© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Η δράση της Φιλικής Εταιρείας στη Ζάκυνθο, 200 χρόνια από την ίδρυσή της

Oμιλία της Κατερίνας Δεμέτη, στο ΡΟΤΑΡΥ 
για τα «200 χρόνια από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας»
[Ξενοδοχείο Palatino – Τετάρτη 5 Φλεβάρη 2014]

Κύριε Πρόεδρε,
Αγαπητά Μέλη του εν Ζακύνθω ΡΟΤΑΡΥ,

«Το όνειρο της πλατωνικής Πολιτείας είναι ένα όνειρο διώροφο: ο επάνω όροφος ίσως να έχει σκεπή τα σύννεφα, να ‘ναι ο όροφος των ουρανών, μια ονειρική προβολή του ιδεατού στην αιωνιότητα. Ο κάτω όμως, το ισόγειο των ανθρώπων, φτιάχνεται από εμάς, από το νου μας και τα χέρια μας». Τα λόγια αυτά έβαζε στο στόμα του αμερικανού, φιλέλληνα ήρωά του, Γκάμπριελ Θάκερεϊ Λίντον, ο Ισίδωρος Ζουργός, στο υπέροχο βιβλίο του «η αηδονόπιτα», εμπνευσμένο από την ελληνική επανάσταση (εκδ. Πατάκη 2007), για να ερμηνεύσει την απόφασή του να έρθει από την άλλη μεριά του Ατλαντικού και να δώσει το αίμα του στον αγώνα των Ελλήνων.
Ίσως είναι ασυνήθιστο να ξεκινάω την αποψινή μου ομιλία, με ένα απόσπασμα από ένα λογοτεχνικό βιβλίο, αγαπητοί φίλοι, αποκύημα της φαντασίας ενός σύγχρονού μας συγγραφέα. Ωστόσο, όπως είπε ο Μιχαήλ Περάνθης, «To είκοσι ένα δεν έχει ανάγκη από μύθους, γιατί είναι από μόνο του ένας μύθος»!
Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, και τα λόγια του Γκάμπριελ, που συνεχίζει πιο κάτω «Γιατί  οι πλίνθοι και τα επιχρίσματα του ναού της ανθρώπινης ελευθερίας δεν μπορούν να περιμένουν άλλο. Ας πάρουμε τα εργαλεία κι ας στρωθούμε όλοι στη δουλειά», ηχούν στα αυτιά μας εξαιρετικά αφυπνιστικά και δίνουν, με τον τρόπο τους, την ερμηνεία στο πώς πραγματώθηκε το ακατόρθωτο: πώς δηλαδή ανακτήθηκε η λευτεριά μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς.
Η αναφορά μας λοιπόν στη συμβολή της Φιλικής Εταιρείας κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς μέσα από τη δράση της, μπορούμε να παραδειγματιστούμε για τον τρόπο που ενεργούσαν φωτισμένοι άνθρωποι στο παρελθόν, που οδήγησαν την πατρίδα μας στην ελευθερία και σε συνθήκες που θεωρούμε σήμερα άπιαστες, μέσα από αρχές που το Διεθνές ΡΟΤΑΡΥ, όπως καλά γνωρίζετε, εναγκαλίζεται.
Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή:
Η Φιλική Εταιρεία  ιδρύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1814 στην Οδησσό. Ιδρυτές της ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς, από το Κομπότι Άρτας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Ιωάννινα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο. Οι τρεις ιδρυτές δεν διέθεταν ούτε ιδιαίτερο κύρος μεταξύ των Ελλήνων ούτε οικονομικά μέσα, διέθεταν όμως φλογερό πατριωτισμό και επαναστατικό φρόνημα και πίστη μεγάλη στο έργο που αναλάμβαναν. Ήταν τότε, ο Σκουφάς 35  χρόνων, ο Τσακάλωφ 26 και ο Ξάνθος 42.
Είχαν και οι τρεις «προεπαναστατική παιδεία».
