© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

π. Βασιλείου Θερμού: Η ΑΔΗΛΗ "ΠΟΙΗΣΗ" ΤΩΝ ΚΡΥΦΩΝ "ΙΕΡΕΩΝ"

Υπάρχουν ιερείς που γράφουν ποίηση. Για να φανερώσουν στον κοινό έλεγχο τις μύχιες ευαισθησίες πού ακούσαμε προηγουμένως. Για να υποβάλουν τα αισθήματά τους στο γονιμοποιό άγγιγμα του αδελφού και να τού τα παραδώσουν φιλάδελφα για τη δική του γονιμοποίηση. Ιερείς οι οποίοι, πέρα από τη φωτιά του Θυσιαστηρίου που είναι πάντα το μείζον, «ανάβουν στίχους να ξορκίσουν το κακό που πλάκωσε τη χώρα», για να θυμηθούμε τον Ρίτσο.
Υπάρχουν όμως άνθρωποι που ζουν την ποίηση. Η ποιότητα των αισθημάτων τους είναι ποιητική, ο ίλιγγος της ακροβασίας στον οποίο επιδίδεται η ψυχή τους διαθέτει δημιουργική δύναμη, τα αγκομαχητά της ύπαρξης τους μεταμορφώνουν αργά την καρδιά και τον λόγο. Είναι οι άνθρωποι που παράγουν ποίηση, η οποία όμως δεν θα φτάσει ποτέ στο χαρτί. Τους δόθηκε η χάρη «να μιλήσουν απλά, χωρίς πολλά μαλάματα», για να θυμηθούμε τον Σεφέρη. Ίσως να μην καταλαβαίνουν την ποίηση και οι ίδιοι όταν την διαβάζουν. Σ' αυτούς πιθανόν ν' ανήκουν και κάποιοι από σάς.
Υπάρχουν επίσης άνθρωποι πού παλεύουν στη ζωή με ιερατικό ήθος. Είναι οι άτυποι «ιερείς» που ανταποκρίνονται στη διαχρονική ιερατική κλήση του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, χωρίς να το γνωρίζουν, και φυσικά, χωρίς να καυχώνται γι' αυτό. Είναι αυτοί πού προσφέρουν όχι αναίμακτη αλλά αιματηρή (από το αίμα της ψυχής τους) ιερουργία στην αγία τράπεζα τού είναι τους. Αυτοί οι οποίοι στηρίζουν τον κόσμο, που ευεργετούν ανεπίγνωστα όλους μας. Σ' αυτούς πάλι ίσως ν' ανήκουν και κάποιοι από σάς.
Τότε γιατί να χρειάζεται ξεχωριστή μνεία και δημόσια πανήγυρη το γεγονός ότι κάποιοι ιερείς γράφουμε ποίηση; Αφού δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτουμε ιερατικό ήθος και μόνο από την ιδιότητα μας. Και εφ' όσον άλλοι ενδέχεται να εκβάλλουν φωνήεντες στεναγμούς, περισσότερο ποιητικούς από τούς δικούς μας, αλλά τούς λείπει ἡ ικανότητα να τούς βάλουν σε λέξεις. Αφού των αισθημάτων η συνειδητοποίηση και η αποτύπωσή τους στο χαρτί μπορεί και να είναι υπόθεση κάποιων κυτταρικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου. Κάτι δηλαδή για το οποίο δεν μοχθήσαμε, δόθηκε.
Να γιατί δεν αποτελεί επιβεβλημένη τυπική αβροφροσύνη αλλά αυτονόητη αλήθεια να ομολογήσουμε ότι μία τέτοια βραδιά ανήκει σ' εκείνους πού δεν έγραψαν ποτέ ποίηση, ούτε καν το διανοήθηκαν. Σ' εκείνους που ίσως και να μην καταλαβαίνουν την ποίηση όταν την ακούν. Σ' εκείνους ακόμη που μένουν μακριά από την ιεροσύνη χωρίς να έχουν ποτέ φιλοσοφήσει την ουσία της. Αλλά που ζουν ποιητικά και ιερατικά. Που ενσαρκώνουν το στίχο του Ελύτη: «Λάμπει μέσα μου εκείνο πού αγνοώ κι ωστόσο λάμπει».

Και επειδή κάποιοι από σάς ίσως ήδη αναρωτιέστε τι σημαίνει αυτό και ποιοι είναι αυτοί, ας αφήσω τους ίδιους τους ποιητές να το εκφράσουν. Ποιος είναι ο άδηλος «ποιητής» και κρυφός «ιερέας»;
Κατ' αρχήν είναι εκείνος πού διασώζει την απλότητα μέσα στη χαρά του, όπως μάς το διατύπωσε ο πεζογράφος ποιητής μας, ο κυρ-Αλέξανδρος:
«Τόσον πολύ ευτυχής ώστε ούτε το υποπτεύει».
Ύστερα έρχεται εκείνος που αποκρυπτογραφεί τη σιωπή, όπως μνημειακά το διέσωσε ο Τάσος Λειβαδίτης:
«Και κάθε φορά πού μου μιλούσαν για τον Θεό δεν τούς πίστευα. Αλλά ύστερα, όταν έμενα μόνος με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του».
Κατόπιν ακολουθεί ο έλλογα εμπιστευόμενος, ο διακρίναντας την των πάντων αιτίαν, ο αυτοπαραδινόμενος στον Πλάστη του, ο Οποίος διά του Ρωμανού αποκαλείται:
«Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν».
Και μετά ιδού ο ποθών εν αγωνία την θεία τροφή του, ο επιπίπτων εις την Βασιλείαν ως «βρώσιν και πόσιν», κατά το υμνογραφικό της Εξόδου: «Νάουσαν ακρότομον προστάγματι σω / στερεάν εθήλασε πέτραν ισραηλίτης λαός / η δε πέτρα συ, Χριστέ, υπάρχεις και ζωή...».
Έπεται ὁ εραστής της συνεργίας, ο διά της πράξεως τον Θεόν εισάγων εις την οικουμένην. Πάλι ο Λειβαδίτης το εδήλωσε: «Κύριε, τι θάκανες χωρίς εμένα; Είσαι η μεγάλη σιωπηλή άρπα / κι είμαι το εφήμερο χέρι πού ξυπνάει τις μελωδίες σου».
Και από κοντά ο επ' ελπίδι αρδεύων και αρδευόμενος, κατά τον Σολωμό:
«Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ' άλλους κόσμους φθάνει».
Και ακόμη εκείνος πού προσδοκά την αλήθεια μετά από το κατώφλι του θανάτου και γι' αυτό (και μόνο γι' αυτό) δεν φοβάται. Όπως μας το θύμισε ο Ελύτης:
«...Αλλ' / η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται».
Κι εκείνος που πασχίζει ν' αντέξει την όποια αναπηρία και ανημπόρια του και παρ' όλα αυτά να βγάλει μελωδία. Κυρίως μάλιστα όταν η αναπηρία δεν περνάει για τέτοια, όταν δεν τυγχάνει αναγνωρίσεως. Όπως μαστορικά ο Λειβαδίτης το αποτύπωσε:
«Ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ ένα χέρι βιολί, όταν με το άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του».
Κι ακόμη εκείνος που χτυπιέται με το κακό και με τον Κακό, που πληγώνεται αλλά σηκώνεται, όπως ο Αρχηγός του, «κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός» κατά την Κασσιανή, την ποιήτρια της θεοσώμου ταφής. Που φροντίζει δημιουργικά να ιερατεύει τον πόνο, ώστε να πληρωθή το ρηθέν διά Ελύτη του ποιητού λέγοντος:
«Εάν μάς χτυπούν, να βγάζουμε ήχο καθαρό».

Αυτοί (σίγουρα και άλλοι που παρέλειψα) είναι οι κρυφοί «ιερείς» πού γράφουν άδηλη «ποίηση». Αύριο το πρωί θα ξαναγίνει ακόμη μια φορά εκείνο πού περιγράφει ο Κάλβος: «Τα μυρισμένα χείλη / της ημέρας φιλούσι / το αναπαυμένον μέτωπον / της οικουμένης». Και θα ξαναπάρουν τον δρόμο της καθημερινότητας που τούς δόθηκε και την αποστολή που έχουν να ολοκληρώσουν.
Ξένοι φαινομενικά και προς την ιεροσύνη και προς την ποίηση - και αυτό είναι το σκάνδαλο. Πώς γίνεται έξω από τη μάνδρα νάσαι πιό δεκτικός από τους μέσα ή πιο αγόγγυστος οδοιπόρος; «Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου το στεναγμό του Θεού» δηλώνει πάλι ο Λειβαδίτης. Και μήπως είναι πιότερο μακάριοι που δεν το γνωρίζουν;
Και το σκάνδαλο κορυφώνεται όταν διαπιστώνεις στην πράξη ότι ξεφεύγουν από τα στερεότυπα που περίμενες, ίσως και να σε απογοητεύουν ή να σε κουράζουν με τη πρώτη ματιά. Πριν από χρόνια είχα άτεχνα αποπειραθεί να μιλήσω γι' αυτούς τους χειρώνακτες των αισθημάτων, αυτούς οι οποίοι θα αποτελέσουν τίς τύψεις μας των εσχάτων κι έτσι βγήκε αυτό το μικρό ποίημα:
«Πρόσωπα, αλλοίμονο!/ των αδελφών που βαστάζουν / επάνω τους τραχέα, / ιδιόρρυθμα, δυσήνια, / τα περάσματα της Αλήθειας / - όσα αρνηθήκαμε».
Είχαμε προειδοποιηθεί γι' αυτή την ξενότητα από τα παλιά τα χρόνια, όταν φιλοτεχνούντο τα σχέδια για τη Νέα Σιών. Εξαγγέλλει ο Ησαΐας: «Και οικοδομήσουσιν αλλογενείς τα τείχη σου... και ήξουσιν αλλογενείς ποιμαίνοντες τα πρόβατά σου και αλλόφυλοι αροτήρες και αμπελουργοί». Δεν είναι προσωπολήπτης ὁ Θεός μας. Και αυτό που προσπαθούμε να κάμουμε οι ιερείς ποιητές είναι τίποτε περισσότερο από το να ανοίξουμε την ψυχή μας στη μοναδικότητα του καθενός από αυτούς τούς διπλά ξένους, να τους αφουγκραστούμε σεβαστικά, να αναλάβουμε τις δοκιμασίες τους στην καρδιά μας, να γίνουμε η φωνή τους, όπως άλλωστε η λειτουργική μας διακονία μάς χρέωσε.
Σ ένα ιαμβικό τροπάριο των Χριστουγέννων ο Ιωάννης Δαμασκηνός λέει στον Χριστό: «Ήκεις, πλανήτιν πρός νομήν επιστρέφων / την ανθοποιόν εξ ερημαίων λόφων, / η των εθνών έγερσις, ανθρώπων φύσιν, / ρώμην βιαίαν του βροτοκτόνου σβέσαι, / ανήρ φανείς τε και Θεός προμηθεία».
Με την Ενανθρώπηση του Λόγου, δηλαδή, η περιπλανώμενη ανθρώπινη φύση επιστρέφει από τις ερημιές στην «ανθοποιόν νομήν». Ανθοποίησις - μήπως αυτός δεν είναι ο κλήρος του καθενός μας, και πιο πολύ του κλήρου;

[Η παραπάνω Ομιλία του π. Βασιλείου Θερμού εκφωνήθηκε κατά τη μουσικοφιλολογική εκδήλωση για την ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, που διοργάνωσε στην Πάτρα ο θεολόγος και μουσικός Παναγιώτης Ανδριόπουλος, στις 14 Ιανουαρίου 2007. Από εκεί και η παραπάνω φωτό του π. Θερμού.

Ανάλογη Ομιλία έκαμε το ίδιο βράδυ και ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, με τον τίτλο "Νύξεις για την ποίηση των ιερέων", την οποία μπορείτε ν' αναγνώσετε εδώ.]

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Εκδόσεις Περίπλους / Διονύσης Βίτσος: [Αποσπάσματα από έξι αθηναϊκές ιστορίες]


ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Το σπίτι και ο χρόνος


Η γειτονιά «καλλιτέχνιζε». Αρκετοί γνωστοί των Γραμμάτων και Τεχνών ζούσαν στα πέριξ. Συχνά ανεβαίνοντας την οδό Ροβέρτου Γκάλι λίγο πριν την ανοιχτωσιά του «Διόνυσου», γωνία με την οδό Ουέμπστερ, στο ισόγειο έμενε ο Μποστ. Εάν το παράθυρο του γραφείου του, που έβλεπε την Ροβέρτου Γκάλι ήταν ανοικτό, σταματούσα προς στιγμή να κοιτάξω κλεφτά μέσα γιατί είχε πολλά έργα του αναρτημένα στον απέναντι του παραθύρου τοίχο. Θυμάμαι το ανάπτυγμα, σε κατά το μήκος τομή, ενός πλοίου μέσα στο οποίο μάλλον περίεργα πράγματα γινόντουσαν, αλλά η απόσταση και το μέγεθος δεν μου τα μαρτυρούσε. Από την κουνιάδα του, με την οποία έτυχε να παίρνουμε μαθήματα αγγλικών από την ίδια δασκάλα, έμαθα ότι ήταν η «Χριστίνα» του Ωνάση. Του το είπα όταν τον γνώρισα στην Θεσσαλονίκη το ’75, σε προεκλογική παρουσία του ΚΚΕ με το οποίο κατέβαινε υποψήφιος. Μαζί του ήταν και ο συνυποψήφιος του, ο εκλιπών πλέον, καθηγητής του Α.Π.Θ. Παύλος Πετρίδης.
Στην οδό Ουέμπστερ κατοικούσε και ο Σπύρος Βασιλείου. Το σπίτι ήταν όψιμου νεοκλασικισμού, στο οποίο είχαν κάνει προσθήκη δύο ορόφων, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα και το ατελιέ. Λόγω της γνωριμίας μου με τις δύο θυγατέρες του, επισκεπτόμουν το σπίτι όπου και με εντυπωσίαζε ο μεγάλος πίνακας αναπαράστασης της θέας που είχε από την πίσω πλευρά, προς την Ανατολή.
Η εικόνα ξεκινούσε από τα Προπύλαια της Ακρόπολης και έφτανε στην νότια κορυφογραμμή του Υμηττού. Σχεδόν στη μέση στο κάτω μέρος, έβλεπα το σπίτι του αγαπημένου φίλου Γιώργου Π. Η αυλή του οποίου είχε μεσοτοιχία με το σπίτι των Βασιλείου και ήταν και ο λόγος γνωριμίας μας με τα κορίτσια. Όχι πολύ μακριά από τον Σπύρο Βασιλείου, μένει ακόμη ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στη συμβολή των οδών Μισαραλιώτου και Βεΐκου ήταν μέχρι τα μέσα του ’60 και η διώροφη κατοικία της οικογένειας του ζωγράφου Αλ. Αλεξανδράκη. Από τα ωραιότερα εκλεκτιστικά κτίρια της παλιάς Αθήνας με μεγάλο κήπο και με κάποια, απ’ ό,τι θυμάμαι, «ντροπαλά» στοιχεία Αρ Νουβώ.
Δίπλα στο σπίτι μας, από δεξιά, σε μία διώροφη οικοδομή έμενε το ζεύγος Φραντζεσκάκη του «Ζυγού». Όταν το σπίτι έγινε πολυκατοικία (η πρώτη της γειτονιάς), έφυγαν. Δεν έτυχε να ξανασυναντηθούμε.
Τους κτυπούσα το κουδούνι, παιδί τότε για μία καλημέρα, με την ελπίδα όμως να μπω για λίγο στο διαμέρισμα, όπου θαύμαζα στους τοίχους ωραία έργα ζωγραφικής και χαρακτικά. Μου προκαλούσαν γοητεία οι πρωτότυπες μήτρες για ακουαφόρτε και ξυλογραφία, που αναρτούσαν μαζί με άλλα έργα. Αρκετά χρόνια μετά, ένας αμερικανός φίλος χαράκτης με έβαλε στα μυστήρια αυτής της τέχνης, κάνοντας μαζί του τα πρώτα βήματα στην χάραξη του χαλκού και του τσίγκου.
Οι παλαιότεροι καλλιτέχνες εγκατεστημένοι στην περιοχή ήσαν, ο γλύπτης Γεωργαντής και ο Παρθένης. Ο πρώτος είχε το εργαστήρι του στην αρχή, σχεδόν, της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και ο δεύτερος στο τέρμα της οδού, εκεί που σήμερα βρίσκεται ένα παρκάκι. Το πρώτο υπάρχει ακόμη., Αυτό του Παρθένη υπέκυψε στην περί κατεδαφίσεων πολιτική βούληση του Καραμανλή του Α΄, έτσι ώστε να μην μολύνει την θέα προς την Ακρόπολη από το εστιατόριο- bar- καφετέρια ο «Διόνυσος». Στην ίδια οικογενειακή γραμμή επιμένει και ο Καραμανλής ο Β΄ με την απόφαση κατεδάφισης των δύο ωραίων κτιρίων της Δ. Αρεοπαγίτου για να προσφερθεί θέα προς την Ακρόπολη, χωρίς παρεμβολές, στους θαμώνες του bar- καφετέρια του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως. Η πρόσφατη αντιπαλότητα σχετικά με την κατεδάφιση, ή διατήρηση των δύο αυτών κτιρίων, μου αναζωπύρωσε το παλαιό συναίσθημα θλίψης και ματαίωσης που με κυριεύει όταν επιστρέφω στην Αθήνα, βλέποντας την επιταχυνόμενη αλλοίωση του αποτυπωμένου στα κτίριά της χρόνου, που παρασέρνει η κατεδάφιση όλων ό,τι αποτελούσε για μένα το ελάχιστο των εναπομεινάντων αναφορών μιας πόλης που απεμπόλησε το παρελθόν της. Γιατί το παρελθόν γίνεται σαν χημική ουσία, απλωμένη σε τοίχους και λιθόστρωτα, στα περίτεχνα κάγκελα, ή σε ξυλόγλυπτες θύρες, ουσία φωτογραφικού φιλμ που αποτυπώνει την αφή ανθρώπων και γεγονότων. Και είναι τραγικό να ψάχνω την Αθήνα που χάθηκε, ανατρέχοντας σε βιβλία που αναφέρονται στης πόλης τα συμβάντα, όπως οι φωτογραφίες του DMITRI KESSEL του Δεκέμβρη 1944. Κάποιοι αποφάσισαν να σβήσουνε τις ενοχές τους ξηλώνοντας το σκηνικό της τραγωδίας.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥ
Είναι όμορφα εδώ στην Κυψέλη

Άλλη μια μέρα εδώ στο Βρετανικό Νησί της Κυψέλης. Μείναμε αποσβολωμένοι με το θαύμα της φύσης. Τουτέστιν, ένα σμήνος από μαύρα πουλιά που είχαν καλύψει τον ουρανό από την Κυψέλη έως το βουνό απέναντι. Πώς το λένε αυτό το βουνό δεν ξέρω. Θα ρωτήσω το Στηβάκι.
Το Στηβάκι ξέρει όλα τα βουνά της Αθήνας με τ’ όνομα τους και όχι μόνο. Ξέρει πού είναι ακριβώς. Εγώ πριν χρόνια νόμιζα ότι η Πεντέλη ήταν η Πάρνηθα και ο Υμηττός, μισός Υμηττός και μισός Πεντέλη. Νόμιζε ο άθεος προτεστάντης ότι θα μάθει από μένα τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της Αττικής!
Ευτυχώς το κατάλαβε γρήγορα και χωρίς να με προσβάλλει, γιατί είναι τζέντλεμαν, άρχισε να με ξεναγεί στις ομορφιές του τόπου. Είδα ξανά το Πεδίο του Άρεως, το Ζάππειο, τον Εθνικό Κήπο. Αν και το Στηβάκι φοβάται να περνάει από εκεί όταν σκοτεινιάζει, γιατί μαζεύονται, λέει, πολλοί αστυνομικοί.
«Τι κάνουν εκεί οι αστυνομικοί, μωρό;» με ρωτάει. «Κάνα τσιγάρο θα κάνουν ρε μωρό μου», του απαντάω για να τον καθησυχάσω. Γιατί το Στηβάκι έχει ακούσει πολλές ιστορίες για την Ελληνική Αστυνομία απ’ τους αριστερούς φίλους μας και αγριεύεται άμα τους βλέπει.
Έλεγα, λοιπόν, ότι θαυμάζαμε το σμήνος με τα μαύρα πουλιά που πετούσαν πάνω από την Αθήνα. Εγώ και το Στηβάκι μόνοι στην ταράτσα του Βρετανικού Νησιού. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Και δεν θα το έβλεπα, αν δεν είχα τον φιλοπερίεργο μικρό εξερευνητή, να με πάρει σηκωτή και να με ανεβάσει επάνω.
Το σμήνος που κάλυπτε τον ουρανό, πετούσε επί σαράντα λεπτά. Ανέβαινε και κατέβαινε, γυρνούσε, χωριζόταν και ενωνόταν ξανά. Κάποια στιγμή βγήκε ένα παιδάκι στο μπαλκόνι κι αναθάρρησα. Αλλά γρήγορα το επανέφεραν στην τάξη: «Τι κάνεις παιδί μου στο μπαλκόνι; Έλα εδώ που καθόμαστε όλοι! Έχει επανάληψη τις ‘Πεθερές’ που σ’ αρέσουν».
Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά άμα σου λένε συνέχεια από μικρό ότι κάτι σου αρέσει ή δεν σου αρέσει, στο τέλος το πιστεύεις. Μου συνέβη με τις αγκινάρες. Για χρόνια η μάνα μου έλεγε: «Έφτιαξα αγκινάρες που δεν τις τρως. Θες να σου κάνω μια μπριζόλα;» Πείστηκα. Πολύ αργότερα, στα τριάντα δύο, ανακάλυψα ότι μ’ αρέσουν. Και μια μέρα, στο Κυριακάτικο τραπέζι, έγινε η μεγάλη αποκάλυψη. Πικράθηκε η μάνα μου…
Τέλος πάντων, για να επανέλθω, ο μικρός Γιωργάκης πήγε να δει τις «Πεθερές» σε επανάληψη κι εμείς συνεχίσαμε να βλέπουμε το ανεπανάληπτο θέαμα των πουλιών, που είχε φτάσει στους τίτλους του τέλους.
«Μωρό μου», φωνάζει το Στηβάκι, «όλα αυτά τα πουλιά μένουν στη Φοκίοουνις». Βλέμμα δυσπιστίας. «Αλήθεια, τα έχω ακούσει» επιμένει ο φυσιολάτρης, παρουσιάζοντας ακλόνητα στοιχεία. Και πράγματι, τα πουλιά άρχισαν τη μαζική τους κάθοδο και, λίγα-λίγα, χάνονταν στα δέντρα της Φωκίωνος Νέγρη.
Ο ήλιος έδυε, ο Γιωργάκης γλάρωνε στην τηλεόραση, το σμήνος κούρνιαζε στα άνω διαμερίσματα της πάλαι ποτέ ένδοξης Φωκίωνος, κι εμείς είπαμε να κλείσουμε τη μέρα μ’ ένα-άντε δύο επεισόδια Σταρ Τρεκ, για να το γλεντήσουμε.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ
Η μεγάλη απόφαση

¨Τον θυμάσαι τον Γιώργο, τον γιο της Ασπασίας, από την απέναντι πολυκατοικία; Για δυο χρόνια, είπε ότι θα πήγαινε στην Αθήνα, μόνο για όσο θα διαρκούσε η φοίτηση του σε εκείνο το ΙΕΚ και μετά θα επέστρεφε. Έξι χρόνια έχουν περάσει και ακόμα τον περιμένει η μάνα του, για να αναλάβει το ψιλικατζίδικο.
Της έχει πέσει η μέση, της κακομοίρας της Ασπασίας, να κουβαλάει όλη τη μέρα, τα καφάσια με τις Amstel, για να γεμίζει τα ψυγεία και ο κανακάρης της, ακόμα να φανεί. Δεν την αλλάζει, λέει, με τίποτα την Αθήνα, τώρα, που την έζησε. Τη λάτρεψε, λέει, και δεν θέλει να γυρίσει στο νησί. Ακούς καμώματα ο Γιωργάκης; Και εσύ μου λες, πως θες να σπουδάσεις εκεί; Θέλεις δηλαδή, να πάθεις κι εσύ τα ίδια; Να σου ρίξουν τίποτα στο ποτό σου, κανένα βράδυ, και να μην μπορείς να φύγεις ποτέ από εκεί;
Γιατί δηλαδή, κακή είναι η Πάτρα, που είναι και σχεδόν δίπλα μας; Μια ώρα με το καράβι, άλλη μια με το λεωφορείο και έφτασες. Θα πηγαίνεις την Κυριακή το βράδυ και το μεσημέρι της Παρασκευής θα μπαίνεις στο λεωφορείο και θα έρχεσαι να σε βλέπουμε λίγο και εμείς. Τι τη θες την πρωτεύουσα; Τόσα χρόνια, στην πρωτεύουσα του νησιού δεν μένουμε; Σου έλειψε ποτέ ο πρωτευουσιάνικος αέρας; Όχι πες μου, σου έλειψε;¨
Η διαπεραστική φωνή της κυρά Βασιλικής, αψηφώντας τα ωράρια κοινής ησυχίας και τα ευαίσθητα νεύρα της γειτονιάς, εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι, ακουγόταν πιο αγχωμένη από ποτέ. Ανεβασμένη πάνω στη ¨Σκάλα του Μιλάνο¨, έτσι είχε βαπτίσει ο άντρας της, τη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα, έδινε για μια ακόμη φορά τη δική της παράσταση, έξω από το παράθυρο του Περικλή, αφού για κακή του τύχη, η συγκεκριμένη σκάλα περνούσε ακριβώς μπροστά από το δωμάτιό του.
¨Κάνεις πως δεν ακούς τώρα, έτσι; Ξέρεις πως έχω δίκιο και δεν απαντάς!¨ Κρατώντας στο ένα της χέρι, τα φρεσκοπλυμένα ρούχα που επρόκειτο να απλώσει σε λίγα λεπτά και στο άλλο τη σακούλα με τα μανταλάκια, συνέχιζε ακάθεκτη την υψηλόφωνη διάλεξή της, αν και κατά βάθος ήξερε, πως οι ωτασπίδες που συνήθιζε να φοράει ο Περικλής, όταν κοιμόταν, ήταν εξαιρετικά καλής ποιότητας και δεν υπήρχε περίπτωση, όσο δυνατά κι αν φώναζε, να βγει κερδισμένη, σ’ αυτή την άνιση μάχη με την τεχνολογία.
¨Πάω να απλώσω τα ρούχα και τα υπόλοιπα θα τα πούμε σε λίγο, στο τραπέζι. Σήκω και ντύσου να φάμε, μεσημέριασε και εσύ ακόμα κοιμάσαι, σε χειμερία νάρκη έχεις πέσει; Προπόνηση για την Αθήνα κάνεις;
Η τελευταία φράση, αν και όλα έδειχναν πως θα έκλεινε την αυλαία, προσωρινά έστω, εντούτοις, προς μεγάλη ατυχία των γειτόνων, που είχαν ήδη βλαστημήσει όλους τους γνωστούς Αγίους, από τη στιγμή που η Βασιλική ξεκίνησε να ωρύεται, και είχαν τώρα περάσει στους λιγότερο δημοφιλείς, όπως ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Χρυσή, εκτινάχθηκε από το στόμα της, προσέκρουσε στα νυσταγμένα βλέφαρα του Περικλή και προσγειώθηκε ανώμαλα στα αυτιά του άντρα της, του Παναγιώτη, που τη στιγμή εκείνη, έμπαινε στο σπίτι.
¨Πάλι το ζαλίζεις το παιδί; Γιατί δεν το αφήνεις να κάνει αυτό που επιθυμεί; Αφού θέλει να πάει στην Αθήνα, εσένα τι σε κόφτει; Για σπουδές θα πάει, δεν θα πάει να ψήνει κάστανα στην Ομόνοια. Πάλι του λες να πάει στην Πάτρα, για να σε έχει συνέχεια μέσα στα πόδια του; Ήμαρτον!¨ Ο Παναγιώτης, πριν προλάβει να βγάλει το μπουφάν του και να αφήσει στην κουζίνα, τις μπίρες που είχε πεταχτεί να αγοράσει από το ψιλικατζίδικο της Ασπασίας, έλαβε θέση μάχης στα δυο πρώτα σκαλοπάτια, αφενός για να υπερασπιστεί το γιο του, το ¨καμάρι του¨, όπως τον αποκαλούσε, μετά από εκείνο το βράδυ στο καφενείο, όπου τον ενημέρωσαν πως είδαν τον Περικλή, στην καφετέρια της πλατείας, μαζί με μια πανέμορφη, ξανθιά συμμαθήτριά του και, αφετέρου, για να υποστηρίξει για μια ακόμη φορά, το προφίλ του ανοικτόμυαλου, εκσυγχρονισμένου πατέρα, που με τόσο ζήλο καλλιεργούσε στη γειτονιά, από τότε που αποφάσισε να κατέβει υποψήφιος, στις επόμενες Δημοτικές Εκλογές, με το Προοδευτικό Κίνημα Αγίας Τριάδας.


ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΜΟΥ
Αγαπούσε τον άνεμο


Αγαπούσε τον άνεμο. Αγαπούσε τις συμμαχίες του μ’ εκείνο το φως των Εξαρχείων που περνούσε τα κυριακάτικα πρωινά ανάμεσα απ’ τις σκισμένες αφίσες απλώνοντας σκιές στους τοίχους της αφθονίας. Αγαπούσε τις μυρωδιές του τρίμμενου καφέ καθισμένος στα κατακάθια των πρωινών ονείρων των χνότων και των ελπίδων που λιάζονταν στις καφετέριες της πλατείας. Αγαπούσε εκείνες τις μυρωδιές που σκαρφάλωναν ως το Λόφο. Τη μεθούσαν καθώς τα μυριάδες φωτάκια της πόλης χόρευαν στα μάτια της. Αγαπούσε το φως και το γλυπτικό άγγιγμα του εκείνο που ζωγράφιζε το κορμί της. Απ’ το φως αναδύονταν η αγάπη της για τα λάθη κι εκείνη η παράλληλη σχέση της με το θρόισμα των φύλων, το άγγιγμα της βροχής, τις χοντρές ψιχάλες που έσταζαν απ’ τις σκισμένες σημαίες στα μπαλκόνια της επανάστασης.
Περπατούσε ανηφορικά στη Θεμιστοκλέους. Η γραφικότητα των χρόνων υψώνονταν στο τρίξιμο των κλειδώσεων στα παράθυρα των κτιρίων. Ζωγράφιζε την αρμονία στο περπάτημα της, μα στα μάτια της βυθιζόταν διαστροφή της αλήθειας. Κοίταξε αθόρυβα τις πλάκες του βρεγμένου δρόμου, το βλέμμα της σκαρφάλωνε στους γκριζαρισμένους τοίχους, στα ματωμένα τους γράμματα, στα συνθήματα που μοιάζουν να ζωντανεύουν στο χρόνο, στα χρώματα πινακίδων, στους περαστικούς. Ένας νέος κατέβαινε το δρόμο, τον κοίταξε επίμονα. Την κοίταξε κι εκείνος, χαμογέλασε, του χαμογέλασε και εκείνη. Απόλαυσε για μια στιγμή την ασφάλεια της μυστικής τους συνεννόησης και συνέχισε τον ασυλλόγιστο βηματισμό της.


DANA SEMITECOLO
Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο

Είμαι ο Τάκης και είμαι ποδήλατο. Μην απορείς, δεν είμαι ένα τυχαίο ποδήλατο. Είμαι το ποδήλατο του Νίκου. Γι’ αυτόν και για την παρέα του μιλάει αυτή η ιστορία που θα σου διηγηθώ και κάθε λέξη της, είναι αληθινή.
Το βρίσκεις παράλογο που μπορώ και σου γράφω; Δεν είναι! Απλά εσύ τα τελευταία χρόνια έχεις το πρόβλημα που ονομάζω «υπερβολική λογική» και ό,τι δεν εντάσσεται σε αυτήν, το θεωρείς «παραμύθια της Χαλιμάς».
Ξεπέρασε λοιπόν γρήγορα το όποιο σοκ και πάμε παρακάτω. Άλλωστε, κανείς γύρω σου δεν μπορεί να ξέρει πως αυτό που διαβάζεις είναι γραμμένο από ένα ποδήλατο. Αντιθέτως, εγώ ξέρω τα πάντα για το αφεντικό μου, τον Νίκο και τους φίλους του. Τον ακολουθούσα και τον ακολουθώ σχεδόν παντού και έχω ακούσει πολλά πράγματα. Όσα δεν ξέρω, μου τα έχουν πει τα άλλα ποδήλατα, των φίλων του, με το νι και με το σίγμα που λέτε κι εσείς.
Εκείνη τη περίοδο λοιπόν, πριν λίγα μόλις χρόνια, ήταν όλοι στη παρέα ενθουσιασμένοι με την νέα αγαπημένη τους συνήθεια που είχε έρθει να γεμίσει τις ώρες της βαρεμάρας τους: τα ταράτσα-πάρτι. Η ιδέα ενός τέτοιου πάρτι, είχε έρθει με απευθείας πτήση από το πουθενά, όταν ένα απογευματάκι απολάμβαναν τον καφέ τους και παραφιλοσοφούσαν, στο σπίτι του αφεντικού μου, στα Εξάρχεια. Εκεί που ακούγανε στο ραδιόφωνο ζωηρές μουσικές και χωρίς να το πολυκαταλάβουν, βρέθηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας αγκαλιά με το ραδιόφωνο, να χορεύουν ξέφρενα και να πίνουν μπίρες. Αυτά το πάρτι συνήθως, κρατούσαν ένα δίωρο κι έτσι ξαφνικά όπως άρχιζαν, έτσι κι απότομα σταμάταγαν και όλοι επέστρεφαν στις υποχρεώσεις τους.
Οι πιο σταθεροί θαμώνες στα ταράτσα-πάρτι, ήταν ο Νίκος, ο Γιάννης, η Άννα, η Σόνια, η Μαρία, ο Άλεξ, η Φωτεινή και ο Αντώνης όποτε ερχόταν από το νησί για να τους δει. Όλοι από το ίδιο νησί προερχόμενοι, κυνηγούσαν το μεγάλο τους όνειρο στις γειτονιές της Αθήνας. Ο καθένας με τον τρόπο του και με σταθερό μέσο το ποδήλατό του. Άλλοι στα Πανεπιστήμια, άλλοι στα ΙΕΚ, άλλοι σε ιδιωτικές σχολές. Όλοι όμως στο δρόμο για την απόκτηση "ενός χαρτιού", που έλεγαν κι οι γονείς τους, ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν στο μέλλον, μια δουλειά της προκοπής. Και πράγματι, στο μέλλον, βρέθηκε η "δουλειά της προκοπής" για τον καθένα, ανεξάρτητα από το πτυχίο, το δίπλωμα και το degree. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο, διαφορετικό κεφάλαιο.
Οι θαμώνες των πάρτι δεν ξεπερνούσαν τους δέκα γιατί έτσι είχε αποφασίσει η παρέα ότι ήθελε να γίνει. Το νούμερο δέκα ήταν ένα ευέλικτο σχήμα για ταράτσα-πάρτι, όπως έλεγε ο Άλεξ. Οι περισσότεροι από δέκα, θα έκαναν υπερβολική φασαρία. Βέβαια υπήρξαν φορές που ο αριθμός μειωνόταν, όμως ποτέ δεν άφηναν να αυξηθεί. Ήταν ένας άγραφος κανόνας της παρέας και αυτός. Το ποιοι και πότε θα συμμετείχαν δεν το προγραμμάτιζαν ποτέ. Απλά γινόταν. Αν τύχαινε κι ερχόταν κανείς, ενώ ο αριθμός είχε συμπληρωθεί τον έδιωχναν διακριτικά ή έπαιρνε τη θέση κάποιου που ετοιμαζόταν να φύγει λόγω κάποιας υποχρέωσης.


ΦΩΤΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Απ’ τον Σινάτρα στην Καραγκούνα

Ήμουν στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού ένα τέταρτο πριν από την καθορισμένη –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- ώρα έναρξης της γαμήλιας τελετής. Ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι πιο βασανιστικά παρά ποτέ θα κυλούσαν τα τουλάχιστον τριάντα λεπτά ανιαρής αναμονής μέχρι την εμφάνιση της νύμφης. Η «βασίλισσα» εκείνης της βραδιάς, η Φαίη (εκ του Ευφροσύνη), απησχολείτο ως τηλεφωνήτρια στο Paparazzo, το εβδομαδιαίο περιοδικό που, αφότου ανέλαβα τη διεύθυνσή του, πρωτεύει σε κυκλοφορία, αναγνωσιμότητα και παροχή «υπηρεσιών» στις μεσημβρινές τηλεοπτικές εκπομπές.
Όχι, δεν είμαι το αποφώλιον τέρας που εκβιάζει καλλιτέχνες ή «καλλιτέχνες», μοντέλες και λοιπούς μαϊντανούς, για να εξασφαλίζει τις αποκλειστικές και συνταρακτικές «ειδήσεις», όπως διαλαλούν οι κακεντρεχείς και φθονεροί ανταγωνιστές μου.
Απλώς, ξέρω (από ένστικτο;) τι θέλει η κοινή γνώμη. Πιάνω τον παλμό της. «The PULSE», όπως λέω, για να θυμίζω -στον εαυτό μου πρωτίστως- ότι είμαι δεινός χειριστής της γλώσσας του Σαίξπηρ.
Έλεγα νωρίτερα πως η Φαίη απησχολείτο στο περιοδικό ως τηλεφωνήτρια. Απησχολείτο, τρόπος του λέγειν. Γιατί κατά κανόνα απασχολούσε το τηλεφωνικό κέντρο με τις προσωπικού περιεχομένου κλήσεις της στους γονείς, στην αδελφή, στη φιλενάδα και κυρίως στον γκόμενο. Όχι αυτόν που σε λίγο θα αλυσόδενε ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Αναχωρώντας από την Εκάλη λίγο μετά τις οκτώ, εκείνο το σαββατιάτικο δειλινό, υπολόγιζα ότι θα έφθανα στο κέντρο της Αθήνας περίπου μία ώρα αργότερα, δηλαδή αφού θα είχε παρέλθει το δεκαπεντάλεπτο κατά το οποίο ο δυστυχής γαμπρός περιμένει τη νύμφη με την ανθοδέσμη ανά χείρας και φέροντας το χαμόγελο της αμηχανίας, δηλωτικό του άγχους και ενίοτε του εκνευρισμού για το στήσιμο.
Οι γυναίκες είναι συνεπέστατες στα ραντεβού τους μέχρι τον υμέναιο, ακόμη και οι απειροελάχιστες για τις οποίες ο υμένας δεν είναι μόνο μια ανάμνηση… Ωστόσο, ο υπολογισμός μου απεδείχθη λανθασμένος, επειδή μου διέφυγε ότι μεσούντος του θέρους η Αθήνα είναι άδεια και, συνεπώς, άδειες είναι και οι οδοί της. Σύντομα ήμουν στον περιφερειακό του Λυκαβηττού.
Ναι, βρήκα αμέσως θέση να παρκάρω. Αύγουστος γαρ. Την αρχική ικανοποίηση ότι απέφυγα την κατεξοχήν ταλαιπωρία των εν Αθήναις οδηγών, διαδέχθηκε η απογοήτευση, όταν συνειδητοποίησα ότι, για να φθάσω στον Ναό, έπρεπε να ανεβώ 99 σκαλοπάτια. Αμέσως, ανακάλεσα στη μνήμη μου την χιτσκοκική ταινία «Τα 39 Σκαλοπάτια» και ο συνειρμός του θρίλερ ήταν αυτονόητος. Ωστόσο, μόλις πάτησα το τελευταίο σκαλοπάτι, οι ελκυστικές εικόνες που αντίκρισα με αντάμειψαν και ανέσυραν στην επιφάνεια τον επίδοξο ποιητή που από παιδί κρύβω εντός μου.
Ο Φαέθων, σε πείσμα του μύθου, οδηγούσε καλά το άρμα του πατέρα του, Ήλιου, και το έστελνε ορμητικά εκεί στη Δύση, για να το κρύψει κάτω απ’ τη γραμμή του ορίζοντα. Οι εναλλαγές των χρωμάτων στον ουράνιο θόλο μετέβαλαν το ανθρώπινο μάτι σε ένα έκπληκτο λόγω ευχαρίστησης φασματοσκόπιο. Για έναν πιστό ακόλουθο του Βάκχου, όπως εγώ, το ηλιακό κίτρινο φάνταζε σαν το χρώμα της ξανθής μπίρας, που έδινε τη σειρά του στο κόκκινο της μοναστηριακής.
Από τη βορινή πλευρά του Ναού έβλεπα πανοραμικά το κέντρο της πόλης. Την Πανεπιστημίου, από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια, κι από αριστερά μού φανερώνονταν, νοσταλγικά, οι συνοικίες της Αθήνας στις οποίες σύχναζα στα χρόνια τα φοιτητικά: Η περιοχή «όπισθεν Χίλτον», όπως έγραφαν παλαιότερα οι μικρές αγγελίες για να δελεάσουν τον ενοικιαστή, και το Παγκράτι. Και λίγο πιο δεξιά τους ο Ιερός Βράχος με τη λάμψη του τεχνητού φωτισμού μα κυρίως με την αυθεντική λάμψη του κάλλους και της δόξας του. Και τα τετράτροχα στους δρόμους πέρα δώθε. «Ας λένε ό,τι θέλουν για την Αθήνα», μονολόγησα και πρόσθεσα: «I love the PULSE of city life». Όπως το λέτε κι εσείς εδώ (παραφράζω τη Γεωργία Βασιλειάδου σαν «Θεία απ΄ το Σικάγο»), «αγαπώ τη ζωντάνια της πόλης». Αυτής της πόλης, που μας κρατάει εκούσιους δεσμώτες.
Την ονειροπόληση διέκοψε απότομα η συναίσθηση του λόγου για τον οποίο βρισκόμουν λίγο πιο κάτω από την κορυφή του Λυκαβηττού. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον, όχι κατ’ ανάγκην εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας, έφιδρο γαμπρό. Στην έκδηλη αμηχανία του προσετέθη και η δική μου, του προσκεκλημένου. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων (η Φαίη δεν ήταν και ο συμπαθέστερος των ανθρώπων στο Paparazzo), περιέφερα τη σακούλα που περιείχε το δώρο. Μια σακούλα από καθορισμένο –σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο προσκλητήριο- κατάστημα, στο οποίο οι μελλόνυμφοι είχαν ανοίξει «λίστα γάμου».

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Αποχαιρετισμός στην Ελλάδα

Tου Σάιμον Γκας*

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Γιώργος Σεφέρης
Γυμνοπαιδία – Σαντορίνη

Σε λίγες μέρες η γυναίκα μου κι εγώ αφήνουμε την Αθήνα ύστερα από οκτώ ευτυχισμένα χρόνια στη χώρα σας – πρώτα στη δεκαετία του ’80 και για δεύτερη φορά αυτά τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα ήταν καλή μαζί μας. Μας χάρισε τον πρώτο μας γιο, που γεννήθηκε εδώ πριν από 23 χρόνια. Μας χάρισε πολλούς φίλους. Μας χάρισε πολλές στιγμές ευτυχίας. Και ποτέ, μα ποτέ δεν μας άφησε να πλήξουμε.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες ασκούν έντονη επίδραση στους ξένους. Ο Βρετανός συγγραφέας Lawrence Durrell έγραψε: «Άλλες χώρες μπορούν να σε κάνουν να ανακαλύψεις έθιμα ή παραδόσεις ή τοπία. Η Ελλάδα σου προσφέρει κάτι πιο σκληρό: την ανακάλυψη του εαυτού σου». Στην Ελλάδα εμείς οι Βορειοευρωπαίοι αφήνουμε πίσω μας λίγη απ’ την ψυχραιμία και την επιφυλακτικότητά μας και γινόμαστε πιο εξωστρεφείς, αναζητάμε πιο πολύ τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων. Δεν εκπλήσσομαι που η λέξη privacy δεν μεταφράζεται ακριβώς στα Ελληνικά. Αλλά, πάλι, ούτε η λέξη παρέα μεταφράζεται στα Αγγλικά.

