© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Σπύρου Καρυδάκη, O ΔIΓENHΣ ΣTHN ΠENTEΛH (διήγημα)

Στον Ανδρέα Μαδαράκη, τον μετρονόμο.

Οι πελώριοι γκρεμοί διαφύλασσαν έναν τόπο όπου το κοκκινόχωμα κοιμόταν ξερό κι άνυδρο εδώ και χιλιετίες. Θραυσμένοι βράχοι από κατάλευκο μάρμαρο γκρίζαιναν κάτω από το βαρύ φως. Έσιαξα νοικοκυρίστικα τον ιώδη βελουδένιο μανδύα μου με τις χρυσές ταινίες. Τι κακόγουστο ντύσιμο! σκέφτηκα. Όμως μου άρεσε πολύ.
«Ο ευσεβής και φιλόχριστος αυτοκράτωρ καίσαρ Αύγουστος, εν Χριστώ Βασιλεί αιωνίω βασιλεύς Ρωμαίων, νικητής, τροπαιούχος, κύριος της Ανατολής και της Δύσεως», απάγγειλα με άνεση και κάπως αυτάρεσκα, «στέρνει την πατρική ευλογία του στον γενναιότατο Διγενή...».
«Τι υπερβολικός τίτλος για έναν απόλεμο αυτοκράτορα!» είπε η Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων.
«Μην διακόπτετε τον αυτοκρατορικό μανδάτορα!» φώναξε ο μέγας μετρονόμος Ανδρέας κραδαίνοντας το κουτί με τα ζάρια.
Έριξα ένα περιφρονητικό βλέμμα στη Μαξιμώ. Πάντα γλυκοκοίταζε τον Διγενή, όπως όλες τους άλλωστε. Είναι ένα είδος φυσικής καταδίκης, τελικά, το να έχεις γεννηθεί τόσο εντυπωσιακός και τόσο βλάκας, σκέφτηκα εκδικητικά ατενίζοντας τον Διγενή Ακρίτα, υψηλό κι ευθυτενή, με τα δεκάδες καλοπλεγμένα χρυσόξανθα κοτσιδάκια να προβάλλουν από το κράνος του και να λάμπουν στον ήλιο. Μετά, συνέχισα δυνατά:
«Ο ευσεβέστατος αυτοκράτωρ διακοινώνει ότι ευαρεστείται, εν τω πλήθει της φιλανθρωπίας του, να μεσιτεύσει στους απελάτες για να απελευθερώσουν τη σύζυγο του ανδρειωτάτου Διγενή, ώστε να λήξει αυτή η εξαιρετικά δυσάρεστη διαμάχη μεταξύ των πιστών τέκνων της φιλοχρίστου βασιλείας του...».
H Μαξιμώ χτύπησε το κοντάρι στην ασπίδα της καγχάζοντας:
«Και ποιος θέλει τη μεσιτεία του;».
Ο Ανδρέας, αυτή τη φορά οργίστηκε στ' αλήθεια.
«Μαξιμώ, αν ξαναμιλήσεις εκτός μετρονόμησης, θα τιμωρηθείς!». Μετά, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. «Τρία στα πέντε», ανακοίνωσε σηκώνοντας ψηλά το καρτελάκι με τον ανάλογο αριθμό. Χάρηκα. Με υψηλότερο βαθμό Απόφανσης το πέντε, ο χρυσοκοτσιδάκιας έπρεπε να δώσει μια ασαφή, πολύ διπλωματική απάντηση. Και ήταν πάντα δύσκολο γι' αυτόν να οργανώσει κάπως ικανοποιητικά τον συγκεχυμένο πολτό που περιείχε το αγέρωχο κεφάλι του.
«Της Αραβίας τα βουνά και οι έρημοι της Συρίας μιλούν για το κοντάρι μου», βροντοφώναξε το τούβλο. «Ευχαριστώ τον αυτοκράτορα, όμως την πολυαγαπημένη μου γυναίκα θα την λευτερώσω μονάχος μου και οι άνομοι απελάτες θα δαγκώσουν τις πέτρες αυτού του βουνού».
