© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΠΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

(Μιὰ πρώτη προσέγγιση στὸ θέμα)

Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδος κύριο Χρυσόστομο, ὀφειλή.

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη: 
«Δύο χωρικοὶ ὄρθιοι, πέντε βήματα μακρὰν τοῦ ψητοῦ, τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου, ἵσταντο καὶ συνωμίλουν ζωηρῶς. Εἶχαν εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογομαχήσωσι δι᾽ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμάχοντο ἀπὸ ἐτῶν.
Ἀντικρύ, πρὸς μεσημβρίαν, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς πέντε βράχους, εἰς τρία μονοπάτια καὶ εἰς κρημνόν, εὑρίσκετο τὸ διαφιλονικούμενον χωράφιον. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόμει, κ᾽ ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχεν σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά» (Α. Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος ψάλτης).
Προσέχοντας τὰ παραπάνω, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν  τὴν κορυφαία τῆς Ἀναστάσεως τὴ Νύχτα σὲ κάποιο ἐξωκλήσι τῆς Σκιάθου, παρατηροῦμε ὅτι τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες τους οἱ πιστοὶ δὲν τὶς ἀφήνουν στὸ σπίτι τους, ἀλλὰ τὶς κουβαλοῦν μαζί τους, ὅπως τὶς ἁμαρτίες τους. Κι αὐτὸ δὲ συμβαίνει μονάχα τὴ χρονιάρα αὐτὴ ἡμέρα, ἀλλὰ πάντοτε, γιατὶ πρέπει νὰ γνωρίζουμε, πὼς τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀποτελεῖται ἀπό ἁγίους ἀλλ᾿ ἀπὸ ἀγωνιζόμενους πιστούς. Ὅπως ἐπίσης θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψιν μας καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι δηλαδή, αὐτοὶ οἱ δύο, πρὶν λογομαχήσουν μπορεῖ νὰ προσῆλθαν καὶ νὰ Κοινώνησαν. Ἀκόμα δὲ μπορεῖ,  τὰ ὅσα τοὺς ἀπασχολοῦσαν,  νὰ τὰ γνώριζε κι ὁ παπᾶς, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς συμβούλεψε κιόλας νὰ βροῦν τὴ λύση στὸ πρόβλημά τους,- δυὸ χρόνια τοὺς παίδευε- ὅμως ἐκεῖνοι, ἴσως νὰ μὴν ἔδωσαν καμιὰ σημασία. Ἔπειτα μὴ ξεχνᾶμε ὅτι οἱ τέτοιου εἴδους «πιστοὶ»προσέρχονται «συνηθείας ἕνεκεν καὶ οὐκ εὐσεβείας» (Ἰω. Χρυσόστομος), ὁπότε εἶναι αὐτονόητη ἡ ὅποια τους συμπεριφορά.
Μὲ λίγα λόγια, μέσα στὴ μικρὴ κοινότητα τοῦ νησιοῦ ἤ τοῦ χωριοῦ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κι αὐτὰ τὰ φαινόμενα, κοντὰ στὰ ἄλλα, «τῶν   παντοπωλῶν, μικρεμπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές, τῶν νεοπλούτων τῆς σήμερον, κατὰ πόλεις καὶ κώμας». (Λαμπριάτικος ψάλτης). Πρέπει δὲ νὰ ποῦμε πώς αὐτὰ, τὰ ἄλλα φαινόμενα,  ἦταν χειρότερα τῶν προηγουμένων, ἐπειδὴ ἀλλοίωναν ἐπικίνδυνα τὸ χαρακτήρα τῆς Κοινότητας καὶ τὸν ἐκφύλιζαν. Καὶ γιὰ νὰ τὸ αἰτιολογήσει κανεὶς αὐτὸ δὲν  ἔχει παρὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ κι ἄλλες σελίδες τόσο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅσο καὶ τοῦ Μωραϊτίδη, ὥστε νὰ δεῖ τὰ πράγματα πιὸ καλά. (βλ. π. χ. τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου», ἀλλὰ καὶ τὴ «Σταχομαζώχτρα» τοῦ ἴδιου, ὅπως ἐπίσης τὴ νουβέλα τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη, «Ὁ Δεκατιστής»,, κ. ἄ).  
Ἀλήθεια, πῶς παρεισφρύουν μέσα στὶς μικρές, κλειστὲς κοινωνίες αὐτὰ τὰ φαινόμενα; Εἶναι ἕνα ἐρώτημα ποὺ ἀπαιτεῖ διερεύνηση καὶ μελέτη. Κατὰ τὰ ἄλλα ὁ νοῦς αὐτοῦ ποὺ συντάσσει αὐτὲς τὶς γραμμὲς εἶναι στὸν ἱερέα: αὐτὸν δηλαδὴ ποὺ βλέπει τὸ ἄδικο, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη,  τοὺς βλέπει ὅλους γύρω του, ὡς συμπορευομένους πρὸς τὴ Βασιλέια τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸν καιρὸ τῆς Ἐξόδου συμπορεύονταν μὲ τὸν Μωυσὴ κι ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν γῆ Αἰγύπτου πρὸς τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ( Βλ. Ἐξ. Κεφ. 12 ἑξ.). Ἀκόμα βλ. τὴν προσεχτική, ὄχι φοβισμένη, ὅπως θὰ ἤθελαν κάποιοι, στάση τοῦ ἱερέα στὸ ὄντως σιβυλλικό καὶ ἀποδεχόμενο ἔντιμη μελέτη καὶ θεοσεβῆ ἑρμηνεία παπαδιαμαντικὸ διήγημα,  «Ὁ Γάμος τοῦ Καραχμέτη». Γιατὶ ὅλες αὐτὲς οἱ πονηρὲς καὶ σκοτεινὲς στιγμὲς πρέπει νὰ ξέρουμε, πὼς ἀπὸ μιὰ ἀποστολικὴ φράση κρέμονται καὶ μέσω αὐτῆς ἀνοίγονται στὸν κόσμο. «Ὅς πάντας ἀνθρώπους θέλειν σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀλήθείας ἐλθεῖν» ( Α΄ Τιμ. 2.4) 
Εἶναι φορὲς ποὺ ἀκοῦμε ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς πολλὰ καὶ παράδοξα. Ὅπως, ὅτι συντασσόμαστε μὲ τὴ μερίδα τὴ μιὰ ἤ τὴν ἄλλη, γιατὶ ἀνεχόμαστε τοὺς προσερχομένους. Ἀλήθεια, τὶ ἄλλο νὰ κάνουμε ὅταν ἔχουμε καὶ τὴν ἐντολή  «μετ πσης ταπεινοφροσνης κα πρᾳότητος, μετ μακροθυμας, νεχμενοι λλλων ν γπ» ;  (Ἐφ. 4, 2). Τὰ συμπεράσματα δικά σας...

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Ιόνιος ταλαιπωρία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Την περασμένη βδομάδα και για εφτά μέρες βρέθηκα στην Κέρκυρα, όπου συμμετείχα με ανακοίνωσή μου στο Ι΄ Πανιόνιο Συνέδριο, το οποίο έγινε στον τόπο που ξεκίνησε και πολύ σωστά καθιερώθηκε σαν θεσμός, το πανέμορφο και όμαιμο με το δικό μας, όπως και με όλα τα άλλα Επτάνησα, νησί των Φαιάκων.

   Δεν θέλω να παρουσιάσω σ’ αυτό το κείμενό μου την σημαντικότατη αυτή εκδήλωση για μας τους Ιόνιους, ούτε να εξάρω την εκ των προτέρων ουσιαστική σημασία της, η οποία και γνωστή είναι σε όσους αγαπούν αληθινά αυτόν τον ιδιαίτερο τόπο του δυτικού τμήματος της χώρας μας και δεδομένη. Απλά μεταφέρω μιαν εμπειρία μου, γνωστή μεν σε όλους μας, αλλά και πρόσφατο πάθημά μου. Και επειδή άλλο η θεωρία, άλλο η πράξη, επιτρέψτε μου να σας την διηγηθώ.

   Θέλοντας, λοιπόν, εγώ ο Επτανήσιος να πάω στο κέντρο της Περιφέρειάς μας, αυτό που θα έπρεπε να είχε συνεχή πρόσβαση με όλα τα άλλα νησιά, που δικαίως το απαρτίζουν, αναγκάστηκα να διασχίσω Ηλεία, Αχαΐα, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο!!!

   Ξεκίνησα, που λέτε, το πρωί, στις 5.30 από το σπίτι μου, για να προλάβω το πρώτο καράβι των 6 (κάτι που κάνω μόνο το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου κάθε χρόνο, για τον Επιτάφιο) και έφτασα στον προορισμό μου ακριβώς δώδεκα ώρες μετά, δίχως, βέβαια να έχω σταματήσει έστω και για έναν καφέ!

