© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Γιάννη Ρίτσου: Αρχαίο θέατρο

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το «αρχαίο θέατρο» λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς  και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη Ελλάδα. Η περίοδος 1956-1966 για τον Γιάννη Ρίτσο είναι κυρίως  η εποχή της Τέταρτης διάστασης. Ο  ποιητής σαν ηθοποιός βυθίζεται στο χρόνο και ασκεί κριτική σε όλους, σε όλα και στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι,  επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα και σε μια απόπειρα να φέρει το παρελθόν στο παρόν και να  καταργήσει τον ενδιάμεσο χρόνο, αναπαριστά την ιστορική συνέχεια..

 Ένα νέος που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρχαίο θέατρο, είναι ένα θέμα προσφιλές σε ποιητές και σε άλλων τεχνών καλλιτέχνες. Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι μια ρομαντική  σκηνή, που όμως λαμβάνει χώρα μεσημέρι (όχι νύχτα με φεγγάρι), με τον ήλιο, σαν φυσικό προβολέα  και καθρέφτη αιωνιότητας, μέσα στο θέατρο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ρίτσος δούλεψε ως ηθοποιός και ότι έγραψε ποιητικά κείμενα κατάλληλα να παρασταθούν θεατρικά. Το σκηνικό του «έργου» του λοιπόν είναι έτοιμο· του το παρέχει το αρχαίο θέατρο. Ο ηθοποιός είναι κι αυτός εκεί· ο «νέος Έλληνας», που είναι «ωραίος, όπως «εκείνοι», οι αρχαίοι, έτσι όπως μας τους έχει παραδώσει η αρχαία γλυπτική. Δεν διαφεύγει από το μάτι του ποιητή η ομορφιά, ιδεώδες του αρχαίου Έλληνα και έργο τέχνης του γλύπτη. Ο Ρίτσος μοιάζει να προεκτείνει τη ματιά του γλύπτη στη σύγχρονη εποχή σαν να επιδιώκει να δει στους σύγχρονους άντρες να ζωντανεύουν τα αγάλματα.
          Όλα είναι έτοιμα για την παράσταση και για το θαύμα.  Ο τόπος και ο χρόνος. Ο αφηγητής ποιητής,  ο θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του και η υπόθεση του έργου που είναι η «κραυγή» και η ηχώ της. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο γραμμένο με μια ιερατικότητα για να «μεταφέρει» τον αναγνώστη στην κατάλληλη περίσταση και να ακούσει κι εκείνος την «κραυγή».

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει στην επιμελημένη στίξη του ποιήματος την διακριτική καθοδήγηση του ποιητή στην απαγγελία. Ο ηθοποιός ελέγχει κατάλληλα τις αναπνοές του και ο Ρίτσος αυτό το ξέρει καλά.  Και αυτή η ελεγχόμενη ανάσα είναι που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον προετοιμαζόμενο «θαύμα». Πρέπει και αυτός να ακούσει την «κραυγή».
          Στην καρδιά του ποιήματος, μια παρένθεση δίνει οδηγίες, όπως ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό. Πρέπει να ακουστεί η «κραυγή» όχι αυτή που έβγαλε ο νέος αλλά εκείνη που έβγαλαν οι αιώνες, εκείνη που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής τη  ονομάζει «ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου» Κι εδώ, με μεγάλη μαεστρία ο ποιητής μας μεταφέρει το άκουσμα εξελισσόμενο από στίχο σε στίχο –κραυγή, ηχώ, ιαχή- σαν να επιδιώκει με αυτή την λεκτική μετατόπιση, από τη μια λέξη στην επόμενη, να δείξει το θρίαμβο του διθυράμβου. Και έχει σημασία αυτή η παρατήρηση γιατί η κραυγή ήρθε από τα βουνά·  είναι «ιαχή του διθυράμβου» που διέσχισε τους αιώνες,  για να «ανταποκριθεί» στο κάλεσμα και να δώσει το «παρών» στην νέα Ελλάδα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι δυο Ελλάδες, καταργώντας την απόσταση, γίνονται μία και συνεχής.
          Μπορεί να καταδίκασε με το χρησμό της η Πυθία τον αρχαίο κόσμο- «ουκέτι Φοίβος  έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην απέσβετο και λάλον ύδωρ»- και αργότερα και ο Καρυωτάκης πικραμένος παρατηρούσε την απέραντη σιγή των Φαιδριάδων :

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
5Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 Τρεις ποιητές συναντώνται σε παρόμοιο τόπο, ο ένας έρχεται από πολύ μακριά, ο Αισχύλος. Οι άλλοι δύο σχεδόν συνομήλικοι, με διαφορετική αίσθηση  αυτής της ελληνικής συνέχειας. Το ποίημα του Καρυωτάκη έχει τον σκεπτικισμό του. Μοιάζει να συνεχίζει τον απέλπιδα  χρησμό. Ωστόσο, εκείνος ο «αετός», του Δία, βεβαίως, «έσχισε τον αιθέρα», σαν μια διάψευση των λόγων. Σαν ο ποιητής να λέει άλλα και να εύχεται άλλα.
          Το αρχαίο θέατρο είναι ο καλύτερος τόπος για να διερευνηθεί κάτι τέτοιο, αφού εκεί μέσα ακούστηκε η φωνή των ποιητών, παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται. Εκεί μέσα, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία παράσταση. Έχει σημασία ότι τα δρώμενα του ποιήματος συμβαίνουν «κατά το μεσημέρι», όταν δηλαδή ο ήλιος, το σύμβολο της  αιωνιότητας, μεσουρανεί. Και ο χρόνος μεσουρανεί και η Ελλάδα, δεν είναι παρελθόν, αλλά μεσουρανεί επίσης.
          Ατού μεγάλο για να ακουστεί η «κραυγή» του αρχαίου κόσμου είναι η ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ανταποκρίνεται θετικά σε  κάθε πειραματισμό. Η έκπληξη όμως είναι ότι η «κραυγή» έχει απάντηση· έρχεται από τα γύρω βουνά, τα οποία είναι προγενέστερα  του αρχαίου κόσμου. Είναι αυτά που στέλνουν πίσω την αφομοιωμένη στα πέτρινα σπλάχνα τους ηχώ του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για κραυγή των βουνών. Αυτή η φαινομενικά αναίτια «απλή κραυγή» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση και αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο ποιητής. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε, για να μεταφέρει το μήνυμα, εν αγνοία του: «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη.

Γνωρίζοντας πάντα ότι τίποτα σε ένα έργο τέχνης δεν μπαίνει τυχαία, τίποτα και στο  ποίημα δεν είναι τυχαίο. Ο ρόλος της κάθε λέξης  είναι καλά μελετημένος, ζυγισμένος και υπολογισμένος. Η παρένθεση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο.  Ο ποιητής διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για κραυγή θαυμασμού. Το «θαυμασμό δεν τον ένιωσε διόλου». Ο νέος έχει τη συμπεριφορά του «τουρίστα» που βλέπει αλλά δεν νοιώθει. Είναι εξοικειωμένος με τα αρχαία μνημεία, ώστε να μην του κάνουν εντύπωση. Από την άλλη, πάλι, ο λόγος για τον «θαυμασμό» πάντα,  «κι αν τον ένιωθε σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε», πράγμα που παραπέμπει σε έναν ορθολογιστικό έλεγχο του αυθορμητισμού, ή ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος. Ορθολογισμός σημαίνει απομυθοποίηση. Ο νέος κραύγασε έτσι, για να εκφράσει τη νιότη του ή για να δοκιμάσει την ακουστική του χώρου, όπως οι αδιάφοροι τουρίστες. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Οι παράπλευρες πιθανότητες αποκλείονται. Μένει μόνο η ιαχή του διθυράμβου. Αυτήν ο ποιητής θέλει να αφήσει τελευταία. Την ιαχή του διθυράμβου, του θρησκευτικού τραγουδιού και του χορού του θεού του θεάτρου και της ποίησης,  του Διόνυσου- με κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη ίσως ότι επικοινωνεί με τους προγόνους του και  γίνεται συνέχεια της δικής τους ουσίας. 


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΙΕΡΕΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ἤ, Πῶς βιώνει ἕνας ἱερέας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς ἐνορίας του

Μνημόσυνο Ἀρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τοῦ ἀγαθοῦ πνευματικοῦ 


