© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΠΑΛΙΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ... [ΑΠΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ]

Στὴ Μνήμη τοῦ παπποῦ Νικολάκη καὶ τῆς γιαγιᾶς Σοφίας

Προσπαθῶ νὰ θυμηθῶ, ὅσο γίνεται πιὸ καθαρά, πιὸ φωτεινὰ καὶ μὲ τὰ χνῶτα τῆς νοσταλγίας νὰ παχνιάζουν ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια μου τὴν ψυχή, νοτίζοντάς την μὲ σταλαγμοὺς δακρύων. Κοιτάζω πρὸς τὰ πίσω καὶ ἀνασαίνω τὸν ἀγέρα τοῦ χτές, ποὺ μοσχοβολᾶ καμμένο ξύλο καὶ φρέσκο, εὐωδιαστὸ ψωμί. Φυσικὰ ὑπάρχουν καὶ στιγμὲς ποὺ ὀσμίζομαι κι ἄλλες μυρωδιές, ξεχασμένες σήμερα, ἀποταμιευμένες ὅμως μέσα μου μὲ μνῆμες καὶ πρόσωπα, μὲ γιορτὲς καὶ ἐποχές, μὲ νυσταγμένα ὑγρὰ πρωϊνὰ καὶ σκοτεινὲς νύχτες. Κοιτάζω πρὸς τὰ πίσω καὶ ξαναβλέπω τὴ ζωή μου σ’ ἐκεῖνο τὸ μικρὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν πάνω στὸ φοῦρνο τοῦ παπποῦ. Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ ξαναβλέπω τὴ νεότητά μου, ἀγναντεύω τὰ πρόσωπα τῶν ἀγαπημένων μου, ὅπως ἐπίσης κι ὅλα, ὅσα πρόφτασα, μέσα στὴν ἀδυσώπητη σκόνη τοῦ χρόνου νὰ τὰ μαζέψω καὶ νὰ τὰ κρατήσω στὸ ἀρχεῖο τῆς ψυχῆς. Κληρονομιὰ καὶ παρακαταθήκη• φωτεινὴ παρένθεση στὸ ζοφερὸ μονοπάτι τοῦ βίου• παρουσία Θεοῦ.



Ὁ φοῦρνος τοῦ παπποῦ εἶχε κτιστεῖ ἀπὸ παλιοὺς ἡπειρῶτες μαστόρους στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ, στὸ ἰσόγειό του παλιοῦ μικροῦ σπιτιοῦ, ποὺ τοῦ εἶχε κληρονομήσει παλιότερα ὁ πεθερός του, ὁ μαστρο Γιώργης ὁ Τσουκαλάς, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἔκτισε.

Ποιὲς ἦταν οἱ πραγματικὲς διαστάσεις τοῦ φούρνου δὲν τὸ ἔμαθα ποτέ, γιατί ἐμένα, τουλάχιστον, δὲν μ᾿ ἐνδιέφεραν, ἐπειδὴ ὅ, τι ἀγαπῶ, ὅσο ἄβολο κι ἂν εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους, τὸ χαίρομαι καὶ τὸ κρατῶ μέσα μου, ὡς σημάδι ἱκανὸ μιᾶς ἀόρατης πυξίδας, ἡ ὁποία μὲ κατευθύνει καὶ ὁριοθετεῖ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μου, χωρὶς τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ τοῦ κόσμου νὰ μὲ ἐπηρεάζουν σοβαρά.

Θὰ προσπαθήσω, λοιπόν, μὲ λιτὲς γραμμὲς νὰ περιγράψω αὐτὸ τὸ κτίσμα, ἔστω κι ἂν δὲν πείσω μὲ τὰ ὅσα θὰ πῶ, γιατί πάντα ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι λειψός, ἀτελὴς καὶ καχεκτικός. Πειστικὸς γίνεται μονάχα σὲ ὅσους ἀφουγκράζονται τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ κυκλοφοροῦν μαζὶ μὲ τὸ αἷμα : Τὴ ζωὴ δηλαδή, ποὺ κι αὐτή, κάποτε, δὲν περιγράφεται...

Τὸ δίπατο σπίτι, ὅπου στεγάζονταν ὁ φοῦρνος, τὸ ζυμωτήριο καὶ ἡ μικρὴ οἰκογένεια ποὺ κατοικοῦσε στὸ ἀνώι, ἀγνάντευε τὸ πέλαγο, κατὰ τὴ μεριὰ τῆς Εὔβοιας καὶ τῆς Σκιάθου. Ἦταν δὲ σιμὰ στὰ "Κάγγελα", στὸ μαγαζὶ τοῦ μπάρμπα Παναγιώτη τοῦ Παλαιολόγου μὲ τὴν ὡραία ταράτσα, ὅπου μαζεύονταν οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ καὶ κοίταζαν τὰ θερινὰ τὰ βράδια τὰ γρὶ-γρί, ἀλλὰ καὶ τὶς ψαρόβαρκες μὲ τὶς λάμπες ποὺ πήγαιναν γιὰ ζαργάνες, ἢ τὶς ἄλλες μέρες, τὰ πλοῖα τῆς γραμμῆς, ποὺ ταξίδευαν ἀπὸ τὰ νησιὰ στὸ Βόλο καὶ ἀντίθετα.

