© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ένας Καρρέρ, ανάμεσα σε «ψαροκάικα» και «καβουράκια»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στο κείμενο της περασμένης εβδομάδας είχαμε ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, και με κάποιο έργο του Παύλου Καρρέρ (Καρρέρη, επί το ζακυνθινότερον), όπου ήταν βασισμένο σε ποίηση του «χαμωλόγου» τοπικού τεχνίτη του λόγου Κανδιάνου Ρώμα και μας δόθηκε η αφορμή και πάλι να θυμηθούμε την ριζική κατακρεούργηση της λαθεμένης ονοματοδοσίας των οδών της πόλης μας, η οποία προερχόμενη από την ανικανότητα των υπευθύνων και την δικής μας θανατηφόρα ανεκτικότητα, εξακολουθεί να υπάρχει και να ντροπιάζει, αποτελώντας ένα επί πλέον δείγμα της πτώσης και της κατάντιας μας.

Δεν θα επανέλθουμε στα ιστορικά λάθη, που επικρέμονται στους περισσότερους δρόμους της πόλης μας, το δείγμα αυτό μιας επιπλέον άγνοιας και προχειρότητας, αλλά μια και επαναφέραμε στην μνήμη μας τον μεγάλο ζακυνθινό μουσουργό, που η ερημιά του αγάλματός του γίνεται, λόγω άγνοιας και περί άλλων τυρβασμού, όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο επίφοβη, θα θυμηθούμε, όσοι το είδαμε, κάτι πολύ χαρακτηριστικό και λυπητερό, στην ουσία του, το οποίο και πάλι αφορά ένα από τα πιο γνωστά του έργα.

Ήταν, λοιπόν, αν δεν κάνω λάθος τις αρχές της περασμένης άνοιξης, όταν στην γνωστή τηλεοπτική εκπομπή «Στην υγειά μας» της ΝΕΤ, η οποία μεταδίδεται κάθε σαββατόβραδο και ομολογώ πως σπάνια την βλέπω, μια και ουδόλως μου ταιριάζει, παρ’ ότι πολλοί την θεωρούν σημαντική, είχαν κληθεί αρκετοί μαθητές κάποιου μουσικού σχολείου της χώρας μας και με αξιοζήλευτη ευαισθησία παρουσίαζαν τους καρπούς των σπουδών τους και το αναμφισβήτητο ταλέντο τους.

Και εδώ συνέβαινε ό,τι και στα υπόλοιπα μουσικά μας τεκταινόμενα. Σημαντικά, μέτρια και απλοϊκά τραγουδάκια παρουσιάζονταν τουλάχιστον σαν γνωστές άριες και όλα αυτά που κάποτε συντρόφευαν τις καλοκαιρινές μας βραδιές των υπαίθριων κινηματογράφων, μαζί με τις μυρωδιές του τζαντζαμινιού και του αιγοκλήματος, αποδίδονταν λες και οι ερμηνευτές τους τραγουδούσαν το Casta Diva, αποδεικνύοντας για μιαν ακόμα φορά το πόσο ακριβά πληρώνουμε τον λαϊκισμό και την επιπολαιότητά μας.

Δεν θέλω να προχωρήσω περισσότερο και να κρίνω την, για μένα τουλάχιστον, ισοπεδωτική μας αυτή αντίληψη. Θα σταθώ μόνο σ’ έναν αληθινά χαριτωμένο μαθητή, με μια εκ των έσωθεν ψυχική ευγένεια, ο οποίος πήρε το μικρόφωνο και δειλά - δειλά δήλωσε, ομολογουμένως με κάποια συστολή και ένα ίχνος φόβου, πως αυτός θα πει κάτι διαφορετικό, το οποίο δεν είναι γνωστό, όσο όλα τα άλλα που ακούστηκαν. Και αυτό το «άγνωστο» και όχι «σουξέ» ήταν ο «Μάρκος Μπότσαρης» του μεγάλου ζακυνθινού συνθέτη, που κάποτε τα έργα του παίχτηκαν στην Σκάλα του Μιλάνου!

Το να ντρέπεται, πιστεύω, ένας μαθητής μουσικού σχολείου να τραγουδά Παύλο Καρρέρ, παρ’ ότι όπως αποδείχτηκε με την ερμηνεία του, τον αγαπούσε και τον γνώριζε άριστα, αν δεν είναι πολιτιστική κατάντια, είναι τουλάχιστον επίφοβη και επιζήμια πτώση και το γεγονός αυτό υπογραμμίζει και την φτώχεια μας και την εμμονή μας στην ανησυχητικά αρνητική πραγματικότητα.

Μου είχαν πει και ευτυχώς ο Άγιός μας με αξίωσε να μην το δω και το βιώσω, πως μουσικός μάθαινε σε παιδιά σχολείου το τραγούδι της Παπαρίζου, για να το αποδώσουν μάλιστα και σε μεγάλη τους γιορτή. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Είναι που «όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια». Καταντήσαμε καθαρόαιμοι ιθαγενείς, που είναι υπερευχαριστημένοι με καθρεφτάκια και όλων των άλλων ειδών μαϊμουδίστικες απολαύσεις.

