© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ / ΣΚΗΝΗ ΣΠΥΡΟΥ ΣΑΜΑΡΑ / «ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΑ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ο Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1861 και πέθανε στην Αθήνα το 1917. Ο πατέρας του καταγόταν από επιφανή ηπειρώτικη οικογένεια και η μητέρα του, Fanny-Louise Courtenay, ήταν Αγγλίδα. Από νωρίς έδειξε την κλίση του στη μουσική. Σπούδασε στο ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Ενρίκο Στανκαμπιάνο και το 1882 συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού υπό τον Λεό Ντελίμπ. Με το μελόδραμά του «Flora Mirabilis» κατακτά το Μιλάνο και κερδίζει μία θέση ανάμεσα στους πρώτους μουσουργούς της εποχής όπως ο Πουτσίνι και ο Λεονκαβάλλο. Το έργο του αγοράζεται από τον εκδοτικό οίκο «Edoardo Sonzogno»[1836-1920] του Μιλάνου με τον οποίο συνεργάζεται ως το θάνατό του. Πρωτοπόρος του «βερισμού», συνέθεσε έργα ισάξια αν όχι ανώτερα από αρκετά έργα της Ιταλικής Σχολής κατά τα τελευταία χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα και των αρχών του Κ’.

Μεταξύ των έργων του συμπεριλαμβάνεται και ο «Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων» σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Τον Ύμνο αυτό συνέθεσε για να ακουστεί στο καλλιμάρμαρο Στάδιο της Αθήνας το 1896 επ’ ευκαιρία της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, καταργημένων το 394 μ. Χ από το Θεοδόσιο τον Α’. Ήταν δε ο ίδιος ο συνθέτης που ανέβηκε στο πόντιουμ για να διευθύνει τις Ορχήστρες: της «Φιλαρμονικής Εταιρείας», του «Ομίλου των «Φιλομούσων», των Στρατιωτικών Μουσικών «Πεζικού», «Πυροβολικού» και «Ναυτικού». Διακόσιοι ήταν περίπου οι εκτελεστές κι άλλοι διακόσιοι αποτελούσαν τη χορωδία των ανδρών, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το ξεχασμένο αριστούργημα του Σπύρου Σαμάρα, «Κρητικοπούλα», αποκατέστησε πρόσφατα ο Μουσικολόγος Γιάννης Τσελίκας, ύστερα από έρευνα επτά διαφορετικών ντοκουμέντων: χειρόγραφη παρτιτούρα του συνθέτη από το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έξη χειρόγραφα από ιδιωτικές συλλογές και από το Θεατρικό Μουσείο.


Η τέχνη του Σαμάρα, αριστοκρατική, αυθόρμητη, λυρική αποτυπώθηκε και στη γραφή της «Κρητικοπούλας», το κύκνειο άσμα του, σε ποιητικό κείμενο των Νικολάου Λάσκαρη [1868-1945] και Πολύβιου Δημητρακόπουλου [1864-1922] που παρακολουθήσαμε στη Λυρική Σκηνή στις 13-11-2011. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1916 στο γκρεμισμένο σήμερα νεοκλασικό «Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας», από το Μουσικό Θίασο του Απόστολου Κονταράτου, με μεγάλη επιτυχία και με το κοινό να επευφημεί όρθιο το συνθέτη παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ωστόσο να θυμίσουμε ότι η ΕΛΣ παρουσίασε σε επετειακές εκδηλώσεις των ετών 1944,1946 και 1952 την πρώτη πράξη της Κρητικοπούλας.


Η υπόθεση της Οπερέτας διαδραματίζεται στην ενετοκρατούμενη Κρήτη [1211-1715] αλλά η αφορμή για τη σύνθεση του έργου ήταν η άγρια εκείνη ιστορική εποχή όπου ο λαός της μεγαλονήσου, γονατισμένος από τη δυσβάσταχτη φορολογία, εξεγείρεται ενάντια των Τούρκων κατακτητών και απαιτεί την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας [1896-1913] και την ένωσή της με την Ελλάδα. Κατά την κρίση μας, το συγκεκριμένο έργο προσφέρεται σε μια δεύτερη ανάγνωση, αυτήν της Αναγέννησης, εφ όσον εμπεριέχει την περιπέτεια της ζωής.

Η ηρωίδα του έργου η νεαρή κρητικοπούλα, Αρετή -άραγε τυχαία η ονομασία της;- μεταμφιέζεται σε άνδρα και παίρνει το όνομα Μανωλιός, για να υπηρετήσει τον αγώνα των συμπατριωτών της και για να αποσπάσει προνόμια από τον Βενετό Δούκα της Κρήτης. Αυτή η μεταμφίεση θα φέρει μια σειρά από κωμικές καταστάσεις που δημιουργούν μια χαρούμενη, ψυχαγωγική ατμόσφαιρα και παρασύρουν το θεατή έξω από τη σκληρή καθημερινότητά του στον κόσμο μιας άλλης εποχής όπου Ενετοί και Έλληνες συναντώνται μέσα από τα μουσικά ιδιώματα κατεχόντων και κατεχομένων. Οι ρυθμοί του πεντοζάλη και των εμβατηρίων τον ταξιδεύουν στην ύπαιθρο της Κρήτης και του γνωρίζουν τη λεβεντιά των ανθρώπων της, τον πατριωτισμό τους, τον ηρωισμό τους αλλά και την κρυφή λαχτάρα τους για ελευθερία και τον πόθο τους για έρωτα, ενώ οι ρυθμοί του βαλς και της πόλκας, στοιχεία της βιεννέζικης οπερέτας, τον μυούν στο ευρωπαϊκό ιδίωμα.

