© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙ ΤΟΥ «ΦΟΒΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ» ΤΟΥ


Τώρα ποὺ τὰ χρόνια πέρασαν κι ἄρχισε ὁ πολύτιμος ὁ ἀπολογισμός, τῶν πεπραγμένων ὁ ἀπολογισμός, τώρα ποὺ τὸ γλυκόφωτο ἀπομεσήμερο ἔφτασε, ἡ μνήμη λειτουργεῖ μὲ ἄλλη διάθεση κι ἄλλο τρόπο: Δὲν ἐνθουσιάζεται πιά, δὲ σχεδιάζει, μήτε κι ἐπαίρεται μὲ νέες ἰδέες. Τώρα εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ «μετρηθοῦν τὰ κέρδη κι οἱ ζημίες» (Π. Β. Πάσχος), γιατὶ ἔτσι πρέπει. Πῶς, ἄλλωστε, θὰ προετοιμαστεῖ ἡ μεγάλη ἡ Ἀπολογία ἡ ἐπί τοῦ φοβεροῦ Βήματός Του; Ἄν δὲν τὴν ἑτοιμάσει κανεὶς ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, τότε τί περιμένει;  Ἔτσι, τώρα ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα καιρὸς, καλὸ εἶναι νὰ δοῦμε βαθύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ προσέξουμε τὰ ὅσα πράξαμε, εἴπαμε, δημιουργήσαμε καὶ ὅλ᾿ αὐτὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε ὑπεύθυνα, σωστά καὶ μὲ βασικὴ ἀρχή, θεμέλιο δηλαδή, τὴν ἔγνοια, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ἀγαπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς (βλ. Ἰω.15, 6) νὰ τολμήσουμε: Νὰ διαβοῦμε τὰ ὄσα μᾶς ἔφεραν ἀντιμέτωπους μὲ τὸ θέλημά Του, νὰ δηλώσουμε ὅτι πράγματι κάναμε λάθη, πολλὰ καὶ ποικίλα λάθη, νὰ ὑψώσουμε τὰ μάτια μας καὶ νὰ ποῦμε «Πάτερ, ἥμαρτον» (Λκ. 15,18). Νὰ τὸ ποῦμε, βιώνοντας συνειδησιακὰ τὰ λάθη καὶ τὶς ἄστοχες κινήσεις μας, τοὺς λογισμούς, τὰ ἔργα, τὶς πράξεις καὶ τὶς ὅποιες συμπεριφορὲς ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, τοὺς συνανθρώπους μας, στὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων καθρεφτίζεται ἀπόλυτα τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὅλοι μας «κατ’ εἰκόνα Του» (βλ. Γεν. 1,26 ) πλαστήκαμε ἀπὸ τὰ Χἐρια Του, στηθήκαμε καὶ ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅσο καιρὸ παραμείνουμε, δηλαδή. Ἐπειδὴ περιηγητές εἴμαστε, «τουρίστες» παναπεῖ, ποὺ ἐπισκεπτόμαστε τὸν κόσμο αὐτὸν ἕνα χρονικὸ διάστημα, ὅσο μᾶς ἀνήκει, κι ὕστερα ἀναχωροῦμε. Ἑπομένως ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς μας, τῆς ὅλης μας βιοτῆς εἶναι τόσο μικρός, ὀλιγόχρονος -γιατί, τί, στ᾿ ἀλήθεια, εἴμαστε μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα ποὺ ξεπροβάλλει μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἱστορία- μιὰ κουκίδα ἄμμου ἀσήμαντη. Κι ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς ἀφήνει νὰ περάσουμε τὶς «διακοπές μας», ἴσως μὲ κάποια βάσανα κάποτε καὶ γκρίνιες ἀτελείωτες, ὡστόσο μᾶς ἔχει χαρίσει τὸ μέγα προνόμιο, ὥστε νὰ εἴμαστε ὁ μετρημένος, ὁ ἐπώνυμος κόκκος τῆς ἄμμου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Κι αὐτὸ τὸ μέγιστο, τὸ κορυφαῖο προνόμιο μᾶς δόθηκε μὲ τὴν ἐντολή Του «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἅγιός εἰμι» ( Ἀ. Πετρ. 1, 16), ἐπειδὴ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὴν Ἐκκλησία, ἄρα καὶ στὸν Κόσμο ποὺ εἶναι Ἐκκλησία, παραμένει διαχρονική, ἀθάνατη. Γι᾿ αὐτὸ κι ἔχουμε τὴ Γιορτὴ Πάντων τῶν Ἁγίων, ἐπειδὴ μέσα στὸ νέφος ὅλων αὐτῶν εἰκάζουμε πὼς εἶναι κι οἱ πρόγονοί μας, οἱ γονεῖς, οἱ συγγενεῖς, οἱ δάσκαλοι, οἱ γείτονες κι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γνωστοί μας  καὶ οἱ ἄγνωστοι κι ἴσως αὔριο μετέχουμε κι ἐμεῖς,  ξέρουμε δὲ πολὺ καλά,  πὼς ὅλοι αὐτοὶ δώσανε τὴν «καλήν τους ἀπολογίαν», πού, ποιὸς ξέρει, πόσο καιρὸ προετοίμαζαν καὶ  σχεδίαζαν μὲσα σὲ κρυφὲς πανενθέσεις ἡσυχίας καὶ κατανύξεώς τους. Παρενθέσεις ποὺ δὲ μᾶς μαρτύρησαν ποτέ, παρενθέσεις, ποὺ εἶχαν τὴν μοναδικότητα ἐκείνη ποὺ κρύβει τὸ «ταμεῖον» (βλ. Μθ. 6, 6) τοῦ καθενός μας, ὅταν προσεύχεται.

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια, λοιπόν, καθὼς χαμηλώνει τὸ φῶς γύρω μας κι ἀρχίζει νὰ ἀχνοφέγγει ἡ ἱερὴ  μαρμαρυγὴ τῆς αἰωνιότητας, τεντώνουμε τὰ χέρια μας, ὅσο γίνεται, μήπως ψαύσουμε λίγο οὐρανὸ καὶ μαζί Του τὸ ζεστὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ συνάμα μὲ Αὐτό τὸ μέγα Του ἔλεος...

π. κ. ν. κ.     

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΕΝΕΚΕΝ

Γύρω ἀπὸ δύο νέα ποιήματα τοῦ Π. Β. Πάσχου


Στὸ πρόσφατο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Λόγου καὶ Τέχνης  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τευχ. 194-195 Χειμώνας 2019-2020, ποὺ ἐκδίδει ἡ Ἑταιρεία μελέτης προβλημάτων στὴν Κοζάνη, δημοσιεύτηκαν δύο νέα ποιήματα τοῦ Ὁμ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ κορυφαίου Νεοέλληνα λογοτέχνη, τοῦ Π. Β. Πάσχου (στὸ ἑξῆς Π. Β. Π). Μάλιστα τὰ ποιήματα αὐτὰ τὰ συνοδεύει καὶ  μιὰ παλιά, νοσταλγική, ἀλλὰ καὶ συγκινητικὴ φωτογραφία τῆς παλιᾶς Λευκοπηγῆς, τοῦ χωριοῦ τοῦ Π. Β. Π. Τῆς Λευκοπηγῆς, ποὺ συνεχῶς μᾶς θυμίζει μέσ’ ἀπὸ τὰ γραφτά του, τῆς Μάνας του Λευκοπηγῆς,  ποὺ μᾶς ἔκαμε νὰ τὴν ἀγαπήσουμε.

Προσωπικὰ πιστεύω πὼς κι οἱ στίχοι αὐτοὶ εἶναι ψηφίδες ἀπὸ τήν ὅλη ποιητικὴ βιογραφία τοῦ Π. Β. Π., ἡ ὁποία συνεχῶς ἐμπλουτίζεται, κι ἀποτελοῦν χρήσιμα στοιχεῖα γιὰ μιὰ προσεχῆ μελέτη πάνω στὴν ὅλη ποιητικὴ καὶ λογοτεχνικὴ προσφορά του. 

Μελετώντας τώρα μὲ περισσὴ συγκίνηση καὶ ἱερὸ δέος τὰ δύο αὐτὰ νέα ποιήματα, τὰ ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τῶν δύο παππούδων του, τοῦ Νικόλα καὶ τοῦ Γιάννη, παρατηροῦμε νὰ γίνεται λογος γιὰ δυὸ ἐξωκκλήσια τῆς πατρίδας του. Τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἑνὸς ἄλλου, ρημαγμένου χρόνια πολλά, ξεχασμένου πιά, ὥστε μήτε τοῦ ἁγίου τὸ ὄνομα ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο νὰ μὴ σώζεται. 