Δυστυχώς από όλο αυτό το κλίμα δεν ξεφεύγει και το νησί μας, που κάποτε είχε μια μεγάλη μουσική παράδοση και ευαισθησία, αλλά τώρα ακολουθεί, δυστυχώς, δίχως καμιά σκέψη και αιδώ πιστά την νεοελληνική πραγματικότητα.

Θυμάμαι που πέρυσι το βράδυ της «Μαλλιαρής» η λεγόμενη μπάντα μας έπαιζε «Τα παιδιά του Πειραιά» και πολλά άλλα παρόμοια, κάνοντας «πλατεία» (;) δίπλα από την εκκλησία του Πολιούχου μας, όπου ευτυχώς μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται το πανάρχαιο αυτό και γραφικό έθιμο. Του ίδιου κλίματος πρόγραμμα είχε και στο πρόσφατο πανηγύρι της Ανάληψης, όπου κατά παλιά συνήθεια έπαιζε μπρος από το ιερό της και στον κεντρικό της δρόμο, την ιστορική Πλατεία Ρούγα, που άγνοια της ιστορίας και της ταυτότητάς μας έχει κάνει «Αλεξάνδρου Ρώμα».

Και όμως στην τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου, τον κάποτε Φόρο, αλλά παλιότερα μπροστά και από την ενοριακή μου εκκλησία, από μια αξιοζήλευτη τότε φιλαρμονική είχαν ακουστεί, κυρίως τα πρωινά της Κυριακάτικης αργίας ή στα διάφορα αστικά πανηγύρια, τα πιο γνωστά και μεγάλα μουσικά κομμάτια και ο λαός μας τα είχε κάνει, έτσι, βίωμά του, κτήμα του και καθημερινότητά του. Τα πρόλαβα ευτυχώς και εγώ, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, όπου ακόμα το νησί μας ζούσε τον απόηχο της πολιτιστικής του άνθισης και νοιώθω τον εαυτό μου τυχερό γι’ αυτό. Γυρίζοντας τα γύρω στενά με το ποδήλατό μου, έφταναν στ’ αυτιά μου οι ήχοι από τις πιο γνωστές και σημαντικές όπερες και έγιναν γνώση και συνήθειά μου. Έτσι συνήθισα στην ποιότητα και τώρα μπορώ ν’ αντισταθώ στην μετριότητα και να κλείνω υπεύθυνα και ραδιόφωνο και τηλεόραση.

Αυτό πιστεύω πως είναι η γνήσια και σωστή λαϊκή παιδεία. Το ότι κάποιος απλός, μα καθόλου απλοϊκός, Τζαντιώτης, διόρθωσε, όπως διηγιόνταν με περηφάνια οι παλιότεροι, κάποτε μια ντίβα της λυρικής, αυτό είναι, αναμφίβολα, απόδειξη πολιτισμού και δείγμα πως η υψηλή τέχνη κατέβηκε στο λαό. Το ίδιο συνέβαινε και με τους αχθοφόρους, που μεταφέροντας στο λιμάνι τις αποσκευές, τραγουδούσαν, όπως έχουμε διαβάσει, τα πιο σημαντικά μουσικά δημιουργήματα.

Πολλές φορές έχω επαναφέρει με αγάπη στην μνήμη μου τον νεαρό εκείνο μαθητή του μουσικού γυμνασίου, που μέσα σε «ψαροκάικα», «καβουράκια», «λουλάδες» και «ροζ κουρτίνες», τόλμησε και ξανάφερε στην επικαιρότητα και την μνήμη μας τον μεγάλο Παύλο Καρρέρ, ερμηνεύοντας τον «Γέρο Δήμο» του.

Είναι το αντίβαρο όλης αυτής της αμάθειας και του εξευτελισμού της ισοπέδωσης.

Δεν θυμάμαι τον σοβαροφανή παραγωγό της εκπομπής, ούτε κανέναν άλλον από τους παράγοντες, που ευτυχώς κάτι τους κράτησε προστατευτικά και διασωστικά και δεν συνόδευσαν το κομμάτι με τα οικεία τους παλαμάκια, να σχολίασαν ή να επαίνεσαν το παρηγορητικό ατζάρντο. Ίσως και αυτοί να αισθάνθηκαν αμήχανα, όπως και η πλειοψηφία των παθητικών τηλεθεατών, που αποχαυνωμένοι, ως συνήθως, στον νωθρό καναπέ τους και την απόλυτη μακαριότητά τους, περίμεναν να τελειώσει το περίεργο και να απολαύσουν αυτό που τους επέβαλαν και στην ουσία τους αρμόζει.

Απορώ πως η στάτουα του μουσουργού μας κάθεται ακόμα στην άκρη της μεγάλης μας πλατείας. Ίσως στέκει εκεί επειδή το μόνο που αντικρίζει είναι ο Άγιος Νικόλας του Μόλου.

Διαφορετικά πώς να γνωρίσει την πόλη του; Το χόρτο που κοροϊδεύαμε φύτρωσε και στην αυλή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email