   Αφήστε εκείνα τα βουνά και την αγριάδα, τα οποία εγώ ο δύσμοιρος νησιώτης, αναγκάστηκα να βλέπω και κυριολεκτικά με πλάκωναν για ώρες, μια και είμαι μαθημένος στην απεραντοσύνη της θάλασσας και την ηρεμία του κάμπου.

   Είναι αδιανόητο, φίλοι μου, να λειτουργήσει Περιφέρεια, δίχως επαφή μεταξύ της. Μα θα μου πείτε και με το δίκιο σας: Εδώ για να πας στην διπλανή Κεφαλονιά, που την βλέπεις από το παράθυρο του σπιτιού σου, αν δεν έχει ανοίξει η γραμμή της Πεσάδας, θέλεις μια μέρα ολόκληρη και συ μου θέλεις να έχεις συγκοινωνία του Νότου με τον Βορρά;

    Απαίτηση; Ε, όχι! Σαν φορολογούμενος πολίτης και μάλιστα σαν γνήσιος Επτανήσιος, ο οποίος πρώτη φορά στην μακραίωνη ιστορία του πληρώνει χαράτσι, μια και ο τόπος μου ευτύχησε, όπως και ο Ανδρέας Κάλβος στον «Φιλόπατρί» του τονίζει, να μην έχει ποτέ κατακτηθεί από Τούρκο, θεωρώ υποχρέωση των διοικούντων να μου παρέχουν την ευκαιρία να κινούμαι άνετα στην πατρίδα μου, γιατί για 'με πατρίδα μου είναι όλα τα Επτάνησα, ακόμα και τα απομακρυσμένα Κύθηρα, που μας ενώνει κοινός πολιτισμός και κοινή ιστορία!

   Με λίγα λόγια (και με καταλαβαίνουν όλοι αυτοί που ειλικρινά αγαπούν αυτόν τον τόπο και γνωρίζουν την ιστορία του) το αθηνοκεντρικό κράτος μού στέρησε κυριολεκτικά όλα αυτά που είχα, σαν Ιόνιος και με ισοπέδωσε, εφαρμόζοντας απάνθρωπα τον νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων. Και επειδή και εδώ συνέβη ό,τι και με τις συγχωνευμένες επιχειρήσεις, έχασε η πιο αδύναμη, δηλαδή η δική μου, άλλο αν κάποτε είχε λύσει πολλά προβλήματά της και είχε κάνει σημαντικά βήματα πιο μπροστά από την σημερινή πραγματικότητα.

   Το πρόβλημα το έχουν καταλάβει και άλλοι και συχνά το έχουν θίξει, αναζητώντας την λύση. Αυτή, όμως, πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη και μετά από σκέψη και όχι προσωρινή και κοντόφθαλμη. Και για να γίνω πιο κατανοητός, θα εκθέσω τις σκέψεις μου σαφέστατα.

   Αυτό το πολιτικάντικο και επιδερμικό, όπου κατά καιρούς έχει ακουστεί και στηριχτεί από λαϊκιστές ψηφοθήρες, το να αποτελέσουν, δηλαδή, τα  νησιά μας περιφέρειες με τις απέναντι στεριές και ανιστόρητο είναι και επιζήμιο.

   Τα Επτάνησα, εδώ και αιώνες, απετέλεσαν ενιαίο και αδιάσπαστο χώρο και έτσι πρέπει να παραμείνουν. Η τύχη τους εξελίχτηκε στα ίδια ιστορικά πλαίσια, με ελάχιστες ουσιαστικά διαφορές και είναι τουλάχιστον ατόπημα το να προσπαθήσουμε να τα χωρίσουμε. Εξάλλου, η πρόοδος και ο πολιτισμός δημιουργούνται όπου υπάρχει ιδιαιτερότητα και πολυφωνία και η ισοπέδωση δημιουργεί πνευματικό και οικονομικό θάνατο.

   Εφτά μέρες στην Κέρκυρα αισθάνθηκα πως ζούσα σε δικό μου τόπο και όχι σε ξένο. Το ίδιο συμβαίνει και σαν βρεθώ στην Κεφαλονιά, την Λευκάδα, την Ιθάκη ή τα Κήθυρα, αλλά και σε όλα τα άλλα, μικρότερα Ιόνια νησιά.

   Ο θεσμός των Πανιόνιων Συνενδρίων αυτό ακριβώς επιδιώκει και είναι εκείνος που ενώνει πνευματικά μεταξύ τους τα Επτάνησα.

   Μακάρι αυτό να γίνει και σε όλους τους άλλους τομείς και οι μεθαυριανές κάλπες να εκλέξουν φωτισμένους άρχοντες και πεπαιδευμένους, οι οποίοι θα ενδιαφέρονται πρώτα για τον τόπο και μετά για την καρέκλα τους. Που θα κάνουν το καλό για τους συμπολίτες τους και όχι το θέλημα των από πάνω αφεντάδων τους.

   Θα είναι φρίκη, μετά από τέσσερα χρόνια, που θα γίνει το επόμενο, το ΙΑ΄ Πανιόνιο Συνέδριο στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, εμείς οι Ζακυνθινοί να θέλουμε να πάμε εκεί, ανεβοκατεβαίνοντας δύο καράβια και καταναλώνοντας μία μέρα από τη ζωή μας!

   Οι τρεις Άγιοί μας ας μας απαλλάξουν από αυτή την ταλαιπωρία. Μα, ας κουνήσουμε κι εμείς τα χέρια μας!!!

Παχωμίου Ρουσάνου: ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΕΝ ΣΤΡΟΦΑΣΙΝ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (υπό Αρχιμ. Ευτυχίου Σαρμάνη)


Περιοδικό Θεολογία ΞΗ΄ (1997) 255-283


Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ


(2 Μαΐου 2014)

Προσφιλεῖς μας νέοι,
Χριστός Ἀνέστη!

«Ὡς χαρίεν ἐσθ᾿ ἄνθρωπος ὅταν ἄνθρωπος ᾖ» (Μαίανδρος).

Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μᾶς συνεκέντρωσε σήμερoν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τήν ἕδραν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, κατά τήν χαρμόσυνον αὐτήν πασχαλινήν περίοδον, κατά τήν ὁποίαν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὡς χαρίεντες ἄνθρωποι «Πάσχα κροτοῦμεν αἰώνιον», «Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν».

Ἐκφράζομεν καί διαδηλοῦμεν, λοιπόν, τήν χαράν μας, τήν ἐπαυξάνουσαν τήν πασχαλινήν ἡμῶν εὐφροσύνην, διότι βλέπομεν τά φωτεινά πρόσωπά σας, τά ὁποῖα μᾶς εἶναι ἤδη ἐκ παλαιοῦ γνωστά καί ἀγαπητά, ἀλλά καί διότι γνωρίζομεν καί νέους φίλους, κληρικούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι διακονεῖτε τήν νεότητα εἰς τάς ἀνά τήν οἰκουμένην ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Ἀπευθύνομεν πρός ὅλους σας τόν θερμόν πατρικόν μας χαιρετισμόν καί τήν Πατριαρχικήν μας εὐχήν νά μείνετε πάντοτε ἀκμαῖοι νέοι καί νά συνεχίζετε νά διακονῆτε καί νά κατευθύνετε τήν νέαν γενεάν κατά τάς ἐπιταγάς τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή, κατά τήν ἀποστολικήν προτροπήν, πρός «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ», ὥστε νά λογίζωνται οἱ νέοι «τήν ἀρετήν καί τόν ἕπαινον» (πρβλ. Φιλ. δ΄ 8-9), νά εἶναι ὄντως «χαρίεντες νέοι».

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἰδιαιτέρως, ἀγαπητοί φίλοι, διά τήν ἀνταπόκρισίν σας εἰς τήν πρόσκλησιν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί ἤδη συμμετέχετε τῆς ἐπικαίρου αὐτῆς συναντήσεως ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων καί ἐμπειριῶν. Εἰς τό πρόσωπόν σας εὐχαριστοῦμεν τούς Ποιμενάρχας τῶν θεοσώστων ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι ἀνταπέκριθησαν εἰς τήν πρόσκλησιν ταύτην τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἀπέστειλαν στελέχη τῶν ὑπό τήν εὐθύνην των λειτουργούντων γραφείων νεότητος, πρός ἀνταλλαγήν σκέψεων καί ἐμπειριῶν ἐπί τοῦ ζωτικοῦ θέματος τῆς διακονίας τῆς νεότητος μέ σκοπόν τήν σύστασιν ἑνός δικτύου διά τήν διακονίαν τῆς νεότητος ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὡσαύτως, χαιρετίζομεν τούς ἀντιπροσώπους τῶν Ἁγιωτάτων Ἐκκλησιῶν Κύπρου, Ἑλλάδος καί Ἀλβανίας ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καί εὐχόμεθα εὐχάριστον τήν διαμονήν σας εἰς τήν Πόλιν μας καί παραγωγικόν τόν συμπνευματισμόν σας μετά πάντων τῶν λοιπῶν μετεχόντων.

