© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Ζαχαρία Στουφή: ΤΕΣΣΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ


Από την εποχή των προσολωμικών ποιητών η Ζάκυνθος γνώριζε μεγάλη άνθιση στη σατιρική ποίηση. Αυτή την παράδοση τη συνέχισε και ο ίδιος ο Σολωμός καθώς και οι μεταγενέστεροί του. Το υλικό που συγκεντρώνει το νησί σχετικά με την σατιρική ποίηση είναι μεγάλο. Εδώ θα προσεγγίσουμε μόνο τέσσερα σατιρικά επιγράμματα που γράφτηκαν για να σατιρίσουν την αυτοκτονία.
Δεν ξέρω και δεν νομίζω, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη, να υπάρχει αλλού σατιρική ποίηση και γενικότερα τέχνη που να σατιρίζει το πιο σκληρό έγκλημα του ανθρώπου, την αυτοκτονία του. Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να τοποθετήσει αυτά τα τέσσερα σατιρικά επιγράμματα για την αυτοκτονία στο χρόνο που πραγματικά ανήκουν (αρχές του 20ού αιώνα) καθώς και στην τοπική πραγματικότητα που επικρατούσε τον καιρό εκείνο στο νησί. Έτσι, ίσως γίνει κατανοητό γιατί αυτές οι δύο περιπτώσεις των ποιητών σατίρισαν τον εν δυνάμει αυτόχειρα και την πράξη του.

1.

Η μία περίπτωση είναι τα επιγράμματα του ποιητή Αντρέα Μαρτζώκη[1].


Συκοφαντία[2]

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία
επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει
Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!
το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε[3]

Με το νερό ελιμότρωγε τ’ ολόπικρο ψωμί της,
Και στο νερό ηθέλησε να σβύσει τη ζωή της.


Μαζί με τα σατιρικά επιγράμματα του Ιωάννη Τσιλιμίγκρα είναι τα μόνα ποιήματα που προσεγγίζουν το τραγικό θέμα της αυτοκτονίας με τον καυστικό τρόπο της σάτιρας. Τα σατιρικά επιγράμματα της εποχής εκείνης σατιρίζουν μονάχα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, έτσι όπως συμβαίνει κατά πάσα πιθανότητα και με το επίγραμμα Συκοφαντία. Πριν περάσω στην ανάλυσή τους, θεωρώ απαραίτητη τη γνωριμία με τη δηλητηριώδη ουσία που λέγεται σουλιμάς. Ο σουλιμάς είναι μια ουσία που διατίθεται για καλλωπισμό. Ο Λ. Ζώης αναφέρει: Σουλιμάς, Sublimato, υπερχλωρούχος ή διχλωρούχος υδράργυρος – κατασκεύασμα εξ υδραργύρου, το λευκόν του μολύβδου, χρησιμεύον ως ψιμύθιον των γυναικών.
            Ας πάρουμε, όμως, έναν έναν τους στίχους του επιγράμματος, προκειμένου να εντοπίσουμε τη σατιρική οξυδέρκεια του Α. Μαρτζώκη.

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία

Εδώ η λέξη ευαίσθητη είναι το κλειδί του στίχου. Για την εποχή εκείνη ο χαρακτηρισμός μιας γυναίκας ως ευαίσθητης σήμαινε πως η γυναίκα αυτή είχε την αφέλεια ή τη βλακεία να κάνει το λάθος να εκφράσει δημόσια τα ευαίσθητα συναισθήματά της. Αυτό ήταν απαγορευμένο για μία καθωσπρέπει γυναίκα και σήμαινε πως ο ευάλωτος και αφελής χαρακτήρας της μπορούσε εύκολα να την καταστήσει θύμα στις ορέξεις του όποιου πονηρού και δόλιου εκμεταλλευτή.

Επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει

Εδώ η λέξη επήρε σημαίνει πως αγόρασε από κάποιο μαγαζί και κάποιος που την είδε (ειπώθη - λέει ο πρώτος στίχος) εξέφρασε τον φόβο του για αυτήν την ευαίσθητη γυναίκα, μήπως τον πήρε για να αυτοκτονήσει.

Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!

Εδώ ο ποιητής παίρνει τον λόγο και διαψεύδει τον κόσμο ως ψεύτη και ανόητο για να κάνει την παρακάτω δημόσια ερώτηση.

