© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Τέσσερα Γράμματα από τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας και μια διαχρονική Αθηναϊκή Επιστολή του Γρηγορίου Ξενόπουλου

από το Αρχείο του Γρηγορίου Ξενοπούλου

της Κατερίνας Δεμέτη

Με τη διαθήκη της 20ης Φεβρουαρίου 1987, η Ευθαλία Ξενοπούλου-Νάτσιου, κόρη του αείμνηστου Γρηγορίου Ξενόπουλου, κληροδότησε στο Μουσείο Μπενάκη, στον Δήμο Ζακυνθίων και στο Ωδείο Αθηνών, την περιουσία της, κινητή και ακίνητη.

Η μελέτη του τμήματος εκείνου από το αρχείο της δωρήτριας, το οποίο σήμερα αποτελεί περιουσία του Δήμου Ζακυνθίων και φυλάσσεται στο Μουσείο Γρηγορίου Ξενόπουλου, στη γειτονιά της Φανερωμένης, είναι μια εργασία που απαιτεί χρόνο, προσπάθεια και επιστημονική συνεργασία ειδικών επιστημόνων, που έχουν πείρα από το ανάλογο υλικό.

Επειδή όμως το «Σύγχρονο Μουσείο», δεν έχει μόνο στόχο να συγκεντρώσει, να αρχειοθετήσει και τελικά να εκθέσει τα μουσειακά αντικείμενα, αλλά να έχει τέτοια δομή και λειτουργία, ώστε να δρα εκπαιδευτικά προς τους νεώτερους και επειδή είναι γνωστό ότι το αδημοσίευτο υλικό είναι ουσιαστικά και επιστημονικά άχρηστο, γι’ αυτό σήμερα δημοσιεύουμε τέσσερις επιστολές προς την Ευθαλία Ξενοπούλου-Νάτσιου και το σύζυγό της Χριστόφορο, από τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας και μία επιστολή του Γρηγορίου Ξενόπουλου από τη σειρά των Αθηναϊκών Επιστολών της «Διάπλασης των Παίδων», του 1959.

Επιπλέον τόσο ο επετειακός χαρακτήρας των επιστολών αυτών μέσα από την πληθώρα των ιδιωτικών, που απευθύνονται στην Οικογένεια Νάτσιου και βρίσκονται στο αρχείο του Μουσείου, όσο και ο διδακτικός χαρακτήρας της «Αθηναϊκής Επιστολής» του Γρηγορίου Ξενόπουλου από τη «Διάπλαση των Παίδων», αλλά και η αίσθηση «του τόσο μακριά μα και τόσο κοντά μας», μάς οδηγεί σε μια ευλαβική σχεδόν προσέγγιση του υλικού αυτού. Διατηρήσαμε την ορθογραφία των επιστολών, θεωρώντας ότι το τελευταίο που θα μπορούσαμε να ζητήσουμε είναι η σωστή ορθογραφία των συντακτών τους.
Ελπίζουμε ότι το Μουσείο Γρηγορίου Ξενόπουλου θα βοηθηθεί έτσι ώστε το υλικό του να συντηρηθεί και να αναδειχτεί με τον πιο κατάλληλο τρόπο.


Α. ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αποστολέας: Δεκανεύς Μπότσης Κ.Κ.
ΙΙΙ/36 Συν/μα
Προς: Κυρίαν Λουλούκαν Χ. Νατσίου, Αγ. Δημητρίου 2, Αθήνας.
T.T. 850 Tη 23η Μαρτίου 1941

Σεβαστή κ. Νατσίου,
Σας στέλνω χαιρετίσματα απ’ τα ψηλά χιονισμένα και ηρωικά βουνά του μετώπου μας, εδώ που ο Ελληνικός Στρατός κάνει τα θαυμαστά του θαύματα, που θαυμάζει και θα θαυμάζει αιωνίως όλος ο κόσμος, η αθάνατη Ελλάς, που εγαλούχισε επί τριάκοντα αιώνας την ανθρωπότητα με θαύματα και θα γαλουχή αφού θα υπάρχει άνθρωπος. Ενθυμούμαι τα λόγια σας που μου είπατε όταν την 28η Οκτωβρίου 1940 {υπέρ βομών και εσθιών}.
Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, που λέτε στη γυναίκα μου και δια την κανονικήν λειτουργίαν του λ/σμού σας.
Τα σέβη μου εις τον κ. Νάτσιον.
Οι αθάνατοι Έλληνες Στρατιώται στο μέτωπο με το αίμα μας αλλά και εσείς εκεί στο εσωτερικόν μέτωπον προσφέρετε κάτι το σχετικόν.

Σας χαιρετώ.
Μεθ’ εκτιμήσεως,
Δεκανεύς Μπότσης Κ.Κ.
ΙΙΙ/36 Συν/μα
Ο.Δ.Τ.
Τ.Τ.850


Β. ΑΤΕΛΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ

Όνομα αποστολέως:
Βουρλάκος Γεώργιος, Στρατιώτης.
Διεύθυνσις: Μ 9/Δ
Τόπος: Τ.Τ.825
Προς: Κύριον Χρηστόφορον Νάτσιον, Αρχιτέκτονα, Οδός Αγ. Δημητρίου 2, Συν. Ψυρρή, Αθήνας.
Μ 9/Δ Τ.Τ.825-12-2-41

Αγαπητέ Χριστόφορε,
Υγιαίνομεν-Υγιαίνεται. Εχθές ελάβαμεν επιστολήν σας με τον Παναγιώτην και ευχαριστήθημεν που μας ενθυμήθητε και ας μην ήλθες στο Ρους να μας αποχαιρετήσης. Μας γράφετε πως μας είχατε έτοιμα δέματα και δεν τα παραλαμβάνουνε. Στείλε μας τότε μερικά τσιγάρα που έρχονται, όχι όμως Νο 1, ξέρεις εσύ και στείλε μου και την επιστολήν που μου είχες κρατήσει. Πολλούς χαιρετισμούς στην κυρίαν σου και
[στον]
κ. Κοσμάν.
Με πολύν αγάπην, Γιώργος.
Περιμένωμεν τσιγάρα.



Γ. ΑΤΕΛΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ

Όνομα αποστολέως: Βουρλάκος Γεώργιος, Στρατιώτης.
Διεύθυνσις: Μ 9/Δ
Τόπος: Τ.Τ.825
Προς: Κυρίαν Λουλούν Νάτσιου, Οδός Αγ. Δημητρίου 2, Συν. Ψυρρή, Αθήνας.
Τ.Τ.825-12-2-41

Αγαπητοί μας φίλοι,
Κε Χριστόφορε και Κα Λουλού.
Υγιαίνομεν-Υγιαίνετε.
Την αγαπητήν σας επιστολήν ελάβαμεν και δεν φαντάζεσθε την χαράν μας που βλέπομεν πως μας ενθυμήσθε., πολύ δε περισσότερον ευχαριστήθημεν για τα ωραία σας πατριωτικά λόγια, και να είσθε βέβαιοι πως γρήγορα θα φέρομεν εις πέρας τον ιερόν σκοπόν για τον οποίον αγωνιζόμεθα με την βοήθειαν της Παναγιάς μας. Μας γράφετε πως έχετε έτοιμα δέματα να μας στείλετε, δεν είναι ανάγκη, μας είναι αρκετό το ότι μας ενθυμείσθε, άλλωστε μάλινα έχωμε αρκετά, ένα μόνον να κάνετε να παρακαλείτε την Παναγιά μας να γυρίσωμε γρήγορα Νικηταί και θα Νικήσωμε διότι το δίκαιο είναι μαζύ μας. Στείλτε μας όμως κανά τσιγάρο και κανά στηλό για να σας γράφομε, και μερικά χαρτοφάκελα. Αυτές τις ημέρες μας είχαν κάνει οι Φρατέλοι μερικάς επιθέσεις, αλλ’ αι επιθέσεις των μετεβλήθησαν, σε άτακτον φυγήν τοιούτου είδους που δεν προφθάνωμε να ενταφιάζομαι τους νεκρούς των. Αυτοί είναι οι Ιταλοί.
Με άπειρη φιλία και εκτίμησι.
Γιώργος Βουρλάκος.


Δ. ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αποστολέας: Δεκανέας Φωτόπουλος Παναγιώτης, Μονάς 9/Δ Τ.Τ.825
Προς: Κυρίαν Λουλού Χρησ. Νάτσιου, Αγίου Δημητρίου 2, Αθήναι.

Απ’ τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Εν Τ.Τ.825 <Μονάς 9/Δ> 13-2-41

Αγαπητοί μου κκ Λουλού και Τοτό,
Το γράμμα σας πήρα σήμερον και χάρηκα που είσθε καλά, και που ύστερα από 2 μήνας που έφυγα από την Αθήνα, συνομήλισας σήμερα με το γράμμα σας, το οποίο μου θύμησε πολλά. Καθημερινώς περίμενα γράμμα σας, για να μάθω πως είσθαι και τι γίνετε ο κ. Χριστόφορος με τα καμουφλαρίσματα. Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια και το ενδιαφέρον σας προς εμέ. Οι επιχειρήσεις του Μετώπου καθώς διαβάζεται στας εφημερίδας πηγαίνουν πολύ καλά και πολύ σύντομα θα τους πετάξουμε στην θάλασσα αυτούς τους άθλιους και ύπουλους Ιταλούς. Είμαι υπερίφανος που βρίσκομε στην Πρώτη γραμμή του Πυρός προσφέροντας τας υπηρεσίας μου προς τους μαχόμενους Ιταλούς. Το δε Τάγμα μας έχει κάνει θαύματα καθώς θα είδατε στην Ακρόπολι της 21/1/41, με κίνδυνο της ζωής μας επετύχαμε τον σκοπό μας.
Κ. Λουλού μάλινα είδη έχω προμηθευθεί προ καιρού. Σε ευχαριστώ που μου ετοίμασες το πουλόβερ, πλην όμως μην το στείλεις. Στείλε μου μόνον Μερικά Σιγάρα, γιατί δεν μας προφθάνει ο ανεφοδιασμός, λόγω της μεγάλης αποστάσεως, λίγο κονιάκ, χαρτοφάκελα, ένα στυλογράφο, έναν αναπτήρα, μερικά μανδυλάκια, και εάν σας είναι εύκολον κανά περιοδικό ή εφημερίδες για να περνούμε τις ώρες μας οσάκις δεν έχουμε εργασίες. Συγνώμη για την απαίτησην αυτήν με όλο το θάρρος της φιλίας μας.
Με αδεφλική Αγάπη,
Σας φιλώ,
Πάνος
Υ.Γ. και μία πίπα για να κόβω τα σιγάρα στη μέση για λόγους οικονομίας.


Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ, Σάββατον 24 Οκτωβρίου 1959, Τόμος 1959 Β΄ αριθμ.21, σελ. 567.
ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ:
« Έ σ ο έ τ ο ι μ ο ς »

Αγαπητοί μου,
Όταν ήμουνα μικρός, πολύ μικρός, νομίζω ότι δεν είχα πάει ακόμη στο σχολείο, θαύμαζα τα προσκοπάκια. Με τη στολή τους, με τα κοντάρια τους, με τα σήματά τους, με τα παιχνίδια και τις ασκήσεις τους. Θυμάμαι ακόμη και τώρα, πολύ αμυδρά βέβαια, ένα μεγάλο γήπεδο στην παραλία της Μυτιλήνης, προς το Μακρύ Γιαλό, ξέφραγο χωράφι μπορώ να πω, με δύο ξύλα όρθια για πόρτα, πύλη για την ακρίβεια και μια μεγάλη επιγραφή: «Έσο έτοιμος».
Πρέπει να είχα πάει όμως τότε στο σχολείο, γιατί κατάφερνα και διάβαζα αυτή την επιγραφή με τα μεγάλα μπλε κεφαλαία γράμματα: «ΕΣΟ ΕΤΟΙΜΟΣ». Δεν καταλάβαινα όμως τι σήμαινε. Το έτοιμος βέβαια ήτανε λέξη γνωστή για μένα. Αλλά αυτό το «έσο»; Ο… πλούτος των γνώσεών μου, έφθασε κάποτε ως το σημείο να μάθω ότι «έσο» σημαίνει μέσα. Γράφεται όμως αλλιώτικα. Αλλά πάλι «μέσα έτοιμος» τι θα πη; Έβλεπα, βέβαια, τα προσκοπάκια να κυκλοφορούνε εκεί, αλλά γιατί να γράφη η επιγραφή ότι μόνο οι μέσα ήταν έτοιμοι; Πριν μπούνε μέσα δηλαδή δεν ήτανε έτοιμοι;
Ο εγωϊσμός μου (όταν πηγαίνει κανείς στην πρώτη δημοτικού, νομίζει πως τα ξέρει όλα) δε μ’ άφηνε να ρωτήσω. Κάναμε συχνούς περιπάτους με τους γονείς μου και τ’ αδέλφια μου, στην παραλία κι’ έβλεπα διαρκώς αυτή τη μυστηριώδη επιγραφή. Κάποτε τέλος πάντων έρριξα τον… εγωϊσμό μου και ρώτησα το μεγάλο μου αδελφό, που ήτανε και διαπλασόπουλο;
-Τι θα πη, «έσο έτοιμος»;
-Να είσαι πάντα έτοιμος.
Πάλι δεν κατάλαβα πολλά πράγματα. Όταν όμως μεγάλωσα, ένιωσα πραγματικά το τι σημαίνει αυτό για τη ζωή μας.
Πάντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να αντιμετωπίσουμε το κάθε τι που θα μας συμβεί, είτε σαν άτομα, είτε σαν σύνολο. Η ζωή βέβαια, κυλάει ομαλά. Έχει όμως και τις αναποδιές της.
Έτσι πριν από δεκαεννιά χρόνια, η ζωή στη χώρα μας κυλούσε όμορφα και γαλήνια. Είχε εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά η Ελλάδα ήτανε αμέτοχη σ’ αυτόν. Λίγα χρόνια πριν, κανένας δε φανταζότανε ότι θα γινότανε πόλεμος. Η ζωή σ’ όλον τον κόσμο ήτανε ειρηνική. Γιατί λοιπόν ν’ ανησυχούμε κι εμείς; Ποιος ο λόγος να ετοιμασθούμε για άμυνα, σε μιαν επίθεση που κανένας δε φανταζότανε;
Ήλθε όμως αυτή η άνανδρη επίθεση της 28ης Οκτωβρίου, από ένα καθεστώς, που καταδικάσθηκε στην ίδια τη χώρα που γεννήθηκε, την Ιταλία. Σηκώθηκαν τα «έξι εκατομμύρια λόγχες» και χτυπήσανε την Ελλάδα. Νομίζανε πως μόνο η σκιά τους θα μας φόβιζε. Κάποτε άλλοτε όμως, πριν αιώνες, τα ίδια περίπου άκουσε κι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, για τη σκιά των βελών των Περσών. Έδωσε τότε την απάντηση που έπρεπε: «Θα πολεμήσωμεν υπό σκιάν». Στα 1940, την έδωσε πάλι η Ελλάδα την απάντηση.
Περίμεναν ότι θα μας βρούνε απροετοίμαστους. Γελάστηκαν! Οι Έλληνες είναι πάντα έτοιμοι, Σα λαός και σαν άτομα. Κι εκεί που περιμένανε να σαρωθούμε, αντισταθήκαμε. Όλος ο κόσμος, και στα δύο ημισφαίρια, έμεινε με το στόμα ανοιχτό από κατάπληξη και θαυμασμό. Δώσαμε την πρώτη νίκη στη συμμαχική παράταξη εναντίον του φασισμού, στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Εμείς όμως δεν κοιτάζαμε, ούτε την κατάπληξη, ούτε το θαυμασμό. Μας ενδιέφερε η νίκη.
«Έσο έτοιμος»!
Μη ξεχνάτε πάντα στη ζωή σας να είσαστε έτοιμοι για το κάθε τι. Αλίμονο αν νομίζετε ότι όλα θα κυλάνε πάντα ευχάριστα και ομαλά. Η ζωή, ποτέ δεν πρέπει να σας βρίσκη απροετοίμαστους. Είναι μια αρχή που πρέπει να τη βάλετε από τώρα στο μυαλό σας και να την κρατάτε διαρκώς.
Σας ασπάζομαι
ΦΑΙΔΩΝ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Το κυνήγι ως εικαστικό θέμα: μία καλλιτεχνική δραστηριότητα σε αρμονία με την νόμιμη εποχή θήρας στο "Νησί των Κυνηγών"