Ἐμελετήσαμεν προσωπικῶς καί ἐν συνεργασίᾳ μέ τήν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν Νεότητος τοῦ Πατριαρχείου μας καί ἐν συνεχείᾳ εἰς τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον τήν ὀργάνωσιν τῆς ἐκδηλώσεώς μας αὐτῆς, διότι γνωρίζομεν τόν ἀγῶνα τόν ὁποῖον σεῖς καθημερινῶς διεξάγετε διά νά δώσετε εἰς τήν νεότητα μίαν προοπτικήν πνευματικῆς ζωῆς ἐντός μιᾶς κοινωνίας ἡ ὁποία ὁλονέν καί περισσότερον στρέφεται πρός τήν λατρείαν τῆς ὕλης καί τήν περιφρόνησιν τῆς ψυχῆς, ὥστε νά ὁμοιάζῃ συχνάκις μέ τήν Βιβλικήν Βαβυλώνιον κάμινον. Εἰς αὐτήν τήν κάμινον οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν κάτι ἀνώτερον, δηλαδή τήν κοινωνίαν μέ τόν Θεόν καί τήν τήρησιν τῶν σωτηρίων ἐντολῶν Του, ὁμοιάζουν μέ τούς Τρεῖς Παῖδας τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ριφθῆ εἰς αὐτήν ἀπό τόν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα, ἐπειδή ἐπίστευον εἰς τόν δημιουργόν τοῦ παντός Κύριον καί Θεόν.

Καί ἐάν τότε ὁ βασιλεύς, δηλαδή, κατά παραλληλισμόν, ἡ σύγχρονος ἐξουσία, ἀπῄτει τήν λατρείαν τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ σημερινός καταναλωτικός πολιτισμός, ὁ πολιτισμός τῆς πτώσεως, ὅπως εὐστόχως ἔχει χαρακτηρισθῆ, τείνει νά μεταμορφώσῃ κάθε ἄνθρωπον εἰς Ναβουχοδονόσορα, ὁ ὁποῖος λατρεύει τό αὐτοείδωλόν του, καί εἰς τήν θέσιν τοῦ Θεοῦ ἔχει τοποθετήσει τόν ἑαυτόν του. Αὐτόν τόν ἑαυτόν του προσπαθεῖ νά ὑπηρετήσῃ μέ κάθε τρόπον. Καί ἀτυχῶς, ἤδη ἀπό τήν παιδικήν του ἡλικίαν, ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται ὑπό τῆς συγχρόνου κοινωνίας νά ἱκανοποιῇ τάς ἐγωιστικάς ἐπιθυμίας του, πιστεύων ὅτι εἰς τήν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπιθυμιῶν εὑρίσκεται ἡ ἀληθής εὐδαιμονία.

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ἑρμηνεύων τό βιβλίον τῆς Γενέσεως, δηλαδή τήν δημιουργίαν τοῦ σύμπαντος καί τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ νέοι «τό παρόν μόνον ἡδύ ὁρῶντες, τήν μετά ταῦτα ὀδύνην οὐ λογίζονται». Διό καί πρέπει «πολλήν τῆς ἀρετῆς ποιεῖσθαι τήν ἐπιμέλειαν, καί τῆς τῶν νέων σωφροσύνης ἐπιμελεῖσθαι» (Εἰς τήν Γένεσιν ΝΘ΄, P.G. 54, 519).

Αὐτή εἶναι ἀκριβῶς ἀνά τούς αἰῶνας ἡ διδασκαλία τῆς  Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καί ἡ μαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου: Ὅτι δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νά ζήσῃ χριστιανικῶς πρέπει νά μάθῃ νά νεκρώνῃ τόν παλαιόν ἄνθρωπον, «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» αὐτοῦ. «Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καί ἐπιθυμίαν σαρκός οὐ μή τελέσητε. Ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος, τό δέ πνεῦμα κατά τῆς σαρκός˙ ταῦτα δέ ἀντίκειται ἀλλήλοις» (Γαλ. ε΄, 16-18). Τήν μάχην αὐτήν κατά τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς σαρκός ὀφείλομεν νά ἐμφυσήσωμεν ὡς ἀποφασιστικόν στοιχεῖον εἰς τήν ζωήν κάθε νέου ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νά ζήσῃ ἐν Χριστῷ.

Ἡ μάχη αὐτή εἶναι ἡ ἀρετή καί μόνον. «Πάντα μέν ἀνθρώπων, ἀλλότρια τοῦδε βίοιο˙ ἡ δ᾿ ἀρετή βροτέη, τοῦτο μόνον βιοτή» (ὅλα τά πράγματα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ξένα γιά τήν ζωή αὐτή. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀρετή μονάχα, αὐτή εἶναι ἡ ζωή) κηρύττει βιωματικῶς ὁ Θεολόγος Γρηγόριος (Ἔπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΑ΄, Γνωμικά δίστιχα, P.G. 37, 913).

Ἡ Κωνσταντινούπολις, καί ἰδιαιτέρως τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, εἶναι εἷς τόπος ἤ ὀρθότερον, ἕν βίωμα ἀρετῆς.

Ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί ἐπιθυμοῦν μίαν ἡμέραν νά ἐπισκεφθοῦν τήν Πόλιν καί τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν. Θέλουν νά γνωρίσουν τήν ἱστορίαν της, τά περίφημα μνημεῖα της, τήν ὡραιότητά της. Δέν ἐκλαμβάνουν ὅμως τήν Κωνσταντινούπολιν καί τήν ἕδραν τοῦ Πατριαρχείου μας ὡς ἕνα ἀξιοθαύμαστον χῶρον διατηρήσεως τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, ἕν ζωντανόν μουσεῖον περιωπῆς, τό ὁποῖον μᾶς μεταφέρει εἰς τό ἔνδοξον παρελθόν. Τήν βιώνουν ὡς θεσπίσασαν τό δόγμα, κρατοῦσαν καί κηρύττουσαν τήν ὀρθήν πίστιν καί μαρτυροῦσαν τό ὀρθόδοξον φρόνημα, δηλαδή τήν ἀρετήν. Διά τό Πατριαρχεῖον μας καί τήν μαρτυρίαν τῆς διδασκαλίας του ἀνά τούς αἰῶνας θά ἠδύνατο εὐχερῶς νά ἐπαναληφθῇ  ἡ ρῆσις  τοῦ Ἁγίου ἐκ τῶν Πατριαρχῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ μέλος ἐναρμονίσαντος θεολογίας καί ποιήσεως: «Μεσάτη δέ κακῶν ἀρετή κατάκειται ὡς ρόδον ἐν στυγερῇσι καί ὀξείῃσιν ἀκάνθαις» (Ἡ ἀρετή  βρίσκεται εἰς τήν μέσην τῶν κακῶν ὅπως τό ρόδον ἀνά μέσον εἰς τά ἄγρια καί σκληρά ἀγκάθια) (Ἔπη Θεολογικά, Ποίημα Β΄, ὑποθῆκαι παρθένοις, P.G. 37, 594).

Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς ἐπιτυχίας μιᾶς ἐξωτερικῆς δραστηριότητος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν διακονοῦμεν, εἶναι  ἀσφαλῶς ἡ ἔντονος ἐσωτερική, πνευματική καί λειτουργική ζωή. Δηλαδή ἡ «συνομιλία ἐνώπιος ἐνωπίῳ μέ τόν Θεόν». Αὐτή ἡ ζωή ἐν Πνεύματι, ἡ συνοδοιπορία μέ τόν ταφέντα καί ἀναστάντα Κύριον, εἶναι ἡ μυστική πηγή ἀπό τήν ὁποίαν πρέπει νά ἐκπορεύεται κάθε δραστηριότης, ἐάν ἐπιθυμοῦμεν νεολαίαν ὄχι αἰχμάλωτον, ἀλλά βιοῦσαν Πάσχα, δηλαδή ἀνάστασιν. Ἐπιγραμματικῶς ἐπισημαίνομεν καί τονίζομεν: Ἡ ἀνάστασις εἶναι εὐφροσύνη καί χαρά καί ζωή, ἡ αἰχμαλωσία εἶναι καταδίκη, πόνος, θλῖψις, στενοχωρία, πάθος, ἄρνησις τῆς ζωῆς.