Πάντα θυμᾶμαι τὸ ἀνώι τοῦ φούρνου μὲ τοὺς χλωμούς τους τοίχους, ποὺ τοὺς εἶχαν βαμμένους μὲ ὤχρα• ἕνα χρῶμα δηλαδή, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ καὶ τὴν καπνιὰ ἄρχισε νὰ φαίνεται ξεπλυμένο, ἀπροσδιόριστο. Ὅπως δηλαδὴ κάθεται πάνω στὸ χρυσὸ ἡ πατίνα τοῦ χρόνου καὶ τὸ λαμπερὸ τὸ χρῶμα ξεθωριάζει. Στὸν ἐπισκέπτη μπορεῖ νὰ μὴν ἔλεγε καὶ πολλὰ αὐτὸ τὸ δωμάτιο, ἀντίθετα μὲ κείνους ποὺ τὸ κατοικοῦσαν καὶ δὲν ἔδιναν καμμιὰ ἀπολύτως σημασία στὰ χρώματα καὶ στοὺς παραπανίσιους καλλωπισμούς, μιὰ καὶ τὰ βάσανα ἦταν πολλά. Ὕστερα, ἀφοῦ τούτη ἡ λιτὴ κι ἀπέριττη γωνιὰ τοὺς ἀνάπαυε, ποιὸς ὁ λόγος νὰ κάμουν παραπανίσια πράγματα; Ἐκεῖ λοιπὸν καὶ μέσα σὲ πολὺ δύσκολες συνθῆκες, σὲ χρόνια καχεκτικὰ καὶ ἀνήσυχα, μεγάλωσα κι ἐγώ, γιατί τὸ πατρικό μου τὸ σπίτι ἦταν κλειστὸ ἀπὸ τότε ποῦ ἔφυγε ὁ πατέρας γιὰ τὴν ξενιτιὰ. Ἔτσι ἔμαθα τὴν κάθε σπιθαμὴ στὸ ἀνώι ἐκεῖνο, ἀλλὰ κι ἔβλεπα ὅλες τὶς διαδικασίες πού ἀφοροῦσαν τὴν ἑτοιμασία καὶ τὴν παραγωγὴ τοῦ ψωμιοῦ. Τὸ κυριώτερο ὅμως ἦταν πὼς ἐκεῖ, στὸ μικρὸ τὸ φοῦρνο, συνάζονταν ὅλη σχεδὸν ἡ κοινωνία τοῦ χωριοῦ. Ἀποτελοῦσε λοιπόν, καὶ ἐξάπαντος ἦταν, ἐκείνη ἡ λιτὴ οἰκοδομὴ μιὰ ἀφορμὴ γιὰ ἐπικοινωνία, ἔστω στὰ ὅρια τῆς ὅποιας ἔντασης καὶ τῶν καυγάδων ποῦ ἦταν φυσικοὶ νὰ ὑπάρχουν, τὸ ποιὸς δηλαδὴ θὰ φουρνίσει ἢ θὰ πάρει τὸ ψωμὶ τοῦ πρῶτος, ἢ τῆς κουτσομπολίστικης διάθεσης, ποῦ δὲν εἶχε πάντα εὐχάριστη κατάληξη, γιατί κάποια παρεξήγηση θὰ προέκυπτε, κάποιος καυγᾶς θὰ στηνόταν μὲ ὅλα τὰ συνακόλουθα... Μὲ λίγα λόγια ἐκεῖ βίωνε κανεὶς τὰ ὅσα ἔγραψε ὁ γείτονας Σκιαθίτης λόγιος, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στὸ διήγημά του, «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα», ὅταν ἀναφερόταν στὶς «ἀβγατίστρες», καὶ στὶς «ἀποσῶστρες», ποὺ «ἀβγάτιζαν ὅλας τὰ μικρὰς διαδόσεις καὶ ἀπόσωναν ὅλας τὰς ἀτελεῖς διηγήσεις»