Ἔχω τὴν ταπεινὴ γνώμη ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ συγκινεῖ ἕναν ἐφημέριο εἶναι, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ ἱστορία τὴν ὁποία ἀποδέχεται, μόλις ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του σὲ μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότητα, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ κάθε νέος ἐφημέριος, γιατὶ ἕνα εἶναι σίγουρο νὰ γευτεῖ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ συνάντηση: τὸ βάρος μιᾶς πραγματικότητας ποὺ πέρασε μέν, ὡστόσο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της ἀνεξάλειπτη.
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Τί εἶναι, ἆραγε, ἡ ἱστορία; Τό ἐρώτημα πληγώνει ὅταν θελήσουμε νά τό ἀπαντήσουμε κυριολεκτικά. Γιατί ἡ λέξη στορία, “ἡ ὁποία παράγεται ἀπό τό ρῆμα οἶδα σημαίνει τήν γνῶσιν τῶν πάσης φύσεως συμβάντων καί φυσικά τήν ἔκθεσιν αὐτῶν πρός τούς μεταγενεστέρους” (Τάσος Ἀ. Γριτσόπουλος). Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ σταθεῖ κι ὁ κάθε ἐφημέριος ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα μὲ ἱστορία αἰώνων ἤ ἔστω καὶ μὲ πρόσφατο, ὀλιγόχρονο παρελθόν. Γιατὶ ἡ κάθε περίπτωση ἔχει τὴ γοητεία της, ἐπειδὴ καὶ στὶς δύο συνυπάρχει τὸ ρῖγος τῆς μνήμης: Μιᾶς μνήμης μὲ ἀρκετὴ ἤ κι ἐλάχιστη πατίνα τοῦ χρόνου. Μιὰ χρονικὴ διάρκεια μὲ πολλὰ ἤ καὶ λιγοστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ συνθέτουν τὴν ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς κοινότητας αὐτῆς.
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσει ὁ κάθε ἐφημέριος, εἶναι τὰ τεκμήρια ποὺ ἔχει στὴ διαθεσή του. Τεκμήρια ποὺ πιστοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἱστορία καὶ συνάμα ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους μιᾶς ἁλυσίδας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ χθὲς καὶ φθάνει ἴσαμε σήμερα καὶ συνεχίζει... Γιατὶ τὰ ἔσχατα κάθε ἐνοριακῆς κοινότητας εἶναι θέλημα Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε καὶ ρυθμίζει τὰ ὅσα συντελοῦνται καὶ συμβάινουν. Κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἶναι ποὺ κληρονομοῦνται στοὺς μεταγενέστρους, ὡς πολύτιμα περιουσιακὰ στοιχεῖα.
Στ᾿ ἀλήθεια, τὶ εἴδους μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα;
Ἀναμφίβολα τὰ ὅσα κληρονομεῖ κάποιος εἶναι καὶ ἀποτελοῦν τὰ πιστοποιητικὰ παρουσίας ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα αὐτὰ ποὺ κληρονομεῖ ὁ κάθε ἐφημέριος εἶναι τὰ τεκμήρια ὅσων κατὰ καιροὺς ἔχουν συναχθεῖ καὶ ἀρχειοθετηθεῖ. Μπορεῖ δηλαδή, νὰ εἶναι αὐτά, φωτογραφίες, ἐπιστολὲς, ἐνδύματα, ἱερὰ σκεύη καὶ βιβλία καὶ διάφορα σημειώματα, ποὺ ἀνήκανε σὲ παλιότερους ἐφημερίους, ἀλλὰ καὶ ἐνορίτες ποὺ τὰ ἀφιέρωσαν.
Ὡστόσο, ἐκεῖ ποὺ πληγώνεται περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ δακρύζει, εἶναι γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν στὶς ἀρχαῖες τὶς ἐνορίες, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ σήμερα νὰ ψυχορραγοῦν ἤ ἄλλες νὰ εἶναι ἔρημες καὶ σιωπηλές (βλ. ἐνορία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου). Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς σὲ ὅλες αὐτὲς ὑπάρχει ἀκόμα ἡ παλαιὰ αἴγλη καὶ ἡ νοσταλγία ποὺ ἀνεβαίνει ἀπό τὸ βάθος τοῦ χρόνου μέσα σὲ μιὰ ὀμίχλη, σ᾿ ἕνα σύθαμπο -λές κι εἶναι βαρὺ χειμωνιάτικο πρωϊνό- μέσα στὸ ὁποῖο δυσδιάκριτα ἀναδύονται πρόσωπα καὶ γεγονότα. Πρόσωπα ποὺ τὰ φωτίζουν ἰσχνὰ ἁγιοκέρια καὶ γεγονότα μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρμολύπης πάνω τους. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ἀποτυπωθεῖ σὲ φωτογραφίες, ἀκόμα καὶ σὲ σκίτσα. Ὅμως ἔχουν σημαδευτεῖ ἀπὸ μιὰ παρουσία ὁλόφωτη καὶ περίεργα ζωντανή. Παρουσία, ποὺ τὴ συναντᾶς σὲ κηροσταγμένα παλαίτυπα Εὐαγγέλια ἤ Εὐχολόγια, σὲ παλιωμένα ἄμφια, σὲ Ἀντιμήνσια μὲ τὸ ἐκτύπωμα τῶν χεριῶν πάνω τους σὲ ἱδρωμένες ἄκρες, ἀλλὰ καὶ σὲ κεῖνα τὰ πολύχρονα σφραγισμένα σεντούκια, ποὺ ὅταν τὰ ἀνοίγεις αἰσθάνεσαι νὰ ὀσμίζεσαι κλεισμένες ἀνάσες, οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς συγκινοῦν, ἀλλὰ καὶ διδάσκουν. Μάλιστα, ἄν κοιτάξεις μὲ προσοχὴ καὶ φαντασία πίσω ἀπὸ τὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ τὰ μαυρισμένα ἄμφια, θὰ δεῖς λαμπροφωτισμένους Χριστουγεννιάτικους Ὄρθρους καὶ μυρωμένες Πασχαλιές. Συνάμα θὰ καταλάβεις, γιατὶ σὲ κάποιες εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν πυκνώσει οἱ κηλίδες ἀπὸ κηροστάγματα. Καὶ τότε θὰ προσέξεις πὼς ἀπὸ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνασταίνονται χαρὲς περίσσιες, ἀλλὰ καὶ φαρμακωμένα περιστατικά, καθὼς στὶς σελίδες αὐτὲς ἀφοροῦν εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ λέγονται στὸ Γάμο, στὴ Βάπτιση ἤ στὴν Κηδεία, ἀλλὰ καὶ στὸ Μνημόσυνο Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ φανερώνουν καὶ θυμίζουν ἕναν ἄλλο κόσμο, ταπεινὸ καὶ συνάμα εὐαίσθητο κόσμο, ἀνθρώπινο, μὲ τὸ μεγαλο προνόμιο τῆς πτωχείας ὡς οἰκόσημο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι ὅλα ἔργα στολισμένα μὲ ἀπέριττη ὀμορφιά, δίχως ἔπαρση καὶ ξιπασμό, χωρὶς ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή. Ἔγνοια τους, βλέπεις, δὲν ἦταν νὰ διασώσει ὁ καθένας τὴν ὅποια του στιγμὴ διακονίας -πρὸς τί, ἄλλωστε;- ἀλλὰ νὰ παραδώσει στοὺς μεταγενέστερους μαθήματα νοικοκυροσύνης καὶ ἁγνῆς ἀρχοντιᾶς. Ἔστω καὶ μέσα στοὺς μισοφωτισμένους, ὑγροὺς καὶ ταπεινοὺς ἐκείνους ναούς, πού, ὡστόσο, εὐωδίαζαν ἁγιοσύνη καὶ ἱεροπρέπεια, ἀλλὰ καὶ στὰ μικροκαμωμένα ἐκεῖνα σπιτια, ποὺ ἐπίσης εὐωδίαζαν ἀπὸ τὰ φυλαγμένα γιὰ τὸ χειμώνα κυδώνια καὶ τὰ μῆλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ καμμένα τὰ ξύλα τῆς παραστιᾶς.
Μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀποδείξεις γράφεται, λοιπόν, ἡ ἱστορία. Προπάντων ἡ ἱστορία τῶν ἐνοριῶν, ποὺ καλεῖται, ὄχι μονάχα νὰ σεβαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσει ὁ κάθε ἐφημέριος. Κυρίως νὰ βιώσει, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸ νὰ καταλάβει τοὺς κόπους καὶ τὶς θυσίες τῶν προκατόχων του καὶ νὰ διδαχτεῖ ἀπ᾿αὐτές. Διαφορετικὰ θὰ περάσει ὁ καιρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν κάθε τί, ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς ἕνα ἐφαλτήριο προόδου καὶ πνευματικῆς ἀνάτασης. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα, ἡ ἱστορία εἶναι μάθημα, τὸ πρῶτο μάλιστα μάθημα ποὺ καλεῖται ὁ κάθε ἐφημέριος νὰ διδαχτεῖ, ἀφοῦ μέσα του εἶναι ταμιευμένη ἡ Πίστη τῶν πατέρων του, ἀλλὰ καὶ δικιά του πίστη, ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει καὶ νὰ προβάλει μὲ εὐθύνη καὶ ἀψευδῆ παρρησία.

Ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης
π. κ. ν. κ.


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Τ' ΑΗ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ Η ΑΠΟΒΡΑΔΗ ΩΡΑ

(Μαθητικὲς μνῆμες)
Τοῦ Δωδεκαήμερου ὁ ἐπίλογος, λοιπόν. Μὲ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁη Γιάννη νὰ τὸ σφραγίζει. Καὶ μαζί του νὰ ἀνοίγει στὴν ψυχὴ τὸ χαντάκι ἐκεῖνο, ἀπ᾿ ὅπου περνάει ἡ νεροσυρμὴ τῶν τρυφερῶν ἀναμνήσεων τῶν μαθητικῶν τῶν χρόνων.
Ἔτσι, ὅταν φτάσει ἡ μέρα αὐτὴ στὴν ἀπόβραδη ὥρα της, τότε ξανάρχονται στὸ νοῦ κάποιες ἀθάνατες στιγμὲς ποὺ ἔζησα καὶ δὲν μπορῶ, ἑξήντα, τώρα, χρόνια νὰ τὶς ἀφήσω νὰ χαθοῦν μαζὶ μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλα γεγονότα ποὺ λησμονήθηκαν κι ἀπὸ μένα τὸν ἴδιο. Γιατὶ σὲ κεῖνες τὶς χρονικὲς παρενθέσεις ταμιεύτηκε ἕνα πολύτιμο φορτίο ἀναμνήσεων, τὶς ὁποῖες θεωρῶ ἱερὲς καὶ πάντιμες. Ἔτσι, στέκουν στὸ χρόνο ἀκίνητες, κρυσταλλωμένες καὶ κάθε ἀπόβραδη ὡρα τ᾿ Ἁη Γιαννιοῦ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὰ μυστικὰ τὰ δώματα τῆς ψυχῆς καὶ μοῦ παρουσιαζονται.
Μοῦ παρουσιάζεται, λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ μισοφωτισμένο ἀνώι1 τοῦ φούρνου μας, μὲ τὸν ἀπέριττο γιορταστικὸ διάκοσμο: ἕνα ἁπλὸ τραπέζι πάνω ἀπὸ τὴν γκλαβανή, κολλημένο στὸν τοῖχο, σιμὰ στὸ παραθύρι ποὺ κοίταζε κατὰ τὴν ἐκκλησιά, «ἀποπέρα», μὲ τὴ φουρτιέρα2 γεμάτη μυρωδάτα ἀμυγδαλωτά, καὶ σιμά ὁ δίσκος μὲ τὰ ποτηράκια καὶ τὸ ρακί. Εἴχαμε, βλέπεις, γιορτὴ στὸ σπίτι... Τὰ ὀνομαστήρια τοῦ γιοῦ τοῦ παπποῦ τοῦ Νικολάκη, ποὺ ἦταν τότε ξενιτεμένος στὴν Ἀμερική. Κι ἀπέναντι τρεῖς τέσσερεις καρέκλες, ἐνῶ κάτω στὸ χλωμὸ τὸ πάτωμα, στρωμένο ἴσαμε τὴν ἀναμμένη παραστιά, τὸ καλό, τὸ ὑφαντὸ τὸ κιλίμι.
Οἱ ἐπισκέψεις ἦταν πάντα λιγοστές, μετρημένες. Χωνεμένα πρόσωπα στὴ σιωπὴ πιὰ καὶ στὴ στάχτη τῶν χρόνων ποὺ διάβηκαν... Μὸνο ἐκεῖνο τὸ ὠχρὸ, τὸ χρυσοκίτρινο, λὲς καὶ τ᾿ ἄφηναν κεριὰ ποὺ καίγανε γύρω, θυμᾶμαι νὰ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ τὴν παραστιὰ καὶ ἀπὸ τὴ λάμπα... Καὶ νὰ τὰ καταυγάζει ὅλα. Νὰ τὰ μεταποιεῖ σὲ ἱερά.
Ἀλήθεια, πότε τὰ ἔζησα ὅλ᾿ αὐτά; Μήτε ποὺ θυμᾶμαι χρονολογία. Τὸν ἑαυτό μου μονάχα θυμᾶμαι, μικρὸ παιδί, ποὺ χαιρόταν αὐτὲς τὶς στιγμές, ἴσως γιατὶ ἀποχαιρετοῦσε τὸ ἀγαπημένο του Δωδεκαήμερο, ἴσως ἐπειδὴ δὲν ξανάζησε ἄλλες τέτοιες στιγμές, γιατὶ σιγά-σιγὰ ἀραίωναν τὰ πρόσωπα, φεύγανε γιὰ τὸ μεγαλο τους τὸ ταξίδι, γιατὶ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲ ξαναβρέθηκα τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ τὴν ἀπόβραδη ὥρα στὸ ἀνώι τοῦ φούρνου τοῦ παπποῦ, ἀφοῦ τὴ μέρα αὐτή, ὅπως καὶ τὴ χτεσινὴ, τῶν Φώτων, τὴ σφράγιζε ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸ χωριὸ γιὰ τὶς σπουδές, στὴ μεγάλη πολιτεία...
π. κ. ν. 7-1-16
1 Ανώι ( τό)=τὸ ἐπάνω πάτωμα τοῦ οκήματος.
2 Φουρτιέρα ( ἡ)= ἡ φρουτιέρα, τὸ γυάλινο βαθὺ πιάτο, κολωνᾶτο ἤ ἁπλό.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Για το βιβλίο “Δημήτρης Κωστόπουλος, Ο Φονέας και ο φονιάς. Δέκα ποδοσφαιρικές ιστορίες για το μελόδραμα της ζωής”, Εκδ. Κέδρος, 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι ιστορίες του Δημήτρη Κωστόπουλου, συγκεντρωμένες όλες σε έναν τόμο με τον τίτλο Ο Φονέας και ο φονιάς, είναι εν πρώτοις αληθινές. Εν πρώτοις μόνο. Γιατί, πέρα από αθλητικές είναι η ιστορία της καθημερινής ζωής του νεότερου Έλληνα, εκείνου που βγαίνοντας από ένα μεγάλο πόλεμο και από έναν φριχτό εμφύλιο, ενώ ακόμη ήταν ανεπούλωτες οι πληγές από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την επακόλουθη προσφυγιά και τη φτώχεια του ελληνικού κράτους, είχε να αντιμετωπίσει και άλλα πολλά δεινά. Οι ιστορίες του, δηλαδή, είναι βιώματα μιας παιδικής ηλικίας ή νιότης που πέρασε διά πυρός και σιδήρου και ανδρώθηκε στην ψυχροπολεμική περίοδο και λίγο αργότερα στα χρόνια της δικτατορίας για να καταλήξει στην περίοδο της καταναλωτικής κοινωνίας, με έσχατη απόληξη την πλήρη ανατροπή· την παρούσα κρίση. Η άνοδος και η πτώση. Η απελπισία, η ελπίδα και πάλι η απελπισία. Η παλίντρονος απελπισία, με πειραγμένα τα λόγια του Ηράκλειτου, επικεντρωμένη στις λαϊκές συνοικίες. Ο Κωστόπουλος, ας το πούμε από την αρχή, ξέρει να αναμεταδίδει πολύ καλά και την ιστορία και το ποδόσφαιρο. Η «αναμετάδοσή» του δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους επαγγελματίες του είδους.
          Στην πρώτη ιστορία, η περιγραφή της Ομόνοιας, όπως ήταν πριν από την τελευταία της αναμόρφωση, με «το σιντριβάνι του Ζογγολόπουλου στη μέση» δίνει, πέρα από τον τόπο, το χρονολογικό στίγμα. Για την ακρίβεια ο τόπος είναι τα Νέα Σφαγεία, κάπου στον Ταύρο. Ποδοσφαιρική ομάδα ο Φωστήρας, με τα χρώματα του Βυζαντίου, αφού οι ιδρυτές ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Κύριο πρόσωπο των δρωμένων είναι ο Λάκης, «Παιδί για όλες τις δουλειές και τις κλοτσιές», που «διέσχισε όλη την προπολεμική φτώχεια και ιστορία» με μοναδική μνήμη μια μουτζούρα στη φωτογραφία της εφημερίδας κοντά στις γραμμές του τρένου: Ο Βενιζέλος όρθιος να υπόσχεται στους πρόσφυγες σπίτια και οικόπεδα. Ο Λάκης, μειονεκτικός στο δέμας και όχι μόνο, θα προσκτηθεί το χλευαστικό παρωνύμιο ο Λάκης ο «Τίποτας». Και επειδή η φύση από τη μια και η κοινωνία από την άλλη τον σημάδεψαν και δεν του άφησαν άλλη επιλογή, με την απόρριψη από τον περίγυρο συσσωρευμένη, θα γίνει άθλιο όργανο μιας ανέντιμης εξουσίας και θα «εξελιχτεί» σε Λάκης ο «Καρφής», καρφώνοντας στην αστυνομία, τι κάνει ο καθένας και κυρίως, ποιος διαβάζει Αυγή. Σε αντάλλαγμα για τα καρφώματα των συμπολιτών του έχει πάρει περίπτερο. Έχει παντρευτεί και τη Λίτσα. Έχει γίνει νοικοκύρης και οικογενειάρχης, αλλά η Λίτσα θα ερωτευτεί ένα παλικάρι αντάξιό της και όταν ο Λάκης αντιληφθεί τι παίζεται πίσω από την πλάτη του, εκείνον θα τον σφάξει κι εκείνην θα την πυροβολήσει. Κι έτσι θα εξελιχθεί έτι περαιτέρω σε Λάκης ο «Φονιάς». Σαν τον Ριχάρδο Γ΄ του Σαίξπηρ, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών και των απέραντων διαφορών, ο Λάκης ο οπαδός του Φωστήρα, μια πιθαμή άνθρωπος, θα αποδώσει με το δικό του τρόπο δικαιοσύνη. Και όλα αυτά, ενώ στο ραδιόφωνο ο σπήκερ θα αναμεταδίδει λαχανιασμένος τις φάσεις του αγώνα Φωστήρας - Ολυμπιακός.