Ἐάν ἡ βυζαντινή Κωνσταντινούπολις ἀπετέλεσε μίαν ἐξαιρετικήν ἑστίαν πολιτισμοῦ, ἐμποτισμένην μέ τάς ἀξίας τοῦ Εὐαγγελίου, δέν εἶναι ἐπειδή ἐδῶ οἱ χριστιανοί καί οἱ κληρικοί αὐτῆς ἔκτιζον Ἁγίας Σοφίας, ἁγιογραφοῦσαν ψηφιδωτά καί τοιχογραφίας, καλλιγραφοῦσαν χειρόγραφα, ἄνοιγαν σχολεῖα, ἐσμίλευον θαυμαστά ἔργα μικροτεχνίας, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἐπεζήτησαν πρῶτον νά κυριαρχήσουν εἰς τά πάθη των καί νά ἐμποτισθοῦν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπιτυγχάνοντες τήν ἐντός τῆς καρδίας «βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καί τήν μυστικήν εἰρήνην τῆς  χαρᾶς τῆς ἀναστάσεως, τήν ὁποίαν οὐδεμία τεχνολογική πρόοδος καί οὐδεμία ἐπιστήμη δύνανται νά προσφέρουν.

Ὅταν, λοιπόν, ὁμιλῶμεν διά τήν πνευματικήν παράδοσιν, τήν ὁποίαν καταβάλλομεν προσπαθείας ὅλοι οἱ ἐργάται τῆς Ἐκκλησίας μας, νά κρατήσωμεν, ἐννοοῦμεν μίαν ζωντανήν μυστικήν καί μυστηριακήν ἀνάμνησιν τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων, ἐννοοῦμεν  τόν χαρίεντα ἄνθρωπον τοῦ ἀρχαίου Μαιάνδρου, δηλαδή τό «μέγα τραῦμα», τόν ἄνθρωπον καί τήν  αἰχμαλωσίαν του, τόν ὁποῖον ἄνθρωπον ἴασεν ὁ Χριστός μέ τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασίν του (πρβλ. τροπάριον ἀκολουθίας Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ) καί τόν κατέστησεν ἀληθῶς χαρίεντα.

Αὐτή ἡ ἀναστάσιμος καί χαρίεσσα παράδοσις, τήν ὁποίαν οἱ νέοι, ἡ ἐλπίς τοῦ μέλλοντος τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας μας, καλοῦνται νά διατηρήσουν καί νά συνεχίσουν, δέν εἶναι στατική ἤ φονταμενταλιστική ἤ προσωποκεντρική, ἀλλά μετάδοσις  ζωῆς αὐθεντικῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Ὁ φανατισμός καί ὁ φονταμενταλισμός εἶναι ἔννοιαι ξέναι εἰς τήν παράδοσιν καί εἰς τό σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Δυστυχῶς σήμερον μέ πολλήν λύπην διαπιστοῦμεν τήν ἐκδήλωσιν τοιούτων φαινομένων φονταμενταλισμοῦ, ἐθνικοῦ καί θρησκευτικοῦ, παγκοσμίως, ἰδιαιτέρως ὅμως ἐσχάτως εἰς τόν χῶρον τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, τά ὁποῖα ἤδη ἔχουν στοιχίσει αἵματα πολλά καί ἔχουν ἐπιφέρει τήν ἐγκατάλειψιν ὑπό μεγάλου ἀριθμοῦ χριστιανῶν τῶν τόπων εἰς τούς ὁποίους διά πρώτην φοράν διεδόθη τό μήνυμα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Ὀφείλομεν, λοιπόν, νά εὐαισθητοποιηθῶμεν ὅλοι, καί ἰδιαιτέρως ἡ  νεότης, νά μή ἀδιαφορῶμεν εἰς τά φαινόμενα αὐτά, ἀλλά νά πράττωμεν ὅ,τι δυνάμεθα διά τήν ἐνίσχυσιν τῶν ἀδελφῶν μας χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται αὐτήν τήν στιγμήν ἀκόμη ὑπό διωγμόν καί ὑπό καθεστώς φόβου καί τρόμου.

Παρακολουθοῦμεν, μέ ἐνδιαφέρον καί χαράν τήν πρόοδόν τοῦ ἔργου σας καί τάς ἐκφράσεις τῆς γνησίας ἀγάπης σας διά τήν Ἐκκλησίαν καί τό Πατριαρχεῖον μας. Εὐχόμεθα ἐκ βάθους καρδίας τό σεμινάριον, τό ὁποῖον ἀρχίζει σήμερον νά ἀποτελέσῃ ἀφορμήν  καλλιτέρας καί μεγαλυτέρας συνεργασίας μεταξύ τῶν διακονούντων τήν Ὀρθόδοξον Νεότητα ἐργατῶν. Νά ἀποτελέσῃ, δηλαδή,  ἀφορμήν καρποφόρου προβληματισμοῦ διά τῆς ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων καί σκέψεων, οὕτως ὥστε νά καλλιεργηθῇ ἕνα κοινόν βίωμα, ἕνα κοινόν φρόνημα, τό φρόνημα τῆς ὀρθοδόξου νεότητος, τό ὁποῖον ἐκφράζεται μέ τήν ὀρθόδοξον χριστιανικήν ζωήν, ὥστε νά γινώμεθα ὅλοι, νέοι καί πρεσβύτεροι, συνεχισταί τοῦ πνεύματος τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας.

Ὅταν προσλάβωμεν  τό κοινόν τοῦτο φρόνημα τῶν Πατέρων, ὡς τό περιγράφουν οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί σύμπας ὁ χορός τῶν ἁγίων Πατέρων, καί τό καλλιεργήσωμεν, θά  δυνηθῶμεν νά αἰσθανώμεθα τό ἔγγισμα καί τό ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ καί θά ἔχωμεν μίαν ἑνιαίαν φωνήν, καί ἕνα κοινόν δεσμόν, ὁ ὁποῖος δέν θά ἐπηρεάζεται ἀπό τάς γεωγραφικάς ἀποστάσεις καί τάς μεταξύ  ἡμῶν γλωσσικάς, πολιτιστικάς, ἐθνικάς καί κοινωνικάς διαφοράς.

Ἰδού τό ἐνώπιόν σας ἱερόν ἔργον, ἀδελφοί καί τέκνα, τό ὁποῖον συνίσταται εἰς τήν ἐπιτυχίαν τῆς διδασκαλίας εἰς τούς νέους ἀνθρώπους νά ἐμπιστεύωνται τόν Θεόν: «Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».  Ἐπιγραμματικῶς: τό ἔργον σας ἔγκειται εἰς τήν ἐπιτυχίαν τῆς  ἐμπειρίας  νά θέλουν οἱ νέοι νά ἀγαποῦν καί ὄχι νά τούς ἀγαποῦν.

Εἶναι προτιμότερον, ἀντί νά ὁμιλῶμεν περί τοῦ Θεοῦ εἰς τούς νέους, νά βιώνωμεν τόν Θεόν καί νά τούς ἀγαπῶμεν. Νά τούς μάθωμεν νά ζοῦν εἰς ἀδιάλειπτον κοινωνίαν μέ τούς ἁγίους, εἰς ἕνα κόσμον μεταμορφούμενον πέραν τῆς καθημερινότητος.

Μεγάλην σημασίαν, διά τούς νέους εἰδικώτερον, ἔχει τό πρόσωπον τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Τοῦτο τό μυστήριον ἠμπορεῖ νά βιωθῇ μέ οἱονδήποτε πνευματικόν, ἀλλά γίνεται πλέον εὔγλωττον, ὅταν ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος εἶναι ἐξησκημένος εἰς τά τοῦ Θεοῦ καί προικισμένος εἰς τήν καθοδήγησιν πιστῶν. Ἡ πνευματική πατρότης εἶναι μία ἁρμονική συνεργία τοῦ προσερχομένου πιστοῦ, καί εἰδικῶς τοῦ νέου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέτει τάς πνευματικάς βάσεις δι᾿ ὅλην του τήν ζωήν, καί τοῦ πνευματικοῦ πατρός, μέ σκοπόν τήν παιδαγωγίαν τῆς ἐλευθερίας καί τήν καλλιέργειαν τῆς προσωπικότητος.

Ἡ μαθητεία αὐτή εἰς ἕνα πνευματικόν πατέρα δέν ὁδηγεῖ -καί δέν πρέπει νά ὁδηγῇ- εἰς προσωπολατρείαν, ἀλλά εἰς πνευματικήν καρποφορίαν, διά τῆς ταπεινώσεως καί τῆς ἀνδρείας. Ὁ γνήσιος πνευματικός πατήρ σέβεται τήν προσωπικότητα τοῦ νέου καί  ἀπόδειξις τοῦ σεβασμοῦ τούτου εἶναι ὅτι οὐδέποτε ἐπιθυμεῖ ἤ ἐπιδιώκει νά λάβῃ ὁ  ἴδιος ἀποφάσεις ἀντί τοῦ προσερχομένου εἰς αὐτόν. Ἡ πρωτοβουλία διά τήν πορείαν πρός τόν Θεόν ἀνήκει εἰς τούς νέους. Ὁ πνευματικός εἶναι τό στήριγμα εἰς αὐτήν τήν πορείαν.