το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Την εποχή εκείνη όλοι γνώριζαν τη χρήση του σουλιμά, δηλαδή ότι χρησίμευε στον καλλωπισμό των γυναικών. Ο ποιητής, όμως, αποκαλεί ανόητη την κοινωνία που σκέφτηκε πως η ευαίσθητη - αλαφρόμυαλη Μαρία μπορεί και να αυτοκτονούσε. Για τον Μαρτζώκη μοιάζει αδύνατον αυτή η γυναίκα να μπορεί να σκεφτεί την αυτοκτονία, ίσως λόγω χαρακτήρα. Η κοινωνία, όμως, που πιθανώς να γνωρίζει τις αναποδιές που μπορεί να της συμβούν λόγω της ευαισθησίας της, έχει αντίθετη, και κατά τον ποιητή, λαθεμένη άποψη, αφού δείχνει να πιστεύει πως τη σκέψη της αυτοκτονίας την κάνουν λογικοί και σοβαροί άνθρωποι. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Μαρία σαν πραγματικό πρόσωπο να ήταν ένας τραγικός ήρωας της καθημερινότητας της Ζακύνθου, ο ποιητής, όμως, γνωρίζει καλά πως ο τραγικός ήρωας ακροβατεί ανάμεσα από τον χαρακτήρα του ελεεινού και τον χαρακτήρα του τιποτένιου. Όσο ο ήρωας βρίσκεται ανάμεσα από αυτούς τους δύο χαρακτήρες, δεν μπορεί να έχει επίγνωση της τραγικότητάς του.  Όταν το έγκλημά του ολοκληρωθεί, τότε έρχεται σε επαφή με την ηθική του συνείδηση και συνήθως αυτοκτονεί. Αλλά στην περίπτωση που ο τραγικός ήρωας είναι ηλίθιος, ούτε που θα καταλάβει ποτέ το κακό που έκανε και φυσικά για αυτοτιμωρία ούτε λόγος.
Με αυτήν την προσέγγιση, λοιπόν, η κατά όπως φαίνεται ηλίθια Μαρία, ενώ θα μπορούσε να αυτοκτονήσει με τον σουλιμά, προκειμένου να δώσει ένα τέλος στον καθημερινό της (κατά πάσα πιθανότητα) διασυρμό, αυτή συνεχίζει να τον χρησιμοποιεί για τον καλλωπισμό της.
            Η αυτοκτονία με σουλιμά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη ζακυνθινή πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Ο περιηγητής Λουδοβίκος Σαλβατόρ[4] στις λίγες αράδες που αφιερώνει για την αυτοκτονία γράφει:

 Εξαιρετικά σπάνια σημειώνονται αυτοκτονίες στη Ζάκυνθο. Εάν μια αυτοκτονία γίνει από γυναίκα, έχει ως επί το πλείστον την αιτία της στην ερωτική απογοήτευση και τότε παίρνει δηλητήριο. Χρησιμοποιούν για τέτοιο το Corrosiv-Sublimat, που εδώ το λένε σουλιμά. Αυτή τη δηλητηριώδη ουσία τη μεταχειρίζονται και για καλλωπισμό, αφού την ανακατέψουν με ασπράδι αυγού και με το μείγμα αυτό πλένουν το πρόσωπο, για τούτο πωλείται σε μερικά καταστήματα. Εάν στους άνδρες συμβεί μια αυτοκτονία, αυτοί χρησιμοποιούν πιστόλι ή ρεβόλβερ.

Για την αυτοκτονία των ανδρών με όπλο, η καταγραφή του Σαλβατόρ έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα, ενώ για την περίπτωση των γυναικών φαίνεται να στηρίχτηκε σε φήμη και όχι σε έρευνα. Η άποψη του Σαλβατόρ καταρρίπτεται από τον Διονύσιο Κλάδη[5], ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέγραψε και τις αυτοκτονίες των τελευταίων τριάντα χρόνων του 19ου αιώνα. Το διάστημα εκείνο οι αυτοκτονίες των γυναικών γινόντουσαν ως επί τω πλείστον δια του πνιγμού, στα χωριά μέσα στα πηγάδια και στην πόλη στη θάλασσα. Σε ό,τι αφορά στις αυτοκτονίες γυναικών που προήλθαν από δηλητηρίαση, την εποχή εκείνη ο σουλιμάς δεν ήταν η μόνη δηλητηριώδης ουσία, στην οποία είχαν πρόσβαση οι υποψήφιες αυτόχειρες. Η φήμη, λοιπόν, ότι οι γυναίκες αυτοκτονούν με σουλιμά, πιθανόν να προήλθε από τις απειλές που κατά καιρούς οι ίδιες ξεστόμιζαν, προκειμένου να τρομάξουν τους εραστές τους ή το φιλικό τους περιβάλλον. Μία από αυτές πιθανότατα να ήταν και η Μαρία που σατιρίζει στο εν λόγω επίγραμμά του ο Α. Μαρτζώκης.