Ἀπὸ μικρός, πρέπει νὰ πῶ ὅτι παρακολουθοῦσα τὴν κάθε λεπτομέρεια ποὺ ἀφοροῦσε τὴ λειτουργία αὐτοῦ του πρωτόγονου ἀρτοποιείου, γι’ αὐτὸ καὶ ἀργότερα, ὅταν πιὰ μεγάλωσα, κοίταξα ν ἀξιολογήσω ἐκεῖνα τὰ πρῶτα βιώματα, μὲ κάθε τρόπο. Κάπως ἔτσι βγῆκε καὶ ὅ,τι ἔγραψα γιὰ τὸ χωριό μου, τὸν τόπο δηλαδὴ ὅπου ἀπομένουν οἱ ρίζες κι ἡ ψυχή μου Κι ἂν ἐκεῖ ἀστόχησα νὰ καταθέσω τὸ λόγο μου γιὰ μιὰ ἀκόμα πτυχὴ τῆς σύνολης παράδοσης τοῦ χωριοῦ, ἔχω τὸ χρέος νὰ τὸ κάμω σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀπουσίας ἀπὸ τὸ χῶρο ἐκεῖνο, ὅπου βρίσκονταν τὸ ζυμωτήριο καὶ γίνονταν τὸ πλάσιμο, τὸ κατέβασμα τῶν ταβάδων καὶ τόσες ἄλλες ἐργασίες ποὺ ξεχάστηκαν σήμερα πιά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πασχίζω νὰ συλλαβίσω μὲ προσοχὴ τὸ ἀλφαβητάρι τῆς λειτουργίας ἐκείνου τοῦ ἔσχατου παλιοῦ ἀρτοποιείου, γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ κάτι, νὰ μὴ θαφτοῦνε ὅλα στὰ σημερινὰ ἐρείπια τοῦ φούρνου, ποὺ, δυστυχῶς, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει... Ἂν δὲ σήμερα γίνεται λόγος γι᾿ αὐτόν, τοῦτο ὀφείλεται στὴν εὐαισθησία τοῦ ὑποφαινόμενου γιὰ ζητήματα παράδοσης καὶ ζωῆς. Ἰδιαίτερα τοῦ ξεχασμένου σήμερα παλιοῦ χωριοῦ μας...

Πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα, λοιπόν, ἔπρεπε ἀποβραδὺς νὰ κοσκινιστεῖ τὸ ἀλεύρι στὴ μεγάλη ξύλινη σκαφίδα μὲ τὴν παλιὰ τὴ σίτα. Αὐτὸ συνήθως τὸ ἔκανε ἡ μάνα, κρατώντας μὲ τὰ δυό της τὰ χέρια τὴ στρογγυλὴ τὴ σίτα καί, ἀφοῦ ἔβαζε τὸ ἀλεύρι μέσα, τὸ κοσκίνιζε μὲ προσοχή, πετώντας ὅ,τι τὸ ἄχρηστο στὴν ἄκρη. Καὶ ἄχρηστα ἦταν τὰ πίτουρα, κομμάτια σκληροῦ ἀλεύρου κ. α.

Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ τελείωνε τὸ κοσκίνισμα, ἀκολουθοῦσε τὸ ἀναπιάσμα μὲ τὸ διαλυμμένο κομμάτι ἀπὸ τὸ προζύμι καὶ τὴ λιγοστὴ μαγιά. Τὸ ἀναπιάσμα γινόταν στὴν ἄκρη τῆς σκαφίδας, σὲ μιὰ λακκούβα μέσα στὸ ἀλέυρι. Μὲ τὸ ἀναπιάσμα μάλιστα σφαλίζονταν ἡ σκαφίδα μὲ τὴν "πλάστη", τὸ ἐπίπεδο ξύλινο σκέπασμα δηλαδή, πάνω στὸ ὁποῖο πλάθονταν τὸ ζυμάρι.

Τὴν ἄλλη μέρα, πρωΐ-πρωΐ, πρώτη δουλειὰ ἦταν ν᾿ ἀναφτεῖ ὁ φοῦρνος μὲ "κλάρες"πρῶτα, κι ὕστερα μὲ πεῦκα καὶ ἄγρια ξύλα, ὥστε νὰ καεῖ καλὰ καὶ νὰ ἔχει "στίμ", γιὰ νὰ ψηθεῖ τὸ ψωμί. Αὐτὴ τὴ διαδικασία τὴν εἶχε ἀναλάβει ἡ γιαγιά, ποὺ φορτωνόταν ἀπὸ τὸ κτῆμα ἢ ἀπὸ τὴν καλύβα μὲ τὶς γίδες τὶς "κλάρες" καὶ τὶς ἔβαζε μὲ προσοχὴ στὴ φωτιὰ ἀνοίγοντας τὸ "τάμπερ", τὸ σιδερένιο διάφραγμα μεταξὺ φούρνου καὶ καμινάδας, γιὰ νὰ κυκλοφορεῖ ὁ ἀγέρας, ν᾿ ἀνάψει γρήγορα ἡ φωτιά, ἀλλὰ καὶ νὰ φεύγει ἡ κάπνα.

Παράλληλα μὲ τὸ ἄναμμα τοῦ φούρνου ἄρχιζε καὶ τὸ ζύμωμα, ποὺ ἤθελε τέχνη καὶ προσοχὴ, ὥστε νὰ «πιαστεῖ» σωστὰ τὸ ἀλεύρι καὶ σιγὰ-σιγὰ νὰ λάβει τὴ μορφὴ τοῦ ζυμαριοῦ. Φυσικὰ σ᾿ αὐτὸ συντελοῦσε καὶ τὸ νερό, ζεστὸ τὸ χειμώνα καὶ δροσερὸ τὸ καλοκαίρι, τὸ ὁποῖο ἔριχνε ἡ μάνα μὲ προσοχὴ στὴ διάρκεια τοῦ ζυμώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁλάτι.