Ο Σκουφάς και ο Ξάνθος είχαν διδαχτεί τα εγκύκλια γράμματα στις πατρίδες τους και βρίσκονταν τότε στη Ρωσία, όπου εργάζονταν ως μικροέμποροι ή γραμματείς εμπόρων. Ο Τσακάλωφ γιος εμπόρου, καταγόμενου από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, εγκατεστημένου στη Μόσχα, διέθετε μεγαλύτερη μόρφωση από τους δύο άλλους, είχε ζήσει στο Παρίσι, όπου είχε φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο, και γνώριζε τη ρωσική και τη γαλλική γλώσσα. Ο Τσακάλωφ υπήρξε ιδρυτικό μέλος το 1809 στο Παρίσι της Εταιρείας «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» προδρόμου της Φιλικής Εταιρείας. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί το 1813 στην Τεκτονική Στοά της Λευκάδος, οπότε όπως γράφει συνειδητοποίησε τη δύναμη της ενώσεως.  Οι τρεις που είχαν ξεκινήσει από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά απέβλεπαν στον ίδιο σκοπό, συνένωσαν τον ενθουσιασμό τους και τις γνώσεις τους γύρω από τα μυστικά σύμβολα και τους συνωμοτικούς κανόνες και διαμόρφωσαν τον πρώτο οργανισμό της νέας Εταιρείας.
Πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία και ποια ήταν η ταυτότητα καθενός από τους ιδρυτές της, έχουν δευτερεύουσα σημασία μπροστά στο ίδιο το γεγονός της ίδρυσής της και στο σκοπό της, που ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας.
Αρχικά σχεδιάστηκε ως αυστηρά συνωμοτική οργάνωση επιλέκτων, που θα απευθυνόταν μόνο προς «Έλληνας φιλοπάτριδας», προς «όλους τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών». Οι αλλοεθνείς αποκλείονταν, όπως και οι γυναίκες και μόνο αργότερα έγιναν δεκτοί ορισμένοι ξένοι και λίγες γυναίκες κατά σπάνια εξαίρεση. Τόσο οι ιδρυτές όσο και τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήταν απλοί άνθρωποι που υπέστησαν στο εξωτερικό μια βαθιά ψυχολογική και κοινωνική μεταβολή. Η Εταιρεία, βρήκε σταθερούς και αφοσιωμένους υποστηρικτές στη διασπορά όχι μεταξύ των «προοδευτικών» αστών, ούτε ακόμη μεταξύ των προοδευτικών λογίων και των φιλελεύθερων αριστοκρατών, αλλά μεταξύ των μικρεμπόρων, των υπαλλήλων, των τεχνιτών, των πραματευτάδων και των μισθοφόρων στρατιωτικών.
Από το 1814 μέχρι το 1818 η Εταιρεία είχε πολύ λίγα μέλη (μόλις 42 το 1817), ενώ  πέρασε τουλάχιστον ένας χρόνος από την ίδρυσή της μέχρι να αποκτήσει κάποια οργανωτική δομή και να συνταχθούν οι γνωστοί όρκοι μυήσεως των μελών της.
Ως τα μέσα του 1817 είχε αναπτυχθεί κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας. Σημαντική ανάπτυξη με πολλές μυήσεις μάλιστα στην Ελλάδα, άρχισε να έχει από το 1818, όταν οι κυριότεροι αρχηγοί εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και δώδεκα απόστολοι στάλθηκαν όπου υπήρχαν κοινότητες Ελλήνων. Ραγδαιότερη ήταν η ανάπτυξη της Εταιρείας κατά το 1819, οπότε μυήθηκαν οι περισσότεροι αρχιερείς και πρόκριτοι της Πελοποννήσου και αρκετοί από τους εκλεκτούς άλλων περιοχών και ιδίως των ναυτικών νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου. Κατά το 1820 η Εταιρεία είχε εξαπλωθεί σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδος και στις περισσότερες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και τα μέλη της υπερέβαιναν ήδη τις 3000.
Κινητήρια δύναμη του όλου εγχειρήματος ήταν περισσότερο η αγάπη για την πατρίδα και ο πόθος της απελευθέρωσής της, πάρα κάτι πιο χειροπιαστό, στην αρχή τουλάχιστον. Οι ιδρυτές της βέβαια, για να προσεγγίσουν νέα μέλη, άφηναν απλά να εννοηθεί ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας, υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αλλά ακόμη και ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄, ήταν μέλη της μυστικής Ανώτατης Αρχής, η οποία υποτίθεται ότι διηύθυνε τις ενέργειες της Εταιρείας.
Η πορεία της άλλαξε ριζικά κατά το τέλος του 1818 όταν προσέγγισαν τον πλούσιο έμπορο Παναγιώτη Σέκερη, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής και προσέφερε γενναία οικονομική υποστήριξη. Μετά την οικονομική υποστήριξη τα μέλη της Εταιρείας άρχισαν να αυξάνονται.
Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1820 ο Ξάνθος είχε δύο μυστικές συναντήσεις στην Πετρούπολη με τον Καποδίστρια, προτείνοντάς του να αναλάβει την ηγεσία της Εταιρείας. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε, επειδή πίστευε ότι ενδεχόμενη εμπλοκή του θα υπονόμευε κάθε προσπάθεια, μιας και ήταν Υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, οπότε αν τα άλλα μέλη της Ιερής Συμμαχίας πίστευαν ότι η Ρωσία υποκινούσε την Επανάσταση, θα την κατέπνιγαν από την αρχή. Έτσι υπέδειξε στον Ξάνθο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος συμφώνησε και στις 12 Απριλίου 1820 υπέγραψε Πρακτικό Αναλήψεως της Αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας.
Οι διαδικασίες, το τελετουργικό και οι βαθμοί μύησης στη Φιλική Εταιρεία ακολουθούσαν αυστηρά ιεραρχικά πρότυπα. Πρώτος βαθμός ήταν ο «αδελφοποιητός». Δεύτερος βαθμός ήταν οι «Συστημένοι». Τρίτος βαθμός ήταν οι «Ιερείς». Τέταρτος βαθμός ήταν οι «Ποιμένες», που είχαν παρόμοιο τελετουργικό μύησης με αυτό των «Ιερέων». Πέμπτος βαθμός ήταν οι «Αρχιποιμένες». Οι υπόλοιποι δύο βαθμοί των «Αφιερωμένων» και των «Αρχηγών των Αφιερωμένων» δημιουργήθηκαν από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όταν αυτός ανέλαβε την ηγεσία της Εταιρείας το 1820. Τα μέλη των βαθμών αυτών προορίζονταν να αποτελέσουν τον στρατιωτικό τομέα της Εταιρείας. Πάνω από όλους τους βαθμούς προΐστατο η λεγόμενη «Ανώτατη Αρχή», μέλη της οποίας ήταν οι «Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσινίων», οι οποίοι κρατούσαν μυστική τη σύνθεση της Αρχής από τα μέλη των κατώτερων βαθμών και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με συνθηματική αλληλογραφία. Μέλη της «Ανώτατης Αρχής» ήταν στην αρχή μόνο οι τρεις ιδρυτές.
Η Ζάκυνθος στάθηκε το λίκνο της Φιλικής Εταιρείας κι ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Ελληνικής Αναγέννησης. Η γεωγραφική θέση της κοντά στην ελεύθερη Δύση και η απόλυτη επικράτηση του κυρίαρχου ελληνικού της στοιχείου, δημιουργούν από νωρίς το κατάλληλο κλίμα για την ανάπτυξη της εθνικής ιδέας. Οι καταδιωγμένοι πρόσφυγες που βρίσκουν άσυλο και προστασία στη Ζάκυνθο ύστερα από την ατυχή επανάσταση του Ορλώφ, ζωντανεύουν και πλαταίνουν τον γνωστό πατριωτικό κύκλο του Αντωνίου Μαρτελάου. Οι πρόσφυγες του 1770 ανακαλύπτουν στο Νησί το πρόσφορο έδαφος για τις πατριωτικές τους ενέργειες. Η δράση των μελών της Φιλικής Εταιρείας στη Ζάκυνθο είναι αξιοσημείωτη, καθώς μυήθηκαν τόσο απλοί πολίτες, όσο και εξέχοντα μέλη της αριστοκρατικής κοινωνίας της Ζακύνθου, που φλέγονταν από τον πόθο της ελευθερίας.
Κομβικός τόπος για τη δράση της Εταιρείας στη Ζάκυνθο ήταν ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Λατίνου ή των Φιλικών. Σ’ αυτόν ορκίστηκαν από τον Ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, οι πρωτεργάτες του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, και έχει χαρακτηριστεί ιστορικός και διατηρητέος χώρος.
Ο ναός είχε χτιστεί το 1664 από τον άρχοντα Γεώργιο Λατίνο και ήταν  ιδεώδες καταφύγιο για τις συναντήσεις και στη συνέχεια την ορκωμοσία των πατριωτών, καθώς ευρισκόμενος απόμερα, πρόσφερε κάλυψη, ιδιαίτερα από την  φιλότουρκη αγγλική «Προστασία», τους σπιούνους της και τα αστυνομικά της όργανα.
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου και η γύρω περιοχή είχε περιέλθει με τα χρόνια, στην κυριότητα των αδελφών Διονυσίου και Σπυρίδωνος Κόμη, όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης στο «Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου», τ. Α΄, σελ. 123. Είχε δε ερειπωθεί στους σεισμούς του 1893.
