντας» μουσικούς, ο κερκυραίος φιλόσοφος εξαίρει την προσωπικότητα του προέδρου των μουσικών σπουδών, του Νικόλαου Μάντζαρου, συνδέοντας το διδακτικό και συνθετικό έργο του τελευταίου με τον αγώνα του καλλιτέχνη να πραγματοποιήσει και να σαρκώσει το ιδανικό της τέχνης του, και τοποθετεί τη μουσική μέσα στο φιλοσοφικό του σύστημα. Από την άποψη της έρευνας του βραϊλιανού φιλοσοφικού συστήματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συμπύκνωση της αισθητικής-καλολογίας του κερκυραίου στοχαστή και η άμεση σύνδεσή της με ολόκληρη την προβληματική της διδασκαλίας του, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Σε κάθε γραμμή του κειμένου αποτυπώνεται ένα μέρος των φιλοσοφικών του θέσεων και ο ερευνητής ανακαλύπτει, εκπλήσσεται και θαυμάζει μια μικρογραφία του βραϊλιανού φιλοσοφικού έργου, ενώ παράλληλα διαπιστώνει τις ιδιαίτερες σχέσεις του Βράιλα με τη μουσική.
Παραθέτουμε, λοιπόν, αυτούσιο το κείμενο αυτό μαζί με το προλογικό σημείωμα της εφημερίδας όπου δημοσιεύθηκε (15):
“Τήν παρελθοῦσαν Δευτέραν, 11/23 Σεπτεμβρίου, ἡ Φιλαρμονική Ἑταιρία ἑώρτασε τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς καθιδρύσεως αὐτῆς (16). Τήν 10 τῆς πρωίας ἡ Μουσική μετά τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἑταιρίας καί διαφόρων συνεταίρων ὑπῆγον εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος. Την 12 μ. ὧραν, παρόντων τῆς Α.Ε. τοῦ Ἁρμοστοῦ (17) καί ἐπιτίμου προέδρου τῆς Ἑταιρίας, τῆς Α.Υ. τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας (18), τοῦ Γερουσιαστοῦ Κ. Μαχαιριώτου, τοῦ Ἐπαρχου (19) και Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἑταιρίας, διαφόρων κυριῶν καί κυρίων διενεμήθησαν τά βραβεῖα εἰς τούς ἀριστεύσαντας μουσικούς (20). Τό δέ ἑσπέρας ἦτο Μουσική Ἀκαδημία ἐν ᾗ παρευρέθη ἡ Α.Ε., ὁ Ἁρμοστής, πολλαί κυρίαι καί κύριοι. Τά βραβεῖα διενέμοντο ὑπό τῆς Α.Ε. τοῦ Ἁρμοστοῦ, μετά τήν διανομήν δέ αὐτῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑταιρίας Ἱππ. Βράϊλας Ἀρμένης ἀπήγγειλε τόν ἑπόμενον λόγον.
«Πρώτην φοράν ἀπό τῆς συστάσεως τῆς ἡμετέρας Ἑταιρίας Ἐξοχώτατε καί ἐπίτιμε Πρόεδρε, Ὑψηλότατε, Ἐκλαμπρότατοι, καί εὐγενείς Κύριοι, φίλτατοι Συνάδελφοι καί Συνέταιροι, καί αγαπητοί μαθηταί, συνερχόμεθα σήμερον ἵνα ἑορτάσωμεν τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς ἐγκαθιδρύσεως αὐτῆς διά τῆς νενομισμένης ἀπονομῆς τῶν βραβείων εἰς τούς ἀριστεύσαντας ἐκ τῶν δοκιμασθέντων μαθητῶν τῶν διαφόρων μουσικῶν παραδόσεων. Καί ἐπειδή εἰς ἐμέ ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός τό καθῆκον νά ἐκφωνήσω λόγον κατάλληλον εἰς τήν περίστασιν, ἐπιτρέψατέ μοι νά ἐκφράσω πρός ὑμᾶς διά βραχέων τάς ἰδέας καί τά αἰσθήματα ὄσα ἡ χαρμόσυνος αὕτη ἡμέρα διεγείρει εἰς τό πνεῦμα μου.
»Διατί, Κύριοι, πρό 21 ἔτους ὁλίγοι φιλόκαλοι (21) νέοι συνῆλθον ἔντινι ἀγνώστῳ καί ταπεινῷ δωματίῳ, καί κατέβαλον τάς πρώτας βάσεις τοῦ δημωφελοῦς καί δημοτερποῦς τούτου καθιδρύματος; και διατί ὁ ὑπό χειρῶν ἁγνῶν εἰς τά σπλάχνα τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ὡς εἰς γόνιμον γῆν, κατατεθείς οὗτος σπόρος ἐβλάστησε και ἀνεπτύχθη και ηὔξησεν εἰς δένδρον μέγα καί εὐθαλές και ζωηφόρον, καρποφορῆσαν ἤδη ἀφθόνως, καί ἔτι ἀγλαωτέρους ὑποσχόμενον καρπούς ἐν τῷ μέλλοντι; ἆρα προς ἁπλήν διασκέδασιν, πρός τινα ἐπιπόλαιον καί μηδαμινόν σκοπόν ἅπασα σχεδόν ἡ κοινωνία, πᾶσα τάξις ἀνθρώπων, πάσης καταστάσεως καί θέσεως καί ἐπαγγέλματος (22), συνεισέφερεν ἐκ διαλειμμάτων, καί ἐκ τοῦ περισσεύματος καί ἐκ τοῦ ὑστερήματος, καί ἐπί χρόνον τοσοῦτον ἁδρά ποσά, καί τοσαῦται ἐγένοντο δαπάναι, καί δεινά και σχεδόν ἀνυπέρβλητα προσκόμματα ὑπερενικήθησαν, καί τοσούτους ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑπέστη καί πόνους καί μόχθους καί θυσίας, ἐνίοτε δέ καί ἐπιβουλάς καί συκοφαντίας; Ὄχι, Κύριοι, ὑμεῖς πρό ἐμοῦ ἤδη ἀπηντήσατε. Ὑψηλήν (23) ἰδέαν (24) ἐκφράζει ἡ Φιλαρμονική Ἑταιρία, ἱκανοποιεί εὐγενεστάτην ἀνάγκην τοῦ κοινωνικοῦ πνεύματος, τρέφει καί ζωογονεῖ, ἀκμαῖον διατηροῦσα καί ἔνθερμον, τό ἱερόν τοῦ καλοῦ αἴσθημα (25), καί διά τῆς καλλιεργείας καί διαδόσεως τῆς μουσικῆς τέχνης συνεχίζει καί ἐνισχύει τήν ἀρχαιοτάτην παράδοσιν τῆς ἑλληνικῆς καλλιτεχνίας (26), μιᾶς τῶν λαμπροτέρων ἀκτίνων τῆς προγονικῆς ἡμῶν δόξης. Τῶν πατέρων ἡμῶν τά ἀθάνατα παραδείγματα μιμουμένη ἡ ἡμετέρα Ἑταιρία τήν καλήν τέχνην τῆς ἁρμονίας (27) διαδίδει καί καθιεροῖ προς ἔκφρασιν καί ῥύθμισιν τῶν γλυκυτέρων καί γενναιοτέρων αἰσθημάτων, πρός ὑψηλοτέραν διάπλασιν τῆς ἠθικότητος, πρός ὑπηρεσίαν και λαμπρότητα τῆς θείας λατρείας, διότι τό καλόν, στοιχεῖον συμφυές παντός μεγάλου πολιτισμοῦ εἶναι θεῖον δῶρον ἄνωθεν κατερχόμενον, περιβάλλει διά τοῦ ἰδίου φωτός (28) καί ἀνυψοῖ αὐτό τό ἀληθές, διά τῆς συμπαθεστέρας ἐνεργείας, διά τινος οὐρανίας ἡδονῆς καί γαλήνης ἐμποιεῖ ἐν πάσῃ εὐαισθήτῳ καρδίᾳ τό ἀγαθόν, καί διά τῆς ἀρετῆς ἐπανάγει τόν ἄνθρωπον πρός τό θεῖον (29). Διά τοῦτο ἡ ἡμετέρα Ἑταιρία οὐ μόνον ἐσυστήθη καί διετηρήθη καί προώδευσεν, ἀλλά και διήγειρεν ἐν τῷ λαῷ ζωηράς καί διαρκεῖς συμπαθείας, πανταχόθεν σχετιζομένη πρός πάντα τά περί αὐτήν, ὡς σχετίζεται ἡ ἡμετέρα ζωή πρός τάς δυνάμεις τῆς γῆς καί τά στοιχεῖα τοῦ οὐρανοῦ• διά τοῦτο καί οἱ ἰδιῶται τήν ὑποστηρίζουσι, καί ἡ ἐγχώριος καί ἡ γενική Κυβέρνησις εὐμενῶς τήν βοηθοῦσι, καί ὁ Ἐξοχώτατος Ἀντιπρόσωπος τῆς Προστάτιδος Ἀνάσσης (30) ηὐδόκησε νά τήν τιμήσῃ διά τῆς ἐπιτίμου αὐτοῦ προεδρίας, καί σήμερον, ἀφ’οὗ ἐν τῷ ναῷ τοῦ θαυματουργοῦ ἡμῶν Προστάτου (31) ἱκετεύσαμεν ἐν πλήρει συντριβῇ καί εὐγνωμοσύνῃ τόν Ὑψιστον, ἵνα στερεώσῃ καί εὐοδώσῃ τό ἔργον τοῦτο τῶν ἀσθενῶν χειρῶν μας, εὔθυμοι συνερχόμεθα ἵνα πανηγυρίσωμεν τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς ἐγκαθιδρύσεως αὐτῆς, ἐκπληροῦντες τό γλυκύτατον τῶν ἡμετέρων καθηκόντων, τήν βράβευσιν τῶν διαπρεψάντων κατά τούς διαφόρους κλάδους τῆς μουσικῆς διδασκαλίας.
» Γλυκύτατον πρός πάντας ἡμᾶς εἶναι, ὦ φίλοι μαθηταί, τό καθῆκον τοῦτο, διότι ἡ μόνη ἀμοιβή τήν ὁποίαν προσδοκῶμεν καί ἐπιθυμοῦμεν εἶναι ἡ βεβαίωσις, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν δέν ἔμειναν ἀτελεσφόρητοι, καί τήν βεβαίωσιν ταύτην παρέχει ἤδη ἡ βράβευσις τῶν ἀρίστων. Καί ἡ πρώτη αὕτη ἀπόδειξις τῆς ἐπιδόσεως ἡμῶν εἶναι ἐνταυτῷ καί ἐγγύησις ἀσφαλής πληρεστέρας ἔτι ἐπιτυχίας. Διότι, φέροντες ἐπί τοῦ στήθους τό παράσημον δι’ οὗ σήμερον ἐκοσμήθητε, θέλετε συναισθανθῆ ὅτι ἡ ἐπιμονή εἰς τήν μελέτην, ὁ ζῆλος τῶν καλῶν, ἡ αὐταπάρνησις, ὁ καθαρός καί ἄδολος ἔρως τῆς τέχνης (32), ἡ συνένωσις ἑνί λόγῳ τῆς νοήμονος ἐργασίας καί τῆς χρηστῆς διαγωγῆς ἀπολαμβάνουσιν ἐπί τέλους καί ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τήν ὀφειλομένην ἀμοιβήν. Ἀλλά το βραβείον ὅπερ σήμερον ἀπελάβετε, δέν θέλει εἷσθαι τό τέρμα τῶν ἀγώνων σας• ἐξ ἐναντίας πρέπει νά χρησιμεύσῃ ὡς ὁρμητήριον καί κέντρον πρός νέους ἀγῶνας, πρός μείζονα ἐπίδοσιν, πρός ἄλλα καί λαμπρότερα ἔργα. Ὅσοι ἐμυήθητε τάς ἀρχάς τῆς ὀργανικῆς ἤ τῆς ὠδικῆς μουσικῆς, εἰσήλθατε ἤδη τά προπύλαια τοῦ ναοῦ• ἀλλά δύνασθε, ἐάν προβῆτε εὐσεβάστως καί ἀνδρείως, νά εἰσδύσητε εἰς τό ἄδυτον, ἔνθα ἀκτινοβολεῖ τό πρόσωπον τῆς Θεᾶς. Εἴς τινας ἐξ ὑμῶν αἱ ὑψηλαί θεωρίαι τῆς τέχνης ἐν μέρει ἤδη ἀπεκαλύφθησαν (33), καί εἴδατε μακρόθεν τό σύνολον αὐτῶν, τόν ἀδιάῤῥηκτον σύνδεσμον τῶν μουσικῶν ἰδεῶν, τόν ἀθάνατον χορόν τῶν θείων ἐκείνων παρθένων (34). Και βραβευθέντες καί μή βραβευθέντες, μή δειλιάσητε νά προβῆτε περαιτέρω. Ἔχετε πρό ὀφθαλμῶν ἀξιομίμητα παραδείγματα. Ἐκ τῶν μητρικῶν κόλπων τῆς ἐκπαιδευούσης ὑμᾶς Ἑταιρίας ἄλλοι πρό ὑμῶν ἐξῆλθον, καί ἤδη τιμῶσι τό Κατάστημα τοῦτο καί ἐντός καί ἐκτός τῆς πατρίδος. Ἔστω εἰς ἐνθάῤῥυνσιν ὑμῶν ἡ ἀξιέπαινος αὐτῶν διαγωγή. Καί συντελέσαντες τό σύνολον τῶν σπουδῶν, καί μακράν τῆς γενεθλίου γῆς ἀποδημοῦντας, συμπαρακολουθεῖ ὑμᾶς τό φιλόστοργον ὄμμα τῆς Ἑταιρίας, ἥτις χαίρει εἰς τάς ἐπιτυχίας σας, ἀγάλλεται ἀκούουσα ὑμᾶς τιμωμένους ἀλλαχοῦ, σᾶς βοηθεῖ, ἐάν δύναται, καί σᾶς ἀγαπᾷ πάντοτε, διότι ἠξεύρει ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν διατηρεῖτε ἀνεξάλειπτον πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνην. Τό αἴσθημα τοῦτο ὀφείλεται πρός πάντα τά μέλη αὐτῆς ἀντιπροσωπεύοντα τήν ὅλην πατρίδα, πρός τάς κατά καιρόν προεδρίας, πρός τήν Σεβαστήν Κυβέρνησιν, πρός τούς πρώτους καί ἀμέσους ὑμῶν διδασκάλους καί ὑπεράνω, πολύ ὑπεράνω τούτων, καί εὐγνωμοσύνην καί σέβας καί πᾶσαν τιμήν ὁφείλετε ὑμεῖς, καί πάντες ὀφείλομεν πρός τόν σοφόν καί ἀγαθόν καί περικλεῆ Καθηγητήν, τόν διηνεκῆ ἐπί τῇ μουσικῇ Πρόεδρον (35), καί διηνεκές κλέος τῆς Κερκύρας καί τοῦ Ἔθνους. Οὗτος μέ ἔξοχον διάνοιαν καί ἁγνήν καρδίαν, ἀπό τοῦ ὕψους τῆς θεωρίας τοῦ καλοῦ ἐν ᾗ ζῇ καί ἐνασμενίζει, καί τά στοιχειωδέστερα μαθήματα μετά πατρικῆς μερίμνης ἐνίοτε ἐπιτηρεῖ καί διευθύνει καί γονιμοποιεῖ διά τοῦ λόγου του, καί τούς μυστηριωδέστερους νόμους τῆς καλλιτεχνικῆς ποιήσεως, οὕς διά βαθυτάτης μελέτης καί πολυετοῦς πείρας ἀπεθησαύρισεν ἐν τῷ πνεύματι, ἀπό τοσούτου χρόνου ἤδη μετ’ ἀπαραδειγματίστου καί Σωκρατικῆς τῳόντι ἀφιλοκερδείας καί γενναιότητος ἀποκαλύπτει καί διδάσκει καί ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον διαφωτίζει διά τῶν λάμψεων τῆς μεγαλονοίας του.
»Ὑπό τάς αἰσίας ἐμπνεύσεις τοιούτου ἀνδρός δύναται, Κύριοι, ἡ Ἑταιρία νά προοδεύσῃ θαυμασίως κατά τήν καλλιέργειαν καί διάδοσιν τῆς τέχνης, καί νά εὐεργετήσῃ ἔτι μᾶλλον τήν ὅλην κοινωνίαν. Ἀλλά τό πολύτιμον καί οὐσιωδέστατον τοῦτο στοιχεῖον δέν ἀρκεῖ. Προσαπαιτεῖται ἡ συνεχής ἐνέργεια τῶν ὅρων καί τῶν μέσων δι’ ὧν ἐσυστήθη καί μέχρι τοῦδε διετηρήθη, καί σήμερον ἀκμάζει καί εὐημεροῖ, ἡ συντήρησις δηλ. τοῦ ζωοποιοῦ ἐκείνου πνεύματος ὑφ’ οὗ ἀπ’ ἀρχῆς ἐνεπνεύσθη, καί δι’ οὗ μόνου ὀφείλει νά διευθύνηται, ἡ συνένωσις τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καί τῆς φρονήσεως, τῆς ἐπιμονῆς καί τοῦ θάῤῥους, τῆς δραστηριότητος καί τῆς νοημοσύνης, καί πρό πάντων ἡ σύμπνοια τῶν προσπαθειῶν καί ἡ ἁρμονία τῶν πνευμάτων. Ἡ ἁρμονία, ἥν θέλομεν νά διαδώσωμεν διά τῶν ἡμετέρων παραδόσεων, δέν εἶναι μόνο θεμελιώδης νόμος τῆς καλλιτεχνίας, ὅρος ἀπαραίτητος παντός ἔργου καλοῦ, ἀλλ’ εἶναι προσέτι καί πρότερον ὅρος καί νόμος τῆς θείας δημιουργίας, διότι πάντα ἐν μέτρῳ καί ῥυθμῷ καί ἁρμονίᾳ ἐποίησεν ὁ Κύριος (36). Ἀπό τοῦ ἀνεπαισθήτου φλοίσβου τοῦ κύματος, ὅπερ ἀσπάζεται και ἡδέως πλήττει τάς ἀκοάς μας, μέχρι τῆς ἀνεκλαλήτου ἁρμονίας τῶν οὐρανίων σφαιρῶν (37), ἐκ παντός ἀτόμου, ἐκ πάσης ὕλης, ἐκ πάσης ζώσης φύσεως ἐξέρχεται τό ᾆσμα τῆς πλάσεως, καί ὡς φωνή εὐγνώμονος λατρείας καί ἀτελευτήτου δεήσεως άνέρχεται πρός τόν Πλάστην. Ἁρμονία εἶναι τό πᾶν (38), καί τό καλόν τῆς φύσεως καί τό καλόν τῆς τέχνης (39), ἁρμονία τῶν ἐννοιῶν πρός ἀλλήλας καί πρός τό κοινόν αὐτῶν ἀντικείμενον εἶναι αὐτό τό ἀληθές, ἁρμονία τῶν ἀνθρωπίνων βουλῶν πρός τόν θεῖον νόμον, τῶν καρδιῶν καί τῶν αἰσθημάτων ἐν τῇ ἑνότητι τῆς θείας ἀγάπης, εἶναι αὐτή ἡ ἀγαθότης, ἡ τελεία ἀρετή. Καί τά μικρά, Κύριοι, μετέχουσι τῶν μεγάλων, καί εἷς ὁ νόμος ὁ ἐπί πάντων ἱστάμενος καί διά πάντων διήκων καί τά πάντα συνέχων καί ῥυθμίζων καί σώζων. Τόν νόμον τοῦτον τῆς καθολικῆς τῶν ἀνθρώπων ἀδελφότητος καθιστᾷ μᾶλλον ὁρατόν καί ἐναργέστερον ἐν ἡμῖν ὁ διά τῆς Ἑταιρίας συναπτόμενος στενώτερος καί γλυκύτερος σύνδεσμος πρός πραγματοποίησιν κοινωφελοῦς καί ὄντως πατριωτικοῦ καί θεαρέστου ἐπιχειρήματος. Τό πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ παράγει ἀπανταχοῦ καί καθεκάστην ἀπροσδόκητα καί ἀπίστευτα θαύματα. Ὁ δέ νόμος τῆς ἀγάπης (40), ἐξ οὗ, ὡς ἔκ τινος οὐρανίου πηγῆς ἀποῤῥέει, εἶναι τό μέγα ἐλατήριον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, καί αὐτή ἡ ζωή τοῦ νέου πολιτισμοῦ (41). Ἐάν τόν νόμον τοῦτον τηρήσωμεν, τό ἔργον μας σώζεται καί εὐοδοῦται, καί φθάνει εἰς τόν προορισμόν του, διότι θέλει ἔχει καί ἐκ τῆς κοινωνίας πρόθυμον συνδρομήν καί παρά τῆς Κυβερνήσεως καί παρά τοῦ ἐπιτίμου ἡμῶν Προέδρου, τοῦ εἰς πᾶν καλόν καί ἐπωφελές ἑτοίμου πάντοτε καί γενναίου ὑποστηρικτοῦ, ἰσχυράν ἀρωγήν καί προστασίαν. Καί πέποιθα ὅτι θέλει τηρηθῆ ὁ νόμος οὗτος, καί τοιουτοτρόπως θέλει ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον προοδεύσει τό φιλόκαλον τοῦτο Κατάστημα, διότι ἡ φιλοκαλία εἶναι ἔμφυτος ἐν ἡμῖν καί πατροπαράδοτος, καί ἡ Ἑταιρία μας, δυνάμεθα νά τό εἴπωμεν ἄνευ κομπασμοῦ, εἶναι ἤδη κόσμημα ἀπαραίτητον καί ἀχώριστον τῆς κοινωνικῆς μας ὑπάρξεως. Μέ τήν ἔνθερμον ταύτην εὐχήν ἄς ἀποχωρισθῶμεν, φίλοι συνέταιροι, ἐπί τοῦ παρόντος, συγχαίροντες ἐκ νέου τούς προσφιλεῖς μαθητάς τῶν σχολῶν μας καί ἐγκαρδίους ἀπονέμοντες εὐχαριστίας πρός πάντας τούς φίλους ἡμῶν καί εὐεργέτας.»”