Στη δεύτερη ιστορία ο χώρος είναι το Περιστέρι, ο τέταρτος σήμερα δήμος της Ελλάδας σήμερα και η ποδοσφαιρική ομάδα του ο Ατρόμητος. Το Περιστέρι, ένας κρανίου τόπος, είναι η συνοικία που στέγασε τις προσφυγικές ξύλινες παράγκες. Όταν φυσούσε ο αέρας έπαιρνε και στέγες και ανθρώπους, το καλοκαίρι οι λαμαρίνες έψηναν τους ενοίκους και το χειμώνα οι βροχές τους έπνιγαν. Και επειδή «Όταν ναυαγεί μια μεγάλη ιδέα ξεκινάει μια μικρότερη: η εκβιομηχάνιση της χώρας» ξεφυτρώνει στις όχθες του Κηφισού το εργοστάσιο του Λαναρά. Αργότερα, στα χρόνια της δικτατορίας χτίζονται οι προσφυγικές πολυκατοικίες, επιτέλους. «Αγκαλιά με την υπερβολή, η απελπισία προσπαθούσε να γίνει ελπίδα» και η συνοικία εξελίσσεται και ο Ατρόμητος αλλάζει κατηγορία. Οι απόφοιτοι του ΙΑ΄ Γυμνασίου, τα παιδιά της τότε φτωχογειτονιάς είναι αστοί σήμερα, με δάνεια και χρέη που δεν φαίνονταν αλλά φάνηκαν. Κι επειδή «Τον δρόμο τον βρίσκεις όπως ο επαρχιώτης που καταλήγει στην Ομόνοια, όμως τον χρόνο όχι», οι πρώην φτωχοί (του ’60 οι εκδρομείς, που έλεγε ο Σαββόπουλος), συναντήθηκαν για να δουν αγώνα και να θυμηθούνε τα παλιά της γειτονιάς τους. Όμως «Πατρίδα μας δεν είναι ένας χώρος αλλά μια εποχή, εκείνη που είμαστε νέοι», λέει ο Κωστόπουλος. Και τώρα πια ο χρόνος έχει κάνει τη δουλειά του και οι «κουστουμαρισμένοι» στη ρεγιούνιόν τους δεν θα ξαναβρούν τη χαμένη νιότη τους αλλά την εξεγερμένη βαρβαρότητα των γηπέδων. Θα πρόσθετα πως το παλιό τραγούδι «βρε, πώς καταντήσαμε που σαρανταρήσαμε» τους πάει γάντι, αλλά με τον Χάροντα στο άλογο καβάλα τα πράγματα είναι πιο σοβαρά για την παρέα των νεοαστών.
          Με μεγάλο διασκελισμό θα φτάσουμε στη Λισαβόνα. Εκεί ο Πεσσόα κυκλοφορούσε στους δρόμους με όλα τα ετερώνυμά του, και τα λίγα αυτοκίνητα «κυλούσαν από τη Μαρκές ντε Πόμπαλ προς την Αβενίτα Λιμπερταδόρες σαν σπασμένες χάντρες ενός κομπολογιού». Εμβληματικά ονόματα δρόμων ηρώων και ελευθερωτών. Εδώ, στη Λισσαβόνα, θα γίνει το μεγάλο μπιγκ μπαγκ στα αθλητικά μας γεγονότα. Είναι η Ελλάδα του 2004, η Ελλάδα του Γιούρο (Χέρια ψηλά κι όλα τα φτάνω/ έλα να πάμε την Ελλάδα πιο πάνω και Σήκωσέ το, το τιμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω), στο στάδιο Ντα Λουζ, το Φως θα λάμψει και θα πλημμυρίσει από ελληνικές σημαίες και πρόσωπα βαμμένα με ελληνικά χρώματα. Η Ιστορία όμως και πάλι θα ξετρυπώσει πίσω από το εκκωφαντικό ποδοσφαιρικό γεγονός για να μας δείξει με ποιο τρόπο ο πρόσφυγας από τη Σμύρνη βρέθηκε στην Αμερική και έκανε προκοπή και περιουσία. Και την ευκαιρία θα δώσει η 4η Ιουλίου, ημέρα Ανεξαρτησίας της Αμερικής, αλλά και ημέρα που το 2004 η Ελλάδα θα κατακτήσει τον τίτλο της πρωταθλήτριας της Ευρώπης. Στις κερκίδες του Ντα Λουζ γίνεται χαμός από τα εθνικά χρώματα και τα τραγούδια της περίστασης. Το κορίτσι με το μπλουζάκι «Σάκις», μοιάζει με υπόσχεση ότι μετά τη Γιουροβίζιον, το Γιούρο, έχει σειρά για να πανηγυρίσουμε. Οι Έλληνες της Αμερικής γιορτάζουν της δεύτερης πατρίδας την εθνική γιορτή, ενώ στην Πορτογαλία το γήπεδο σείεται από εθνικό ενθουσιασμό και στην Ελλάδα πανηγυρίζουν έξαλλα όλοι. Η υποδοχή στους «ήρωες» ποδοσφαιριστές γίνεται σαν να γυρίζουν νικητές από όλες τις εκστρατείες, σαν να κέρδισαν όλα τα Νόμπελ και όλα τα Όσκαρ. Βασανισμένος λαός που ξέσπασε, σαν όλες τις Αίτνες και τους Βεζούβιους του πλανήτη, σε μια έκρηξη χαράς. Σαν να ήθελε να αποτινάξει από πάνω του αιώνες σκλαβιάς, μιζέριας και καταπίεσης και να δώσει χαρά σε μια γη αιματοβαμμένη, κατακαμένη από εθνικές περιπέτειες και εμφύλιες συμφορές. Πού να ήξερε τι έμελλε να ακολουθήσει· όμως «το μέλλον μας θυμόταν από τότε», λέει ο Κωστόπουλος. Δηλαδή, η μοίρα μάς την είχε στημένη. Πάντως το γκόλ του Άγγελου Χαριστέα έκανε τους απανταχού Έλληνες να ουρλιάξουν από εθνική συγκίνηση. Ο Κωστόπουλος πόντο πόντο περιγράφει τον αγώνα και πόντο πόντο τις αντιδράσεις των Ελλήνων στο σπίτι, στο μπαρ, στο ταξί. Με μια τεθλασμένη διαδρομή η αφήγηση μετακινείται από τη Λισσαβόνα στην Αθήνα, από την Αθήνα στην Αμερική και πάλι στη Λισσαβόνα. Και από τον ενθουσιασμό πάλι πίσω στο ιστορικό γεγονός και από εκείνο στο κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο. Δεν μας αφήνει τελικά να χορτάσουμε τη «χαρά» της περίστασης. Σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από το χαρμόσυνο γεγονός καιροφυλακτούν τα ιστορικά γεγονότα που θέλουμε να κάνουμε πως ξεχάσαμε. «Όταν αλλάζεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, τότε τα πράγματα που βλέπεις αλλάζουν» λέει ο Κωστόπουλος, μεταφέροντας στον αναγνώστη του τη ρήση του Μαξ Πλανκ. Και ακριβώς αυτό κάνει κάθε στιγμή. Φωτίζει από αλλού τα γεγονότα.
          Επιστροφή στα κείμενα, στα γήπεδα, στις φτωχογειτονιές, στα νέα παιδιά με τα καμένα όνειρα, τη ματωμένη αθλητική φανέλα, την τραγική Βασούλα, τα μαστουρωμένα κλεφτρόνια, τους αποδεκατισμένους άντρες της Ελαφράς Ταξιαρχίας, την Ποίηση της ήττας και τον Μανόλη Αναγνωστάκη που δεν παραδέχεται ότι η Ποίηση της γενιάς του είναι Ποίηση της ήττας, του ήρωά του διηγήματος όμως είναι, τον τροπικό κυκλώνα στο Μπαγκλαντές με τους εκατό χιλιάδες νεκρούς. Στο φόντο οι Beetles και οι Pink Floyd, η Λίβερπουλ εναντίον της Γιουβέντους, η κατάρρευση της κερκίδας με τριάντα εννέα νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Συμπέρασμα η φράση του Αλμπέρ Καμύ, τερματοφύλακα της Ρασίν Ουνιβερσιτέρ κάποτε: «Η μπάλα δεν πάει ποτέ εκεί που περιμένεις». Ούτε του Καμύ ούτε των ηρώων των διηγημάτων η μπάλα πήγε εκεί που περίμεναν, πόσο μάλλον όταν μερικές φορές «η μπάλα δεν είναι στρογγυλή».