Η Ελλάδα άναψε τον πόθο του ταξιδιού σε γενιές και γενιές Βρετανών, και η Μαριάν κι εγώ προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά τους. Η μυρωδία του καπνού του ξύλου που καίγεται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Ηπειρο, τα λιβάδια με τ’ αγριολούλουδα στην Πελοπόννησο την άνοιξη, τα κρυστάλλινα γαλανά νερά του Ιονίου το καλοκαίρι είναι μερικές από τις αναμνήσεις που θα πάρουμε μαζί μας φεύγοντας.

Οι Ζουλού λένε ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι μέσα από άλλους ανθρώπους. Η Ελλάδα δεν θα σήμαινε τόσα πολλά για μας αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που γνωρίσαμε εδώ. Η γιαγιά που μας φίλεψε ροδάκινα απ’ το καλάθι της όταν χάλασε το αυτοκίνητο της παρέας μας, στη Θεσσαλία το 1975. Το ζευγάρι που μας παραχώρησε το διαμέρισμά του, παρόλο που μόλις μας είχε συναντήσει, στο Ρέθυμνο το 1984. Ο ταξιτζής στη Χίο, το 1992, που όταν ο γιος μου ο Κρίστοφερ ζαλισμένος από το ταξίδι έκανε εμετό κι έκανε χάλια και το ταξί και τον ίδιο, αυτός ανησυχούσε μόνο αν ήταν εντάξει το παιδί. Θα μας λείψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην Ελλάδα, που μας έδωσαν τη φιλία τους και τη συντροφιά τους.

Θα θέλαμε επίσης, η Μαριάν κι εγώ, να ευχαριστήσουμε όλους αυτούς που ήταν τόσο επιεικείς και συγχωρητικοί όσο εμείς κατακρεουργούσαμε την ελληνική γλώσσα. Θέλω να ζητήσω ιδιαιτέρως συγγνώμη από μια κυρία που γνώρισα σε μια δεξίωση πριν από λίγα χρόνια. Τη ρώτησα τι δουλειά έκανε ο άντρας της. Μου απάντησε ότι ήταν γεωπόνος. Δυστυχώς, μπέρδεψα τη λέξη γεωπόνος με τη λέξη Γιαπωνέζος. Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν ήξερε σχεδόν τίποτε για την Ιαπωνία. Και καθώς επέμενα με τις ερωτήσεις μου για τον ιαπωνικό πολιτισμό, έβλεπα σιγά σιγά τον πανικό να φουντώνει στα μάτια της.

Θα ήθελα ακόμη να ζητήσω συγγνώμη κι από τον προβεβλημένο εκείνον υπουργό, που παρέμεινε ατάραχος όταν τον ρώτησα πώς σκόπευε να αντιμετωπίσει όλες τις προσκλήσεις και όχι τις προκλήσεις του τομέα ευθύνης του. Τώρα ήρθε ο καιρός να πάμε σε μιαν άλλη χώρα. Χαιρόμαστε με την προοπτική των νέων εμπειριών, των νέων ενδιαφερόντων που πάντα φέρνει ένα νέο διπλωματικό πόστο. Όπως λέει κι ο ποιητής:

«Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένες πρωτοϊδωμένους»

Aλλά, δεν θα είναι Ελλάδα.

Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι θα επιστρέψουμε. Δεν νομίζουμε ότι η Ελλάδα μας έχει δώσει ακόμη την άδεια να την εγκαταλείψουμε οριστικά. Και όταν επιστρέψουμε δεν θα το κάνουμε μόνο για τους ανθρώπους ή για το τοπίο, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα που θαυμάζουμε για πάρα πολλά πράγματα.

Αλλά αυτό που ιδιαίτερα θαυμάζουμε εδώ είναι η σημασία που δίνουν οι Έλληνες στους οικογενειακούς δεσμούς και τη φιλία, την επιμονή σας να χαίρεστε τη ζωή, την ανοιχτόκαρδη διάθεσή σας, τη γενναιοδωρία σας και την αίσθηση αξιοπρέπειας και ευπρέπειας. Το ταλέντο των Ελλήνων ξεχειλίζει σε κάθε τομέα, από τις καλές τέχνες ώς τον κάθε χώρο δουλειάς και δημιουργίας. Ένα από τα προνόμια που είχα ως πρέσβης στην Ελλάδα ήταν η ευκαιρία που μου έδωσε να συναντήσω τόσους προικισμένους, ζωντανούς ανθρώπους από φοιτητές μέχρι δισεκατομμυριούχους.

Ομολογώ ότι ακόμη και τώρα, μετά οκτώ χρόνια στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμη μερικά πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω την ελληνική μανία να βουτάνε όλοι στη θάλασσα κάθε φορά που η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από τους δέκα βαθμούς. Εγώ μεγάλωσα σε μια χώρα που η θάλασσα ήταν κρύα και γκρίζα και, γενικώς, έπρεπε να αποφεύγεται. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα κινητά είναι τόσο δημοφιλή, ενώ τόσες και τόσες Ελληνίδες σε διακοπές έχουν τη συνήθεια να φωνάζουν τόσο δυνατά και σε τόσο ψηλές νότες ώστε οι φωνές τους να σκίζουν τον αιθέρα και λόγγοι και ραχούλες να αντηχούν «έλα Τούλααα…». Θαυμάζουμε το πάθος των Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και ελευθερία του λόγου. Ακόμη δεν έχω καταλάβει τα παραθυράκια στην τηλεόραση. Πώς καταλαβαίνει ο ένας τι λέει ο άλλος όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα; Ο στρατηγός Ντε Γκολ αναρωτήθηκε κάποτε πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που παράγει 246 διαφορετικά είδη τυριών. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να κυβερνήσει κανείς μια χώρα που έχει σχεδόν τόσους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς όσα τυριά έχει η Γαλλία. Αυτό που καταλαβαίνω και ξέρω καλά είναι ότι η Μαριάν και εγώ αισθανόμαστε τεράστια τρυφερότητα, ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για μια χώρα που μας φέρθηκε τόσο καλά. Σ’ ευχαριστώ, Ελλάδα.

* Ο κ. Σάιμον Γκας είναι απερχόμενος πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα.
Πηγή: Εφημερίδα
Η Καθημερινή, 28.12.2008

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΕΣ "ΟΜΙΛΙΕΣ" ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΟΝΤΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Είχα ανέκαθεν την κρυφή σκέψη, η οποία συν τω χρόνω έγινε φανερή πεποίθηση και μάλιστα ακλόνητη, ότι οι σύγχρονες καρναβαλικές εκδηλώσεις συντελούν τα μέγιστα στην διασκέδαση, όχι όμως και στον Πολιτισμό ενός τόπου. Ο Πολιτισμός είναι μια υπέρτερη πτήση, με άλλου είδους απαιτήσεις και απόρροιες. Δεν είναι απλώς μια κομφετί κατανάλωση, διανθισμένη με λάτιν (φευ!) ρυθμούς ή μια λαϊκίστικη - σκυλαδίστικη έξοδος απ’ τον εαυτό μας, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: Είναι (ή πρέπει να είναι) βηματισμός του λαού προς την Ποιότητα και την Αυτοσυνειδησία, κάτι τόσο πια δυσεύρετο στους καιρούς και τους τόπους μας.

Κατά την αποκριάτικη περίοδο, πλάι στις άλλες διασκεδαστικές εκδηλώσεις, ανθούν στη Ζάκυνθο (ανανεούμενες κάθε χρόνο) οι λεγόμενες «Ομιλίες», οι υπαίθριες παραστάσεις δηλαδή Λαϊκού Θεάτρου.
Στην περίπτωσή τους έχω τη βεβαιότητα, ότι, ως λαϊκή έκφραση, συντελούν καθοριστικά στην παραγωγή όντως Πολιτισμού, διότι κατορθώνουν να συνδυάσουν όλα τ’ ακόλουθα αξιώματα:

Α) Αποτελούν αξιοθαύμαστο θεατρικό δρώμενο, κατά κύριο λόγο κωμικό και οπωσδήποτε με άμεση πρόσληψη από τους θεατές τους.

Β) Έλκουν την καταγωγή τους από την εποχή της Ενετοκρατίας, με αίσιο πάντρεμα του Βενετικού με το Κρητικό Θέατρο, το οποίο εισήχθη το 1669 στο νησί από τους πρόσφυγες μετά την πτώση του Χάνδακα (μαζί με τον «Ερωτόκριτο» και τη «Θυσία του Αβραάμ» του Βιτσέντζου Κορνάρου), πράγμα που σημαίνει, ότι έχουν ως είδος διϋλισθεί μες από τους αιώνες και άντεξαν.

Γ) Στρατεύουν μέχρι και τις μέρες μας, ως συγγραφείς των δεκαπεντασύλλαβων δρώμενων, κάποιους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους με λανθάνουσα ποιητική δυνατότητα. Σήμερα στη Ζάκυνθο παίζονται έργα των (κατ’ αλφαβητική σειρά): Αντώνη Αγαλιανού, Γιάννη Βουρτσάνη, Νίκου Γουσέτη, Διονύση Γιατρά, Γιάννη Θεοδόση, Ριχάρδου Καραμαλίκη, Αντώνη Μαρούδα-Σκάρπα, Στάθη Πίσκοπου, Κώστα Σούλη-Σκανδάλη, Ντίνου Σπίνου, Μιμίκας Σταμίρη και Γιάννη Σταμίρη.

Δ) Συνεγείρουν κρυφά ταλέντα ηθοποιΐας από τους καθημερινούς ανθρώπους του μόχθου (μόνον άνδρες), οι οποίοι ποτέ δεν θα είχαν άλλη ευκαιρία να εκφρασθούν τόσο γόνιμα στην απαγγελία, στη γλώσσα του σώματος, στον αυτοσχεδιασμό. Κάποτε αυτοί οι ερασιτέχνες αφήνουν άναυδους και τους πλέον απαιτητικούς τεχνοκριτικούς και ειδικούς θεατρολόγους. Έχω στο νου μου, για παράδειγμα, τον Τάκη Καποδίστρια-Κάκλη από το χωριό Μπανάτο του Τζάντε, ο οποίος, παίζοντας «Ομιλία» μεταμορφώνεται σύγκορμος σε αναγεννησιακή καρικατούρα. Όλο τον άλλο χρόνο ζει και κινείται στους ρυθμούς της αθέατης ανωνυμίας.

Ε) Απευθύνονται στην ευρεία μάζα του λαού, ως Θέατρο του Δρόμου που είναι, δίχως καμιά σκηνική απαίτηση (έτσι τουλάχιστον μάς το παραδίδουν οι αιώνες), οπότε στηρίζεται στον απρόσμενα έξυπνο δεκαπεντασύλλαβό τους, στην αφοπλιστική κίνηση των ερμηνευτών, στη γοητεία του αυθορμητισμού και κυρίως στη μετοχή του κόσμου.

ΣΤ) Συντελούν καθοριστικά στην κωμώδηση κοινωνικών, θρησκευτικών ή πολιτικών κατεστημένων και αξιοπερίεργων, μεγεθύνοντας (ως όντως σάτιρα) τα κακώς κείμενα της καθημερινότητάς τους.


* * *

Ως προς την απόπειρα καταγραφής των «Ομιλιών», μνημονεύουμε το, Μαριέττας Μινώτου, Ζακυνθινή λαογραφία, τ. 1 και 2. Αθήνα, χ.ε., 1933. Συνοπτική κι εύχρηστη μελέτη για το παραδοσιακό αυτό είδος θεωρώ το μελέτημα του, Διονύση Φλεμοτόμου, Προλεγόμενα στο, Ομιλίες Ο Κρίνος, Η Χαραυγή, Ο Μυρτίλος και η Δάφνη, εκδόσεις Θέατρο Αβούρη, Ζάκυνθος 1996, τ. 1, 7-13.

Ευτυχώς, κατά την τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί μια κινητικότητα ως προς την επιστημονική καταγραφή, μελέτη και αξιοποίηση της ιδιάζουσας αυτής ζακυνθινής θεατρικής έκφρασης, σε σχέση με άλλα είδη λαϊκού θεάτρου, παλαιότερα και νεότερα, μάλιστα δε με το ιταλικό δεδομένο της Commedia dell’arte. Αναφέρω απλώς τα Πρακτικά τριών σχετικών Συναντήσεων εν Ζακύνθω:

1) «Δεκέμβριος 2000», (οργανωτές: Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ζακύνθου, Θέατρο τση Ζάκυνθος, Astragali Teatro di Lecce) Πρακτικά, Ζάκυνθος χ.χ.,
2) Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνάντησης Λαϊκού Θεάτρου, (Ζάκυνθος 27-28-29 Σεπτεμβρίου 2002), Ζάκυνθος 2003,
3) Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνάντησης Λαϊκού Θεάτρου, (Ζάκυνθος 21-22-23 Νοεμβρίου 2003), Ζάκυνθος 2004.



Φωτογραφίες:
1η: Στιγμιότυπο από την "Ομιλία" στο χωριό Μπανάτο Ζακύνθου (Μάρτιο 2008).
2η: Στιγμιότυπο από την "Ομιλία" στο Μουσικό Σχολείο Ζακύνθου, (Μάρτιο 2008).

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Τα Kόλλυβα, ένα παλιό έθιμο μνήμης και τιμής

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Τα Kόλλυβα είναι βρασμένο στάρι, συνήθως ανάμεικτο με άλλους καρπούς και ζάχαρη και προσφέρεται με θρησκευτική τελετουργία στη μνήμη των πεθαμένων κατά τα καθιερωμένα μνημόσυνα και τα ψυχοσάββατα. Ο όρος προέρχεται από την αρχαία λέξη κόλλυβος που σήμαινε μικρό νόμισμα. Στον πληθυντικό (τα Κόλλυβα) δήλωνε μικρές στρογγυλές πίτες.