SUMMARY

A Petros Brailas-Armenis’ unknown text about Music

The text which we publish and comment in our essay, accompanied by an introduction, is a speech that Petros Brailas-Armenis (1812/13-1884), a great philosopher and politician born in the island of Corfu, declaimed at an award presentation for new musicians that excelled in a competition. This text was originally published in a local newspaper, O Paratiritis (: The Observer) on 16/28 September of 1861.
In that text is initially stressed the high importance of teaching music and its pedagogical contribution to the formation of a society which experiences “the sacred sentiment of beautiful” continuing and reinforcing “the ancient tradition of greek art”. Followingly, after Brailas has praised on his own unique way those musicians “who excelled”, he extols the person of the President of music studies of the “Philarmonic Society of Corfu”, Nikolaos Ch. Manzaros, connecting the latter’s instructive and compositional work with the artist’s struggle to realize and embody the ideal of his art, as well as placing Music in his philosophical system.
As far as the search of the Brailian philosophical system is concerned, it is exceptionally interesting to comment on the condensation of his Aesthetics – or “Kalology” as he prefers to name it- and its direct connection with the whοle train of thought of his doctrine. In every line of his text is imprinted a part of his philosophical views and the searcher discovers, is astonished and admires a micrography of the Brailian philosophical work, while, at the same time, he ascertains Brailas’ special relations to Music.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Στον 1ο τόμο από τους 8 που έχουν εκδοθεί με τα φιλοσοφικά έργα του Βράιλα, στη σειρά «Corpus Philosophorum Graecorum Recentiorum» (C.P.G.R.), ο φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Ε. Μουτσόπουλος, στον οποίο οφείλεται η αναγέννηση του ενδιαφέροντος της έρευνας για το βραϊλιανό έργο, στη γενική «Εισαγωγή» του για τον κερκυραίο φιλόσοφο παραθέτει μεταξύ των άλλων βιογραφία του Βράιλα (σσ. με΄ –νστ΄), όπως και σχετική παλαιότερη βιβλιογραφία (σσ. νζ΄- οα΄), ενώ συγχρόνως έχει συγγράψει στα γαλλικά το έργο: Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, Publications des Annales de la Faculté des Lettres et Sciences Humaines d’ Aix, No 27, éd. Ophrys, Aix-en-Provence, 1960, στα αγγλικά το: Petros Brailas-Armenis, Twayne Publishers, Inc., (TWAS 261), New York, 1974, καθώς και διάφορα άρθρα, (ορισμένα από τα οποία αναφέρουμε σε επόμενες σημειώσεις μας).
2. Πβ. και τον Πρόλογο του Ε. Μουτσόπουλου, «Η παρουσία του πλατωνισμού στον βραϊλιανισμό», στο βιβλίο του Α. Μάνου, Η αξιολογία του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη. Πλατωνικές και νεοπλατωνικές επιδράσεις, Ίδρυμα Ερεύνης και Εκδόσεων Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, [σειρά «Έρευνες» αρ. 3], Αθήνα, 1994, σ. 9.
3. Πολλές από τις διαφοροποιήσεις του Βράιλα τόσο από την αρχαία, όσο και από τη φιλοσοφία του καιρού του έχουν επισημανθεί και τονιστεί στη διδακτορική διατριβή του Α. Βασιλάκη, Η οντολογία του ωραίου στο έργο του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα, 2009.
4. Για τον βραϊλιανό προβληματισμό σχετικά με την αισθητική ή καλολογία, όπως ο ίδιος ο Κερκυραίος φιλόσοφος προτιμά να ονομάζει (πβ. π.χ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», (1866), Φιλοσοφικά Έργα, τ.4α, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Α. Γλυκοφρύδου-Λεοντσίνη, C.P.G.R., Αθήναι, 1973, σ. 408, στίχοι 10-12), βλ. το έργο του Ε. Μουτσόπουλου, Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, ό.π., τα άρθρα του ιδίου, «Μία λησμονημένη ελληνική αισθητική», Παρνασσός, τ. Δ΄, αρ. 2 (1962), 181-186, και «Η αισθητική του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ. 2, τεύχ. 5 (1985), 139-145, καθώς και Α. Βασιλάκης, ό.π., όπου και η μέχρι σήμερα βιβλιογραφία για το βραϊλιανό έργο.
5. Στο μεγαλύτερο Κερκυραίο θεολογούντα φιλόσοφο του 18ου αι., μάλιστα, τον επίσκοπο Ευγένιο Βούλγαρι, ο Βράιλας τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό, θεωρώντας τον εαυτό του πνευματικό επίγονο του πρώτου. Ο Βούλγαρις, άλλωστε, είναι ο μόνος έλληνας στου οποίου το έργο ο Βράιλας έχει συγκεκριμένη αναφορά. στο Περί πρώτων ιδεών και αρχών δοκίμιον, (1851), Φιλοσοφικά Έργα, τ. 1, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Αικ. Δώδου, C.Ρ.G.R., Θεσσαλονίκη, 1969, σσ. 25-26, σημ. 5, διερχόμενος οντολογικά προβλήματα ονομάζει το Βούλγαρι «περικλεή της Κερκύρας και της Ελλάδος φωστήρα», ενώ στο τελευταίο και εξαιρετικής συμπύκνωσης έργο του Βράιλα, τις Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολές, ήτοι σύντομος περί ψυχής και Θεού διδασκαλία, (1884),Φιλοσοφικά Έργα, τ. 2, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Αικ. Δώδου, C.P.G.R., Θεσσαλονίκη, 1971, σσ. 229-388, δεν θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε ότι τα πρόσωπα που ανταλλάσσουν τις επιστολές, ο Φιλόθεος και ο Ευγένιος, συνδέονται τόσο με τον κατεξοχήν “φιλόθεο” Βράιλα, όσο και με τον Ευγένιο Βούλγαρι, του οποίου το έργο Αδολεσχία φιλόθεος ήτοι, εκ της αναγνώσεως της ιεράς Μωσαϊκής Πεντατεύχου Βίβλου επιστάσεις ψυχωφελείς τε και σωτηριώδεις, ά.τ., 1801 δεν μπορεί παρά να γνώριζε ο Βράιλας. Για περαιτέρω επισημάνσεις πβ. Α. Βασιλάκης, ό.π., σς. 27-28. [Στην ευκαιρία της αναφοράς μας στο Βούλγαρι ας προστεθεί επίσης ότι μεταξύ των έργων του έχει συγγράψει και Πραγματεία περί μουσικής, εκδ. εκ χειρογράφου της εν Κιέβω Βιβλιοθήκης υπό Ανδρ. Κ. Δημητρακοπούλου, Αρχιμανδρίτου, εν Τεργέστη, τύποις του Αυστριακού Λόϋδ, 1868. Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών 86, Μουσικολογική Σειρά Γ΄, Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία, Αθήναι MCMLXXV. (Βλ. επίσης και τη σχετική ανάλυση του Χ. Ξανθουδάκη, «Η πραγματεία περί μουσικής του Ευγενίου Βουλγάρεως», Σύγκριση/Comparaison, 12 [(2001), 101-117).]
6. O Βράιλας πέραν του άρθρου του «Περί ποιήσεως», (1866), Φιλ. Έργα, τ. 4α, ό.π., σσ. 349-377, προχωρεί και σε ειδικότερη ανάλυση ποιημάτων του Ιουλίου Τυπάλδου· βλ. «Ι. Τυπάλδου ποιήματα διάφορα», (1858), Φιλ. Έργα, τ. 4α, ό.π., σσ. 491-503. Βλ. σχετικά και Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, «Ο Π. Βράιλας-Αρμένης ως θεωρητικός και ως κριτικός της ποίησης», Νεοελληνική Φιλοσοφία. Πρόσωπα και θέματα, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1993, σσ. 263-264 (= «Ο Π. Βράιλας-Αρμένης… ποίησης», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι – Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ.4, Αργοστόλι 1991, σσ. 570-571).
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε πως ο Κωστής Παλαμάς, που περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή της ηπειρωτικής Ελλάδας μετά τη μεταφορά του ελληνικού κέντρου στην Αθήνα θαυμάζει τον επτανησιακό πολιτισμό (βλ. λ.χ. Κωστής Παλαμάς, Διονύσιος Σολωμός, επιμ. Μ.Κ. Χατζηγιακουμής, εκδ. Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1970, και του ιδίου, «Κάλβος ο Ζακύνθιος», (1888), Άπαντα, τ.2, σσ. 28-59), στην ομιλία του στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ήδη το 1888 για τον Κάλβο, αναφερόμενος στην επτανησιακή ποίηση παραθέτει αυτολεξεί χωρίο του Βράιλα από την προαναφερθείσα μελέτη του τελευταίου, «Ι. Τυπάλδου ποιήματα διάφορα», (ό.π., σ. 503, στ. 9-11 και 13-17), ενώ για τον ίδιο τον Κερκυραίο φιλόσοφο ο μεγάλος μας ποιητής χρησιμοποιεί το προσωνύμιο «σοφός ανήρ». (Πβ. Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 33).
Τέλος, λαμβάνοντας αφορμή από την προηγούμενη αναφορά μας στη «μεταφορά του ελληνικού κέντρου στην Αθήνα» θα θέλαμε να σημειωθεί ότι ο Βράιλας προφήτευσε τους κινδύνους ενός αθηναϊκού συγκεντρωτισμού λέγοντας κατά την 10η Ιόνιο Βουλή, και σχετικά με την κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας , της οποίας διετέλεσε καθηγητής της φιλοσοφίας από το 1854 ως το 1864, έτος κατά το οποίο η Ιόνιος Ακαδημία κλείνει (βλ. σχετικά Γ. Σαλβάνος – Β. Γ. Σαλβάνου, Η Ιόνιος Ακαδημία, ο ιδρυτής αυτής κόμις Γύλφορδ, οι καθηγηταί και σπουδασταί αυτής, (ανάτυπον εκ του Πανηγυρικού Τεύχους της Ελληνικής Δημιουργίας), Αθήναι, 1949, και Ν.Κ. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της βρετανικής προστασίας (1816-1864), Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Αθήνα, 2002), τα εξής: «Νομίζετε ότι πολλαπλασιάζετε τα φώτα, συγκεντρώνοντες αυτά εις μίαν μόνην εστίαν; Πόθεν το κλέος της Γερμανίας, ειμή διότι εις έκαστον κράτος αυτής ευρίσκονται μουσεία και πανεπιστήμια; Αντιβαίνετε τότε και εις το ελληνικόν πνεύμα, το οποίον δεν είναι συγκέντρωσις, αλλ’ η ποικιλία, η διάχυσις και επέκτασις των φώτων». (Πρακτικά της Συνεδρίασης ΜΓ’ β’ περιόδου της 10ης Βουλής του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων. Πβ. Γ. Χυτήρης, «Παρακωλύσεις και αντιτάξεις. Οι δύσκολες στιγμές του Παν/μίου της Κερκύρας», Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας 7 (1970), σ. 107.
7. Ο Βράιλας, μάλιστα, στον <Επικήδειον εις Δ. Σολωμόν>, Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π. σσ. 507-516, προσεγγίζει την ποιητική μεγαλοφυία του Σολωμού με τις δικές του καλολογικές –αισθητικές προϋποθέσεις επιχειρώντας μια, κατά τη βραϊλιανή ορολογία, «εφηρμοσμένη καλολογία». (Πβ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Περί ποιήσεως», ό.π., σ. 367, στ. 39).
8. Για τις σχέσεις Βράιλα-Μάντζαρου βλ. κατωτέρω την σημείωση 35.
9. Φιλ. ΄Εργ., τ.1, ό.π., σσ. 338-340.
10. Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σσ. 319-340.
11. Βλ. και το σχετικό υποκεφάλαιο (Γ’3.2.1.) «Η μουσική», στο μνημονευθέν πόνημα του Α. Βασιλάκη, ό.π., σσ. 273-312.
12. Ας δοθεί όμως πολλή προσοχή στο γεγονός ότι στο τέλος των χειρογράφων των Θεωρ. και πρακτ. Φιλοσ. Στοιχείων (στο εξής: Στοιχεία), όπου περιέχεται και «Καλολογία» με πυκνή αναφορά στις γνωστές πέντε τέχνες, δηλ. την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη μουσική και την ποίηση (βλ. Στοιχεία, ό.π., σσ. 326-345), υπάρχει η χρονική και τοπική ένδειξη «Κερκύρᾳ τῇ 19 Νοεμβρίου 1859 Σ.Ν. [: Stile Nuovo]», (πβ. «Εισαγωγικόν Σημείωμα» εκδοτών στον 1ο τόμο των Φιλ. Έργων του Βράιλα, σ. 213), που σημαίνει ότι ήδη ο φιλόσοφος είχε συνθέσει μια σύντομη και πυκνή αναφορά για τη μουσική. Ωστόσο, στο κείμενο που τώρα δημοσιεύουμε, το οποίο ουσιαστικά είναι το πρώτο χρονικά που βλέπει το φως της δημοσιότητας και με αυτήν την σημασία αναφέρεται η «χρονική πρωτιά» στο κείμενό μας, λάμπουν περισσότερο κάποια εντελώς προσωπικά στοιχεία – προανακρούσματα του άρθρου «Περί μουσικής», (ό.π.) του 1866.
13. Πβ. Λ. Βροκίνης, Έργα. Βιογραφικά σχεδάρια, τεύχη Α΄ και Β΄, επιμ. – προλεγ. Κώστα Δαφνή, Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. XVI, Κέρκυρα, 1972, σ. 196.
14. Σχετική πληροφορία διασώζει και ο Σπ. Μοτσενίγος, Νεοελληνική μουσική. Συμβολή εις την ιστορίαν της, Αθήναι, 1958, σ. 160: «Τὸ 1858 ὁ Πρόεδρος [ἔνν. τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας Κερκύρας] Βράϊλας-Ἀρμένης ἐπρότεινεν ὅπως, διὰ νὰ προκληθῇ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν μαθητῶν, ὀργανωθῇ μουσικὸς διαγωνισμὸς μὲ χρηματικὰ βραβεῖα. Ὁ πρῶτος διεξήχθη τὴν 11ην Σεπτεμβρίου 1861. Ὁ Μάντζαρος ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν καὶ ὁ Ἁρμοστὴς Henry Storx – παρουσίᾳ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὁ διαγωνισμὸς – διένειμε τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ μετάλλια εἰς τοὺς ἀρίστους. Τὸ ἑσπέρας ἐδόθη καὶ συναυλία εἰς τὸ κατάστημα».
15. Βλ. την Πολιτική και Φιλολογική Εφημερίδα Ὁ Παρατηρητής, αρ. 182, Δ΄ Ἔτος, Κερκύρᾳ τῇ 16/28 Σεπτεμβρίου 1861, σσ. 2α-3α. (κάθε σελίδα της εφημ. χωρίζεται σε 3 στήλες).
16. Ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 148 αναφέρει πως η κύρια συνεδρίαση κατά την οποία ιδρύθηκε επίσημα η «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας» έγινε την 12η Σεπτεμβρίου 1840, ενώ είχαν προηγηθεί κι άλλες συνεδριάσεις, όπως αυτή της 11ης Σεπτ. ’40. Πάντως, αναφέρεται επίσης (ό.π., σ. 147, σημ. 1), ότι ανεπίσημα η «Φιλαρμονική» λειτουργούσε ήδη από το 1837.
17. Πρόκειται, όπως προκύπτει και από προηγούμενη μας σημείωση, για τον Sir Henry Storx, τον τελευταίο Αρμοστή (1859-1864), πριν την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (21 Μαΐου 1864). [Από την πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με την προστασία των Επτανήσων και την ένωσή τους με την Ελλάδα βλ. και την πρόσφατη αναφορά του Α. Αγιούς, Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, εκδ. Σταμούλη α.ε., Αθήνα, 2006.]
18. Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Δαμασκηνό.
19. Πιθανότατα πρόκειται για το Δημήτριο Κουρκουμέλη.
20. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στη σημ. 14, την πρόταση απονομής των βραβείων είχε κάνει ο Βράιλας, που είχε διατελέσει πρόεδρος της Φιλαρμονικής Εταιρείας το 1858 (πβ. Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 160), ενώ από το 1859 μέχρι και τις μετά την Ένωση μέρες είχε διατελέσει τακτικός πρόεδρος της «Φιλαρμονικής» (πβ. Λ. Βροκίνης, ό.π., σ. 196).
21. Η έννοια της «φιλοκαλίας» είναι ένα από τα κλειδιά κατανόησης της βραϊλιανής αισθητικής, όπου το ωραίο (-καλό) συμπορεύεται και συνυπάρχει πάντοτε με το αγαθό και το αληθές, (για αυτήν την «τριάδα» βλ. κατωτ. την σημ. 29), καθώς και το περιεχόμενο αυτής της έννοιας είναι φορτισμένο τόσο με την αρχαία, όσο και με την πατερική αντίληψη. Ενδεικτικά, βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Στοιχεία…., ό.π., σ. 323, στ. 24-30 και ό.π.. σ. 324, στ. 9-16, καθώς και τη σχετική σημείωση, με τις διάφορες αναφορές, που κάνει ο Α. Βασιλάκης, ό.π., σ. 172, σημ. 2, (που περιλαμβάνεται στο υποκεφάλαιο Γ’1.1.: «Η φαντασία και η υπέρβαση του λόγου»).
22. Για την έννοια της ισότητας στο Βράιλα, την οποία εμπλουτίζει και με την αγάπη, βλ. και το άρθρο του, «Ο νέος πολιτισμὸς παραβαλλόμενος προς τον αρχαίον», Φιλ. Έργ., τ. 4β, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, C.G.P.R., Αθήναι, 1974, σ. 307, στ. 29-σ.308, στ.9: «Ὁ βίος λοιπὸν τοῦ ἀτόμου, τῆς οἰκογενείας, τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ συνόλου τῶν κοινωνιῶν ὃσαι μετέχουσι τοῦ νέου πολιτισμοῦ, βασίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς κατὰ φύσιν ἰσότητος ἥτις δὲν εἶναι εἰμὴ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαίου. Ἡ βιομηχανικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ὑλικὴ ἑπομένως εὐημερία, ἡ ἠθικὴ τελειοποίησις ἢ ἡ βαθμικὴ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας, ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ πρόοδος ἥτις ὡς τελευταῖον προϊὸν παράγει τὴν κυριαρχίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, εἶναι ὅλα πορίσματα, συνέπειαι καὶ ἀποτελέσματα μιᾶς μόνης ἀρχῆς, μιᾶς μόνης ἐννοίας, τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου. Τὸ δίκαιον ἄρα εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ πηγὴ τοῦ νέου πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ βασιλεία τοῦ δικαίου, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ λόγου. ἡ ἰσονομία, ἢ ἡ ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἐξ ἴσου πάντων τῶν δικαιωμάτων προστασία, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν λόγον καὶ πραγματοποιεῖται διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης.Τί ἄλλο δὲ εἶναι ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἰμὴ ἀμυδρά τις ἀντανάκλασις τοῦ θείου λόγου, καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπη τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος καὶ ἡ κυρία ἐντολὴ τῆς ἠθικῆς του Εὐαγγελίου;».
23. Από αυτό το σημείο του κειμένου έως το τέλος της επόμενης περιόδου («… ἐπανάγει τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ θεῖον») ο Βράιλας κατορθώνει να συμπυκνώσει μέσα σε 15 στίχους σχεδόν ολόκληρο το αισθητικό του σύστημα δίδοντας στην τέχνη τη θέση που της αρμόζει, ενώ και εδώ, όπως και σε κάθε του κείμενο, δεν θα ηταν δυνατόν να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί έστω και μία λέξη, που κάθε μια τους φέρει ένα βαρύτατο εννοιολογικό φορτίο.