«Πολύ μπρούτα απάντηση για βαθμό Απόφανσης τρία», είπε ο μέγας μετρονόμος. «Έπρεπε να ήσουν πιο πολιτικός».
«Εγώ δεν ξέρω από πολιτικές και υποκρισίες!», διαμαρτυρήθηκε ο Διγενής. «Μεγάλωσα στην πετρώδη Καππαδοκία, και τα μόνα πράγματα που έμαθα καλά είναι η εντιμότητα, η ανδρεία, το να βοηθάω τους ανθρώπους, όχι να ρητορεύω!».
«Τρεις πόντοι Ανταμοιβή», αποφάσισε αμείλικτος ο Ανδρέας. Δεν μπόρεσα να κρύψω ένα χαμογελάκι κακίας. Με υψηλότερο βαθμό Ανταμοιβής το δέκα, τρεις πόντοι ήταν αληθινή συντριβή.
«H αρετή σου, Διγενή, είναι γνωστή στον αυτοκράτορα», είπα, αφού κοίταξα με χαρούμενη έκπληξη το καρτελάκι που σήκωνε βουβός ο μέγας μετρονόμος: βαθμός Απόφανσης πέντε! Επιτέλους, αυτή την ευκαιρία περίμενα, τρεις μέρες τώρα. «Ο σεβαστός κύριός μου πιστεύει ότι σπαταλιέσαι άδικα στα φαράγγια αυτών των ξερότοπων, απ' όπου έχει αποστρέψει τα μάτια του ο Θεός. Σε θέλει κοντά του, δεξί χέρι της βασιλείας του. Σου προσφέρει το αξίωμα του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής».
Χε, χε! όλοι μείναν σέκοι ακούγοντας το μέγιστο στρατιωτικό αξίωμα της αυτοκρατορίας, μετά απ' αυτό του αυτοκράτορα. Ο γερο-Φιλοπαππούς μούγκρισε ανεβοκατεβάζοντας το φαλακρό κεφάλι του, οι υπόλοιποι απελάτες, ο Ιωαννάκης, ο Κίνναμος και ο Λέανδρος κουνήθηκαν ανήσυχα, ενώ η Μαξιμώ πρασίνισε. Ο Ανδρέας είπε κουρασμένα:
«Είναι πολύ μεγάλο αξίωμα. Καταστρέφεις την ισορροπία. Σου δίνω τη δυνατότητα μιας δεύτερης Απόφανσης».
Έκανα προκλητικά ένα βήμα προς τον αποσβολωμένο Διγενή τείνοντάς του το χέρι. Ο χιτώνας μου από κροκάτο μεταξωτό, ο βαρύς βελουδένιος μανδύας μου, θρόισαν. Με το ένα μάτι πρόσεχα πού πατάω: τα χρυσόκλαρα πασούμια μου δεν ήταν κατάλληλα γι' αυτούς τους αγριότοπους. «Είμαι το μάτι, το αφτί και η φωνή του βασιλέα...», είπα κομψά και με σεμνότητα τόσο επιτηδευμένη, ψιλοτορευμένη και καλοξομπλιασμένη, ώστε να φαίνεται αμέσως ότι είναι ψεύτικη, «... κι έχω βαθμό Απόφανσης πέντε. Έλα, Ακρίτα! Ο θεοδώρητος δεσπότης μας και η θεοφρούρητη Πόλις σε περιμένουν».
Μια γερή ματσουκιά από το κοντάρι ενός δόρατος, μου κούλανε το χέρι. H Μαξιμώ στεκόταν δίπλα μου αγριεμένη, ντιντίνιζαν οι κρίκοι του υπέροχου αλυσιδωτού θώρακά της και τα διάφορα άλλα στρατιωτικά λιλιά, που τόση εντύπωση προκαλούσαν στους ανεγκέφαλους θαυμαστές της - πρωτίστως στον Διγενή.