Ἀναθυμούμενος, λοιπόν, τὸν τίτλο τοῦ διηγήματος τοῦ προσφιλοῦς του Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη «Τῶν θαλασσῶν ὁ Ἅγιος» μὲ τὸ ποίημά του αὐτὸ σπεύδει νὰ μὰς θυμίσει πὼς ὑπάρχει κι ὁ 
...ἅγιος [Νικόλαος] φύλακας τῶν ἐγκαταλειμμένων
 ἀγρῶν, ποὺ παραμένουν χέρσα κι  ἄσπαρτα..». 

Κι ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε πὼς ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ποιητὴς 
«Πὼς πάνω στὸ Γαιμαλί, στὸ δρόμο ἀπ’ τὸ Ζυγόστη
γιὰ τὴ Μεταμόρφωση...»
ἦταν θαμμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κι ἐκεῖ ἔκτισαν τὸ ἐκκλησάκι πρὸς τιμήν του. Κι ὁ ποιητὴς τὸ ἀφιερώνει στὴ Μορφὴ τοῦ μακαριστοῦ πιὰ παπποῦ του Νικόλα, ποὺ ἀσφαλῶς ἦταν ἀπὸ τοὺς παλιοὺς τοὺς πανηγυριστὲς αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ναοῦ. 

Γιὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, ὅταν ἐπισκεπτόμουν τὸ Ἅγιον Ὄρος πολὺ μὲ συγκινοῦσαν τὰ ἐρειπωμένα κελλιά, μὲ τὰ μισογκρεμισμένα ναύδρια ἤ οἰκήματα, στὰ ὁποῖα ἡ σιωπὴ καὶ μαζί ἡ κατάνυξη γέμιζαν τὴν ψυχὴ δάκρυα. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ἄγνωστα σὲ μένα κελλιὰ ἄφηναν μέσα μου ἕνα μήνυμα: ὅτι ἐπετέλεσαν τὸ ἔργο τους κι ἀναμένουν, προσδοκοῦν κάποιο χέρι νὰ ὑψωθεῖ καὶ νὰ κάνει τὸν σταυρό του μακαρίζοντας τοὺς κτήτορες καὶ τοὺς πατέρες ποὺ ἔζησαν ἐκεῖ. 

Αὐτὰ τὰ βιώματα ἦρθε νὰ μοῦ θυμίσει τὸ νέο ποιήμα τοῦ Π. Β. Π. γιὰ τὸ ἐρειπωμένο 
Ἄγνωστο ταπεινὸ ἐρημοκκλήσι [πού]
οἱ βοσκοὶ σὲ ὥρα θύελλας [τὸ] βρίσκουν καταφύγιο
μὲ τὴ θεοπαράδοτή τους πίστη σιγοψιθυρίζοντας
«Σῶσε μας, Κύριε, κ’ ἐμᾶς  καὶ τὸ κοπάδι μας...»

Ψιχαλισμένοι ἀπὸ κατάνυξη καὶ συγκίνηση ἱεροπρεπῆ αὐτοὶ οἱ στίχοι ἔρχονται νὰ προστεθοῦν στὴν ὅλη ποιητικὴ συγκομιδὴ τοῦ Π. Β. Π., ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιά μας, ὡς εὐλαβικὰ λόγια προσευχῆς καὶ μνήμης πανίερης παράλληλα. Ποὺ τ᾿ αφουγκράζεται καὶ τὰ χαίρεται ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ Θεοῦ, ὅπου μᾶς ἀγναντεύει, κι ὁ ἄλλος του παππούς,  ὁ Γιάννης...

π. κ. ν. κ.  
      

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Μαρία Κοτοπούλη: ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΡΟΔΟ (διήγημα)



Ήθελα τόσο να δω πώς αναπτύσσεται ένα, αποκομμένο από το φυσικό του περιβάλλον, «φυλακισμένο» Ρόδο, ώστε αποφάσισα να το επισκεφτώ στο δήθεν σπίτι του, το θερμοκήπιο. Έπρεπε να απομακρυνθώ αρκετά από την πόλη. Ήξερα ότι η διαδρομή αυτή είχε να μου προσφέρει, εκτός από τη χαρά της φυγής και τα σπάνια θέλγητρα της φύσης. Όμως παραξενεύτηκα σαν έφτασα εκεί. Επίπεδος ο χώρος. Αφρόντιστος. Χορταριασμένος. Πρόχειρα στημένο στέγαστρο, στο σχήμα μικρής καμαροσκέπαστης εκκλησούλας, καλυμμένο με διάφανο, χοντρό πλαστικό, γεμάτο άχνη. Έσπρωξα την πόρτα. Μπήκα. Το θέαμα εντυπωσιακό! Η φυλακισμένη ομορφιά, προκάλεσε το θαυμασμό μου, που έσβησε απότομα, καθώς ένιωθα την ανάσα μου να κόβεται. Μια βαριά ακαθόριστη μυρουδιά -να ήταν από θειάφι;- μου έφερνε ζάλη και ένα κόμπο στο λαιμό. Πιάστηκα από ένα πάσσαλο και αισθάνθηκα κάποιον να σπεύδει να με συγκρατεί, να μου σφίγγει το χέρι και να μου ψιθυρίζει στη γλώσσα των λουλουδιών: «Δεν ένιωσα ποτέ τον καθαρό αέρα να με δροσίζει, ούτε τον ήλιο να με ζεσταίνει με τις ακτίνες του. Δεν άκουσα ποτέ των Μελισσών τον βόμβο και δεν τους έδωσα τα πολύτιμα δώρα μου, ούτε πολύχρωμες πεταλούδες χάιδεψαν τα ροδοπέταλά μου. Μασκοφορεμένοι άνθρωποι, σε άσπρα σκάφανδρα κλεισμένοι, τριγυρίζουν γύρω μου, με ραντίζουν με δηλητήρια, στερώντας το άρωμά μου. Κι ύστερα, η βία στο λεπτό κορμάκι μου, ν’ ανθίσω πριν την ώρα μου, να με πουλήσουν στις αγορές του κόσμου…. πάρε με μαζί σου να ζήσω ελεύθερο, να δω, έστω για μια φορά, την αρμονία της φύσης».

Γεμάτη έκπληξη, ένιωσα να με σαϊτεύει η παρακλητική ματιά ενός Ρόδου, μισοκρυμμένου στις πτυχώσεις του φορέματός μου. Το κοιτούσα, πού όμως κουράγιο να του απαντήσω; Οι δυνάμεις μου με άφηναν σιγά, σιγά. Εκείνο, χωρίς να χάσει χρόνο, σκαρφάλωσε και χάιδεψε το μέτωπό μου.

«Έχεις χλομιάσει, μη μένεις άλλο εδώ μέσα, μπορεί και να πεθάνεις», μου είπε και με τσίμπησε με το αγκάθι του για να με συνεφέρει. Έντονος και κατ' ευθείαν στην καρδιά μου ο πόνος. Κατακόκκινη σταγόνα από αίμα, έσταξε στη Γη, ενώ συγχρόνως, με τραβούσε προς την έξοδο, γιατί ο επιστάτης, ένας χοντρός, βλοσυρός άνδρας, έτρεξε να μάθει τι συμβαίνει, κλείνοντας πίσω του, βίαια, την πόρτα, μα πρόλαβα να δω μια γυναικεία μορφή τυλιγμένη με λευκά ράσα, να τρέχει προς το μέρος μου κραυγάζοντας, ικετευτικά και απελπισμένα.

«Πρέπει να μαρτυρήσεις πώς είναι η ζωή μας εδώ μέσα, λιγοστεύουν μέρα τη μέρα τα «ψωμιά» μας, η ανάσα μας γίνεται βαριά, τα δηλητήρια συσσωρεύονται στα σωθικά μας. Με δυσκολία μας κρατούν τα πόδια κι οι αφεντάδες, μας πετούν στο δρόμο, μόλις διαπιστώσουν την ανημποριά μας». Θεέ μου, τα φαντάσματα αποκτούν υλική υπόσταση! Τρόμαξα! Πετάχτηκα έξω και να, ο Δάσκαλός μου, στήριγμα παντοτινό, με τη βιβλική μορφή του έστεκε μπροστά μου, λέγοντας:

«Η δουλεία υποβιβάζει την εργασία, να το θυμάσαι»!