24. Έκφραση που συνδέεται με τις περί υψηλού απόψεις του Βράιλα, οι οποίες διαφοροποιούνται από τις σχετικές καντιανές. Βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σσ. 458-464, (οι οποίες περιλαμβάνονται στο Δ΄ κεφάλαιο της μελέτης αυτής με τίτλο: «Περί υψηλού, χαρίεντος και γελοίου». Σχετικά με τις βραϊλιανές “αισθητικές κατηγορίες” βλ. και Ε. Μoutsopoulos, Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, ό.π., σσ. 117-139, του ιδίου, «Οι αισθητικές κατηγορίες κατά τον Πέτρο Βράιλα-Αρμένη», ανακοίνωση που διαβάστηκε στο ΣΤ΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), (δακτυλογρ.), και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 139-156, κεφ. Β’2ο: «Ένας τριμερής διαφορισμός του υπέροχου όντος – οι “αισθητικές κατηγορίες”».
25. Πβ. Καλλιστράτου, ᾿Εκφράσεις, ΙΙΙ, 1: «οὐ γάρ μοι θεμιτόν μή καλεῑν ἱερά τά τέχνης γεννήματα». Πβ. και Π. Βράιλας-Αρμένης, <Επικήδειος εις Δ. Σολωμόν>, ό.π. σ. 514, στ. 29-30.
26. Σχετικά βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Στοιχεία, ό.π., σ. 328, στ. 1-7, αλλά και στα εξής άρθρα του φιλοσόφου: «Περί καλού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σ. 217, στ. 7-26, «Περί της ιστορικής αποστολής του Ελληνισμού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, σ. 366, και «Περί των χαρακτήρων της ελληνικής διανοίας», Φιλ. Έργ., τ. 4β, ό.π., σσ. 397-399.
27. Για την έννοια της αρμονίας στο φιλοσοφικό σύστημα του Βράιλα βλ. Ε. Μοutsopoulos, Le problème du Beau…, ό.π., σσ. 101-102, υποκεφ:. «L’ harmonie», και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 136-138 (:υποκεφ. Β΄ 1.3.6.). Επίσης, πυκνές αναφορές στην αρμονία κάνει ο Κερκυραίος φιλόσοφος στη συνέχεια τού κειμένου που δημοσιεύουμε, και πιο συγκεκριμένα στο μέσο περίπου της τελευταίας παραγράφου του. (Βλ. και κατωτ. σημ. 38). Ωστόσο, φαίνεται πως στο συγκεκριμένο σημείο του κειμένου εδώ η έννοια χρησιμοποιείται με το ιδιαίτερο μουσικό της περιεχόμενο. Για τη χρήση της έννοιας της αρμονίας, πάντως, από το Βράιλα στο «Περί μουσικής» άρθρο του βλ. «Περί μουσικής», ό.π., σ. 321, στ. 21-25, σ. 326, στ. 4-6, σ. 328, στ. 36-38, σ. 330, στ. 34 – σ. 331, στ. 24 και σ. 336, στ. 12-16.
28. Η διατύπωση «… θεῖον δῶρον ἄνωθεν κατερχόμενον, περιβάλλει διὰ τοῦ ἰδίου φωτός….» παραπέμπει άμεσα στο «ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἔκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων,...» από την Οπισθάμβωνο ευχή της Θ. Λειτουργίας. Άλλωστε ο Βράιλας σχεδόν σε όλα του τα κείμενα δεν αγνοεί τη γλώσσα της λατρείας των Πατέρων και των μεγάλων υμνογράφων, αφού και ο εκλεκτικισμός του εκτείνεται πέρα και πάνω από τα όρια του ευρωπαϊκού εκλεκτικισμού, (καθώς ο Κερκυραίος φιλόσοφος είχε μαθητεύσει κοντά στον V. Cousin, τον αρχηγέτη της εκλεκτικιστικής σχολής της Γαλλίας στο α΄ μισό του 19ου αι.· βλ. σχετικά και Ε. Μαργαρίτου – Ανδριανέση, Η διαμόρφωση του νεώτερου Εκλεκτικισμού και το πνεύμα του Εγκυκλοπαιδισμού κατά τον 19ο αι. V. Cousin, A. Rosmini, Π. Βράιλας-Αρμένης, Ίδρυμα Ερεύνης και Εκδόσεων Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, Σειρά «Έρευναι» αρ. 5, Αθήνα, 2004), περιλαμβάνοντας σε αυτόν όχι μόνον την αρχαιοελληνική και την ευρωπαϊκή, αλλά και την εμπειρία της μέσης ελληνικής περιόδου, της βυζαντινής. Στο άρθρο του Βράιλα «Ανατολή και Δύσις», (1854), Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, ό.π., σσ. 325-336 κατατίθεται με ευθύ τρόπο και καταφαίνεται η πληρότητα των φιλοσοφικών του προϋποθέσεων.
29. Σε αυτές τις γραμμές διατυπώνεται η μεγίστης σημασίας για τη βραϊλιανή φιλοσοφία, την αισθητική και τη θέση της τέχνης στο σύστημα του Κερκυραίου στοχαστή σχέση της αλήθειας, του αγαθού και του ωραίου, τριάδας ισοδύναμων μεγεθών με κοινή την ουσία, αλλά τρεις υποστάσεις. Σχετικά βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Περί πρώτων αρχών και ιδεών δοκίμιο (στο εξής Δοκίμιο), ό.π., σσ. 166-168, κεφ. ΙΕ΄ «Περί αληθούς, αγαθού και καλού», καθώς και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 63-75, υποκεφ. (του Α΄ 2ου κεφ.: «Η τριαδική δήλωση του όντος και η πλήρωσή του») Α΄2.1.: «Αληθές-αγαθό-καλό».
30. Πρόκειται για τη βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου Βικτωρία που γεννήθηκε το 1819 και βασίλευσε από το 1837 έως το θάνατό της, το 1901).
31. Ελκύει την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Βράιλας μέσα σε δύο γραμμές χρησιμοποιεί επανειλημμένως την έννοια της προστασίας, και, πιθανόν, με αποχρώσες διαφοροποιήσεις, αφού άλλη είναι η προστασία του εκ Τριμυθούντος της Κύπρου Αγίου Σπυρίδωνος και άλλη αυτή της βρετανίδος ανάσσης.
32. Η πλατωνικής έμπνευσης έκφραση χρησιμοποιείται συχνά από το Βράιλα. Πβ. Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολαί, ό.π., σ. 373, στ. 18-21, Περί ψυχής και ηθικού νόμου διατριβαί, Φιλ. ΄Εργ., τ. 2, ό.π., σ. 193, στ. 7-8, και «Περί Προνοίας», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, ό.π., σ. 163, στ. 23-30, όπου γίνεται λόγος για «έρωτα καλού».
33. Πβ. και Δοκίμιο…, ό.π., σ. 190, στ. 33 - σ. 191, στ. 2: «Ἡ ἔμπνευσις οὔτε ἀποκτᾶται, οὔτε μεταδίδεται, ἀλλ’εἶναι δῶρον τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς κάμνει εἰς ὀλίγα τινὰ προνομιακὰ ὄντα, ἀποκαλύπτοντα ἁρμονικῶς τὴν ἀλήθειαν, ἀγαπώμενα καὶ σεβόμενα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὡς μυσταγωγοὶ καὶ ἱερεῖς θείας τινὸς λατρείας. Ὁ καλλιτέχνης εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄνθρωπος.·».
34. Ο Βράιλας φαίνεται να αναφέρεται εδώ και σε όλες τις καλές τέχνες και τη σχέση μεταξύ τους, καθώς «ἰσόβαθμοι οὖσαι καὶ ἰσότιμοι καὶ ἰσοδίκαιοι, ὁμοιάζουσι τὰ ποικιλόχροα φύλλα ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄνθους, τοῦ ἄνθους τοῦ καλοῦ» (:Π. Βράϊλας-Ἀρμένης, Δοκίμιο, ὅ.π., σ. 192, στ. 5-7). Πβ. καὶ τοῦ ἰδίου, «Περὶ καλοῦ», Φιλ. Ἔργ., τ. 4α , ὁ.π., σ. 221, στ. 2-5: «… διότι ἑκάστη αὐτῶν [ἔνν. τῶν τεχνῶν] ἔχει τὰ ἴδια πλεονεκτήματα τάς ἐλλείψεις ἀναπληροῦντα, καὶ πᾶσαι ὁμοὺ συμπαρίστανται ὡς σεμναὶ παρθένοι, αἵτινες ἐξ ἴσου ἐμφαίνουσιν ἐν τῷ κάλλει τοῦ προσώπου τὴν αὐτὴν οὐράνιον καταγωγήν.»
35. Ο φιλόσοφος εννοεί, βέβαια, το Ν.Χ. Μάντζαρο, με τον οποίο διατηρούσε φιλικότατες σχέσεις. Πβ. και τη σημείωση στον <Επικήδειον εις Δ. Σολωμόν>, ό.π., σ. 508: «Εἰς τᾶς περὶ καλολογίας παραδόσεις τοῦ Βράϊλα, τακτικῶς ἐφοίτα ὁ Μάντζαρος ὁ μουσουργός του ὕμνου, ὡς ὁ Βράϊλας ἐφοίτα εἰς τᾶς περὶ ἁρμονίας παραδόσεις τοῦ Μαντζάρου», καθώς και τη βραϊλιανή σημείωση 2 στο «Περί μουσικής», (1866), ό.π., σ. 349: «Καὶ ἕτερος λόγος ὑπῆρχε δι’ ὃν ἠδυνάμεθα καὶ ὅλως νὰ παραλείψωμεν τὸ μέρος τοῦτο τῆς περὶ καλοῦ παραδόσεως ἐν Κερκύρᾳ, ἔνθα ὁ περικλεὴς Μάντζαρος ἀπὸ πλείστων ἤδη ἐτῶν μὲ ζῆλον ἴσον πρὸς τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ μὲ σπανίαν γενναιότητα πάντας τοὺς τε θεωρητικοὺς καὶ πρακτικοὺς κλάδους τῆς τέχνης ταύτης διδάσκει, καὶ δι’ ἔργων ἀμιμήτου κατὰ τὸ εἶδος αὐτῶν τελειότητος καὶ αὐτὴν τιμᾷ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ ἔθνος.»
Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 107, ο Βράιλας ανήκε στο στενό κύκλο ακροατών και θαυμαστών του Κερκυραίου μουσουργού μαζί με τους: Διονύσιο Σολωμό, Λούντζη, Giuseppe Regaldi, Γεράσιμο Μαρκορά, Ιούλιο Τυπάλδο, Ιάκωβο Πολυλά, Ανδρέα Μουστοξύδη, Nicolo Tomaseo κ.ά. Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί επίσης πως στο Μάντζαρο απονεμήθηκε ισόβια σύνταξη από τη Βουλή του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων επι της προεδρίας του Βράιλα (πβ. ό.π., σ. 104), ενώ ο ίδιος ο Μάντζαρος είχε αφιερώσει μια του σύνθεση, την «Cavatina της νεαράς νύμφης» για υψίφωνο και συνοδεία πιάνου, στη σύζυγο του Βράιλα, τη Μαριάννα Γ. Βράιλα (πβ. ό.π., σ. 130).
Τέλος, δεν θεωρούμε άσκοπο με αφορμή προαναφερθείσα βραϊλιανή έκφραση για τη διδασκαλία από μέρους Μαντζάρου και των πρακτικών, αλλά και των θεωρητικών κλάδων της μουσικής τέχνης «δι’ ἔργων ἀμιμήτου κατὰ τὸ εἶδος αὐτῶν τελειότητος», να σταχυολογήσουμε ορισμένα μόνο θεωρητικά πονήματα του σημαντικού Επτανήσιου μουσουργού:
- Υπόμνημα περί της αρχαίας μουσικής και της προόδου της νεωτέρας τέχνης, που δημοσιεύθηκε στη Νάπολη στα ιταλικά,
- Αισθητικο-κριτική ανάλυσις κλασικών έργων των Γάλλων μουσικοσυνθετών Monsigny και Grétry, που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1851 στα ιταλικά από το τυπογραφείο «Σχερία» με δαπάνες της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας». (ο πλήρης τίτλος στα ιταλικά ηταν: «Rapporto del Cav. N. Manzaro presidente della Musica della Società Filarmonica de Corfu ec. ec. relativo al dono di Alcune opere di Monsigny e Grétry fallo alla Medesima dal Chiarissimo di lei socio onorario J. Lardin di Parigi». Ίσως μάλιστα να μην είναι εντελώς τυχαίο ότι και ο Βράιλας αναφέρει στο «Περί μουσικής», ό.π., σ. 339, στ. 9, μέσα στους διάφορους συνθέτες που φέρνει ως παραδείγματα και τους Monsigny και Grétry),
-
Πραγματεία περί θεωρίας της αρμονίας,
- Πραγματεία της Μουσικής («Trattato di Musica»),
κ.α. Πβ. σχετικά και τις πολύτιμες πληροφορίες που παρέχει ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., ιδιαίτερα στις σσ. 133-138.
Επίσης, για το πολυσχιδές έργο του Μάντζαρου βλ. Γ. Λεωτσάκος, «Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος (1795-1872) – Για ένα μικρό του εγκόλπιο», Μουσικολογία, 5-6 (1987), 228-271, και τις συγκεντρωμένες μελέτες στο βιβλίο: Χ. Ξανθουδάκης – Μ. Καρδάμης (επιμ.), Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος. Ερευνητική συμβολή στα 130 χρόνια από το θάνατο του συνθέτη, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Εκδόσεις του Μουσικού Λόγου, Κέρκυρα, 2003, αλλά και Γ.Γ. Παπαϊωάννου (Νανάκος), στο S. Sadie (επιμ.), The New Grove Dictionary of Music and Musicians, τ. 11, Macmillan Publishers Limited, London, 1980, σσ. 635-636, του οποίου οι επιφυλάξεις για το Μάντζαρο επέσυραν τα αρνητικά σχόλια του Γ. Λεωτσάκου (πβ. λ.χ. Γ. Λεωτσάκος, «''Ο Μάντζαρος και εγώ'': ένας προσωπικός απολογισμός», Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος. Ερευνητική συμβολή στα 130 χρόνια από το θάνατο του συνθέτη, ό.π., σ. 35), των οποίων άλλωστε, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, δεν φείδεται. Ας επαναληφθεί εδώ και από εμάς ότι ο Νανάκος (1915-2000) παραμένει μία πολυσχιδής προσωπικότητα της μουσικής, ιδιαίτερα δε για την Ελλάδα ήταν η ψυχή της σύγχρονης μουσικής. (Βλ. για παράδειγμα και την πολύτροπη συμβολή του στην ανάδειξη του Νίκου Σκαλκώτα και του Γιάννη Χρήστου, των μεγαλύτερων Ελλήνων συνθετών του 20ου αι.).
Ωστόσο, δεν θεωρούμε αδιάφορο να κατατεθεί εδώ και η ελάχιστη, πλην πρώιμη, προσωπική μας συμβολή στην ανάδειξη του έργου του Μάντζαρου, προσπάθεια που δεν αποκλείεται να συνέβαλε στην ανανέωση του μουσικού και μουσικολογικού ενδιαφέροντος για τον Κερκυραίο μουσουργό, αφού ακολούθησαν αξιολογότατες εργασίες. Το 1981 ο Γιάννης Ιωαννίδης, συνθέτης και μαέστρος, διευθυντής τότε του Μουσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον οποίο και διαδεχθήκαμε, μας έφερε σε επαφή με το Μάνο Ευστρατιάδη, μετέπειτα διευθυντή του Κέντρου Ελληνικού Κινηματογράφου, με τον οποίο επισκεφθήκαμε την τρισέγγονη του Μάντζαρου, Φρόσω Γκέλη, στην οικία της στην οδό Ζαΐμη 31-33, 5ος όροφος, Εξάρχεια, όπου (κατά τη διάρκεια των μετασεισμών του Φεβρουαρίου του 1981) αναζητήθηκαν στα σεντούκια της, ερευνήθηκαν και επιλέχθηκαν έργα του Μάντζαρου που ερμηνεύτηκαν από ομάδα μελών της Χορωδίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό τη δική μας διδασκαλία και διεύθυνση, και με τη συνοδεία στο πιάνο της Χαράς Τόμπρα. Το μουσικό αυτό υλικό που περιελάμβανε τις περισσότερες στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερίαν των Δ. Σολωμού, Ν.Χ. Μάντζαρου, δύο άλλα σχεδιάσματα του Εθνικού Ύμνου, συνθέσεις για αντρική χορωδία και πιάνο, το «Tota pulchra est» για μικτή χορωδία a capella, και το «Στην κορυφή της θάλασσας» από το Λάμπρο του Δ. Σολωμού για μικτή χορωδία και πιάνο, αποτέλεσε τη μουσική ύλη για ένα αφιέρωμα στον Εθνικό Ύμνο το 1981 από την Ε.Ρ.Τ., αλλά και ένα αφιέρωμα από τον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό την επόμενη χρονιά που είχε επιμεληθεί η Φραγκίσκη Καρόρη. [Επίσης, στην πρώτη εκπομπή η ανδρική χορωδία του Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας υπό τη διδασκαλία και διεύθυνση του Παναγιώτη Σπίνουλα είχε ερμηνεύσει ύμνους από την Ορθόδοξη Λειτουργία του Μάντζαρου, επηρεασμένους και από το τοπικό μουσικό ιδίωμα της κερκυραϊκής εκκλησιαστικής μουσικής, σχετικά με το οποίο, ας υπομνησθεί παρενθετικά, έγιναν από μας μια διάλεξη στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στις 20 Μαρτίου 1991, και δύο ανακοινώσεις στην Α΄ Μεσογειακή Μουσική Συνάντηση Κρήτης (Ηράκλειο) το 1993, και στο ΣΤ’ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, (Ζάκυνθος, 23 Σεπτεμβρίου 1997) αντίστοιχα ].
36. Έμμεση αναφορά στο «ἰδού καλά λίαν» (Γένεσις, Α΄, 31), όπου συγχρόνως υπάρχει άμεση διαφοροποίηση από τον πλωτινικό υλικό κόσμο, που εξαρχής είναι αποτέλεσμα πτώσεως, ενώ η πτώση της Γενέσεως έρχεται μετά τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου.
37. Πυθαγόρεια θέση που ασπάζεται ο Πλάτων και επαναλαμβάνει ο Βράιλας, κάνοντας μάλιστα ήδη από το Δοκίμιο, (ό.π., σ. 181, στ. 11), αναφερόμενος στη σφαίρα, παραπομπή στην πλατωνική έκφραση: «Πάντων τελεώτατον, ὁμοιότατόν τε αὐτὸ ἑαυτῷ σχημάτων». (Τίμαιος, 33b).
38. Παραθέτουμε ενδεικτικά το εξής βραϊλιανό χωρίο από το Δοκίμιο, ό.π., σ. 181, στ. 32- σ. 182, στ. 4, όπου ο φιλόσοφος συνθέτει πλατωνικές, πλωτινικές, αριστοτελικές, αυγουστινικές και άλλες νεότερες απόψεις που επαναλαμβάνει σε όλο το έργο του: «Τεθέντων δὲ τῶν δύο τούτων νόμων, τοῦ ρυθμοῦ καὶ τῆς συμμετρίας, εὐκόλως ἐννοεῖται ὅτι ἀμφότεροι ἀνάγονται εἴς τινα ἑνότητα διαπερῶσαν, οὕτως εἰπεῑν, ὅλα τὰ μέρη παντὸς εὐρύθμου καὶ συμμέτρου ἀντικειμένου, unitas per omnes partes perpetuata, ἤτοι ἑνότητα συνδυαζομένην μετὰ τῆς ποικιλίας, ἐξ ὧν ἡ ἁρμονία, ἢ ἡ τάξις, νόμος ἀνώτατος τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ ἀληθοῦς.» [Η υπογράμμιση δική μας]. Πβ. και Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», ό.π., σ. 452, στ. 25- σ. 453, στ. 4.
39. Για τη βραϊλιανή πρωτοτυπία στην προσέγγιση του θέματος του φυσικού και του τεχνητού καλού, όπου ο κερκυραίος φιλόσοφος αίρεται δυναμικά πάνω από πλωτινικές και χεγκελιανές αντιλήψεις, βλ. Α. Βασιλάκης, «Η οντολογική ενότης του ωραίου της τέχνης και της φύσης κατά Π. Βράϊλα-Αρμένη», Φιλοσοφία και Τέχνη. Φιλοσοφικό Συνέδριο, Διεθνής Επιστημονική Εταιρεία Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, (χορηγός: Amathus – Aegeas), Λεμεσός, 2006, σσ. 23-37, καθώς και του ιδίου, Η οντολογία του ωραίου στο έργο του Π. Βράιλα-Αρμένη, ό.π., σσ. 101-114 (: υποκεφ. Β’1.2.).
40. Η αγάπη έχει μεγάλη βαρύτητα στο βραϊλιανό έργο, όπου μεταξύ των άλλων τη θεωρεί και ως θεμέλιο της ισότητας (βλ σχετικά και ανωτ. σημ. 22). Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία παράγραφος του τελευταίου έργου του φιλοσόφου, των Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολών, ό.π., σ. 388, στ. 15-21, τελειούται ως εξής: «Ἡ ἀγάπη συνενοῑ πάντας ἡμᾶς καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν Θεόν, ζωογονεῖ καὶ γονιμοποιεῖ πάσας τᾶς δυνάμεις τοῦ πνεύματος, τᾶς ρυθμίζει κατὰ τὸν πρὸς ὃν ὄρον αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως, ἐν ᾧ παράγει πάσαν τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἐφικτὴν εὐδαιμονίαν, μᾶς προετοιμάζει διὰ τὸν ἀθάνατον προορισμόν μας, καὶ ἔχε πάντοτε εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν σου τὸ σοφὸν τοῦτο ρῆμα: ὅτι ἡ ἐνάρετος ζωὴ εἶναι ἐν χρόνῳ ὅρος αἰωνίου μακαριότητος».
41. Στο νέο πολιτισμό, εννοώντας την πολιτισμική προσφορά και του χριστιανισμού, αναφέρεται ο Βράιλας ειδικά στο άρθρο του «Ο νέος πολιτισμός παραβαλλόμενος προς τον αρχαίον», (1853), ό.π., σσ. 303-310.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Βλασίου Φειδά: ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