Ο Κωστόπουλος έχει συμπλέξει το ποδόσφαιρο και την ιστορία και αυτή η σύμπλεξη μοιάζει σαν να θέλει να δείξει πως και στη ζωή, όπως και στο ποδόσφαιρο τα φάουλ, τα γκολ και τα πέναλτι έχουν τις συνέπειές τους, μόνο που στη ζωή είναι και τραγικές. Διατρέχοντας την επιφάνεια («Πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή» τραγουδούσε κάποτε ο Λουκιανός, σχολιάζοντας με τον τρόπο του την επιφάνεια του γεγονότος), εκείνη η λαχανιασμένη, η ασθμαίνουσα φωνή του ραδιοφωνικού σπήκερ ή του τηλεοπτικού αναμεταδότη, μεταφερμένη έξω από το γήπεδο είναι η φωνή μιας Ελλάδας με πολύ μεγάλες και χαίνουσες πληγές, η ανάσα της εποχής, οι κρυφές λαχτάρες, τα βάσανα και το άγχος για μια αξιοπρεπή έξοδο από τη μιζέρια.
          Ο Κωστόπουλος έχει τον τρόπο του να μετατρέπει την αλήθεια σε μυθιστόρημα, να μεταπλάθει το πραγματικό γεγονός σε λογοτεχνικό, να εκμεταλλεύεται τα πολιτιστικά δρώμενα, να παραπέμπει σε συγγραφείς και βιβλία, να ανασύρει από την πλατιά τοιχογραφία του ελληνικού ποδοσφαίρου τα ονόματα των αθλητών που μας συγκίνησαν, να τεκμηριώνει τις πληροφορίες του, να προσκομίζει τα πορτρέτα, όπως ο Ροσινιόλ (και το κέντρο του), ο Τσιτσάνης και η Νίνου, ο Βενιζέλος, ο Παττακός, τα εργοστάσια του Λαναρά και της Πειραϊκής-Πατραϊκής, οι διαφημίσεις, τα ονόματα οι δρόμοι, οι ποδοσφαιρικές ομάδες, τα γήπεδα, τα έκτροπα. Και όλα αυτά να τα συνθέτει σε αφήγημα γοητευτικό για τον αναγνώστη. Η Ελλάδα που αντιστέκεται, να πάλι ένας στίχος του Σαββόπουλου που τον επικαλείται, είναι η Ελλάδα των απλών ανθρώπων που έγιναν αστοί και των υποβαθμισμένων κάποτε περιοχών που και αυτές αστικοποιήθηκαν. Και τα μεγάλα ατού της αφήγησης, μεταξύ άλλων, η δύναμη της περιγραφής, η ανατροπή της επιφάνειας, ο ωμός ρεαλισμός και συχνά η ποιητική διατύπωση. Ο συγγραφέας ανέσυρε από την εφηβεία του τα όνειρα γιατί ξέρει ότι «χωρίς τα όνειρα η εφηβεία θα ήταν γεράματα», όπως πιστεύουμε πολύ καλά πως ξέρει ότι πρέπει να φτάσουν τα γεράματα για να καταλάβουμε ότι τα όνειρα γεννιούνται για να διαψευστούν. Λέει ακόμα πως «Από όλες τις μελαγχολίες αυτή του έρωτα είναι που σκοτώνει τις νύχτες»· η άλλη πάντως σκοτώνει και τις μέρες.
          Τελικά, ποιος είναι ο Φονέας και ποιος ο Φονιάς; Ο ασυναίρετος καθαρευουσιάνικος τύπος ή ο συντμημένος δημοτικός; Στην πάλη των τάξεων, των γενεών και των εποχών, ας προσθέσουμε και αυτήν των γλωσσών. Όλα στο ίδιο καζάνι βράζουν. Και ο χρόνος, αυτός είναι ο φονιάς, τρέχει να προλάβει τα νέα φονικά.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΡΙΓΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί τό Κάστρο τῆς Σκιάθου 