Η αρχή της εκκλησιαστικής καθιέρωσής τους τοποθετείται στο έτος 362 και συνδέεται παραδοσιακά με το λεγόμενο «θαύμα των κολλύβων» που έκανε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων (284-305). Την εποχή αυτή αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ο οποίος εμφανίστηκε ως ο δυναμικός θρησκευτικός και πνευματικός μεταρρυθμιστής της αυτοκρατορίας, με απόλυτο στόχο την αναβίωση της εθνικής θρησκείας και του ελληνισμού. Με διάταγμα καθιερώθηκε η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, οι κλεισμένοι ειδωλολατρικοί ναοί ανοίχθηκαν, οι δημευμένες περιουσίες τους επιστρατεύτηκαν και η ειδωλολατρική λατρεία ενθαρρύνθηκε με κάθε πρόσφορο μέσο. Ο Ιουλιανός ήταν αντίθετος με τις νηστείες των χριστιανών, γι' αυτό διέταξε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, όταν πλησίαζε η πρώτη εβδομάδα των νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής, να εξαφανίσουν από την αγορά κάθε είδους τρόφιμα και να αφήσουν μόνο τα ειδωλόθυτα, ώστε να αναγκαστούν οι χριστιανοί να φάνε ή από τα μεμιασμένα τα προερχόμενα από τις θυσίες ή να πεθάνουν από την ασιτία. Όμως ο Άγιος Θεόδωρος παρουσιάστηκε ως οπτασία στον πατριάρχη Ευδόξιο, τού φανέρωσε το σχέδιο του Ιουλιανού και τού παρήγγειλε να συγκαλέσει τους πιστούς το πρωί της Καθαράς Δευτέρας και να εμποδίσει τη βρώση αυτών των τροφών, υπέδειξε μάλιστα να χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί Κόλλυβα για τις διατροφικές τους ανάγκες. Έτσι και ο σκοπός του Ιουλιανού ματαιώθηκε και οι χριστιανοί διαφυλάχτηκαν αμόλυντοι όλη την καθαρά εβδομάδα. Σε ανάμνηση του θαύματος αυτού επικράτησε η συνήθεια να γίνονται κάθε χρόνο Κόλλυβα στη μνήμη του Αγίου Θεοδώρου το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των νηστειών.

Τα Κόλλυβα συνεχίζουν παλαιότερη συνήθεια των χριστιανών των πρώτων αιώνων και αποτελούν μεταλλαγή των προσφορών στους νεκρούς. Οι προσφορές πάλι αυτές αποτελούσαν συνέχεια όμοιων ή ανάλογων προχριστιανικών εθίμων, όπως ήταν να νεκρικά περίδειπνα κα η πανσπερμία. Η επιλογή του σιταριού ως επιμνημόσυνης προσφοράς εξηγείται από τη συμβολική έννοια (θάνατος-ανάσταση), με την οποία περιβάλλει η εκκλησία το δημητριακό αυτό( πρβλ. Ιωάννου ιβ΄ 24: «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δεν αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει»). Το στάρι, εξάλλου, αποτελεί με τις διάφορες μορφές κι επεξεργασίες του, βασικό διατροφικό υλικό του πολιτισμού μας, έτσι γι αυτούς που τρώνε τα κόλλυβα εξορκίζεται ο θάνατος κι επιμηκύνεται η ζωή και γίνεται ποιοτικότερη όπως η γλυκιά τους γεύση.

Εκτός από την κοινή ονομασία Κόλλυβα, κατά τόπους χρησιμοποιούνται και άλλες ονομασίες όπως σπερνά, συχώρια, σχωρέτια, μπούλια κ.ά. Ειδικότερα, τα Κόλλυβα που προσφέρονται για τις ψυχές λέγονται πεθαμένα, ενώ αυτά που γίνονται στη μνήμη ενός αγίου χαρακτηρίζονται ως εορτάσιμα, ζωντανά, άγια, της χαράς. Παρασκευάζονται με αγνά υλικά και στέλνονται μέσα σε δίσκο ή πιάτο στην εκκλησία όπου ευλογούνται από τον παπά στα μνημόσυνα στις οκτώ ή σαράντα μέρες, αλλά και στα τριμήνια, εξαμήνια εννιάμηνα και στο χρόνο από την ημέρα του θανάτου. Κατά τα Ψυχοσάββατα επίσης συρρέουν στις εκκλησίες πιστές με όμορφα διακοσμημένους δίσκους με Κόλλυβα, πάνω στα οποία στηρίζουν και ανάβουν κερί σε μια εκδήλωση αγάπης προς τους νεκρούς συγγενείς και φίλους. Μετά τη μικρή τελετή τα μοιράζονται μεταξύ τους και εύχονται ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές μέχρι την ανάσταση. Παράλληλα όμως διενεργείται και ένας σιωπηρός διαγωνισμός για τα καλύτερα Κόλλυβα. Εξαρτάται από την ποικιλία και την ποιότητα των υλικών αλλά και από τον τρόπο που έχουν τοποθετηθεί εκείνα που βρίσκονται στην επιφάνεια ώστε να έχουν ωραίο αισθητικό αποτέλεσμα. Το στάρι πρέπει να βράσει αλλά να παραμείνει σπειρωτό. Εμπλουτίζεται και με άλλα υλικά όπως σταφίδα, ξηροί καρποί, μαϊντανός, ρόδι, ζάχαρη κι η αναλογία διαφέρει ανάλογα με τις προτιμήσεις και τη γευσιγνωσία του παρασκευαστή.

Το Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων μαζί με εκείνα των δύο τελευταίων Απόκρεω, της Κρεατινής και της Τυρινής, εθεωρούντο πολύ σημαντικές μέρες μνήμης των νεκρών με Κόλλυβα στις εκκλησίες, ελεημοσύνες στους φτωχούς, επισκέψεις στους τάφους, τρισάγια και με αργία, όπως δείχνει και η πανελλήνια γνωστή αποστροφή:

Ανάθεμα που δούλεψε τα τρία τα Σάββατα
της Κρεατινής, της Τυρινής και των Αγιοθοδώρων.

Στο Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων αναφέρεται και παλαιότερη μαντική συνήθεια των ανύπαντρων κοριτσιών, με τα Κόλλυβα της ημέρας αυτής: Τα τοποθετούσαν κάτω από το μαξιλάρι τους και παρακαλούσαν τον Άγιο να φανερώσει στον ύπνο τους τον άνδρα που θα παντρεύονταν.

Ψυχοσάββατο, ιδιαίτερα μάλιστα σημαντικό, είναι και το Σάββατο της Πεντηκοστής. Είναι μέρα που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, οι ψυχές επιστρέφουν πάλι στον Κάτω Κόσμο, αφού σε όλη τη διάρκεια της πασχαλινής περιόδου κυκλοφορούσαν ελεύθερες πάνω στη γη.

Η μνήμη των νεκρών και τα Κόλλυβα που παρασκευάζονται στα σπίτια αποτελούν μια σημαντική εκδήλωση αγάπης προς εκείνους που έφυγαν και η απώλειά τους αφήνει συναισθηματικό κενό. Δημιουργεί συναισθηματικούς δεσμούς στα μέλη της οικογένειας, δίνει την αίσθηση της συνέχειας της ζωής, γλυκαίνει την επικοινωνία με τον Κάτω Κόσμο, μειώνει το άγχος της μοναξιάς του θανάτου. Όταν μάλιστα συνοδεύονται και με ελεημοσύνες καλλιεργείται ο ανθρωπισμός κι εξυψώνεται ο άνθρωπος. Τέτοια έθιμα ίσως έχει ανάγκη ο σημερινός άνθρωπος της ταχύτητας και της μοναξιάς, του υπολογισμού και της σκληράδας για να απελευθερώσει τα στενά όρια της ύπαρξής του και να χαρεί και μέσα από τη θλίψη της μνήμης και της ψυχικής επικοινωνίας.

Βιβλιογραφία:

* Γ. Σουλιώτης, Τα Κόλλυβα, Αθήνα 1987
* Το Μέγα Ωρολόγιον της Εκκλησίας
* Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Μιμίκας Σταμίρη, ΠΑΝΤΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ("Ομιλία": Λαϊκό Ζακυνθινό Θέατρο)

[Στη φωτό: Commedia dell'arte, Jean de Paul Paintings]

ΝΤΕΛΑΛΗΣ
Σωπάτε, κύριοι, το λοιπό, την ομιλία να πούμε.
Να την ακούσει ο λαός και να 'φχαριστηθούμε.
Για μία παντρεία με το στανιό θ’ ακούσετε παιδία.
Τον Μπάμπο στεφανώσανε με την κατρεγαρία.
Κι ενώ ήτουνα ένας γυναικάς,του φτιάσανε το κάζο.
Του δώκανε γυναίκα του μία χοντρή, ένα μπάζο.
Μα κειός τη σκαπουλάρισε, του βγήκε σε καλό του.
Άλλος τη λούμπα του 'σκαβε, άλλο το ριζικό του.
Για κάτσετε ούλοι εδωπά και κάμετε ησυχία.
Κατουρημένοι θα ' βγετε μ’ ευτή την ιστορία

ΣΚΗΝΗ 1η
( Στο καφενείο )

ΣΟΧΑΔΑΣ
Ωρέ, κουμπάρε γκάνιασα εδώ να καρτεράω.
Πρεμούρες με τσακώσανε τη ρούγα να τηράω.
Είπες το γιόμα θα 'σαι εδώ κάτι να μου παρλάρεις.
Να σε τρατάρω ένα κρασί; Μολόγα τι γουστάρεις.

ΜΟΥΛΑΣ
Για να τελέψω τσι δουλειές, επέρασε η ώρα.
Δεν είμαι πολύ εύκολος να προβατώ στη χώρα.
Μισό καρτούτσο εδωπά να φέρει κοκκινέλι.
Και για μεζέ ο κάπελας να βάλει ό,τι θέλει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Καμία σαρδέλα, καμία ελιά και λίγονε σκουράτζο.

ΜΟΥΛΑΣ
Πούλιο καλά να μ’ έδενες μ’ ένα μεγάλο γάτζο,
να μ' έριχνες στο πέλαο, στου πόρτου τα ρεπάρα.
Ή να με ξέκανε κανείς με κάνα δύο σμπάρα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Με σκιάζουνε οι παρόλες σου, Σοχάδα μου, αμπονόρα.
Μολόγα και ξαλάφρωσε, κουμπάρε μου, προχώρα.

ΜΟΥΛΑΣ
Έχω το γιο ανύπαντρο. Κι είναι μεγαλωμένος.
Πέντε χρόνια απ’ το στρατό είναι γυρισμένος.
Ούλη μέρα κάθεται κι ούλο κοπροσκυλιάζει.
Βορτάρει με τσι παστρικές. Τίποτσι δεν τον νοιάζει.
Σκιάζουμαι και καμίανε μην πάει και γκαστρώσει.
Κι έπειτα μήτε ο Άγιος μπορεί να τόνε σώσει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Τη σημερνή την εποχή έτσι είναι τα παιδία.
Δε σεκλετίζουνται πολύ με έγνοιανε καμία.
Με μπριγιαντίνη στα μαλλιά, ρούχα κολαρισμένα
συνέχεια σουλατσάρουνε ούλα τα βλοημένα.

ΜΟΥΛΑΣ
Σε κάλεσα εδωπά, λοιπό, μην πάει και με συνδράμεις.
Ένα καλό, κουμπάρε μου, για μένανε να κάμεις.
Μία κοπέλα εύρες μου να κάνει για παντρεία.
Στο μαρτυράω. Με ξέκαμε ευτούνη η ιστορία.
Δε γνοιάζουμαι για ομορφιές, ούτε για τα προικιά τση.
Να 'ναι , αμποδάτε, ικανή να κάμει τη δουλειά τση.
Τη θέλω να 'ναι καρπερή, παιδία να γεννήσει
κι ευτό τον αχαΐρευτο να τόνε συγκρατήσει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Δελέγκου που το μολοείς, κάτι έχω στο τσερβέλο.

ΜΟΥΛΑΣ
Ωρέ, Σοχάδα, σώσε με, μη βάλω και φουρνέλο.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Καψερέ, για μώρωσε. Μην ξεστομάς παρόλες.

ΜΟΥΛΑΣ
Σπαβέντα με τσακώνουνε καθημερνές και σκόλες.
Τηράω ούλους τσου κόπους μου να πηαίνουνε χαημένοι.
Πρέπει το θέμα να λυθεί. Άλλο μην περιμένει.
Γιατί θα κάμω φονικό, θα 'μπω στο μπαλαούρο.
Να πάει στο διάολο, λοιπό, ούλο το μοζοντούρο.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Σιγά τα αίματα, Μουλά,κάνεις το βουρλισμένο.
Ούφου να πας το σκέφτεσαι για κειο τον προκομένο.
Σου 'πα μες το τσερβέλο μου ιδέες κατεβάζω.
Θα σου 'βρω την καλύτερη, κουμπάρε μου, στο τάζω.

ΜΟΥΛΑΣ
Ξεφούρνισέ το. Μ’ έσκασες. Κοντεύω να κορπάρω.
Δεν έχω λιντερίτσινο έδωπα για να πάρω.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Άκου, λοιπό, τη νοβιτά. Απάνου στο Γαλάρο
ξέρω τον Ντάντο του Μαρή. Το έχω και κουμπάρο.
Τρεις θεγατέρες του 'καμε του Ντάντου η κυρά του
και που δεν έχει σερνικό είναι η συφορά του.
Στο φόρο μίανε αυγή μου 'λεγε τον καημό του,
μην πάει ούφου η φαμελιά μετά το θάνατό του.
Ψάχνει κι ευτός κάνα γαμπρό να δώκει τσι κοπέλλες
που 'χουνε χάρες κι ομορφιά κι ούτε είναι τεμπέλες.

ΜΟΥΛΑΣ
Μία βαντάκα με αρνί, μοσκάρι και γουρούνι
θα 'ναι το κανίσκι σου για τη δουλειά ευτούνη.
Κανόνισε συνάντηση μ’ ασπούδα αύριο βράδυ.
Πρέπει ο Μπάμπος άμεσα μία γυναίκα να 'βρει.
Σ’ ούλη μου μέσα τη ζωή θα στο χρωστάω χάρη
άμα δεθεί το προξενειό για κείνο το τομάρι.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Να πιούμε ακόμα μία γουλιά για το καλό το κάζο.
Τσου γάμους θα μεθύσουμε, κουμπάρε, σου το τάζω.
Πήαινε ογλήγορα, λοιπό, κάμε ετοιμασία
Να φτάσουμε αμπονόρα εκεί, γιατί είναι μακρία.
Θα στείλω εγώ τη νοβιτά απόψε στο Γαλάρο.