«Φίδι κολοβό!» ούρλιαξε μεσ' στ' αφτί μου κουφαίνοντάς με, «ύπουλοι κόλακες! παλατιανές αδερφάρες! Ο κερατάς ο βασιλιάς σου ποτέ δεν θα έδινε ένα τέτοιο αξίωμα σε κάποιον που θα το άξιζε στ' αλήθεια, γιατί τότε θα κινδύνευε ο θρόνος του. Το κάνεις επίτηδες για να απομακρύνεις τον Διγενή από τη Συρία, αφού μόνο εδώ είναι πανίσχυρος, ενώ στο παλάτι θα είναι μια διακοσμητική νούλα!».
Θεέ μου, έχει τρελαθεί εντελώς, σχεδόν μου έσπασε το χέρι! Τρίβοντάς το, έκανα ένα βήμα πίσω. Τι όμορφη που ήταν έτσι έξαλλη!
«Είσαι μια βάρβαρη κι άπλυτη πολεμίστρια, γι' αυτό δεν καταλαβαίνεις απ' αυτά», είπα θιγμένα μα και με χαριτωμένη νωχέλεια. «Εξ άλλου δεν σου πέφτει λόγος, εφ' όσον έχεις απλά προσκληθεί από τον Φιλοπαππού σαν σύμμαχός του. Είσαι μια ξένη, ένα τίποτα - ούτε καν άνδρας». Στράφηκα προς τους τέσσερις στρατιωτικούς. «Πάγια πολιτική του δικαιώτατου βασιλέα μας είναι να μην ανακατεύεται στα προσωπικά των πιστών υπηκόων του, και μάλιστα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, περικυκλωμένη από εχθρούς, χωρίς σύνορα, χωρίς νόμους, η οποία έχει για μόνο στρατό μερικούς μισοβάρβαρους (τόνισε τη λέξη κοιτάζοντας δήθεν αθώα προς τον Διγενή) Ακρίτες. Έτσι, δεν θα σας πρόσταζε ποτέ να παραδώσετε την αιχμάλωτη στον Διγενή, έναν απλό Ακρίτα. Όμως, τώρα πρόκειται για τη σύζυγο του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής. Θα τολμούσατε να συγκρουστήτε, στο πρόσωπό του, με όλη την αυτοκρατορία και τον ίδιο τον θεοδώρητο βασιλέα μας; Αν κι απελάτες, δηλαδή ρέμπελοι, πρέπει να σκεφτείτε περινούστερα απ' αυτή την πρωτόγονη βασίλισσα».
Ο Ανδρέας είπε απρόθυμα στον Φιλοπαππού, αφού έριξε το ζάρι:
«Πρέπει να απαντήσεις, αν και ο βασιλικός μανδάτορας καταστρέφει την ιστορία μας, και την Ιστορία γενικώς. Βαθμός Απόφανσης δύο».
Ο Φιλοπαππούς ξερόβηξε. Κακός βαθμός, αλλά ήταν παμπόνηρος ο γέρος. Είπε με την βαθιά φωνή του:
«Ο Θεός είναι απρόσιτος και ο κόσμος του παράξενος. Οι αχανείς αυτοί τόποι του, η Τρώσις, το Έμελ, το Μαυροχιόνιον, το τερπνό Βλαττολιβάδι, το Κουκουλιθάριον, το Βαγδά, η Τεφρική, όλος αυτός ο αναρχικός σωρός από ερήμους, βουνά και βαθυρρέματους ποταμούς που εκτείνεται ως τη Βαβυλώνα και πέρα ακόμα, ως τους τόπους των Αραβιτών, ανήκει μοναχά στους άνδρες που στέκουν όρθιοι, ζωντανοί ανάμεσα στους πεθαμένους. Είμαστε απελάτες και ληστές. Όμως ποτέ δεν θα διανοούμασταν να τα βάλουμε με τον ίδιο τον αυτοκράτορα, την εικόνα του Κυρίου πάνω στη Γη, ούτε με τον δομέστικο των Σχολών, τα δάχτυλα και το σπαθί του βασιλιά. Αν ο Διγενής δεχτεί το αξίωμα, θα του παραδώσουμε την πανέμνοστη κόρη. Αν όχι, θα συνεχίσουμε τον πόλεμο ώσπου ο παράδεισος ή η κόλαση ν' αστράψουν στα μάτια του ή στα μάτια μας».