Της Κατερίνας Δεμέτη
Το να καταπιαστεί κάποιος με το θέμα «κυνήγι» στη Ζάκυνθο, μοιάζει σαν ν’ αναφέρεται σ’ ένα θέμα που σχετίζεται λίγο πολύ με την πανάρχαια διαδικασία μετάβασης από την παιδική στην ώριμη ηλικία, που για τον άντρα σημαίνει και κάτι περισσότερο: συμμετοχή στην παραγωγή, ικανότητα για εξεύρεση συντρόφου, τεκνοποίηση και κατά συνέπεια, ωρίμανση σε κάθε βιολογικό τομέα.
Αλλά θα 'ταν άδικο να εξαιρέσουμε και τις γυναίκες, που όλες λίγο - πολύ συμμετέχουν με τον τρόπο τους στο ευγενές αυτό σπορ, είτε μαδώντας, καψαλίζοντας και μαγειρεύοντας τα λάφυρα (καρφουμά, με μπίζι, σάρτσα, στη γάστρα, ψητά ή με σκορδομάραθο), είτε κρατώντας κι εκείνες το όπλο επ’ ώμου (μαζί με το πλεχτό και το περιοδικό, για να περνάει η ώρα), συνοδεύοντας τον σύντροφο τις μοναχικές ώρες της άρμπας.
Μη σας φαίνεται περίεργο. Όσες προερχόμαστε από κυνηγετικές φαμίλιες, και νομίζω ότι είμαστε οι περισσότερες, έχουμε ακούσει για τα κατορθώματα του νόνου - πατέρα και για την υπομονή της νόνας-μητέρας στο «χόμπυ» του, κι έχουμε ξεκαρδιστεί με τις μάντσιες, που συνοδεύουν την κοινή τους ζωή.
Γι’ αυτό, όταν παίρνουν το φως της δημοσιότητας θέματα όπως, η θανάτωση κυνηγόσκυλων και η επικήρυξη με σεβαστό χρηματικό ποσό από τον Κυνηγετικό Σύλλογο Ζακύνθου των δραστών, ή η δυσφήμιση του νησιού μας για παράνομη θήρα, διαδικτυακά και από μεγάλα αθηναϊκά περιοδικά, αισθανόμαστε την ανάγκη να πάρουμε κάποια θέση. Γιατί πιστεύουμε ότι αυτό το κυνήγι -δημοσιότητας και αυτό το κυνήγι- μαγισσών, έχει να κάνει περισσότερο με τα φαινόμενα της εποχής μας.
Είναι γνωστό βέβαια ότι, η περίοδος κυνηγιού διαρκεί από τις 20 Αυγούστου μέχρι 28 Φεβρουαρίου, εκτός από το κυνήγι της πέρδικας που λήγει στις 14/12, του λαγού στις 10/1 και του αγριογούρουνου στις 20/1. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η θήρα αγριοκούνελου μέχρι 10 Μαρτίου. Στις 15 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε το κυνήγι του λαγού, ενώ το κυνήγι της πέρδικας άρχισε από την 1 Οκτωβρίου. Επιτρεπόμενες μέρες κυνηγιού λαγού, πέρδικας και αγριογούρουνου έχουν ορισθεί η Τετάρτη και τα Σαββατοκύριακα. (Στοιχεία από Κυνηγετικό Σύλλογο Ζακύνθου, Ευγενίδου 10, τηλ. 26950-42662).
Ο Ζακυνθινός ωστόσο αγαπάει το κυνήγι, γιατί είναι ένα κομμάτι από τον τόπο του ή πιο σωστά, ένας τρόπος για να εξημερώσει τη φύση του τόπου του. Για να έρθει πιο κοντά στα δάση και στα βουνά της, στους λόγγους και στις χαράδρες της. Για να γνωρίσει τη χλωρίδα και την πανίδα της και γίνει ο κυρίαρχος.
Γιατί ο Ζακυνθινός κυνηγός είναι κατά βάση φυσιολάτρης.
Θα μου πείτε: και αυτά τα έκτροπα που παρουσιάζονται στις μέρες μας, με την εξόντωση δεκάδων απροστάτευτων πουλιών, έτσι για την πλάκα;
Νομίζω ότι αυτά είναι εξαίρεση, γιατί όποιος έχει ακούσει πραγματικό κυνηγό, εννοώ κυνηγό με συνείδηση, θα διαπιστώσει ότι μπροστά στο θέαμα του ανοίγματος των φτερών της μπεκάτσας, πολλές κάνες έχουν κατεβεί, έτσι, για την απόλαυση του πετάγματος του ωραίου πουλιού.
Και άνθρωποι ασυνείδητοι υπάρχουν παντού. Σε όλους τους χώρους.
Ο Ζακυνθινός κυνηγός όμως δεν είναι ασυνείδητος, γιατί ξέρει ότι το να καταστρέψει το θήραμα είναι στην πραγματικότητα αυτοκαταστροφή. Αυτό θα οδηγήσει στη νέκρωση της φύσης και για να μιλήσουμε με όρους ιστορίας της τέχνης: η «νεκρή φύση» διαφέρει ως προς όλα από τη «ζωντανή φύση».
Αλλά και πάλι, η σχέση του Ζακυνθινού με το κυνήγι, μοιάζει κάπως με τον τρόπο που η «νεκρή φύση» σαν θεματολογία στην τέχνη, εμφανίζεται μέσα στη διαδρομή των αιώνων. Προβάλλει δηλαδή αυτόνομη, σαν ένα ξεχωριστό είδος, ανάμεσα στα πολλά που παρουσιάζει η καλλιτεχνική δραστηριότητα.

Ο όρος «νεκρή φύση», natura morta, εισάγεται στην ιταλική ορολογία της τέχνης τον 18ο αι. Η natura morta θεωρείται ακόμη τότε ζωγραφική δεύτερης κατηγορίας και αντιδιαστέλλεται προς την «ευγενή» natura vivente, τη ζωντανή φύση, όπου πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος. Στις Κάτω Χώρες από τον 17ο αι. καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα η «νεκρή φύση», ως προσφιλές είδος αστικής ζωγραφικής, και χρησιμοποιήθηκε ο όρος που έμελλε να επικρατήσει στην αγγλική και τη γερμανική γλώσσα: still life, Stilleben (ήσυχη ζωή, ήσυχο μοτίβο), σε αντίθεση με την κίνηση που χαρακτηρίζει το ζωντανό μοντέλο. Από τότε που ο Καραβάτζιο (Michelangelo Merisi da Caravaggio, 1573-1619) ζωγράφισε γύρω στα 1600, μια από τις πρώτες νεκρές φύσεις της ιστορίας, ένα ολοζώντανο πανέρι με φρούτα, η ζωγραφική είχε κιόλας υπογράψει τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας. Διαδήλωνε σιωπηρά τη θέλησή της να πάψει ν’ αφηγείται ιστορίες και να αυτονομηθεί.

Ο Γιαν Άσσελυν (Jan Asselyn 1610-1652) από τους γνωστότερους Ολλανδούς ρωμαϊστές, δηλαδή τους βορειοευρωπαίους εκείνους καλλιτέχνες των αρχών του 16ου αι. που το ύφος τους ήταν επηρεασμένο από την Αναγέννηση, μετά από επίσκεψή τους στην Ιταλία, ζωγράφισε τον πίνακα «Ο τρομαγμένος κύκνος», (1784, Βασιλικό Μουσείο Άμστερνταμ) για τον Γιαν Ντε Βιττ. Το θέμα ασυνήθιστο, αλλά όχι σπάνιο. Η εκτέλεση στερεή και δυνατή, ενώ το διάφανο γαλαζωπό χρώμα και το δραματικό φόντο είναι τυπικά γνωρίσματα του ιταλικού ρεύματος στις βόρειες Κάτω Χώρες. Λίγο μετά το θάνατο του Άσσελυν, ο Γιαν Ντε Βιττ, έγινε Πρωθυπουργός της Δημοκρατίας και κάποιο χέρι πρόσθεσε επιγραφές σε γλώσσα ολλανδική, που αποδίδουν στον πίνακα μια πολιτική αλληγορία της ολλανδικής ανεξαρτησίας. Και να τι γράφουν: «Ο Πρωθυπουργός» κάτω από τον κύκνο, «Ολλανδία» πάνω σε ένα από τα αυγά και «Εχθρός του Κράτους», πάνω στον σκύλο (κάτω αριστερά). Η πρόθεση της αλληγορίας είναι φανερή, όσο κι αν δεν ξέρουμε ποιος ήταν αυτός ο «Εχθρός του Κράτους»!
Αλλά ήταν η τεχνική της ελαιογραφίας εκείνη που επέτρεψε στον ζωγράφο ν’ αναδείξει την υφή των αντικειμένων και να τονίσει την υλική τους παρουσία. Μέσα από την ελαιογραφία, η «νεκρή φύση», κατάφερε να μιλάει στο θεατή, με την ποικιλία και τη μελωδία των σχημάτων, με τον πλούτο της υφής, με την αρμονία των χρωμάτων, με τη δομή και τον ρυθμό της σύνθεσης. Επειδή δε διαιωνίζει στιγμές απόλαυσης, προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες και σαλόνια. Μια τέτοια ζωγραφική, αποδεικνύει κάτι περισσότερο από τη δεξιοτεχνία του καλλιτέχνη. Επιβεβαιώνει τον πλούτο και τον τρόπο ζωής του ιδιοκτήτη.
Οι ελαιογραφίες συχνά απεικονίζουν πράγματα. Πράγματα που μπορούν ν’ αγοραστούν. Το να έχεις ένα πράγμα ζωγραφισμένο και βαλμένο στο μουσαμά, δεν είναι διαφορετικό από το να το αγοράζεις και να το βάζεις σπίτι σου. Αν αγοράσεις έναν πίνακα, αγοράζεις επίσης και την όψη του πράγματος που αντιπροσωπεύει.

Στην Ελλάδα η «νεκρή φύση» αναπτύχθηκε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. για ν’ ανταποκριθεί στη ζήτηση της νέας αστικής τάξης. Ο Περικλής Πανταζής (1849-1884) θα ζωγραφίσει πολλές νεκρές φύσεις, όπου παρακολουθούμε την εξέλιξη του ύφους του, από τα σκοτεινά παστόζικα χρώματα στην απελευθέρωση της πινελιάς και στην ιμπρεσσιονιστική λαμπρότητα.

Οι ελαιογραφίες με νεκρές φύσεις που εξειδικεύονται σε θηράματα ή είδη κυνηγιού, είναι πολύ διαδεδομένες σε όλη την Ευρώπη (Jean-Batiste-Simeon Chardin, Νεκρή φύση με φασιανό και κυνηγετική τσάντα, 1760, Staatliche Museen, Βερολίνο). Αυτοί οι πίνακες, κρεμασμένοι στις τραπεζαρίες των αστικών και πλούσιων σπιτιών, επιβεβαίωναν τη δύναμη του κατόχου τους να προσπορίζει την τροφή, αλλά συγχρόνως και την επεδείκνυαν.

Μοιάζουν κάπως με τις φωτογραφίες των συντοπιτών μας που επιστρέφουν από τις εξορμήσεις τους ή από εδώ ή από τη Βόρεια Ελλάδα κι επιθυμούν ν’ απαθανατιστούν στο φακό με όλα τους τα τρόπαια!
Στα πρόσωπά τους μπορούμε να δούμε όχι μόνο την περηφάνια για το μεγάλο κατόρθωμα. Μπορούμε να διαπιστώσουμε την ικανοποίηση για τη νίκη του ανθρώπου απέναντι στη φύση.
Τη νίκη της «νεκρής φύσης» απέναντι στη «ζωντανή».
Καλά κυνήγια!

Φωτογραφίες:

1. Jean-Batiste-Simeon Chardin, Νεκρή φύση με φασιανό και κυνηγετική τσάντα, 1760, Staatliche Museen, Βερολίνο
2. Leonardo Da Vinci, Σπουδή με γάτες, δράκους και άλλα ζώα, 1513-1515, Royal Library, Windsor
3. Leonardo Da Vinci, Σπουδή με άλογα, αιλουροειδή και τη μάχη του Αγίου Γεωργίου με το δράκο, 1513-15, Royal Library, Windsor
4. Vincent van Gogh, πουλί, 1886
5. Γιαν Άσσελυν, Ο τρομαγμένος κύκνος, 1784, Βασιλικό Μουσείο Άμστερνταμ
6. Περικλής Πανταζής, Λαγός, 1875-77, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Διαφάνεια και αρχέγονο φως

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Είμαι το αρχέγονο φως. Γεννήθηκα πριν από αιώνες αιώνων, σε έναν Χώρο όπου δεν υπήρχε χώρος, και σε έναν Χρόνο όπου δεν υπήρχε χρόνος. Η παρουσία μου μετρά το αιώνιο. Η διαφάνεια είναι μια κρίσιμη καμπή της αιώνιας διαδρομής μου, που θεωρείται δίκαια μεγάλης σημασίας. Πράγματι, 400.000 χρόνια από τη γένεση του Σύμπαντος, παύει η αλληλεπίδρασή μου με την ύλη. Αρχίζει τότε, όπως λένε η εποχή της διαφάνειας. Από τότε πάντως που απελευθερώνομαι από τους δεσμούς μου με την ύλη είμαι σε θέση να μεταφέρω εικόνες και γεγονότα του απώτατου παρελθόντος. Η εποχή της διαφάνειας σημαίνει την αρχή της γνωριμίας με το πρώιμο Σύμπαν».
(Γιώργος Γραμματικάκης)


Σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε το Σύμπαν από μια υπέρθερμη Μεγάλη Έκρηξη και είχε ως συνέπεια τη συνεχή διαστολή του. Το αρχέγονο φως αποτελούσε τότε το κυρίαρχο συστατικό του Σύμπαντος και η ύλη μια μικρή πρόσμιξη, ήταν η περίοδος της φωτοκρατίας. Μαζί με τη διαστολή αρχίζει και η πτώση της θερμοκρασίας που επηρεάζει τη συχνότητα του φωτός. Τα φωτόνια κρυώνουν, χάνουν διαρκώς ενέργεια και η συχνότητα του φωτός από την ορατή περιοχή μετατοπίζεται στα ραδιοκύματα. Τα πρωτόνια και τα νετρόνια υπερισχύουν και ο Κόσμος από την περίοδο της φωτοκρατίας περνά στην περίοδο της υλοκρατίας. Το κέρδος για την πορεία του αρχέγονου φωτός είναι ότι αφού τα άτομα είναι ηλεκτρικώς ουδέτερα παύει η αλληλεπίδραση με την ύλη και μπορεί να ταξιδεύει χωρίς δέσμευση και να κατακτά κάθε γωνιά του Σύμπαντος.