Άρχισα να νιώθω καλύτερα στον καθαρό αέρα, ενώ τα λόγια του με βασάνιζαν και προσπαθούσα να καταλάβω, αν ο κόσμος αυτός ήταν πραγματικός ή του υποσυνειδήτου μου. Στα χέρια μου το μικρό Ρόδο, όρθιο, λούστηκε στο θάμβος του φωτός και ανατρίχιασε στο χάδι του ανέμου. Ανάσανε βαθιά κι έγειρε πάνω μου. Ο καθαρός αέρας τού προκαλούσε ίλιγγο. Το πήρα στην αγκαλιά μου, το νανούρισα τρυφερά και το άφησα να αποκοιμηθεί για να μπορέσει να προσαρμοστεί στην καινούργια του ζωή.

Όταν ξύπνησε, φαινόταν να έχει χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Προσπαθώντας να το συνεφέρω, του είπα,

«Έλα, πάμε να σου δείξω τις ομορφιές του κόσμου που τόσο ήθελες να δεις».

«Εγώ θα σου τις δείξω, αλλά φοβάμαι πως θα πληγωθείς. Ξέρεις πού βρισκόμουν όλο αυτό τον καιρό;»

«Ποιόν καιρό; Λίγο πριν αποκοιμήθηκες στον κόρφο μου».

«Για μένα είναι αιώνας ό,τι για σένα, λίγα μόνο λεπτά... Ταξίδεψα στο χρόνο και στο χώρο, χωρίς να έχω υποψιαστεί τι είδους συγκινήσεις με περίμεναν. Είδα πράγματα πολλά, είδα τις ομορφιές και τις ασχήμιες. Έφτασα ως το 2100…».

«Εγώ, δε θα ζω ως τότε».

«Θα ζεις. Τίποτα δε χάνεται στο σύμπαν. Θα ζούνε τα παιδιά σου, θα ζει το πνεύμα σου για να τα προστατεύει και να τα οδηγεί! Αν βέβαια ανακόψετε την καταστροφή».

«Ποια καταστροφή, μικρό μου Ρόδο;»

«Ίσως θα έπρεπε να δεις από ψηλά τη γήινη σφαίρα, για να καταλάβεις. Μοιάζει με την ‘‘Κοιλάδα των δακρύων’’. Το νερό λιγοστεύει, τα δένδρα καίγονται, τα ζώα αργοπεθαίνουν κι αφήνουν το κορμί τους στο γεμάτο ραγάδες χώμα. Α, τι τρομερό! Είδα ελέφαντες με πόδια εντόμων…» είπε, το Ρόδο, ενώ στα μάτια τα δικά μου, πρόβαλλε ο πίνακας του Σαλβατόρ Νταλίi και νόμιζα ότι ήμουν μέρος του. Προσπάθησα να κρατηθώ από εκείνον τον οβελίσκο στη ράχη του ελέφαντα. Σε άλλη εποχή θα είχα βυθιστεί σε ρεμβασμούς, αλλά τώρα, μ’ έπνιγε η αγωνία, μήπως τα λεπτά πόδια του εντόμου, που αντικατέστησαν τα δικά του γεροδεμένα, δεν κρατήσουν τόσο βάρος και πέσω στο κενό και σκοτωθώ. Ζούσα τούτο τον εφιάλτη, ενώ το μικρό Ρόδο συνέχιζε την αφήγησή του, για να εντείνει, θαρρείς, ακόμα περισσότερο την απελπισία μου και με παρότρυνε να συνεχίσουμε το δρόμο μας.

«Περπατούσα μηχανικά, ώσπου φτάσαμε, πέρα, στην άνυδρη, διψασμένη έρημο. Ένα καρβέλι ψωμί κομματιασμένο. Τα ψίχουλα στην άμμο, ακόμα σκορπισμένα, κι ούτε ένα μυρμήγκι να τα σύρει στη φωλιά του, ούτε ένα πουλί να τα τσιμπήσει με το ράμφος του. Δυο μακρινές φιγούρες πέρα στον ορίζοντα, μ’ έκαναν να αμφιταλαντεύομαι στη μεταφυσική πολυπλοκότητα. Κι αν είναι αληθινές; Έλεγα. Την όψη αν έβλεπα, θα μπορούσα να καταλάβω αν είναι νεκροί ή ζωντανοί, γυναίκες ή άνδρες, φίλοι ή εχθροί».

Θεέ μου, ξανά ο Σαλβατόρ Νταλί, μ’ άρπαξε και με πέταξε στην έρημο. Ω, ναι, εγώ ήμουν η μία από τις δυο φιγούρες, ξεχασμένη στο χάος, χωρίς προσανατολισμό. Αν κατάφερνα να φτάσω στα ψίχουλα, μπορεί να εύρισκα το σωστό δρόμο», σκεπτόμουν. «Μα πώς να φτάσω ως εκεί; Πού να στραφώ, ποιον να φωνάξω για βοήθεια μέσα σε τούτη την “Έρημη Χώρα”;»

Αλλά η απαλή φωνή του Ρόδου, διέλυσε τη σύγχυση και μεγάλωσε τον τρόμο μου.

«Και τα πουλιά δεν βρίσκουν κλαδί για να φωλιάσουν και σωριάζονται στη γη νεκρά. Ούτε μια πεταλούδα, μια μέλισσα κι ούτε ένα τριαντάφυλλο. Μόνο σκουπίδια, βουνό από σκουπίδια, άχρηστα για τους λίγους, μα τόσο χρήσιμα για τους πολλούς. Τώρα, άχρηστα για όλους».

Μέσα σε μία χρωματική πανδαισία, πέρα μακριά, είδα τον Σπύρο Βασιλείουii, να ζωγραφίζει «Σκουπίδια». Ίσως, με τα αναρίθμητα χρώματα της παλέτας του και τους ποιητικούς συνειρμούς του, να ήθελε να τονίσει τη σημαίνουσα αξία των ευτελών πραγμάτων, των «Μικρών τίποτα», που θα έλεγε ο Θεϊκός Mozart.

Γρήγορα, όμως, τα χρώματα χάθηκαν κι άλλος εφιάλτης με τριγύρισε καθώς το Ρόδο, μιλούσε για κάδους απορριμμάτων γεμάτους από ανθρώπους. Άθελά του, ίσως, μ’ έριξε στη δίνη μιας άλλης περιπέτειας. Άρχισα να παίρνω τη μορφή της «Νελ», να ζω μέσα σε ένα σκουπιδοτενεκέ και να προσπαθώ να βρω και να μιλήσω στον «Ναγκ», που κι αυτός είχε την ίδια μοίρα. «Το Τέλος Του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετiii δεν ήταν πια θέατρο. Ήταν η τραγική πραγματικότητα. Οι ήρωες ζητούσαν δικαίωση, ζητούσαν τη ζωή, που αλίμονο, δίδεται μόνο μια φορά. Προσπάθησα με αξιοπρέπεια, ομολογώ, αν και γεμάτη απελπισία, να ξεπεράσω την αιχμαλωσία μου, τον τρόμο της αβύσσου, την παράνοια, αλλά η «Ουϊνυ», θαμμένη ως το λαιμό μέσα στο καμένο χόρτο μού ζητούσε την ομπρέλα της. Η πολυτέλεια στη δυστυχία… Τραγική ειρωνεία, δε μπορούσα ούτε να γελάσω, το γέλιο πάγωνε στα χείλη μου. Ένιωθα τη ματιά του Σάμουελ Μπέκετ, αυστηρή. Αναζητούσα, έστω, ίχνη φωτός, κάποια ελπίδα, μέσα από το διαπεραστικό βλέμμα του. Τίποτα, μόνο καταφρονεμένη σιωπή, αδιέξοδη σιωπή. Δεν άντεχα άλλο.

«Ας τελειώνουμε εδώ», φώναξα στο Ρόδο.

«Όχι, έλα να δεις τη διαδήλωση των ζώων, των δένδρων, των πουλιών, έλα να διαβάσεις τα πανό που κρατάνε, να γνωρίσεις την πάσα αλήθεια. Συγκρατήσου, δεν πρέπει να λυγίσεις, πρέπει το θέαμα να το ζήσεις ως το τέλος».

Με γύρισε προς το μέρος τους. Μια λαοθάλασσα από διαδηλωτές, τόσο παράξενους, που δυσκολευόμουν να τους αναγνωρίσω. Άλλοτε έβλεπα ζώα και πουλιά, άλλοτε δέντρα, λόφους πυριγενείς και βουνά. Θάλασσες, με όλα τα ψάρια, βράχια, κοχύλια, ανέμους, θύελλες και καταιγίδες. Παρόντα, όλα τα στοιχεία της φύσης σ' αυτή, την Μεγάλη Σύναξη.