Ἀγαπητοί ὑπεύθυνοι καί ἐκπρόσωποι τῶν γραφείων νεότητος τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων καί τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,

Πέραν τῶν ἀνωτέρω σκέψεων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τά προβλήματα τῶν νέων σήμερον καί εἰς τόν τρόπον ἀποδοτικῆς προσεγγίσεως αὐτῶν, ἐπιθυμοῦμεν νά σᾶς μεταφέρωμεν ὡρισμένας ἐμπειρικάς σκέψεις καί προτροπάς ἡμῶν, ἀποβλεπούσας εἰς τήν ἀποδοτικωτέραν ὀργάνωσιν καί ἐπιτέλεσιν τοῦ σπουδαίου ἔργου σας, ὥστε νά διαπιστώνετε καί νά διακρίνετε: «ποιός κρύβεται μέσα στό δειλινό καί συνεχῶς ἀνεβάζει τούς δεῖχτες;» (Αὐστραλίας Στυλιανός).

Σκοπός τῆς συναντήσεώς μας, εἶναι νά ἀνταλλάξωμεν τούς προβληματισμούς μας διά τήν ἀποτελεσματικωτέραν ὀργάνωσιν καί προσφοράν τῶν Γραφείων Νεότητος τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, διότι, ὡς γνωστόν, ἀπό τήν ἐπιτυχίαν τῆς ἀγωγῆς τῶν νέων ἐξαρτᾶται ἐν πολλοῖς ἡ ἀνάδειξις πιστῶν ἐργατῶν εἰς τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου ἀλλά καί πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Γνωρίζετε, βεβαίως, ὅτι ὁ ἐχθρός τῆς Ἐκκλησίας προσπαθεῖ νά παγιδεύσῃ κυρίως τήν ἄπλαστον ἀκόμη νεότητα καί νά τήν παρασύρῃ εἰς τόν δρόμον τῆς ἀδιαφορίας διά τήν πίστιν καί τοῦ κακοῦ γενικώτερον, καί ὅτι ἀσφαλῶς καθῆκον μας εἶναι νά προσπαθήσωμεν νά διατηρήσωμεν τήν ἔμφυτον καθαρότητα τῶν διαθέσεων καί τῶν ψυχῶν τῶν νέων ἀλλά καί νά προσπαθήσωμεν νά ἀνορθώσωμεν νέους παρασυρθέντας εἰς τά μύρια καταστροφικά μονοπάτια, τά ὁποῖα αἱ σειρῆνες τοῦ κόσμου διατυμπανίζουν ὡς τά πλέον εὐχάριστα καί ἑλκυστικά δι᾿ αὐτούς.

Ἑπομένως, τό σεμινάριόν μας ἔχει νά κάνῃ ἕνα θεμελιῶδες ἔργον. Πρέπει νά καταστρώσῃ τάς βασικάς κατευθυντηρίους γραμμάς, ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων θά κινηθοῦν κατά τά προσεχῆ ἔτη αἱ προσπάθειαι τῶν Γραφείων Νεότητος. Ἀσφαλῶς, κατά περιόδους θά πρέπει νά συζητῶνται τά ἀποτελέσματα τῶν χαραχθεισῶν δράσεων καί νά γίνωνται αἱ πρέπουσαι ἀναθεωρήσεις καί βελτιώσεις, μέ κριτήριον τά πορίσματα τῆς ἀποκτωμένης πείρας.

Τά εἰς τήν διάθεσίν μας μέσα εἶναι κατά τό πλεῖστον γνωστά. Ὁ προφορικός λόγος, ὁ ὁποῖος ἐκφέρεται  κατά διαφόρους συνάξεις, καί ὁ ὁποῖος ἔχει τό μειονέκτημα ὅτι γίνεται ἀκουστός ἀπό σχετικῶς περιωρισμένον ἀριθμόν νέων καί δή αὐτῶν οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τάς συνάξεις. Παραλλήλως, ὑπάρχει δυνατότης ἐκφορᾶς προφορικοῦ λόγου, μέσῳ ραδιοφωνικῶν ἐκπομπῶν, καί ἐσχάτως προφορικοῦ ἤ καί γραπτοῦ λόγου μέσῳ τοῦ Διαδικτύου. Ἀσφαλῶς, ὅλοι ἔχομεν προβληματισθῆ καί σκεφθῆ πιθανάς βελτιώσεις τῶν μεθόδων καί τοῦ περιεχομένου τοῦ λόγου τούτου καί περί τῶν τρόπων προσελκύσεως τῶν νέων εἰς τό νά ἀκροασθοῦν τόν λόγον αὐτόν, διότι ὁ διαθέσιμος χρόνος τῶν περισσοτέρων νέων εἶναι μικρός καί ἡ προσέλευσις εἰς τάς συνάξεις ἔχει τάς δυσχερείας της.

Ἡ καταλληλοτέρα χρῆσις τοῦ γραπτοῦ καί ἐντύπου λόγου, εἰδικῶς τοῦ ἀπευθυνομένου πρός τούς νέους, πρέπει ἐπίσης νά γίνῃ ἀντικείμενον ἐμπεριστατωμένης μελέτης. Ἐνδεχομένως, ἡ μετάφρασις ἐπιτυχῶν ἐκδόσεων διά νέους ἀπό μιᾶς γλώσσης εἰς ἄλλην ἤ ἄλλας νά εἶναι ἀναγκαία καί χρήσιμος. Ἐφ᾿ ὅσον βεβαίως τά σχετικά κείμενα ἤθελον κριθῆ καί ἀποδειχθῆ ἑλκυστικά καί κατατοπιστικά διά τούς νέους.

Τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἐξαίρωνται ὡς πλήρη ἀγάπης καί συγχωρήσεως καί ἀποδοχῆς τῆς μετανοίας καί ἡ μετάνοια νά χαρακτηρίζεται ὡς χαροποιός κάθαρσις, καί ἀπαλλαγή ἀπό καταθλίψεων καί ἄγχους. Διότι ἐνίοτε ἡ εἰκών τοῦ μετανοοῦντος περιγράφεται ὡς θλιβερά, ἐνῷ κατ᾿ ἀλήθειαν εἶναι χαροποιός.

Ἡ συμμετοχή τῶν νέων εἰς τήν λατρείαν πρέπει νά συνιστᾶται καί εἰ δυνατόν νά ὀργανώνωνται λατρευτικαί συνάξεις εἰς τόπους καί χρόνους οἱ ὁποῖοι νά εὐνοοῦν τήν προσέλευσιν τῶν νέων.

Εὐνοϊκόν ἀποτέλεσμα ἐλπίζομεν ὅτι θά εἶχεν ἡ ὀργάνωσις ἀνταλλαγῶν νέων ἐκ διαφόρων Ἱερῶν Μητροπόλεων ἤ Ἐκκλησιῶν, διότι ἡ ἀναπτυσσομένη φιλία καί αἱ ἀγαθαί ἀναμνήσεις συμβάλλουν εἰς τήν διατήρησιν τοῦ ζήλου διά τήν πνευματικήν καλλιέργειαν καί διά τήν ἀποφυγήν τῶν κακῶν συναναστροφῶν.

Περαιτέρω, ἡ ὀργάνωσις κατασκηνώσεων ἤ φιλοξενιῶν εἰς ἐνδεχομένως διαθέσιμα κατάλληλα καταλύματα καί ὁ ἐμπλουτισμός αὐτῶν διά ὠφελίμων προγραμμάτων πνευματικῶν ἐνασχολήσεων δύναται, ὅπου αἱ συνθῆκαι τό ἐπιτρέπουν, νά χρησιμοποιηθῇ.

Ἐπί πλέον, κάθε ἄλλη ἐφαρμόσιμος ἰδέα ἠμπορεῖ νά χρησιμοποιηθῇ καί ἀσφαλῶς ἡ ἀνταλλαγή ἀπόψεων περί τῆς ἐφαρμογῆς ἀναλόγων πρωτοβουλιῶν θά εἶναι καρποφόρος, διότι θά ἐμποδίσῃ τήν ἐφαρμογήν ἀνεπιτυχῶν προγραμμάτων ἤ θά ἐμπλουτίσῃ μερικάς ἀρχικάς ἰδέας, ὥστε κατά τήν ἐφαρμογήν των νά γίνουν ἑλκυστικώτερα καί ἀποδοτικώτερα.

