© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Παύλου Φουρνογεράκη, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ξυλογλυπτική από το τέμπλο του ναού του Σωτήρος στο Καλλιπάδο.


Αγνώστου, Προσκύνηση των Μάγων, 18ος αι. Ναός Αγίου Διονυσίου Διαστ 47,5 διάμετρος, Αβγοτέμπερα.

Η Γέννηση. Διαστ. 0,50χ0,41 εκ. χωρίς πλαίσιο - 0,85χ0,72 εκ. με το πλαίσιο. Δωρίθηκε από τη Θάλεια Κολυβά το 1975.
Περιγραφή: Στο μέσο της παράστασης εικονίζεται η σκηνή της Γέννησης, η οποία διαδραματίζεται μέσα σε σπηλιά που βρίσκεται στις παρυφές ενός όρους. Μπροστά από τη σπηλιά ο Ιωσήφ συνομιλεί με ένα βοσκό. Πίσω από το βουνό και αριστερά, άγγελος ευαγγελίζει ένα βοσκό, ενώ στο βάθος ένα σπίτι και θάλασσα. Στην πάνω δεξιά γωνία της εικόνας μέσα σε νεφέλη όμιλος αγγέλων. Στο πρώτο επίπεδο χλόη και δέντρα. Το πλαίσιο της εικόνας είναι ξυλόγλυπτο, επίχρυσο.

Νικόλαος Καντούνης: Η Βάπτιση. 18ος-19ος αι Από το ναό Αγίων Αναργύρων. Διαστ 143x66x1,5 Λάδι σε ξύλο.

Νικ. Κουτούζης: Η προσκύνηση των ποιμένων. Από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα του Φλαμπουριάρη. Διαστ 187,5x139,5. Λάδι σε μουσαμά.Τέλη του 18ου αι.