Άρχισα να διαβάζω σκόρπιες φράσεις καθώς ο αγέρας έκανε τα πανό να παραδέρνουν. «Άνθρωποι …άμυαλοι», «Αλόγιστη σπατάλη… μόλυνση των υδάτων». «Κατάχρηση». «Εκμετάλλευση». «Τα μεγαλύτερα ποτάμια του πλανήτη αργοπεθαίνουν: Νείλος, Δούναβης, Βόλγας, Ρίο Γκράντε, Γιανγκτσέ, Μεκόνγκ, Γάγγης, Κόκγος, Μάρεϊ-Ντάρλινγκ, Κίτρινος Ποταμός, Αμαζόνιος». Ο άνεμος δυνάμωνε, μα πρόλαβα να διαβάσω ένα ακόμα πανό, «Ινδός και Ευφράτης». Γιατί με βύθισαν σε σκέψεις, τα δυο τούτα ποτάμια; Ίσως, γιατί ο Θεός, πολύ παλαιά, είχε διαλέξει, να τοποθετήσει τον Παράδεισο, στον ανάμεσά τους χώρο. Ωστόσο συνέχισα την προσπάθειά μου, μήπως και μάθω κάτι περισσότερο: «Φαινόμενο του θερμοκηπίου». «Δούλοι, καταναλωτές», «Μοιάζετε με όντα απρόσωπα», «Ποια συμφωνία του Κιότο;». «Η μάχη του Ουρανού, η τρύπα του όζοντος», «Πέλαγο, από ανείπωτο κακό, ξεσπάει»… Αλίμονο! Και τα πανό να χοροπηδούν, προκαλώντας μου ζάλη κι εγώ να μη μπορώ πια τίποτα να διακρίνω.

Τότε συνειδητοποίησα τη δική μου ένοχη. Ήμουν μόνη, ανυπεράσπιστη, όπως ανυπεράσπιστα ήταν τα πλάσματα της γης που κακοποιούσα, αιώνες τώρα. Έπρεπε να απολογηθώ, αυτή τη στιγμή, μπροστά στον εξεγερμένο «κόσμο», που ζητούσε πίσω τα δικαιώματά του, με μπροστάρη το μικρό Ρόδο. Ένιωσα την τραγικότητα της κατάστασης, την καταδίκη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου. Δεν είχα κανέναν να με υπερασπιστεί, αλλά τι νόημα θα είχε, αφού είχα αποδεχτεί την ενοχή μου; Ίσως αν έδειχνα ειλικρινή μετάνοια… «Όχι, τώρα είναι αργά», είπα μέσα μου και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου.

«Κι όμως, ποτέ δεν είναι αργά», μου ψιθύρισε το Ρόδο. «Παρά την τραγική κακοποίηση, όλα μπορεί να ανατραπούν» Δεν πρόλαβα να αρθρώσω κάποια δικαιολογία και το άκουσα να απαγγέλλει: «Εάν εξακολουθήτε να πράττητε το κακό, θέλετε απολεσθή»iv,αμέσως σήκωσε μια μαγική ράβδο και άρχισε να διευθύνει την «Ορχήστρα της Πλάσης». Πρώτα έδωσε εντολή να σταματήσουν οι άνεμοι. Ύστερα έκανε νεύμα να σιωπήσουν τα πνεύματα του δάσους και να παρελάσουν οι «Τέσσερις Εποχές». Τι όμορφες που ήταν, με τα χαρακτηριστικά στολίδια τους! Λευκοντυμένη η Κόρη του Χειμώνα, ροδόπεπλος η Νύμφη της Άνοιξης, ηλιόλουστη η Νεράιδα του Θέρους, ημίγυμνο το Ξωτικό του Φθινοπώρου! Τι χρώματα άφηναν στο πέρασμά τους! Θαύμαζα τη χάρη τους, και άκουγα τις εξαίσιες μουσικές του Αντόνιο Βιβάλντιv, του Γιόζεφ Χάυντνvi, του Λούτβιχ Βαν Μπετόβενvii. Τους έβλεπα να διευθύνουν τις συμφωνίες τους και, γεμίζοντάς μας με ελπίδα, να απαλύνουν τους φόβους μας, να πλημμυρίζουν με ευαισθησία και ομορφιά τη ζωή μας, πλουτίζοντας τη σκέψη και το στοχασμό μας.

Άξαφνα, εμφανίστηκε η επιβλητική μορφή του Ιγκόρ Στραβίνσκιviii. Με τη μπαγκέτα στο χέρι, διηύθυνε την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης», για να υμνήσει την έκρηξη της Δημιουργίας του Κόσμου,

Κι ύστερα, η γαλήνη, με την «Εαρινή Συμφωνία», καθώς ο Νικόλαος Γύζηςix, άφηνε μέσα από τις πινελιές και το παιχνίδισμα του φωτός, την «Άνοιξη», να κατέρχεται από τον Ουρανό, στους ρυθμούς του γλυκόλαλου Βιολιού και της Άρπας. Θαμπωμένη, αναρωτιόμουν, αν θα υπάρχουν στο μέλλον «Εποχές», για να εμπνεύσουν τους νέους συνθέτες, τους ζωγράφους, τους ποιητές μας. Ύστερα, το μικρό Ρόδο έδωσε εντολή να γυρίσουν τα πανό από την άλλη μεριά και ο κορυφαίος από κάθε ομάδα απάγγειλε το αίτημά του, ενώ ο χορός, χορός αρχαίας τραγωδίας επαναλάμβανε, θρηνητικά τα λόγια του:

«Οι Θεοί προίκισαν τον άνθρωπο με μυαλό που είναι ανώτερο απ’ όλα τα αγαθά»x, «Αυτό είναι η δύναμή σας». «Η αφθονία δημιουργεί τη στέρηση». «Τα ενάντια εκ των εναντίων γίγνονται». Μας έρχονται από τα βάθη των αιώνων, οι σοφές διαπιστώσεις, σκεπτόμουν, καθώς προσπαθούσα να αποστηθίσω τα λόγια τους.

«Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από τη ζωή»xi. «Η ομορφιά είναι στην απλότητα, στην καθαρότητα, στη γαλήνη». «Καλλιεργήστε τη σκέψη, την αισθητική σας». «Πάρτε παράδειγμα από μας». «Όλα τα χρώματα δεν είναι ίδια. Όλα τα δέντρα δεν είναι ίδια, όλα τα ζώα δεν είναι ίδια, όλα τα πουλιά του ουρανού, δεν είναι ίδια, Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Έχουν όμως όλοι και όλα τα πλάσματα της γης και του ουρανού, τις ίδιες ανάγκες για να υπάρξουν. Στην ποικιλία είναι η ομορφιά». «Διαβάστε το βιβλίο της φύσης και μιμηθείτε μας». «Μη σκοτώνεται τα ζώα». «Μην καίτε τα δάση». «Φυτέψετε ένα δέντρο, δώστε του ζωή. Δείτε το να μεγαλώνει». «Σταματήστε τον πόλεμο, τώρα». «Ούτε στην αναρχία ούτε στη σκλαβιά να μη δεχτείς να ζήσεις»xii. «Αγωνιστείτε για την Ειρήνη και φυλάξτε την». «Μέσα στο φως, ο κόσμος, μένει η πρώτη και η τελευταία αγάπη»xiii.

Αγάπη! Η καρδιά μου θρυμματίστηκε. Είχα το μοναδικό προνόμιο να είμαι μάρτυρας μιας ειρηνικής εξέγερσης και προσπαθούσα να απομνημονεύσω τις προτροπές και τα αιτήματα των διαμαρτυρομένων για να τα μεταφέρω στους συνανθρώπους μου, προσδοκώντας να γνωρίσουν κι εκείνοι την τραγικότητα της κατάστασης, για την επικείμενη εξαφάνιση πολύτιμων και αναντικατάστατων στοιχείων, για τη ζωή, την ύπαρξη, πάνω σ’ αυτόν τον Ευλογημένο Πλανήτη. «Όταν γνωρίζουμε την αλήθεια», μονολογούσα, «μπορεί να αποτρέψουμε τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε».

Μια σκέψη, όμως, μια αγωνία με βασάνιζε αιώνες τώρα, αλλά απέφευγα να την ομολογήσω. Τι θα γίνει μετά; Πώς θα μας αντιμετωπίσουν τα παιδιά μας, για το κακό που κάναμε; Ωστόσο είχα μια κρυφή ελπίδα, ότι μέσα από αυτή τη συμφορά, τα παιδιά μας θα φωτιστούν.