Ἀφορμή, παιδιά, γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ παραπάνω θέματος στάθηκε ἡ εἴδηση ὄτι στή γείτονα Σκιάθο ἐκπονεῖται μελέτη γιά τήν, ἐπιτέλους, ἀναπαλαίωση καί διάσωση τοῦ ἐκεῖ Κάστρου ἤ Φρουρίου, ὅπως λεγόταν στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔτσι, ἔχουμε πιά ἐλπίδες ὅτι "τό ἔρημον χωρίον, τό κτισμένον ἐπί θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ", θά παραμείνει, ἐκτός ἀπό "παλάτιον τῆς ἐρημίας καί τῆς σιγῆς”, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ἱερό ταμεῖο μνήμης καί παράδοσης.
Ὀφείλω, πρίν ἀρχίσω ν᾿ ἀναπτύσσω τό θέμα μου, νά κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ τήν ἱστορία τοῦ Κάστρου, τήν ὁποία ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νά τή δεῖ στήν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ καί μοναδικοῦ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, "Ἀξιολόγες τοποθεσίες στό νησί τοῦ Παπαδιαμάντη". Ὁ Φραγκούλας μάλιστα ἀναφέρει, πώς "ἡ πιό ἀξιόλογη τοποθεσία τῆς Σκιάθου εἶναι τό Κάστρο, τό Φρούριο, μέσα στό ὁποῖο ἔζησε ἄλλοτε ἡ μεσαιωνική πόλη τοῦ νησιοῦ. Τό Κάστρο ὡς ὀχυρωματικό ἔργο εἶναι περισσότερο Φρούριο φυσικό καί λιγότερο τεχνικό. Εἶναι μιά πανοραμική κυματόλουστη χερσόνησο μέ ἀρκετή ἔκταση".
Ἡ δεύτερη εἶναι μιά ἀνοιχτή εὐχαριστία καί ἀπόδοση συγχαρητηρίων στόν Δῆμο τῆς Σκιάθου πού μᾶς πρόσφερε τά ἀνεπανάληπτα "Καστρινά" διηγήματα τοῦ πράγματι κορυφαίου Νεοέλληνα λογογράφου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: ἑνός Ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο δέν εἶναι μόνο ἡ γειτονική νῆσος ὑπερήφανη ἀλλά καί ἡ Σκόπελος, τήν ὁποία ἀγάπησε ὁ Ππδ, γιατί ἔμεινε ἐδῶ ἕνα χρόνο μαθητεύοντας, ἀλλά καί ἐπειδή σέ ἀρκετά διηγήματά του τήν μνημονεύει ὡς τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν. Γιατί ἔτσι ἦταν μέχρις ἕνα καιρό ἡ Σκόπελος...
Καί γιά νά ξαναγυρίσω στό θέμα μου πού εἶναι τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί ὁ Ππδ, θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω πώς ὁ κύρ Ἀλέξανδρος ἀφιερώνει σ᾿ αὐτή τήν ἀρχαία πολίχνη μερικές ἀπό τίς ὡραιότερες σελίδες του. Ἄς ξαναθυμηθοῦμε λοιπόν τά διηγήματα "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὁ “Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταύγουστου", "Τό Χατζόπουλο" κ. ἄ. γιά μιά πρώτη συνάντηση μέ τό Κάστρο.
Ὅμως τί ἦταν γιά τόν Ππδ. τό Κάστρο καί γιατί τό μνημονεύει τόσο συχνά;
Γιά νά τό καταλάβουμε πρέπει νά πάρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ππδ. γεννήθηκε τό 1851 στή σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου, "τήν μεσημβρινήν", ὅπως τήν ὀνομάζει. Πρέπει δέ νά ποῦμε πώς ἡ σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου ἄρχισε νά δημιουργεῖται μετά τό 1829-30, ὅταν σταδιακά κατέβηκαν ἀπό τό Κάστρο οἱ Σκιαθίτες. Ο λόγοι δέ πού τούς ἀνάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τό Φρούριο ἦταν πολλοί, κυριώτεροι ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἡ ἀνοδική πορεία τῆς ναυτιλίας τῆς Σκιάθου, καί τό Κάστρο μᾶς εἶναι γνωστό πώς δέν εἶχε ἀσφαλές λιμάνι, ἀλλά καί ἡ ἐμπορική κίνηση τοῦ λιμανιοῦ τῆς νέας πολίχνης. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται καί ἡ ναυπηγική τέχνη σέ σημεῖο ὥστε ὁ ταρσανᾶς, τό ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου νά εἶναι να ἀπό τά καλύτερα τῶν λεγομένων ναυτικῶν νήσων.
Ἑπομένως ὁ Ππδ. γεννιέται καί μεγαλώνει σέ μιάν ἐποχή, ὅπου μιά πολίχνη ἱστορική καί γεμάτη μνῆμες σβήνει, γιά νά δημιουργηθεῖ μιάν ἄλλη, μέ νέα ἤθη, συμπεριφορές καί ἀνθρώπους πιό σκοτεινούς ἀπό ἐκείνους τοῦ Κάστρου. Καί μιλῶ ἐδῶ γιά τούς τοκογλύφους καί τούς νεόπλουτους πού ἦλθαν στό νησί καί ἀνάτρεψαν τά πράγματα. Δέν πρέπει δέ νά λησμονοῦμε πώς καί οἱ γονεῖς του εἶναι Καστρινοί, δηλαδή φέρουν ἀναμφίβολα μέσα τους τά σπέρματα τῆς νοσταλγίας γιά τήν πατρική τους ἑστία πού βρισκόταν ἀνάμεσα στίς ἄλλες μικρές κι ἀραδιασμένες στή σειρά φτωχικές κατοικίες "τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου φρουρίου, τῆς ἀληθοῦς φωλεᾶς γλάρου". Κι αὐτό μπορεῖ νά τό διαπιστώσει κανείς ὅταν διαβάσει προσεκτικά τό χριστουγεννιάτικο διήγημα τοῦ Ππδ. "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὅπου ἐμφανίζεται ὅλο τό δέος, ἡ νοσταλγία ἀλλά καί ἡ εὐλάβεια τοῦ παπα-Ἀδαμαντίου, τοῦ πατέρα δηλ. τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, γιά "τόν ἀμαυρόν τιτάνειον αὐτόν βράχον". Κι ἐδῶ πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, γιά νά τό μάθουμε ἐπιτέλους, πώς τό πραγματικό ἐπίθετο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδαμαντίου Ἐμμανουήλ ἦταν Μοσχοβάκης, τό ὁποῖο φυσικά δέ χρησιμοποιήθηκε ποτέ.
Ἀποταμιεύοντας, λοιπόν, ὁ Σκιαθίτης λογογράφος ὅλον ἐκεῖνο τόν ἀπόηχο τῆς νοσταλγίας καί τῆς μνήμης τοῦ Κάστρου, πού ἀποπνέει ἡ παλαιά μεσαιωνική πολίχνη τοῦ Κάστρου, τόν καταθέτει σέ μιά σειρά διηγημάτων του, μέ εὐαισθησία, χάρη καί φυσικά μέ τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στίς ρίζες του.
"Ὅλον τό παλαιόν χωρίον ἦτο ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπί τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μέ τούς πόδας θαλασσωμένους βράχου... Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ θειά τό Μαχώ τό Φαλκάκι, ἠγάπα τό παλαιόν χωρίον της, τό μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῇ κι αὐτή ἕνα καιρόν, περί τούς χρόνους τοῦ ἀγῶνος (στά χρόνια δηλ. τῆς Ἑλλ. Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821) καί ὅπου διῆλθε τά προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμηνν ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διά τοῦτο ἐφρόντισε μέ κάθε τρόπον νά διατηρήσῃ τό παλαιόν σπιτάκι, τήν φωλεάν τῶν γονέων της, τήν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας". Τονίζει δὲ μέ ἔμφαση παρακάτω ὁ Ππδ. ὅτι ὁ μικρός οἰκίσκος τῆς θειᾶς Μαχῶς "ἦτο μία ἐπάνοδος εἰς τό παρελθόν, μία ὀπή διά τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τά περασμένα ὡς εἰς πανόραμα..." (κινηματογραφική ταινία θά λέγαμε σήμερα).
Παρατηροῦμε, λοιπόν, μέ πόση ἀγάπη καί νοσταλγία μᾶς ἐκφράζει τό προσωπικό του βίωμα γιά τό Κάστρο ὁ Ππδ· καί παράλληλα τό πόσο ἐπαινεῖ ἐκείνη τήν ταπεινή κι ἀσφαλῶς φτωχή Σκιαθίτισσα πού συνεχίζει νά τιμᾶ τόν γενέθλιο τόπο της, τό Κάστρο καί παράλληλα νά συντηρεῖ τό παλιό της σπίτι καί μαζί μ᾿ αὐτό τό παρελθόν, τούς προγόνους της, τήν ἴδια τήν ἱστορία. Σέ ἀντίθεση μέ κάποιους ἄλλους, πού ἀδιαφόρησαν παντελῶς σέ σημεῖο ὥστε νά καταστραφεῖ καί νά ἐρημωθεῖ τό Κάστρο. "Μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν, γράφει τό 1892, στό διήγημά του "Στό Χριστό στό Κάστρο", ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινες μέ τάς στέγας καί τά πατώματά των ἐντός τοῦ Φρουρίου, ἀλλά τελευταῖον ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τό νά ἐπισκέπτωνται τό Κάστρον συχνότερα καί ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινων συλλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἤ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρόν τό Κάστρον". Θέλω δέ νά πιστεύω, πώς καταλαβαίνει κανείς πολλά ἀπ᾿ αὐτήν τήν ὁμολογία τοῦ Ππδ.
Ὅμως τό Κάστρο δέν εἶναι δυνατό νά μνημονευτεῖ δίχως "τά τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα εὐσεβοῦς παρελθούσης ἐποχῆς", τά ὁποῖα "ὑπῆρχον ἐκεῖ ὅτε ἤμην παιδίον" -φησα ἐπίτηδες τόν ἴδιο τόν κύρ Ἀλέξανδρο νά μᾶς τά πεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο, γιά νά καταλάβουμε τό πότε· πού ἀσφαλῶς χρονικά ἐντοπίζεται γύρω στά 1856-1866. Μάλιστα κάποι᾿ ἀπ' αὐτά, ὅπως εἶναι τό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, πού γιόρταζε τόν Δεκαπενταύγουστο, ἤ τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, πού γιόρταζε τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, δηλ. τῆς Φανερωμένης, τά περιγράφει μέ λεπτομέρειες.
Μέ λίγα λόγια, γιά νά μήν κουράσω περισσότερο, προσπαθεῖ ὁ Ππδ. μέσ᾿ ἀπό τά Καστρινά διηγήματά του νά διασώσει παλιές ἱερές καί τιμημένες στιγμές πού ἔζησε τό Κάστρο, ὅπως τήν ἱστορία τοῦ "Φτωχοῦ Ἁγίου", τοῦ ἁπλοῦ τσοπάνη, πού θυσιάζεται γιά νά σώσει τό χωριό ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν κουρσάρων· ἤ ἀκόμα τίς ὧρες τῆς συνάξεως τῶν προεστῶν στό Κιόσκι "τό μικρόν περίπτερον, ὅπου συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο ἤ ἁπλῶς ἠργολόγουν οἱ προεστοί. Παράλληλα θυμίζει νοσταλγικές στιγμές, ὅπως ἐκεῖνες μέ τά παιδιά, τήνπαραμονή τῶν Χριστουγέννων, πού πηγαίνουν νά ψάλλουν τά κάλαντα "Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα", κρατώντας τά ἀναμμένα τους φαναράκια.
Ἄς μή μᾶς φανεῖ παράξενο, ἀλλά κάποιες μνῆμες ἀπό τό Κάστρο σχετίζονται καί μέ τό νησί μας, τή Σκόπελο, τῆς ὁποίας τό Κάστρο, σέ ἀντίθεση μέ τή Σκιάθο, ἀκόμα κατοικεῖται.
Μέ τή Σκόπελο, λοιπόν, σχετίζονται τά διηγήματα, "Τό Χατζόπουλο" καί "Τά μαῦρα κούτσουρα"
Τό Χάτζόπουλο μᾶς μεταφέρει στά μέσα τοῦ 18ου, ὅταν γιά κληρονομικές καί ἄλλες οίκογενειακές διαφορές, φεύγει ἀπό τή Σκιάθο καί ἐγκαθίσταται στή Σκόπελο ὁ γενάρχης μιᾶς ἀπό τίς ἱστορικές οἰκογένειες τῆς Σκοπέλου: τῆς οἰκογένειας Νικολαΐδη, αὐτῆς πού πρόσφερε στήν πολή μας τό Ἱστορικό καί Λαογραφικό Μουσεῖο.
Ὁ γενάρχης τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ὁ Νικολάκης Χατζησταμάτη, πού χρημάτισε στό νησί μας προεστώς, νοτάριος (δηλ. συμβολαιογράφος), φορος κ.λ.π.. γιός του, ὁ Γιαννιός, ἀλλάζει τό ἐπίθετο ἀπό Χατζησταμάτη σέ Νικολάου ἤ Νικολαΐδης. Ἡ οἰκογένεια αὐτή, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ, πώς ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ππδ. Ὁ ἴδιος τό ὁμολογεῖ ἄλλωστε.
Στά "Μαύρα κούτσουρα" γίνεται λόγος γιά τόν γιό τοῦ τότε προεστοῦ τοῦ Κάστρου, στό α΄ μισό τοῦ 18ου αἰ, Δημητράκη Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, τόν Ἀγάλλο, ἀδελφό τοῦ Σκιαθίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἐπιφανίου Δημητριάδη.
Ὁ Ἀγάλλος εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ στή Σκόπελο μιά κοπέλα ἀπό μεγάλη ἀρχοντική οἰκογένεια, τήν Ἐγγλεζώ Τσιρώνη. Κι ἐνῶ σχεδίαζε τό γάμο του, ἡ μνηστή του πεθαίνει κι ὁ ἴδιος στή συνέχεια, ὕστερ᾿ ἀπό καποιες περιπέτειες γίνεται μοναχός στό ἱστορικό μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Νήφωνος τοῦ κτίτορος τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἀργότερα ὁ Ἀλύπιος, γιατί αὐτό τό ὄνομα ἔλαβε ὅταν ἔγινε μοναχός ὁ Ἀγάλλος, ἐκλέγεται ἡγούμενος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ τέταρτος κατά σειρά. Καί σ᾿ αὐτό τό διήγημα μᾶς θυμίζει ὁ Ππδ. ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητράκη Οἰκονόμου εἶχε συγγενεῖς στή Σκόπελο. Ποιοί νά ἦσαν ἄραγε;
Κλείνοντας αὐτή τή λιτή παρουσίαση τοῦ θέματος γιά τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί τόν Ππδ. θά ἤθελα, παιδιά, νά σᾶς προτρέψω νά προσέξετε καί τό δικό μας τό Κάστρο, γιά νά δεῖτε ὅτι ἔχει ἀρκετές ὁμοιότητες μέ ἐκεῖνο τῆς γείτονος νήσου. Ὅπως π.χ. ὅτι καί τά δύο Κάστρα εἶναι κτισμένα κατά τό βορρᾶ, ἔχουν καί τά δύο τόν Μητροπολιτικό τους ναό ἀφιερώσει στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἰσάριθμο, περίπου ἀριθμό παρεκκλησίων καί τό κυριώτερο διακρατοῦν τό ἴδιο ρίγος τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας.

Διευκρινιστική σημείωση: Τό παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στούς μαθητές τοῦ Γυμνασίου τῆς Χώρας Σκοπέλου, στίς 16 Μαΐου 2006, ὅταν τό παραπάνω Σχολεῖο τίμησε τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἀπό τή θέση αὐτή εὐχαριστῶ θερμά τίς Καθηγήτριες, κυρίες Παρασκευή Τζαμαλή-Ξηντάρη καί Ἑλένη-Σπηλιώτη-Κεσμετζή· ὅπως ἐπίσης τήν κυρία Ἀθηνά Παπαγεωργίου, ψυχή τοῦ "Σπιτιοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη" καί ὅλων τῶν πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Σκιάθου.

Βιβλιογραφία
1. Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Ἀξιόλογες τοποθεσίες στό νησί του Παπαδιαμάντη, Σκιάθος 1995
2. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τά Καστρινά. Διηγήματα, Ἀναπτυξιακή Σκιάθου, Σκίαθος 2005

3. π. Κων. Ν. Καλλιανός, “Τό Χατζόπουλο, τό ἱστορικό του περίγραμμα καί ἡ μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου”, Λαογραφικό Μουσεῖο Σκοπέλου, Σκόπελος 2002 (ἀνάτυπο ἀπό τό περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο)

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1958

«Τὰ Χριστούγεννα εἶναι μνήμη...» Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος

Ἀλήθεια, θυμᾶσαι πῶς ἦταν τό σπίτι ἐκεῖνο τό βράδυ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1958; Ἐδῶ, δηλαδή, καί 60 περίπου χρόνια; Γιατὶ αὐτὸ προσπαθεῖς τή νύχτα ἐτούτη νά σκεφθεῖς, καθώς ξαναθυμᾶσαι τό σπίτι σου, ἀφοῦ γιὰ ἐκεῖνο πρόκειται, νά εἶναι φωτισμένο, ζεστό, χωμένο μέσα στή θαλπωρή τῆς μεγάλης φωτιᾶς πού ἔκαιγε στό τζάκι, ὅμως περισσότερο λαμπρό, γιατί δέσποζε ἡ παρουσία τοῦ Πατέρα πού γέμιζε τό χῶρο καί ράντιζε μέ τήν ἐμφάνισή του τά πάντα γύρω μέ αἰσιοδοξία καὶ γαλήνη... Κι αὐτό, ἐπειδή ἡ παρουσία ἐκείνη ἦταν ὄντως ἔντονη, ἀφοῦ ἀπουσίαζε τόσα χρόνια στὴν ξενιτιά. Ἔτσι, τούτη τήν ξεχωριστή τή βραδυά τὸ σπίτι ἔλαμπε μέ τήν παρουσία του, τήν ἔστω μέ προθεσμία, ἀφοῦ μετά ἀπό λίγο θά ἔφευγε γιά πάντα. Στήν κυριολεξία γιά πάντα...
Δέν ξεχνιέται, λοιπόν, ἐκεῖνο τό φῶς πού χρυσάφιζε τό χῶρο, τό χῶρο ποὺ ἦταν στρωμένος μέ κιλίμια στό πάτωμα καί ἕνα γύρω ἁπλώνονταν τό χαμόγελο πού γέμιζε και στόλιζε τό σπιτικό: Γιατί ἄλλο χριστουγεννιάτικο στολίδι δέν διέθετε. Μονάχα τό χαμόγελο τοῦ Πατέρα. Ἀλησμόνητα, στ᾿ ἀλήθεια, Χριστούγεννα. Πού πέρασαν ὡστόσο, ὅπως περνᾶνε τά ραῖα καί σημαντικά, ἀφήνοντας μονάχα στήν ψυχή μιά λεπτή αἴσθηση εὐλογίας. Εὐλογίας, πού ἐδῶ καί ἑξῆντα περίππου χρόνια καλύπτει ἕνα κενό.
Τώρα ἔφυγε κι ἡ Μάνα κι ἔτσι ἀπόμεινε μονάχα ἡ Μνήμη, ἡ δικιά σου ἡ Μνήμη νά τούς θυμᾶται, νά τούς κρατάει περίπου ζωντανούς γιά νά συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ὅσο ὑπάρχεις κι ἐσύ. Ὕστερα...
Χριστούγεννα 2015
π. κ. ν. κ