[Εισήγηση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, Ζάκυνθος 14 Νοεμβρίου 2009]

1. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό φυσικό του περιβάλλον προσδιορίσθηκε πάντοτε ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ἡ θρησκεία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, χωρίς νά ἀμφισβητήση πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τῆς ὑπάρξεώς τους πρός μία ὑπέρτατη ἐξωκοσμική δύναμη, προσωπική ἤ μή, ἡ ὁποία διέπει τή ζωή τους. Κοινός τόπος τῶν δύο ἑτερόκεντρων ἑρμηνειῶν ὑπῆρξε καί παραμένει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά μέ τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό ἀπό τή θρησκεία (θεοκεντρική) καί ἀπό τή φιλοσοφία (ἀνθρωποκεντρική). Βεβαίως, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καί ἡ φιλοσοφία προέβαλλαν πάντοτε τήν ἑνότητα τῆς ὑπερβατικῆς θείας δυνάμεως, προσωπικῆς ἤ μή, στήν ὁποία ἀναφερόταν ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτό ἡ διαλεκτική αὐτή μεταξύ τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας καθιέρωσε τήν ἄρρηκτη συζυγία τους ὄχι μόνο στίς μεγάλες πολιτισμικές παραδόσεις, ἀλλά καί στή ζωή τῶν λαῶν.
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤδη ἀπό τό λυκαυγές τῆς ἱστορίας ἐξέφραζαν πάντοτε τήν ἄρρηκτη συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, ἔστω καί ἄν διαφοροποιεῖται κατά περίπτωση ἡ ἔμφαση στά θρησκευτικά ἤ στά πολιτιστικά στοιχεῖα τῆς συζυγίας, μέ γνώμονα ὅμως πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ ἔμφυτη λοιπόν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίση τό οἰκοσύστημά του καί τούς ἄλλους ἐνοίκους σέ αὐτό ἐκφράσθηκε μέ ποικίλους τρόπους καί μέ διαφορετικά κριτήρια (μεταναστεύσεις λαῶν, κατακτητικές διεκδικήσεις, ἐμπορικές σχέσεις, συμμαχίες κ.λπ.), ἀλλά πάντοτε κατέληγε σέ μία γόνιμη συνάντηση λαῶν, θρησκειῶν καί πολιτιστικῶν παραδόσεων.
Εἶναι ὅμως εὐνόητον ὅτι ἡ κινητικότητα ἀνθρώπων καί λαῶν προσδιορίσθηκε στήν ἀρχαιότητα ἀπό τίς πολιτικές θεωρίες γιά τήν ταυτότητα τοῦ κράτους, ἀπό τή συνύπαρξή τους στήν ἴδια εὐρύτερη περιοχή, ἀπό τά οἰκονομικά κίνητρα τῶν ἐμπορικῶν τους σχέσεων καί ἀπό τήν περιορισμένη ἱκανότητα τῶν μεταφορικῶν μέσων σέ κάθε ἐποχή. Πράγματι, διαφορετική εἶναι ἡ κινητικότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τούς κλασικούς χρόνους γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων κάθε πόλεως-κράτους μέ τήν ἴδρυση ἀποικιῶν στίς παράκτιες ζῶνες τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου πόντου, ὅπως ἦταν διαφορετική ἡ κινητικότητά τους κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους στά πλαίσια τῆς ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τῶν ἐπιγόνων του. Ἐν τούτοις, τόσο στούς κλασικούς, ὅσο καί στούς ἑλληνιστικούς χρόνους διατηρήθηκε ἀλώβητη ἡ συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, καίτοι ἐκφράσθηκε μέ διαφορετικούς τρόπους. Ἔτσι, οἱ ἀφιερωμένοι στούς θεούς πανελλήνιοι ἀθλητικοί ἀγῶνες συνδύαζαν τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τά ἀθλητικά ἀγωνίσματα τῶν ἀθλητῶν ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις καί τίς ἀποικίες τους, τούς ὁποίους συνόδευαν καί φιλοθεάμονες πολίτες τους. Ἡ σταδιακή παρακμή τους κατά τούς ὕστερους ἑλληνιστικούς χρόνους δέν ἀποδυνάμωσε τίς λατρευτικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα Ἱερά τῆς ἀπολλώνειας κυρίως λατρείας, (ὅπως λ.χ. στά ἱερά τῶν Δελφῶν, τῆς Ἠλείας, τῆς Ἀντιοχείας κ.λπ.).
Ἡ ἐμφάνιση καί ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο διαφοροποίησαν τόν λόγο καί τόν τρόπο ἐκφράσεως τῆς προσκυνηματικῆς κινητικότητας τῶν χριστιανῶν. Τό ἱερό πλέον κέντρο τῆς θρησκευτικῆς εὐλάβειας τῶν χριστιανῶν ρωμαίων πολιτῶν μετατοπίσθηκε στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου γεννήθηκε, ἔδρασε καί σταυρώθηκε ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάσθηκε ἡ ἑνότητα Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ἐνῶ τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθυνόταν σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς γιά νά ὑπερβαθοῦν οἱ συγχύσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τή σχέσή του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους ἀνέλαβαν συνεχεῖς καί ἐπίπονες περιοδεῖες σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο καί στόν εὐρύτερο περίγυρο γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο καί ἵδρυσαν τίς πρῶτες χριστιανικές ἐκκλησίες στίς σημαντικότερες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες συνέχισαν τό ἱεραποστολικό τους ἔργο παρά τούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.
Βεβαίως, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ὑποστήριζαν τίς νεοσύστατες τοπικές ἐκκλησίες μέ ἐπισκέψεις, ἀποστολές καί ἐπιστολές, ἐνῶ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἦσαν στό ἐπίκεντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ἐρέθιζαν τήν εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στούς θεοβάδιστους ἱερούς τόπους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ πραγματοποίηση ὄμως τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἦταν δυνατή μόνο γιά ὅσους χριστιανούς ἀνῆκαν σέ πλησιόχωρες τοπικές ἐκκλησίες ἤ εἶχαν τήν εὐχέρεια χρόνου καί χρημάτων γιά νά τό ἀποφασίσουν. Ὅσοι πραγματοποιοῦσαν τήν ἐπιθυμία τους συνδύαζαν τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν τόπων μέ τή συμμετοχή τους καί στίς ἰδιαίτερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες ἀνεφέροντο στή σχέση τῶν ἱερῶν τόπων μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀδυνατοῦσαν νά ἀναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική ἐπίσκεψη ἐξέφραζαν τήν εὐλάβειά τους μέ τήν ἐπίσκεψη τῶν τάφων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἀποστόλων, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, στούς ὁποίους συνέρρεαν οἱ πιστοί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά νά τιμήσουν τούς μάρτυρες καί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη τους.
2. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καί τό τέλος τῶν διωγμῶν ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἀναζήτησε πνευματικά ἐρείσματα στόν ὑποδειγματικό βίο τῶν σκληρῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῶν ἀσκητῶν, τά ὁποῖα ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραλληλίζει πρός τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως (P.G. 26, 1173) καί ὁ Ἱερώνυμος τά χαρακτηρίζει ὡς «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist., 108, 31). Βεβαίως, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν σαφής ἡ ὑπεροχή τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος ἔναντι τοῦ «μαρτυρίου τῶν δακρύων τῆς μετανοίας», ἀλλά ἦταν γενική ἡ ἀναγνώριση ὅτι τό δεύτερο ἦταν μία αὐθεντική συνέχεια τοῦ πρώτου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἐξηγεῖται ὄχι μόνον ὁ εὔλογος θαυμασμός τῶν πιστῶν γιά νά ἀσκητικά κατορθώματα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό πραγματοποιοῦσαν προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Συρίας, ἀκόμη καί σέ ὅσα εἶχαν ἀναπτυχθῆ στά βάθη τῆς ἐρήμου (Νιτρίας, Σινᾶ, Λαύρα τοῦ ἁγίου Σάβα κ.ἄ.).
Ἡ ἵδρυση μεγάλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κπόλεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ε’ αἰώνα λειτουργοῦσε ὡς συνεχής πρόσκληση ἤ καί ὡς πρόκληση πρός τούς πιστούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις. Ὁ συνδυασμός τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τῶν μοναχῶν μέ τήν ἀδιάκοπη εἰκοσιτετράωρη θεία λατρεία στίς μονές τῶν Ἀκοιμήτων, καίτοι ἦταν καινοτομία στίς ἀσκητικές παραδόσεις, αὔξησε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ὄχι μόνο τόν ἀριθμό τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Κπόλη καί τήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί τήν πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μονῆς. Ὁ εἰσηγητής τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἡγούμενος Ἀλέξανδρος κατένειμε τούς μοναχούς σέ ἕξι χορούς γιά τήν κάλυψη τῆς συνεχοῦς εἰκοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι᾽ αὐτό καί ἐγκωμιάζεται ὅτι «νόμον εἰσάγει καινόν μέν, ἀλλά τόν ἁπανταχοῦ κάλλιστον, μηδέποτε τῶν εἰς Θεόν ὕμνων τό συνεχές διακόπτεσθαι, ἀλλά, τῇ κατά διαδοχήν τῶν λειτουργούντων ὑπαλλαγῇ, τήν ἀσίγητον ταύτην καί ἄπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιεῖσθαι δοξολογίαν» (PG 116, 705-746). Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀκτινοβολία καί τῶν ἐκκεντρικῶν μορφῶν ἀσκήσεως, ὅπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη στή Β. Συρία, ὁ Στύλος τοῦ ὁποίου προσείλκυε προσκυνητές ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή καί ἐπηρέαζε μέ τήν ἀκτινοβολία του ὄχι μόνο τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν πολιτική ζωή τῆς Συρίας κ.λπ.
Βεβαίως, ὁ μοναχισμός καθιερώθηκε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὡς μία ὑπεροχική ἔκφραση τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὄχι μόνο στήν Ἀνατολή, ἀλλά καί στή Δύση, ὅπου διαδόθηκε ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξορίσθηκαν στή Δύση ἀπό τούς ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες. Ὁ Βίος τοῦ Μ. Ἀντωνίου, οἱ ἀσκητικοί Ὅροι τοῦ Μ. Βασιλείου καί ὁ ζῆλος τοῦ Ἱερωνύμου καί τοῦ Ρουφίνου γιά τή μεταφορά τοῦ μοναχισμοῦ στή Δύση ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Ρουφίνος ἵδρυσε μία ἀξιόλογη γυναικεία μονή στά Ἱεροσόλυμα (374) μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς πλούσιας ρωμαίας Μελανίας, ἡ ὁποία ἔγινε μοναχή, ἐνῶ ὁ Ἱερώνυμος ἵδρυσε μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς ἐπίσης πλουσίας ρωμαίας χήρας Παύλας τρεῖς γυναικεῖες καί μία ἀνδρική μονή στά Ἱεροσόλυμα (389), ὅπου συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές ἀπό τή Δύση. Ἔτσι, ὁ μοναχισμός διαδόθηκε στήν Ἰταλία, τή Γαλλία, τήν Ἱσπανία καί τή Β. Ἀφρική, ἀλλά ἡ ἀκμή του ἄρχισε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν καταφυγόντα στή Δύση διάκονο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου Κασσιανό στήν περιοχή τῆς Μασσαλίας δύο μονῶν, μιᾶς γυναικείας καί μιᾶς ἀνδρικῆς.
Οἱ μονές αὐτές ἔγιναν ὑπόδειγμα ὄχι μόνο γιά τήν ἵδρυση καί ἄλλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἀγγλία, τήν Ἰρλανδία καί τή Σκωτία, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκαν οἱ περίφημοι γιά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο στόν κόσμο τῶν Φράγκων ἰρλανδοσκῶτοι μοναχοί. Ἡ ἵδρυση ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο τῆς περίφημης κοινοβιακῆς μονῆς στό Μόντε Κασσίνο τῆς Καμπανίας (529) ἐπηρέασε τήν ἐξέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Δύσεως. Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου συντάχθηκε μέ βάση τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἔγινε ἡ κύρια πηγή γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν κοινοβιακῶν μονῶν τῆς Δύσεως, ἐνῶ τό τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ἔγινε ὑπόδειγμα γιά τή λειτουργία τους. Ὡστόσο, ὁ δυτικός μοναχισμός ἐνισχύθηκε ἀπό ἀθρόα μετακίνηση πρός τή Δύση πολλῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἀκμαῖες μονές στήν Ἰταλία καί τή Β. Ἀφρική ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ ΣΤ’ αἰώνα καί ἐπηρέασαν μέ τήν ἀκτινοβολία τους ὅλες τίς πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου τῆς Δύσεως, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843).
Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ὁ μοναχισμός δημιούργησε γιά τούς εὐλαβεῖς πιστούς νέα πνευματικά κέντρα προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν καί οἰκονομική ὑποστήριξη ὄχι μόνο γιά τή λειτουργία τους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομική αὐτή προοπτική τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων δέν παραβίαζε τά ὅρια τῆς ἀκτημοσύνης τῶν μοναχῶν, γι᾽ αὐτό καί κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκδηλώθηκαν ἀκραῖες πλουτομανεῖς τάσεις ἀπό τούς μοναχούς ἤ τίς μονές μέ καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα, παρά τίς αὐθαιρεσίες ὁρισμένων μοναχῶν στίς περιοδεῖες τους γιά τήν «ἱερή ζητεία» ὑπέρ τῶν ἀναγκῶν τῆς μονῆς. Οἱ αὐθαιρεσίες αὐτές, καίτοι ἀποδοκιμάσθηκαν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν ἀποδυνάμωσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική εὐαισθησία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀσκητική ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Ἄλλωστε, οἱ σκληροί διωγμοί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοναχῶν συνοδεύθηκαν μέ τό κλείσιμο πολλῶν μονῶν καί τή δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, τά ὁποῖα ἱεροποιοῦσαν ὄχι μόνο τούς ἀγῶνες τους, ἀλλά καί τίς ὁποιεσδήποτε ὑπερβολές στίς «ἱερές ζητεῖες».
Οἱ σκληρές ὅμως δοκιμασίες τοῦ μοναχισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843) κατέστησαν ἀναγκαία τή δημιουργία σέ ἀπομακρυσμένες ἀπό τίς πόλεις δυσπρόσιτες ὀρεινές περιοχές μεγάλων μοναστικῶν πολιτειῶν, στίς ὁποῖες κατέφευγαν ὅλοι οἱ διωκόμενοι μοναχοί γιά νά ἐπιδοθοῦν στά ἀσκητικά ἀγωνίσματα τῆς προσωπικῆς τους ἐπιλογῆς (Ὄλυμπος Βιθυνίας, Λάτρος κ.λπ.). Ἡ παράλληλη ἀνάπτυξη στίς μοναστικές αὐτές πολιτεῖες ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας (Κοινόβια, Λαῦρες, Σκῆτες, Ἐρημίτες, Στυλίτες, Σπηλαιῶτες κ.λπ.) καί οἱ κοινοί ἀγῶνες ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας ἀνέδειξαν τά νέα μοναστικά κέντρα ὡς τούς αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς βαθυτέρας σχέσεως τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας πρός τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, γι᾽ αὐτό συνέρρεαν σέ αὐτά εὐλαβεῖς πιστοί, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, γιά νά ἐνισχυθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἡ ἵδρυση τῆς μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή χερσόνησο τοῦ Ἄθω καθιέρωσε τή νέα αὐτή προοπτική τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ ὄχι μόνο μέ τή σταδιακή ἵδρυση τῶν εἴκοσι μεγάλων κοινοβιακῶν μονῶν, ἀλλά καί μέ τήν πολλαπλῆ ὑποστήριξη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μοναχισμοῦ στίς νεοσύστατες Ἐκκλησίες τῶν σλαβικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖες ἱδρύθηκαν ἀπό τήν ἐντυπωσιακή δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς κατά τούς Θ’ καί Ι’ αἰῶνες. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ λειτούργησε κατά τή δεύτερη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐγγύηση τόσο γιά τήν πνευματική ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὅσο καί γιά τήν πιστότητά του στίς παραδοσιακές ἀρχές τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό καθιερώθηκε ὡς κέντρο προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς χριστιανούς.