Θα μας αφήσουν να τα δούμε να βλασταίνουν και να απλώνουν τα κλαδιά τους σε ένα κόσμο Όμορφο, Ειρηνικό.

Έκλαψα πικρά, κι αυτά ήταν τα δάκρυα πολλών ανθρώπων, αλλά το μικρό Ρόδο έσκυψε να μου δώσει ένα φιλί. «Για την ελευθερία», μου είπε, «που μου χάρισες» και επουλώνοντας τις πληγές μου με τη μαγική του ράβδο, έφερε την αναγέννηση στη Φύση και χάρισε ελπίδα στους ανθρώπους. Κατέβηκε από την αγκαλιά μου και ακούμπησε στη Γη το λεπτό κορμάκι του. Είδα τα ροδοπέταλά του να ανοίγουν και να σχηματίζουν το σήμα της Νίκης, τραγουδώντας: «Η φύση είναι που γιατρεύει κάθε πληγή της ψυχής»xiv

Ίσως γιατρέψει και τη δική μου …μονολόγησα.

i Σαλβατόρ Νταλί.[Salvador Dali] Ισπανός Σουρεαλιστής, ζωγράφος,. Φιγκέρες 1904-1989. Οι τρεις πίνακές του που αναφέρονται στο διήγημα είναι:1] «Όνειρο προκαλούμενο από το πέταγμα μιας σφήκας γύρω από ένα ρόδι, δευτερόλεπτα πριν από το ξύπνημα ,1944, ελαιογραφία σε μουσαμά. Μαδρίτη, Μουσείο ThyssenBornemisza 2] Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου 1946. Ελαιογραφία σε μουσαμά. Βρυξέλλες Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών .3] Δυο κομμάτια ψωμιού που εκφράζουν το συναίσθημα της αγάπης,1940. Λάδι σε καμβά. Ίδρυμα Gala-Salvador Dali.
ii Σπύρος Βασιλείου. Έλληνας ζωγράφος και σκηνογράφος. Γαλαξίδι 1902-1985. Φιλοτέχνησε τα σχέδια Αγιογράφησης για τον Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη για τα οποία και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, καθώς και τα σχέδια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ. Ήταν ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Τέχνη». Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη και σε Ιδιωτικές Συλλογές.
iii Σάμουελ Μπέκετ [Beckett] Ιρλανδός συγγραφέας. Ήταν συνεργάτης και γραμματέας του Τζέιμς Τζόυς . Θεωρείτε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του πρωτοποριακού θεάτρου . Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» έγινε παγκόσμια επιτυχία , καθώς και τα έργα που αναφέρονται στο παρόν διήγημα .1] «Το Τέλος Του Παιχνιδιού», 2] «Ω, οι Όμορφες Μέρες». Τιμήθηκε με πολλά βραβεία ακόμα και με το βραβείο Νομπέλ το 1969.
iv Η Αγία Γραφή. Κεφ. Ιγ΄. Σαμουήλ Α΄
v Αντόνιο Βιβάλντι.[Vivaldi]. Ιταλός συνθέτης. Γεννήθηκε στη Βενετία στα 1675 και πέθανε στη Βιέννη στα 1741. Η μουσική του παραγωγή είναι τεράστια. Περιλαμβάνει περίπου σαράντα όπερες, πολλά ορατόρια και μεγάλο αριθμό κοντσέρτων. Πολλοί σύγχρονοί του αναγνώρισαν τη σπουδαιότητα της τέχνης του ανάμεσά τους ο Μπαχ, που μετέγραψε πολλά από τα κοντσέρτα του.
vi Γιόζεφ Χάυντν [Haydn]. Αυστριακός συνθέτης [1732-1809]. Η παιδική του ηλικία ήταν δύσκολη. Στα οκτώ του χρόνια μπήκε στην χορωδία της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου της Βιέννης και έμεινε ως την ωρίμανση της φωνής του. Στα δεκαοχτώ έδινε μαθήματα και εκτελούσε χρέη συνοδού στη σχολή τραγουδιού. Η φήμη του ήρθε από τις πρώτες συνθέσεις του και ανέλαβε αρχιμουσικός στην αυλή του πρίγκιπα Εστερχάζυ. Αναγνωρίστηκε σαν πατέρας και δάσκαλος της νεότερης μουσικής και ήταν παράδειγμα ηθικού ανθρώπου για τους συγχρόνους του. Η καλλιτεχνική του ζωή αποκαλύπτει την ευσυνειδησία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που προετοίμασε το έδαφος για τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν τον Σούμπερτ.
vii Μπετόβεν, Ludwig van Beethoven. [Βόννη1770- Βιέννη 1827] Από τους μεγαλύτερους Συνθέτες όλων των εποχών. ‘Όταν ο Μότσαρτ τον άκουσε στα δεκαπέντε του χρόνια να παίζει πιάνο είπε: «Προσέξτε, πιστεύω ότι θα κάνει τον κόσμο να μιλάει γι αυτόν». Ανάμεσα στο εξαιρετικά πλούσιο έργο του συγκαταλέγονται οι εννέα Συμφωνίες του . Η τελευταία του, η «ΕΝΑΤΗ» έγινε πανανθρώπινο σύμβολο ΕΙΡΗΝΗΣ. Μεγάλοι συνθέτες αναγνώρισαν την αξία του όπως Ο Λιστ, ο Σούμαν, ο Μέντελσον , ο Μπερλιόζ , ο Σούμπερτ. Ο Βάγκνερ μάλιστα παρομοίασε την κωφότητα του Μπετόβεν με τη φωτεινή τυφλότητα του Μάντη Τειρεσία. Σαν ένα πνεύμα Παγκόσμιο θα μείνει στην αιωνιότητα ο Λούτβιχ Βαν Μπετόβεν..
viii Ικγόρ Στραβίνσκ [Stravinsky]. Ρώσος Συνθέτης [1882-1971]. Μαθητής του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ . Με «Το πουλί της φωτιάς» που έγραψε για τα Ρώσικα Μπαλέτα αποκαλύπτεται η μεγαλοφυΐα του. Ακολούθησαν ο «Πετρούσκα», η «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» όπου αναδεικνύεται η πρωτοτυπία και η ευρηματικότητά του. Το έργο του γίνεται η βάση των πειραματισμών που θα ακολουθήσουν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1914 έφυγε οριστικά από τη Ρωσία. Έζησε στην Ελβετία και στο Παρίσι. Στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο πήγε στις ΗΠΑ και το 1945 πήρε την Αμερικάνικη υπηκοότητα Έχει αφήσει σημαντικότατο έργο.
ix Νικόλαος Γύζης. Έλληνας ζωγράφος. Τήνος 1842 Μόναχο 1901. Σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και του Μονάχου, με υποτροφία του Ιδρύματος του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Μαθήτευσε στο εργαστήρι του σημαντικότερου ζωγράφου της Βαυαρίας του Πιλότυ. Έργα του υπάρχουν στην Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Μπενάκη Συλλογή Κουτλίδη και σε άλλες ιδιωτικές συλλογές. Στο εξωτερικό, στη Νέα Πινακοθήκη και στην Ακαδημία του Μονάχου καθώς και στη Λέσχη των Καλλιτεχνών. Ιδιαίτερη θέση στο έργο καταλαμβάνουν οι προσωπογραφίες, που μαζί με τα μεγάλα έργα του, τις νεκρές φύσεις και τα άπειρα σχέδιά του μαρτυρούν το ταλέντο, την οξυδέρκεια και τη ευφυΐα του.
x Σοφοκλής. Αντιγόνη, [Αίμων] [ στ.683]
xi Ευριπίδης .Άλκηστης [στον Άδμητο][στ.301].
xii Αισχύλος . Ευμενίδες,[ Χορός] [στ.525].
xiii Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus]. Ο επαναστατημένος Άνθρωπος.
xiv Φάουστ του Γκαίτε . Μετ. Ι.Ν Θεοδωρακόπουλος.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργου Λέκκα: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ (νέο ποίημα)


Άλλοι φοβούνται να πεθάνουν
και άλλοι βιάζονται να ξαναγεννηθούν.
Προσεχώς εγείρεται σώμα
που θ’ αλιεύει τα σύμπαντα
και θ’ απιθώνει στη γη τρυφερά
όσους ακόμα μέλλεται να ’ρθουν.
Αστρικοί πυλώνες φωτός
μεταφέρουνε ήδη παντού
τα αναστάσιμα νέα
της οριστικής σου μεγέθυνσης.
Ό,τι δεν μπόρεσες, λοιπόν,
να τ’ αγαπήσεις ως ζωντανός
έχεις τώρα μια δεύτερη ευκαιρία
να τ’ αγαπήσεις ως πεθαμένος.
Τ’ άξιζε τελικά να γεννηθείς
ώστε πατώντας στη γη
ν’ αγκαλιάζεις τα σύμπαντα.
Κι αν με το έργο του καλλιτέχνη
δεν πιάνεις στα δίχτυα του
παρά μονάχα τους θεατές του
με τον θάνατο σου αγκαλιάζεις πλέον
τον κόσμο όλον.