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΕΣ “ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ”

Παλιὲς Κληματιανὲς Χριστουγεννιάτικες σελίδες...
Στὴ μνήμη τῆς γιαγιᾶς Οὐρανίας Γ. Τσουκαλᾶ

Αὐτὰ ποὺ θ᾿ ἀναφέρω γίνονταν ἐδῶ καὶ 120 περίπου χρόνια, ἴσως καὶ παλιότερα, στὸ χωριό μου, στὸ Κλῆμα καὶ συγκεκριμένα στὸ σπίτι τῶν προππάπου μου, τοῦ μαστρο-Γιώργη Τσουκαλᾶ. Μοῦ τὰ διηγήθηκε δὲ ἡ σχωρεμένη πιὰ γιαγιά μου Σοφία, κόρη τοῦ μαστρο-Γιώργη καὶ τῆς Οὐρανίας Τσουκαλᾶ. Μὲ συγκίνηση δὲ τὰ καταθέτω, παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων ποὺ εἶναι, ὁπότε κι ὀφείλω, ἀντὶ γι᾿ ἄλλο μνημόσυνο τῶν ψυχῶν αὐτῶν, νὰ καταθέσω στὴν ἀγάπη τῶν ὅποιων ἀναγνωστῶν μου τὰ παρακάτω. Μὲ τὴ συνάισθηση πάντα ὅτι τιμῶ μὲ τὸ γραφτό μου αὐτὸ ἕνα κόσμο ποὺ δὲν θὰ ἐπιστρέψει πιά, ὡστόσο παραμένει μέσα μας ζωντανός, φωτεινός καὶ ἀναμφίβολα ἱερός.
Τὸ ἀπόβραδο, λοιπόν, τῆς παραμονῆς τοῦ Χριστοῦ, τῶν Χριστουγέννων δηλαδή, ἑτοίμαζαν στὸ σπίτι τὸ «λάμα» καὶ μαζὺ μὲ τὸ φαΐ ποὺ μαγείρευαν γιὰ τὸ μετὰ τὴν ἐκκλησιά γιορτινὸ τὸ τραπέζι τὶς αὐγές, τηγάνιζαν καὶ τοὺς «μαρμαρίτες», τὶς τηγανίτες δηλαδή, τὶς ὁποῖες στὴ συνέχεια κλείνανε σὲ ἕνα καζάνι καὶ τοποθετοῦσαν δίπλα στὴ φωτιά, στὴν παραστιά, ὥστε νἄναι «χλιές», δηλαδή ζεστές. Αὐτὲς τὶς τηγανίτες τὶς γεύονταν μόλις γύριζαν στὸ σπίτι, μετὰ τὴ λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, μὲ πετιμέζι ἤ μὲ μέλι καὶ κανέλλα. Αὐτὸ ἄλλωστε ἦταν καὶ τὸ γλύκισμα γιὰ τὴ γιορτή. Κι ἦταν περισσότερο ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν μετὰ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἀναμονὴ τῆς χαρμόσυνης αὐτῆς ἡμέρας. Μάλιστα, ἐπειδὴ τύχαινε κάποια ἀπὸ τὰ μικρὰ τὰ παιδιὰ νὰ μένουν στὸ σπίτι τὴ νύχτα καὶ δὲν πήγαιναν στὴν ἐκκλησιά -ποῦ ροῦχα τότε καλὰ καὶ ὑποδήματα-, ἡ μάνα γιὰ νὰ μὴν πᾶνε καὶ πειράξουν τὴ χριστουγεννιάτικη αὐτὴ λιχουδιά, ἔχριζε τὸ καπάκι γύρω-γύρω μὲ ζυμάρι, ὥστε νὰ εἶναι σίγουρη ὅτι κανένας δὲν θὰ πειράξει τοὺς «μαρμαρίτες»της.
Αὐτά, λοιπόν, ποὺ γίνονταν ἕνα αἰῶνα πρὶν καὶ παραπάνω, καὶ σήμερα πᾶνε νὰ λησμονηθοῦν, ἄραγε νὰ ἦταν ἀρχαῖο τοπικὸ ἔθιμο ἤ μήπως δάνειο ἀπὸ κάποιες ὁμάδες ἀνθρώπων ποὺ ἦλθαν ὡς πάροικοι, κατὰ καιροὺς στὸ νησί, στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας; Θὰ τὸ μάθουμε ποτέ αὐτό;
Εὐγνωμονῶ πάντως τὴ γιαγιά μου ποὺ, ἀνάμεσα στὶς διάφορες πληροφορίες τὶς ὁποῖες μοῦ ἔδωσε, κατέθεσε στὴν ψυχή μου καὶ τούτη τὴ λησμονημένη σήμερα χριστουγεννιάτικη γιορταστικὴ συνήθεια.

π. κ. ν. ν παραμονὴ Χριστουγέννων 2015

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΙΝΑΙ ΝΑΟΙ ΠΟΥ ΑΠΟΨΕ ΣΙΩΠΟΥΝ

(Χριστουγεννιάτικες σκέψεις)
Τὴν ἀφορμὴ μοῦ τὴν ἔδωσε ὁ γείτονάς μου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης καί, μάλιστα, τὸ γεμᾶτο τρυφερότητα καὶ ἑόρτιο ἦθος διήγημά του, «Ἡ θειὰ Μυγδαλίτσα» ἤ, τὸ «Θαῦμα τῶν Χριστουγέννων».
Ἡ σκηνὴ λοιπόν, ποὺ περιγραφει, διαδραματίζεται στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου, ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ. Τὰ πρόσωπα τώρα. Ὅλοι τους εἶναι ἁπλοϊκοί, ἀψεγάδιαστοι καὶ ἀπέριττοι ἄνθρωποι. Πρόκειται δηλαδή, γιὰ κάποιους ἀγράμματους ποιμένες καὶ μιὰ ταπεινή, φτωχὴ κι ἁπλοϊκὴ γερόστισσα, τὴ θειὰ Μυγδαλίτσα: μιὰν ἀθεράπευτη δηλαδή νοσταλγὸ τῆς πατρογονικῆς της, τῆς παλιᾶς ἐνορίας τοῦ Χριστοῦ στὸ Καστρο, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων παρέμεινε ἀλειτούργητη. Κι ἔτσι ἀποφασίζει νὰ μὴν ἀφήσει τὸν Χριστὸ τέτοια μέρα ποὺ ξημερώνει ἔρημο, γι᾿ αὐτὸ κι ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴ Χώρα νὰ πάει στὴν ἀλειτούργητη ἐκκλησία, νὰ ἀνάψει τὰ καντήλια, νὰ προσευχηθεῖ νὰ κάμει Χριστούγεννα συντροφιὰ μὲ τὶς μνῆμες της.
Συναντιέται, λοιπόν, μὲ τοὺς βοσκούς ποὺ ἀπαγκιάζουν ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά καὶ μετὰ πηγαίνει μέσα στὸν ναὸ τοῦ Χριστοῦ ν᾿ ἀνάψει τὰ καντήλια, μέρα ποὺ ξημερώνει. Ἔχει πιὰ νυχτώσει γιὰ τὰ καλά. Ο βοσκοὶ συνομιλοῦν μεταξύ τους.
«-Μεσάνυχτα! Νά, μεσάνυχτα, διέκοψε τότε ὁ Κουτσογεώργης, μετὰ ὥραν σιωπῆς καταβιβάσας τὴν κουκούλαν τῆς κάππας καὶ θεωρῶν σοβαρῶς τοὺς ἀστεϊσμούς.
-Νά ὁ ἀστέρας ! Νά ὁ μεσονύχτης! εἶπε καὶ ὁ ἄλλος ποιμήν, παρακολουθῶν τὸν σύντροφόν του εἰς τὴν πρακτικὴν ταύτην ἀλλ᾿ ἀκριβῆ ἀστρολογίαν.
Καὶ τοὺς εἶδες τότε ἐκεῖ τοὺς σκαιοὺς αὐτοὺς ποιμένας ν᾿ ἀποκαλυθφῶσι εὐλαβῶς καὶ νὰ προσκυνῶσι ἐπί τινας στιγμὰς ἐν κατανύξει, γονατισμένοι, ὡς νὰ παρίσταντο μυστηριωδῶς ἐν τῇ ἑβραϊκῇ Βηθλεὲμ εἰς τὴν θείαν τοῦ Σωτῆρος γέννησιν.
-Χριστούγεννα, Χριστούγεννα !»
Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ σκηνὴ αὐτὴ ποὺ περιγράφει ὁ Μωραϊτίδης ἕνα ἐπικοινωνιακὸ τέχνασμα ἐντυπωσιασμοῦ, ἤ μιὰ μηχανικὴ κίνηση-ἄντε πᾶμε στὸ ναὸ κάνουμε τὸ σταυρό μας κι ὕστερα ξαναγυρίζουμε στὴ βολή μας, ὅπως π. χ. γίνεται στὴν Ἀνάσταση. Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Κανένας δὲν τοὺς παρακολουθεῖ τοὺς ἁπλοϊκοὺς αὐτοὺς πιστοὺς ποιμένες, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅ,τι κάνουν, τὸ πράττουν μὲ βαθειὰ συναίσθηση, ἀναμφισβήτητη εἰλικρίνεια καὶ πολὺ περισσότερο μὲ στέρεη πίστη. Μπορεῖ νὰ εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὸν ὁποιοδήποτε ναὸ ποὺ ἀπόψε, αὐτὴ τὴ θεϊκὴ βραδυὰ πανηγυρίζει καὶ τιμᾶ τὴν τοῦ Θεοῦ Μητρόπολιν, ὅμως ἐκεῖνοι, ποὺ οἱ ἐργασιακές τους ὑποχρεώσεις τοὺς ἔχουν θέσει στὸ περιθώριο, ἀπόψε γιορτάζουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο, χαίρονται καὶ εὐφραίνονται ἀπροσποίητα τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ βιώνουν τὰ Χριστούγεννα μὲ τὴν ἀναμονὴ καὶ τὴν ἄδολη προσκύνηση. Κι ἄν ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἡ ἱστορικὴ τοῦ Κάστρου ἐνορία τοῦ Χριστοῦ δὲ λειτουργήθηκε, ὡστόσο εἶχε τοὺς δικούς της πανηγυριστὲς καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα προσκυνητὲς καὶ φίλους: Τοὺς ποιμένες καὶ τὴ νοσταλγὸ τῶν ἀρχαίων τῆς ἐνορίας της πανηγυρεων, τὴ θειὰ τὴ Μυγδαλίτσα. Ἕνα μικρὸ μὲν ποίμνιο, ὅμως μὲ μιὰ ἐκρηκτικὴ πίστη μέσα του, ποὺ πραγματικὰ συγκλονίζει.
Καθὼς ξημερώνουν, λοιπόν, Χριστούγεννα καὶ οἱ ναοὶ ἑτοιμάζονται νὰ δεχθοῦν τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ συνεορτάσουν ὅλοι μαζὶ «Χριστοῦ τὰ Γενέθλια», ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ κάθε συνειδητοῦ πιστοῦ ταξιδεύει καὶ προσπαθεῖ νὰ πλησιάσει, τούτη τὴν τρυφερὴ τὴ νύχτα, ὅλους ἐκείνους, ποὺ ἀνήμποροι ὄντες, στέκουν σιωπηλοὶ καὶ ἀγναντεύουν παλιὰ Χριστούγεννα ν᾿ ἀνατέλλουν στὸ βάθος τοῦ καιροῦ ποὺ πέρασε. Ἤ ἀκόμα κι ἄλλους, ποὺ σὲ θαλαμους νοσοκομείων ἀνασαίνουν τὸ παγωμένο φτερούγισμα τοῦ θανατου ποὺ σιμώνει. Ὅπως ἐπίσης ἐκείνους, ποὺ εἶναι συγκλονισμένοι, καθὼς ἀντικρύζουν Χριστούγεννα ποὺ πέρασαν καὶ στεκουν πίσω ἀπὸ ὑγρὰ τζάμια φορτωμένοι θλίψη καὶ φαρμάκι. Κι αὐτό, γιατὶ δεν μποροῦν κι ἴδιοι ν’ ἀποδράσουν τούτη τὴ νύχτα καὶ νὰ γιορτάσουν, πραγματοποιώντας ἐκεῖνο ποὺ κελεύει τὸ τροπάριο. «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός...». Γιατὶ εἶναι ἡ φύση τῆς δουλειάς τους τέτοια ποὺ ἐξατμίζει κάθε προσδοκια γιὰ φέτος. Ὅμως στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τους ἀνοίγουν ἕνα παράθυρο ἐλπίδας πρὸς τὸ αὔριο, ὅτι δηλαδή, τοῦ χρόνου τὰ πράγματα θὰ εἶναι διαφορετικά.
Ὡστόσο, κάτι ποὺ ἀκόμα πληγώνει τὴν ψυχὴ τούτη «τὴν Ἅγια Νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη» εἶναι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ναοὶ ἤ καὶ τὰ μοναστήρια, ποὺ ἀπόψε σιωποῦν. Γιατὶ κανένας δὲν θὰ πάει νὰ τοὺς λειτουργήσει ἤ ν΄ ἀναψει κάποιο καντήλι, νὰ θυμιάσει, νὰ ψάλει τὸ τροπάριο καὶ νὰ συντροφέψει τοὺς ἴσκιους τῶν ἀπὸ αἰώνων χρηματισάντων, κτιτόρων, ἱερατευσάντων καὶ διακονησάντων ἐν αὐτοῖς. Τοὺς προσμοναρίους δηλαδή, ἴσκιους, ποὺ σιωπηλοὶ στοιχειώνουν τοὺς ἔρημους χώρους καὶ περιμένουν τὴν ἀνθρώπινη παρουσία νὰ τοὺς μνημονεύσει, νὰ τοὺς τιμήσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κάθε ἀνθρώπινη παρουσία σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἱεροὺς τοὺς χώρους εἶναι καὶ ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα, ἰδιάιτερα τούτη τὴν Ἅγια Νύχτα, παραμυθία ἀπερίγραπτη καὶ παρουσία πολύτιμη. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ θρυμματίζεται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ σιωπή, ἀλλὰ καὶ ἀπομακρύνονται.
Ὡστόσο, μπορεῖ κανένας νὰ ὑπολογίσει καὶ κάτι ἀκόμα. Τὶς ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες ποὺ ἀποτρέπουν κάθε εὐλαβικὴ ὕπαρξη νὰ βρεθεῖ σὲ τοῦτα τὰ ἀπόμερα καὶ σιωπηλά ἱερὰ καθιδρύματα. Καὶ μὲ ὀδύνη, λοιπόν, σκέφτονται πὼς ἐτούτη τὴν εὐλογημένη ἡμέρα ἀπομένουν σιωπηλά, σκοτεινά καὶ ἀλιβάνιστα. Ὅμως ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τους μιὰ παραμυθία ἀλλόκοτη ἁπλώνεται μέσα τους, ὡς ἄλλος καθησυχασμός, φτερούγισμα ἑόρτιο καὶ συνάμα εὐλογία. Γιατὶ ξαφνικὰ συνειδητοποιεῖ ὁ κάθε πιστὸς διάκονος ὅλων αὐτῶν τῶν ξεχασμένων ἱερῶν θυσιαστηρίων πὼς ἐτούτη τὴν εὐλογημένη ἡμέρα τίποτε δὲν ἀπομένει χωρὶς νὰ τὸ συντροφεύει ἡ θεία Παρουσία. Ἔτσι κι ἀπόψε, ἀλλὰ κι αὔριο, τὰ ἐρημικὰ αὐτὰ ἱερά, τὰ συντροφεύουν Ἄγγελοι, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀνθρώπινη παρουσία. Τὰ συντροφεύουν, τὰ φωτίζουν μυστηριωδῶς καὶ τὰ θυμιάζουν μὲ οὐράνιες εὐωδίες, ὥστε, ὅπως τὰ «σύμπαντα ὅλα χαρᾶς πληροῦνται» τὴν θεοφίλητο αὐτὴν ἡμέρα, νὰ εἶναι κι αὐτὰ τὰ σιωπηλά, ἔρημα καὶ κάποτε λησμονημένα ἀπὸ πολλοὺς ἱερὰ σεμνώματα, πληρωμένα ἀπὸ τὴν ἑόρτιο χαρὰ κι εὐλογία.