      Το δεύτερο επίγραμμα που ανθολογείται εδώ είναι γραμμένο για μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε. Ο ποιητής καυτηριάζει την τραγική ειρωνεία του ανθρώπου που χρησιμοποιεί σαν μέσο αυτοθανάτωσης το στοιχείο εκείνο που τον τρέφει. Εκτός από την κυριολεκτική σχέση που έχει το νερό με τη ζωή, πρόκειται για το παλαιό πλέον επάγγελμα της νεροκουβαλίστρας που στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξασφάλιζε το ψωμί του βίου. Πιθανότατα αυτό το επίγραμμα να αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό και να μαρτυρεί τον επικρατέστερο τρόπο αυτοκτονίας των γυναικών της εποχής εκείνης, που ανταποκρίνεται, τόσο στις μαρτυρίες που συνέλεξα από γέροντες και γερόντισσες της Ζακύνθου, όσο και στις γραπτές μαρτυρίες του Διονυσίου Κλάδη (που προανέφερα).
Οι νεαρές απελπισμένες γυναίκες πέφτανε να πνιγούν στα πηγάδια και τις στέρνες. Η αυτοκτονία δια του πνιγμού μέσα στο πηγάδι χαρακτηρίζεται με τη λέξη «επνίγηκε», ενώ για την περίπτωση που ο πνιγμός γινότανε μέσα σε στέρνα, εκτός από τη λέξη «επνίγηκε», στην ορεινή Ζάκυνθο συναντούμε και τη λέξη «εστερνιάστηκε», που δηλώνει την πτώση ανθρώπου μέσα στη στέρνα, χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται με τη θέλησή του, αλλά πολλές φορές ήταν ατύχημα που συνέβαινε σε μικρά παιδιά.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το επίγραμμα, θέλω να περιγράψω τα βασικά χαρακτηριστικά των αυτοκτονικών πνιγμών του παλιού καιρού. Καταρχήν, σε αυτόν τον τρόπο αυτοκτονίας κατέφευγαν κυρίως νεαρές γυναίκες και ο λόγος ήταν πάντα η απελπισία που τους προκαλούσε η αφόρητη και με κάθε τρόπο καταπίεση που δέχονταν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Κύρια αιτιολογία συνιστούσαν τα  ζητήματα ηθικής φύσης, κοινωνικής τάξης και άλλες αηδίες που πίστευαν οι άνθρωποι τότε, έχοντας σαν αποτέλεσμα να γίνονται οι δήμιοι των παιδιών τους. Οι νεαρές αυτόχειρες δεν προειδοποιούσαν για την πράξη τους, ούτε άφηναν αποχαιρετιστήρια επιστολή. Η οικογένεια, αρχικά, διαπίστωνε την εξαφάνιση της κοπέλας. Οι πρώτες εικασίες ήταν μήπως κλέφτηκε με κάποιον με τον οποίο είχε κρυφή ερωτική σχέση ή πάλι μήπως έγινε κάποιο ατύχημα και τραυματισμένη λιποθύμησε ή δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στο σπίτι. Υποψιαζόντουσαν όμως και το κακό, γι’ αυτό έψαχναν και στα πηγάδια της γύρω περιοχής. Και καθώς έψαχναν, αντίκριζαν το πηγάδι στο οποίο υπήρχαν, πάνω στο φιλιατρό του, τα παπούτσια της κόρης.
Έχει παρατηρηθεί πως το κοινό σημείο που ενώνει όλους τους τρόπους αυτοχειρίας είναι ότι ο αυτόχειρας λίγο πριν τελειώσει τη ζωή του, φροντίζει να βγάλει τα παπούτσια του. Άλλοι πιστεύουν πως αυτό συμβαίνει μόνο με όσους πνίγονται, άλλοι λένε πως δεν είναι απόλυτο, απλά, συμβαίνει συχνά. Κανένας όμως δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα γιατί συμβαίνει αυτό.


2.

Η άλλη περίπτωση είναι αυτή του ποιητή Ιωάννη Τσιλιμίγκρα[6].


Υποψήφιος αυτόχειρ[7]

Ώς εις τα εχθές μας έλεε πως ποθεί
το θάνατο, αφού είδε αυτός νεκρή
τη σύντροφό του, τη γλυκιά Μαρία.
Κι’ ήταν ο πρώτος που έφυγε από εδώ
συντροφιασμένος για τη Βραζιλία.
Όχι για να ζητήσει θάνατο ή πνιγμό,
αλλά  από φόβο στο βομβαρδισμό,
και μη υποφέρει πείνα και νηστεία.