Μετά την πρώτη φάση της δημιουργίας, το Σύμπαν συντίθεται από ένα τεράστιο νέφος υδρογόνου και μικρές ποσότητες ηλίου. Η επίδραση της βαρύτητας δημιουργεί μεταβολές, συσσωρεύεται ύλη και το Σύμπαν μεταβάλλεται και αποτελείται από πρωτογενείς γαλαξίες. Η βαρυτική δύναμη συμπιέζει τα άτομα σ΄ αυτούς τους πρωτογαλαξίες και δημιουργούνται πάλι διάσπαρτες συγκεντρώσεις ύλης, αυξάνεται η θερμοκρασία και η συμπιεσμένη ύλη αυτοαναφλέγεται, ελκύοντας τεράστιες ποσότητες ενέργειας και φωτός και… τότε γεννιέται ένα πανέμορφο αστέρι.

Τα αστέρια συνεχώς εξελίσσονται και τελικά αφανίζονται, ενώ γεννώνται συνεχώς καινούργια με διαφορετική μορφή και μέγεθος μέσα σε δισεκατομμύρια έτη. Τίποτε δε διαρκεί για πάντα. Το υδρογόνο, στο εσωτερικό του άστρου, εξαντλείται στο πέρασμα του χρόνου και τότε ακολουθεί η καύση του ηλίου... Το αστέρι μεταβάλλεται σε «ερυθρό γίγαντα» που εκπέμπει κοκκινωπό φως και παρουσιάζει φαντασμαγορικό θέαμα, αλλά είναι το προστάδιο του θανάτου. Όλοι οι αστέρες πέρασαν ή περνούν από το στάδιο του «ερυθρού γίγαντα» και ο καθένας έχει το δικό του θάνατο. Οι μεγάλοι αστέρες γίνονται αστέρες νετρονίων που περιστρέφονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και μοιάζουν με περιστρεφόμενο φάρο. Προκειμένου να αποφύγουν το θάνατο τα αστέρια εκτοξεύουν ένα μέρος του εαυτού τους στο διάστημα. Οι εκρήξεις αυτές ονομάστηκαν υπερκαινοφανείς και λάμπουν όσο δισεκατομμύρια άστρα… έτσι μπορεί να θαυμάσει κανείς το πανέμορφο νεφέλωμα στον αστερισμό του Κύκνου! Το Σύμπαν αποτελεί μια τεράστια σκηνή όπου εκτυλίσσονται ατέλειωτοι κύκλοι γεννήσεων και αστρικών θανάτων, όπου η εκτοξευόμενη αστρική ύλη υπόκειται σε πυρηνική κατεργασία και αποτελεί την αρχή μιας διαδικασίας για να δημιουργηθεί η ζωή.

Η πορεία του αρχέγονου φωτός από τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης συναντά μεγάλες παγίδες που ονομάζονται μαύρες τρύπες. Είναι αόριστες και άυλες, ό,τι απέμεινε από το θάνατο των αστέρων. Το βαρυτικό τους πεδίο είναι τεράστιο. Καθετί που προσπαθεί να περάσει από αυτή την απαγορευμένη ζώνη της αδιαφάνειας, ακόμα και οι ακτίνες του φωτός εγκλωβίζονται στην αιώνια σκοτεινή μοναξιά.

Ιδιαίτερο κομμάτι του Σύμπαντος αποτελεί το Ηλιακό μας σύστημα. Ένα πυρακτωμένο άστρο, ο Ήλιος, με εννέα συνολικά πλανήτες που έχουν διαφορετική σύσταση και μέγεθος, περιφέρονται γύρω του και δέχονται ενέργεια και φωτεινή ακτινοβολία. Δορυφόροι, μετεωρίτες και κομήτες με εντυπωσιακή ουρά είναι ένα μικρό χωριό στο αχανές. Στον πλανήτη Γη, με έντονα ταραγμένο παρελθόν ηφαιστειακής δράσης, γεωλογικών μεταβολών και ηλεκτρικών εκκενώσεων, αλλά και με τη σχετική ισορροπία που απόκτησε πέντε δισεκατομμύρια χρόνια μετά την απόσπασή του από το αστρικό νέφος δημιουργήθηκε Ζωή με διάφορες μορφές. Ορισμένες από αυτές εξαφανίστηκαν ενώ άλλες επιβιώνουν επιδεικνύοντας μεγαλύτερες αντοχές.

Ο άνθρωπος είναι κορυφαία πράξη της δημιουργίας με διανοητική υπεροχή και σπουδαία-ατέλειωτα επιτεύγματα. Μέσα από την επιστήμη και την τεχνολογία παρατηρεί το Σύμπαν και αναπτύσσει την κοσμολογία. Προχωρά στην ανίχνευση της κοσμικής ακτινοβολίας και κυρίως των μικροκυμάτων (δορυφόρος COBE) και καταλαβαίνει ότι το «απολίθωμα φωτός» από τη Μεγάλη Έκρηξη υπάρχει παντού γύρω μας και μέσω του φωτός αποκαλύπτεται ο κόσμος. Η απίστευτη όμως αυτή πρόοδος δε συνοδεύεται από τον ανάλογο σεβασμό προς τον πλανήτη, τα θαυμαστά δημιουργήματα της φύσης και την ποικιλία της ζωής. Πλείστες φορές συμβαίνει να συμπεριφέρεται με ασέβεια στον εαυτό του και στους άλλους ανθρώπους. Εγκλωβισμένος στην υλοκρατία της εποχής δημιουργεί αδιαφανείς σχέσεις με τους άλλους και επιτίθεται εναντίον του κατασκευασμένου υπερεγώ του. Αδυνατεί να επιτρέψει τη διαφάνεια να εισέλθει στα αισθήματά του, στις ιδέες του, στη ματιά του και καταλήγει απομονωμένος στα έγκατα της «μαύρης τρύπας», αόμματος και δυστυχής. Τούτο δημιουργεί την άγνοια, την επιθετικότητα, την ανισότητα και τα μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα που κυνηγούν λυσσαλέα το σύγχρονο άνθρωπο. Ο πολιτικός αγώνας για διαφάνεια στις οικονομικές συναλλαγές είναι αποσπασματικός και ατελέσφορος αν δεν ξεκινήσει από τον προσωπικό αγώνα του καθενός και ιδιαίτερα των ισχυρών που κατέχουν τα σκήπτρα της εξουσίας. Η κλίμακα χρόνου πάνω στην οποία διενεργούνται οι αλλαγές στο Σύμπαν είναι ιδιαίτερα μεγάλη αλλά κάθε σκαλοπάτι της είναι απαραίτητο για το πέρασμα στο επόμενο στάδιο. Χρειάζεται χρόνος για να «αποδεσμευτούμε» από την ύλη, να κινηθούμε ελεύθερα και με διαφάνεια, και να φωτίζουμε τους γύρω μας, όπως το αρχέγονο φως.

Η ομορφιά της ζωής όπως και του Σύμπαντος έχει απαραίτητο συστατικό τη διαφάνεια, τη διαύγεια και την καθαρότητα στο βλέμμα, στις προθέσεις και στις σχέσεις. Έτσι όπως το αρχέγονο φως θα μπορούμε να κατανοούμε και να χαιρόμαστε το ταξίδι στο παρελθόν, να απολαμβάνουμε τη συμβίωση και τη συντροφικότητα στο παρόν και να ονειρευόμαστε πολύχρωμα το μέλλον.

Ζάκυνθος 21-10-2009



Βιβλιογραφία: Συνομιλίες με το φως, του Γιώργου Γραμματικάκη, εκδ. ΙΑΝΟΣ.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου: ΕΠΙΣΤΗΜΗ - ΘΕΟΛΟΓΙΑ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΤΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΜΕΘΕΚΤΟ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ

[Ομιλία κατά την Αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 3 Νοεμβρίου 2008]
Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐπιτρέψτε μου στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας δημόσια να ὁμολογήσω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξία ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τιμὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἀποτελεῖ βαρύτατο δῶρο γιὰ μένα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζω καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

Σὲ μιὰ χρονικὴ συγκυρία παγκόσμιου ἐκφυλισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, γενικευμένης κατάρρευσης τοῦ χρηματοοικονομικοῦ μας εἰδώλου, ἀπροσδόκητου κλονισμοῦ τῆς τεχνολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μας ἔπαρσης στὴ Γενεύη, ἀνεπίστροφης καταστροφῆς του φυσικοῦ μας περιβάλλοντος σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ ἀλόγιστης ἐκδαπάνησης τοῦ φυσικοῦ μας πλούτου∙ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπιστρατεύονται γιὰ νὰ καταργήσουν τὰ αἰώνια «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὶς παγκόσμιες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ λογικὲς σταθερές, σὲ μιὰ ἐποχὴ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ διαχρονικοῦ συστήματος τῶν ἀξιῶν, νοσηρῆς προβολῆς τῶν ἀνθρώπινων ἐπιτευγμάτων καὶ ταυτόχρονης περιπλοκῆς τῶν διαπολιτισμικῶν ἐπικοινωνιακῶν μηχανισμῶν, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐμπειρία καὶ ὁ περὶ Θεοῦ λόγος στερεῖται θεολογίας, τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς ἱστορικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ κάνει τὴν τιμὴ νὰ μὲ ἀναγορεύσει διδάκτορά του.

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐπὶ πλέον διασπᾶ ἱστορικοὺς δεσμούς, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ ζῶσα χριστιανικὴ πνοή, ἢ αἰώνιες σχέσεις, ὅπως τῆς φυσικῆς γνώσης μὲ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀξιολογήσω τὴν παροῦσα στιγμὴ καὶ νὰ προσδιορίσω μὲ ἀκρίβεια τὶς συντεταγμένες της. Βλέποντας ὅμως στὴν αἴθουσα αὐτὴν τῶν Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ συνυπάρχουν τὰ λάβαρα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, θεολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἐπιστήμονες πιστοί, σεβασμὸς στὴ θύραθεν καὶ στὴν κατὰ Θεὸν σοφία, καὶ διερωτώμενος γιὰ πόσο ἀκόμη καὶ γιατὶ ὄχι γιὰ πάντα, καταλήγω στὸ κλειδὶ τῆς σημερινῆς ἐκδηλώσεως.

Ἡ λέξη κοινωνία εἶναι μία μαγικὴ λέξη, συγγενὴς μὲ τὴ λέξη μέθεξη. Σημαίνει περιχώρηση ἐν ἀγάπῃ, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Σημαίνει ἀνακάλυψη υἱοθεσίας, ἀποκάλυψη ἀληθείας καὶ «ὀθνεία ἀλλοίωση», ὅταν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σημαίνει ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεύρεση, συνάντηση, συμπόρευση, ζωντανὸ διάλογο, ὅταν ἀναφέρεται σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη σχέση. Σκέφθηκα, λοιπόν, σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι κοινωνία δύο φαινομενικὰ ἀντικρουομένων ἢ τουλάχιστων ἀσύμβατων συστημάτων σκέψης: τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς συνακόλουθης ἐπιστημονικῆς λογικῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχρονικῆς Ὀρθόδοξης θεολογικῆς πνοῆς -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος- ἀφ’ ἑτέρου.


Τὸ ἀσύλληπτο τῆς ἀριθμητικῆς πραγματικότητος
Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀποτέλεσμα τῆς θείας σοφίας, εἶναι ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία πιὸ πολὺ διαπιστώνεται παρὰ κατανοεῖται, γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ καὶ ἐλάχιστα καταληπτή. Συνδέεται κυρίως μὲ μιὰ ἀπολαυστικὴ αἴσθηση παρὰ μὲ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἑρμηνεία. Ὁ κόσμος μας δὲν κυριαρχεῖται μόνον ἀπὸ ἕνα χρῶμα, ἀπὸ μία συχνότητα, ἀπὸ ἕνα εἶδος, ἀπὸ φωτοαντιγραφικὴ ὁμοιότητα, ἀπὸ μονότονη συμμετρία. Γιὰ κάποιον λόγο, παρουσιάζει ἀνακουφιστικὲς ἀσυμμετρίες, ὄμορφες ἀνομοιότητες, ἰσορροπημένες ποικιλότητες, ἁρμονικές διαφορετικότητες. Αὐτὲς γεννοῦν τὴ μελωδία, συνθέτουν τὴν ἁρμονία, προβάλλουν τὴν αἰσθητική, ὑπογραμμίζουν τὴ σημασία τῆς συμπληρωματικότητας, ἀναδεικνύουν τὰ πρόσωπα.

Ἡ ποικιλότητα ἀποτελεῖ ἰδίωμα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἡ δὲ αἰτία καὶ ἡ ἀριθμητική της ἔκφραση ὑπερβαίνουν τὶς ἀνθρώπινες ἀντιληπτικὲς δυνάμεις καὶ συνθλίβουν τὰ ὅρια τοῦ νοῦ. Στὸ σύμπαν μιλᾶμε γιὰ δισεκατομμύρια γαλαξιῶν μὲ μεγάλες μεταξύ τους ὁμοιότητες ἀλλὰ καμμία ταυτότητα· κανένας δὲν εἶναι ἴδιος μὲ κάποιον ἄλλον. Κάθε γαλαξίας ἔχει δισεκατομμύρια ἀστέρων, ποὺ καὶ αὐτοὶ παρουσιάζουν μία τεράστια ποικιλία ἰδιοτήτων, χαρακτηριστικῶν, χημικῆς συστάσεως, πυρηνικοῦ περιεχομένου.