Χριστούγεννα 2015

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Για το βιβλίο του Δημήτρη Οικονόμου “Οι Εγκλωβισμένοι”, εκδ. Ίκαρος 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι Εγκλωβισμένοι είναι το τρίτο μυθιστόρημα του επιτυχημένου συγγραφέα Δημήτρη Οικονόμου. Ο τίτλος, λένε, ενός βιβλίου ή δηλώνει ή σημαίνει. Ο συγκεκριμένος τα κάνει και τα δύο. Οι Εγκλωβισμένοι είναι μια κατηγορία ανθρώπων βασανισμένων, πράγμα που δείχνει ότι το βιβλίο άπτεται των κοινωνικών προβλημάτων και αυτό είναι κάτι που επαναλαμβάνει με συνέπεια ο συγγραφέας. Από το Πολυτεχνείο βγήκε πολιτικός μηχανικός, από το ταλέντο του συγγραφέας και μουσικός. Επομένως πατάει γερά στις δυο σολωμικές βάσεις: το λογισμό και το όνειρο. Με τον λογισμό πατάει και με την τέχνη του πετάει. Ωστόσο και τα δυο, πόδια και φτερά, νομίζω πως τα χρωστάει στο DNA που του κληροδότησαν οι γονείς του.

Οι Εγκλωβισμένοι είναι άνθρωποι φτωχοί, με πικρές μνήμες, με κρυμμένα μυστικά, αποκλεισμένοι από δουλειά, από ανθρώπους, από αγάπη και κατανόηση, τριγυρισμένοι από μοναξιά, που στη ζούγκλα της πόλης μας, κάπου στο υπογάστριο της Αθήνας, ζουν χωρίς το δικαίωμα ακόμη και να μιλούν δυνατά: «Μη μιλάς δυνατά, να είσαι πάντα μετρημένος», θυμάται ο ήρωας τη φωνή της μητέρας του. Στην υποβαθμισμένη γειτονιά ο κύριος Βασίλης έχει ένα κατάστημα και βγάζει φωτοτυπίες. Στο κατάστημα ζει και ένας σκύλος, ο Κάλος, του οποίου τα χνώτα ταίριαξαν με του αφεντικού του στην κυριολεξία και όχι στη μεταφορά όπως ισχύει για τους ανθρώπους, «Σ’ έναν κόσμο όπου οι σκύλοι και οι άνθρωποι έχουν κοινή μοίρα». Μόνο που στην περίπτωσή μας, δεν είναι οι σκύλοι που καλοπερνάνε αλλά οι άνθρωποι που σκυλοπερνάνε.

Ένα παιδί, ο Καμάλ, μπαινοβγαίνει στο σπίτι του Βασίλη, ο οποίος έχει αναλάβει να του κάνει μάθημα ιστορίας, κυρίως όμως ανθρωπιάς. Ο Άκης είναι υπάλληλος του Βασίλη και αγωνίζεται να επιβιώσει. Ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, σημαντικό «πρόσωπο» του έργου που ο Βασίλης βάφτισε «Θάλεια», γιατί του θυμίζει ακουστικά τη θάλασσα. Η Θάλεια λόγω του ρόλου της «βλέπει» όλα τα κείμενα που φέρνουν οι πελάτες για να τα φωτοτυπήσουν, οπότε ο κύριος Βασίλης ξέρει τα πάθη του καθενός που μπαίνει στο μαγαζί. Άλλο πρόσωπο που προστίθεται στην παρέα, αλλά λογικά δεν μπορεί να ανήκει στους «Εγκωβισμένους», είναι η κυρία Μαίρη που είναι δικηγόρος. Τι σχέση μπορεί να έχει μια αστή κυρία σ’ αυτή τη σύναξη; Έχει. Η κυρία Μαίρη φέρει την «ιδία μοναξιά» της, όπως τα σώματα από μόνα τους φέρουν το «ίδιον βάρος» τους (όρος της μηχανικής, λέει ο συγγραφέας). Σαν να γεννήθηκε, δηλαδή, η Μαίρη με τη μοναξιά μέσα της. Γιατί βιώνει την εγκατάλειψη και την απόρριψη. Πίσω από τη βιτρίνα του σπουδαίου αστικού διαμερίσματος της είναι και αυτή μια αποκλεισμένη, μαραμένη και εγκλωβισμένη εσωτερικά, ψυχικά. Κι επειδή τα προβλήματα, όσο και αν είναι εξωτερικά, επιδρούν στα εσωτερικά, οι καιρικές συνθήκες, π.χ. το κρύο και η βροχή, είναι επιλεγμένες για να τονίσουν και αυτές συμβολικά το ψυχικό τοπίο. Ο στίχος του Verlaine «il pleure dans mon coeur comme il pleut sur la ville», βρίσκει τον ελληνικό ανάλογο «Βρέχει στη φτωχογειτονιά βρέχει και στην καρδιά μου», δίνοντας το μέτρο της αναλογίας.

Βρέχει, λοιπόν, συνεχώς για να βασανίζονται οι δυστυχείς. Όμως, ο Βασίλης, εξοπλισμένος με τη μεγάλη του ομπρέλα, δεν κατέβαλε ιδιαίτερο κόπο να μην βρέχεται. Περπατούσε ανάλαφρα, υπερπηδούσε, σχεδόν υπερίπτατο, λακκούβες με νερό και μικροεμπόδια. Κι εδώ, αναγνώστη, Hypocrite leucteur mon seblable mon frère, που λέει και o Baudelaire, μη μου πεις πως δεν έρχεται στο νου σου ο Gene Kelly που χορεύει, πλατσουρίζοντας στα νερά και τραγουδάει, Im singing in the rain, μόνο που ο Βασίλης δεν είναι ερωτευμένος, όπως ο πρωταγωνιστής της αμερικανικής ταινίας ούτε όμορφος και κομψός, με το σκυφτό του σώμα και κείνο το παντελόνι που του φτάνει μέχρι το στήθος, φαντάζομαι και τα μπατζάκια ανασηκωμένα. Πώς, λοιπόν, ένας καλοσυνάτος φτωχός άνθρωπος, ένας υπάλληλος, ένα παιδί, ένας σκύλος, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, οι άστεγοι γύρω γύρω, η κυρία Μαίρη, καθώς και οι περαστικοί από το μικρό μαγαζάκι του περιθωριακού δρόμου (κατ’ αντιδιαστολή προς το Μαγαζάκι της κεντρικής οδού, με το οποίο, τηρουμένων των αναλογιών, έχει συγγένειες), πώς, επαναλαμβάνω, αυτοί οι άνθρωποι, συνυπάρχουν στο βιβλίο;

Συνυπάρχουν, γιατί τα πάντα στο βιβλίο του Οικονόμου έχουν κι ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης και θέασης του κόσμου. Θα έλεγα μάλιστα πως εκείνος ο τίτλος του Καρυωτάκη, Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, διευρύνεται εδώ με τον πόνο του ανθρώπου, των ζώων και των πραγμάτων. Πρόκειται για το σεβασμό στη ζωή και σε ό,τι αυτή περιλαμβάνει, όπως μας είχε από τον περασμένο αιώνα διδάξει ο Αλβέρτος Σβάιτσερ. Έτσι, ενώ το μυθιστόρημα φωτίζει μια επιφάνεια απλή που θίγει τα σύγχρονα προβλήματα της Αθήνας, πίσω και κάτω από αυτήν υπάρχει ένα πλέγμα από δομές ποικίλες και πολλές, που ο συγγραφέας ως πολιτικός μηχανικός γνωρίζει: δομές και οικοδομές.

