© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Η οικογενειακή μας Γκιόστρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ



Ήταν το δειλινό της περασμένης Παρασκευής 23 Απριλίου 2010, την ώρα που με την μπάντα των τυμπανιστών της Γκιόστρας πηγαίναμε, διασχίζοντας αυτό που θα έπρεπε να είναι το, έστω και σε απομίμηση ή αποκατάσταση, ιστορικό μας κέντρο, αλλά εμείς το κάναμε ομαδικό τόπο παρκαρίσματος και επέκταση της επαίσχυντης επιθυμίας μας για πλουτισμό, όταν συνέβη το παρακάτω περιστατικό, όπου θα σας περιγράψω σήμερα και θα προσπαθήσω να το εξηγήσω, πρώτα για μένα και ύστερα για σας, μια και με προβλημάτισε και μ’ έκανε πολλά και διάφορα να σκεφτώ.

Όταν, λοιπόν, πηγαίναμε με το καπίτουλο του Σωματείου επικεφαλής και τα παιδιά, που άοκνα και με μεράκι, από καιρό τώρα, συνοδεύουν με τους ρυθμικούς τους ήχους και την εφηβική τους αγάπη, τις διάφορες ιπποτικές αναμετρήσεις, της έστω και σ’ επαναφορά και αναβίωση Γκιόστρας της Ζακύνθου, με την δημιουργική και ανάργυρα προσφέρουσα καθοδήγηση του δασκάλου τους Νίκου Αρβανιτάκη, μια γιαγιά, ακούγοντας την μουσική και βγαίνοντας στο μπαλκόνι της κοίταξε και αυτή, σαν την άλλη προκάτοχό της, εκείνη την ανεπανάληπτη, που με τζαντιώτικο χιούμορ του περιγράφει μοναδικά ο πολυγραφότατος Γρηγόρης Ξενόπουλος στο κείμενό του για την «Λιτανεία του Φώσκολου» και ρώτησε:

- Καρναβάλι έχουμε;

Αυτό βέβαια, γιατί η εικόνα και η σκηνή γενικότερα της θύμιζε τις αποκριάτικες στιγμές του τελευταίου Σαββάτου της ανέμελης αυτής εορταστικής περιόδου, που η επανερχόμενη στην ζωή μας και την καθημερινότητά της και καθημερινότητά μας Γκιόστρα, χαρακτηριστικό κομμάτι του παλιότερου, αλλά ευτυχώς και του νεότερου Καρναβαλιού, περνούσε μπρος από το σπίτι της, στο αλλοτινό «αφάλι τση Χώρας» και της χάριζε ακούσιες, γι’ αυτό και σημαντικές, στιγμές της επαναφοράς της ταυτότητάς της.

- Όχι γιαγιά -το «νόνα» είναι πια αραιό και σπάνιο- τής απάντησε κάποιο από τα παιδιά. Για την Γκιόστρα του Άι - Γιώργη πάμε.

Αυτή τότε κοντοστάθηκε, στράφηκε προς τη νότια πλευρά της πόλης μας, εκεί κατά την είσοδο και έξοδο της Καμάρας του Αγίου Λαζάρου και κάνοντας μισοδακρυσμένη το σταυρό της, συμπλήρωσε συγκινημένη:

- Α, γι’ αυτά που γίνονταν πάνω στον Άι - Γιώργη του Πετρούτσου, μού λέτε.

Και με την πολλά καθρεφτίζουσα ματιά της αγκάλιασε τα νεαρά βλαστάρια της Ζακύνθου και τούς έδωσε την ευχή της!

Σ’ αυτήν την σκηνή και σ’ αυτόν τον μικρό, αλλά περιεκτικό, διάλογο, κρύβεται, πιστεύω, όλη η σημασία και η αξία της αναβίωσης, φέτος, για πρώτη φορά, μετά το πολλαπλά καταστρεπτικό 1953, της περίφημης, λαϊκής Γκιόστρας του Άι - Γιωργιού, από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”.