Δίκαιος σκοτωμός

Αν να σκοτώσεις ήθελες
τον πιο μεγάλο εχθρό σου,
άδειασε την πιστόλα σου
στον ίδιο τον εαυτό σου.

Δύο σατιρικά επιγράμματα σχετικά με την αυτοκτονία, έγραψε ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας. Στο πρώτο με τίτλο Υποψήφιος Αυτόχειρ σατιρίζει κατά πάσα πιθανότητα κάποιο πραγματικό πρόσωπο που μετά τον θάνατο της γυναίκας του κοινοποιεί στον περίγυρό του τη θέλησή του να πεθάνει. Αντί να αφεθεί στη θλίψη του και να παραιτηθεί από τη φροντίδα του εαυτού του, φοβάται τόσο πολύ το ενδεχόμενο του θανάτου που μπορεί να τον βρει από τον επικείμενο βομβαρδισμό του πολέμου και ανησυχεί τόσο πολύ για την πείνα που συνοδεύει τον πόλεμο, με αποτέλεσμα να φύγει για την άλλη άκρη του κόσμου (τη Βραζιλία), προκειμένου να γλιτώσει το κεφάλι του.
      Αυτός ο πιθανότατα υπαρκτός χαρακτήρας του επιγράμματος είναι ο κλασικός φοβιτσιάρης-δειλός, που μπροστά στη θέα του πτώματος της νεκρής γυναίκας του τον τρομάζει τόσο πολύ ο φόβος της μοναξιάς και της ανασφάλειας ώστε δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να πάψει να ζει. Αυτός ο χαρακτήρας μπαίνει στο στόχαστρο της σάτιρας διότι οι πραγματικοί λόγοι που τον κάνουν να σκέφτεται την αυτοκτονία, δεν είναι τα μεγάλα και καταστρεπτικά αδιέξοδα της ζωής (που άνετα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να ήταν και ο θάνατος της γυναίκας του), αλλά απλά και μόνον επειδή χάνει τη βολή του και την καλοπέρασή του με τον θάνατό της.
      Το γεγονός ότι απειλεί δημόσια τον εαυτό του με θάνατο, το κάνει περισσότερο για να αυτοφοβηθεί και να ενεργοποιηθούν τα αντισώματα εκείνα, που θα τον σπρώξουν, το συντομότερο δυνατόν, στην αποκατάσταση του πρότερου βίου. Πράγματι, αντί να πεθάνει επιστρέφει στις μεγάλες του αξίες: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Τότε είναι που γίνεται βορά στο αχόρταγο πνεύμα του σατιρικού ποιητή. Φυσικά κανένας ποιητής δεν θέλει, ούτε χαίρεται την αυτοκτονία των ανθρώπων, αλλά επειδή γνωρίζει τη βαρύτητα της πράξης αυτής, δεν διστάζει να σατιρίσει αυτόν που χωρίς σοβαρό λόγο δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.
      Στο δεύτερο επίγραμμα ο Ι. Τσιλιμίγκρας συστήνει την αυτοκτονία σε κάποιον για το καλό των υπολοίπων. Και πάλι, μόνο ένας ποιητής θα τολμούσε να συστήσει σε κάποιον την αυτοκτονία, πράγμα τελείως αντιφατικό για την περίπτωση του Ι. Τσιλιμίγκρα που δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και γιατρός. Με την ιδιότητα του γιατρού, η προτροπή προς την αυτοκτονία είναι τουλάχιστον αδιανόητη.
Εδώ, το πρόσωπο του επιγράμματος είναι πιθανότατα πραγματικό, πρόκειται για κάποιον που έχει βαλθεί να σκοτώσει τον εχθρό του και είναι κάτοχος πιστολιού. Πέρα από το εάν είναι ή όχι πραγματικό αυτό το πρόσωπο, στη Ζάκυνθο της εποχής εκείνης υπήρχαν δεκάδες τέτοια πρόσωπα, άνθρωποι δηλαδή που οπλοφορούσαν και έλυναν τις διαφορές τους με τα όπλα.
Για την ιστορία, να πούμε, πως αυτές τις μαφιόζικες κλίκες τις τροφοδοτούσαν με όπλα και χρήμα οι αριστοκρατικές οικογένειες του νησιού. Ο κάθε κόντες, δηλαδή, είχε τους δικούς του εγκληματίες που του εκτελούσαν συμβόλαια θανάτου και ξυλοδαρμούς, αλλά και κάθε άλλη βρώμικη πράξη που θα εξασφάλιζε την τιμή, τον πλούτο και την ισχύ της οικογένειάς του. Αυτή η σχέση συμμοριών – αριστοκρατών διαλύθηκε με τους σεισμούς του 1953 που ανάγκασε πολλούς αριστοκράτες να εγκαταλείψουν το νησί και πολλούς χωριάτες να κατοικήσουν στην πόλη. Αυτή η ανακατάταξη πλούτου και πληθυσμού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποκοπή των συμμοριών από την αριστοκρατία. Ουσιαστικά, εξαφανίστηκε από το νησί αυτή η κοινωνική τάξη που αργότερα αντικαταστάθηκε από τους «νεόπλουτους». Οι μαφιόζικες συμμορίες, αντίθετα από τους εργοδότες τους, παρέμειναν οπλισμένοι στο νησί και δημιούργησαν ένα νέο κύκλο βίας. Αρχικά πολέμησαν μεταξύ τους για να επικρατήσει η ισχυρότερη, αλλά χωρίς τις πλάτες του κόντε, η αστυνομία τους φυλάκιζε και έτσι, μέχρι σήμερα, που υπάρχει μεγάλη εγκληματικότητα και οπλοχρησία στη Ζάκυνθο, είναι αυτοσχέδιες συμμορίες που εγκληματούν, κυρίως, για προσωπικό τους όφελος και άντε, το πολύ πολύ, να τους χρησιμοποιήσει και κανένας τοκογλύφος για εκφοβισμό.
Σε έναν γκάγκστερ της εποχής του απευθύνεται, λοιπόν, ο Ι. Τσιλιμίγκρας. Σε έναν άνθρωπο άκρως επικίνδυνο που μπορεί να σκοτώσει για μια μικρή αμοιβή ή για να επιβεβαιώσει την ισχύ του και το νταηλίκι του. Έτσι λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος που δεν έχει πραγματικούς εχθρούς παρά μόνο κατασκευασμένους, είτε στο μυαλό του είτε στο πορτοφόλι του, του είναι αδύνατον να αναζητήσει στο βάθος της ψυχής του τους πραγματικούς του εχθρούς, οπότε αναλαμβάνει το έργο αυτό ο ποιητής για λογαριασμό του. Σκύβει στη ψυχή του πληρωμένου φονιά και ανακαλύπτει τον μεγάλο του εχθρό, που είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Μόνον έτσι θα βρει την ησυχία και αυτός και οι συμπολίτες του, μονάχα αν αδειάσει την πιστόλα του στον ίδιο τον εαυτό του.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ο ποιητής Αντρέας Μαρτζώκης γεννήθηκε από Ιταλούς γονείς στην Ζάκυνθο το 1849. Μορφώθηκε στον τόπο του και έγινε καθηγητής της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας. Υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους ζακυνθινούς ποιητές και μεταξύ άλλων έγραψε ευφυέστατα σατιρικά επιγράμματα που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και ημερολόγια με το ψευδώνυμο Υάκινθος. Έζησε στη σκιά του φημισμένου ποιητή και αδελφού του Στέφανου Μαρτζώκη και η φήμη του δεν ξεπέρασε τα όρια του νησιού του. Πέθανε στη Ζάκυνθο το 1921.
[2] Το επίγραμμα Συκοφαντία προέρχεται από το βιβλίο του Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί σατιρογράφοι, Αθήνα 1962.
[3] Το επίγραμμα Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947),  ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης  Δημοσθένη Ζαδέ, Αθήνα 1973.
[4] Από τον 1ο Τόμο ZANTE του Λουδοβίκου Σαλβατόρ, σε μετάφραση Ζαφείρη Ακτύπη, εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007.
[5] Πρόκειται για το βιβλίο του Ιωάννη Μ. Δεμέτη, Τα κυριότερα συμβάντα της νήσου Ζακύνθου 1874-1907. Υπό Διονυσίου Κλάδη, του Ιερέως Παναγιώτη, εκδόσεις ΤΡΙΜΟΡΦΟ, Ζάκυνθος 2004.
[6] Ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1872. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και το Παρίσι και απόκτησε μεγάλη φήμη στον επιστημονικό κύκλο της εποχής του. Έγραψε λυρικά ποιήματα, πεζά και σατιρικά που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, συνήθως με τα ψευδώνυμα Ίων, Τσάλμας, Τιμίρας. Το 1912 παντρεύτηκε με την πριγκίπισσα Λουΐζα Βίβες, μετακόμισε στο Μιαμάρ της Μαγιόρκας (Ισπανία) και έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του το 1947.
[7] Τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ, προέρχονται από το βιβλίο ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΛΙΜΙΓΚΡΑ (1872-1947), ΑΠΑΝΤΑ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης Δημοσθένη  Ζαδέ, Αθήνα 1973.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email