Τὸ ζύμωμα ἔπρεπε νὰ γίνει μὲ τὶς γροθιές, τὶς ὁποῖες μὲ δύναμη ἔσπρωχναν μέσα στὴ ζύμη γιὰ νὰ γίνει σωστή, ἐνῶ τὸ ζυμάρι γυρίζονταν πάντα μέσα στὴ σκαφίδα, πότε ἀπὸ δῶ, πότε ἀπὸ κεῖ, μέχρι νὰ λάβει τὴν τελική του μορφή. Φυσικὰ αὐτὸ ἤθελε τὸ χρόνο του, τὴν ἀνάλογη τέχνη καὶ τεχνική, καὶ ὁπωσδήποτε τὴν ἐμπειρία, γιατί διαφορετικὰ τὸ ζυμάρι γίνονταν ὅλο "ζγρου-μπόλια", δηλαδὴ κομμάτια μὲ ἀλέυρι ἀζύμωτο, ποὺ ἂν δὲν τὰ προσεχαν, παρα-μεναν μέσα στὸ ζυμάρι καὶ τὸ ψωμὶ δὲ γινόταν καλό καὶ ἀφρωτό.

Ἀφοῦ τελείωνε τὸ ζύμωμα τότε σκεπάζονταν ἡ σκαφίδα γιὰ λίγο, μέχρι νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ ζύμη γιὰ τὸ πλάσιμο. Ἑτοιμασία ποὺ σημαίνει τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ "γίνει", ὥστε νὰ φουσκώσει κάπως τὸ ζυμάρι καὶ νὰ εἶναι πιὸ ἐλαστικὸ στὸ πλά-σιμο.

Ὅταν δὲ ἔφτανε ἡ ὥρα γιὰ τὸ πλάσιμο τότε στρώνονταν ἡ πλάστη, τοποθετοῦνταν ὁ "βεζενὲς" καὶ ἕνας-ἕνας ἔπιανε τὴ θέση του δίπλα στὴ σκαφίδα. Ἔτσι ὁ ἕνας "ἔκοβε"καὶ ζυγίαζε τὸ ζυμάρι, ὁ ἄλλος τὸ ἔπλαθε καὶ ὁ τρίτος ἐφτιαχνε τὶς φρατζόλες καὶ τὶς τοποθετοῦσε μὲ προσοχὴ στοὺς ταβάδες, πάνω στὰ καθαρὰ τὰ πισκίρια..

Ἡ φρατζόλα ἢ τὸ στρογγυλὸ γιὰ νὰ γίνουν χρειάζεται πρῶτα-πρῶτα νὰ πλαστοῦν καλὰ καὶ μὲ ὑπομονή. Γιατί τὸ σκέτο, τὸ κομμένο ζυμάρι, δὲ γίνεται καλὸ ψωμὶ στὸ ψήσιμο ἂν δὲν πλαστεῖ σωστά. Μένει ὠμὸ μέσα, στὴν ψύχα δη-λαδή καὶ μὲ ἐπιφάνεια (κόρα) ὄχι λεία καὶ ἐλκυστική. Γὶ αὐτὸ καὶ ὁ παπποῦς, κι ὕστερα ἡ μάνα, βάζανε ὅλη τους τὴ μαεστρία καὶ τὴν τέχνη, ὥστε νὰ εἶναι καλοπλασμένες οἱ φρατζόλες. Μάλιστα, κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς πλάθανε ρίχνοντας καὶ σουσάμι, ὥστε νὰ εἶναι πιὸ εὔγευστες.

Κάποτε-κάποτε, καὶ κυρίως τὰ Σάββατα ἢ τὶς μεγάλες γιορτὲς, ἔπρεπε νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ τὰ πρόσφορα, οἱ λειτουργιὲς δηλαδή. Αὐτὲς τὶς προσεχαν πολύ, τὶς ἔπλαθαν πρῶτες-πρῶτες καὶ γι᾿ ἀρκετὴ ὥρα, κι ὕστερα τὶς ἔβαζαν μέσα σὲ εἰδικὰ ταψάκια ἢ καραβάνες καὶ πάντα σὲ πισκίρια ξεχωριστά. Πάνω δὲ ἀπὸ τὴν πρώτη προσφορὰ τοποθετοῦσαν καὶ τὸ παλιό, ξύλινο σφραγίδι, γιὰ νὰ γνωρίζουν τί εἶναι, ἀλλὰ καὶ γιὰ εὐλογία...

Τὸ ζυμάρι μετὰ τὸ πλάσιμο ἔπρεπε νὰ "γίνει", νὰ φουσκώσει δηλαδή, κι ὕστερα νὰ φουρνιστεῖ, ἀλλιῶς θὰ γινόταν ἀλειψὸ καὶ διόλου νόστιμο. Φυσικὰ τὸ γρήγορο "γένωμα" τοῦ ζυμαριοῦ ἑξαρτιόταν καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχή, γιατί τὸ καλοκαίρι φούσκωνε σχεδὸν ἀμέσως, ἐνῶ τὸ χειμώνα ἔπρεπε νὰ πάρει τὸ δωμάτιο τὴν κατάλληλη θερμοκρασία. Ἔτσι ἀνάβονταν ἡ σόμπα καί σκεπάζονταν οἱ ταβάδες μὲ κουβέρτες.