«Ανιστόρητη εξέλιξη αλλά ενδιαφέρουσα», ανήγγειλε ο μέγας μετρονόμος, προσπαθώντας να συμμαζέψει την κατάσταση. «Οχτώ στα δέκα Ανταμοιβή για τον Φιλοπαππού, πέντε στη Μαξιμώ, εννιά στον αυτοκρατορικό μανδάτορα».
«Άξιζα για δέκα!» διαμαρτυρήθηκα.
«Τελείωσε!» είπε απότομα εκείνος. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν στον Διγενή, που έστεκε όλην αυτή την ώρα κατάφατσα στο ροδίζον φως, ροδίζων κι ο ίδιος μες στην επίχρυση πανοπλία με τις φολίδες από ντουραλουμίνιο, θαυμαστός όπως είναι όλοι οι τυχεροί που έχουν σημαδευτεί ανεξίτηλα από τη ροχάλα της μοίρας. Στεκόταν έτσι ακίνητος διότι δεν ήξερε να κινηθεί με χάρη, σκέφτηκα χαιρέκακα. Τον μισούσα με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου - μόνος εγώ, όλοι οι άλλοι τον θαύμαζαν, ακόμη κι οι εχθροί του. Ήταν καταδικασμένος να μου υποταχθεί. Δεν μπορούσε ν' αρνηθεί το αξίωμα που του πρόσφερα. Θα τον έσερνα σαν σκυλίτσα μπροστά στον σεβαστό μας αυτοκράτορα.
Το μοσχάρι, που περνιόταν για ταύρος, τεντώθηκε. Είπε απλά:
«Άρχειν μεν δεν αγαπώ, αλλά να είμαι μόνος».
«Δέκα στα δέκα», φώναξε ο Ανδρέας.
«A, όχι!» ούρλιαξα. «Τι σαχλαμάρες είναι αυτές. Είπαμε, πρέπει να υπάρχει ένα λογικό μέτρο, όχι να λέμε ό,τι μας κατέβει!».
«Ο στίχος αναφέρεται στο έπος», είπε γαλήνια ο μέγας μετρονόμος, ο απαραβίαστος κύριος του παιχνιδιού.
«Εσύ το λες αυτό;» άφρισα. «Μα εσύ ο ίδιος όρισες να μην μεταχειριζόμαστε στιχάκια από το έπος. H ελευθερία της φαντασίας...».
«Είναι φορές που τα γραμμένα συνιστούν την μόνη δυνατή ελευθερία της φαντασίας», είπε ο Ανδρέας και μετά χάσαμε πάλι τον έλεγχο, που μόλις πριν λίγο τον είχαμε επανακτήσει μετά από τρεις μέρες αλληλοφάγωμα. H Μαξιμώ, με ένα ουρλιαχτό χαράς όρμησε στον Διγενή. Το δόρυ τινάχτηκε προς το στήθος του αλλά εκείνος, με τη σιγουριά ενός κτήνους προοικονομημένου από τους θεούς του φωτός, απέκρουσε δίχως να σαλέψει καν τα δερματοντυμένα ποδάρια του. H ομάδα των απελατών άνοιξε σαν βεντάλια. Βράχοι και άνυδρα φτωχοβοτάνια του βουνού σκοτείνιασαν καθώς η μάχη άστραφτε με τα νερά της φαντασίας να συμβολοποιούνται στις συνειδήσεις μας, όπως λεκιασμένο τραπεζομάντιλο που γίνεται σημαία. Οι πελώριοι γκρεμοί από λαμπρό πεντελίσιο μάρμαρο αντιλαλούσαν τις φωνές και τα χουγιαχτά στέλνοντας τους ιριδισμούς των κρυστάλλων τους, μικροσκοπικών, απειράριθμων, να κεντούν πισωβελονιά την εικόνα του καθενός μας. Μου έρχονταν δάκρυα