ΜΟΥΛΑΣ
Σοχάδα μου, να σ’ ασπαστώ. Κοντεύω να κορπάρω.
( Ο Μουλάς τον τραβάει συνέχεια για να τον ασπαστεί – Ο Σοχάδας τον αποφεύγει – Καταφέρνει να του ξεφύγει τελικά – Ο Μουλάς φεύγει τραγουδώντας και χοροπηδώντας )
ΣΚΗΝΗ 2η
( Στο σπίτι του Μουλά )
ΜΟΥΛΑΣ
Πού είναι εκειό τ’ ακάθαρμα; Ξεραίνεται ακόμα;
Την ξάπλα δεν τη χόρτασε; Επέρασε το γιόμα.
Θα τουνα πάλι αποβραδίς με παστρικιά αντάμα
Ω, Άγιε μου, να τέλευε και ευτούνο ευτού το πράμα.
Πριν να του δώκω στ’ αχαμνά καμίανε σμπαρία
κάμε, Παναγία μου, να δέσει η παντρεία.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τι θες, καημένε, εδωπά; Φουγιάζεις αμπονόρα;
Έπεσα το χάραμα. Δε μου 'φτασε η ώρα.
Είχα μία υποχρέωση απόψε ούλη νύχτα.
Υπερωρίες έκαμα και τώρα έχω μία νύστα!

ΜΟΥΛΑΣ
Μήπως το παραδούλεψες το όργανο, παιδί μου;
Φονιάς θα γένω εδωπά στο τέλος τση ζωής μου.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τρία θηλυκά ξεπέταξα μέσα σε μία βραδία.
Άσε που 'χα στα πόδια μου καμία δεκαρία.

ΜΟΥΛΑΣ
Άμε στο διάολο, μωρέ, χάσου από μπροστά μου
Τρεματούρα μ’ έπιασε. Χάνω τα λογικά μου.
Βλαμένε, πάρ’ το απόφαση. Φινίρανε τ’ αστεία.
Δεν έχεις περιθώριο. Είν’ ώρα για παντρεία.
Η μάνα σου εγέρασε. Κι εγώ πούλιο ακόμα.
Δεν έχουμε πολύ καιρό πριν να μας φάει το χώμα.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Βαστάς ακόμα, γέρο μου. Το βγάνεις το ψωμί μας.

ΜΟΥΛΑΣ
Τση μάνας σου κι εμένανε φινίρισε η ζωή μας.
Πόσο θα σε νταντεύουμε ακόμα, βουρλισμένε;
Τι θα κάμεις στη ζωή, μωρέ συφοριασμένε;
Μην αρχινίσεις εδωπά το ίδιο το τροπάρι.
Λίγωσα. Σε βαρέθηκα, ακάθαρμα, τομάρι.
Μη βγάλεις άλληνε μιλιά. Είμ’ αποφασισμένος.
Σε κάνα μήνα, θες δε θες, θα σαι στεφανωμένος.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Πότε ματακούστηκε με το στανιό παντρεία;

ΜΟΥΛΑΣ
Δεν έχει άλλη αναβολή. Σου 'βρηκα ευκαιρία.
Αύριο βράδυ προξενειό θα πάμε στο Γαλάρο.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Ούλα ευτούνα που μου λες καθόλου δε γουστάρω.

ΜΟΥΛΑΣ
Άμα δεν έρθεις για γαμπρός θα βάλω φουγκαρία.
Θα κάψω και το σπίτι μας κι ούλη την περουσία.
Τα’ καμα με τα χέρια μου, με κόπους και με αίμα.
Κατάλαβε, θεόμουρλε, ότι δεν είναι ψέμα.
Να ιδούμε πούλιο έπειτα τι θα 'χεις για να ζήσεις,
αφού δε θες με μένανε εσύ να συμφωνήσεις.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Από να μείνω άκληρος σ’ ούλη μου τη ζωή μου
ας κάμω μία υποχώρηση στη γνώμη τη δική μου.
Στο κάτου- κάτου τση γραφής τι έχω για να χάσω;
Θα ΄χω γυναίκα σπίτι μου, έρωτα να χορτάσω.

ΜΟΥΛΑΣ
Σήκω αμπονόρα την αυγή το γάϊδαρο να ζέψεις
Κι ούλες τσι άλλες τσι δουλειές δελέγκου να τελέψεις.
Πάρε και ζαχαρόκουκα να πάμε για κανίσκι
και τριαντάφυλλο πιοτό να δώκουμε στη νύφη.
Έτσι τα συμφωνήσαμε εγώ με το Σοχάδα.
Ξέρει το σπίτι του Μαρή απάνου στη λαγκάδα.
Τρεις θεγατέρες έχει ευτός έτοιμες για παντρεία.
Ορπίζω και εσένανε να σου γουστάρει μία.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Αν είναι ούλες ξόανα, άσκημες και κουτσάβλες,
δεν καρτεράω ούτε λεφτό. Θ’ αρχίσω τσι πηλάλες.
Θέλω κουτσούνα ζωντανή να στέκεται κοντά μου.
Να 'ναι ευτούνη ταιριαστή με την παλικαριά μου.

ΜΟΥΛΑΣ
( μονολογεί )Σου 'πρεπε, κακομοίρη μου, να πάθαινες σπαβέντα.
Να τύχει καμία τση συφοράς και να μην πεις κουβέντα.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τι μουρμουρίζεις εδευτού; Σας κάνω και τη χάρη.
Να ιδούμε ποίο θηλυκό για άντρα θα με πάρει.

ΜΟΥΛΑΣ
Να πάρε πέντε φάσκελα και τ’ άλλα στα χρωστάω.
Τι να σου κάμω ο καψερός δελέγκου που γερνάω!

( Φεύγουν και οι δύο- ο Μουλάς κουνάει το κεφάλι του και φασκελώνει τον Μπάμπο )

ΣΚΗΝΗ 3η


( Στο δρόμο για το Γαλάρο. Στο γάϊδαρο κάθεται ο Μουλάς, ενώ στην πλάτη του ζώου έχουν δέσει το κουτί με τα γλυκά και τα κουφέτα- κρέμεται και το ζιμπίλι με το ποτό- ακολουθούν Σοχάδας και Μπάμπος )




ΜΠΑΜΠΟΣ
Μακρία είναι, το λοιπό, ακόμη το χωρίο;

ΣΟΧΑΔΑΣ
Εκεί στην τούρλα του βουνού τηράς καμπαναρίο;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Λαγκάδια επεράσαμε, τίποτσι δεν τηράω.
Απ’ το πολύ προβάτημα θέλω να κατουράω.
Μία στάση να την κάμουμε, λίγο να ξανασάνω.
Προτού να μπω και γαμπρός μην πάει και πεθάνω.

ΜΟΥΛΑΣ
Μπα που να σου 'ρθει συφορά που 'σαι και λιγωμένος.
Γαμπρό να ιδούν τα μάτια μας που ‘ναι ξεθεωμένος!

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κατέβα απ’ το γάϊδαρο να πάω κι εγώ καβάλα.
Με τόσο ποδαρόδρομο μού πιάστηκε η σπάλα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Και θα μπεις, Μπάμπο, για γαμπρός, ένας σακατεμένος;
Πρέπει για τσι αντρικιές δουλειές να 'σαι καρδαμωμένος.
Έμαθα πως παλικαρά σε λέγανε στη χώρα.
Δελέγκου τώρα κόπηκε ούλη σου η φόρα;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κι οι δύο με κογιονάρετε. Μα μη με πιάσει πείσμα.
Έδωπα τώρα θα σταθώ. Δεν κάνω ούτε βήμα.
Με το στανιό με φέρατε τε τούτα τ’ άγρια μέρη.

ΜΟΥΛΑΣ
Πάμε, μωρέ παιδάκι μου, κοντεύει μεσημέρι.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Μου φαίνεται πως γάϊδαρος με τσίνια είναι άλλος.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Με είπες γάϊδαρο, μωρέ; Δελέγκου θα σου δείξω.
Μ’ ούλη μου τη δύναμη απάνου σου θα ορμήξω.

( Πιάνονται στα χέρια Μπάμπος και Σοχάδας – Ο Μουλάς κατεβαίνει από το γάϊδαρο για να τους χωρίσει- Με τη συμπλοκή πέφτει ανάποδα το κουτί με τα γλυκά )

ΜΟΥΛΑΣ
Τι έκαμες, μωρέ μουρλέ; Πάνε και τα κανίσκια .

ΜΠΑΜΠΟΣ
Εσείς με κογιονάρετε, μου μπαίνετε στα ίσια.
Μα σας το λέω παστρικά. Άλλο πεζός δεν πάω.
Και το βρακί μου εβράχηκε. Ίδρωτα ούλος στάω.
Δεν πρέπει να παρουσιαστώ έτσι τσαλακωμένος .

ΜΟΥΛΑΣ
Τι άλλο θε να σκαρφιστεί ευτός ο βουρλισμένος!

ΣΟΧΑΔΑΣ
Τήραξε το τζιπούνι μου που του 'καμες σκισία;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κανένας ούτε πρόκειται να δώκει σημασία.
Ενώ εμέ που ‘ μ’ ο γαμπρός ούλοι θα με τηράνε.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Να ξέρανε τι ακάθαρμα δελέγκου καρτεράνε!

ΜΟΥΛΑΣ
Κουμπάρε, κάμε υπομονή να σιάξουμε το πράμα.
Μην πάει και γλιτώσουμε και γένει κάνα θάμα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Βραμέντε είπα τσι χάρες του και στο συμπεθερίο.
Δεν μπόρια να το φανταστώ πως κάνει σα θερίο.
Έδωκα και το λόγο μου ούλους να γαλιμάρω.
Το Ντάντο κι εσένανε να μη σας κογιονάρω.
Μα θα 'ρθει έπειτα η στιγμή που θα λογαριαστούμε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Μη σ’ απαντήσω πουθενά, στη ρούγα μη βρεθούμε.

ΜΟΥΛΑΣ
Σωπάτε και οι δύο σας. Δεν πάμε για κηδεία.
Μη φέρνετε τη γρουσουζιά σ’ ευτούνη την παντρεία.
Ανέβα εσύ στο γάϊδαρο, μωρέ, κακοχρονάχεις.
Να ιδούμε πούλιο έπειτα τι μέλλον εσύ θα 'χεις.
( Μαζεύουνε τα γλυκά- Ο Μπάμπος ανεβαίνει στο γάϊδαρο και ξεκινάνε- Οι άλλοι δύο κοιτάζονται με νόημα )
ΣΚΗΝΗ 4η
( Στο σπίτι του Ντάντου )
ΝΤΑΝΤΟΣ
Καλώς τσους. Καλωσήρθατε. Η ώρα βλοημένη
συμπεθερίο να κάμουμε, να 'μαστε 'φτυχισμένοι.
Γυναίκα, αρριβάρανε οι ξένοι από τη χώρα.

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
Απάνου που 'ναι το φαΐ ψημένο από ώρα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Να ξαποστάστε εδωπά που 'στενε λιγωμένοι.
Μία παδέλα κόκκορας έπειτα περιμένει.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Φουγοζιτές με πιάσανε μέσα τσι λαγκαδίες.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Πούπετα δε ματάβρηκα τόσες ερημίες.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Μπρουτζουλαμέντα έχει ο γαμπρός, Ντάντο μου κουμπάρε.

ΜΟΥΛΑΣ
Ορίστε τα κανίσκια σας και το ζιμπίλι πάρε.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Χρεία δεν ήτουνα, λοιπό, να 'ρθετε φορτωμένοι.
Εμείς σας καρτεράγαμε κι η νύφη βουρλισμένη.

ΜΟΥΛΑΣ
Καλό είναι ευτό που καρτερεί μια νύφη για τον Μπάμπο.
Τσι ανηφόρες πήραμε, περάσαμε και κάμπο.

ΜΠΑΜΠΟΣ
(σιγανά )
Φουγοζιτά να την ιδώ τι σόϊ πράμα είναι .

ΜΟΥΛΑΣ
Σκάσε, μωρέ ζωντόβολο, καρμαρισμένος μείνε

( Μπαίνουν και κάθονται στο τραπέζι- σε λίγο παρουσιάζεται η μάνα με το τρατάρισμα- ακολουθεί δειλά η Ανθούλα, η μικρότερη κόρη )

ΣΟΧΑΔΑΣ
Ντάντο μου, πώς μεγάλωσε! Γίνηκε γυναικάρα!
Κοπελλούλα ήτουνα που έφερνα τα τελάρα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Άστα , κουμπάρε, να χαρείς. Φεύγουν τα βλοημένα.
Τα χρόνια τα καλύτερα είναι περασμένα.
Δελέγκου εμείς σγομπιάζουμε κι ευτούνες ξεπετιούνται.
Είμαστε νιοί κι ασπρίσαμε. Τα ωραία δε λησμονιούνται.


( Οι γυναίκες σερβίρουν – ο Μπάμπος ρίχνει κρυφές ματιές στην κοπέλλα – το ίδιο και εκείνη )




ΜΠΑΜΠΟΣ
Έχει κορμάκι λυγερό, φάτσα χαριτωμένη.
Τσι λαγκαδίες ήσουνα, κοπέλλα μου, κρυμένη!
Ποίο τ’ ονοματάκι σου; Θα μου το πεις να μάθω;
Λέτε, με Γαλαριώτισα έδωπα να την πάθω;

ΑΝΘΟΥΛΑ
Ανθούλα με βαφτίσανε εμένανε οι νουνοί μου.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Μου φαίνεται, κοπέλλα μου, πως θα γενείς δική μου.
Τηράω το κορμάκι σου που 'ναι κυπαρισσένιο
Το χρώμα στα μαλλάκια σου ξανθό και χρυσαφένιο.

ΑΝΘΟΥΛΑ
Δελέγκου ανταμώσαμε κι εσύ έβγαλες γνώμη.
Για 'φτούνες τσι παρόλες σου ειν’ αμπονόρα ακόμη.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Με τσι ματίες σου λίγωσα, χάνουμαι που σε γλέπω.
Ρεγούντουλου στα σωθικά και στην καρδία μου έχω.

ΑΝΘΟΥΛΑ
Το μολογάω, θα το πω. Κι εμένανε μ’ αρέσεις.
Μην είσαι ανυπόμονος. Πρέπει να καρτερέσεις.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τι τουβουλιά που μου ΄δωκες! Νογάω να καρτεράω;
Το γάμο άμα δε δέσουμε καλιά μου εγώ δεν πάω.

ΜΟΥΛΑΣ
Τρεις θεγατέρες άκουσα πως έχεις σιόρε Ντάντο.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Οι άλλες δύο πάθανε αποβραδίς λουμπάγκο.
Η Κυριακούλα πούλιο μπρος κι έπειτα η Μαρία.
Θα τσ’ ανταμώσετε ευθύς σ’ άλλην ευκαιρία.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Κρίμας που είναι άρρωστες οι δύο σου θεγατέρες.
Ορπίζω κατακρέβατα μην είναι πολλές μέρες.
Πούλιο καλά να γλέπαμε τη φαμελιά σου αντάμα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Άστο, κουμπάρε, να χαρείς, γι' άλλη βολά το πράμα.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Δεν είναι χρεία να ιδώ άλληνε θεγατέρα.
Την πήρα την απόφαση. Άλλο δεν κάνω πέρα.
Γουστάρω την Ανθούλα σου. Τη θέλω για γυναίκα.
Πάλι θα την εδιάλεγα ανάμεσα σε δέκα.