Ἀφοῦ καιγόταν ὁ φοῦρνος καὶ ἦταν ἕτοιμος, πανίζονταν ἐσωτερικὰ μὲ καθαρὸ νερό, γιὰ φύγει κάθε ἴχνος ἀπὸ στάχτες κ.λ.π. Παράλληλα κλείνονταν καὶ τὸ "τάμπερ"γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἡ θερμοκρασία καὶ τότε ἄρχιζε καὶ τὸ φούρνισμα.

Τὸ φούρνισμα ἤθελε προσοχή, ὑπομονὴ καὶ περισσότερο ἀντοχή, γιατί ἔπρεπε, ἀφοῦ κατεβάζονταν ἕνας ἕνας οἱ τάβαδες, νὰ τοὺς ξεσκεπάζεις, νὰ πά-ιρνεις ἁπαλὰ μιὰ - μιὰ τὶς φρατζόλες, νὰ τὶς βάζεις πάνω στὸ μεγάλο ξύλινο φτιάρι κι ὕστερα, ἀφοῦ συγυριστεῖ λίγο μὲ τὶς παλάμες, νὰ κοπεῖ στὰ πλάγια μὲ τὴ λεπίδα ἢ τὸ μαχαίρι καὶ στὸ τέλος νὰ φουρνιστεῖ.. Κάποιες φρατζόλες τὶς ἔκοβαν λοξὰ καὶ στὸ ἐπάνω μέρος, στὴν ὄψη τῆς φρατζόλας . ( Κι ἐδῶ θυμᾶμαι τὸν παπποῦ νὰ ἔχει στὰ δόντια του τὴ λεπίδα, ποὺ τὴν ἔκρυβε στὸ τέλος τοῦ φουρνίσματος δίπλα, στὴ "μπουλίτσα", ἡ ὁποία βρίσκονταν ἀριστερά τοῦ φούρνου, κατὰ τὴ μεριὰ τῆς σκάλας. Ἦταν δὲ οἱ λεπίδες αὐτές, κάτι μεγάλες ἀμερικάνικες λεπίδες, ποῦ κόβανε ἀπὸ τὴ μιὰ μόνο πλευρά, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶχαν μεταλλικὴ λαβὴ γιὰ νὰ τὶς κρατᾶς).

Τὶς φρατζόλες τὶς φούρνιζαν μὲ σειρὰ καὶ σὲ ὅλη σχεδὸν τὴν ἔκταση τοῦ ἐσωτερικοῦ του φούρνου ποῦ εἶχε τὴν ὄψη ἡμικυκλίου. Ψήνονταν δὲ τὸ ζυμάρι κάτω στὴν πλάκα κι ὄχι σὲ φόρμες ἀπό λαμαρίνα, ἐκτὸς κάποιων εἰδικῶν περιπτώσεων ὁπού ἕνας πελάτης ἤθελε τὸ ψωμί του νὰ ψηθεῖ στὸ ταψὶ μὲ λάδι καὶ νὰ γίνει λαδόπιτα.

Τὸ πρῶτο ψωμὶ ἔβγαινε ἀπὸ τὶς φρατζόλες ποὺ εἶχαν φουρνιστεῖ κοντὰ "στοῦ τφὲκ(ι)", δηλαδὴ στὸ κέντρο τοῦ φούρνου ὅπου ὑπῆρχε ἕνα στρογγυλὸ ἄνοιγμα κι ἔβγαινε ἡ μεγαλύτερη "στίμ". Τὶς ξεφούρνιζαν, λοιπόν, καὶ στὴ θέση τοὺς ἔφερναν τὶς ἄλλες, ποὺ ἦταν πιὸ μέσα, γιὰ νὰ ψηθοῦν γρηγορότερα κι αὐτές. Φυσικὰ ἡ διαδικασία αὐτὴ ἤθελε προσοχὴ καὶ σβελτάδα, γιατί πολλὲς φορὲς κάποιες φρατζόλες καίγονταν, ἢ "ἅρπαχναν", δηλαδὴ μισοκαίγονταν καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὶς φᾶς γιὰ ψωμί. ἢ νὰ γίνουν παξιμάδια.

Μόλις ξεφουρνίζονταν οἱ πρῶτες φρατζόλες, ἔπρεπε νὰ σκουπιστοῦν στὴ ἐπιφάνειά τους μὲ καθαρὸ δροσερὸ νερὸ γιὰ νὰ πάρουν χρῶμα καὶ νὰ φύγει ἡ πυράδα τους. Ξεχύνονταν τότε μιὰ μοσχοβολιὰ τριγύρω ποὺ πραγματικὰ μαγνήτιζε, καθὼς τὸ φρέσκο τὸ ψωμὶ στοιβάζονταν στὸν διπλανὸ τὸν πάγκο.