24.1.20/3.2.20

[Ποιητικό σχόλιο στο έκθεμα της Chiharu Shiota, με τον τίτλο “Me Somewhere Else” (κόκκινο μαλλί, σχοινιά και πηλός), Musées Royaux des Beaux-Arts, Bruxelles, έως τις 9 Φεβρουαρίου 2020. Δείτε φωτογραφία που συνοδεύει το Παράθεμα.

Η Chiharu Shiota γεννήθηκε στην Osaka Ιαπωνίας το 1972 και ζει στο Βερολίνο από το 1997.
«Πριν διαγνωσθεί ότι έχω καρκίνο», γράφει η ίδια στην παρουσίαση του εκθέματός της, «πίστευα πως αν πέθαινα, οτιδήποτε δικό μου θα πέθαινε κι αυτό. Τώρα, όμως, ξέρω πως μόνο το σώμα μου πεθαίνει, όχι το πνεύμα μου. Το πνεύμα μου θα παραμένει αλλού. Πρόκειται για αίσθημα που μου είναι δύσκολο να εξηγήσω. Έχω, λοιπόν, την ανάγκη να κάνω τέχνη, για να καταλάβω καλύτερα αυτό το αίσθημα και να μπορέσω να το εξηγήσω και στους άλλους».

Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας. Ιερά Μητρόπολις Βελγίου.]

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟΣ – Μια συνάντηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια με τον Γιώργο Σεφέρη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
[1η δημοσίευση: περιοδικό ΠΕΡΙ ΟΥ | 3 Φεβρουαρίου 2020]

[Αφιερωμένο στη Μαρία Δελήτσικου-Παπαχρίστου]

Την αφορμή για τη «συνάντηση» αυτή μου την έδωσε το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», από την πρόσφατη συλλογή του Λευκότερος καίγεσαι (εκδ. Αληθώς, 2019). Έχοντας υπόψη μου το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο « Έφεσος», άρχισα να μελετάω καλά τι είδε ο νέος ποιητής, εκεί όπου είχε περπατήσει ο παλαιότερος, εβδομήντα χρόνια πριν.
Συγκεκριμένα, ο Σεφέρης είχε πάει στην Έφεσο, στις 21 Οκτωβρίου 1950. Όπως φαίνεται από τις Μέρες Ε΄ (1945-1951), έμεινε τρεις μέρες. Το ποίημα που προέκυψε από αυτή την επίσκεψη είναι, όπως είπαμε πιο πάνω, το «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο «Έφεσος», από το οποίο απομονώνω τους τρεις πρώτους στίχους:
Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
και τους εννέα τελευταίους:
Θυμάμαι ακόμηˑ
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου.
Αν συνυπολογίσουμε τα όσα γράφει στις Μέρες, την ψυχική ανάγκη που στέλνει τον Σεφέρη στα αρχαία θέατρα και την κρυφή ελπίδα, αν και είναι αρκετά ορθολογιστής ώστε να μην πιστεύει σ’ αυτό που ελπίζει, τότε ο Σεφέρης πηγαίνει εκεί για να ακούσει τη φωνή του αδελφού του είτε είναι ο Ηράκλειτος, αυτός που μιλούσε καθισμένος στο απομεινάρι του αρχαίου πυλώνα είτε ο Σικελιανός που επίσης καθισμένος σε μια πέτρα -«θρονί μου φάνη μοιρασμένο … απ’ τους αιώνες»- μας λέει στην «Ιερά οδό», συχνός επίσης επισκέπτης αρχαίων θεάτρων, ή τέλος είναι ο αδελφός του, ο Άγγελος, που είχε πεθάνει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Στην κραυγή «Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!» η απάντηση ήταν «σκληρή η σιγή τριγύρω μας / κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου».
Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα.
Ωστόσο, στην περιήγηση του χώρου, το «Απομεσήμερο», άκουσε μια κουκουβάγια, μια φορά μόνο, η ώρα τρεις το απόγευμα. Ο Σεφέρης δεν επιμένει τυχαία στο «μια φορά μόνο» και στο «η ώρα τρεις». Και η κουκουβάγια και η ώρα σημαίνουν. Στα αυτιά του, από την ώρα που τριγύριζε στο θέατρο, ακούει «τους μαινόμενους αργυροκόπους που φώναζαν “Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων”» (Πράξεις των Αποστόλων, 19,23). Πιο κάτω θα μας παραθέσει ένα απόσπασμα από την Αποκάλυψη, από το οποίο δανείζομαι τις τρεις τελευταίες γραμμές: «Ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, εν η επλούτησαν πάντες οι έχοντες τα πλοία εν τη θαλάσση εκ της τιμιότητος αυτήςˑ ότι μια ώρα ηρημώθη» (18, 17-19). Στη συνέχεια γράφει: «Προσκυνητάδες και λαϊκή λατρεία, ιερείς και μεγάλα εισοδήματα, θρύλοι και δεισιδαιμονίες» σαν να βλέπει μια άλλη εκδοχή του Ιησού στον Ναό και το αναποδογύρισμα των πάγκων των αργυραμοιβών. Για την ώρα τον παρηγορεί «το λυκόφως στις πλαγιές της Ιωνίας, τα κυκλάμινα, και το κυμάτισμα, που διατηρούν ακόμη, της μεγάλης ψυχής του Ηράκλειτου. Αυτά ανήκουν στο μόνιμο εκείνο, που μοιάζει να είναι πίσω από κάθε θρησκεία» (Μέρες Ε΄, 21 Οκτώβρη 1950). Το λυκόφως και το χρώμα των κυκλάμινων τονίζει, με τον τρόπο του, τη θλίψη του ποιητή.
Συμπέρασμα. Δεν υπάρχει τίποτα, παρά το συμφέρον. Ο χρόνος τα παρασύρει όλα, όπως και την Μεγάλη Άρτεμη. Τι απομένει; Το τοπίο και ο Ηράκλειτος.
Το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», παραπέμπει, ως τίτλος, οπωσδήποτε, ευθέως στο ποίημα του Σεφέρη «Οι Γάτες τ’ Άι-Νικόλα», όπου οι γάτες, με το χτύπημα της καμπάνας, έβγαιναν και εξόντωναν τα φίδια που είχαν κατακυριεύσει τον τόπο και είχαν γίνει πολύ μεγάλα και φαρμακερά λόγω της «μεγάλης στέγνιας». Βεβαίως «ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος / χαθήκανεˑ δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. / Ωσάν καράβι καταποντισμένο / τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό / μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα». Το ποίημα έχει έναν πολιτικό προσανατολισμό, λόγω της εποχής που γράφτηκε. Αν όμως το αποσυνδέσουμε από τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο και το συνδέσουμε με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, τότε ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι «γάτες» συμβολίζουν τον Ελληνισμό που είχε να παλέψει με πολλά φίδια, ποικίλους εχθρούς, αλλά τελικά νικήθηκε. Δεν έχει απομείνει τίποτε πια, ούτε νιαούρισμα.