λύσσας. Πράξη! Πράξη! Και είχα τόσο πασχίσει να τους σύρω στην επικράτεια του λόγου, όπου θα μπορούσα να κάνω τον Διγενή πιστό αρνάκι μου, όπου η Μαξιμώ θα μ' αγαπούσε. Πού το είχε θυμηθεί ο βλίτος εκείνο το τσιτάτο; Οι αιχμές των κονταριών ακινητούσαν χορευτικά μπρος στα πάνοπλα στήθη. Ο απόστεγνος κι εύθρυπτος αέρας του απόβραδου εδονείτο λάγνα από τις άυλες χορδές των τοξευμάτων, τα οποία είχαν για στόχο στη γλώσσα της πραγματικότητας τη σάρκα και στη γλώσσα των συμβόλων τον ουρανό. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες είχε διαρκέσει κιόλας αυτό το παιχνίδι, «H αρπαγή της αγαπημένης του Διγενή», εκείνης που ήταν απλά ένας κατάλευκος χιτώνας στερεωμένος με πέτρες στο χείλος του μαρμάρινου γκρεμού. Τρεις μέρες πολεμούσε ο Διγενής τους απελάτες και τη Μαξιμώ. Ο Ανδρέας, μετρονόμος του παιχνιδιού, ευρέτης του και εταστής του, ήταν σαφής από την αρχή: Όλα θα γίνουν σαν να ήταν αλήθεια, είπε. Τα ρούχα, τα όπλα, τα λόγια. Θα δινόμασταν στη γοητεία της πιθανότητας, κι έτσι δεν θα ξέραμε από πριν την εξέλιξη της ιστορίας.
Τρεις μέρες πολεμούσαμε στα αρχαία λατομεία της Πεντέλης, όπου ο ουρανός πρόβαλλε ανάμεσα στις κατακόρυφες πλαγιές σαν αποσιωπητικό σε απολιθωμένη πρόταση, όπου τα μισόξερα φυτά απελπίζονταν ίδια με τις καρδιές μας. Τα βράδια, διαλυμένοι από την πράξη της φαντασίας, τρώγαμε, πίναμε, τραγουδούσαμε και χορεύαμε στους ρυθμούς δολοφονικής χέβι-μέταλ στην κατασκήνωσή μας, στη σπηλιά του Νταβέλη.
Κάτω από τον μύθο που παίζαμε, είχε σηκώσει το φιδίσιο κεφάλι της η αλήθεια. Κάτω από την επίφαση του κερματισμένου τοπίου είχε προβάλλει αμείλικτη η τρομερή φύση του βουνού, το ιερό Πεντελικόν όρος, με τα πανάρχαια λατομεία, σχιστές τσεκουριές στο σώμα του λευκότατου μαρμάρου. H πέτρα καθοδηγούσε το αίμα, ο καιρός της νύχτας ιρίδιζε ποτίζοντάς μας ως τα φυλλοκάρδια με τη σκόνη των νεκρών. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, κατά κόσμον Κωστής, υδραυλικός, φοιτητής TEI, πολεμούσε με το δόρυ, το σπαθί και το δοξάρι όπως εναρμόνια πελώρια βαλανιδιά, τέλειος ισορροπιστής του κορμιού του και του βουνού - όλοι ήμασταν απόξενοι απέναντί του.
«Ρε παιδιά», ούρλιαξα απελπισμένα καταλαβαίνοντας ξάφνου ακέραιο το νόημα, «παίζουμε, είναι παιχνίδι, ένα παιχνίδι ρόλων είναι, μη σκοτωθούμε κιόλας, ο Ανδρέας το σχεδίασε ρε παιδιά, τα σπαθιά είναι αντίγραφα, είμαστε ψεύτικοι ρε, ο Διγενής είναι ο Κωστής, είναι ψεύτικος!».