Για την ιστορία θα πρέπει να πούμε ότι, ο ναός, το 1925 αγοράστηκε από την αγγλική Στοά των ελευθέρων τεκτόνων «Αστήρ της Ανατολής», που λειτουργεί από τις 4 Μαρτίου 1862 στο νησί, υπό την εποπτεία της Ηνωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας. Τότε συστάθηκε επιτροπή με πρόεδρο, τον πρόεδρο του ιδρύματος Τζωρτζάκη Σαρακίνη, όπου και με τη συνδρομή και τεκτόνων από την υπόλοιπη Ελλάδα, ο ναός ανοικοδομείται εκ νέου. Με τους σεισμούς του 1953 ερειπώνεται ξανά και το 1955 είναι το πρώτο κτήριο, που οικοδομήθηκε στο νησί από το 701 Τάγμα Μηχανικού του ελληνικού στρατού, ύστερα από την παρέμβαση της Επιτροπής Διασώσεως και Διατηρήσεως Ιστορικών Χώρων και Μνημείων Ζακύνθου, με πρωτεργάτη τον γραμματέα της εν λόγω επιτροπής, αείμνηστο Νικόλαο Βαρβιάνη.
Τα εγκαίνια του ναού πραγματοποιήθηκαν την 21η Μαΐου 1955, την  επέτειο της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα. Το κλειδί του ναού παρέδωσε στον αείμνηστο Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δημητρίου, ο Διοικητής του Τάγματος Στ. Πιτερός, συμβολική χειρονομία, προοιωνίζουσα την αναγέννηση του νησιού. Το γεγονός δε των εγκαινίων συμπεριλήφθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του Δήμου Ζακυνθίων και έγινε μεγάλη αναφορά στις τοπικές εφημερίδες.  
Στο ναό είχαν ορκιστεί σύμφωνα με πίνακα που φυλάσσεται στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, ο Σολωμός, οι Πλαπουταίοι, ο Κολοκοτρώνης, ο Φωτομάρας, ο Νικηταράς, οι Πετιμεζάδες, ο Ρώμας, ο Δραγώνας, ο Στεφάνου. Ο ίδιος Πίνακας με τα ονόματα των ορκισθέντων Φιλικών από το 1819-1823, βρίσκεται και μέσα στο ναό.
Ιδιαίτερα σημαντική η δράση του εφημέριου του ναού, του Γιαννιώτη Άνθιμου Αργυρόπουλου, που δονεί τις ψυχές όσων έρχονται σε επικοινωνία μαζί του με την αγάπη του για τη βασανισμένη πατρίδα, που στενάζει από τις κτηνωδίες των τουρκοαλβανών. Καταγόταν από τα Ιωάννινα, αλλά καταδιώχθηκε από τον Αλή Πασά, επειδή μετά την άλωση του Σουλίου προσέφερε καταφύγιο στο μοναστήρι του, στην οικογένεια του Μάρκου Μπότσαρη. Κατατρεγμένος ο Αργυρόπουλος κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου διορίσθηκε εφημέριος στο μικρό ναό του Αγίου Γεώργιου της οικογένειας Λατίνου.
Τη μορφή του Αργυρόπουλου έχει αναπαραστήσει η γλύπτρια Ειρήνη Πραμαντιώτη-Χαριάτη, στο άγαλμα που έχει τοποθετηθεί στο αλσύλλιο της πλατείας Μητροπολίτη Αλεξίου Ιγγλέση, δίπλα στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Σύμφωνα με τις αναφορές των ιστορικών του νησιού Παναγιώτη Χιώτη και Σπυρίδωνος Δεβιάζη, κατά τα προεπαναστατικά εκείνα χρόνια οι ευρισκόμενοι στη Ζάκυνθο Δράκος, Γρίβας, Ζαχαριάς, Αναγνωσταράς, Φωτομάρας, Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ζητούσαν τις συμβουλές και τη βοήθειά του, προκειμένου να πετύχουν σε επιχειρήσεις που σχεδίαζαν εναντίον των Τούρκων στη δυτική Ελλάδα.