Στὸν κόσμο τῆς Μοριακῆς Χημείας, συναντοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπὸ στοιχεῖα, καθὼς δὲ διεισδύουμε στὰ ἐνδότερα τοῦ ὑπατομικοῦ κόσμου καταλήγουμε σὲ ποικίλα στοιχειώδη σωμάτια, ὅπου τὸ καθένα ἔχει τὴν ἀποστολή του καὶ ἐπιτελεῖ τὸν μοναδικὸ σκοπό του. Ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὰ (ὅπως τὰ quarks καὶ τὰ λεπτόνια), ἄλλα εἶναι φορεῖς τῶν δυνάμεων καὶ ἄλλα πολὺ βαρύτερα, τὰ ὑπερσωματίδια, φαίνεται πὼς συμπληρώνουν τὴν ἀπαιτούμενη συμμετρία.

Ἀλλὰ καὶ στὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο ἀντικρύζει κανεὶς μιὰ ἀνάλογη κατάσταση. Ἕνα πλῆθος εἰδῶν, τὸ καθένα μὲ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴ γενετικὴ πολυπλοκότητα καὶ διαφορετικότητά του, γεμίζουν καὶ κοσμοῦν τὸν κόσμο μὲ τὴ συνεισφορὰ καὶ τὴν παρουσία τους.

Κάποιες δεκάδες χιλιάδες γονιδίων συνδυάζονται μεταξύ τους γιὰ νὰ ἐκφράσουν μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴ δυναμικὴ τῆς ὑγείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐκφράζουν τὴ γενετικὴ καὶ γονιδιωματικὴ διαφορετικότητά μας εἶναι ἀσύλληπτοι.

Ἡ δύναμη τῆς ποικιλότητας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνομοιομορφία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, καὶ κατὰ τὴ σύντηξη ὠαρίου-σπερματοζωαρίου μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν 232 διαφορετικὰ μεταξύ τους ζεύγη. Αὐτὰ συνδυαζόμενα ἀνὰ 23 δημιουργοῦν ἕνα ἀσύλληπτο γενετικὸ «ἀνακάτωμα» ποὺ δίνει 1040 ἀνεξάρτητες δυνατότητες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δύο γονεῖς θὰ μποροῦσαν νὰ δώσουν ἕναν τέτοιον ἀριθμὸ διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀπογόνων[1]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἀπόλυτα παρόμοια ἀνθρώπινα ὄντα καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξουν[2].

Ὅλα αὐτὰ τὰ παρατηροῦμε ἢ καὶ τὰ ὑπολογίζουμε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦμε τὶς διαστάσεις καὶ τὶς ἀποστάσεις τους, χωρὶς νὰ χωροῦμε τὶς ἡλικίες τους, τὴν ἱστορία τους, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ μεγέθη τους καὶ τὰ αἴτιά τους. Ἀριθμοὶ πάνω ἀπὸ 1010, δηλαδὴ μεγαλύτεροι ἀπὸ δέκα δισεκατομμύρια, δὲν χωροῦν στὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γιὰ νὰ καταμετρηθοῦν τὰ 6,5 δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ σήμερα ζοῦν στὴ γῆ, μὲ συχνότητα ἑνὸς τὸ δευτερόλεπτο, ἀπαιτοῦνται περισσότερα ἀπὸ 220 χρόνια. Στὸ σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιὰ μεγέθη μέχρι καὶ 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σὲ mm3. Κάθε προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἐκθέτες ἀποτελεῖ τραγικὴ ματαιοπονία. Μιλοῦμε γιὰ χρόνους 10-43sec∙ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν πιὸ ἀπόμακρη στιγμὴ ἀπὸ τὸ σήμερα καὶ τὴν πιὸ κοντινὴ στὸ big bang∙ ἕνας μικρὸς χρόνος ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ ἀπαιτεῖται ὥστε τὸ φῶς, ποὺ καλύπτει τὴν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σὲ ἕνα δευτερόλεπτο, νὰ διανύσει ἀπόσταση ἴση μὲ τὴ διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τὸ μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τὸ μικρὸ χωράει στὸ νοῦ μας.

Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδεικτική, στατιστικὴ καὶ συχνὰ ἀσυμπτωτικὴ παρὰ ἀριθμητικὰ καὶ λογικὰ ἀποδεικτική. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνει τὸ δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστὸς κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖται.


Μιὰ φύση μὲ κρυμμένα τὰ μυστικά της
Στὸν ὑπέροχο καὶ ταυτόχρονα παράξενο αὐτὸν κόσμο, συνυπάρχει τὸ μικρὸ μὲ τὸ μεγάλο, τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο, ἡ γνώση μὲ τὴν ἀγνωσία, τὸ μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ἡ ἑνότητα μὲ τὴ διαφορετικότητα.

Ἐνῶ κάποιοι μιλοῦν γιὰ τὴ θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτόχρονα ὅτι «εἴμαστε μιὰ ἀνακατανομὴ τοῦ τίποτα»∙[3] ἐνῶ ἀναφερόμαστε σὲ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτὲς ποὺ μὲ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τὰ ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καὶ τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐνῶ θεωροῦμε ὅτι ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ γενετικὰ μυστικά μας, ταυτόχρονα ἀδυνατοῦμε νὰ καταπολεμήσουμε μικροὺς καὶ μεγάλους βιολογικοὺς ἐχθρούς μας. Ἴσως βρίσκουμε τὰ μυστικὰ τῶν θεωριῶν μας, ἴσως περιγράφουμε τὴν ἀπώτερη ἀρχὴ καὶ τὸ ἔσχατο τέλος μας ἢ τὶς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καὶ τοῦ μακρόκοσμου μας, δὲν τὰ καταφέρνουμε ὅμως καλὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ πολὺ μικροῦ καὶ χρονικὰ ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τὰ μυστικὰ τοῦ κοσμικὰ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ συμπαντικὰ πολὺ μεγάλου, καταφέρνουμε τὰ μικρὰ προβλήματα νὰ τὰ κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα.

Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τὴν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νὰ ἀποκρύπτει τὰ μυστικά της. Πλησιάζουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπὸ τὸ big bang, καὶ πρὶν τὴν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»[4], ὁμολογεῖ ὁ μεγάλος Ἕλληνας φυσικὸς Γιάννης Ἡλιόπουλος. Κυνηγοῦμε τὶς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα του, καὶ διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τὶς πλησιάζουμε, αὐτὲς ἀπομακρύνονται μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τὴ γνώση μας γιὰ τὸν κόσμο, τόσο αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτὸ ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μὲ ἀκρίβεια μιὰ ἰδιότητα τῆς φύσης καὶ ὑποχρεωνόμαστε σὲ σφάλμα γιὰ τὴ συζυγῆ της. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ σύμπαν∙ προχωροῦμε στὴν ἔρευνά του καὶ βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινὴ ὕλη καὶ ἐνέργεια, μυστικὲς συμμετρίες, σωμάτια ποὺ ἀγνοοῦμε τὰ βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε μεταφυσικὰ ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τὰ πιὸ ὡραῖα μυστικά.

Ὁ κόσμος γίνεται φοβερὰ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται τραγικὰ ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τιμὲς ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπικὴ Ἀρχή) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τὸ σύμπαν εἶναι τεράστιο καὶ οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καὶ πεπερασμένη. Μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε -νὰ λαμβάνουμε ἐρεθίσματα-, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε -νὰ στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐπικοινωνήσουμε διαστρικὰ καὶ διαγαλαξιακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ τηλεσκόπιά μας εἶναι μόλις τὸ 4% τοῦ σύμπαντος. Τὸ ὑπόλοιπο 23% εἶναι σκοτεινὴ ὕλη καὶ τὸ 73% σκοτεινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἐκεῖ κρύβεται τὸ μυστικὸ τοῦ κόσμου μας. Εἶναι τόσο λίγα αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ τόσο περισσότερα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦμε!

Κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ γεωμετρία ἐκφράζονται μὲ τρόπους ποὺ ἀντιβαίνουν στὶς αἰσθήσεις μας. Ἡ πραγματικότητα μοιάζει περισσσότερο μὲ φαντασία. Στὶς μεγάλες διαστάσεις, στὸ σύμπαν, ὁ χῶρος καμπυλώνεται, ἡ εὐκλείδια γεωμετρία καταργεῖται. Στὶς ἀπειροστὰ μικρές, ὁ χῶρος ἀποκτᾶ πολλαπλότητα καὶ φυσικὲς διαστάσεις -ἴσως ἑπτὰ τὸν ἀριθμό- ἐντελῶς ἄγνωστες καὶ ξένες στὴ φυσική μας ἀντίληψη. Στὶς ὑψηλὲς ταχύτητες ὁ χρόνος διαστέλλεται, τὸ μῆκος συστέλλεται, ἡ φυσικὴ αἴσθηση παραβιάζεται. Στὶς διαστάσεις τῆς νανοκλίμακας, ποὺ πλέον τεχνολογεῖται, ἡ ὕλη ἐμφανίζει ἐντελῶς ἀσυνήθεις ἰδιότητες καὶ ἐνῶ στὴν τεχνολογία θαυματουργοῦμε στὴν πρόληψη καὶ πρόνοια ἀδυνατοῦμε.

Μιὰ ἀκόμη ματιὰ στὸν κόσμο μας μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀμορφιά του συνυπάρχουν μὲ ἀτέλειες, ἀναπηρίες, φθορὰ καὶ θάνατο. Μέσα σὲ ἀστρικὰ συντρίμμια γεννιοῦνται νέοι ἀστέρες. Μαζὶ μὲ τὴν ὑπερσυμμετρία στὰ 10-33cm τοῦ πρωτόγονου σύμπαντος ἢ στὰ 10-36 sec ἀπὸ τὸ big bang, ὑπάρχει μιὰ μεγάλη ἀσυμμετρία στὸν κόσμο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σπίτι μας. Τὸ σύμπαν παρὰ τὰ φωτεινὰ ἀστέρια του, τὶς ὑψηλὲς θερμοκρασίες τους, τὰ ἄπειρα ἀστρικὰ συστήματά του, τὴν ἀέναο κίνηση τῶν γαλαξιῶν του, εἶναι πολὺ σκοτεινὸ -μὲ ἐλάχιστα φωτόνια-, εἶναι πολὺ ψυχρὸ -μόλις 2,70 Κ, εἶναι πολὺ ἄδειο -μὲ τεράστιο κενό, στατικό.

Τὸ ἀκατανόητο συντελεῖ ὥστε κάποιοι νὰ προσπαθοῦν τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιθυμίες τους νὰ τὶς θωρακίσουν μὲ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, νὰ τὶς κρύψουν σὲ ἐξωσυμπαντικοὺς κόσμους, σὲ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σὲ ἀκατανόητες καὶ ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιὰ ὑπερσυμμετρίες, γιὰ πολυσύμπαντα, γιὰ πιθανολογικὲς φαντασιώσεις, γιὰ παραμυθένιους ἐκθέτες στὶς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνίοτε διαφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιστημονικά. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, ἀλλὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὶς θεωρίες τους, ποὺ κανεὶς δὲν κατανοεῖ, εἶναι νὰ τοὺς πιστέψουμε. Φαίνεται πὼς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφικῆς αὐθαιρεσίας εἶναι δυνατότερη.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ὅρους ποὺ μοιάζουν μεταφυσικοί, γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐργαλεῖα της εἶναι στὴν οὐσία ἀσυμπτωτικοί, ἄφθαστοι, ἀπρόσιτοι. Γιὰ παράδειγμα τὸ ἄπειρο -ἔχει καὶ μαθηματικὸ σύμβολο-, τὸ αἰώνιο -ἀποτελεῖ φυσικὸ πλέον ὅρο- ὅλο καὶ περισσότερο χρησιμοποιούμενο. Οἱ τελευταῖες θεωρίες βιάζονται νὰ μιλήσουν γιὰ τελειότητα καὶ πληρότητα ἑρμηνειῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ ἐπιστήμη στὴν προσπάθειά της νὰ γνωρίσει καλὰ τὸν κτιστὸ κόσμο ὁδηγεῖται στὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας της νὰ τὸν κατανοήσει.


Τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φύση, ἔχουμε πρόβλημα καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς μας ταυτότητος.

Στὸν κώδικα τῆς ζωῆς, ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο καὶ διαπιστώνουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ διαβάσουμε. Κι ἐδῶ μιλοῦμε μὲ ἀριθμοὺς ποὺ δὲν κατανοοῦμε, μὲ πιθανότητες ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται. Προσεγγίζουμε τὸ γονιδίωμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀποκαλύπτουμε τὴ γενετικὴ ἀλήθεια μας, καὶ αὐτὸ μᾶς προωθεῖ στὸ πρωτέωμα, μὲ τὴ διαβεβαίωση τῆς μεγαλύτερης ἀγνοίας μας. Πρὶν προλάβουμε νὰ μάθουμε τὸ ἕνα ἀλφάβητο, ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάγκη ἐκμάθησης μιᾶς δυσκολότερης γλώσσας.

Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν μορφῶν τῆς ζωῆς, ἐμφανίζονται ἄλλες πιὸ ἐξελιγμένες. Μέσα στὴ γενετικὴ περιουσία τοῦ ἀνθρώπινου κυττάρου, ἀκόμη καὶ τὸ ἀποκαλούμενο ἄχρηστο DNA (junk DNA), φαίνεται πὼς διακριτικὰ ἀποκρύπτει πλοῦτο μυστικῶν ποὺ παίζουν ἕναν καθόλου εὐκαταφρόνητο ρόλο στὴν ὅλη κληρονομικὴ διαδικασία καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῶν βιολογικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀτόμου.

Οἱ σύγχρονες ἐπιστῆμες τῆς νευροφυσιολογίας καὶ τῆς νευροβιολογίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς νόησης, μᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἄγνωστος. Δὲν κατανοοῦμε οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς τοῦ ἐγκεφάλου οὔτε τὴ δυναμικὴ τῆς κατανόησης.

Αἰσθανόμαστε πὼς τὸ πραγματικὸ σύμπαν εἶναι αὐτὸ τῆς ἀγνωσίας μας, ὅπου ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε διάσπαρτους ἀστέρες καὶ γαλαξίες, ἀπόψεις καὶ θεωρίες, ἐντυπωσιακῆς ἀλλὰ μερικῆς γνώσεως «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[5].

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει καὶ ἡ φιλοσοφικὴ ὁδός. Οὔτε αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε πῶς ἡ μεγάλη ἡλικία τοῦ σύμπαντος συνυπάρχει μὲ τὴ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν καταστροφικότητα, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη μὲ τὸ κακό.

Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ὅποιου ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἀσύλληπτο κλάσμα τῆς ἡλικίας τοῦ σύμπαντος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο σκεπτόμενοι ἀλλὰ ἀγνοοῦντες, δυνατοὶ κατὰ τὴ σκέψη ἀλλὰ ἀπειλούμενοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὴ φύση, γεμᾶτοι ζωὴ ἀλλὰ συνεχῶς καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, μὲ ἔμφυτη μυστικὴ ἀναζήτηση ἀλλὰ πλήρη ἀνεπάρκεια ἀνακάλυψης τοῦ ὑπερλόγου, ἂν δὲν ἀποτελεῖ τραγωδία, εἶναι μυστήριο. Τελικά, δὲν ἀποτελεῖ μυστήριο μόνον ἡ φύση ἀλλὰ καὶ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πὼς εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα βιολογικὸ κυτταρικὸ σύστημα. Ἡ ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορετικότητά του, ἡ ἰδιομορφία τῆς ψυχικῆς ἔκφρασής του, ἡ δημιουργικότητα τῆς σκέψης του, τὸ κτίσιμο τοῦ προσώπου του εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἀνατομικὰ ἰδιώματα καὶ ἀνιχνεύσιμες βιοχημικὲς διεργασίες. Ἡ βιολογική του ἀρχὴ σηκώνει τὸ βάρος τῆς ὑπαρκτικῆς ἔναρξης, ἐνῶ τὸ τέλος παραπέμπει στὴν εὐθύνη τῆς ἄγνωστης, ἐνδεχομένως πολὺ ἀνώτερης, συνέχειας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία τοῦ μὴ τέλους του καὶ στὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Ἡ βιολογική του ὑπόσταση τὸν κοσμεῖ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὀργανωμένης νομοτέλειας, ἐνῶ ἡ πνευματική του μὲ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς ἀνεπανάληπτης αὐτεξουσιότητας.

Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια, τὸ «ἄν», τὸ «πώς» καὶ τὸ «πότε» τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς βιολογικῆς πορείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἐξέχουσας σημασίας. Ἡ ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀντισυλληπτικὴ καὶ περιγεννητικὴ τεχνολογία της, μπορεῖ νὰ καθορίσει τὸ ἂν κάποιος θὰ συλληφθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ὑπάρξει- καὶ τὸ ἂν τελικὰ θὰ γεννηθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ζήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλοιώνει κατ’ ἐπιθυμία τὴ μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ζωῆς. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιβραδύνει τὸν θάνατο, μπορεῖ νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ παρεμβαίνει τεχνολογικὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ νέες καταστάσεις ζωῆς καὶ πρωτοφανεῖς συνθῆκες θανάτου. Μπορεῖ νὰ προκαλεῖ τὴ δυνατότητα πλήθους ἐπιλογῶν.

Παρὰ ταῦτα, θέτει κενοφανῆ ἐρωτήματα, ποὺ ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει, καὶ προξενεῖ πρωτόγνωρα διλήμματα, ποὺ ὅμως προσπαθεῖ μάταια νὰ ὑποβαθμίσει. Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ ζωὴ ἢ γιὰ τὸ status τῶν κρυοσυντηρημένων ἐμβρύων ἢ τὸ πῶς συνδέεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸ τὶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὶ ὁ θάνατος, ἐνῶ παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον δὲν δείχνει νὰ φθάνει σὲ ὁριστικὸ τέλος στὸ ὁρατὸ μέλλον. Οἱ συνέπειές της ὅμως εἶναι τεράστιες, καθὼς ἐνίοτε ὁδηγοῦν σὲ μιὰ εὐπρόσδεκτη εὐγονικὴ καὶ εὐθανασιακὴ λογικὴ ποὺ φαίνεται ἠθικὴ καὶ σὲ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἠθικὴ ποὺ παρουσιάζεται πολὺ σκληρή. Μὲ βάση τὴν αὐθαίρετη γνώση τοῦ ἀγνώστου τὸ τοπίο τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν ἀξιῶν κυριολεκτικὰ παραμορφώνεται.

Τὸ πότε ἀρχίζει ἢ τελειώνει ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπιστημονικὸ θέμα. Οὔτε προσδιορίζεται μὲ ἀκριβεῖς ὁρισμούς, νομικὲς παρατηρήσεις, πολιτικὲς ἀποφάσεις ἢ ἀριθμούς. Τὸ πῶς καὶ γιατί τῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς εἶναι μυστικὸ ἀνεξιχνίαστο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἀντικρύζουμε ὡς δικαίωμα πού μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ τὴ σεβόμαστε ὡς μυστήριο πού μας ὑπερβαίνει.


Πρὸς τὸ μεθεκτὸν τοῦ ἀκτίστου

Τὰ πάντα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ κτιστὸς φυσικὸς καὶ ὑλικὸς κόσμος δείχνει λίγα καὶ κρύβει πολλά. Τὸ νοητό του μέρος κυρίως ὑποψιάζει γιὰ τὸ πολύ του ἀκατανόητο. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὅπως τὸν βέπουμε καὶ τὸν νοοῦμε. Ἁπλὰ τὸ γνωστὸ καὶ τὸ νοητὸ παραπέμπουν σὲ ἄλλες διαστάσεις ὕπαρξης, γνώσης καὶ ἀλήθειας, κτιστῆς φυσικά, συμπληρωματικῆς ποὺ ὅμως μᾶς ὑπερβαίνει. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὴ σύγχρονη ἐπιστήμη.

Ζοῦμε σὲ μιὰ μοναδικὴ ἐποχή. Ἡ ἔκρηξη τῆς γνώσης καὶ τῆς πληροφορίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ χρησιμότερο συμπέρασμα: Τελικά, εἴμαστε ἀπίστευτα μικροί, ὑπερβολικὰ μόνοι, πολὺ στιγμιαῖοι γιὰ τοὺς κοσμικοὺς χρόνους γιὰ νὰ ποῦμε:

α) ὅτι γνωρίζουμε τὸν κόσμο,

β) ὅτι τὸν κατανοοῦμε καὶ

γ) ὅτι μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε.

Ἡ μέγιστη ταχύτητα ἐπικοινωνίας, ἡ ἰλιγγιώδης ταχύτητα τοῦ φωτός, εἶναι πεπερασμένη καὶ τὸ σύμπαν ἀσύλληπτα μεγάλο. Αὐτὸ τὴν κάνει πολὺ μικρή. Ἐνῶ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικὰ ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»[6], εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ μοναξιά. Ἐνῶ, κατὰ τὸν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»[7], εἴμαστε καταδικασμένοι καὶ σὲ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τὰ ἐπιτεύγματά καὶ ἡ γνώση μας σὲ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικὰ καὶ ἀσύλληπτα, τὴν ἴδια στιγμή, σὲ κοσμικὲς διαστάσεις πλησιάζουν τὸ τίποτα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ λάθος.

Ταυτόχρονα, ὅμως, εἴμαστε καὶ πολὺ διαφορετικοὶ καὶ ἰδιαίτεροι μέσα στὸ σύμπαν. Μοναδικοί! Διαθέτουμε λόγο (σκέψη καὶ λογικότητα) καὶ λόγο (δυνατότητα ἔναρθρης ἔκφρασης). Τὸ σύμπαν καὶ ἡ φύση δὲν ἔχουν λόγο, ἀλλὰ ἐμφανίζουν λογική: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»[8]. Αὐτὴ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε ἐπιστημονικά, μποροῦμε ὅμως καλύτερα νὰ τὴν κατανοήσουμε πνευματικά.

Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ὅρους στὴ Φυσικὴ ὅπως Ὑπερσυμμετρία, Ὑπερχορδὲς, Ὑπερσύμπαντα θέλοντας νὰ δείξουμε τὸ πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ λογικοῦ, ὅπως καὶ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους Ὑπερευλογημένη γιὰ τὴν Θεοτόκο, Ὑπερκόσμιος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ὑπερούσιος γιὰ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸ πέραν τοῦ κατανοητοῦ καὶ τοῦ ἀντιληπτοῦ, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὑπὲρ φύσιν κόσμου, τὸ μετὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων.

Παρά ταῦτα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία διακατέχεται ἀπὸ μία τάση νὰ ἀποδείξει τὴν αὐτάρκειά της καὶ γι’ αὐτὸ ἀντιστρατεύεται στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως διότι διαλέγεται μαζί Του στὸ ἐπίπεδο τῆς δυνάμεως. Δὲν θέλει ἕναν παντοδύναμο θεό. Προτιμᾶ δυνατότερο τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐρευνᾶ γιὰ ἀξίες πιὸ σίγουρες, κατὰ τὴν ἄποψή της, χωρὶς Θεό.

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, πίστη καὶ θεολογία δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξής τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τῆς ἀποδεδειγμένης παρουσίας Του. Ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βάλει τελεία στὴν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια ἀποδείξεως τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ματαιοπονία. Ὁ Θεὸς ὡς μυστήριο εἶναι καλύτερα νὰ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητεῖται πνευματικὰ παρὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά. Θεὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἤ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι θεός.

Ὁ Θεὸς ὡς ΩΝ ἐμφανίζεται ἀπρόσιτος στὴν κτίση∙ Τὸν ψάχνουμε καὶ κρύβεται, εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του. Ἀντίθετα, ὡς ΠΑΡΩΝ εἶναι φίλος καὶ πατέρας τῆς κτίσης∙ φανερώνεται, εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του∙ βιωματικὰ διαπιστώνεται, κοινωνεῖται. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη πιστοποιεῖ τὸ πρῶτο∙ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιβεβαιώνει τὸ δεύτερο.

Ὁ Αὐγουστῖνος διεκήρυξε ὅτι μὲ τὸν νοῦ μας μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς συγγενεύει μαζί Του καὶ ἔτσι παρέσυρε τὴ Δύση στὴν ἄκαρπη προσπάθεια τῆς κατανόησης τοῦ ἀκατανοήτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Θεὸς συνδυάζει τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο[9].

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅσα ἀγνοοῦμε, ὅτι τὸ καταληπτὸν τελικὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταφατική, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀποφατικὴ ὁδὸς γνώσεως, ὅτι ὑπάρχει τὸ μυστήριο πού, ἐνῶ δὲν κατανοεῖται, κοινωνεῖται. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του καὶ μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὁ ὅρος «ἄκτιστες» ἀποδυναμώνει τὸ κατανοητό, ἀλλὰ δὲν ἐξασθενίζει τὸ μεθεκτό. Ἐμφανίζεται «καθὼς ἐστί» (Α΄ Ἰω. γ΄ 2), «ὁ ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν» ὁρᾶται καὶ γιγνώσεται «δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας– τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι»[10]. Ἕνα εἶναι τελικὰ κατανοητό, ἡ ἀκατανοησία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου[11]. Ἡ προσπάθεια τῆς Δύσης νὰ διεισδύσει στὴν ἀμέθεκτη διάστασή Του, τὴν ὁδήγησε στὴ ματαιοπονία τῆς ἀπόδειξής Του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία.

Ὁ Θεός, ὅπως βιώνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ὑπερβατικὸς γιὰ τὴν δύναμή Του, εἶναι ὅμως ὑπερβατικὸς κυρίως γιὰ τὴ σοφία καὶ ἀγάπη Του. Εἶναι ὑπερούσιος, εἶναι παντέλειος∙ δὲν εἶναι ἀπόμακρος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ διαρκῶς κενούμενος γιὰ τὸν ἄνθρωπο∙ δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ σταυρούμενος ὁ Ἴδιος∙ δὲν πεθαίνουμε ἐμεῖς καὶ ζεῖ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ πεθαίνει Ἐκεῖνος ἐν χρόνῳ γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς αἰωνίως. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ δείχνοντάς μας ὑπεροπτικὰ τὴ δύναμή Του, ἀλλὰ δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα ὑπερβατικὰ νὰ μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τῆς ἀγάπης Του. Ἀπέναντι σ’ Αὐτὸν δὲν στεκόμαστε μὲ τὴν διάθεση νὰ μὴ μᾶς συντρίψει, ἀλλὰ μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη Του εἶναι τέτοια καὶ τόση ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντίπαλος ποὺ πρέπει ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξαφανίσει. Οὔτε ἀντικείμενο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνακαλύψει.

Αὐτὸς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἀποκαλύπτει ὅμως τὴ σοφία Του, ὅπως καὶ τὴν ἀλήθεια Του, στοὺς «ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ». Τὴν κρύβει ἀπὸ τοὺς ἐπαιρόμενους. Ἡ ὁδὸς γι’ αὐτὴ τὴ γνώση εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀγνωσίας μας. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σωκράτης στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος (21d) «οὐκ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι... ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» καὶ καταλήγει ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ εἰλικρινὴς ἄγνοια τῆς αὐταπατούσης γνώσεως. Ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται μὲ τὴ γνώση μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀλήθειες ποὺ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδεχόμαστε τὴν ἀγνωσία μας. Ἡ συνειδητοποιημένη αἴσθηση ἄγνοιας, ἡ ἥσυχη θέα τῆς ἐνδοτέρας ἐρήμου μας, ἡ ταπείνωση, ἀποτελεῖ «ὁδὸν ἀρίστην», προκειμένου νὰ βιώσουμε τὴν ψηλάφηση τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀκατανόητου μυστηρίου τοῦ κόσμου μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁδὸς ἐγκρύπτει στὸ βάθος της μία λεπτὴ ἀπογοήτευση, διότι ἐνῶ γοητεύει καὶ ἐξάπτει τὸ ἐπιθυμητικὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπατηλὴ προσδοκία τῆς κατανόησης τοῦ κτιστοῦ κόσμου, τελικὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῶν ὁρίων του. Ἡ δυνατότητα πλήρους ἀνακάλυψης τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι φραγμένη. Τελικά, μποροῦμε πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμοῦμε.

Ἀντίθετα, ἡ θεολογία τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀποκρύφου καὶ ἀπορρήτου θεϊκοῦ μυστηρίου ταπεινῆς παραστάσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἐπιτρέπει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν ἐν ἡμῖν ἀποκάλυψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης δὲν ζητάει ἀπὸ τὸν διαρκῶς κενούμενο Θεὸ νὰ τοῦ φανερώνεται. Δὲν περιμένει, δὲν θέλει πολλά. Τελικά, ὅμως, τοῦ προσφέρεται γνώση πολὺ μεγαλύτερη καὶ περισσότερη ἀπὸ ὅση φαντάζεται. Τοῦ προσφέρεται ἡ «καινή» γνώση, ἡ «ἑτέρα» ἐμπειρία, τὸ «ξένον θέαμα», τοῦ προσφέρεται ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο.

Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς γνώσης, στὴν ταπεινὴ συνειδητοποίηση τῶν φυσικῶν καὶ διανοητικῶν ὁρίων του. Ἡ θεολογία μπορεῖ, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ τὸν παραλάβει, προκειμένου νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶς ὁδηγεῖ νομοτελειακὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀποφατικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀπόδειξη οὔτε μὲ τὴν ἀνακάλυψη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀποκάλυψη. Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι γιὰ λίγους. Ὁ Θεὸς εἶναι γιὰ ὅλους. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ὑποκαταστήσουν. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐπιστήμονες! Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ...«θεολόγους»!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Claudine Guérin-Marchand: Les manipulation génetiques, p. 28, coll. “Que sais-je?” P.U.F. Paris 1997.
[2] André Boué, La médicine du fœtus, p.39, éd. Odile Jacob, Paris 1995.
[3] Δημήτρης Νανόπουλος, http://www.physics4u.gr/news/2001/nanopoulos.html
[4] Ἡλιόπουλος, Γιάννης. Ἀπὸ τὸ ἀπειροστὰ μικρὸ στὸ ἀπείρως μεγάλο. Τὰ μυστήρια τοῦ Σύμπαντος, τ. 8. Φεβρουάριος 2008, σ. 22
[5] Α΄ Κορ. ιγ΄ 12
[6] W.D. Ross, ἐκδ. 1957. Aristotelis Politica. Ὀξφόρδη: Clarendon Press. Ἀνατ. 1964.
[7] Ἀριστοτέλη, Μετὰ τὰ Φυσικά, 922α, πρώτη πρόταση.
[8] Ψάλμ. ιη΄ 1
[9] «ἐμοὶ δοκεῖ ἵνα τῷ ληπτῷ μὲν ἕλκῃ πρὸς ἑαυτὸν (τὸ γὰρ τελέως ἄληπτον, ἀνέλπιστον καὶ ἀνεπιχείρητον), τῷ δὲ ἀλήπτῳ θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δὲ ποθῆται πλέον, ποθούμενον δὲ καθαίρῃ, καθαῖρον δὲ θεοειδὲς ἀπεργάζηται. Τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος» (Γρηγ. Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος ΛΗ΄ παρ. 7, ΕΠΕ 5.44-46).
[10] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 3, 1025 A
[11] «Ἄπειρον τὸ Θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ ἓν μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία αὺτοῦ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἀκριβὴς Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, 1,4).

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Rafael Alberti: [ΟΚΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ] (Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης)


ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ

Της θάλασσας και τ’ ουρανού κουρσάρος,
κι άμα δεν ήμουνα, θε να γινώ.

Αν την αυγή δεν έκλεψα των θαλασσών,
αν δεν την έκλεψα,
θε να την κλέψω.

Της θάλασσας και τ’ ουρανού κουρσάρος,
επάνω σ’ ένα αντιτορπιλικό,
μ’ έξι γεροδεμένους ναύτες
βάρδια ν’ αλλάζουνε, τρεις-τρεις.

Αν την αυγή δεν έκλεψα των ουρανών,
αν δεν την έκλεψα,
θε να την κλέψω.


ΜΑΔΡΙΓΑΛΙ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ

Στη θάλασσα έφυγε η Χιονάτη
μα θα 'χει λιώσει τώρα πια!

Χιονάτη, άνθος του Βορρά,
στη θάλασσα έφυγε του Νότου,
να λούσει το κορμί της.
Μα θα 'χει λιώσει τώρα πια!

Χιονάτη, άσπρη και ψυχρή,
γιατί στη θάλασσα έχεις φύγει
να λούσεις το κορμί σου;

Μα θα ' χεις λιώσει τώρα πια!


ΑΝ ΠΕΘΑΙΝΕ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ

Αν πέθαινε η φωνή μου στη στεριά
φέρτε την δίπλα στη θάλασσα
κι αφήστε την στην ακρογιαλιά.

Φέρτε την δίπλα στη θάλασσα
και βάλτε την καπετάνισσα
σε κάτασπρο πολεμικό καράβι.

Ω η φωνή μου παρασημοφορεμένη
με το παράσημο το ναυτικό:
μ’ άγκυρα επάνω στην καρδιά,
κι άστρο την άγκυρα επάνω,
και πάνω το άστρο ο άνεμος,
πάνω στον άνεμο το ιστίο!


ΑΠΟ ΤΟ GUMIEL DE HIZAN
ΣΤΟ GUMIEL DEL MERCADO


Κάτω απ’ τη μαύρη λεύκα, αγάπη μου,
κάτω απ’ τη μαύρη λεύκα, όχι.
Μα στα ριζά της λεύκας, ναι,
της κάτασπρης και πράσινης λεύκας.
Κάτασπρο φύλλο εσύ,
πράσινο φύλλο εγώ.


ΝΤΕΛΑΛΗΜΑ

Σύννεφα εγώ πουλώ χρωματιστά:
σύννεφα στρόγγυλα και πορφυρά
για ν’ απαλύνουνε τη ζέστα!

Νέφη πουλώ μενεξεδιά
και ρόδινα, τις χαραυγές πουλώ
και τα χρυσά τα δειλινά!

Τον κίτρινο αυγερινό
που μάζεψα απ’ το πράσινο κλωνάρι
ροδακινιάς ουράνιας, πουλώ!

Πουλώ το χιόνι και τη φλόγα μου
κι ακόμα το τραγούδι μου πουλώ!


Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Παρθένες με αλφάδια
και διαβήτες, αγρυπνώντας
μπροστά στους ουράνιους μαυροπίνακες.
Και ο άγγελος των αριθμών,
στοχαστικός, πετώντας
από το 1 στο 2, από το 2
στο 3, από το 3 στο 4.
Κρύες κιμωλίες και σφουγγάρια
χάραζαν κι έσβηναν
το φως από τα διαστήματα.
Μήτε ήλιος, ή φεγγάρι, μήτε άστρα,
μήτε το αιφνίδιο πρασίνισμα
της αχτίδας και η αστραπή,
μήτε ο αγέρας. Μονάχα καταχνιές.
Παρθένες δίχως διαβήτες, κλάιγοντας.
Και στους νεκρούς τους μαυροπίνακες,
ο άγγελος των αριθμών
χωρίς ζωή, σαβανωμένος
επάνω στο 1 και στο 2
επάνω στο 3 και στο 4…


ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ

Χώματα, χώματα, χώματα της Ισπανίας,
μεγάλες, μοναχικές, ερημικές πεδιάδες.
Κάλπαζε, άλογο λευκοπόδαρο,
καβαλάρη του λαού,
στον ήλιο και στη σελήνη.
Κάλπαζε,
κάλπαζε,
ώσπου να τους θάψουμε στη θάλασσα!
Σα μια καρδιά ηχεί, αντηχεί, αντηχεί
η γη της Ισπανίας στις οπλές.
Κάλπαζε, καβαλάρη του λαού,
άλογο λευκοπόδαρο,
αλογο αφρισμένο.
Κάλπαζε,
κάλπαζε,
ώσπου να τους θάψουμε στη θάλασσα.
Κανένας, κανένας, κανένας, γιατί κατάντικρυ δεν υπάρχει κανένας
γιατί ο θάνατος δεν είναι κανένας αν πορεύεται πάνω στο υποζύγιό σου.
Κάλπαζε, άλογο λευκοπόδαρο,
καβαλάρη του λαού,
γιατί δική σου είναι η γη.
Κάλπαζε,
κάλπαζε,
ώσπου να τους θάψουμε στη θάλασσα.

GALOPE

Las tierras, las tierras, las tierras de España,
las grandes, las solas, desiertas llanuras.
Galopa, caballo cuatralbo,
jinete del pueblo,
al sol y a la luna.
¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar!
A corazón suenan, resuenan, resuenan
las tierras de España, en las herraduras.
Galopa, jinete del pueblo,
caballo cuatralbo,
caballo de espuma.
¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar!
Nadie, nadie, nadie, que enfrente no hay nadie;
que es nadie la muerte si va en tu montura.
Galopa, caballo cuatralbo,
jinete del pueblo,
que la tierra es tuya.
¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar!


ΣΤΟΝ ERNESTO CHE GUEVARA

Σε γνώρισα παιδί
Εκεί κάτω στην πεδιάδα της Κόρδοβας στην Αργεντινή,
παίζοντας ανάμεσα στα καλαμπόκια και στις λεύκες
στις αγελάδες των παλαιών στάβλων και στους στρατοκόπους…
Δεν σε ξαναείδα, ως την ημέρα που έμαθα
πως ήσουν ένα φως καταματωμένο, ο βορράς,
αυτό το άστρο
που πρέπει κάθε στιγμή να το καθηλώνουμε
για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε.


Ρώμη, Οκτώβριος 1970

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΕΝΙΚΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

[Ομιλία κατά την υποδοχή του συγγραφέως ως Αντεπιστέλλοντος Μέλους του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», στις 14 Ιανουαρίου 1999] 1

Έναστρος κάμπος
ασημένια λιόφυτα
λάμψη αλλότρια

......
Πυρσός ο Λόγος
στ’ αλωνάκι του Στράνη
φυσάει λεβάντες.

Π.Κ. 2

Απαντώντας στην τόσο απρόσμενη και ιδιαίτερα κολακευτική για μένα είδηση της εκλογής μου ως Αντεπιστέλλοντος Μέλους του «ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ», κατέθεσα σε σχετική επιστολή μου (μαζί με τις εκ βαθέων ευχαριστίες μου, τις οποίες επαναλαμβάνω ενώπιόν Σας απόψε) «την ειλικρινή μου παραδοχή, ότι η όποια προσωπική μου συνεισφορά στην τοπική πνευματικότητα […] ψάχνει τόπο να σκηνώσει στην παρασκιά δυσθεώρητων και ανεπανάληπτων γόνων του νησιού μας (πρωτόλεια και ασθμαίνουσα) […] 3».

Θεωρώ αναγκαίο –από την τιμητική αυτή θέση- να Σας βεβαιώσω, ότι τούτο δεν υπήρξε απλώς ευκαιριακό λεκτικό σχήμα ή συνήθης ταπεινολογία, αλλά κατάθεση ειλικρίνειας και απότιση βαθέος σεβασμού προς τον επιδεξιότερο (κυρίως) Πλοηγό μας στο βαθυκύανο πέλαγος της ελληνικής ποιητικότητας, τον αναστάσιμο –εννοώ- ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, προς τον Οποίον ευλαβικά στρέφω (όπως άλλωστε ο καθένας μας) «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου», για να χρησιμοποιήσω λόγο δικό του.


Τι ανάλογο δύναται ή δικαιούται ν’ αρθρώσει ένας σύγχρονος Ζακύνθιος για τον κραταιότερο των Ζακυνθίων; Τι λεκτικά στέφη να πλέξει ένας εφήμερος στιχοπλόκος της λεγόμενης «γενιάς του ιδιωτικού οράματος» 4 για τον Αρχιμάστορα του ελληνικού Λόγου κι εκφραστή των εθνικών (αλάλητων) καημών; Τι εγκώμια να συνθέσει ένας κάποιος ιερωμένος για τον Ένα Διονύσιο, τον ασκητή «εγκάτοικο» του Αγίου Λύπιου, τον αυτήκοο μάρτυρα των σεπτών Παθών του Γένους, ο οποίος αναπνέει διαρκώς μέσα στο Αποκαλυπτόμενο Μυστήριο με την άνεση πολιού αναχωρητή, κατέχοντας απέξω κι ανακατωτά τη διάλεκτο και τους ιδιωματισμούς του Απείρου; Κι όλες αυτές οι προσωπικές μου επιφυλάξεις, με δεδομένη και δεσμευτική (έως απαγορευτική σχεδόν) την περίπτωση του τελευταίου ιερατικού των Ποιητών, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος με συστολή και περίσκεψη παραδεχόταν παλαιότερα: «Η υπόθεση Σολωμού είναι πολύ μεγάλη και ιερή για μένα. Μιαν ολόκληρη ζωή περιμένω να αισθανθώ ώριμος για να μιλήσω όπως τού αξίζει. Και η στιγμή δεν έφθασε. Ίσως δεν φθάσει ποτέ. Οπωσδήποτε δεν θα ήθελα να κάνω κάτι συμβατικό» 5. Μόλις το 1991, στην εποχή της ωριμότητας και της πνευματικής του καθαρότητας πλέον, μες από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», ορθρώνοντας μάλιστα ανθηρότατο μεγαλυνάριο «συντριβής και δέους», τον γεραίρει, μεταξύ άλλων, μ’ ετούτα τα λόγια:

«Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός
……………………………………………………………..
Που μόνο η σκέψη σου μού 'καψε όλα τα χειρόγραφα
……………………………………………………………..
Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω»
6.

Ποιος; Ο Ελύτης, μπροστά στον Σολωμό!... Παραδέχεται, ότι υπήρξε ένας «άγνωστος», ο οποίος θα ξαναέλθει στην αγνωσία και την αφάνεια… Ποιος; Ο Ελύτης!!!

Τολμώ, παρ’ όλ’ αυτά –κατά τρόπο λες θρασύ, σχεδόν ιδιότροπο και συνεπώς βέβηλο, ελπίζω πάντως (ως εκ τούτου γόνιμο)- να τον κατασκοπεύσω έστω και από την «κλειδωνότρουπα», που θάλεγε κι ο ίδιος, να τον ιδώ θεοπρεπή και ωραίον, παραδομένον εντούτοις σε πειρασμούς εσώψυχους και στοχασμούς των ορίων. Διατηρώ πάντα την «τρελή» πεποίθηση, ότι ο Σολωμός συνεχίζει να κυκλοφορεί ευθυτενής και αρχοντικός δίπλα μας, γύρω μας, πίσω από τα γνώριμα (και μη εξαιρετέα) πεζούλια και τα μακρόβια λιόφυτα του Μπόχαλη. Σε μια προηγούμενη μάλιστα «παρακολούθηση» τον είχα επισημάνει ως εξής:


«Νια Παρασκευή
κι ο Σολωμός θεάται
στο Κοιμητήρι.
……………….
Εσπέρα Μαγιού
βολτάρει στο Ψήλωμα
αλύπιος δήθεν»
7.