Η επαναφορά της άλλης και κεντρικής, αυτής του Καρναβαλιού, η οποία έχει καθιερωθεί πια και έχει γίνει θεσμός για το νησί μας και πρόταση ιστορικής και σε βασισμένης σε ερευνητικά στοιχεία έκφρασης των κατοίκων του, αλλά και τρόπος επιστροφής τους στις ρίζες και τις ιδιαιτερότητές τους, έχει τα πρωτεία, αποτελεί, όπως και στα χρόνια της ακμής και της νεότητάς της, ένα σπουδαίο γεγονός, αλλά αυτή της 23ης του Απρίλη, η λαϊκή στην ουσία εκδοχή της προηγούμενης και η για την διάσωσή της μετάλλαξή της, είναι κάτι ιδιαίτερο και αν και όχι μοναδικό, μια και είναι σχεδόν πανελλήνιο και πανευρωπαϊκό έθιμο, σε κατά νοοτροπίες, βέβαια, προσαρμοσμένη, μορφές, είναι ο τρόπος έκφρασης και διασκέδασης των κατ’ ουσίαν και σάρκα προγόνων μας και μια γλυκιά ανάμνηση των προσεισμικών συγγενών μας, οι οποίοι ακόμα αντιστέκονται και επιμένουν, έστω και με την αποκαταστατική τους ενθύμηση.

Μ’ άλλα λόγια, εάν η Γκιόστρα της Αποκριάς είναι πολυδιάστατη και πολυσυζητημένη, με τα υπέρ και τα κατά της, αυτή της επετείου της μνήμης του Τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρα, στην απαρχή της επικράτησης του φωτός και της πορείας μας προς το καλοκαίρι, επικρατεί αυτόφωτα και διαλαλιέται μόνη της, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, δίχως την ανάγκη διαφήμισης και προβολής. Η πείρα και η γνώση της γιαγιάς, που προαναφέραμε, είναι γι’ αυτό η πιο αδιάψευστη επιβεβαίωση.

Η ιππική αυτή αναμέτρηση δεν είχε, όπως έχουμε ξαναγράψει, καμιά σχέση με τη μητέρα της, παρ’ ότι έχει αποδειχτεί πως είναι γνήσια και πιστή της κόρη. Ούτε επίδειξη δύναμης περιέχει, ούτε επιβολή περικλείει, αλλά μήτε και η αντιγραφή δεν την κάνει νόθα ή -για να μην ξεχνάμε και τα δικά μας- «παιδί φυσικό». Είναι η μίμηση μιας άλλης, προγενέστερης και πιο λαμπρής, μα όχι και η απομίμηση. Δεν αντιγράφει, αλλά γράφει ή πιο σωστά υπογράφει. Έχει το γνήσιο και το αυθεντικό και πάνω απ’ όλα δεν φωτοτυπεί το πρωτότυπο, μα το αποδίδει με τις δικές της γνώσεις και τις μοναδικές της ευαισθησίες και ικανότητες.
Εγκαταλείπει, μάλιστα, την ειδωλολατρική -όπως θέλετε ερμηνεύσετε την λέξη- διαβίωση και δίχως να αποκοπεί από τις ρίζες της και την παράδοσή της, την γνήσια ελληνοπρέπειά της και την αρχαιοελληνική φινέτσα της, τιμά με τρόπο όμοιο έναν έφιππο Μεγαλομάρτυρα, ο οποίος πολλούς μεγάλους και μικρότερους θεούς έχει διαδεχτεί και συντηρήσει.