Πολλὴ μεγάλη προσοχὴ ἔπρεπε νὰ δείξει ὁ φούρναρης, ὅταν τακτοποιοῦσε τὰ πρόσφορα καὶ τὰ ἑτοίμαζε νὰ τὰ φουρνίσει.

Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ ξεσκέπαζε καὶ τὰ ἔβαζε ἕνα-ἕνα στὸ φτιάρι, ἔκανε τὸ σταυρό του κι ὕστερα τὰ σφράγιζε μὲ προσοχή, πατώντας γερὰ τὸ ζυμάρι μὲ τὸ σφραγίδι, στὴν ἐπιφάνεια τῆς λειτουργιᾶς... Ὅταν σχηματιζόταν ἡ σφραγίδα, στὸ σημεῖο ὅπου εἶναι ὁ Ἀμνὸς (ΙΣ ΧΡ/ΝΙ ΚΑ) μὲ ἕνα καθαρὸ ξυλαράκι ἔκανε μικρὲς τρύπες στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ τετραγώνου ποὺ σχηματίζει ὁ Ἀμνός, ὥστε νὰ μὴ φουσκώσει καὶ κουφιάνει. Πρὶν τὴ φουρνίσει δὲ, τὴ χάραζε καὶ γύρω-γύρω μὲ τὸ λεπίδι.

Ἐπίσης μὲ προσοχὴ ἔπρεπε σὲ μέρες καλὲς καὶ γιορτινές, ἀλλὰ σὲ καιρὸ ὅπου γίνονταν στὸ χωριὸ παντρειές, νὰ φουρνιστεῖ τὸ τσουρέκι, τὸ ὁποῖο ζυμώνονταν μὲ τὶς συνταγὲς τῆς μάνας ἀλλὰ καὶ τοῦ παπποῦ παλιότερα.

Γιὰ νὰ γίνει λοιπὸν τὸ τσουρέκι "ἀφρωτό", δηλαδὴ νὰ τρώγεται ὅπως τὸ γλύκισμα κι ὄχι τὸ ψωμί, ἔπρεπε νὰ ζυμωθεῖ μὲ τέχνη καί, ἀφοῦ "γένει", νὰ ψηθεῖ μὲ προσοχή, ὥστε νὰ μὴν ἁρπάξει ἢ γίνει ὠμό. Γὶ αὐτὸ τὸ ψήσιμό του γινόταν πάντα μετὰ τὸ ξεφούρνισμα καὶ μὲ τὸ φοῦρνο νὰ σιγοκαίει καὶ μὲ τὴν ἄγρυπνη ἐπίβλεψη τοῦ φουρνάρη, ποὺ τὸ κοιτοῦσε συνεχῶς, ἂν «ρόϊδισε», ἢ ἂν ἄρχισε νὰ «παίρνει», δηλαδὴ ἄν καίγεται, καρφώνωντας κάθε τόσο ἕνα ξυλάκι καὶ ψαύοντάς το. Τὸτε διαπιστωνε, ἂν κολλοῦσε, ὅτι ἤθελε κι ἄλλο ψήσιμο• ἂν ὄχι, τότε κανόνιζε νὰ τὸ φέρει πρὸς τὰ ἔξω, κοντὰ στὸ ἄνοιγμα τοῦ φούρνου, ὅπου ἡ θερ-μοκρασία δὲν ἦταν πολὺ ὑψηλή, ὥστε νὰ ψηθεῖ κανονικά.

Τὸ ἴδιο γινόταν μὲ τὶς κουλοῦρες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τοῦ Πάσχα, ποὺ ψήνονταν μὲ προσοχή, γιατί ἔπρεπε νὰ νὰ μὴν «ἁρπάξουν». Φρόντιζαν, μάλι-στα, νὰ τὶς σκεπάζουν μὲ λαδόκολλα, ὥστε νὰ παίρνουν ἕνα ρόδινο χρῶμα, τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ διατηρηθεῖ μέχρι τὸ τέλος τοῦ ψησίματος.

Αὐτὸ ὅμως ποῦ ἀπομένει στὴ μνήμη εἶναι τὰ λεγόμενα ψηστικά, τὰ ὁποῖα φέρνανε οἱ χωρικοί, γιὰ νὰ ψηθοῦν μετὰ τὸ ξεφούρνισμα. Ἦταν δὲ τὰ ψηστικὰ φαγητά, πίττες, ἀκόμα καὶ κυδώνια. Μάλιστα κάθε ἐποχὴ εἶχε καὶ τὰ δικά της ἐδέσματα. Ἔτσι τὶς Ἀπόκριες μοσχομύριζαν σ ὅλο σχεδὸν τὸ χωριὸ οἱ κολοκυθόπιτες μὲ τὰ πασπαλισμένα κανέλλα, ἀμύγδαλο καὶ γαρύφαλλο ζυμωτά, χειροποίητα φύλλα. Ἄφθονες ἦταν τὴν περίοδο ἐκείνη αὐτὲς οἱ πίττες, οἱ καμωμένες μὲ ντόπιο γίδινο γάλα, τραχανά, ρύζι καὶ κανέλλα μαζὶ μὲ μοσκοκαρφια (γαρύφαλλα), μέσα στὰ γανωμένα χάλκινα σινιὰ καὶ φυσικὰ καμωμένες μὲ πέτουρα (φύλλα) ποῦ τὰ ζύμωναν μόνες τους οἱ νοικοκυρὲς καὶ στὴ συνέχεια μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ τὸν «μπλάστ » τὰ ἄνοιγαν, ἀφοῦ σχεδὸν κάθε σπίτι θὰ εἶχε γιὰ τὸ καλὸ κρατημένο τὸ χειμωνιάτικο τὸ κολοκύθι, ἐκεῖνο τὸ κεχριμπαρένιο θερινὸ ἀπομεινάρι ἀπὸ τὶς κολοκυθιὲς τὶς λεγόμενες «χειμωνιάτικες». Ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶχε τὸ σπίτι πένθος, γιατί τότε δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ περίπτωση νὰ γίνουν ὅλ΄ αὐτά. Τί θάλεγε ὁ κόσμος• χάσανε τὸν ἄνθρωπό τους καὶ ἀποκρεύουνε!