Σάς εξομολογούμαι, ότι κάθε φορά που, οδεύοντας άπολις προς την πόλη της Ζακύνθου, περνώ απ’ τον Λόφο του Στράνη (πολυάσχολος ή αφηρημένος, προβληματιζόμενος ή αγχωμένος για τα πλείστα όσα, περιπεπλεγμένος σε χίλιες δυο μέριμνες βιοτικές), νιώθω τον πανίερο κι ευεργετικό Ήσκιο του αεί παρόντα (μα λανθάνοντα, ευτυχώς), να γυροδιαβαίνει αθέατος και μονήρης τα στοιχισμένα λεωφορεία, με τα οποία εκδράμουν εκ περάτων συνήθως (προς χάριν του, υποτίθεται) τα Κ.Α.Π.Η. και ο μαθητόκοσμος, ορδές σχετικοασχέτων. Τον διαισθάνομαι, να ξαποσταίνει στα ερωτόσημα παγκάκια του Λόφου, να ψαύει αναγνωριστικά τ’ ανεξήγητα γράφιτι των αρχαίων κυπαρισσιών του τριγύρω ευφρόσυνου χώρου, να λερώνει απορημένος τα υποδήματά του ενίοτε στα παρατημένα από χθες βράδυ φονικά εργαλεία των εφηβικών δήθεν παραδείσων, που –δυστυχώς- ευδοκιμούν εκεί. «Εάν οι άνθρωποι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται» 8 για Εκείνον και για τους νεότερους όλους εμάς, για τα πάρεργα έργα μας και τις ανήμερες ημέρες μας, τα πρώιμα και τα ύστερα, την Ποίηση θαρρείς και την εν γένει των καιρών μας αντι-ποίηση.

Αν ο καθένας από εμάς, διαπλέοντας αναπόφευκτα κάποια στιγμή την προσωπική του εξόδιο Αχερουσία, εγκαταλείπει στα μετόπισθεν –έτσι κι αλλιώς- ανεξίτηλα χνάρια παντού (όπου ακράγγιξε η ψυχή και η δημιουργική ενέργεια του νου και του σώματος), πόσο μάλλον ο Σολωμός, ο οποίος συμπύκνωσε με απαράμιλλη σοφία και παρήγαγε καλλίκαρπα, με θαυμαστή γλωσσική και νοηματική δεξιότητα, τις μύριες όσες της καρδιάς κρυφιότητες και κυμάνσεις, αθανατίζοντάς τες «Μεσ’ στ’ Άγιο Βήμα της ψυχής», με κυρίαρχη μυστική μέθοδο (μονόδρομο) το «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο», διότι –θέλοντας και μη- «Πολλοί 'ναι οι δρόμοι πώχει ο νους», όπως ο ίδιος παραδέχεται.


Οι στίχοι του (λαβυρινθώδεις και αλλοπρόσαλλοι στ’ Αυτόγραφα θαρρείς, παραμυθητικοί έως «φιλοκαλίας» στην ακρόασή τους), διαθέτουν όντως «οσμήν ευωδίας πνευματικής», έτσι που νύσσουν δημιουργικά, ή μάλλον κατανύσσουν αγαπητικά, τον υποψιασμένον αναγνώστη. Με τις ποιητικές του (αυτο)σχεδίες διαπερνά εκείθεν το Πρόσωπο, τις ταλανιζόμενες ελπίδες, τις αγάπες, τα νοούμενα και τα υπονοούμενα. Με τις εαρινές του εξάρσεις –διαρκούντος μάλιστα του αισθητού χειμώνα και του υπεραισθητού εσώτατου και μόνιμου ψύχους, του ορατού ψεύδους και του αόρατου πολέμου- ανάγει και καταξιώνει σε ύψος περιωπής λέξεις, τοπία, αισθήματα, πτώσεις και αναστάσεις, έμψυχα, εσώψυχα και άψυχα, ιδέες και ύλη, όνειρα και ρεαλισμό, σάτιρες ή λυγμούς, φαρμακωμένους, φεγγαροντυμένους ή λαμπροφόρους αμαρτωλούς, λυτρωμένους ωστόσο. Ερανίζομαι λιγοστούς σολωμικούς δεκαπεντασύλλαβους από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», υποστηρικτικούς της διασώζουσας αναγωγικότητας, την οποίαν επιτυγχάνει ο Ποιητής:

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.

Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για τη γλυκειάν ελπίδα.

Κρυφή χαρά 'στραψε 'ς εσέ κάτι καλό 'χει ο νους σου.

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά˙ όλα τ’ αστέρια βγάνει.

Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Κι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει.

Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο.

Για να μού ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

Στον κόσμο τούτον χύνεται και 'ς άλλους κόσμους φθάνει.

Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση.

Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη.


Τι παράδοξο, αλήθεια! Αν προσέξατε, θα διαπιστώσετε αμέσως τούτο: Οι εντελώς τυχαία επιλεγμένοι αυτοί σολωμικοί στίχοι διαθέτουν τόσην ευπλασία και τέτοια ζωντάνια υφής και ήθους, ώστε ο ανυποψίαστος ακροατής τους, να θεωρήσει ενδεχομένως, ότι βρίσκονται αρμοσμένοι στο ίδιο και το αυτό ποίημα, με άρτιο νόημα και αυτόνομη δομή. Μόνο στον Σολωμό –θεωρώ- και στα ιερά του στιχηρά θα μπορούσε να ισχύει το απρόβλεπτο ετούτο.

«Η Γυναίκα της Ζάκυνθος» αποπνέει σαφέστατα την ίδια υπερβατική ευωδία, που αναδίνουν τα εξαίσια εκείνα έργα της Αποκαλυπτικής Γραμματείας των δύο πρώτων μετά Χριστόν αιώνων και δεν εννοώ μονάχα την «Αποκάλυψη» του Ιωάννου, κάτι που ήδη έχει από τους ειδικούς επισημανθεί. Ο έγκριτος Πατρολόγος Παναγιώτης Χρήστου έχει υποστηρίξει, ότι «γενικώς το περιεχόμενον των αποκαλυπτικών κειμένων χαρακτηρίζεται από την παρουσίαν εκστατικών φαινομένων, κατά τα οποία παρατηρείται αλλοίωσις της λειτουργίας των κοσμικών νόμων, όρασις παραδόξων πραγμάτων, διάνοιξις ουρανών, ουρανία ανάβασις, άκουσμα θείας φωνής, παρουσίασις ουρανίων βιβλίων, μελώδησις ύμνων από ουρανίους χορούς, ταλανισμοί και αφορισμοί. Είναι εύλογον ότι τοιαύτα κείμενα γράφονται εις ύφος μυστηριώδες, συμβολικόν, το οποίον συχνάκις τονίζεται δια της παρεμβάσεως ποιητικών στίχων ή δια συνολικής συνθέσεως εις στίχους» 9.

Παρόμοια συμβαίνουν κατ’ αντιστοιχίαν στη σολωμική «αποκάλυψη». Δείτε με προσοχή τη «Γυναίκα της Ζάκυθος»!... Πρόκειται περί οράματος του έμπειρου στη θέα των αθεάτων και ταυτόχρονα κριτικού οφθαλμού του πολυπικραμένου Ιερομονάχου, ο οποίος, ασχολούμενος συνήθως με «κάτι υπόθεσες ψυχικές», οδηγείται τώρα, να γυρέψει «ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό». Κι όμως, το επιτυγχάνει! Οι ξεσπιτωμένες εξάλλου Μεσολογγίτισσες ζητιανεύουν δίχως πια ίχνος ντροπής από πόρτα σε πόρτα υπέρ του κοινού της πόλης τους αγώνα. Υπάρχουν δυο καίρια (κατ’ εμέ, σπαραχτικά) χωρία μέσα στο σχετικό αινιγματώδες κείμενο, τα οποία προσεγγίζω ανέκαθεν με βουβό λυγμό (δεν ξέρω γιατί) και αξίζει –πιστεύω- να μνημονευθούν εδώ:


[Κεφ. ΙΙΙ]
3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά ‘βγουνε και επροσμένανε να βραδιάσει για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες˙
[…………………………………………………………..]
6. Αλλά, όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την <ν>τροπή, ετρέχανε ολημερνίς.


Άλλωστε, ο ίδιος ο Ποιητής διαπιστώνει πικρότατα στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» [στ. 10], ότι 

δεν είν’ εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλή.


Όποιος βρει την ευκαιρία να επισκεφτεί τον κρημνώδη λόφο και ναό του Άι Λύπιου, την ώρα μάλιστα, που «θολώνουνε τα νερά», θα οσμησθεί αναμφίβολα το πέρασμα πριν από λίγια μόλις δευτερόλεπτα του ασκητικού Ήσκιου του προορατικού «εγκατοίκου», θ’ ακούσει ν’ αλυχτάν ή και να βαΐζουν τα διαχρονικά και γνώριμα «ψωρόσκυλα». Θ’ αφουγκρασθεί καταρούσες γερόντισσες «γονατισμένες και ξέπλεκες» επί το έργον, θα ξεδιακρίνει ανέραστες γυναίκες και ήδη γέροντες εφήβους της μοντέρνας φτωχοπροσφυγιάς στο έλεος των όσων αγαθών ή παμπόνηρων εντοπίων. Θα νιώσει οπωσδήποτε μια και δυο φορές την ημέρα «να τρέμει η γη από κάτου από τα πόδια». Θα εισοδεύσει επιτέλους «στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο», στ’ Όνειρο λες, ή στο παρακείμενο έστω σπήλαιο τ’ ανεξερεύνητο, εκεί όπου θα κολάζεται αέναα η κακάσχημη Γυναίκα.


Κι αν η επίσκεψη συμπέσει με Κυριακή του Αντίπασχα (ή, καλύτερα, των άπιστων Θωμάδων) στο Πανηγύρι του Άι Λύπιου, η Λύπη αίφνης καταργείται, διότι ως «λύτρον λύπης» (κατά την ορθόδοξη υμνογραφία) η κοσμοχαρμόσυνη «ημέρα της Λαμπρής» -και μάλιστα «με καθαρώτατον ήλιον»- αποτελεί τον ιαματικό καταλύτη του Επάνω και του Κάτω Κόσμου. Τότε ασφαλώς «ομπροστά στους Αγίους», μες από τις θαμνώδεις των εκκλησιών (κατά την απαράβατη τοπική παράδοση) δάφνες της Ανάστασης, θα μεταλάβει πανευφρόσυνα του ακριβού και αυθεντικού νοήματος της ύπαρξης (Σώματος κι Αίματος Ζωής), ενώ η Γυναίκα, μαζί και ο Λάμπρος ο πολύαθλος, από το αλωμένο ήδη Κράτος του Θανάτου 

Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
ν’ αγροικηθή στης κόλασης τον πάτο.

(Ο Λάμπρος)

Ο Ελύτης πάντως, ευρισκόμενος προσκυνητής ευλαβικός το 1980 στη Ζάκυνθο, διαρκούντος μάλιστα του «Χριστός Ανέστη» εκείνης της χρονιάς, κατόρθωσε (όπως ο ίδιος δήλωσε τότε) «ν’ αναβαπτισθεί στο πνεύμα του Σολωμού […]» 10 και κατέθεσε, μες από τον «Μικρό Ναυτίλο» του, ένα «στιγμιότυπο» του έκτακτου συγκλονισμού, τον οποίον υπέστη:

«Δειλινό στο Ακρωτήρι, στο παλιό σπίτι του Διονυσίου Σολωμού. Μπρος από το μεγάλο, στρογγυλό, πέτρινο τραπέζι του κήπου. Δέος και σιωπή. Και συνάμα υπόκωφη, παράξενη παρηγορία» 11.

Ο πρώτος (και μοναδικός) σχολιασμός, που μού 'ρχεται στο νου, βιώνοντας τέτοιες επινίκιες προοπτικές, είναι κάποιοι στίχοι από τον ύμνο του Μεγάλου Σαββάτου τον Χερουβικό, που με καθήλωνε ανέκαθεν:
«Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω».

Τα πρόσωπα, τα προσωπεία, οι χρονικές διαδοχές, οι διαδρομές και τα τοπία στο σολωμικό corpus (αν βέβαια ιδωθούν μετά από μια δεύτερη μα και τρίτη ανάγνωση) δεν υπόκεινται σε λογικούς συνειρμούς. Ο Διονύσιος, ως όντως Ποιητής, αυτοαναιρείται και αυτοκαθαίρεται. Είναι απρόβλεπτος, ένας, μονήρης και μοναδικός. Εκεί που πονάει, συμπονά, γλυκαίνει κι ευφραίνεται. Εκεί που σατιρίζει και κολάζει, κολάζεται. Εκεί που ανασταίνει, ανασταίνεται. Εκεί που πεθαίνει, ερωτεύεται. Ταυτόχρονα, εξαίρει (εμφυσώντάς τους μάλιστα δημιουργικό λογισμό) την πέτρα, το χορτάρι, το χώμα, το κρίνο, το πουλάκι, τα προβατάκια, το σπειράκι, το σκουληκάκι… Θα ημπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι πρόκειται για μιαν αποθέωση των ταπεινών, των άψυχων και των υποκοριστικών, για μιαν εκτεταμένη επικράτεια των Πραγμάτων στην αρχαϊκή τους αθωότητα. 


Να μια ενδεικτική, όχι ασφαλώς εξαντλητική, ανθολόγηση:


λαλεί το πουλάκι
[…………..]
και βρίσκει σπειράκι

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει

Το σκουληκάκι βρίσκεται ‘ς ώρα γλυκειά κι εκείνο

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι

λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι 
(«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»)

Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι – ειρήνη
όλην, όλη την φύσι ακινητούσε,
και μέσα από την έρημη την κλίνη
το αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε˙ 
(«Η σκιά του Ομήρου»)

Τ’ αρνί μόνον ακλούθαε, μπε-μπε, μπε-μπε φωνάζει («Ο θάνατος της ορφανής»)

βούιζε εδώθε η καλαμιά, 'κείθε το κυπαρίσσι («Ο θάνατος του βοσκού»)


δροσάτο αεράκι
μέσα σε ανθότοπο

Όλα την έκραζαν
όλα τ’ αστέρια 
(«Η ψυχούλα») 

Δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά˙
λες και η θάλασσα κοιμάται
μες στης γης την αγκαλιά 
(«Γαλήνη») 

Δεν άκουες βάδισμα
χαμένου σκύλου˙
πουλιού δεν άκουες
λάλημα, ή χείλου.
ή κλωνοφλίφλισμα
να πνέη τερπνά 
(«Ο Λάμπρος»)


κ’ η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα
σαν περιβόλι ευώδησε κι’ εδέχτηκε όλα τ’ άστρα 
(«Ο Κρητικός»)

Γελάς κι’ εσύ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο («Ο Πόρφυρας»)

Στενός ο τόπος, σκοτεινός, κι’ εβρόντουνε από γέλια 
(«Νικηφόρος Βρυένιος») 

Σαστίζ’ η γη κ’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,
το μέγα πολυκάντηλο μεσ’ στο ναό της φύσης,
κι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα 
(«Carmen Seculare»)