3. Ἀντιθέτως, ὁ μοναχισμός τῆς Δύσεως ἀποσυνδέθηκε σταδιακά μέσα τόν ΙΑ’ αἰώνα ἀπό τίς παραδοσιακές ἀρχές τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί εἰσήγαγε νέες ἀρχές στήν ὀργάνωση καί στή διοίκηση τῶν μοναστικῶν ταγμάτων, τά ὁποῖα εἶχαν ὡς κέντρο τή μητέρα μονή καί ἀνέπτυξαν θυγατρικές μονές σέ πολλές χῶρες τῆς Δύσεως μέ τή δωρεά μεγάλων ἐκτάσεων γῆς ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες (τάγμα Κλουνιακῶν) ἤ καί χωρίς τήν ἀποδοχή δωρεῶν (τάγμα Κιστερσιανῶν). Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς μητέρας καί τῶν θυγατέρων μονῶν κατοχυρωνόταν ἀπό τόν ἰδιαίτερο Κανόνα κάθε τάγματος καί βεβαιωνόταν ἀπό τήν ἐξαιρετική αὐθεντία τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς στίς τακτικές ἐτήσιες συνελεύσεις τῶν ἡγουμένων ὅλων τῶν θυγατρικῶν μονῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ μονές τοῦ τάγματος εἶχαν τήν ἀναφορά τους διά τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς κατ᾽ εὐθείαν στόν πάπα καί ὄχι στούς ἐπιχωρίους ἐπισκόπους. Ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική καί κοινωνική προσφορά τῶν μοναστικῶν ταγμάτων αὔξησε ὄχι μόνο τόν πλοῦτο τοῦ τάγματος μέ τήν ἀποδοχή γαιῶν καί οἰκονομικῶν προνομίων ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες ἤ φεουδάρχες, ἀλλά καί τήν ἀποδοκιμασία ἀπό τούς πιστούς τόσο τῆς ἀκόρεστης πλουτομανίας τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῆς ἐξαρτήσεως τῶν ἡγουμένων ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ἡ παρακμή τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Κλουνιακῶν κατά τόν ΙΒ’ αἰώνα καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀπήχηση τῆς αἱρέσεως τῶν Καθαρῶν ἤ Ἀλβιγίων ἐξηγοῦν τίς ἐπιλογές τῶν λεγομένων «ἐπαιτικῶν» μοναστικῶν ταγμάτων (Δομινικανῶν, Φραγκισκανῶν) ἀφ᾽ ἑνός μέν νά μιμηθοῦν τήν ἀπόλυτη πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ νά ἀφιερωθοῦν μέ ἀποστολικό ζῆλο γιά τό κήρυγμα Εὐαγγελίου. Ὡστόσο, ἡ τήρηση τῶν ἐπιλογῶν αὐτῶν ἀτόνησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μέ τόν πλασματικό μάλιστα συλλογισμό ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ἀναφέρεται στούς μοναχούς καί ὄχι στό τάγμα, γι᾽ αὐτό ἐνέταξαν στά οἰκονομικά τους κίνητρα ἀκόμη καί τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως στούς ἐλεγχόμενους ἀπό τούς Σταυροφόρους Ἁγίους Τόπους.Στόν ἀντίποδα ὅμως τῆς πτωχείας τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀναπτύχθηκαν τά καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα τῶν λεγομένων «ἱπποτικῶν» ταγμάτων (Ἰωαννιτῶν, Ναϊτῶν), τά ὁποῖα συνδύαζαν τίς μοναστικές ὑποσχέσεις (ἀγαμία, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή) καί ἄρτια στρατιωτική ὀργάνωση μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔτσι μποροῦσαν νά προσφέρουν πολυτιμότερη προστασία τόσο στούς δυτικούς προσκυνητές, ὅσο καί στούς λατίνους ἡγεμόνες τῶν Ἱεροσολύμων. Τά «ἱπποτικά» τάγματα ἀξιοποίησαν τή συρροή δυτικῶν προσκυνητῶν στούς Ἁγίους Τόπους καί πλούτισαν ὄχι μόνο ἀπό τά ἔσοδα γιά τή φιλοξενία καί τήν προστασία τους, ἀλλά καί ἀπό τίς οἰκονομικές συμφωνίες τους μέ ὅσους ἀναλάμβαναν τή μεταφορά τῶν προσκυνητῶν. Ἔτσι, ἀπέκτησαν τεράστια περιουσία τόσο στήν Παλαιστίνη, ὅσο καί στά σημαντικότερα κέντρα τῆς ἐμπορικῆς ὁδοῦ ἀπό τή Δύση πρός τήν Παλαιστίνη. Βεβαίως, ἡ συρροή πλούτου προκάλεσε τή χαλάρωση τῶν μοναστικῶν ὑποσχέσεων καί τήν τόνωση τῶν οἰκονομικῶν τους δραστηριοτήτων στά μεγάλα κράτη τῆς Δύσεως (Γαλλία, Ἱσπανία, Ἀγγλία κ.ἄ.), οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων εἶχαν δεχθῆ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τοῦ πολύπλοκου τραπεζικοῦ συστήματος τῶν δύο «ἱπποτικῶν ταγμάτων» μέ ἐπαχθῆ μάλιστα ἀνταλλάγματα (δωρεές γαιῶν, εὐνοϊκές οἰκονομικές ρυθμίσεις κ.ἄ.). Μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Σταυροφόρων ἀπό τήν Παλαιστίνη (1291) τά «ἱπποτικά» τάγματα μετέφεραν τήν ἕδρα τους στήν Κύπρο, ἀλλά τό μέν τάγμα τῶν Ναϊτῶν καταδικάσθηκε ὡς αἱρετικό ὑπό τήν πίεση τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας Φιλίππου Δ’ τοῦ Ὡραίου καί διαλύθηκε (1307) γιά τήν ἁρπαγή τῆς μεγάλης περιουσίας του στή Γαλλία, ἐνώ τό τάγμα τῶν Ἰωαννιτῶν ἐγκαταστάθηκε τελικῶς στή Ρόδο μέχρι τήν ἅλωση τῆς νήσου ἀπό τούς τούρκους (1309-1522) καί μετά στή Μάλτα μέχρι τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τόν Ναπολέοντα (1522-1798) καί τή διάλυση τοῦ τάγματος γιά τή δήμευση τῆς περιουσίας του. Συνεπῶς, οὔτε τά ἐπαιτικά τάγματα ἄντεξαν στή μόνιμη τήρηση τῆς πτωχείας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, οὔτε τά ἱπποτικά τάγματα ἄντεξαν στήν πρόκληση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν καταχρηστική οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ προσκυνηματικοῦ ζήλου τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως, ὅπως καί τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν δέν ἄντεξε στήν ὀρθή χρήση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιοκρατικῶν καθεστώτων τῆς Ν. Ἀμερικῆς, γι᾿ αὐτό διαλύθηκε σέ ὅλα τά κράτη τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΗ’ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ὁ εὔκολος πλουτισμός τῶν «ἱπποτικῶν» ταγμάτων καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀνάπτυξη τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀποτέλεσαν σημαντικά κίνητρα γιά τόν ἐμπερίστατο παπικό θρόνο κατά τήν περίοδο τῆς «βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» του στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας (1309-1378) νά ἀναζητήση τήν κάλυψη τῶν πιεστικῶν οἰκονομικῶν του δυσκολιῶν μέ τήν ἐπίσημη καθιέρωση ὁμαδικῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν τῶν ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πρός τή Ρώμη. Ἔτσι, ὁ πάπας Βονιφάτιος Η’ (1294-1303) συνέδεσε τόν θεσμό τῶν «ἰωβηλαίων ἐτῶν» μέ τίς περίφημες «ἀφέσεις», ἤτοι τά συγχωροχάρτια (indulgentiae), γιά νά ἐπιτύχη τήν ὁμαδική συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες πρός τή Ρώμη, τίς ὁποῖες ὑποστήριζαν μέ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τά «ἐπαιτικά» τάγματα, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ Δομινικανοί. Ὁ θεσμός εἶχε τίς ρίζες του στίς ἰουδαϊκή παράδοση (Λευιτ., 25, 8 κἑξ.), ἡ ὁποία ἀφιέρωνε κάθε πεντηκοστό ἔτος στόν Θεό μέ σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις (ἐπιστροφή πωληθέντων κτημάτων, ἀπελευθέρωση δούλων κ.λπ.), ἡ ἔναρξη δέ τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους κηρυσσόταν ὑπό τόν ἦχο σάλπιγγας (ἑβρ. γιομπέλ=σάλπιγγα). Ὁ Βονιφάτιος ὅρισε τόν ἑορτασμό τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν κάθε ἑκατό ἔτη (1300), ἀλλά οἱ διογκούμενες οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ παπικοῦ θρόνου κατέστησαν ἀναγκαία καί τή συντόμευση τοῦ ἐνδιάμεσου χρόνου μεταξύ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν. Ἔτσι, ὁ πάπας Βενέδικτος Β’ περιόρισε τόν ἐνδιάμεσο χρόνο στά πενήντα ἔτη (1340), ὁ Οὐρβανόν ΣΤ’ στά τριάντα ἔτη (1389) καί ὁ Παῦλος Β’ στά εἰκοσιπέντε ἔτη (1470).Ἡ πρόθυμη ὑποστήριξη τῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν ἀπό τά «ἐπαιτικά» τάγματα, τά ὁποῖα ἐπενέδυαν σέ αὐτές καί δικά τους οἰκονομικά κίνητρα (φιλοξενεῖες κ.λπ.), ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τή συρροή προσκυνητῶν στή Ρώμη, ἀλλά καί τά σημαντικά οἰκονομικά ἔσοδα ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτές ἐκκλησιαστικῶν φορέων. Οἱ συμμετέχοντες στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους πιστοί ἀπό ὅλα σχεδόν τά κράτη τῆς Δύσεως ὄφειλαν νά παραμείνουν 15 τουλάχιστον ἡμέρες στή Ρώμη, ὅπου συμμετεῖχαν σέ εἰδικές λατρευτικές τελετές, ἐξομολογοῦντο στούς πνευματικούς καί λάμβαναν «ἀφέσεις» (συγχωροχάρτια) ἁμαρτιῶν καί τιμωριῶν. Ὅσοι πιστοί ἀδυνατοῦσαν γιά διάφορους λόγους νά πραγματοποιήσουν τήν προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Ρώμη μποροῦσαν νά ἀποστείλουν τό ἀνάλογο χρηματικό ποσό γιά νά λάβουν τά συγχωροχάρτια. Ἡ ἀποσύνδεση ὅμως αὐτή ἐπιβάρυνε περισσότερο τήν ἤδη ἐπικίνδυνη σύγχυση πνευματικῶν καί οἰκονομικῶν κινήτρων, καίτοι προβαλλόταν πάντοτε ὡς πρόσχημα κάποιος συγκεκριμένος ἱερός σκοπός γιά τήν πώληση τῶν συγχωροχαρτίων. Ἔτσι, οἱ γνωστές καταχρηστικές ἐνέργειες τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐπαιτικῶν ταγμάτων γιά τήν πώληση συγχωροχαρτίων μέ πρόσχημα τήν ἀνέγερση τῆς περικαλλοῦς Βασιλικῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στή Ρώμη, εἶχαν ὡς ἀναπόφευκτες συνέπειες ὄχι μόνο τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν, ἀλλά καί τήν τραγική διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΣΤ’ αἰώνα, χωρίς μάλιστα νά καταστήσουν πλουσιότερο τόν παπικό θρόνο.
4. Εἶναι λοιπόν προφανές τό συμπέρασμα ὅτι τά ὀργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα ἐμπεριεῖχαν πάντοτε τόν πειρασμό μιᾶς ἐπικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ τῶν πνευματικῶν καί τῶν ὑλικῶν στοιχείων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ὁ πειρασμός αὐτός παρενοχλεῖ τή σκέψη ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται σέ ἕνα προσκυνηματικό πρόγραμμα, ἤτοι τούς διαχειριστές τῶν ἱερῶν τόπων ὑποδοχῆς ἤ καί φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, τούς ἀναλαμβάνοντες τή διακίνηση ἤ καί τή διαμονή τῶν προσκυνητῶν, τήν τοπική κοινωνία τῶν ἱερῶν τόπων καί, τέλος, τούς ἴδιους τούς προσκυνητές. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ πειρασμοῦ ἤ ἔστω τῶν ἐπικινδύνων συγχύσεων εἶναι ἀνέφικτη ἀκόμη καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς παραδοσιακῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις «εὐλαβοῦς ὑποκρισίας», ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση κινήτρων ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατόν νά συγκαλυφθῆ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως προκαλεῖ τελικῶς καί τόν σκανδαλισμό τῶν προσκυνητῶν μέ εὐνόητες ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν συγκεκριμένο τουλάχιστον προσκυνηματικό προορισμό. Προφανῶς, ἡ ὀρθή διαχείριση τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων στούς ἱερούς τόπους λατρείας ἤ ἀσκήσεως προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν πρόθυμη ὑποδοχή τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τόν σεβασμό τῶν προσκυνητῶν πρός τήν ἱερότητα τῶν σκοπῶν καί τῆς λειτουργίας τοῦ τόπου, τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή μή ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ χαρακτήρα τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι σήμερον μεγαλύτερος, ἀφοῦ οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἐντάσσονται πλέον στά εὐρύτερα πλαίσια ὀργανωμένων τουριστικῶν προγραμμάτων καί προορισμῶν ὡς προτάσεις τῶν ὀργανωτῶν καί ὄχι ὡς ἐπιλογές τῶν συμμετεχόντων, γι᾽ αὐτό ὑφέρπει πάντοτε ὁ κίνδυνος ἐμπορευματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν προγραμματισμένων ἐπισκέψεων σέ ἱερούς τόπους.
Οἱ κίνδυνοι αὐτοί εἶναι μεγαλύτεροι γιά τούς ἱερούς τόπους τῶν καθιερωμένων γνωστῶν τουριστικῶν προορισμῶν, στούς ὁποίους ἐξέχουσα θέση κατέχουν τά νησιά τοῦ Ἰονίου καί τοῦ Αἰγαίου πελάγους καί ἡ Κρήτη, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί οἱ ἐπισκέπτες εἶναι συνήθως πολλοί καί μέ διαφορετικές πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί οἱ ἱεροί τόποι ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς ἀξιοθέατα στοιχεῖα τῆς περιοχῆς. Ἄν λοιπόν οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἀντιγράψουν τά τουριστικά προγράμματα, τότε δέν εἶναι ἀναγκαῖες ὄχι μόνο γιατί οἱ ἐπισκέπτες τῶν ἱερῶν τόπων εἶναι ἤδη πολλοί, ἀλλά καί γιατί ἡ αὐξησή τους θά πολλαπλασιάση τά προβλήματα γιά τήν κατάλληλη πνευματική ἀξιοποίηση τῶν ἐπισκέψεων. Ἄν ὅμως ἀποσυνδεθοῦν ἀπό τά τουριστικά προγράμματα, τότε θά πρέπει νά συνδεθοῦν μέ κατάλληλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις γιά νά εἶναι οἱ ἐπισκέψεις πράγματι προσκυνηματικές. Τά Ἑπτάνησα διαθέτουν ὅλα τά ἑλκυστικά στοιχεῖα φυσικοῦ κάλλους καί εὐλαβῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα ἐπιτρέπουν μία ἐποικοδομητική σύνθεση προσκυνηματικῶν καί τουριστικῶν ἐπισκέψεων μέ ἐπίκεντρο τίς καθιερωμένες στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἀκολουθίες (σύντομο ἑσπερινό, παράκληση κ.λπ.). Ἡ προοπτική τῆς συνθέσεως εἶναι ἐποικοδομητική, γιατί ἔτσι καθορίζονται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὁ κατάλληλος χρόνος προγραμματισμοῦ τῶν ἐπισκέψεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὁ κατάλληλος τρόπος ἐκκλησιαστικῆς ὑποδοχῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλουτίσουν τή φυσιοκρατική περιέργεια τοῦ τουρισμοῦ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία μιᾶς προσκυνηματικῆς ἐπισκέψεως.
Τά Ἑπτάνησα ὑπῆρξαν πάντοτε σταθερή γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποιήθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέχεια ἀπό τούς κλασικούς ἤδη χρόνους γιά τήν ἐπικοινωνία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μέ τίς ἀποικίες τους στήν Ἰταλία, ἔγινε πυκνότερη κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο μέ κύριο ἄξονα τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐποχές ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τους ὄχι μόνο στά ἐδάφη τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, ἀλλά καί στήν ἱστορική μνήμη τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόσθετους λόγους νά ἐντάσσουν τά Ἑπτάνησα στίς κύριες ἐπιλογές τῶν τουριστικῶν τους ἐπισκέψεων.Πράγματι, ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο προσέθεσε ἰδιαίτερα στοιχεῖα στόν φυσικό καί ἱστορικό πλοῦτο τῶν Ἑπτανήσων ὄχι μόνο μέ τήν ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, ἀλλά καί μέ τίς τραγικές συνέπειες τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054). Ἔτσι, τά Ἑπτάνησα ἀπέκτησαν κατά τήν δεύτερη χιλιετία τῆς χριστιανικῆς περιόδου καθοριστική στρατηγική ἀξία ὄχι μόνο γιά τίς ἐμπορικές δραστηριότητες τῆς ναυτικῆς δημοκρατίας τῆς Βενετίας, ἀλλά καί γιά τά γενικότερα συμφέροντα τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς βενετοκρατίας τά Ἑπτάνησα, καίτοι γνώρισαν τήν οἰκονομική καί τήν ὁμολογιακή καταπίεση τῶν κρατούντων, διατήρησαν σημαντικά προνόμια κοινοτικῆς ὀργανώσεως καί οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, γιατί οἱ Βενετοί θεωροῦσαν ἀναγκαία τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων ὄχι μόνο στίς ἐμπορικές τους δραστηριότητες, ἀλλά καί στούς ἀλλεπάλληλους πολέμους ἐναντίον τῶν Τούρκων.
Ἡ ἀλληλέγγυα ὅμως ἀνοχή σέ ἕνα ἀναπόφευκτο ἱστορικό συμβιβασμό ὑπῆρξε ἐπωφελής καί γιά τίς δύο πλευρές, ἀφοῦ οἱ μέν Βενετοί κέρδισαν τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων σέ κάθε ἐξωτερική ἀπειλή, οἱ δέ Ἑπτανήσιοι κέρδισαν τήν ἐλεγχόμενη ἔστω συμμετοχή τους στήν οἰκονομική εὐμάρεια τῆς Βενετίας. Ἡ ἰδιότυπη αὐτή ἀλληλέγγυα ἀνοχή παρήγαγε μία ἐπίσης ἰδιότυπη πολιτιστική συνάντηση Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποτυπώθηκε μέ ποικίλους τρόπους ὄχι μόνο στό χῶρο, ἀλλά καί στόν τρόπο ὅλων σχεδόν τῶν ἐκφράσεων τῆς κοινοτικῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τά Ἑπτάνησα παρέμειναν ἀνοικτή γέφυρα γιά τήν ἀμφίδρομη κίνηση ἀνθρώπων καί ἰδέων μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἦταν ποικιλοτρόπως εὐεργετική γιά τούς ἐμπερίστατους Ἕλληνες ὄχι μόνο τῶν βενετοκρατούμενων, ἀλλά καί τῶν τουρκοκρατούμενων περιοχῶν, ἰδιαίτερα δέ γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς τουρκοκρατίας.
Συνεπῶς, τά μνημεῖα καί οἱ μνῆμες τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἑπτανήσων ἐκφράζουν ὄχι βεβαίως μουσειακά στοιχεῖα μιᾶς ἰδιότυπης συγκυρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μιᾶς ἰδιοφυοῦς ἤ καί ἰδιότροπης ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν, γι᾽αὐτό ἀποτελοῦν ζωντανά στοιχεῖα στήν πολιτιστική παράδοση καί στή ζωή τῶν Ἑπτανησίων μέχρι σήμερον. Ἄλλωστε, ἕνας ἀλληλέγγυος συμβιβασμός μεταξύ Βενετσάνων καί Ἑπτανησίων δέν μποροῦσε νά εἶναι παρά μόνο ἰδιοφυής στή σύλληψή του καί ἰδιότροπος στήν ἐφαρμογή του, γι᾽ αὐτό στά Ἑπτάνησα οἱ ζωντανές πολιτιστικές καί ἐκκλησιαστικές παραδόσεις εἶναι τό αὐθεντικότερο ὑπόμνημα γιά τήν ἑρμηνεία τῶν μνημείων τῆς τέχνης καί τῆς πίστεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά Ἑπτάνησα εἶναι ἤδη στόν ὑψηλότερο δείκτη τῶν τουριστικῶν ἐπιλογῶν καί προσφέρονται γιά ἕνα συνετό προγραμματισμό τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, ἀφοῦ ἡ ἰδιοτροπία τῶν πολιτιστικῶν τους παραδόσεων ἐκφράζεται μέ τήν ἴδια εὐαισθησία καί στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας.
Γενεύη, 8 Ὀκτωβρίου 2009