Το μαγαζάκι του κ. Βασίλη επομένως δεν είναι μόνο μαγαζάκι για φωτοτυπίες, αλλά και «καταφύγιο και καφενείο και ψυχαναλυτικό ιατρείο, και πρότυπο σχολής εφαρμοσμένης στωικής φιλοσοφίας του κέντρου ανάλυσης της ζωής». Με όλες αυτές τις ιδιότητες καταλαβαίνουμε ότι οι πηγές πληροφόρησης δεν είναι μόνο οι πέντε αισθήσεις (για να αντιληφθούμε τα ερεθίσματα και να κατανοήσουμε τον κόσμο), αλλά όπως έλεγε και η Ζακελλίν ντε Ρομιγύ, πέραν αυτού που βλέπουμε και ακούμε, πέραν της λογικής είναι και ο μύθος και η διαίσθηση και άλλες ανερμήνευτες από τη λογική δυνάμεις που συμμετέχουν στη γνώση. Και ο Οικονόμου προσθέτει την τηλεπάθεια και τα προφητικά όνειρα. Ας προσθέσουμε και τον υπαινιγμό που στη τέχνη δεν είναι αμελητέος.

Στη ζωή πολλά πράγματα μπορεί να βρίσκονται ή να χάνονται κατά τύχη. Σε ένα καλό έργο όμως όχι. Και το «σκουλαρίκι» που έχασε η κα Μαίρη στο μαγαζάκι του κ. Βασίλη θα έρθει η ώρα του να παίξει το δομικό του ρόλο στην ιστορία, το ρόλο του ερωτικού αγγελιοφόρου (;!). Αυτός είναι ρόλος του «σκουλαρικιού» γενικώς, όπως το δαχτυλίδι έχει το ρόλο της επίσημης δέσμευσης, του αρραβώνα και του γάμου. (Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, του Βερμήηρ, επικαλούμαι για την περίσταση). Γιατί ο Οικονόμου δεν ξέρει μόνο από οικοδομές, όπως ήδη είπαμε, αλλά ξέρει και από Ιστορία, Κοινωνιολογία, Ψυχολογία, αλλά και από μαγειρική και γευσιγνωσία ακόμα.

Τελικά τι είναι ο κ. Βασίλης; Γιατί ο συγγραφέας μας βάζει αυτόν τον ανθρωπάκο κεντρικό ήρωα στο έργο του; Η απάντηση είναι απλή. Γιατί αυτός είναι απλός και καθημερινός, ταλαιπωρημένος, μόνος, εγκλωβισμένος σε μια παλιά οικογενειακή ζωή χαμένη, αλλά δεν έχει χάσει την ελπίδα στον άνθρωπο και την ανθρωπιά, την πίστη του στη ζωή και τη χαρά της προσφοράς. Είναι προικισμένος με πολλές χάρες και γνώσεις και διακριτικότητα, και φιλευσπλαχνία και επινοητικότητα. Γιατί μοιάζει σαν να μας λέει πως αυτό που λείπει πιο πολύ από τη ζωή μας είναι η ανθρωπιά. Η πίστη στον άνθρωπο, στο πνεύμα του καλού. Και ο Βασίλης, που βρίσκεται σε κάπως πιο προνομιούχα θέση από τον Καμάλ ή τον Άκη ή το σκύλο του, δεν αφήνεται να τον φάνε τα γρανάζια του εγκλωβισμού. Δεν μεμψιμοιρεί, δεν καταριέται το αγαθό της ζωής. Και το αποδεικνύει σε καθημερινή βάση και ειδικά όταν όλες τις εισπράξεις της ημέρας τις δίνει στο βοηθό του για να πληρώσει το γιατρό επειδή κινδυνεύει η κόρη του. Κι εδώ έγκειται και το σημείο εκείνο που και ο πιο αδιάφορος θα αναγνώριζε: μια μεταστροφή του ρεαλισμού σε ποίηση, όταν όλα όσα υπάρχουν είναι ψίχουλα αλλά είναι όλα. Και ο Βασίλης που τα δίνει όλα δείχνει ότι δεν είναι εγκλωβισμένος, τουλάχιστον, δεν είναι μέσα του. Είναι ελεύθερο πνεύμα, ελεύθερος άνθρωπος που τοποθετεί σε άλλες βάσεις τις αξίες της ζωής.

Ο Οικονόμου αφηγείται λαχανιασμένα, γράφει γρήγορα, η ομιλία του/ η γραφή του τρέχει όπως τρέχει και η σκέψη του. Οι «ιδέες πηδάνε σαν κατσίκια». Είναι επιτυχημένη η μεταφορά για να δείξει ότι είναι ατίθασες και ελεύθερες, δυναμικές και ορμητικές. Τις ελέγχει όμως. Αυτός κινεί τα αόρατα σπαγκάκια για να έχουν την παρουσία τους όλα στο βιβλίο. Και τα κοινωνικά σχόλια για τους ταλαντούχους νέους που δεν μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμα που σπούδασαν. Η «δουλειά δεν είναι υποκατάστατο της ζωής αλλά ένταξη στη ζωή και απόδειξη ότι δεν είσαι παράσιτο, επικίνδυνος, απόκληρος…» Μερικοί όμως, κατά την άποψη του κ. Βασίλη «το μετουσιώνουν σε τέχνη» (στοιχείο αυτοβιογραφικό).

Οι άνθρωποι οι οποίοι αναφέρονται στο βιβλίο, είπαμε ότι είναι άνθρωποι της γειτονιάς. Έγχρωμοι, που η τύχη τους έριξε σ’ αυτή τη γωνιά της γης, την ευλογημένη από τη φύση της και την ταλαιπωρημένη από την ιστορία της και σήμερα ειδικά από την οικονομική της κατάσταση. Οπότε τα σχόλια αλλά και η πιο απλή ματιά του Οικονόμου είναι πολιτική, με την ευρεία έννοια. Και δεν γίνεται αλλιώς. Έτσι ήταν και στο προηγούμενο βιβλίο του έτσι ήταν πάντα. Και το διακείμενό του είναι σοφά επιλεγμένο για να υποβάλει την κεντρική του ιδέα. Παράδειγμα: «ο ήλιος είχε αρχίσει να υψώνεται … Φώτιζε επί δικαίων και αδίκων, επί ζωντανών και νεκρών, επί πλασμάτων αληθινών και της φαντασίας, έστελνε τις ακτίνες του αδιακρίτως σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης…». Βλέπουμε, δηλαδή, ότι ο θεϊκός νόμος ή ο συμπαντικός δεν κάνει διακρίσεις. Εξασφαλίζει τη δημοκρατία επί της γης και των πλασμάτων της, την οποία δεν εξασφαλίζει ο κοινωνικός, αφού μερικοί άνθρωποι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», και έτσι η μεταφορά δείχνει την σημαίνουσα θρησκευτική της καταγωγή.

Ο Βασίλης κάνει μια ανιαρή δουλειά θα λέγαμε. Φωτοτυπεί, αναπαράγει τα χαρτιά των άλλων. Κοιτάζει μέσα στις σκέψεις τους και συνομιλεί με το μηχάνημα που το έχει βαφτίσει «Θάλεια», όχι γιατί του θυμίζει τη μούσα της βουκολικής ποίησης (ο συγγραφέας τη θυμήθηκε πάντως), αλλά γιατί αρχίζει με τη συλλαβή «θαλ» όπως η θάλασσα. Όμως και αυτή η αρνητική αναφορά, και μόνο με τη μνεία της απουσίας της ή της άρνησής της, είναι υποδήλωση νοσταλγίας ενός παραδείσιου τόπου, θαλασσινού ή στεριανού δεν έχει σημασία, που καμιά σχέση δεν έχει με την άχαρη και βρώμικη και υποβαθμισμένη πόλη, όπου ζουν οι άνθρωποι στριμωγμένοι και εγκλωβισμένοι. Όσο για τη συζήτηση με τη Θάλεια «ένας αντικειμενικός παρατηρητής του ορθού λόγου και του ρασιοναλισμού, πολέμιος της μεταφυσικής και του διαφορετικού θα τον κατέτασσε στα εν πολλοίς αχαρτογράφητα πεδία της ψυχιατρικής ή του φανταστικού κόσμου…». Ωστόσο, στην τέχνη αυτά συμβαίνουν. Ο Ρίτσος π.χ. δεν άνοιξε διάλογο με ένα λουλούδι. Ο δημοτικός τραγουδιστής δεν μιλάει με τα βουνά και ο ιππότης με το άλογό του; Ας πάει να λέει ο ρασιοναλιστής. Ο καλλιτέχνης έχει άλλες κεραίες για να συλλαμβάνει τα μηνύματα του κόσμου. Γιατί το μυστηριώδες υπερβαίνει τη λογική και το ανεξήγητο υπερβαίνει τη γνώση. Δεν έχουμε τα εργαλεία για να μάθουμε, πού χάνεται ο σκύλος και ποιος είναι αυτός που του κάνει παρέα τις νύχτες; Τι βλέπουν τα μάτια της «Θάλειας» στα κείμενα που φωτοτυπεί; Γιατί πάει ο Βασίλης σ’ εκείνη την πολυκατοικία; Άσκοπες ερωτήσεις γιατί ούτε ο Βασίλης μπορεί να μιλήσει ανοιχτά, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να μιλήσουν ο σκύλος ή «Θάλεια». Ωστόσο, πίσω από τα υπονοούμενα, η ζωή τρέχει και αυτά που υπονοούνται είναι εξίσου σοβαρά με αυτά που λέγονται.

Είναι συγκλονιστικός ο δραματικός μονόλογος της Μαίρης που αδιαφορεί για τον πόνο οποιουδήποτε, γιατί η Μαίρη είναι σαν πεθαμένη και οι πεθαμένοι δεν πονούν και δεν πάσχουν.

Ο συγγραφέας, όμως, με φιλεύσπλαχνο, άδηλο, χριστιανικό τρόπο καταφέρνει να τακτοποιήσει όλους τους πάσχοντες ήρωές του, γιατί πιστεύει ότι ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται και επειδή η ανθρώπινη αλληλεγγύη δεν έχει χαθεί.

Γι’ αυτό και επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις και με μια έξυπνη στραβοτιμονιά από την πλευρά της ζωής και όχι του θανάτου, φέρνει φως και μεταφορική λιακάδα στον κόσμο και στον απελπισμένο άνθρωπο. Σκέφτηκε κανείς να αυτοκτονήσει στην Κατοχή; (ρωτάει). Όχι! Επομένως, υπάρχει λύση για όλα. Το τσάι που προσφέρει ο Βασίλης σε όποιον μπαίνει στο μαγαζί του, όπως και το φλαμούρι που ήπιε ο Μαρσέλ Προυστ, είναι ίαμα και Θεία κοινωνία.


Related Posts with Thumbnails