Ὅλα αὐτά προϋποθέτουν στενοτέρας ἐπικοινωνίας καί συνεργασίαν τῶν ὑπευθύνων νεότητος τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων διά τήν ἀνταλλαγήν σκέψεων καί ἰδεῶν, ὥστε καί βεβιασμέναι πρωτοβουλίαι νά ἀποφεύγωνται καί ὅσα γίνονται νά ἔχουν ἐπαρκῶς ζυγισθῆ καί ἐκτιμηθῆ καί βελτιωθῆ ἐν σχέσει μέ τήν ἀρχικήν σύλληψίν των.

Ἡ Ἐκκλησία μας χρησιμοποιεῖ πάντα τά εἰς τήν διάθεσίν της μέσα διά νά συνομιλῇ μετά τῶν πιστῶν καί νά τούς μεταφέρῃ τό χαρμόσυνον μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐχρησιμοποίησεν ἀνέκαθεν τόν προφορικόν καί τόν γραπτόν λόγον, τό βιβλίον, τήν ἀλληλογραφίαν, τήν εἰκονογραφίαν, τήν ἀρχιτεκτονικήν , τά σύμβολα, τήν μουσικήν.

Ἤδη εἰς τήν ἐποχήν μας ἐνεφανίσθη ἕνας ἀκόμη τρόπος ἐπικοινωνίας, τό Διαδίκτυον. Τό Διαδίκτυον προσφέρει πολλάς καί ποικίλας δυνατότητας, ἰδίως εἰς τόν τομέα τῶν κοινωνικῶν δικτυώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς δύνανται νά χρησιμοποιηθοῦν. Ἀπαιτεῖται βεβαίως μεγάλη προσοχή καί περίσκεψις ὡς πρός τόν τρόπον καί τό ἦθος τῶν ἐπικοινωνιῶν αὐτῶν, διότι ἐνέχουν καί κινδύνους, ὅπως ὅλα, ἄλλωστε, τά μέσα. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή κυκλοφοροῦν καί ἐπιβλαβῆ βιβλία, δέν θά ἐκδίδῃ ἡ Ἐκκλησία τά ὠφέλιμα. Δηλαδή, δέν σημαίνει ὅτι, ἐπειδή τά κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιοῦνται ἀπό κακοποιούς ἤ ψευδολόγους ἤ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά πλανήσουν τούς νέους, δέν πρέπει νά τά χρησιμοποιήσῃ καί ἡ Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως μάλιστα, πρέπει νά τά χρησιμοποιήσῃ εὐρέως, ὥστε ὁ ἐνδιαφερόμενος νά εὑρίσκῃ εἰς τό Διαδίκτυον τόν ἰστοχῶρον ὁ ὁποῖος ἱκανοποιεῖ τά πνευματικά ἐνδιαφέροντά του. Ὁ χρόνος τόν ὁποῖον θά ἀφιερώσῃ ἕνας πνευματικός διά νά ἐπικοινωνήσῃ μέσῳ τοῦ Διαδικτύου καί ἰδίως μέσῳ τῶν κοινωνικῶν δικτυώσεων μέ τούς νέους, ἐάν βεβαίως ὑφίσταται μεγάλη γεωγραφική ἀπόστασις μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ συνομιλητοῦ του, δυνατόν νά ἀποβῇ χρησιμώτατος καί ἀποτελεσματικώτατος, ἐάν ὁμιλῇ κατά Θεόν καί δέν προβάλλῃ προσωπικάς του ἀπόψεις. Τό Διαδίκτυον προσφέρει καί τήν δυνατότητα τηλεδιασκέψεων μεταξύ τῶν ὑπευθύνων νεότητος εἰς τακτά χρονικά διαστήματα πρός ἀνταλλαγήν ἀπόψεων ἐπί διαφόρων θεμάτων, χωρίς μάλιστα ἔξοδα ταξιδίων καί σπατάλην χρόνου.  Εἰς τό σημεῖον βεβαίως τοῦτο πρέπει νά προσεχθῇ μία σοβαρά παράμετρος: Ἐπειδή τό διαδίκτυον προσφέρει πολλάς τεχνικάς δυνατότητας, ἀκόμη καί τήν δι᾿  εἰκόνος ἐπικοινωνίαν, δέν θά πρέπει νά ὑποκαταστήσῃ τήν πρόσωπον πρός πρόσωπον ἐπικοινωνίαν, διότι ὑφίσταται ὁ κίνδυνος ὁ νέος, καί δή ὁ ἔφηβος, νά ἐγκλωβισθῇ εἰς μίαν εἰκονικήν πραγματικότητα καί νά δημιουργηθῇ ἐθισμός ἀλλά καί ἀπόμονωσις ἀπό τήν πραγματικότητα καί τήν ζωήν.

Δι᾿ ὅσων εἴπομεν, ἐθίξαμεν ἀκροθιγῶς ὡρισμένα θέματα τά ὁποῖα ἐνδέχεται νά σᾶς ἀπασχολοῦν ὡς ὑπευθύνους νεότητος τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεών μας. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα θέματα τά ὁποῖα δύνανται καί πρέπει νά σᾶς ἀπασχολήσουν. Ἴσως μάλιστα εἶναι ὥριμοι αἱ συνθῆκαι διά τήν πραγματοποίησιν ἑνός μονίμου συνδέσμου τῶν ὑπευθύνων νεότητος τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, κατά τό ἐπιτυχές πρότυπον τῆς ἀντιστοίχου ἑνότητος τῶν ὑπευθύνων τῆς Ποιμαντικῆς διά τόν χῶρον τῆς Ὑγείας.

Δέν χρειάζεται νά σᾶς κουράσωμεν περισσότερον. Αἱ γενόμεναι νύξεις καί ἡ πεῖρα σας θά φέρουν εἰς τό προσκήνιον καί πολλά ἄλλα θέματα σχετιζόμενα μέ τήν ἀγωγήν τῆς νεότητος, τά ὁποῖα ὅλα εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέροντα. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ κατάλληλος ἀγωγή τῆς νεότητος ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν διά τήν ἀνάδειξιν καλῶν ἐνηλίκων.

Μέ αὐτάς τάς σκέψεις καί πατρικάς συμβουλάς καί προτροπάς, εὐχόμεθα καλήν ἐπιτυχίαν εἰς τάς ἐργασίας τοῦ  Συνεδρίου μας καί  ὅπως ὁ ἀναστάς Κύριος τάς εὐλογήσῃ πλουσίως, ὥστε νά εἶναι δι᾿  ὅλους ἐποικοδομητικαί καί νά συντελέσουν εἰς τόν καλλίτερον συντονισμόν τῆς διακονίας, τήν ὁποίαν προσφέρει ἡ Ἐκκλησία μας εἰς τήν Ὀρθόδοξον Νεότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Σᾶς εὐχόμεθα τόν θεῖον φωτισμόν εἰς τό ἔργον σας καί τήν διά τῶν συζητήσεών σας συναγωγήν καλῶν καί ἐφαρμοσίμων συμπερασμάτων ὡς πρός τήν ἐπιτυχεστέραν κατά Θεόν ἄσκησιν τῶν λίαν ὑπευθύνων καθηκόντων σας.

Ἡ Χάρις καί τό πλούσιον Ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος καί τήν φθοράν καί τόν θάνατον τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς ἀναστάσεώς Του καταργήσαντος, εἴθε νά ἐνοικῇ πλουσίως εἰς τάς καρδίας καί τάς διανοίας σας, καί νά κατευθύνῃ τά διαβήματα καί τά ἔργα σας εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Ἀμήν.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Ecumenical Patriarch Bartholomew: Keynote Address at the International Youth Forum


(May 2, 2014) 

Beloved youth leaders and representatives, Christ is risen!

“How happy human beings are when they are truly human.” (Maiandros)

The love of the risen Christ has today assembled us in Constantinople, the sacred see of the Mother Church, during this joyous paschal period when Orthodox Christians, as happy human beings, “celebrate the eternal Pascha,” “the great Pascha, the Pascha of the faithful.”

Therefore, we express and declare our joy, which increases with our paschal delight, because we see your radiant faces, which are already familiar and beloved to us from a long time ago, but also because we are meeting new friends, clergy and laity, that serve our youth in the eparchies of our Ecumenical Patriarchate throughout the world. We address our fervent paternal greeting to all of you, together with our Patriarchal wish that you always remain vibrant young men and women, continuing your service in directing the younger generation according to the commandments of the Lord’s Gospel, namely according to the apostolic exhortation “to promote whatever is true, whatever is honorable, whatever is just, whatever is pure, and whatever is beloved,” so that our young people may be “gracious and worthy of praise” (Phil. 4.8) and truly be “happy.”