Ο Αργυρόπουλος τηρούσε ακόμα και την αλληλογραφία μεταξύ των εδώ ευρισκομένων και των αρχηγών της Ηπείρου. Και όταν η Επτάνησος έγινε κτήμα του  Ναπολέοντα, ο γάλλος στρατηγός Δονζελότ διοργάνωνε κρυφά την ένωση της Επτανήσου με την Πελοπόννησο, ο Αργυρόπουλος ανάλαβε να εφαρμόσει τα σχέδια και να παρακινήσει τους οπλαρχηγούς. Όλα όμως αυτά ματαιώθηκαν γιατί στο μεταξύ άρχισε τη δράση της η Φιλική Εταιρεία, όπου και πάλι ο Αργυρόπουλος αποτέλεσε τον πρωταγωνιστή και το συντονιστή και πάνω από όλα, αυτόν που ανέλαβε την αδελφοποίηση των πατριωτών, ντόπιων και ξένων και τη μύησή τους στο μεγάλο μυστικό.     
Τους ορκίζει στο Τετράμορφο εικόνισμα του ναού, το αφιερωμένο στον Χριστό Παντοκράτορα, έχοντας αριστερά του τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και δεξιά του την Θεοτόκο και τον Άγιο Γεώργιο. Η εικόνα σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Ζακύνθου, ενώ αντίγραφο που φιλοτεχνήθηκε από τον Αγιογράφο Νίκο Μπιάζη – Σεντή, ιδιοκτησία της Στοάς, μεταφέρεται κάθε χρόνο τη Δευτέρα του Πάσχα στο ναό, όπου γίνεται λειτουργία και ακολουθεί πανηγυρική ομιλία με αναφορά στα γεγονότα, που έλαβαν χώρα εκεί. Προφέροντας τον βαρυσήμαντο όρκο, ψιθυριστά, ο Αργυρόπουλος, μυούσε και οδηγούσε στους δρόμους της αρετής, του καθήκοντος και της υπέρτατης θυσίας τους αγωνιστές.

«Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα των αιχμαλώτων και καταδίκων κατοίκων σου, τα οποία τόσους αιώνας κάθε στιγμήν υποφέρουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, ότι, αφιερούμαι όλος εις εσέ, ότι, εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου οδηγός των πράξεών μου και η εδική σου ευτυχία η ανταμοιβή των κόπων μου».

 Το 1819 είναι η χρονιά της μυήσεως στο κελί του Άνθιμου πολλών ντόπιων πατριωτών και προσφύγων. Οι ντόπιοι προέρχονται απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις και αντιπροσωπεύουν ό,τι καλύτερο έχει να δείξει ο τόπος από οικονομική, επιστημονική, αγωνιστική και πνευματική άποψη. Εντύπωση προκαλούν και οι γενναίες εισφορές τους .
Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς (1819), έρχεται στη Ζάκυνθο ένας από τους κορυφαίους Φιλικούς, ο εθνομάρτυς Θεσσαλός Αριστείδης Παπάς, έχοντας μαζί του μια αυτόγραφη εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, η οποία προέτρεπε τους ορθοδόξους Επτανήσιους να συνεισφέρουν για την ίδρυση κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Άγνωστο παραμένει αν ο Πατριάρχης γνώριζε τους πραγματικούς σκοπούς του εκπαιδευτικού αυτού εράνου. Το γεγονός είναι ότι με το πρόσχημα της εγκυκλίου ο Αριστείδης, ανενόχλητος από τις αγγλικές Αρχές, περιόδευσε σε όλη την Επτάνησο κι εργάστηκε αποδοτικότατα για τους ιερούς σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας. Ο Αριστείδης μύησε τους Διονύσιο Ρώμα, Αναστάσιο Φλαμπουριάρη, Καίσαρα Λογοθέτη και Θεόδωρο Λεονταρίτη.
Ο Ρώμας εκείνο τον καιρό ήταν ο πλουσιότερος ίσως άνθρωπος της Επτανήσου. Κληρονόμος μεγάλων περιουσιών, επιστήμονας με ξεχωριστή πολιτική και κοινωνική εκτίμηση, γνώστης πολλών ξένων γλωσσών, είχε το σπανιότατο για τους ομογενείς του πλεονέκτημα να γνωρίζει άριστα τον Ευρωπαϊκό και τον Ελληνικό πολιτισμό. Όλη του η ζωή θα μπορούσε να κλειστεί σε μια περικοπή ενός γράμματός του προς τον Γ. Κουντουριώτη: «Ημείς ομιλούμεν με πράξεις και όχι με φράσεις κενάς από ουσίαν». Η τεράστια περιουσία του δωρίθηκε από τον ίδιο στις επείγουσες ανάγκες του μαχόμενου έθνους. 
Το φθινόπωρο του 1820 ο Αλ. Υψηλάντης εκλέγει την πρώτη Εφορία της Ζακύνθου από δύο μόνο πρόσωπα: τον Δ. Ρώμα και τον Αναστάσιο Φλαμπουριάρη.