Επιστρέφουμε πια οριστικά στις «Γάτες της αρχαίας Εφέσου» του Καποδίστρια και παρακολουθούμε το ποίημα. Αρχίζουμε από το μότο.
«φωνή εγένετο μία εκ πάντων, ως επί ώρας δύο κραζόντωνˑ μεγάλη η Άρτεμις Εφεσίων»
(Πράξεις 19,34)
Είδες τις γάτες
αγέρωχες εδώ κι εκεί στη μαρμάρινη οδό
δακριτικά περιφερόμενες
στων Κουρητών τη λεωφόρο;

Κορίτσια είναι
απ’ τον οίκο του έρωτα

του Κέλσου ίσως κλειδοκρατόρισσες
η Σοφία
η Αρετή
η Επιστήμη
η Έννοια

η Νίκη της Εφέσου εξάπαντος

κι αν έχεις οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους
διαισθάνεσαι
βουρκωμένη τη θεά
Άρτεμη την πολύμαστη
γάτα νωχελική πάνω σε κίονα του Πρυτανείου
λάθρα επιβιώσασα απ’ των καιρών την ένοχη ανοχή
σπιθίτσα μυστική
για τη φλόγα την περίβλεπτη του ιερού της Ουτοπίας
(Αρχαία Έφεσος, Ιούνιος 2019)
Από το μότο βλέπουμε ότι και οι δύο ποιητές αντλούν πληροφορίες για την Έφεσο από την ίδια πηγή. Τις Πράξεις των Αποστόλων.
Η Άρτεμις, στης οποίας το ναό κυκλοφορούν οι γάτες, είναι η θεά παρθένος, αδελφή του Απόλλωνα, γεννημένη στη Δήλο, η «Μεγάλη Άρτεμις» όπως έκραζαν οι πολίτες και στης οποίας το ρημαγμένο ιερό χτίστηκε ναός της Παρθένου Μαρίας, με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας. Σ’ αυτόν τον περίφημο ναό σήμερα μόνο ερείπια, γάτες και τουρίστες, βεβαίως. Ο χρόνος και οι επιδρομείς πήραν τα πάντα. Υπάρχει όμως η γη που δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν.
Στην περίφημη οδό των Κουρητών, με τα αγάλματα των αυτοκρατόρων και τα λαμπρά μωσαϊκά στο δάπεδο, περπατούν σήμερα διακριτικά οι αγέρωχες γάτες. Το επίρρημα «διακριτικά» προσδίδει στα συμπαθή κατοικίδια ήθος. Το «αγέρωχες» μια ασύνειδη υπεροχή. Και έχουν, αν συνυπολογίσουμε ότι οι γάτες αυτές ήταν (;) ιέρειες στο ιερό της θεάς ή «κορίτσια από τον οίκο του έρωτα», όπως λέει το ποίημα. Αφήνοντας κατά μέρος το «πρόχειρο», μια λέξη που χρησιμοποιεί ο π. Παναγιώτης, για να δηλώσει αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νου, σπεύδουμε να αναφερθούμε στη ρήση του Αριστοτέλη «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» και αυτή την όρεξη, τον έρωτα για μάθηση, υπηρετεί ο Κέλσος και οι «Κλειδοκρατόρισσές» του.

Ο Κέλσος, του οποίου η σαρκοφάγος βρίσκεται «στον πλευρικό διάδρομο της βιβλιοθήκης του («δεξιά καθώς μπαίνεις»), γράφει ο Σεφέρης, ήταν πλατωνικός φιλόσοφος. Η Σχολή του, ο Οίκος του, είναι ο Οίκος του έρωτα για τη σοφία και τα κορίτσια του, το πνεύμα που παίρνει τη μορφή κοριτσιών, όπως λέει και ο Ελύτης για τα κορίτσια στη δική του ποίηση. Τα κορίτσια του, λοιπόν, είναι οι Ιδέες, οι πλατωνικές Ιδέες, και τα ονόματά τους Σοφία, Αρετή, Επιστήμη, Έννοια και εξάπαντος Νίκη της Εφέσου. Γιατί ό,τι και αν έγινε και ο χρόνος παρέσυρε και οι κοινωνικές και πολιτικές και θρησκευτικές ανατροπές επέφεραν, η Έφεσος ως Ιδέα ζει.
Ο Ελύτης θεωρεί ότι είναι τέσσερα τα στοιχεία μιας ξεχωριστής προσωπικότητας: Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία (όπως ο ίδιος εξήγησε στον Guido Demoen, Φιλολογική, τχ. 60, σελ. 17-20), με σαφή αναφορά στα μόρια της «Αρετής» του πλατωνικού Πρωταγόρα, όπου γίνεται λόγος για πέντε μόρια της Αρετής: Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Σωφροσύνη, Σοφία, Οσιότητα. Πιστεύω ότι ο Ελύτης στην Ευθύνη συναιρεί την «οσιότητα» και τη «σωφροσύνη». Mutatis mutandis, οι ποιητές και οι φιλόσοφοι μιλούν γα παραπλήσιες έννοιες, για να μην πούμε πως μιλούν για τις ίδιες ακριβώς.
Αυτά όμως τα αντιλαμβάνεται εκείνος που έχει «οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους». Δεν μας διαφεύγει εδώ μια νύξη σολωμική. Ο Αλαφροΐσκιωτος Καλός, δηλαδή ο ποιητής, ο ζακύνθιος Καποδίστριας διαισθάνεται τη θλίψη της θεάς, γάτας πολύμαστης (όπως ήταν κάποτε η πλούσια Έφεσος), που κάθεται νωχελική (άπραγη πια) πάνω σε κίονα του Πρυτανείου, όπως ο Ηράκλειτος στο ποίημα του Σεφέρη και ο Σικελιανός στην «Ιερά οδό». Η Ιδέα της, ευτυχώς, επιβίωσε λάθρα, από τους διωγμούς, «σπιθίτσα μυστική», μέσα σε έναν κόσμο εχθρικό με άλλη θρησκεία και Θεό.
Ο τελευταίος στίχος έχει τη θλίψη από την ιερή φωτιά που την έχουμε δει να σβήνει στον ναό των Εστιάδων, στο λάλον ύδωρ των Δελφών και τώρα εδώ, στον κίονα του Πρυτανείου. Ωστόσο, υπάρχει αυτή η μικρή ελπίδα, η γάτα (η εφτάψυχη όπως λέει ο λαός), που φυλάει τη φλόγα την «περίβλεπτη» του ιερού της Ουτοπίας. Ένα ιερό που υπήρχε και δεν υπάρχει πια, για μια θεά που δεν υπήρχε αλλά υπήρχε η ιδέα της. Γιατί η Ιδέα δεν έχει ανάγκη από σώμα για να υπάρχειˑ έρχεται από την ιδανική Ου-τοπία.
Ο Σεφέρης αυτοαποκαλείται «ειδωλολάτρης», βλέπει με σκεπτικισμό ό,τι συμβαίνει γύρω του και ενοχλείται με την εκμετάλλευση της Ιδέας. Ωστόσο στέκεται με σεβασμό απέναντι σε ό,τι καλό γέννησε ο τόπος και η δική του «σπιθίτσα» λάμπει στην αλήθεια τη χειροπιαστή που είναι ο τόπος και ο Ηράκλειτος. Όλα τα άλλα είναι περαστικά.
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι ταγμένος ιερωμένος. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να εκφράσει «απιστία». Αγαπά αλλήλους. Είναι και ποιητής που σημαίνει πως έχει έγνοια και ελπίδα για κάθε τι καλό που γέννησε αυτός ο κόσμος, τον οποίο αποδέχεται και υπηρετεί με Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία. Το ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» εκφράζει ένα βαθύ αίσθημα για τον κόσμο μας, τον αρχαίο που χάθηκε ή συγχωνεύτηκε με τον άλλο που ήρθε. Βαθύ αίσθημα Ευθύνης για όποια ελληνική «σπιθίτσα» τού δίνει τη Σοφία να γράφει και να στοχάζεται, την Αντρειά να αντέχει και τη Δικαιοσύνη να απονέμει σε έκαστον τον σεβασμό του, κατά τα έργα του.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΜΟΝΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ ... ΛΕΞΕΩΝ ΣΩΘΙΚΩΝ ΕΞΑΣΚΗΣΗ». Μια πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του π. Παν. Καποδίστρια «Λευκότερος καίγεσαι»

(ἐκδ. Ἀληθῶς, Ζάκυνθος 2019, σ. 134)


Πρωτίστως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοῦ δόθηκε ἡ μεγάλη τιμὴ μὲ τὴν ἀποστολὴ τῆς τόσο φιλοκάλου καὶ προσεγμένης τυπογραφικὰ νέας ποιητικῆς συλλογῆς τοῦ καλοῦ φίλου καὶ συλλειτουργοῦ, τοῦ π. Παναγιώτη Καποδίστρια, Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου στὴ Μητρόπολη τῆς εὐωδιαστῆς καὶ καλλιμόρφου Ζακύνθου. Τοῦ π. Παναγιώτη, τοῦ καὶ ἐπιμόνου προσμοναρίου - ἐφημερίου στὸ χωριό του, τὸ Βανᾶτο, τὸ γνωστὸ γιὰ τὴν πληθώρα τῶν πολιτισμικῶν του δρωμένων.