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Γεωργίου Τσέτση: Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ"

(Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, 14 Νοεμβρίου 2009)

Στήν σημερινή ἐποχή τῆς καλπάζουσας παγκοσμιοποιήσεως, ὁ τουρισμός ἀποτελεῖ «μιά πολυεθνική καί πολυδιάστατη βιομηχανία (industry), ἕνα σημαντικό στοιχεῖο τῆς κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς, πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς πραγματικότητος τῆς ἐποχῆς μας» (1). Κατήντησε νά εἶναι μιά βιομηχανία ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, συγκεκριμένα δέ κατά 23% ταχύτερα ἀπό ὁποιαδήποπτε ἄλλη δραστηριότητα. Βιομηχανία πού ἀπασχολεῖ, ποικιλοτρόπως καί σέ διάφορα ἐπίπεδα, ἕναν στούς κάθε ἐννέα κατοίκους τῆς γῆς, καί ἡ ὁποία ἀποφέρει τεράστια κέρδη, τά ὁποῖα ἀνέρχονται ἐτησίως περίπου σέ 3.5 τρισεκατομμύρια δολλάρια! (2)

Σύμφωνα μέ στοιχεῖα τοῦ «Περιβαλλοντικοῦ Προγράμματος τοῦ ΟΗΕ», (United Nations Environment Programme), σήμερα, σέ παγκόσμια κλίμακα, 950 ἑκατομμύρια ἀνθρώπων πορίζονται τά πρός τό ζῆν ἀπό τόν τουρισμό, ἐνῶ οἱ πρόσοδοι ἀπό τήν ἐνασχόληση αὐτή ἀντιπροσωπεύουν τό 10.5% τοῦ κατά κεφαλήν εἰσοδήματος, σέ παγκόσμια πάντοτε κλίμακα (3).

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ὅτι ὁ τουρισμός διαδραματίζει πλέον ἕνα καθοριστικό ρόλο στήν ὅλη οἰκονομική ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνίας, δοθέντος ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τήν βελτίωση τῶν ὑποδομῶν, συντελεῖ στήν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου, ἐνθαρρύνει τήν ποιοτική παραγωγή τῆς τοπικῆς χειροτεχνίας καί, τό κυριώτερο, ἀπασχολεῖ κόσμο καί γίνεται ἀφορμή δημιουργίας νέων θέσεων ἐργασίας, πού συμβάλλουν μεγάλως στήν ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κατοίκων μιᾶς περιοχῆς.

* * * * *

Ὁ ὅρος tourism-«τουρισμός», (δηλ. αὐτό πού στά ἑλληνικά ὀνομάζουμε «περιήγηση»), χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά τό 1937 ἀπό τήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, τήν προκάτοχο τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν (ΟΗΕ), προκειμένου ὅπως χαρακτηρισθοῦν ἐκεῖνοι πού ἀποδημοῦσαν πρός ξένους τόπους γιά ἕνα διάστημα περισσότερο τῶν 24 ὡρῶν (4). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά λεχθεῖ ὅτι οἱ πρῶτοι «περιηγηταί»-«τουρίστες» ὑπῆρξαν ἀναμφίβολα οἱ χριστιανοί, δοθέντος ὅτι ἡ ἀποδημία γιά προσκύνημα σέ χώρους ἱερούς, κυρίως στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν σύνηθες φαινόμενο ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας. Τό «Ὁδοιπορικό» τῆς μοναχῆς Αἰθερίας πού περιγράφει τίς διατριβές της στό Σινᾶ, στήν Παλαιστίνη καί τήν Ἀντιόχεια, δίνει μιά σαφή ἰδέα περί τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς συνήθειας τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων (5). Ἀλλά καί τά «Γεροντικά» καί πολλά ἄλλα ἁγιοπατερικά βιβλία μιλοῦν «γιά τίς εὐλογημένες περιηγήσεις τῶν Χριστιανῶν σέ Μοναστήρια καί ἐρημητήρια, μέ μοναδικό σκοπό τήν πνευματική τους κατάρτησι καί τήν σωματική καί –κυρίως- τήν ψυχική τους ὑγεία» (6).

Ἡ ἀποδημία γιά λόγους ἀναψυχῆς, γι’αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλοῦμε πλέον «τουρισμό», εἶναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Ὁ τουρισμός ἄρχισε νά ἐμφανίζεται, κάπως δειλά, περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναπτύχθηκε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέ τήν ναυπήγηση πολυτελῶν ὑπερωκεανίων καί τήν ἀνέλιξη τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρομικοῦ δικτύου, καί κορυφώθηκε, ἐκδημοκρατιζόμενος, κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ ἰδίου αἰῶνος, μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀεροναυτικῆς βιομηχανίας καί τήν ἀεροπορική σύνδεση σχεδόν ὅλων, ἀκόμη καί τῶν πιό ἀπομακρυσμένων, χωρῶν τῆς ὑφηλίου. Καί ἀκριβῶς, μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια τῆς παγκόσμιας τουριστικῆς δραστηριότητος, ἀναπτύχθηκε τελευταίως, μέ ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς, καί ὁ λεγόμενος
«θρησκευτικός τουρισμός».

Στήν ἀνάπτυξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ» συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Ὅπως λ.χ. ἡ λογοτεχνία μέ διάφορα ἱστορικοῦ περιεχομένου μυθιστορήματα καί μέ ταξιδιωτικές ἀναμνήσεις˙ τά εὐρείας κυκλοφορίας, καί ἐξειδικευμένα στήν προβολή ἀξιοθέατων τόπων καί μνημείων περιοδικά, (ὅπως τό GEO, τό ANIMAN, ἤ τό National Geographic Magazine)˙ ἡ κινηματογραφική βιομηχανία, πού ὄχι σπάνια ἐπιλέγει ἱστορικά, χριστιανικά καί μή, μνημεῖα ὡς σκηνικό γιά τό «γύρισμα» μιᾶς ταινίας˙ ἡ τηλεόραση μέ διάφορα documentaires ἀρχαιολογικοῦ ἤ πολιτισμικοῦ ἐνδιαφέροντος˙ τελευταίως δέ καί τό Διαδίκτυο. Χάρις στούς παράγοντας αὐτούς, ἄγνωστα μέχρις ἐσχάτων χριστιανικά μνημεῖα ἤ περιοχές τοῦ κόσμου, ἄρχισαν πλέον νά μπαίνουν στόν παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, ὡς προορισμοί μείζονος «θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος».

Παράδειγμα, ἡ Rosslyn Chapel, ἕνας κομψός Ἀγγλικανικός Ναός τοῦ ιε΄αἰῶνος στά περίχωρα τοῦ Ἐδιμβούργου, πού βρισκόταν στό ἐπίκεντρο τῆς πλοκῆς τοῦ γνωστοῦ καί πολύκροτου μυθιστορήματος τοῦ Dan Brown “Da Vinci Code” καί τῆς ὁμώνυμης ταινίας. Ὁ ὁποῖος Ναός, ἐνῶ (λόγῳ ἐκκοσμικεύσεως) στερεῖται πληρώματος ὁσάκις τελοῦνται Ἱ. Ἀκολουθίες, σέ ὧρες ἐκτός θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων, κατακλύζεται ἀπό τουρίστες, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπισκέπτονται ἁπλῶς γιά νά δοῦν τόν χῶρο (ἤ ἄν θέλετε τό «σκηνικό-ντεκόρ») ὅπου ἐκτυλισσόταν ἡ ὑπόθεση τοῦ ἐν λόγῳ ἀμφιλεγόμενου μυθιστορήματος (7). Σήμερα, ὁ ἱστορικός αὐτός Ναός ἀπέβη ὁ δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός τῆς Σκωτίας.

Ἕτερο παράδειγμα, ἡ Medjugorje. Μιά πολίχνη τῆς Βοσνίας-Ἑρζεγοβίνης, ἡ ὁποία σέ λίγα χρόνια εἶχε μιά καταπληκτική οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἔπειτα ἀπό μιά πληροφορία πού εἶχε διοχετεύσει μέσῳ Διαδικτύου ἕνας Φραγκισκανός ἱερομόναχος, καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Παναγία εἶχε φανερωθεῖ τόν Ἰούνιο τοῦ 1981 σέ ἕξι παιδιά τοῦ χωριοῦ, δίνοντας, μέσω αὐτῶν, μηνύματα εἰρήνης καί ἀγάπης στόν κόσμο. Ἔκτοτε, ἡ μικρή αὐτή κωμόπολις, δέχεται μυριάδες «προσκυνητῶν», πού ἀνήκουν σέ παρα-εκκλησιαστικές ὀργανώσεις καί «χαρισματικά κινήματα», (κυρίως τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας καί τῆς Γερμανίας) καί σήμερα τείνει νά ἐξελιχθεῖ σέ «Λούρδη τῶν Βαλκανίων» (8). Καί τοῦτο, παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ Βατικανοῦ (9), καί τίς σοβαρές ἐπιφυλάξεις τοῦ τοπικοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου.

* * * * *

Ἀναζητῶντας ὑλικό γιά τήν ἐκπόνηση τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, βρῆκα οὐκ ὀλίγα ἐνδιαφέροντα κείμενα ἀναφερόμενα σέ προσπάθειες, διαφόρων ἐπισήμων καί μή φορέων τῆς Ἑλλάδας, οἱ ὁποῖες στόχευαν στήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, μάλιστα δέ τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ.

Σ΄ἕνα ἀπό αὐτά, γινόταν λόγος περί τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν προσκυνηματικό τουρισμό, ὅπως καί γιά προσπάθειες νά διαμορφωθεῖ ἕνα θεσμικό πλαίσιο προωθήσεως τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ σέ μιά χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα, μέ πληθύν χριστιανικῶν προσκυνημάτων καί ἱστορικῶν Μονῶν. Ὑπογραμμιζόταν, χωρίς περιστροφές, ὅτι «βασικός στόχος» τοῦ ἐγχειρήματος ἦταν νά ἐξελιχθεῖ ἡ Ἑλλάδα «σέ πόλο ἕλξης τουριστῶν», μιά καί τό εἶδος αὐτό τοῦ τουρισμοῦ, τοῦ θρησκευτικοῦ δηλ. τουρισμοῦ, «θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας». Ἔτσι, προτεινόταν σειρά ὅλη πρακτικῆς φύσεως μέτρων γιά τήν εὐώδοση τοῦ ἐγχειρήματος, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ «ἀποκατάσταση τῶν προσκυνημάτων καί τῶν ἱστορικῶν Μονῶν στό πλαίσιο τῆς πολιτιστικῆς καί τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ ἔκδοση «Προσκυνηματικοῦ Ὁδηγοῦ» μέ περιληπτικές πληροφορίες περί ὅλων τῶν προσκυνήματων τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὀργάνωση «ἐμποροπανηγύρεων», «παζαριῶν» καί «παραδοσιακῶν γλεντιῶν» σέ πλατεῖες χωριῶν, οἱ προσαρμογές τῶν ξενοδοχειακῶν μονάδων καί ἐστιατορίων στίς «ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», καί τέλος ἡ ἀνέγερση ἑνός Πανελληνίου Ἱεροῦ Καθιδρύματος «πού θά βοηθοῦσε στήν ἀνάπτυξη τῆς (χώρας), μέ τήν ἀξιοποίηση τοῦ Θρησκευτικοῦ καί Προσκυνηματικοῦ Περιηγητισμοῦ, τοῦ μοναδικοῦ Τουρισμοῦ πού ποτέ δέν πρόκειται νά ἐκλείψει, ἀλλά ἀντίθετα πρός τά ἄλλα εἴδη, παρουσιάζει πάντα ὅλο καί περισσότερο ἀνοδικές τάσεις» (10).