We particularly thank you, dear friends, for responding to the invitation of the Mother Church in order to participate in this timely forum for an exchange of opinions and experiences. In you, we are grateful to the Hierarchs of the eparchies of the Throne, who honored the request of the Ecumenical Patriarchate to send leaders responsible for their respective Youth Offices in order to deliberate on the vital subject of ministering to our youth with a view to establishing a youth network with the blessing of the Ecumenical Patriarchate. Moreover, we welcome the representatives of the most holy Churches of the Throne, Cyprus, Greece and Albania, and we wish all of you a pleasant stay in our City as well as a productive fellowship among yourselves.

*   *   *

We have explored the structure of this forum, both personally and in cooperation with the appropriate Committee on Youth of our Patriarchate as well as with the Holy and Sacred Synod. This is because we acknowledge the struggle that all of you experience on a daily basis in order to provide a spiritual perspective to our youth within a society, which is increasingly oriented toward the worship of matter and denial of the soul. Within the “Babylonian furnace” of contemporary society, young people seek something more, something higher, namely communion with God and fulfillment of His saving commandments. In this respect, young people resemble the Three Children in the Bible who were cast into the furnace by king Nebuchadnezzar because they believed in the divine Creator of all things. Much like king Nebuchadnezzar then, modern powers demand self-worship through our consumer society, our fallen civilization, which seeks to replace God with ourselves. Unfortunately human beings are taught from early childhood to satisfy their selfish desires, believing that such satisfaction leads to genuine happiness.

In his commentary on the Book of Genesis, St. John Chrysostom observes that young people “only see the sweetness of the present and do not consider the painful consequences.” So we must, as he adds, “be concerned with teaching young people about virtue and moderation.” (On Genesis59, PG 54.519)

This is precisely the teaching of our Orthodox Church through the centuries and the witness of our Ecumenical Patriarchate. We believe that whoever desires to lead a Christian life must learn to surrender the fallen nature “with its passions and desires.” “But I say, walk by the Spirit, and do not gratify the desires of the flesh. For the desires of the flesh are against the Spirit.” (Gal. 5.16-17) This opposition to the desires of the flesh must be inspired as a decisive factor in the life of every young man and woman seeking to live in Christ.

Indeed, this opposition is precisely what virtue is about. “All human affairs are foreign to this life. It is only virtue that comprises the fullness of life,” as St. Gregory the Theologian teaches from experience. (Poem 31, PG 37.913)

*   *   *

Constantinople, and especially the Ecumenical Patriarchate, is a place and experience of virtue. All Orthodox Christians hope one day to visit this City and Mother Church. They want to become acquainted with its history, splendid monuments, and beauty. However, they do not perceive Constantinople and our Patriarchate as an admirable space that preserves byzantine civilization, a living museum of prominence, which transmits to us the glory of the past. They experience it as the Sacred Center that established doctrine, preserves and proclaims the true faith, and witnesses to the Orthodox ethos, namely virtue. For our Patriarchate and the witness of its teaching through the ages, we could easily repeat the words of St. Gregory the Theologian, who combined theology with poetry: “Virtue is found in the midst of evil, just as a rose is found among the wild thorns.” (Poem 2, PG 37.594)

*   *   *

One of the necessary prerequisites for a constructive ministry in the Church that we serve is surely an intense internal, spiritual and liturgical life. By this we mean “conversing face to face with God.” The spiritual life, which is a journey with the buried and risen Lord, is the mystical source from which every activity must spring, if we want our youth to experience the resurrection and not be held captive to the passions of the world. In brief we emphasize and underline the following: the resurrection is our joy and life, while being held captive to the passions of the world implies pain, suffering, and denial of life.

If byzantine Constantinople constituted an exceptional model of civilization, imbued with the values of the Gospel, it is not because Christians and clergy here built churches like Haghia Sophia, created frescos and mosaics, decorated manuscripts, opened schools, or carved remarkable works and miniatures. Rather, it is because they first sought to control their passions and to be filled by the Holy Spirit, thereby achieving the “kingdom of God” in their hearts and the mystical peace of the resurrection joy, which no technological progress or science can ever offer.

Thus, when we speak of the spiritual tradition, which all of us endeavor to preserve as laborers in the Church, we mean a living, mystical and sacramental remembrance of the lives of the Saints; we mean the happy human being of ancient Maiandros, namely the “great wound” of humanity that was healed by Christ with his resurrection from the dead (cf. the Troparion of Thomas Sunday), thereby rendering humanity truly happy.

It is the paschal and joyful tradition, which young people are called to preserve and continue as the future of our Church and society; it is not a static or fundamentalist, or individualistic tradition, but instead involves the transmission of authentic life in Jesus Christ.

Fanaticism and fundamentalism are concepts foreign to our tradition and the body of the Orthodox Church. Today, unfortunately we witness expressions of such fundamentalist phenomena, both nationalistic and religious throughout the world and especially, more recently in the Middle East, where they have cost many lives and resulted in the displacement of many Christians in regions where the message of Christian salvation was first proclaimed. So we are all obliged, and especially young people, to become aware of these phenomena, as well as to do everything that we can to support our Christian brothers and sisters, who are still under the threat of persecution and terrorism.

*   *   *

It is with great interest and pleasure that we follow the progress of your work and expression of your love for the Church and our Patriarchate. We whole-heartedly pray that this forum, which opens today, will become an opportunity for better and greater cooperation among Orthodox youth leaders. We pray that it will serve as an occasion for fruitful deliberation and exchange of opinions so that you may cultivate a common experience, a common mindset, an Orthodox ethos for young people, in order that all of us, young and old, may continue the spirit of the holy Fathers of our Orthodox tradition.

When we embrace and cultivate this common mindset of the Fathers, as described by St. John Chrysostom, St. Gregory the Theologian and all the choir of holy Fathers, we shall be able to perceive the presence of God, sharing a united voice and common bond, which will remain unaffected by geographical distance as well as linguistic, cultural, national, and social differences.

Beloved children in the Lord, this is the sacred challenge that lies before you, namely the ministry of teaching young people to trust God. As we say in the Divine Liturgy: “Let us commit our whole life to Christ our God.” Your work aims at transmitting this experience to young people so that they learn to love and not merely to be loved.

It is preferable for us to know God and love our youth, rather than to speak about God to our youth. We must teach them to live in unceasing communion with the saints so that they can transform this world into heaven.

Of great importance for our young people is the presence and direction of a spiritual father. This mystery may be experienced with any spiritual father, but it is especially meaningful when the spiritual father is someone exposed to divine matters and endowed with the necessary skills to guide the faithful. Spiritual fatherhood is the harmonious synergy between the young believer, who is establishing the spiritual foundations of his or her life, and the spiritual father, who seeks to educate the freedom and cultivate the personality of his spiritual child.

Being a disciple of a spiritual father does not imply – and should never imply – a personality cult, but rather spiritual growth through humility and courage. A genuine spiritual father will respect the personality of his spiritual child, never seeking or desiring to assume decisions on his or her behalf. The initiative for the journey toward God belongs to the spiritual child. The spiritual father is merely a support and model in this journey.

Dear leaders and representatives of the Youth Offices in the holy Metropolises of our Ecumenical Patriarchate,

Beyond these reflections pertaining to the challenges facing our young people today and the way of responding to these effectively, we would like to convey some personal thoughts and admonitions, which might assist you in your sacred ministry by enabling you to discern the signs of our times.

The purpose of this forum is, as we have already noted, to exchange ideas for a more efficient organization and contribution of the Youth Offices throughout the world. As we know, the advancement of our faithful workers in the vineyard of the Lord and members of the Church greatly depends on the success and education of our young people. After all, the enemy of the Church tries to entrap young people in particular, inasmuch as they are still at a formative stage in their life, seeking to sidetrack them toward indifference in their faith and evil in general. So it is surely our obligation and responsibility to preserve the innate purity of the motives and hearts of our young people, endeavoring to restore them from the numerous destructive pathways, to which the sirens of the world loudly and strongly attract them.

Consequently, our forum has a specific and fundamental task. It must lay down basic directions, on the basis of which our Youth Offices can move and act in the years to come. Of course, we will need to discuss these directions periodically and make necessary revisions based on our experience.

The means available to us for the most part are well known. Word of mouth, which we use in various assemblies, but which has the disadvantage of being heard by our relatively limited number of young people, who attend these gatherings. In addition to this, we have the possibility of expressing the spoken word through radio as well as the spoken and written word through the internet. All of us have naturally considered possible methods and strategies for disseminating this spoken and written word, particularly in light of the fact that so many young people have such little time and cannot easily attend such gatherings.

The most appropriate use of the written and printed word addressed to young people must also be the subject of special study. Perhaps the translation of successful youth publications into other languages may prove necessary and beneficial, so long as their contents are deemed to be attractive and informative for young people.