Από τότε η Ζάκυνθος ολόκληρη μεταβάλλεται σε στρατόπεδο της Φιλικής Εταιρείας.
Ο χώρος του μικρού ναού του Αγίου Γεωργίου καθαγιασμένος από τις ιεροπραξίες και τους όρκους, γίνεται σημείο εθνικής αναφοράς και ελευθερίας. Έτσι που ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, θάβει στον  περίβολο του ναού τη γυναίκα του Κατερίνα, που πέθανε στις 10 Αυγούστου του 1820, της οποίας τα οστά μετακομίστηκαν κατά το 1863 στην Καρύταινα από το γιο του Γενναίο.
Σήμερα στον περίβολο του ναού έχει τοποθετηθεί ορειχάλκινος μπούστος με τη μορφή του, με πρωτοβουλία του νομάρχη Ανδρέα Ιωάννου.
Στον ίδιο επίσης χώρο του προαυλίου του ναού, τοποθετήθηκαν και τα φέρετρα με τα οστά του Ανδρέα Κάλβου και της συζύγου του Καρλότας Αυγούστας Άνταμς, στις 29 Αυγούστου 1960, όταν τα έστειλε από το νεκροταφείο του Κέντινγκτον ο τότε πρεσβευτής της χώρας μας στην Αγγλία, ποιητής Γεώργιος Σεφέρης. Από τις 17 Ιανουαρίου του 1968, τα οστά φυλάσσονται στο Μαυσωλείο που έχει δημιουργηθεί στο ισόγειο του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.
Εκτός όμως από τον Κολοκοτρώνη, δραστήρια και σημαντικότατα μέλη της Φιλικής με μεγάλη προσφορά, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες για την κοινωνική τους θέση, ήταν ο Διονύσιος Ρώμας, ο Αναστάσιος Φλαμπουριάρης και ο Καίσαρ Ευσταθίου Λογοθέτης, οι οποίοι μυήθηκαν από τον Αριστείδη Παπά, ενώ ο Νικόλαος Καλύβας μύησε στην Εταιρεία τον Αντώνιο Μαρτινέγκο.
Μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήταν από το 1818 και ο Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος μυήθηκε από τους Νικ. Καλύβα και Φρ. Καρβελλά.
Εξέχουσα φυσιογνωμία των Ζακυνθινών Φιλικών ήταν και ο Αντώνιος Μαρτελάος (1754-1818). Στο περίφημο, για την εποχή, σχολείο του, στο οποίο φοίτησαν μεταξύ άλλων και ο Διονύσιος Σολωμός, ο Φώσκολος, ο Τερτσέτης, ο Μάτεσης και τα παιδιά του Κολοκοτρώνη, εκτός από τα γράμματα, δίδασκε και την αγάπη για την πατρίδα. Μάλιστα, στις αρχές του 19ου αιώνα είχε γράψει και ο Μαρτελάος έναν ύμνο κατά μίμηση του Ρήγα, που έλεγε:

                                    Όθεν είσθε των Ελλήνων
                                    Παλαιά ανδρειωμένα
                                    Κόκκαλα εσκορπισμένα
                                    Λάβετε τώρα πνοήν.
                                    Σταις φωνές της σάλπιγγός μου
                                    Αφ’ το μνήμα αναστηθείτε
                                    Και το γένος μας να ιδείτε     
                                    Εις την πρώτην του τιμήν.

Παρά τη θέρμη με την οποία αγκάλιασαν οι Ζακυνθινοί τη Φιλική Εταιρεία, δυστυχώς μελανό σημείο αποτελεί η προδοσία του Σκοπιώτη Διόγου για ποταπά κίνητρα.
Ο Διόγος ήταν κρεοπώλης από τη Μάνη που είχε έρθει στη Ζάκυνθο και είχε διαφορές με τον Κολοκοτρώνη, που εργαζόταν ως ζωέμπορος. Εξαιτίας αυτών των διαφορών πήγε στα Ιωάννινα στον Αλή Πασά και κατέδωσε την Εταιρεία και τους σκοπούς της, λέγοντας ότι στη Ζάκυνθο προΐσταται ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος συνεννοείται με τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο, που βρισκόταν στην αυλή του Αλή Πασά. Από εκεί μέσω του Άγγλου Πρόξενου στην Πρέβεζα Μέγερ, το πληροφορήθηκε ο μισέλληνας Άγγλος Αρμοστής Μαίτλαντ και διέταξε τον Πέτρο Τζεν, να διεξάγει έρευνα στο σπίτι του Κολοκοτρώνη. Ο τελευταίος, ειδοποιημένος από τον Δημήτριο Σαρλή, υπάλληλο της αστυνομίας, που ήταν μέλος της Φιλικής, πρόλαβε και έκρυψε όλα τα έγγραφα στη σέλα του αλόγου του και έτσι η έρευνα απέβη άκαρπη. Ο Διόγος πλήρωσε για την προδοσία του, καθώς στα Ιωάννινα διέμενε ο Ζακυνθινός Διονύσιος Κλαυδιανός ή Κοντοράσης, μέλος της Φιλικής και αυτός, που σκότωσε τον προδότη.