Μέσα στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ τὶς κολοκυθόπιττες τὶς διαδέχονταν οἱ λαχανόπιτες, τὰ γνωστὰ στριφτάρια, καμωμένα ἀπὸ ζυμωτὸ φύλλο μὲ λάχανα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, ὅπως παπαροῦνες, μάραθα, καυκαλῆθρες, μαζὶ μὲ τὰ σπανάκια τὰ φρέσκα κρεμύδια καὶ τὸν ἄνιθο ποὺ εἶχαν στὰ μικρὰ τὰ κηπάκια τους σπαρμένα οἱ Κληματιανοί... Μοσχοβολοῦσε τότε ὁ τόπος καὶ μέχρι ἔξω ἔφτανε αὐτὴ ἡ εὐωδία, ποὺ ἀπομένει ἀκόμα μέσα μου μαζὶ μὲ τὴ γεύση τῆς κανέλλας καὶ τῆς καυκαλήθρας. Γιατί πάντα φίλευαν τὸ φούρναρη οἱ νοικοκυρὲς ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὶς πίτες ποὺ ἔψηναν, γιὰ τὸ καλό.

Τὸ φθινόπωρο πάλι ὁ φοῦρνος μοσχοβολοῦσε ψημένο κυδώνι ἀπὸ κεῖνα ποῦ φέρνανε οἱ χωρικοὶ νὰ ψηθοῦν καὶ νὰ τὰ φᾶνε σκέτα ἢ μὲ ζάχαρη. Δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ φορὲς ὅπου αὐτὴ ἡ μοσχοβολιὰ ἀναμιγνύονταν μὲ ἐκείνη τοῦ μούστου, γιατί ἀρκετοὶ φέρνανε καὶ τὰ καζάνια τους μὲ τὸ μοῦστο νὰ βράσει καὶ νὰ γίνει πετιμέζι γιὰ τὸ χειμώνα. Μάλιστα ἀφήνανε ὅλη τὴ νύχτα στὴ «στὶμ» τοῦ φούρνου τὸ μοῦστο νὰ σιγοβράζει καὶ νὰ γίνει τὸ καλό, πορφυρὸ πετιμέζι. Τὸ ὡραῖο δὲ εἶναι, πὼς καθὼς μέσα στὸ φοῦρνο τὸ ἀπόγευμα τοποθετοῦνταν κάποια ἄγρια ξύλα, ὅπως κουμαριές, σχίνα, πουρνάρια καὶ πεῦκα γιὰ νὰ ξεραθοῦν καὶ ν᾿ ἀνάβουν πιὸ εὔκολα τὸ πρωί, αὐτὸ τὸ βουνίσιο ἄρωμα ποὺ ἄφηναν τ᾿ ἀγριόξυλα τὸ τραβοῦσε τὸ πετιμέζι καὶ εἶχε μιὰν εὐωδία μοναδική.

Τέλος πρέπει γραφεῖ κάτι καὶ γιὰ τὰ φαγητά, τὰ γιουβέτσια καὶ τὰ ψητὰ ποῦ ψήνονταν τότε, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν οἱ σημερινὲς ἠλεκτρικὲς συσκευές.