ΜΟΥΛΑΣ
Φώτιση, λες, να του δωκε ο Άγιος να σωθούμε;

ΝΤΑΝΤΟΣ
Είναι μπελλέτσα η άτιμη. Ούλοι το 'μολογούμε.
Τήραγα που παρλάρατε. Τι σου 'λεγε κι εκείνη;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Ορπίζω πως η νοβιτά έδωπα δε θα μείνει.
Βραμέντε, μα τον Άγιο, κι εκείνη με γουστάρει.
Άμα το πεις κι εσύ το ναι, για άντρα τση θα με πάρει.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Μολόγα το, Ανθούλα μου, ποία η απόφασή σου;

ΑΝΘΟΥΛΑ
Μα δε νογάω τι να πω για την ερώτησή σου.
Ό,τι σκεφτείς, παπάκη μου, εγώ θα συμφωνήσω.
Είμαι κοπέλλα άβγαρτη. Τι άλλο να μαρτυρήσω;

ΝΤΑΝΤΟΣ
Μην καρτερούμε άλλο, λοιπό. Να 'στενε ευτυχισμένοι.
Να 'ναι η ώρα η καλή κι η τύχη βλοημένη.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Δω τση, μωρέ γαμπρέ, κι εσύ το πρώτο το φιλάκι.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κουτσούνα μου, κοπέλλα μου, γλυκό μου πραματάκι
( Αγκαλιάζονται όλοι, φιλιούνται και συγχαριάζουνται )
ΜΟΥΛΑΣ
Εγώ λέω ογλήγορα να κάμουμε το γάμο.
Να γένω νόνος βιάζουμαι, εγγόνια εγώ να κάμω.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Την άλλη μέρα απ’ τη Λαμπρή πάνου στην Παναγία.

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
Προκάνω τόσο γλήγορα για την ετοιμασία;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Πούλιο αργά δεν καρτερώ. Θα μου 'ρθει βουρλισία.
Να ΄χω τη γυναικούλα μου μέσα στην αγκαλιά μου
Όποτε μου σκαρφίζεται να γένεται δικιά μου.

ΜΟΥΛΑΣ
Και τον καιρό που στο 'λεγα δε σ’ άρεσε, παρμένε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Άσε τα τώρα ευτούνα ευτού. Μην τα σγαρλάς, καημένε.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Κρεβάτια είναι έτοιμα να πέσετε για ύπνο.
Και ροβολάτε την αυγή έπειτα από τον ξύπνο.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Ας κάτσουμε λίγο εδωπά ακόμη να τα πιούμε.
Κι άμα θα νυστάξουμε, πάμε να ξεραθούμε


( Οι άντρες συνεχίζουν να πίνουν, ενώ το ζευγάρι σε μία γωνία χαριεντίζεται. Μετά από πολλά φεύγουν όλοι )




ΣΚΗΝΗ 5η
( Στο σπίτι του Ντάντου )

ΝΤΑΝΤΟΣ
Οι βίζιτες εφύγανε ο ήλιος μπρι να φέξει.
Ο καψερός μας ο γαμπρός την κάψα πώς ν’ αντέξει!
Γάλα τον εταΐσατε και παξιμάδι ντόπιο;
Τον είδα λίγο αχαμνό και κομματάκι ψόφιο.

ΑΝΘΟΥΛΑ
Όχι ήτουνα μία χαρά. Κομμάτι λιγωμένος
απ΄το πολύ προβάτημα που έκαμ’ ο καημένος.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Μου φαίνεται λιμπίστηκες τον Μπάμπο από τη χώρα.
Ωρή, το κρυφομάμουνο μου παριστάνεις τώρα;

ΑΝΘΟΥΛΑ
Όπως μ’ ορμήνεψες εσύ έπραξα, πατερούλη.
Μα μολογάω πως το γαμπρό τον είδα νοστιμούλη.

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
( μονολογεί )
Δεν ήτουνα και άσκημος. Και σερνικός βαρβάτος.
Όγοια τον πάρει γι’ άντρα τση, θα τση 'βγει ούλος ο πάτος.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Τι μουρμουρίζεις εδευτού για το συμπεθερίο;
Τσι θεγατέρες σκέφτηκες που έχεις τσι άλλες δύο;
Πώς μου 'κοψε σ’ ένα λεφτό να πω για την αρρώστια!
Να ξεστομίσω, ο καψερός, πως το 'καμα ξαπόστα!
Πού να μοστράρω του γαμπρού εκειές τσι δύο μπόμπες
με τα στραβά τσους τα κανιά,τσι τουρλωτές τσι σγόμπες!

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
Άσε με, συφορέλια μου,τι να τσου κάμω Ντάντο;
Χειρίσου την υπόθεση, Κάμε εσύ κουμάντο.
Μη μείνουνε αστεφάνωτες και πάνε και χαημένες.
Σα μάνα τσους πικραίνουμαι που 'ναι δυστυχισμένες.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Θα γένει όπως τα 'παμε. Τα 'χουμε συφωνήσει.
Μη πάει και καμία σας το σκέδιο μαρτυρήσει;

ΑΝΘΟΥΛΑ
Εμένανε μου τάξατε να κάμω ό,τι γουστάρω.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Εκειό που κανονίσαμε οπίσω δε θα πάρω.
Πα’ ν’ ανταμώσω τον παπά για να 'ναι μιλημένος.
Μη μας χαλάσει τη δουλειά ευτούνος ο παρμένος.

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
Πήαινε και σ’ άλλονε μη βγάλεις τσιμουδία.
Ούλοι οι γονέοι θυσιάζουνται για τα έρμα τα παιδία.

ΣΚΗΝΗ 6η
( Στην εκκλησία – η ώρα του γάμου – ο γαμπρός περιμένειμε την ανθοδέσμη στο χέρι τη νύφη- δίπλα του ο παπάς και γύρω-γύρω οι συγγενείς )
ΜΠΑΜΠΟΣ
Πολύ μου μορογάρισε η Ανθούλα μου,η κυρία.
Κλωτσάνε τα μηνίγγια μου και σπαρταράει η καρδία.

ΠΑΠΑΣ
Μπρουτζουλαμέντο σ’ έβρηκε την ούλτιμη την ώρα;
Μήνα την εκαρτέραγες και πρεμουράρεις τώρα;
Μη με κολάζεις, τέκνο μου, τη λύσσα σου για κράτει.
Μία ζωή ευτούνηνε θα 'χεις για το κρεβάτι.


( Ακούγονται σμπάρα και όργανα- εμφανίζεται η νύφη αγκαζέ με τον πατέρα της- ακολουθεί το σόϊ- η νύφη τρεκλάει και παραπατεί – το πρόσωπό της είναι ολόκληρο σκεπασμένο με το πέπλο )




ΜΠΑΜΠΟΣ
Μωρέ, γιατί παραπατεί η νύφη μου, παιδία;
Μου φαίνεται πως χόντρυνε. Έχει και σγομπαρία.
Απ’ την πολλή τση τη χαρά θα το ‘ριξε στη μάσα.
Μα ευτούνα τα βυζία τση απότομα εκρεμάσαν;
Και τι καπούλια έκαμε μέσα σ’ ένα μήνα;
Για τήρα και τα μπούτια τση. Φουσκώσανε κι εκείνα.

ΠΑΠΑΣ
Σώπα, μωρέ θεόμουρλε, μη σε 'βρουνε τρεμέντα.
Απ’ την πολλή φουγοζιτά μη σου ‘ρχουνται σπαβέντα.
( Πλησιάζουν- ο Ντάντος παραδίνει τη νύφη- ο γαμπρός τη φιλεί )
ΜΠΑΜΠΟΣ
Τρίχες, μωρή, φυτρώσανε πάνου στα μάγουλά σου;
Παλούκια εγινήκανε τα δύο τα ξερά σου.

ΠΑΠΑΣ
Άγιος ο Θεός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Ένα μουμέντο, δέσποτα, νογάς να καρτεράς;

ΠΑΠΑΣ
Ους ο θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω.
Μέσα από τα ράσα μου κρυμένο έχω μουσκέτο.
Γάμος εγένετο εν Κανά στη Γαλιλαία.
Η μέρα σου η σημερνή θα 'ναι για σε μοιραία.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κάτι συβαίνει εδωπά, κάποια μπαρτζολετία.

ΠΑΠΑΣ
Σκάσε και την έφαγες ανάμεσα στ’ αυτία.
Αρραβωνίζεται το δούλο του Θεού Μπάμπο.
Προχώρει και στη άναψα, ψοφίμι θα σε κάμω.
Γεύσασθε και πίετε. Ότι Χριστό τον Κύριο.
Σεβάσου, αντίχριστε, ετούτο το μυστήριο.

ΜΟΥΛΑΣ
Κάτι συβαίνει του γαμπρού και τον τηράω ανήμερο.

ΠΑΠΑΣ
Ησαΐα χόρευε, η Παρθένος σήμερον.

( οι καλεσμένοι πετάνε ρύζι και κουφέτα )

ΝΤΑΝΤΑΙΝΑ
Να ζήσουνε, να ζήσουνε κι εμείς να τσου χαρούμε.
Μέχρι βαθεία γεράματα ούλοι μας να ζούμε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Το πέπλο σου δεν το 'βγαλες τη φάτσα σου να ιδούμε.

ΝΥΦΗ
Πούλιο έπειτα στη κάμερα που μοναχοί βρεθούμε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Πάμε ογλήγορα, λοιπό, έχω μεγάλη αγκούσα.

ΝΥΦΗ
Μία μέρα σα τη σημερνή χρόνια την καρτερούσα.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τσι χαιρετούρες άσε τσι κι ας πάμε εμείς καλιά μας
Έχουμε άλληνε δουλειά μέσα στην κάμερά μας.
Μα να 'ξερα τι σ’ έβρηκε κι έχεις αλλάξει τόσο.

ΝΥΦΗ
Ένα σκασμό τον έτρωγα, για σε να καρδαμώσω


( Την τραβάει απότομα και φεύγουν- η νύφη πετάει πίσω την ανθοδέσμη, ενώ και πάλι τρεκλάει )




ΝΤΑΝΤΟΣ

Γρουτζούλους έχω εδωπά, να ιδώ τι θ’ απογένει
Το κάζο που του στρώσαμε κρυφό πόσο θα μένει.

ΠΑΠΑΣ
Τ’ απείλησα τ’ ακάθαρμα μη βγάλει τσιμουδία.
Αντίς για γάμο έχουμε πούλιο έπειτα κηδεία.

ΜΟΥΛΑΣ
Ελάτε ούλοι, το λοιπό, να πάμε στο τραπέζι
Στου γιού μου το στεφάνωμα η μούζικα θα παίζει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Και τι κοπέλλα πήρε εκειός. Ένα μικρό λουλούδι.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Κι όταν θα είναι πια αργά, ας πει κι ένα τραγούδι.

ΣΚΗΝΗ 7η
( στην κάμαρα του νυφόγαμπρου )

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κουτσούνα μου, κοκκόνα μου, μεγάλε έρωτά μου
πούλιο κοντά σ’ εμένανε έλα εσύ, κυρά μου.
Και βγάλε ευτό το φερετζέ που έχεις στο κεφάλι.
Έλα κι έχω στ’ αχαμνά μία φούντωση μεγάλη.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Τι να σου κάμω, καψερέ, που έχω κάμει τάμα.
Να τον φορώ το φερετζέ να φύγουν τα λουμπάγκα.
Τη μέρα που με γύρεψες μεγάλο είχ’ ατσιντέντε.
Δέκα βεντούζες έρριξα, μπορεί και δεκαπέντε

ΜΠΑΜΠΟΣ
Μα μ’ αντισκόφτει το τσουφί που έχεις στο τσερβέλο.
Να γλέπω τα μαλλάκια σου ξεσκέπαστα τα θέλω.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Θα βγάλω το μαντήλι μου στου φεγγαριού τη χάση
Δε γένεται αλλιώτικα, αφού το έχω τάξει
Μη σ’ αντισκόφτει, το λοιπό, ετούτο εδώ το βέλο
Έλα, αντρούλη μου, γλυκέ, γιατί κι εγώ σε θέλω.
( τον αγκαλιάζει )
ΜΠΑΜΠΟΣ
Μου φαίνεται ανεξήγητο που 'χεις χοντρύνει τόσο .

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Κατάπινα ένα σκασμό, για σε να καρδαμώσω.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Ετήραγα πρωτύτερα πως έκαμες καπούλια
Τα δύο τα βυζία σου γινήκανε νερούλια.
Μ’ ευτούνες τσι χερούκλες σου που τώρα μ’ αμπρατσάρεις
Μου κόβουνται τα αίματα, το πέτο μου πρεσσάρεις.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Τόσες παρόλες εδωπά κόψε να τσι παρλάρεις
Κοντά σου είμαι έτοιμη γυναίκα να με πάρεις.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Δεν πάει στο διάολο, μωρέ.Έχεις μεγάλο δίκιο
Να πράξω πρέπει εδωπά το χρέος μου τ’ αντρίκιο.
( μετά από λίγη ώρα κι αφού έγινε ό,τι έγινε )
ΜΠΑΜΠΟΣ
Με ξέκαμες, ελίγωσα, τζόγια μου εσύ, Ανθούλα.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Και πού να μάθεις, καψερέ, πως είμ’ η Κυριακούλα

ΣΚΗΝΗ 8η
( στο σπίτι του Μπάμπου )

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τι έπαθα, τι έπαθα.Πώς μ’ έβρηκε το κάζο;
Γυναίκα μου κοτσάρανε εκειό εκεί το μπάζο.
Δεν είναι η Ανθούλα μου που πήρε τα μυαλά μου.
Μία σταβοκάνα κα χοντρή επήρα για κυρά μου.
Κάτι είχα τότες ψυλλιαστεί τη μέρα τση παντρείας
Που με απείλησ’ ο παπάς στη μέση τση εκκλησίας
Κι ευτή με κογιονάριζε με κειό εκεί το βέλο
Που ένα μήνα έκρυβε ούλο τση το τσερβέλο.

ΜΟΥΛΑΣ
Γιατί φουγιάζεις εδωπά; Στο τσακισμό γαϊδούρι.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Τση νύφης σου ετήραξες από κοντά τη μούρη;

ΜΟΥΛΑΣ
Το πέπλο τση συνέχεια εφόριε ούλη μέρα.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Και τσι βραδίες δεν το 'βγανε ποτε τση ευτή, πατέρα
Κοιμότουνα στο πλάϊ μου σα μούμια φασκιωμένη.
Δελέγκου μου ξεφούρνισε πως είναι γκαστρωμένη.

ΜΟΥΛΑΣ
Θα γένω νόνος, το λοιπό, όπως το είχα ορπίσει;
Η φαμελιά κουτσούβελα βραμέντε θα γιομίσει.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Α μοιάζουνε τση μάνας τσους θα 'ναι για πατησίες
Χοντρά και κακομούτσουνα, με σουγλιστές σγομπίες.