«Η τέχνη στη Ζάκυνθο αποτέλεσε δύναμη αναζωογονητική και γνήσια έκφραση της τοπικής παράδοσης, αλλά είχε και πολλές περιπέτειες, λόγω των καταστρεπτικών σεισμών, που προκαλούσαν ζημιές σε εκκλησίες και άλλα μνημεία και χρειάστηκε η γνώση, το πάθος και η επιμονή αρκετών ανθρώπων για να αναστηλώσουν, να επισκευάσουν και να διασώσουν μνημεία τέχνης μέχρι τις μέρες μας. Τα περισσότερα έργα εκκλησιαστικής τέχνης που διασώθηκαν από τον καταστρεπτικό σεισμό και τη φωτιά του 1953 βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου, στο Μουσείο μονής Αγίου Διονυσίου και Στροφάδων ενώ στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων βρίσκονται έργα από δωρεές κυρίως, τόσο εκκλησιαστικής όσο και κοσμικής ζωγραφικής. Τα έργα αυτά μας δίνουν μια ολοκληρωμένη ιδέα για την πορεία της τέχνης στη Ζάκυνθο και δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι «το καλλιτεχνικό κέντρο της Επτανήσου πρέπει να θεωρηθεί ανεπιφύλακτα η Ζάκυνθος, όχι μόνο γιατί παρά τις συχνές καταστροφές από τους σεισμούς εξακολουθεί να συγκεντρώνει μέχρι σήμερα τα περισσότερα και χαρακτηριστικότερα έργα της περιόδου του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά ακόμη γιατί αυτή έγινε το κύριο ορμητήριο ιδιαίτερα αξιόλογων ζωγράφων, όπως ο Παναγιώτης και ο Νικόλαος Δοξαράς, ο Νικόλαος Κουτούζης κι ο Νικόλαος Καντούνης, που με την πλατειά τους δραστηριότητα έδωσαν τον τόνο σ’ ολόκληρο τον επτανησιώτικο χώρο.»[1]
Στη Ζάκυνθο του 16ου και 17ου αιώνα για κάποιο διάστημα συνυπάρχουν η «κρητοβυζαντινή» σχολή ζωγραφικής με τη σχολή που αργότερα θα ονομαστεί «επτανησιακή». Μέσα στο καινούργιο φιλοπρόοδο περιβάλλον οι πιο ανήσυχοι και ζωντανοί καλλιτέχνες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την προσπάθειά τους για την επιβίωση της τέχνης στην παλιά της μορφή και επιδιώκουν να συνυπάρχει στο έργο τους το παλιό με το νέο. Η βαθμιαία αυτή προσαρμογή κλιμακώνεται στο διάστημα δύο αιώνων και φανερώνεται πιο έντονα με το Μιχαήλ Δαμασκηνό για να καταλήξει στον Παναγιώτη Δοξαρά. Αν θεωρηθεί ότι ο «ιταλίζων» 18ος αιώνας είναι το απόγειο του «μανιερισμού» στην Επτάνησο, η πριν από αυτή περίοδος (16ος–17ος αι.) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «προμανιεριστική». Με το πέρασμα του χρόνου η ροπή της ζωγραφικής προς το φυσιοκρατισμό γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η έκφραση των προσώπων παίρνει πιο ρεαλιστικό χαρακτήρα, η κίνηση γίνεται πιο τολμηρή, τα ενδύματα νεωτερίζουν. Οι άκαμπτες και καθιερωμένες κινήσεις σχεδόν εγκαταλείπονται, το στυλ αποκτά χάρη και κομψότητα. Το τοπίο καθώς και η ανατομική απόδοση χάνουν το γεωμετρίζοντα συμβολικό χαρακτήρα τους. Το χρώμα βασίζεται πρωταρχικά σε ζεστές κλίμακες και ο ουδέτερος χρυσός κάμπος που συμβόλιζε το άπειρο μεταμορφώνεται σε φυσικό τοπίο. Ο άνθρωπος από τον ουρανό ξανάρχεται στη γη.
[2]
Στην αφετηρία της Επτανησιακής Σχολής βρίσκεται μια καθοριστική φυσιογνωμία, ο Παναγιώτης Δοξαράς, απόγονος της παλιάς ομώνυμης οικογένειας της Ζακύνθου, που η αρχική προέλευσή της ήταν από το Μοριά (Μάνη), εκτός από την πρακτική άσκηση της ζωγραφικής, επιδιώκει και τη θεωρητική θεμελίωση του καλλιτεχνικού του πιστεύω. Έτσι μεταφράζει το έργο του Leonardo Da Vinci “Trattato della pittura” μαζί με άλλα μικρότερα έργα των L. B. Alberti, A. Pozzo και P. Segneri και παράλληλα γράφει μια δική του πρωτότυπη μελέτη με τον τίτλο «Περί ζωγραφίας». Πρόθεσή του είναι η σύνδεση με τα ευρωπαϊκά και ειδικότερα με τα ιταλικά πρότυπα ζωγραφικής. Ανάμεσα στους σημαντικότερους επτανήσιους ζωγράφους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα υπάρχει σχέση δασκάλου-μαθητή, με τη σειρά Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729), Νικόλαος Δοξαράς (1700/6-1775), Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Νικόλαος Καντούνης (1767-1834). Η ιταλική ζωγραφική αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς. Οι καλλιτέχνες αυτοί κινούνται και δημιουργούν αποκλειστικά στον περιορισμένο γεωγραφικό χώρο της Επτανήσου.
[3]