Τὰ ψηστικά, λοιπόν, τὰ φέρνανε μετὰ τὸ ξεφούρνισμα, γιὰ νὰ ψηθοῦν σιγὰ-σιγὰ καὶ νὰ σερβιριστοῦν στὸ σπίτι ἀργὰ τὸ μεσημέρι ἢ τὸ βράδυ. Φυσικὰ τὰ φαγητὰ μὲ τὸ κρέας ἦταν σπάνια, γιατί οἱ παλιοὶ οἱ Κληματιανοὶ κρέας τρώγανε στὶς μεγάλες γιορτὲς ἢ καὶ σὲ περιπτώσεις οἰκογενειακῆς χαρᾶς, ὅπως ἦταν οἱ παντρειές, ὁ ἐρχομὸς ξενιτεμένου, ἡ μέρα τῆς ὀνομαστικῆς γιορτῆς, ἡ μέρα τῆς πανηγύρεως τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων καὶ φυσικὰ οἱ Κυριακές. Ψάρια, ἐπειδὴ ἦταν ἄφθονα τρώγανε πιὸ συχνά• τὰ κάνανε κυρίως «πλακὶ» στὸ φοῦρνο μὲ τὰ λάχανα. Τὸ κρέας ἢ τὸ ψάρι ἤθελε τὸ χρόνο του νὰ σιγοβράσει μέσα στὸ ζουμί του. Μάλιστα ἂν αὐτὸ σωνόταν ἔπρεπε ὁ φούρναρης νὰ τὸ ἀναπληρώσει ρίχνοντας λίγο νερό. Ἄλλη πάλι δουλειὰ τοῦ φούρναρη ἦταν νὰ ρίξει στὸ κρέας τὴ μανέστρα ἢ τὰ μακαρόνια, μόλις ἄρχιζε τὸ βράσιμο καὶ νὰ τὸ παρακολουθεῖ. Ὅπως ἐπίσης νὰ παρακολουθεῖ καὶ τὸ ψητό, τὸ τυλιγμένο στὸ λαδόχαρτο καὶ νὰ τὸ γυρίζει κάπου-κάπου.

Ἀκόμα θυμᾶμαι τὶς πασχαλινὲς βραδυὲς ὅπου μετὰ τὴν ἐκκλησία ἔρχονταν κάποιοι χωριανοὶ ποὺ εἶχαν τὰ ψητά τους στὸ φοῦρνο καὶ τὰ θέλανε, μετὰ τὴ λειτουργία νὰ εἶναι ζεστά, τ᾿ ἀφήνανε στὴ «στίμη», γιὰ νὰ εἶναι ζεστὰ. Βλέπεις δὲν εἶχε γίνει ἀκόμα μόδα νὰ ψήνουν στὴ σούβλα κατὰ μίμηση τῶν τόπων τῆς στεριᾶς! Τὰ ψητὰ λοιπὸν ἀφοῦ καλοψήνονταν κοντὰ στὸ «τ᾿ φὲκ », γιὰ νὰ παραμείνουν ζεστὰ τὰ ἔφερνε ὁ παπποὺς κοντὰ στὸ ἄνοιγμα τοῦ φούρνου• μάλιστα γιὰ νὰ γνωρίζει ὁ καθένας τὸ δικό του τὸ φαὶ στὸ ταψὶ ἦταν γραμμένα μὲ κιμωλία τ᾿ ἀρχικά του.

Ὅμως ἡ χρησιμότητα τοῦ φούρνου δὲν ἦταν γιὰ νὰ βγάζει ἢ νὰ ψήνει μόνο ψωμὶ καὶ ψηστικά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καβουρδίζει τ᾿ ἀμύγδαλα τοῦ χωριοῦ, τὸν καφὲ πάντα μαζὶ μὲ σπυριὰ ἀπὸ καλὸ σιτάρι καὶ στραγάλια κάποτε, καὶ νά… στεγνώνει τὰ βρεγμένα βαρειὰ ροῦχα τῶν τσοπάνηδων ἢ ὅσων δούλευαν στὰ κτήματα καὶ μουσκεύονταν ἀπὸ τὴ βροχή. Γιατί ἐκεῖνα τὰ χρόνια δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα οἱ χωρικοὶ νὰ ἔχουν παραπανίσια ροῦχα. Τόση ἦταν ἡ φτώχεια... Ὁ φοῦρνος λοιπὸν τοὺς ἐξυπηρετοῦσε, γι᾿ αὐτὸ καὶ μέχρι νὰ κλείσει ἡ στερνὴ σελίδα τῆς ἱστορίας αὐτοῦ του χωριοῦ, ἦταν ἕνα ἀπὸ κεντρικότερα σημεῖα του. Γιὰ νὰ χαθεῖ κι αὐτὸ ὅπως τόσα καὸ τόσα πολύτιμα διακρατοῦσε αὐτὸς ὁ τόπος ὡς ταμιευτήριο γιὰ τοὺς ἐπιγόνους του...

Ἡ στερνή του φορὰ ποὺ ἄναψε ὁ φοῦρνος αὐτὸς καὶ χύθηκε στὸ χωριὸ ἡ περίεργη ἐκείνη μυρωδιὰ ἀπὸ καμμένο ρετσίνι καὶ ἐλιόφυλλα, ἦταν στὶς 17-18 τοῦ Ἰουλίου τοῦ 2001. Ἀπὸ τότε σίγησε γιὰ πάντα. Γιατί πουλήθηκε, ὅπως τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ ποὺ ἄλλαξαν ἱστορία καὶ οἰκητορες κι άπόμεινε μονάχα ἠ Μνήμη, ἡ Νοσταλγία κι ὀ Καημὸς νὰ τὰ σεργιανοῦν καὶ νὰ τὰ συντροφεύουν...




Καλοκαίρι 2006 
Τὸ Κλῆμα (φωτ. 1970)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email