ΜΟΥΛΑΣ
Ακόμη δε στημάρισα τι μολογάς, παρμένε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Ότι μου την εφτιάσανε σα να 'μαι κουτορνίθι.
Άλλη μου παρησιάσανε κι άλλη μου δώκαν νύφη
Ακούς εκεί να στραβωθώ, τίποτσι να μη μάθω.
Τέτοιο καζάντι φοβερό ο καψερός να πάθω!
Με φονικό ξεπλένεται ευτούνη η ατιμία.

ΜΟΥΛΑΣ
Θα 'χεις το βάρος στη ψυχή. Μην κάμεις βουρλισία.
Μα πού’ναι η γυναίκα σου να μας τα μολοήσει;
Ούλες τσι μπερδεψούρες τσους να μας τσι εξηγήσει.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Έβγα, ωρή, απ’ την κάμερα και άσε τσι κλαψούρες.
Ευτό το τέμπο βρέσκουνε ούλες οι ασκημομούρες.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ.
Ήτουνα του πατέρα μου το σκέδιο ευτό βραμέντε.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Να, πάρε δέκα φάσκελα και σου χρωστάω πέντε.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Τι φταίω 'γω που γίνηκα από το θέο έτσι;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Στην καπονέρα να κλειστείς, στο πίσω το κοτέτσι.

ΜΟΥΛΑΣ
Σκάσε, μωρέ και άστηνε τη βεριτά να μάθεις.
Τίνος κομπίνα ήτουνα το κάζο ευτό να πάθεις.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Ελέγανε οι γονέοι μου ανύπαντρη θα μείνω
Και μέσα σ’ ούλη τη ζωή δε θα μυρίσω κρίνο
Ήμουνα η μεγαλύτερη, πούλιο άσκημη απ’ τσι τρεις μας.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Κ' ήπρεπε να σε φορτωθώ εγώ για ούλη τη ζωή μας;
Η Ανθούλα τι απογίνηκε; Κι ευτούνη άλλη ιστορία.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Την έστειλε ο σορπάρες μας μακρία στην ξενιτεία.
Αν θες δελέγκου χάνουμαι, πάω οπίσω πάλε.

ΜΟΥΛΑΣ
Τα σούσουρα τα σκέφτεσαι; Στην κούτρα ευτούνα βάλε.
Ότι αφού τη γκάστρωσες, τση δωκες μία κλωτσία
και δείχνεις και για δαύτηνε μεγάλη αδιαφορία.

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ
Στ’ ορκίζουμαι σ’ αγάπησα, δε θέλω να σ’ αφήσω.
Και τι που είμαι άσκημη; Χρωστάω να μαρτυρήσω;

ΜΠΑΜΠΟΣ
Να μαρτυράω, όμως, εγώ που σε γκαινιάστηκα έτσι;

ΜΟΥΛΑΣ
Οι μπερδεψίες δε φαίνουνται να είναι ούλες δικές τση.
Κι εσύ στραβάδι ήσουνα κι ο Ντάντος κατρεγάρης
Το κάζο που κανόνισε γυναίκα ποία θα πάρεις.

ΜΠΑΜΠΟΣ
Θα τόνε σιάξω, όμως, εγώ. Κι όποιος με κογιονάρει
Θα πάρει για εκδίκηση ό,τι μου γουστάρει.
Κι απόψε κιόλας πούλιο αργά θα πάω στο καφενείο.
Σοχάδας, Ντάντος θα ‘ναι εκεί. Θα τσου ‘βρω και τσου δύο.

ΣΚΗΝΗ 9η
( στο καφενείο )
ΝΤΑΝΤΟΣ
Άσε με, ωρέ κουμπάρε μου. Είμαι για το χάρο
Και το γαμπρό μου πούπετα να 'βρω μαλινάρω.
Την πάρτη που του σκάρωσα πώς να τη λησμονήσω;
Σε μία γωνία σκιάζουμαι μήπως τον απαντήσω.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Τόσος καιρός επέρασε και νοβιτά δεν είχες.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Ούλου μου ακόμη του κορμιού τσιτώνουνται οι τρίχες.
Τι να 'κανα, ο καψερός, άλλο στην Κυριακούλα;
Με βεριτά τ’ ομολογώ ότι τα σκέφτηκα ούλα.
Έρμη και σκότεινη,λοιπό,θα ‘τουνα η κακομοίρα,
άμα το τέλος μου έγραφε και μένανε η μοίρα.
Δε θα 'χε κάναν άθρωπο να τήνε συντροφέψει
κι απ’ τη πολλή την πίκρα τση θα πήγαινε να ρέψει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Έλα, κουμπάρε,το λοιπό, να πιούμε μία γουλούλα,
να σβήσουμε τσι πίκρες μας και τα φαρμάκια ούλα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Τρεις ώρες έχουμε εδωπά που πίνουμε αντάμα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Πέντε καρτούτσα ήπιαμε. Σιγά, μωρέ, το πράμα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Είναι βαρίο το κρασί. Δόξα πατρί χτυπάει.
Νιώθω το κατσικλείδι μου δελέγκου να τρεκλάει.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Μη μαλινάρεις, καψερέ. Εγώ είμαι πούλιο κλόκα.
Απόψε θα τα σπάσουμε. Απ’ την αυγή σου το 'πα.
Στην υγειά μας, Ντάντο μου, μακρία οι σκοτούρες.
Έτσι θα λησμονήσουμε ούλες μας τσι πρεμούρες.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Του 'δωκα νύφη μία χοντρή, άσκημη, στραβοκάνα.
Αλλά στο λέω, κουμπάρε μου, δεν ήτουνα πουτάνα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Και τσι βραδίες δεν τήραγε ποίαν είχε στο κρεβάτι;
Από μία μερία να 'μουνα να 'παιρνα λίγο μάτι.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Από τη λύσσα την πολλή θα 'παθε στραβομάρα.
Ότι αμπρατσάριζε έλεγε καμία κοπελλάρα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Πώς δε του το τσάκισε ευτούνη το κρεβάτι;

ΝΤΑΝΤΟΣ
Μα είναι εκατό κιλά και παραπάνου κάτι;

ΣΟΧΑΔΑΣ
Κι εσένανε, κουμπάρε μου, σε γλέπω γι’ άλλους δύο.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Κέρατα σου φυτρώσανε απάνου στο κρανίο.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Να μου τα φόρεσε η Αθηνά που κάνει την παρθένα;

ΝΤΑΝΤΟΣ
Ό,τι κι αν πω, Σοχάδα μου, θα είναι ούλα ψέμα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Ένα καρτούτσο εδωπά ακόμη να τρατάρω.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Και πώς θα πάω ο καψερός απόψε στο Γαλάρο;
Έχω αργάτες την αυγή και πρέπει να γυρίσω.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Στο σπίτι μου, κουμπάρε μου, θα σε φιλοξενήσω.
Μα πού 'ναι ελησμόνησα, σε ποία καντουνάδα.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Θα το 'βρουμε, καημένε μου. Έχει φεγγαράδα.


( Φεύγουν τελείως μεθυσμένοι- ο Μπάμπος τους παρακολουθούσε κρυμμένος από ώρα και άκουσε τι έλεγαν- τους παίρνει από πίσω- εκείνοι από το πολύ μεθύσι παραπατούν μέχρι που πέφτουν σε μία γωνία και αποκοιμιούνται )




ΜΠΑΜΠΟΣ
Έτσι, λοιπό, την έκαμες, Ντάντο μου, πεθερέ μου.
Το τι θα σ’ έβρει έπειτα να ιδούμε καψερέ μου.
Κι εσένανε, Σοχάδα μου, να ιδούμε τα στερνά σου.
Μάθε πως σου τα φόρεσα εγώ τα κέρατά σου.
Πάω ντουγρού στην Αθηνά που γκόμενα την είχα.
Την ξεπορτίζω την κυρά απόψε μες τη νύχτα.


( Τους πλησιάζει και καθώς είναι τύφλα και κοιμισμένοι ρίχνει φούμο στα πρόσωπά τους- φεύγει γελώντας- μετά από ώρες ξυπνάνε – δεν αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο )




ΣΟΧΑΔΑΣ
Μωρέ, ποίος βρυκόλακας κοντά μου ρουχαλιάζει;
Για ξόανο κι ξωτικό ετούτος 'δω μου μοιάζει.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Παρθένα, Παναγία μου, πλακώσανε οι μώροι.
Μαυρίλα αρριβάρισε, γιομίσανε οι φόροι.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Τι είσαι εσύ, μωρέ εδωπά; Ο διάολος να σε πάρει.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Χάσου από πάνου μου, ωρέ, σου σκίζω το τομάρι.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Πούθε σε ξαμολήσανε τσι ρούγες αμπονόρα;

ΝΤΑΝΤΟΣ
Σε ξεκοιλιάζω εδωπά, σου πίνω το αίμα τώρα.

ΣΟΧΑΔΑΣ
Καλά που το ψυλλιάστηκα πως βγήκανε δαιμόνοι.

ΝΤΑΝΤΟΣ
Πάω καλιά μου ογλήγορα, Τίποτσι δε με σώνει


( Φεύγει ο ένας τρέχοντας και πίσω τον κυνηγάει ο άλλος- κάποια στιγμή πέφτουν κάτω- ξανασηκώνονται- συμπλέκονται κ.λ.π. )




ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΜΠΑΜΠΟΣ
Μάθετε εξεπόρτισα την Αθηνά ετότες.
Τηράτε που η τύχη μου άνοιξε δύο πόρτες.
Μ’ ευτούνη έζησα έρωτα, λύσσα και βουρλισία.
Κι έκαμε πούλιο έπειτα και κάνα δύο παιδία.
Εμείναμε αστεφάνωτοι. Δεν ήτουνα και χρεία.
Την Κυριακούλα εφεδρική την είχα την κυρία.
Κουκούλωνα τα μάτια μου κι έκανα τη δουλειά μου.
Μ’ εκείνηνε απόχτησα τ’ άλλα τρία παιδιά μου.
Βραμέντε είμαι πολύτεκνος και με γυναίκες δύο.
Έτσι, λοιπόν, τον πέρασα ούλο μου το βίο.
Πολύ το θαραπάηκα εκδίκηση που πήρα.
Ρεγάλα που μου δώρισε η ευτούνη μου η μοίρα.
Γιατί παντρεία με το στανιό δεν ξέρεις πού θα βγάλει.
Μπορεί να είσαι τυχερός, μπορεί και κατρουγυάλι.
[Γαϊτάνι Ζακύνθου, Γενάρης 2009]

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Το παραμύθι τση γελάδας και η αφαλάτωση

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας παπάς κι είχε μία όμορφη γελάδα. Ένα βράδυ εκεί που την εκοίταε λέει στην παπαδία.
- Αύριο θα πάω στη χώρα να τήνε πουλήσω.
- Ό,τι θες παπά μου, λέει η παπαδία, πρόσεχε μόνο μη σε γελάσουνε.
Τ΄ άκουσαν κάτι κατρεγαραίοι και σκέφτηκαν να του τήνε φάνε τσάμπα.
Σηκώνεται ο παπάς παίρνει τη γελάδα και με τα πόδια τραβάνε για τη χώρα. Λίγο πιο κάτω την είχε στήσει ο πρώτος.
- Ε παπά, πού πας αμπονώρα με τη γίδα;
- Γελάδα είναι, όχι γίδα!
- Γίδα παπά μου, γίδα.
- Άμε στο διάολο, που θα με κογιονάρεις, φούντωσε ο παπάς.
Τον παρατάει και συνεχίζει το δρόμο του. Πιο κάτω την είχε στήσει ο δεύτερος.
- Προσκυνώ παπά μου, για πού το ΄βαλες με τη γίδα.
- Γίδα; Σας επέρασε η ιδέα πως θα με μουρλάνετε; Γελάδα είναι, όχι γίδα!
Τραβάει τη γελάδα με το σκοινί και προχωράει. Φτάνει κοντά στη χώρα. Εκεί την είχε στήσει ο τρίτος.
- Παπά μου, από πού έρχεσαι με τη γίδα;
- Ω συφορά μου, μου το ΄πανε κι άλλοι δύο πως είναι γίδα. Είναι γελάδα σας λέω.
- Είδες παπά μου δεν το λέω μόνος μου, δεν το κατάλαβες ότι είναι γίδα; Είναι και ωραία! Μου τηνε πουλάς, θα σου δώκω καλά λεφτά για γίδα.
Ο παπάς τα ΄χασε, έξυσε το κεφάλι του και κατάλαβε ότι έκαμε λάθος. Συμφώνησε κάτι παραπάνω πήρε τα λεφτά κι εγύρισε στην παπαδία.
- Παπαδία, την επούλησα τη γίδα, την εξεφορτωθήκαμε και τα κονομήσαμε.
- Ποία γίδα μωρέ παπά, για γίδα την επούλησες τη γελάδα μας; Κι αρχίζει τα κλάματα. Σηκώνεται, παίρνει το ματσούκι της κι αρχίζει ματσουκιές τον παπά.
Αλλά ήτανε αργά, η γελάδα πουλήθηκε για γίδα…

Κάτι τέτοιοι κατεργάρηδες στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα πολεμάνε εδώ και χρόνια να μας ξεγελάσουν ότι η Ζάκυνθος είναι Ντουμπάι και δε βρέχει. Ότι οι τράφοι και τα ποτάμια που ξεχειλίζουν και τρέχουν στη θάλασσα δεν είναι νερό, αλλά κινούμενη άμμος. Ότι αποσκλήρυνση και αφαλάτωση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ότι το καλύτερο νερό δεν είναι το βρόχινο, αλλά το αφαλατωμένο. Ότι το εργοστάσιο αφαλάτωσης είναι για το καλό μας κι όχι για το νιτερέσο τους. Ότι το αλάτι που θα βγαίνει θα είναι καλύτερο και από την αφράλα που μάζευαν οι βουνίσιοι τσου βράχους και θα κάνουμε εξαγωγές. Ότι από τη Λίμνο του Κεριού θα βγάζουμε πετρέλαιο για να ταΐζουμε το εργοστάσιο και το αφαλατωμένο νερό θα τρέχει άμπουλες και θα ‘ναι και τσάμπα.

Μωρέ, ματσούκι τση παπαδίας που τσου χρειάζεται, να τσου βάλουμε σ΄ ένα παπόρο να τσου βγάλουμε στην Ιταλία, να χαζέψουν με τσι λιμνο-δεξαμενές που ποτίζουνε ακόμα και τα λιόφυτα.
Τώρα δελέγκου, να προκάμουμε, πριν μας πουλήσουν τη γίδα για γελάδα.
Ζάκυνθος 10-2-2009
Related Posts with Thumbnails