Στὸ ὄντως στενό, λοιπόν, χρονικὸ περιθώριο ποὺ τοῦ περισσεύει ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ἐν πολλοῖς δυσβάστακτα καθήκοντά του, ὁ π. Π. βρίσκει παρηγοριὰ στὸν Λόγο καὶ δή τὸν ποιητικό. Αὐτὸ τὸ μέγα προνόμιο ποὺ μᾶς δόθηκε ἄνωθεν καὶ μᾶς συντρέχει, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ σενιάρουμε τὰ πράγματα, νὰ τὰ κουμαντάρουμε σωστὰ κι ὑπεύθυνα. Γιατὶ μὴν ξεχνᾶμε, μέσα στὶς Ἐκκλησιές μας ποὺ διακονοῦμε, τὴν ποίηση ἔχουμε συντροφιά, ἔτσι ὥστε αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ Λόγος νὰ γίνεται τὸ ἐφαλτήριο ἐκεῖνο,  ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει σιμὰ στὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν Θεό.  Βλέπεις  ὅτι  ὁ καθένας νοιώθει τὸν λόγο, ὅπως τὸν βολεύει: ἄλλος λ.χ. τὸν νοιώθει ὡς μέσον ἐπικοινωνίας, ἄλλος ὡς τρόπο καταγραφῆς καὶ διάσωσης ὑλικοῦ, ἄλλος λέει «δυὸ λόγια», γιὰ νὰ σπάσει ἡ μονοτονία ποὺ γεννᾶ ἡ καθημερινότητα κι ἄλλος ἀνασκουμπώνεται κι ἀναπιάνει μὲ τὸ προζύμι του, τὸ ἀλεύρι τῆς γνήσιας πνευματικῆς τροφῆς, ζυμώνοντας προσεχτικὰ λέξεις, φράσεις, γραφτὰ ὁλάκερα, γιὰ νὰ χορτάσει τὴν πεῖνα τῶν συνανθρώπων του, ποὺ ἀσφαλῶς τὸν καταλαβαίνουν.

Κάπως ἔτσι εἶδα καὶ τὴ νέα ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ π. Παναγιώτη (στὸ ἑξῆς π. Π.), ποὺ συγκινημένος κρατῶ στὰ χερια μου καί, γιὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, νοιώθω πὼς κάτι κοινὸ μὲ συνδέει μὲ τὸν ποιητή. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ προφιλὲς πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα Μωυσῆ -ἀπόντος κι αὐτοῦ (βλ. σελ. 111)- στὸν ὁποῖο, δικαίως, πιστεύω ὁ π. Π. ἀφιερώνει ὁλόκληρη ποιητικὴ ἑνότητα στὴν ἐν λόγῳ συλλογή του, μὲ τὸν τίτλο, «Πόνοι ἀπόρρητοι.12 ποιήματα γιὰ τὸν Γέροντα Μωυσῆ τὸν Ἁγιορείτη» (σελ. 97-110)* 

Τὰ δώδεκα, λοιπόν, αὐτὰ ποιήματα, εἶναι νομίζω κατὰ πρῶτον ἕνα ἱερὸ Μνημόσυνο στὸν ἐνάρετο Γέροντα καὶ κατὰ δεύτερο λόγο «ψίχουλα προσκομιδῆς» (σελ. 103), ἱκέσιος λόγος καὶ καρδιακός:

«...ὅλοι ἀποβλέπουνε σ’ ἐσὲ τὸν πολυ-
πονεμένο.

Συγκράτει τὰ ὀνόματά τους, Γέροντα,
τὰ χαρτάκια μελέτα ποὺ σοῦ ἐμπιστεύτηκαν
καὶ κάπου-κάπου  στέλνε τους
δροσιὲς ἀνακουφιστικὲς 
τὸ ἔλεος ποὺ βιώνεις.» (σελ. 106)

Θεωρῶ, λοιπόν, τὰ ποιήματα τῆς ἐνότητας αὐτῆς, ὅπως καὶ κάποια ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἄλλη ἑνότητα «Τῶν ἀπόντων» (σελ. 113-127), ὡς «δρόσο τῶν Ἐσχάτων» (σελ. 116). Γιατὶ, ὅταν γίνεται λόγος π.χ. γιὰ τὸν Ποιητὴ - Ἐπίσκοπο, τὸν μακαριστὸ Αὐστραλίας Στυλιανὸ Χαρκιανάκη, ποὺ ξέρει νὰ ξεπερνᾶ, 
«...συνωμοσίας ἀσπασμοὺς
[καὶ] τῶν ἀδελφῶν τὶς προδοσίες» (σελ. 123),

ἀλλὰ καὶ τὸν τραγικὸ Γέροντα, τὸν μακαριστὸ Ἐπίσκοπο Κεφαλληνίας Γεράσιμο, ποὺ 
«συλλειτουργεῖ ἐσαεὶ
Ἐκεῖ ποὺ πρέπει» (σελ. 117),

δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὰ παραβλέψεις αὐτά ἤ νὰ ἀγνοήσεις. Γιατὶ κι αὐτὰ ψίχουλα προσκομιδῆς εἶναι καί, μάλιστα, νοτισμένα ἀπὸ κρυφοὺς σταλαγμοὺς δακρύων.  

Ὅπως ἐπίσης δὲν μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νὰ ξεπεράσει εὔκολα καὶ κάποια ἄλλα ποιήματα, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸν καλλιεργημένο ἁγιοπνευματικὰ ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ποιητῆ. Καί, μάλιστα, τοῦ φέροντος τὴν «τῆς ἱερωσύνης χάριν»:

«Τὰ χέρια μου μελίζουν τὸν Ἀμνὸ 
κι ὕστερα κάνω τὸν σεμνό.» (σελ. 10)

«Ἄν εἶναι δάκρυ νὰ ἐκφραστεῖ,  ἀλλιῶς θὰ σὲ χαλάσει.» (σελ. 11)

Γιατὶ ὁ ἱερέας-ποιητὴς ζεῖ καθημερινὰ σ᾿ ἕνα μεγαλεῖο, ὅπου  τοῦ φανερώνονται ὅλο καὶ καινούριες λέξεις, φυτεμένες ἄνωθεν. Ἰδιότυπες, πιστεύω, θεοφάνειες θὰ πρέπει νὰ εἶναι αὐτά.

«Ο ΙΕΡΕΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ἐπιθέτει σπλάχνα λέξεων
ψιχουλάκια συλλαβῶν
στὸ Δισκάρι τῆς Διάρκειας
καὶ λογχίζοντάς τους τὴν πλευρὰ τῆς Ἀνάγκης
χλοΐζουν κι αἰωνίζονται.» (σελ. 41)

Ζητῶ νὰ μὲ συγχωρέσει ὁ ἀναγνώστης μου κι ὁ ἀδελφός - ποιητὴς, ποὺ δὲ στάθηκα καὶ σὲ ἄλλα του ποιήματα, ὅπως π.χ. τὰ εὐκατάνυκτα τρίστιχα γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα (σελ. 42-43) ἤ στοὺς ὑπέροχους, ἀφιερωμένους μάλιστα στὸν πολιὸ Σκιαθίτη λόγιο καὶ μοναχό, τὸν Ἀνδρόνικο (κατὰ κόσμον Ἀλέξανδρο) Μωραϊτίδη, ποὺ τιτλοφορεῖται «Συνοδίτες Μωραϊτίδη» (σελ. 57-58). Εἶναι πιστεύω κι αὐτὸ μιὰ πολύτιμη ψηφίδα στὸ ἱερὸ ψηφιδωτὸ ποὺ ἔστησαν αὐτὴν τὴν ἑόρτιο χρονιά, τὸ 2019 δηλαδή, οἱ ὅσοι πιστοὶ καὶ τίμησαν τὰ 90 ἔτη ἀπὸ τὴν σεπτή κοίμησή του καὶ τὰ 169 ἀπὸ τὴν γέννησή του. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε κι ἐγὼ τὴ συμπάθειά σας.

π. κ.ν.κ., Γενάρης 2020 
---------------------------
* Πρὸς Θεοῦ, δὲν ὑποτιμῶ τὰ ὑπόλοιπα ποιήματα τῆς συλλογῆς ἤ τὰ παραβλέπω. Ὅμως δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξεπεράσω τὴν εὐγενικὴ Μορφὴ τοῦ Γ. Μωυσῆ, ποὺ ἰχνογραφεῖ θαυμάσια ὁ π. Π.

Related Posts with Thumbnails