Σέ ἕτερο κείμενο, πού ἀναφερόταν σ’ἕνα Διεθνές Συμπόσιο μέ θέμα τόν «Πολιτιστικό Τουρισμό», ἀφοῦ πρῶτα παρετίθεντο στοιχεῖα σχετικά μέ τίς ἐνέργειες τῆς Πολιτείας καί ποικίλων τουριστικῶν φορέων νά διαφοροποιήσουν τήν τουριστική προσφορά στήν Ἑλλάδα, παρετηρεῖτο ὅτι «ὁ πολιτιστικός τουρισμός εἶναι, ἴσως, ἡ σπουδαιότερη μορφή ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ, ἰδίως γιά τήν Ἑλλάδα, χώρα μέ ἀπαράμιλλα ἀνταγωνιστικά πλεονεκτήματα στή βάση τῶν πόρων πού στηρίζουν τήν τουριστική οἰκονομία» (11). Ἔπειτα δέ ἀπό τήν γενική αὐτή τοποθέτηση, οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Συμποσίου παρουσίαζαν μιά δέσμη «εἰδικῶν μορφῶν πολιτιστικοῦ τουρισμοῦ», ὅπου συμπεριελαμβάνονταν, μεταξύ ἄλλων, οἱ «ἀθλητικές ἀναμετρήσεις»,«γαστρονομικός τουρισμός», περίπατοι σέ «δρόμους κρασιοῦ», ἐπισκέψεις σέ μουσεῖα καί ἐθνικά πάρκα, «φεστιβάλ», «συνάξεις-ἀνταμώματα», «ἐκθέσεις», «συνέδρια», δίπλα δέ στίς εἰδικές αὐτές κατηγορίες εὕρισκε κάποια θέση καί ὁ «θρησκευτικός τουρισμός»!! (12)

Ἕνα τρίτο κείμενο ἦταν μιά ὁμιλία τῆς (τότε) Ὑπουργοῦ Τουρισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, πού εἶχε γίνει τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2006 στά πλαίσια τοῦ 5ου Συνεδρίου τοῦ «Συνδέσμου Ἑλληνικῶν Τουριστικῶν Ἐπιχειρήσεων», καί ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «Τουρισμό καί τήν Ἀνάπτυξη». Παρουσιάζοντας τό Κυβερνητικό πρόγραμμα ὅσον ἀφορᾷ στόν ἐμπλουτισμό τῆς τουριστικῆς προσφορᾶς στήν Ἑλλάδα, καί ἀφοῦ παρατηροῦσε ὅτι «ἡ διαφοροποίηση τοῦ τουριστικοῦ προϊόντος εἶναι τό κλειδί τῆς βιώσιμης, ταχύρυθμης καί μακροπρόθεσμης τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ Ὑπουργός μιλοῦσε περί τῶν μέτρων τά ὁποῖα ἐλαμβάνοντο ἁρμοδίως γιά νά προωθηθοῦν «νέες μορφές ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ πού δέν καλύπτονται ἀπό τόν ἀναπτυξιακό νόμο» τῆς Ἑλλάδος, καί προέβαλε ὡς πρότυπα ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ τήν «γαστρονομία», τόν «θαλάσσιο», τόν «ἀναρριχητικό», τόν «καταδυτικό», τόν «ἀθλητικό» τουρισμό, σύν αὐτοῖς δέ καί τόν «θρησκευτικό τουρισμό» (13). Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαίωνε καί σέ συνέντευξή της σ’ἕνα ρωσσικό περιοδικό (τιτλοφορούμενο «Ἑλλάδα») (14) τόν Μάϊο τοῦ 2007, ὅπου μιλῶντας γιά τίς προσπάθειες τοῦ Κράτους νά ἐμπλουτισθεῖ τό «τουριστικό προϊόν» (sic) τῆς Ἑλλάδος, τόνιζε ὅτι «στό πλαίσιο αὐτό προωθοῦμε τήν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν νέων μορφῶν τουρισμοῦ: τόν ἰαματικό, τόν πολιτιστικό, τόν περιηγητικό, τόν χιονοδρομικό, τόν θάλασσιο, τόν συνεδριακό, τόν προσκυνηματικό, τόν γαστρονομικό, τόν ἀθλητικό, τόν τουρισμό τῶν πόλεων» (15).

Τέλος ἕνα πρόσφατο δημοσίευμα (τόν Ἰούλιο τοῦ 2009), ἀναφερόταν σέ πρωτοβουλίες τοῦ «Πανελλαδικοῦ Συνεταιρισμοῦ (Partenariat) Ἐκκλησιαστικών Εἰδῶν καί Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ», οἱ ὁποῖες στοχεύον στή δικτύωση ἑλληνικῶν ἐπιχειρήσεων μέ ἀνάλογες ἐπιχειρήσεις ἀπό ὁμόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Καί τοῦτο μέ τό σκεπτικό ὅτι (καί σᾶς μεταφέρω αὐτολεξεί τά γραφόμενα) «ὁ κλάδος τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰδῶν καί ὁ θρησκευτικός τουρισμός εἶναι δύο πολύ ἀποδοτικά ἐπιχειρηματικά κεφάλαια» (16).

Διεξερχόμενος κανείς τά ὡς ἄνω κείμενα, ἀλλά καί πολλά ἄλλα σχετικά γραπτά, δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράσει χαρά καί ἱκανοποίηση γιά τίς προσπάθειες πού καταβάλλονται προκειμένου ὅπως ἕνας τόπος, προικισμένος μέ μοναδικές φυσικές καλλονές καί ἀνεκτίμητης ἀξίας μνημεῖα, ὅπως ἡ Ἑλλάδα, ἀποκτήσει μιά ἄξια τοῦ ὀνόματος της καί τῆς ἱστορίας της τουριστική ὑποδομή, πού θά εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς προσπάθειας γιά μιά μακροπρόθεσμη καί βιώσιμη ἀνάπτυξη τῆς χώρας (17).

Ὡστόσο, δέν μπορεῖ νά ἀποκρύψει κανείς καί κάποιο ἐρεθισμό ὅταν διαπιστώνει πώς ἕνας πανάρχαιος ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τό «προσκύνημα», ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς ἕνα «τουριστικό προϊόν», ὡς «πραμάτεια», ὡς «ἀποδοτικό ἐπιχειρηματικό κεφάλαιο», ὡς ἕνας ἀπό τούς παντοειδεῖς οἰκονομικούς παράγοντας πού ἀναμένεται νά συμβάλει καί αὐτός στήν ἀνάπτυξη καί τήν εὐημερία ἑνός τόπου. Καί βεβαίως ἐνοχλεῖται, βλέποντας ὅτι οἱ περί τόν τουρισμόν ἀσχολούμενοι, ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν τήν εἰδοποιό διαφορά ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ «τουρισμοῦ» καί «προσκυνήματος». Δηλ. μεταξύ αὐτοῦ πού κατά κύριο λόγο στοχεύει στήν ἀναψυχή τοῦ τουρίστα, καί ἐκείνου πού ἔχει μιά πνευματική διάσταση καί ἀποσκοπεῖ ὄχι στήν «ἀναψυχή», ἀλλά στήν «ψυχική ἀνάταση» καί τήν ἐν Κυρίῳ αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου.

* * * * *

Ὅπως ἔγινε ἤδη λόγος, ἡ ἔνταξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», μέσα στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς τουριστικῆς καί ἀναπτυξιακῆς πολιτικῆς μιᾶς χώρας, εἶναι πλέον σύνηθες φαινόμενο σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς ὑφηλίου. Δέν εἶναι δέ τυχαῖο ὅτι καί στήν γειτονική Τουρκία, ὅπου, μετά τόν Μικρασιατικό ξεριζωμό καί τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης τό 1923, ἦταν ἀδιανόητο νά πραγματοποιηθεῖ μιά Ὀρθόδοξη λατρευτική Σύναξη στήν Ἀνατολία, σήμερα, ἐπίσημοι κρατικοί φορεῖς, ὅπως τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καί Τουρισμοῦ, ἡ Διεύθυνση Θρησκευτικῶν Ὑποθέσεων, οἱ Δημοτικές Ἀρχές τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνίας, τῆς Λυκίας, τῆς Βιθυνίας ἤ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἐνθαρρύνουν πλέον τά Ὀρθόδοξα προσκυνηματικά ταξίδια, ἀνοίγοντας διάπλατα τίς πύλες ἀλειτούργητων μέχρις ἐσχάτων, καί σέ πολλές περιπτώσεις ἐρειπωμένων, Ναῶν μας.

Ἡ ἐξέλιξη αὐτή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μιά χειρονομία καλῆς θελήσεως τῶν Ἀρχῶν τῆς Τουρκίας στήν προσπάθεια ἐξομαλύνσεως τῶν σχέσεων της μέ τήν Ἑλλάδα. Καί ὄντως εἶναι μιά εὐπρόσδεκτη χειρονομία πού ὁπωσδήποτε συντελεῖ στήν προσέγγιση τῶν λαῶν τῶν δύο χωρῶν. Ὡστόσο, πρέπει νά ὁμολογηθεῖ ὅτι, σέ περιφερειακό τοὐλάχιστον ἐπίπεδο, τά οἰκονομικά ὠφέλη τῆς Τουρκίας ἀπό τίς ἐπισκέψεις χιλιάδων προσκυνητῶν τόσο ἀπό τήν Ἑλλάδα, ὅσο καί ἀπό τήν ἑλληνική διασπορά στίς προγονικές ἑστίες, στίς ρίζες τοῦ γένους, δέν εἶναι διόλου εὐκαταφρόνητα.

Πρέπει ὅμως νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι, ἄν κρατικοί, δημοτικοί καί τουριστικοί φορεῖς τῆς γειτονικῆς χώρας, δίνουν ἔμφαση κυρίως, (ἄν ὄχι ἀποκλειστικά), στό πολιτικο-οικονομικό σκέλος τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού ἐδῶ καί 15 χρόνια ἡγεῖται τῶν προσκυνημάτων ἀνά τήν Μικρά Ἀσία, δίνει μιά ἄλλη ἔμφαση, καί τοποθετεῖ μέσα στό σωστό ἐκκλησιαστικό, πνευματικό καί ποιμαντικό του πλαίσιο, τό ἐπ’ἐσχάτων ἀναβιωθέν πανάρχαιο εὐλαβές ἔθος τοῦ
«προσκυνηματικῶς ἀποδημεῖν».

Ἔτσι, μιλῶντας κατά τήν διάρκεια Ἑσπερινοῦ στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς Μαλακοπῆς (Καππαδοκίας) τόν Ἰούλιο τοῦ 2005, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀπευθυνόμενος σέ ὅμιλο προσκυνητῶν πού τόν εἶχαν συνοδεύσει, ρωτοῦσε: «Ποῖον εἶναι τό κινοῦν αἴτιον τῶν ἐπισκέψεών μας (στήν Καππαδοκία); Μία εὐλαβής ἰδιοτροπία ἤ ἔστω μία καλή προσκυνηματική συνήθεια;» Καί ἔδινε τήν ἀπάντηση. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ στήν Καππαδοκία, ἔλεγε, διότι ὁ τόπος αὐτός «ἐκπέμπει ἁγιότητα, ὁσιότητα, μαρτυρικότητα, εὐαγγελικότητα». Καί συνέχιζε, τονίζοντας μέ ἔμφαση, ὅτι «ἐρχόμεθα καί θά ἐπανερχόμεθα ὡς πεινῶντες καί διψῶντες νά πίνωμεν καί τρώγωμεν ἐν Θείαις Λειτουργίαις τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐδῶ ὅπου, λειτουργικῶς ζῶντες, ἐβίωσαν οἱ Καππαδόκαι Ὀρθόδοξοι..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα διά νά ἐπαναβαπτιζόμεθα εἰς τό προσευχητικόν κλῖμα τό ὁποῖον περιρρέει τόν ὅλον ὑποβλητικόν χῶρον..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα πάλιν, διότι αἰσθανόμεθα ἐνταῦθα πληρέστερον τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιότητος καί τῆς πραγματικότητος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό ὁποῖον συμμετέχουν οἱ πρό ἡμῶν, οἱ σύγχρονοι ἡμῶν καί ὅσοι μετά ἀπό ἡμᾶς θά ἔχουν λάβει τό χριστοσφράγισμα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ζήσαντες, ζῶντες καί ζήσοντες ἐπ΄ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου» (18). Ἰδού λοιπόν, ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ πεμπτουσία τοῦ βιώματος αὐτοῦ πού ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ «προσκύνημα», καί ὄχι «τουρισμό», ἔτσι ὅπως διατυπώνεται ἀπό χείλη Πατριαρχικά. [Παρενθετικῶς, θά ἦταν ἴσως ἐνδιαφέρον νά ἀναφερθεῖ ὅτι τό θέμα αὐτό, εἶχε συμπεριληφθεῖ στό ἀρχικό πινάκιο θεμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού εἶχε καταστρώσει ἡ Α΄Πανορθόδοξος Διάσκεψις τῆς Ρόδου τό 1961. Μόνο πού τότε δέν γινόταν λόγος περί «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», ἀλλά περί «ἀναπτύξεως τοῦ ἔθους τῶν Ὀρθοδόξων ὁδοιποριῶν πρός τά ἑκασταχοῦ Ἱερά Προσκυνήματα» (19).]

* * * * *

Ἕνα μνημόνιο τό ὁποῖο εἶχε ὑποβληθεῖ τόν Νοέμβριο τοῦ 2005 στό «Παγκόσμιο Φόρουμ Ἀστικῆς Κοινωνίας» (Global Civil Society Forum), πού τελοῦσε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ ΟΗΕ, ἀφοῦ πρῶτα ἀναφερόταν στίς προβληματικές πτυχές τοῦ τουρισμοῦ καί τόνιζε τήν ἀνάγκη προαγωγῆς στόν κόσμο ἑνός δικαίου καί ἀειφόρου «οἰκοτουρισμοῦ», προέβαινε, ἐν συνεχείᾳ, στήν ἀπαρίθμηση σειρᾶς ὅλης μέτρων, τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά προσδώσουν ἕνα νέο, πιό «ἀνθρώπινο» κοινωνικό πρόσωπο στόν «τουρισμό μαζῶν», πού ἄρχισε ἐπ’ἐσχάτων νά παίρνει ἀνησυχητικές διαστάσεις, κυρίως στόν λεγόμενο «Τρίτο κόσμο». Μαζί δέ μέ τήν ἔκκληση νά προστατεύονται οἱ «οἰκολογικά εὐαίσθητες περιοχές» τοῦ κόσμου ἀπό ἕνα ἀνεξέλεγκτα ἀναπτυσσόμενο τουρισμό, τό ἐν λόγῳ μνημόνιο προέτρεπε κυβερνήσεις, δήμους καί τουριστικές ἐπιχειρήσεις, νά καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια πρός τρεῖς κυρίως κατευθύνσεις: α) τῆς διαφάνειας στίς τουριστικές ἐπιχειρήσεις, β) τῆς βελτιώσεως τῶν συνθηκῶν ἐργασίας καί τῆς διασφαλίσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων στόν τομέα τοῦ τουρισμοῦ, καί γ) τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν τουριστῶν ὅσον ἀφορᾷ στήν ἱστορία, τήν πολιτισμική κληρονομιά, τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν κοινωνική δομή τοῦ τόπου ἤ τῆς χώρας πού ἐπισκέπτονται (20).

Ἀπό τήν πλευρά του καί ὁ «Οἰκουμενικός Συνασπισμός Τουρισμοῦ» (Ecumenical Coalition on Tourism), πού ἀπό τό 1982 δραστηριοποιεῖται στόν τομέα τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἀρνητικῶν πλευρῶν τοῦ τουρισμοῦ (ὅπως ἡ παιδοφιλία, πορνεία, ἐκμετάλλευση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἄνιση κατανομή τῶν εἰσοδημάτων), μέ κάποια ἀναφορά του συνηγοροῦσε καί αὐτός ὑπέρ τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν περιηγητῶν ὅσον ἀφορᾷ στίς κοινωνικές ἀνισότητες καί τίς ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας στίς χῶρες πού ἐπισκέπτονται (21). Καί προέβαινε στήν ἐνέργεια αὐτή μέ τό σκεπτικό ὅτι, ἐγκλωβισμένοι μέσα στήν πολυτέλεια τοῦ ξενοδοχείου μιᾶς παραδείσιας ἀκρογιαλιᾶς τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, τῆς Ἀφρικῆς ἤ ὁρισμένων χωρῶν τῆς Καραϊβικῆς, ὅπου περνοῦν ἀμέριμνα τίς διακοπές τους, οἱ τουρίστες σπανίως βλέπουν τήν κόλαση μέσα στήν ὁποία πασχίζει νά βγάλει τόν ἐπιούσιον ἄρτον του ὁ δύσμοιρος αὐτόχθων πληθυσμός.

Ἄν λοιπόν, διεθνεῖς ὀργανισμοί καί παγκόσμια φόρα αἰσθάνονται σήμερα τήν ἀνάγκη νά παρέχουν ὁδηγίες στόν κόσμο γιά ἕνα κόσμιο, δίκαιο, συνάμα δέ καί ἐπωφελῆ «ψυχαγωγικό τουρισμό», τί εἴδους «κώδικα καλῆς συμπεριφορᾶς», τί εἴδους προτροπή, θά μποροῦσε νά δώσει ἡ Ἐκκλησία, σέ ὅσους ἑτοιμάζονται γιά μιά, ἐντός ἤ ἐκτός τῆς χώρας, «προσκυνηματική ἀποδημία»; Ὁ λόγος, ὄχι βέβαια γιά ἀποδημίες πιστῶν πού μεταβαίνουν ὄντως γιά «προσκύνημα» ἤ γιά κάποιο «τάμα» σέ χώρους ἱερούς, ὅπως λ.χ. στά Ἱεροσόλυμα, στήν Πόλη, στό Σινᾶ, στήν Τῆνο ἤ τήν Πάρο. Ὁ λόγος, γιά τίς «προσφορές-πακέτα» πού διαφημίζονται μέν ὡς «προσκύνημα», ἀλλά στήν πραγματικότητα συνιστοῦν «ἐκδρομές» οἱ ὁποῖες στό πλούσιο καί ἑλκυστικό πρόγραμμά τους συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ ἄλλων, καί μιά ἐπίσκεψη σέ κάποιο ξακουστό Μοναστῆρι ἤ σέ ἕνα ἱστορικό χριστιανικό μνημεῖο!

Ὁ ἐν λόγῳ «κῶδιξ καλῆς συμπεριφορᾶς» πρέπει πρωτίστως νά βοηθᾶ τόν ὑπό μηλωτή «προσκυνητοῦ» περιφερόμενο σύγχρονο «τουρίστα», στό νά συλλαμβάνει τήν βαθύτερη ἔννοια τοῦ ἐγχειρήματός του. Στό νά συνειδητοποιεῖ τήν ἱερότητα τοῦ χώρου τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται, εἴτε εἶναι αὐτός ἐν λειτουργίᾳ ἐνοριακός ἤ μοναστηριακός Ναός, εἴτε ἐρειπωμένο χριστιανικό μνημεῖο ἤ, ἀκόμη, μουσεῖο. Στό νά ἔχει συναίσθηση ὅτι «ὁ τόπος ἐν ᾧ οὗτος ἔστηκε, γῆ ἁγία ἐστίν» (Ἔξοδος 3, 5). Νά μήν ἔχει δηλαδή τήν ἀνοίκεια συμπεριφορά κάποιου νεοέλληνος «προσκυνητοῦ», πού εὑρισκόμενος πρό τινος στήν Ἁγιασοφιά, «τό Παλλάδιο αὐτό τοῦ εὐλογημένου Γένους τῶν Ρωμηῶν» (22) ἔπειτα ἀπό μιά φευγαλέα ἐπίσκεψη στό Φανάρι, καί ἀδιαφορῶντας γιά ὅσα λέγονταν περί τῆς σημασίας γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ προσκυνήματος (κι’ ἄς εἶναι σήμερα μουσεῖο), ἀδημονοῦσε, ζητῶντας ἐπίμονα ἀπό τόν ξεναγό νά συντομεύει, προκειμένου ὅπως τό «γκρούπ» του προλάβει νά πάει στήν περιώνυμη Κλειστή Ἀγορά τῆς Πόλης, προτοῦ αὐτή σχολάσει!!