Η επτανησιακή ζωγραφική, αλλά και τα γράμματα και οι άλλες τέχνες, ό,τι δηλαδή συνθέτει τον επτανησιακό πολιτισμό, είναι το φυσικό αποτέλεσμα του πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου στο οποίο αναπτύχθηκαν. Από τον Παναγιώτη Δοξαρά μέχρι τον Νικόλαο Καντούνη διαπιστώνεται η μεγάλη επίδραση του μανιερισμού, του μπαρόκ και της φλαμανδικής ζωγραφικής στον τρόπο έκφρασης. Εγκαταλείπεται η τεχνική της αυγοτέμπερας και επικρατεί η ελαιογραφία, εισάγονται στοιχεία της κοσμικής τέχνης, αποτυπώνεται η έκφραση έντονων συναισθημάτων, εισάγονται νέοι εικονογραφικοί κύκλοι με την επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης, ενώ στους ναούς μεγάλοι πίνακες αντικαθιστούν τις τοιχογραφίες. Γι’ αυτό και σύμφυτο με την υπόσταση της Επτανησιακής Σχολής είναι και το πρόβλημα της «κλειστότητάς» της. Πραγματικά η αδυναμία να περάσει τις κατακτήσεις της και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο της δίνει το χαρακτήρα ενός λαμπρού, αλλά τοπικού φαινομένου. Πιθανά αίτια είναι ότι κατά τον 18ο αιώνα, και τις αρχές του 19ου, που η επτανησιακή ζωγραφική δίνει τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της, η πνευματική επικοινωνία με την κατακτημένη από τους Τούρκους Ελλάδα είναι ουσιαστικά ανέφικτη όχι τόσο επειδή η επτανησιακή ζωγραφική στάθηκε ξένη στο ελληνικό θρησκευτικό αίσθημα, όσο λόγω της πολιτικής κατάστασης που δεν ευνοούσε την επικοινωνία
[4]». [5]
Ο Χριστός γεννήθηκε το έτος 6 ή 7 π.χ. στη Βηθλεέμ. Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος και βασιλιάς στην Ιουδαία ο Ηρώδης. Σημειωτέον ότι στα Ευαγγέλια υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με το χρόνο γέννησης του Χριστού. Τα Ευαγγέλια ήταν φιλολογικό μυθιστορικό είδος που δημιουργήθηκε από την πρωτοβουλία του Μάρκου για τις ανάγκες του κηρύγματος. Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν «βιογραφίες» του Ιησού. Αυτή την εποχή ο Ρωμαϊκός κόσμος περνούσε μια βαθιά ηθική κρίση. Κατά τον Απ. Παύλο η κρίση αυτή είχε πνευματικά αίτια. Ο κόσμος αστόχησε στη σοφία, διέστρεψε τη λογική και λάτρεψε τα είδωλα. Έτσι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την έλευση του Υιού του Θεού στη γη. Είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός που αναγγέλλεται και υμνείται από τους αγγέλους και λαμπρύνεται από το συμβολικό φως του αστέρα. Η γέννηση γίνεται σε φάτνη, σε σπήλαιο στις παρυφές ενός όρους με τον πιο απλό και λιτό τρόπο. Άγγελοι ευαγγελίζουν τους ποιμένες που είναι οι πρώτοι προσκυνητές και Μάγοι («Χαλδαίοι», σοφοί αστρονόμοι που συμβολίζουν τα έθνη) προσέρχονται να προσκυνήσουν προσφέροντες δώρα. Αργότερα ο Ιησούς βαπτίζεται από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό.
Αυτά τα σημαντικά γεγονότα τροφοδοτούν τη ζακυνθινή εκκλησιαστική τέχνη τα χαρακτηριστικά της οποίας προαναφέρθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι σε τέμπλα εκκλησιών, όπως εκείνο της εκκλησίας του Σωτήρος στο Καλλιπάδο, η ζωή του Χριστού παριστάνεται και σε ξυλόγλυπτη μορφή, χαρακτηριστικό δυτικής επίδρασης.
Στη Βιβλιοθήκη του 2ου Λυκείου Ζακύνθου, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τη σχετική έκθεση βιβλίου και υπό χριστουγεννιάτικη μουσική υπόκρουση προβάλλουμε σε πρόγραμμα power point 22 εικόνες ζακυνθινής χριστουγεννιάτικη τέχνης. Ένα μικρό δείγμα είναι και οι πέντε εικόνες που αναρτώνται εδώ στην ιστοσελίδα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 11.
[2]Τ. Σπητέρη, Τρεις αιώνες νεοελληνικής τέχνης, 1660-1967, Αθήνα 1979, σελ. 61.
[3] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 12.
[4] Αλκ. Γ. Χαραλαμπίδη, Συμβολή στη μελέτη της εφτανησιώτικης ζωγραφικής του 18ου και 19ου αιώνα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 13.
[5] Τεκμηριωμένο υλικό από το έργο ψηφιοποίησης που εκτελείται στο Μουσείο Μουσείου Σολωμού κι Επιφανών Ζακυνθίων-ευγενική παραχώρηση της κυρίας Αικ. Δεμέτη, διευθύντριας του Μουσείου.

1 σχόλιο:

panagiotisandriopoulos είπε...

Eξαιρετική η εργασία του κ. Φουρνογεράκη. Και χαίρομαι που έχει και σχολικό, χρηστικό χαρακτήρα.
Αν είχαμε περισσότερους τέτοιους εκπαιδευτικούς, με γνώση και ευαισθησία, που μετουσιώνονται σε πράξη θα 'ταν αλλιώς τα πράγματα...

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email