Ίσως ο μύθος του Αγίου Γεωργίου είναι μια μεγάλη ιπποτική ιστορία. Ίσως να είναι και μια μικρογραφία μιας αληθινής Γκιόστρας. Υπάρχει η νίκη του παλικαριού, η γυναικεία παρουσία, το αήττητο του καβαλάρη και επικράτηση της δικαιοσύνης και της αρχοντιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δυτικές, αλλά και τις επτανησιακές, όπως είναι φυσικό, ιστορήσεις του Αγίου στις πολυάριθμες εικόνες του. Σε κάποιες τοπικές, μάλιστα, εικονίζονται οι τυμπανιστές, οι σαλπιγκτές και τα πολύχρωμα λάβαρα, που κρέμονται από τα μπαλκόνια του πύργου. Και είναι αναγκαίο. Ο ζωγράφος την εποχή του απέδωσε στον Άγιο και μέσα στον τόπο του και τον χρόνο του τον τοποθέτησε. Αυτό είναι, ίσως, η μεγαλύτερή του ευλάβεια, ικεσία και προσευχή.

Στους αγώνες του Άι-Γιωργιού και την δική του ζακυνθινή Γκιόστρα η εξιστόρηση αυτή μένει στην ασημόντυτη εφέστια εικόνα της καθέδρας της εκκλησίας του ή ακόμα και την δεσποτική της προσπετίβας του. Έξω οι ολιγαρκείς, λόγω σοφίας και πείρας, πιστοί του, οι ενορίτες, αδελφοί και γείτονές του, έχουν καλλωπίσει το άλογό τους, του έχουν φορέσει την πιο πολύτιμη ιπποσκευή και καμαρωτοί πάνω στη σέλα του τιμούν τον προστάτη τους και γιατί όχι και συναγωνιστή τους, αμιλλώμενοι και αγωνιζόμενοι, «στο τρέξιμο και το λιθάρι», όπως θα έλεγε και ο ποιητής.

Δεν ψάχνουν για περίτεχνα κεντημένα Palio, ούτε για ασημένια σπαθιά και χρυσά σπιρούνια. Η πατροπαράδοτη κουλούρα του ζακυνθινού πανηγυριού τούς αρκεί και ίσως κάπου - κάπου κάτι πιο χρήσιμο και ουσιαστικό τους φτάνει. Ένα ζευγάρι σκαλτσούνια, για παράδειγμα ή ένα ρολόι χειρός, ένα μαντήλι ή έστω ένα απλό δάφνινο στεφάνι χαράς και πανάρχαιας δόξας τους είναι έπαθλα πολύτιμα. Αυτό τους επαρκεί και τους περισσεύει. Η διάκρισή τους, εδώ, εξάλλου, είναι καθαρά εσωτερική τους ικανοποίηση. Πανηγυρίζουν κυριολεκτικά και γιορτάζουν καθαρότατα. Με τον τρόπο τους αποκτούν το κατ’ εικόνα και επιδιώκουν το καθ’ ομοίωση.

Να γιατί η φετινή αναβίωση της πολυαγάπητης Γκιόστρας του Άι - Γιωργιού έχει και αυτή εξίσου μεγάλη σημασία με αυτήν της επαναφοράς του Καρναβαλιού και ίσως μεγαλύτερη. Να γιατί άξιζε τον κόπο να επανέλθει στην από μυριάδες κινδύνους επαπειλούμενη ζωή μας.

Μια άλλη προσφορά της τριήμερης εκδήλωσης ήταν, που πολλοί έψαχναν να βρουν το μέρος όπου βρισκόταν η περιλάλητη εκκλησία του Πετρούτσου. Υπάρχεις από την στιγμή που αναζητάς τις ρίζες σου, από την ώρα που τις γνωρίζεις και τις αγαπάς. Απ’ όταν γίνονται βίωμά σου.

Μακάρι και η Γκιόστρα του Άι-Γιωργιού να καθιερωθεί και να γίνει και αυτή θεσμός. Θα είναι η οικογενειακή μας Γκιόστρα.

1 σχόλιο:

Δύ-στιχος είπε...

Άλλο δεν έχω για να πω
παρά μονάχα "μπράβο"
είσαστε μία όαση
στον κόσμο μας τον μπλάβο.

Δύ-στιχος

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email