Παρ’ όλα αυτά η ζημιά είχε γίνει. Μια μέρα ξαφνικά Άγγλοι περικύκλωσαν το αρχοντικό του Ρώμα και ζητούσαν να κάνουν έρευνα. Ο Ρώμας κατάφερε και την απέφυγε, λέγοντας στον Άγγλο τοποτηρητή Ρως, που ήταν Τέκτονας, ότι στο αρχοντικό του βρίσκονταν έγγραφα της Τεκτονικής Στοάς. Καθώς όμως οι Άγγλοι είχαν πλέον υποψιαστεί τις προεπαναστατικές κινήσεις, ήταν δύσκολο για τον Κολοκοτρώνη να πάρει διαβατήριο και να μεταβεί στην Πελοπόννησο για να προετοιμάσει την επανάσταση, όπως του είχε ζητήσει ο Υψηλάντης. Το κατάφερε μετά από παρέμβαση του Κ. Δραγώνα, ο οποίος αν και ήταν Διευθυντής του Υγειονομικού, και επομένως υπάλληλος των Άγγλων, ήταν δραστήριος Φιλικός.
Σημαντική προσφορά είχαν και ο Παναγιώτης Στεφάνου και ο Γεώργιος Τερτσέτης.
Μεταξύ των οικογενειών οι οποίες εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο μετά τα Ορλωφικά, ήταν και η οικογένεια του Πανταζή Στεφάνου από την Κορώνη. Οι εγγονοί του Ιωάννης και Παναγιώτης υπήρξαν ενεργά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Μάλιστα η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) απένειμε στον Παναγιώτη έγγραφο ευγνωμοσύνης για την πατριωτική δράση του. Ο Παναγιώτης ήταν αυτός που βοήθησε και στην απελευθέρωση του χαρεμιού του Χουρσήτ Πασά κατά την πτώση της Τριπολιτσάς το 1821.
Ο Γεώργιος Τερτσέτης συμμετείχε επίσης ενεργά και πολύτροπα στην Επανάσταση. Γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1800, γνώρισε από παιδί τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Γυρνώντας από τις σπουδές του στην Ιταλία το 1820, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικ. Καλύβα και με την έκρηξη της Επανάστασης πήγε στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει, παρά τη φιλάσθενη κράση του. Με την ίδρυση του πρώτου Ελληνικού Κράτους διορίστηκε από τον Καποδίστρια Καθηγητής Ιστορίας και Γαλλικών στη Στρατιωτική Σχολή Ναυπλίου και το 1830 έγινε δικαστής.
Τον Τερτσέτη τον θυμάται το πανελλήνιο κυρίως επειδή έσωσε την Ελλάδα από το ανάθεμα όταν στη δίκη εναντίον του Κολοκοτρώνη για «εσχάτη προδοσία» ψήφισε μαζί με τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη υπέρ του Κολοκοτρώνη, απόφαση για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη, όπου και τελικά αθωώθηκε, ύστερα από τη θαυμάσια απολογία του.
Διορίστηκε κατόπιν Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, ενώ το 1860 ο Όθων τον έστειλε σε ειδική αποστολή στο βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα Εμμανουήλ Β΄ για να συζητήσουν σχέδιο για την ταυτόχρονη επανάσταση Ελλάδας – Ιταλίας με σκοπό την απελευθέρωση των Ελλήνων και Ιταλών που παρέμεναν κάτω από ξενικό ζυγό. Ακόμη έπεισε τον Κολοκοτρώνη να του υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του, προσφέροντας ακόμα μια υπηρεσία στο Έθνος. Φέτος συμπληρώνονται 140 από το θάνατό του και ο Δήμος Ζακύνθου έχει ανακηρύξει το 2014 έτος Γ. Τερτσέτη.