Όλα ετούτα και άλλα τόσα απαρτίζουν την κατ’ εξοχήν ηρωική σολωμική κουστωδία. Οι άλλοι, οι σε πρώτη ανάγνωση διαφαινόμενοι πρωταγωνιστές (οι Μεσολογγίτισσες, ο Σουλιώτης, ο Λάμπρος, η Μαρία, η τρελή μάνα, η Γυναίκα της Ζάκυνθος) στέκονται ουσιαστικά στον αντίποδα του ηρωισμού. Είναι αυτοί που είναι: Κλαίνε, φοβούνται, πενθούν, πολεμούν, τραγουδούν, γελούν, μοιρολογούν, υποψιάζονται, αμαρτάνουν, ελεούν, εγκληματούν, επαίρονται, προσεύχονται, κακιώνουν, ερωτεύονται, χορεύουν, θανατώνονται, ανασταίνονται… Πρόκειται –μ’ έναν λόγο- για σάρκινες και οστέϊνες υπάρξεις, που χαρακτηρίζονται από τη σύμφυτη ροπή στην πτώση, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα της ανόρθωσης. Πρόκειται για καθημερινούς ανθρώπους με πάθη, απάθειες, εμπάθειες, συμπάθειες, αντιπάθειες…

Γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίσθηκα νωρίτερα, ότι ο Σολωμός είναι απρόβλεπτος. Η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με συχνότερη εποχή στο ποιητικό του Μηνολόγιο τους φωτοειδείς Απρίλιο και Μάιο είναι αυτή, που ωθεί την Ψυχή σε υπερλογικές επιδόσεις. Ο εσώτερος Έρως για τα μικρά και τα παραθεωρημένα, τα ευτελή και δευτερεύοντα, εκρήγνυνται, μόλις απειληθούν κατά τι τ’ αγαπώμενα, εξαναγκάζοντας τον Άνθρωπο ν’ αμυνθεί μέχρις αίματος έναντι των επηρμένων κάθε λογής εναντίων πολιορκητών. Ο μυημένος, εξάλλου, σε «υπόθεσες ψυχικές» Ιερομόναχος χαριτώνεται να ιδεί την οργανική καταβαράθρωση της μυσαρής Γυναίκας, διότι πλέον έχει απροκάλυπτα (σχεδόν αναίσχυντα) κι εξαιτίας της σαλευτεί η ηθική (με όλες τις έννοιες) ισορροπία. Η Ύβρις, ως παρά φύσιν ενέργεια, δεν αντέχεται, γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Δίκη (παρά τη σαφέστατη θεολογική επ’ αυτού διαφοροποίηση) υπερισχύει στο Ποιητικό Δίκαιο, Οι Ποιητές υπολογίζουν διαιώνια στην άνωθεν Δίκη, αποβλέποντας μεσσιανικά σχεδόν σε αυτήν. Αίφνης, αναθυμούμαι τον Νίκο Εγγονόπουλο, ν’ ανακράζει:


«[………]
υ π ά ρ χ ε ι Θ ε ό ς!
όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζη- θα κριθεί
ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
Το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:
τι κρίμα όμως νάν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!»
12

Ξαναλέω και υποστηρίζω, ότι ο Σολωμός περιδιαβαίνει ευτυχώς ακόμη το γονικό του νησί, Ένας, Μονήρης και Μοναδικός, παρά τις πολυποίκιλες αλλαγές, που άφευκτα επήλθαν εν τω μεταξύ στον τόπο και στον τρόπο των Ζακυνθίων. Από θέση κυρίαρχη και κατά τρόπον αλλότριο για την πεπερασμένη μας νόηση, εμπνέει πάντα. Δεν θα σταθώ στη μετασολωμική τοπική διανόηση, η οποία ευκαίρως ακαίρως (ή του ύψους ή του βάθους) τον μνημονεύει 13, νοηματοδοτούμενη από την αεί παρουσία του. Θέλω να επιμείνω σε κάποιους (όχι λίγους) απλοϊκούς ποπολάρους, οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν, όχι το πού υπάρχει, αλλά τι εστί «σχολείο», μα που, μες από διεργασίες απερινόητες και ακατάληπτες, ένιωσαν τις ίδιες συθέμελες δονήσεις με τον κόντε Διονύσιο, τα αίματά τους αλληλοπεριχωρήθηκαν άγνωστο πώς και πότε, έτσι που παρήγαγαν (ως ανάγκη πλέον αναπνοής) στιχάκια σολωμίζοντα, δίχως ποτέ να υποψιασθούν (είμαι προς τούτο σίγουρος) ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Έχω πρόχειρες δυο τέτοιες λανθάνουσες –μα συναρπαστικές- περιπτώσεις λαϊκών στιχοπλόκων, που έζησαν βίο στερημένο και αναπόδραστο, όπως άλλωστε χιλιάδες άλλου ανώνυμοι ποπολάροι των τελών του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα. Το χωριό τους, τέσσερα μόλις χιλιόμετρα απ’ το Σολωμέικο, στη σκιά κυριολεκτικά του Ποιητή, στην αγκαλιά των λόφων. Το θαύμα συντελέστηκε: Ο ίδιος ευοίωνος αέρας, τα ίδια νηφάλια δέντρα, το ίδιο ευεργετικό νερό, ο ίδιος αλάλητος πόνος, οι ίδιοι πόθοι μεθυστικού, ο αυτός ομφάλιος λώρος της Παράδοσης 14 και μάλιστα των δημοτικών τραγουδιών μας, κυοφόρησαν και γέννησαν εντέλει στιχουργήματα της αυτής –τολμώ να πω- έντασης μ’ Εκείνον˙ τον Έναν, τον Μονήρη και Μοναδικό.

Γράφει η Αθηνά Ζαρκάδη 15 με κόκκινο μελάνι (χρώμα του σύντομου και του ακριβούς) σε σχισμένες σελίδες παλιού σχολικού τετραδίου, μ’ εντελώς ανορθόγραφη (τι Σας θυμίζει αυτό;) πλην όλο αυτοπεποίθηση και συναίσθημα γραφή:


α΄
Τυραννισμένε λογισμέ και νου βασανισμένε

β΄
Ο ήλιος αποφάσισε την πόρτα μου ν’ ανοίξει
να έμπει ένα χρυσό πουλί για να μού κελαδήσει
ν’ ανοίξει την καρδούλα μου να με παρηγορήσει.


Ένας άλλος λαϊκός ποιητάρης, ο Π. Κ. 16, που ξόδεψε τη σύντομη ζωή του μέχρι σταγόνας μεταξύ ταβερνείων, κιθάρας, στίχων και κρασιού (τί Σας θυμίζει ετούτο πάλι;) τραγουδούσε, για να ξεχάσει τον πρόωρο χαμό της μάνας των δεκαεπτά παιδιών του:


Ζητάω μνήμα έρημο, ζητώ το θάνατό μου
αφού εσένα έχασα, το δόλιο όνειρό μου.


Τα σχόλια δικά σας. Απλώς υπενθυμίζω: Οι δυο παραπάνω στιχοπλόκοι ποτέ δεν υποψιάστηκαν ποιος, τι και πώς ο Σολωμός.

Και τώρα, η ώρα του επιλόγου. Που σημαίνει, ότι θα έπρεπε να οδηγηθούμε σε σύνοψη, πόρισμα, κατακλείδα. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση του Σολωμού, φαντάζει αδιανόητο κάτι τέτοιο, διότι γι’ Αυτόν, ό,τι κι αν ψελλίσεις, όσο κι αν επιθυμείς να πείσεις τον εαυτό σου, ότι προσέλαβες τα μηνύματά του, βρίσκεσαι ουσιαστικά σ’ ένα πρώτο πάντα (κατ’ επίφασιν ερμηνευτικό) στάδιο προσέγγισης. Κατά συνέπειαν, πώς να θέσεις σκέψεις επιλογικές στα όποια περί Σολωμού ψαξίματά σου, αφού δεν έχεις ακόμη αρθρώσει λόγον εύρωστο και στέρεο για το μεγαλείο του Ανδρός;


Ταλαίπωρος, λοιπόν, από έναν τέτοιο πειρασμό και λήγοντος του χρόνου ανοχής σας, επιτρέψατέ μου να υπεκφύγω, απευθύνοντάς του κάποια οφειλόμενα φιόρα στίχων (που παρήχθησαν στο περιθώριο της εργασίας αυτής) ως ταπεινό αντί-δωρο για τα εξαίσια δώρα που προσεκόμισε στην Τέχνη, «αναπαρθενεύοντας» (κατά τον Ελύτη 17) τον ποιητικό των Συνελλήνων λόγο. Ταυτόχρονα προσυπογράφουμε ανεπιφύλακτα την εύστοχη και αφοπλιστική εκτίμηση τού παράδοξα απόντος κορυφαίου των ημερών μας διανοητή Δημήτρη Λιαντίνη, ότι δηλαδή «ο Σολωμός […] είναι ο Κανένας που ενίκησε τον Κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα» 18.

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ 19

Ο ενικός Απρίλης των Ζακυνθίων
ο αυτόγραφος των λουομένων πληθυντικός
άλλοθι νέο
ελληνάδικο
και γειτονεύεις

Βαγιώνε
κι εσπερίζω στο Ταβερνείο
μ’ Εσέ Νυμφίο Πρώτο
με Διαλόγους
τη βουρλισμένη Μάνα
και τον Κουτούζη

μα πάνω που θολώνεις
κι αποκοιμιέσαι
στις φλέβες του χεριού σου πάνω στην τάβλα
φιλήδονα χαϊδεύω θραύσματα στίχων
σ’ εκειό το χέρι της Ελλάδας

ανάκουστα είδα

σμήνη με κατατρώνε σφήκες ονείρων
με τη σφεντόνα λέξεις με σημαδεύουν
ο Τύφος
ο Τυφώνας σπλαχνίσου με άρα

Ριπές ξανά φωτός
άκου τα σμπάρα

χαράζει Πρώτη Ανάσταση
κι ας αρτυθούμε.

----------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Παρνασσός 41 (1999) 398-410, κυκλοφόρησε μάλιστα και σε ανάτυπο.
2. Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σ. 29.
3. Απόσπασμα από την ευχαριστήρια απαντητική μας επιστολή της 31ης Ιουλίου 1998 προς τον Πρόεδρο του Φ. Σ. «Παρνασσός» Καθηγητή (μακαριστό σήμερα) Νικόλαο Λιβαδάρα. Περί αυτού, βλ. Χρήστου Φιλ. Αναγνωστού, Εβδομήντα προσωπογραφίες, Αθήνα 1998, σσ. 33-38.
4. Πρόκειται για την δεκαετία του ’80, ως προς την ποιητική παραγωγή. Βλ. ενδεικτικά, α) Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, Μοναχικές αναγνώσεις. Το ιδιωτικό όραμα και η ποίηση˙ Ανθολογία, εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1993, σ. 22-24, β) Γ. Στεφανάκι – Ν. Χουρδάκη, 43 ποιητές και 23 χαράκτες της γενιάς του ’80, εκδ. «Νέο Επίπεδο», (Αθήνα 1997), γ) Ηλία Κεφάλα, «Το ιδιωτικό όραμα και η γενιά του 1980. (10 χρόνια μετά)», Περιοδικό Νέο Επίπεδο 26 (1997) 4-6, δ) Αγγελικής Κωσταβάρα, «Η προσδοκία ανανέωσης του ποιητικού λόγου και το ιδιωτικό όραμα», Περιοδικό Ελί-τροχος 16 (1998) 20-31 και ε) Γεωργίας Λαδογιάννη, «Ποίηση και κοινωνικός δεσμός στους ποιητές της γενιάς του 1980», ό.π., σ. 32-51. Περισσότερα στο παραπάνω τεύχος του Ελί-τροχου [ό.π.], όπου και συνομιλία με δεκαεπτά ποιητές.
5. Περιοδικό Υδρία, τεύχ. 16, Πάτρα Μάιος-Ιούνιος 1975.
6. Οδυσσέα Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1991), σ. 16 εξ.
7. Παναγιώτη Καποδίστρια, ό.π., σ. 31.
8. Λκ 18, 40.
9. Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, τ. 1, 133 εξ.
10. Βλ. Επτανησιακά Φύλλα 18 (1997) 42.
11. Οδυσσέα Ελύτη, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1985), σ. 106. Πρβλ. α) π. Παναγιώτη Καποδίστρια, «Η αναστήλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος. (Τύποι στιγμών στον Ελύτη)», Περιοδικό Τετράμηνα 48 (1992) 3213 (και σε ανάτυπο) και β) Διονύση Σέρρα, «Μετάληψη ζωής Ζακύνθου και Ελύτη», Επτανησιακά Φύλλα 18 (1997) 30-51.
12. Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1978), σ. 20.
13. Πρβλ. Διονύση Σέρρα, Ποιητών αναθήματα στον Διονύσιο Σολωμό, εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, (Αθήνα) 1998.
14. Εξαντλητική επί του θέματος εργασία, βλ. την διδακτορική διατριβή, Σπύρου Αλ. Καββαδία, Η λαϊκή ζωή και γλώσσα στο ελληνόγλωσσο έργο του Διονυσίου Σολωμού, εκδ. Περίπλους, (Αθήνα 1987).
15. Περισσότερα, βλ. Παν. Καποδίστρια, «Μια γνήσια ζακυνθινιά [η Αθηνά Ζαρκάδη]», Εφημ. Ελεύθερη Φωνή, Ζάκυνθος 10 Ιανουαρίου 1979, φ. 210, σ. 2.
16. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Νικ. Καποδίστρια ή Σοχάδα (1882-1936), παππού του γράφοντος, από το καμπίσιο χωριό Μπανάτο της Ζακύνθου. Τα «στιχάκια» του είναι τα περισσότερα ανέκδοτα μέχρι στιγμής και σώζονται στο Αρχείο μας. Πρβλ. Παν. Καποδίστρια, «Ζακυνθινή λαϊκή ποίηση», Εφημ. Ελεύθερη Φωνή, Ζάκυνθος 15 Απριλίου 1978, φ. 173, σ. 2.
17. «(…) σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη, και που ωστόσο –ίσως γι’ αυτό- αναπαρθενεύσανε, από ένα δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο. Επειδή συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά στην ποίηση: ο ανεξοικείωτος να συλλαμβάνει αποτελεσματικότερα τις δυνατότητες που παρέχει ένα τέντωμα της γλώσσας και τις αποτολμά, όταν ο άλλος, ο βαθύς γνώστης, έχει λόγους ν’ αντιστέκεται» [Οδυσσέα Ελύτη, Εν λευκώ, εκδ. Ίκαρος, (Αθήνα 1992), σ. 36].
18. Δημήτρη Λιαντίνη, Γκέμμα, εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1997, σ. 101. Πρβλ. Του ίδιου, «Ο Σολωμός ως σωτήρας του μύθου του '21», Επτανησιακά Φύλλα 19 (1998) 231-247 και β) την εξόχως ενδιαφέρουσα ανθολόγηση «αναφορών στον Διον. Σολωμό» του Λιαντίνη, ό.π., σ. 261-270.
19. Το ποίημα «Ο Σολωμός στο Ταβερνείο» δημοσιεύτηκε στην ενότητα υπό τον τίτλο «Στον ίσκιο του Ήσκιου» της ποιητικής συλλογής μας Ενύπνιο μετά τρούλλου, ό.π., σ. 36.


Related Posts with Thumbnails