H Μαξιμώ, η ζόρικη Μαρία η γραφίστρια, που έκανε τόσο χαζά ρόδινα κόμικς, όλο γυναικείες μαλακιούλες, χούγιαξε και μου έριξε ένα πλαστικό βέλος φτερωμένο με πούπουλα κότας. Σφύριξε πάνω από το κεφάλι μου το φονικό παιχνίδι. Ο γερο-Φιλοπαππούς, ο τριανταπεντάχρονος, χοντρός και φαλακρός δικηγόρος, ούρλιαζε κραδαίνοντας το νικέλινο σπαθί του, με το στήθος ματωμένο, αν και υποτίθεται χτυπούσαμε τον γαλάζιο αέρα. Ο Ανδρέας σημείωνε σχολαστικά τους βαθμούς Ανταμοιβής σιωπηλός, σηκώνοντας κάθε τόσο τα καρτελάκια του. Τότε ακούστηκε η σειρήνα.
Το περιπολικό φρενάρισε τσιρίζοντας στον χωματόδρομο μπροστά στο αρχαίο νταμάρι. Ένας αστυνομικός με φαιοπράσινη στολή βγήκε, στυλώθηκε με ανοιχτά τα πόδια μες στις στερνές αχτές του ήλιου.
«Ρε κωλόπαιδα», κραύγασε, «έχετε αναστατώσει όλη την Πεντέλη, έχουμε κι Ολυμπιακούς, κι ανεβαίνουν οι τουρίστες για να δουν τα λατομεία... Για κατεβείτε, σκατοαλήτες, να πάμε στο τμήμα! Στη μάντρα του Ασπρόπυργου θα σας κλείσουν, γελοίοι. Άντε!».
Ο Ανδρέας κρυβόταν δίπλα μου. Σηκώθηκε, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. Έφερε άσο.
«Διγενή!» φώναξε. «Έχεις πέντε. Μπορείς να δώσεις μια μπρούτα απάντηση».
Ο Διγενής, ο Κωστής ο υδραυλικός, ο καλύτερός μου φίλος, βγήκε από τους βράχους, σήκωσε ψηλά το τόξο δείχνοντάς το, είπε:
«Ταύτα γαρ εισίν όπλα δικαιοσύνης».
Το βέλος βρήκε τον αστυνομικό κατάστηθα. Έπεσε μονοκόμματα. «Δέκα στα δέκα», μουρμούρισε ο μέγας μετρονόμος, ο ποιητής κι αναρχικός Ανδρέας και σημείωσε τον βαθμό, ενώ η Μαξιμώ και οι απελάτες κομμάτιαζαν με τα σπαθιά τους τον άλλο αστυνομικό καθώς εκείνος προσπαθούσε να ξεμπερδέψει από τη θήκη το πιστόλι του.
Έτσι έγινε. Και τώρα κατέβαιναν το αρχαίο λιθόστρωτο αστραφτεροί, με τις αλουμινένιες πανοπλίες, τα σπαθιά - ρεπροντιξιόν, τα μπιχλιμπίδια αγορασμένα από το Μοναστηράκι. Κατέβαιναν προς τη μεγάλη πόλη που άναβε τα φώτα της. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας μπροστά αγέρωχος, κοντά του η ωραία Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων, πίσω οι απελάτες.
«Τι τα θες;... ακόμα κι ο πιο χαμένος του παιχνιδιού, όλα τα μπορεί», είπε ο Ανδρέας ρίχνοντάς μου στα πόδια το ζάρι των Αποφάνσεων. Μετά, ακολούθησε τους άλλους σημειώνοντας ολοένα τους βαθμούς Ανταμοιβής.
Έμεινα μόνος με τον λευκό χιτώνα, την αγαπημένη του Διγενή, στερεωμένον με πέτρες στο χείλος του γκρεμού. Δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω. Αλίμονό μου, πίστευα πάντα στην πραγματικότητα κι όχι στην αλήθεια.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 29.7.2004]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email