Με την οργάνωση και εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας έγινε απτό το όραμα του ξεσηκωμού. Τα σχέδια για την έκρηξη της Επανάστασης ήταν ποικίλα, όμως τελικά, επειδή ακριβώς έγιναν γνωστά, αποφασίστηκε στο Σκουλένι, στις 16 Φεβρουαρίου 1821, να ξεκινήσει η Επανάσταση από τη Μολδαβία στις 27 Φεβρουαρίου, την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής, την ονομαζόμενη της Ορθοδοξίας.
Οι Επτανήσιοι που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Αλέξανδρου Υψηλάντη ήταν αρκετοί, ώστε να αποτελέσουν ένα ιδιαίτερο «Επτανησιακό Σώμα», αρχηγός του οποίου ήταν ο Βασίλειος Καραβίας, Ιθακήσιος. Ανάμεσα στους Ζακυνθινούς που συμμετείχαν ήταν και ο Νικόλαος Κατάνης, ο Σπυρίδων Δαλιόστρος, οι αδελφοί Νικόλαος και Θεόδωρος Καλαμάς και ο Γεώργιος Αβραμιώτης. Τελικά η εξέγερση στη Μολδοβλαχία καταπνίγηκε, ακριβώς επειδή έγινε εσπευσμένα και υπό την πίεση της αποκάλυψης των σχεδίων της, όμως αποτέλεσε το ξεκίνημα του Αγώνα για την ελευθερία, ενώ η Φιλική Εταιρεία τόνωσε στις ψυχές των Ελλήνων τον πόθο της ανεξαρτησίας. 

Κυρίες και Κύριοι,

Η Ζάκυνθος σεμνύνεται γιατί στη δική της γη με τον καλύτερο τρόπο, συντελέστηκε το όραμα της Φιλικής Εταιρείας και καλλιεργήθηκε ο σπόρος που έδωσε τη λευτεριά στην πατρίδα μας. Και πρέπει να σημειωθεί ότι μπορεί σήμερα να αναφερθήκαμε σε κάποιους επώνυμους, αλλά είναι σίγουρο ότι,  η λευτεριά πραγματοποιήθηκε γιατί πίσω από όλους αυτούς, ακολουθούσε και συνεπικουρούσε στις προσπάθειες τους ο ανώνυμος λαός του νησιού.
Άλλωστε για να μνημονεύσω ξανά την «αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού: «Όλα αυτά συμβαίνουν στις ατραπούς μεγάλων ταξιδιών, καθώς η ανθρώπινη μοίρα, δεμένη πισθάγκωνα στο μεσιανό κατάρτι, χαρτογραφεί με το βλέμμα της τα έσχατα του ωκεανού».
Και το εν Ζακύνθω ΡΟΤΑΡΥ γνωρίζει να χαρτογραφεί τις ξεχωριστές εκείνες ανθρώπινες εκφάνσεις, που εξωραΐζουν την ανθρώπινη φύση και δίνουν μέσα από ένα δίκτυο εθελοντικής οργάνωσης προσφοράς υπηρεσιών έμφαση στις ανθρωπιστικές αξίες.
Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μια από τις δράσεις σας και σας εύχομαι ολόψυχα καλή συνέχεια στο έργο σας.

Βιβλιογραφία


  1. Ιωάννης Μ. Δεμέτης, Τεκτονική Στοά «Αστήρ της Ανατολής» αρ. 880, 150 χρόνια Συνεχής δραστηριότητα 1862-2012, Ζάκυνθος 2012
  2. Ισίδωρος Ζουργός, «H Aηδονόπιτα», εκδ. Πατάκη 2007
  3. Λεωνίδας Χ. Ζώης, «Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου», τ. Α΄, Zάκυνθος 2011, εκδ. Μ.Σ. και Ε.Ζ. - ΤΡΙΜΟΡΦΟ
  4. Κ. Καιροφύλα, Η Ζάκυνθος και η Ελληνική Επανάστασις, Κέρκυρα, 1938
  5. Ντίνος Κονόμος, Εκκλησιές και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967
  6. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966
  7. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478-1978), τ. Γ΄, Πολιτική Ιστορία 1815-1864, Αθήνα1985,
  8. Δανάη Σταυρινού, Το Γενικό Αρχείον του Αγίου Γεωργίου των Φιλικών Ζακύνθου, Πτυχιακή Εργασία,  Ιόνιο Πανεπιστήμιο-Τμήμα Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας, Επόπτρια Καθηγήτρια:  Μαριάννα Κολυβά, Κέρκυρα 2012
  9. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, τ. ΙΒ΄, Αθήνα 1976.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email