Ο νεαρός Σκηνοθέτης, Πέτρος Ζούλας εκμεταλλεύτηκε το στοιχείο της «Σαιξπήρειας» πλοκής, έδωσε μυστήριο και ρυθμό, ανέδειξε τα κωμικά μέρη και δημιούργησε το κλίμα ώστε να κάνει ο θεατής τις αναφορές στο σήμερα, να βρει τις δικές του αλήθειες. Τα καλαίσθητα σκηνικά και κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη ανέδειξε με τους φωτισμούς της η Κατερίνα Μαραγκουδάκη.

Εξαιρετικοί οι ερμηνευτές, με προεξάρχουσα την υψίφωνο Σοφία Κυανίδου στο ρόλο της Κοντέσας να χειρίζεται με άνεση την εκπληκτική φωνή της και να την προσαρμόζει στην οπερέτα. Δεν υστέρησε η Ελένη Βουδουράκη στο διπλό ρόλο της Αρετής-Μανωλιού και με χάρη απέδωσε τη μεταμφίεσή της σε νεαρό δυναμικό κρητικόπουλο. Ο Φουρλάνος, Ζαφείρης Κουτελιέρης, ήταν ο αιώνιος ευέλικτος, αστείος γελωτοποιός. Ωραίες ερμηνείες απέσπασε ο σκηνοθέτης και από τον Διονύση Τσαντίνη [Πασχάλης Σιγώνης], τον Νίκο Στεφάνου [Παύλος],το Δημήτρη Ναλπάντη [Μιχάλης] και τον Παύλο Σαμψάκη [Ντον Πλάσιντο].

Μας εντυπωσίασε επίσης η ερμηνεία της Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη, μια λυρική υψίφωνος που την έχουμε δει τα τελευταία χρόνια να εξειδικεύεται τόσο στη Βιεννέζικη όσο και στην Ελληνική Οπερέτα, κρατώντας βασικούς ρόλους στις παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής. Στο ρόλο της Δούκισσας, με καθαρή diction, πράγμα δύσκολο για τραγουδιστή που έχει εξασκηθεί να στηρίζει τη φωνή του στην τεχνική του τραγουδιού, χειρίστηκε θαυμάσια τα διαλογικά μέρη και με καλλιτεχνικό ένστικτο, απέφυγε τις υπερβολές, κρατώντας με την ωραία φωνή και άρτια τεχνική της, τις λεπτές εκείνες ισορροπίες, τόσο εύθραυστες στην κωμική πράξη.

Η Χορωδία της Λυρικής με το Μαέστρο της Νίκο Βασιλείου, αποδείχτηκε άξια ακόμα μια φορά και βέβαια η Ορχήστρα με τον Αρχιμουσικό της Ηλία Βουδούρη, συνέβαλλαν τα μέγιστα στην τόσο επιτυχημένη αυτή παράσταση.

Αν δεχθούμε ότι το θέατρο είναι χώρος συλλογικής πνευματικότητας, τότε ίσως θα πρέπει να δεχθούμε ότι είναι και χώρος συλλογικής ανησυχίας και ευθύνης.


1 σχόλιο:

Unknown είπε...

Ολόκληρο το έργο, στη μορφή στην οποία αποκαταστάθηκε από τον Γιάννη Τσελίκα, ακούστηκε για πρώτη φορά φέτος, σε συναυλιακή μορφή, στις 20 Απριλίου, στις Ελληνικές Μουσικές Γιορτές, από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό την διεύθυνση του ακούραστου Βύρωνα Φιδετζή.
Τα έργα του Σαμάρα, όπως και των υπολοίπων Επτανήσιων συνθετών, παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα στο σύγχρονο ελληνικά κοινό ενώ θα έπρεπε να αποτελούν έργα ρεπερτορίου για το χειμαζόμενο μοναδικό λυρικό μας θέατρο.
Στον τομέα της διάσωσης και της ανάδειξης των έργων του επτανησιακού λυρικού θεάτρου ο Βύρων Φιδετζής επιτελεί ένα τιτάνιο, ιεραποστολικού χαρακτήρα, έργο. Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι το έργο ενός μόνον ανθρώπου. Η προσπάθεια θα πρέπει να είναι συλλογική.
Να γνωρίσουν οι νεώτεροι,εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τα έργα των παλαιότερων ώστε να μην χαθή η παράδοση.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email