Ὁ προσκυνητής δέν μεταβαίνει σέ «Προσκύνημα» γιά ἀναψυχή. Οὔτε καί γιά νά θαυμάσει μόνο ξακουστά ἀρχιτεκτονικά ἤ ἁγιογραφικά ἀριστουργήματα, πού δημιούργησαν κάποτε δεξιοτέχναι μαστόροι. Οὔτε δέ μεταβαίνει μέ τήν νοοτροπία τοῦ «ἦλθον, εἶδον, ἀπῆλθον»! Ὁ προσκυνητής μεταβαίνει σ’ἕνα χῶρο Ἱερό γιά νά προσκυνήσει, νά ἁγιασθεῖ, νά ἰαθεῖ, νά ὠφεληθεῖ πνευματικά, νά συγκεντρωθεῖ, νά συζητήσει, νά χωνέψει αὐτά πού εἶδε καί ἄκουσε, κυρίως δέ γιά νά μετάσχει στήν λειτουργική ζωή μιᾶς Ἱερᾶς Μονῆς (23), ἤ μιᾶς Ἐνορίας. Ὅπως παρατηροῦσε εὔστοχα ὁ φιλοξενῶν ἡμᾶς ἅγιος Ζακύνθου στό Β΄ Ελληνο-Ρωσσικό Φόρουμ τῆς Πετρουπόλεως τόν παρελθόντα Ἰούλιο, ὁ Ὀρθόδοξος προσκυνητής ἐπισκέπτεται χώρους στούς ὁποίους φανερώθηκε θαυμαστά ἡ δύναμη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, κυρίως πρός ὠφέλειαν ψυχῆς καί πρός ἐξεύρεση θησαυρῶν πνευματικῶν (24). Μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο προκειμένου ὅπως βρεθεῖ σέ «κοινωνία» μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ τόπου αὐτοῦ, τούς πιστούς πού εἶναι ἡ τοπική ἔκφραση τῆς «Μιᾶς» Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί οἱ ὁποῖοι μαζί μέ μᾶς καί μαζί μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη λοιπούς ὀρθοδόξους, ἀποτελοῦν Σῶμα Χριστοῦ καί εἶναι «μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. 12,27). Καί θά προσέθετα ἐπί πλέον, πώς μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο γιά νά ἐνδιαφερθεῖ καί γιά τήν τύχη αὐτῶν πού συνιστοῦν τήν τοπική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἔχει νόημα, νομίζω, νά ἐπισκεφθεῖ κανείς, ντόπιος ἤ ξένος, ἕνα ἱστορικό Ναό ἤ μιά Μονή κάποιου συρρικνωμένου ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, χωρίς νά διερωτηθεῖ γιατί ἐρήμωσε ὁ τόπος καί πῶς ζοῦν σήμερα οἱ ἐναπομείναντες, γηραιοί κυρίως, κάτοικοί του. Οὔτε ἀρκεῖ νά μεταβεῖ κάποιος στήν Πόλη γιά ἐπίσκεψη στό Φανάρι, στήν Χάλκη καί στήν Ἁγιασοφιά, (ἐννοεῖται δέ καί στήν «Κλειστή ἀγορά» καί σέ κάποια ψαροταβέρνα τοῦ Βοσπόρου!), χωρίς νά προβληματισθεῖ γιά τήν τύχη τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Πολίτικης Ρωμιοσύνης. Ὅπως δέν ἔχει νόημα νά ἐπισκεφθεῖ κανείς «προσκυνηματικά» τά Ἅγια χώματα τῆς Παλαιστίνης, τά Ἱεροσόλυμα, τήν Βηθλεέμ, τήν Ναζαρέτ, τό Θαβώρ, καί τόν Ἰορδάνη, χωρίς ταυτόχρονα νά διερωτηθεῖ γιά τά αἴτια ἐκεῖνα πού προκάλεσαν τήν συρρίκνωνση τοῦ ὀρθοδόξου καί γενικά τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἁγίας Πόλεως τά τελευταῖα σαράντα χρόνια, καί χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν μοῖρα καί τίς συνθῆκες διαβιώσεως, στήν ὑπό κατοχή πατρῴα τους γῆ, τῶν ἐναπομεινάντων λίγων αὐτοχθόνων πιστῶν, πού ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, τουτέστι τῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἄλλο πρᾶγμα λοιπόν, σεβασμία καί ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ «Προσκυνηματική ἀποδημία», καί ἕτερον ὁ «Θρησκευτικός τουρισμός». Καί στήν συνειδητοποίηση, ἐκ μέρους τῶν ἀποδημούντων, τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τοῦ «ἀποδημεῖν», πρέπει νά συμβάλλουν ἀποτελεσματικά τόσο οἱ διοργανωταί παρομοίων «ἐξορμήσεων», (Μητροπόλεις, Ἐνορίες, Σύλλογοι, Ταξιδιωτικά γραφεῖα), ὅσο καί οἱ Ἱερές Μονές καί Ἐνορίες πού φιλοξενοῦν ἄτομα ἤ ὁμάδες προσκυνητῶν. Χωρίς τήν βασική αὐτή ποιμαντική μέριμνα καί προϋπόθεση, τό «προσκύνημα» καταντᾶ νά εἶναι, ἁπλῶς, περιήγηση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Raul Nicolau Gonsalves, New horizons for the Pastoral Care of Tourism, ἐν Perspectives in Tourism, Spirituality in Tourism, no. 2, σελ. 22
2. Antony Rogers, Bringing People Together for Just Peace-Challenges to Tourism in the 21 Century, ὅπ.π. σελ. 7
3. UNEP Global Civil Society Forum, UNEP/GCSF/5
4. Ron O’ Grady, The Τhreat of Tourism-Challenge to the Church, WCC Publications, Geneva, 2006, p. 75
5. Βλ. Αἰθερίας Ὁδοιπορικόν, ἐκδ. «Τῆνος».
6. Ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Ὁδηγός Ὀρθοδόξου Προσκυνητοῦ, ἐκδ. Δ΄, Ἱ. Μονή Παναγίας Τατάρνης, σελ. 30
7. Andrew Duff, Churches and Tourism, http://www.churchesandtourismassociation.info
8. Κατά πληροφορία τοῦ κροατικοῦ ἱδρύματος “Svetiste Kraljice Mira”- «Προσκύνημα τῆς Βασιλίσσης τῆς Εἰρήνης», σέ εἴκοσι ἑκατομμύρια ἀνέρχονται ἐκεῖνοι πού σέ μερικά χρόνια ἐπισκέφθηκαν τήν κωμόπολι αὐτή. Βλ. Apparitions de la Vièrge Marie Medjugorje, ἐν http://www.kroatien-ferien.com. Πρβλ. καί «Σέ ἄνοδο ὁ Θρησκευτικός τουρισμός», στήν ἐφημερίδα Ναυτεμπορική, 22/6/2007
9. Ὁ Καρδινάλιος Ratzinger, καί σήμερα Πάπας Βενέδικτος ις΄, εἶχε τότε χαρακτηρίσει τό φαινόμενο τῆς Medjugorje ὡς «ἁπλό ἐφεύρημα». Βλ. Rémi Fontaine, Le cas Medjugorje, Présent, 24 juin 2006
10. http://www.panagia-galaxa.gr./tourismos.html
11. Διεθνές Συμπόσιο γιά τόν Πολιτιστικό Τουρισμό 16-19/11/2006, βλ. http://www.helexpo.gr/portal. Event item.
12. ὅπ.π.
13. Βλ. www.seteconferences.com/ 5th Conferencespeaches
14.Βλ.www.traveldailynews.gr/new.asp
15. http//www.greece.ru/gr/cult
16, «Στό ἐπίκεντρο ὁ προσκυνηματικός καί θρησκευτικός τουρισμός,», Βλ. Αὐριανή, 2 Ἰουλίου 2009, σελ. 8
17. Τό ἴδιο μπορεῖ νά λεχθεῖ καί για ἄλλες Ὀρθόδοξες χῶρες ὅπως ἡ Κύπρος, ἡ Ρωσσία, ἡ Σερβία, ἡ Γεωργία, ἡ Οὐκρανία, ἤ ἡ Ρουμανική Μολδαβία
18. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινόν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Θεροδώρου Μαλακοπῆς, (02.07.2005), Βλ. http//www.ec-patr.org/docdisplay
19. Μονογραφηθέντα Πρακτικά τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (24 Σεπτεμβρίου-1 Ὀκτωβρίου 1961), ἐν Ὀρθοδοξία, ΛΖ΄ (1962) σελ.70
20. Background Document on Tourism. EED-Tourism Watch, UNEP/GCSF/5 (01 October 2005) σελ. 8
21. An ECOT declaration on World Tourism Day 2006, στό http://www.ecotonline.org
22. Ἀρχιμ. Δοσιθέου, μν. ἔργ. σελ. 4
23. Αὐτόθι, σελ. 30 καί 62
24. Βλ.www.ecclesia.gr/greek/holysynod/committees/tourism/prosk_tour_anap.html

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Με αφορμή το κάδρο ενός μαγέρικου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μεσημέρι βροχερό, της απαρχής του χειμώνα, όπως μόνο στη Ζάκυνθο μπορείς να τον βιώσεις. Υγρασία, που διαπερνά το είναι σου και φόβος για μια επερχόμενη στατικότητα, την οποία μόνο η προσμονή μπορεί να φωτίσει. Η πραγματικότητα μιας επαρχίας και η αλήθεια ενός «Φιόρου», όπου από καιρό και με τον καιρό μαράθηκε. Επαλήθευση του μύθου της Περσεφόνης, επέκταση της εκδίκησης της αλήθειας. Το χθες σε σελίδες ιστορίας και το σήμερα ρομφαία να πληγώνει ανίατα.
Με φίλο καθόμασταν σ’ ένα από τα λιγοστά μαγέρικα της μεσημεριάτικης πλήξης της πόλης μας, της κάποτε Χώρας και τρώγαμε, περισσότερο από ανάγκη επαφής και καταπολέμησης της ανίας, της μπροστά στην εξώθυράς μας ερχόμενης πραγματικότητας και λιγότερο από ικανοποίηση μιας βασικής μας αίσθησης και ανάγκης.
Στους τοίχους του μαγαζιού, ως συνήθως στο νεότερο Φιόρο του Λεβάντε, οι παλιές του δόξες σε κορνίζες. Φωτογραφίες της προσεισμικής πόλης, αυτής που χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα τον φοβερό και στιγματικό εκείνο Αύγουστο του 1953, να θυμίζουν, να διακοσμούν μα και να διδάσκουν. Είναι αλήθεια πως έγιναν μόδα και ενίοτε κουράζουν. Μα δείχνουν, πάνω απ’ όλα, την ανάγκη της διατήρησης της μνήμης και την επιμονή - εμμονή για την υπογράμμιση μιας ιδιαιτερότητας και τον τονισμό ενός περασμένου και ίσως και πεπερασμένου μεγαλείου. Η κομψότητα και η αισθητική ν’ αντιμάχονται την μπετόν ευδαιμονία μας και η φινέτσα ν’ αντικρούει την πλαστική μας ευμάρεια, όπου ακόμα και κάθε Χριστούγεννα έκανε, όπως είχαμε ξαναγράψει, αν θυμάστε, την ιστορική μας πλατεία του Αγίου Μάρκου, Αγίας Βαρβάρας Αιγάλεω και τον μικρό νεογέννητο Ιησού από την ζεστασιά του στους πίνακες του Κουτούζη και του Καντούνη, τον εξευτέλιζε σε πλαστικές ύβρεις. Η εκδίκηση της γυφτιάς ή το κατρακύλισμα ενός πολιτισμού. Δεν έχει σημασία. Το ίδιο και το αυτό είναι. Του κιτς η μάνα στην καρδιά του τόπου, που κάποτε επάξια ονομάστηκε «Φλωρεντία της Ανατολής». Η ανταπόδοση του πιεσμένου, που μισεί. Η ανυπαρξία της παιδείας, που καταστρέφει.
Σε μια από αυτές τις μουσειακές πια, δυστυχώς, φωτογραφίες, απεικονίζονταν η παλιά μας Μητρόπολη του Αγίου Νικολάου των Ξένων, η οποία, εκτός από τον ταπεινό επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας, τον «και τση γης και του πελάου» αντικαταστάτη του Ποσειδώνα και πάτρωνα και προστάτη των απανταχού της γης ναυτικών, φιλοξενούσε και τον παλιό, πριν τον Άγιό μας, πολιούχο του νησιού, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή, όταν και αυτός, όπως πολλοί άλλοι, μετά την έλλειψη του κινδύνου των πειρατών και την επιβολή της μεταφοράς του «μαύρου χρυσού», της σταφίδας, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την καστρόπολη της ασφάλειας και να κατηφορίσει προς τον αιγιαλό.
Απλή από έξω και αυτή η ιερή στέγη του νησιού μας, προσεισμικά βέβαια, μα αληθινό μουσείο στο εσωτερικό της. Έργα τέχνης την κοσμούσαν, εικονογραφικές αναστάσεις, ξυλόγλυπτες πνοές και αργυρόγλυπτες ικεσίες. Ο φημισμένος αρχιερατικός θρόνος, η καθέδρα με την εικόνα του Ελκόμενου, τα κονίσματα της προσπετίβας, η φινέτσα και η κομψότητα, αλλά και η λεπτότητα, που προέρχονταν από προβληματισμό και σκέψη. Αυτά που σε μια μέρα ή πιο σωστά σε λίγες ώρες, έγιναν ερείπια και στάχτη, για να δώσουν την θέση τους σε φας - φουτ άποψης διάδοχο.
- Δες τι ωραία ήταν η παλιά μας Μητρόπολη, είπα στον φίλο συνδαιτυμόνα μου, απλή απ’ έξω και πανέμορφη μέσα, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους καλλιεργημένους και ευαίσθητους, αντίθετα από τους σημερινούς απόγόνους τους, που φροντίζουν το εξωτερικό και αδιαφορούν για το εσωτερικό των κατοικιών τους, σαν κάποιους πρωταγωνιστές ευαγγελικής περικοπής.
Το δέχτηκε, μιας και η παιδεία του το επέτρεπε, αλλά μού απάντησε:
- Και η διπλανή εκκλησία του Αγίου μας, όμορφη δεν είναι; Και αυτό γιατί πιο πέρα, πραγματικά υπήρχε η απεικόνιση του ναού του Πολιούχου μας.
Τότε ήρθαν στο νου μου όλα αυτά που είχα ακούσει και διαβάσει για τις αντιδράσεις των συμπατριωτών μας, όταν αναγειρόταν αυτό το σημαντικό για όλους μας κτίριο. Αν θυμάμαι καλά οι πατεράδες μας το ήθελαν σαν τους Αγίους Πάντες, του ιστορικού μας κέντρου, δεμένο με την δική μας αρχιτεκτονική παράδοση και προέκταση της τοπικής μας αισθητικής. Επικράτησε, όμως, η άποψη της εξομοίωσης και η ισοπέδωση των συγκοινωνούντων δοχείων, μια και οι Συντεχνίες είχαν από καιρό εκλείψει και τα Αδελφάτα δεν είχαν λόγο στην νεότερη ιστορία μας.
Ο πολύς Διον. Ρώμας, σ’ επιστολή του που έστειλε, λίγο μετά την θεομηνία του 1953, στον τότε μητροπολίτη του Τζάντε, τον γεννημένο στην γειτονική Κεφαλονιά, Αλέξιο Ιγγλέση, επιδιώκοντας να δημιουργηθεί το Μουσείο μας, στο οποίο θα στεγαζόταν όλοι οι σεισμόπληκτοι θησαυροί των πολυάριθμων ναών του νησιού, όπου, εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχε προοπτική να ξαναχτιστούν και αντικρούοντας την άποψη του δεσπότη, ο οποίος δεν ήθελε να γίνουν εκθέματα τα αντικείμενα λατρείας, θέλοντας να τον πείσει για το αντίθετο, μεταξύ άλλων γράφει:
«[…] Οι προαναφερόμενοι αρχαιολογικοί ιστορικοί χώροι οι διακοσμηθέντες αρχικώς με τα εν λόγω αριστουργήματα είναι ακόμη υπαρκτοί και ως εκ τούτου ο σύνδεσμος μεταξύ περιέχοντος και περιεχομένου απολύτως οργανικός. Αντιθέτως εις την Πόλιν μας, εάν εξαιρέσωμεν τους ναούς Αγίου Νικολάου Μώλου και Παναγίας των Αγγέλων, ουδεμία άλλη Εκκλησία αξία της τεραστίας καλλιτεχνικής παραδόσεως της Νήσου απέμεινεν. Τα λοιπά Εκκλησιαστικά κτίρια, τα οποία πρόκειται να διακοσμηθούν, αποτελούν αυτοσχεδιασμούς άνευ ουδεμιάς καλλιτεχνικοθρησκευτικής πνοής των οποίων αποκλειστική αρετή είναι η αντισεισμικότης των. Ουδείς οργανικός δεσμός υφίσταται πλέον μεταξύ των εκ σιδηρομπετόν αυτών κατασκευών και των θαυμασίων ξυλογλύπτων τέμλων και των φορητών εικόνων, όπου υπερχειλίζει η θεία Πίστις και το πηγαίον τάλαντον των μεγάλων εκείνων καλλιτεχνών του παρελθόντος […]».
Όσοι μπορούν να δουν τα πιο πέρα από την επιφάνεια, θα διαπιστώσουν το πόσο δίκιο είχε ο συγγραφέας του «Περίπλου» και τότε βουλευτής Ζακύνθου. Γνώστης και λάτρης, ως εκ τούτου, της ιδιαιτερότητας του πολιτισμού του νησιού μας, προειδοποιεί και μαντεύει. Χτυπά το κουδούνι του κινδύνου, αλλά κανείς δεν τον ακούει. Στην ίδια του, μάλιστα, επιστολή, την οποία πρωτοδημοσιεύει ο ακαταπόνητος Διονύσης Σέρρας, από τα αρχεία του λόγιου Νίκου Γρυπάρη, στον τόμο του περιοδικού του, των πολύτιμων και μοναδικών Επτανησιακών Φύλλων, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην επέτειο του σεισμού, το Καλοκαίρι του 2003, γίνεται πιο σαφής για την αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου μας και ενδεικτικά σημειώνει:
«[…] Προσεισμική μεν αλλά πρόσφατος κατασκευή διατηρηθείσα ανέπαφος. Το μεγαθήριον αυτό, του κ. Ορλάνδου, αποτελεί κόλαφον αισθητικόν εις την παράδοσιν της Ζακυνθινής (και γενικώς της Επτανησιακής) Εκκλησιαστικής, αρχιτεκτονικής, παραδόσεως. Ως εκ της υφής του, πάντως, δεν χρήζει διακόσμου φορητών εικόνων αλλά στολισμόν των θόλων, αψίδων κλπ. είτε δια μωσαϊκών ψηφιδωτών (όπερ και το ορθότερον) είτε δια μεγάλων συνθέσεων FRESCO […]». Κάτι, που δυστυχώς, δεν έγινε, συνεχίζοντας τον «κόλαφον».
Ηθικό πόρισμα απ’ όλα τα παραπάνω: Η συνήθεια είναι ο χειρότερός μας σύμβουλος. Μπορεί να σε ισοπεδώσει. Κάνει ακόμα και έναν επτανήσιο και δη ζακυνθινό να προδώσει την αισθητική του, ν’ ανεχτεί αρχιτεκτονική ξένη απ’ την παράδοσή του, να δεχτεί ένρινες ψαλμωδίες και θρηνωδίες, να ξεχάσει τη φινέτσα του, να μην σέβεται την λογοτεχνία του και δη την ποίηση, που δημιουργείται γύρω του. Τότε όμως θα έχει μια «κηδεία, σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες», όπως επιγραμματικά σημειώνει ο εκ της γείτονος νήσου καταγόμενος μεγάλος ποιητής.
Υπάρχει άρα καιρός για αντίσταση;
Ναι, αν υπάρχει παιδεία. Προς το παρόν μάς λείπει. Ας την αποκτήσουμε.
Related Posts with Thumbnails