The characteristic features of our Lord Jesus Christ and His Church must be highlighted: namely love, forgiveness, repentance as joyful purification, and freedom from depression and stress. For the image of the repentant believer is sometimes described as sorrowful, whereas in truth it is joyful.

The participation of young men and women in our Church’s worship is critical, and we must try to organize liturgical services in places and times that facilitate the attendance of young people.

We feel that it would be very beneficial to organize exchanges between young people from various Metropolises or Churches because positive friendships and favorable memories contribute to the preservation and cultivation of spiritual fellowship.

Moreover, organizing camps and hospitality in appropriate locations, as well as enriching programs with spiritual content, are also very helpful.

Furthermore, any appropriate and applicable idea, including the exchange of pertinent initiatives, is always fruitful inasmuch as it prevents negative programs and enriches more effective activities.

All these things presuppose a closer communication and cooperation among the youth leaders of our holy Metropolises in order to avoid hasty initiatives, thereby permitting a better and balanced assessment of activities.

Our Church adopts every available means in order to converse with its faithful and convey to them the joyful message of the Gospel. This is why it has traditionally used both the spoken and written word, as well as iconography, architecture, symbols and music.

Our age has revealed yet another means of communication, namely the internet. The internet offers many and diverse possibilities, particularly in the area of social networks, which can also prove advantageous. Of course we need to be very careful and selective as to the way and ethos of these communications, which like all other media conceal many dangers.

The fact that there are many harmful books in circulation does not mean that the Church should refrain from publishing edifying books. At the same time, the fact that social networks are abused by people promoting falsehood and deception in order to mislead young people does not mean that the Church should not use these same networks. On the contrary, the Church must use these networks as widely as possible in order to facilitate young people in search of ways to fulfill their spiritual interests. The time that a spiritual father will dedicate for the sake of communicating with young people through the internet and social media, especially if they are separated by great geographical distance, can prove very useful and effective, so long as he is speaking in a godly way and not promoting his own ideas. The internet also offers the possibility of video-conferencing among young people and youth leaders on a regular basis for an exchange of ideas and without great expense in time and money. On this point we should emphasize that, while the internet offers numerous technological possibilities, including face to face conversation, it should never replace personal communication. Otherwise, young people risk being trapped in a virtual reality and isolated from life’s actual reality.

In all that we have said, we have marginally touched on certain issues, which possibly concern the youth leaders of our Church. There are surely many other issues, which may and should concern you. Indeed, perhaps circumstances are mature enough for the realization of a permanent association among the youth leaders of the holy Metropolises of our Ecumenical Throne, similar to the successful model of the responsible leaders of our Church in the field of pastoral health.

We do not need to tire you any longer. Our allusions and your experience will surely bring to the surface many other interesting matters related to nurturing young people. With these simple thoughts and paternal injunctions, we wish you every success in the proceedings of our forum. May the risen Lord bless you abundantly so that your discussions will prove constructive and contribute to the better coordination of our youth ministry, which our church offers to Orthodox young people of the Ecumenical Patriarchate.

We pray for your divine illumination in this forum and for spiritual success of your discussions and conclusions, so that you may practice your very responsible and sacred duties more efficiently.

May the grace and rich mercy of our Lord Jesus Christ, who rose from the dead, abolishing human corruption and death through His resurrection, dwell in your hearts and minds, directing your steps to every good deed that is pleasing to God. Amen.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΛΛΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, ΕΚΕΙΝΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΤΡΟΦΟΣ ΝΗΣΟΣ ΣΚΙΑΘΟΣ




Εναι λήθεια, πως μ περισσ συγκίνηση ορτάσαμε τν Θεόσωμον Ταφν κα τν ες δου Κάθοδον το Κυρίου μας ησο Χριστο τ Μέγα Σάββατο, μως κα τ πόμενο Σάββατο, κενο δηλαδή, μ τ ποο κλείει τν θύρα της πιφανς κα εωδιάζουσα π Πασχαλινν εφροσύνην Διακαινήσιμος βδομάδα, διότι κατ᾿ ατν τν μέραν χει πλέον θεσπιστε ν τιμται περίτρανος, θεοτερπς κα πάντιμος χορς τν γίων Πάτέρων τν πιλέγομένων Κολλυβάδων. Κα ρθς μέσα στν πάντερπνη νοιξη, τ αρ δηλαδή, που «καιν κτίσις χορεύει», τιμνται τ νθη ατ το Παραδείσου, πο εωδιάζουν γιότητα κα προσφορά, διότι κατ᾿ κείνους τος ζοφερος κα δυσχείμερους καιρος πο ζησαν,  τ λλο αρ τς ελαβείας κα θεοπειθος βιοτς κόμισαν στν Νέο λληνισμ κα χι μόνο.

Εναι γνωστ δέ, τι γι τ μερίδα τν ρθολογιστν κα διαφωτιστν ο «Κολλυβάδες» κφράζουν κάτι τ πισθοδρομικό, τ παρωχημένο κα συντηρητικό. στόσο πέρα π λα ατ ο Πατέρες ατο κολούθησαν τ γνήσια ρθόδοξη πνευαματικ ζωή, «κολουθοντες τος πατράσιν ατν» κα διαίτερα το γίου Γηγορίου το Παλαμ, ποος μ τ συχαστικ πνεμα πο προτείνει κα διδάσκει, προσπαθε ν παναπροσδιορίσει τς ρίζες τς ρθοδόξου πνευματικότητος. 

Συνειδητοποιώντας, λοιπόν, τ γεγονς τς Πανηγύρεως ατς πρς τιμν κα μνήμην τν γίων Κολλυβάδων, μ ερ δέος κα συγκίνηση πισκεπτόμαστε νοερς τν Θεοτοκοφίλητον νσον Σκίαθον, τν νσον τν εροπρεπν, κατ Παπαδιαμάντην, Κολλυβάδων κα δ τν κατ τν γιωτάτην ερν Μονν το Εαγγελισμο, τ λεγόμενο «Νέο Μοναστήρι», νασκηθέντων θεοφιλς κα ναρέτως γίων Πατέρων. Μ κορυφαον τν σιακς βιοτς κα τελειώσεως Γέροντα Νήφωνα τν Κοινοβιάρχην, τν Χον,  κτίτορα το ν λόγ ερο Καθιδρύματος. Γι ν κολουθήσουν κα λλοι πατέρες πο νασκήθησαν κε, πως Γ. Γρηγόριος Χατζησταμάτη, Σκιάθιος, πνευματικ ναστημα το σίου Νήφωνος,   λόγιος εροδιάκονος ωσήφ κ Φουρν τν γράφων, πνευματικς συνοδοιπόρος το σίου θανασίου το Παρίου, κ τς ρτης καταγόμενος ερομόναχος Φλαβιανς Ρίζος, ερομόναχος Εθύμιος Σταυρουδς, βιογράφος κα πνευματικς δελφς το σίου Νικοδήμου το γιορείτου, ερομόναχος Στέφανος Σκουρταος, τς νομαστς συνοδείας τν Σκουρταίων, πνευματικν δελφν το σίου Νικοδήμου κ. .

ν κα δν ζησε στν Εαγγελισμό, ν τούτοις φείλουμε ν μολογήσουμε πς συγκαταλέγεται στ χορεία τν θεοφιλν Κολλυβάδων, φ᾿ σον μς τ πληροφορε κα μέγας Παπαδιαμάντης, κι πολς Γέρων Διονύσιος πιφανείου Δημητριάδης, κορυφαος πνευματικς κα λόγιος. « Διονύσιος, ναφέρει Παπαδιαμάντης,  νκεν ες τν ρχαιοπρεπ κείνην τάξιν τν μοναχν, τν Κολλυβάδων καλουμένων, ς το τελευταος σχεδν ντιπρόσωπος». Μ διάδοχό του τν παπα-ερεμία, τν παπα-ρημίτη, πως τν λεγαν ο Σκιαθίτες κα πολ συγκινητικ τν μνημονεύει κι τερος μέγας τς Σκιάθου λόγιος, λέξανδρος Μωραϊτίδης, γράφοντας τ παρακάτω:

«Πλν τ πολλ παραπονά της γραα, τν ληθινν τς καρδίας της πόνον ξεμυστηρεύετο μόνον ες τν «παπ-ρημίτη» που μετέβαινε κατ Κυριακν μετ τν θυγατέρων τς ν᾿ κούσ τν ραίαν κολουθίαν, τν σεμνν Κολλυβάδων κολουθίαν, κλείπουσαν λονν π τς νατολς, τν ρημιτν Κολλυβάδων, πτάκις τς μέρας μνούντων τν Κύριον, κατ τν ψαλμόν. ν ρθρ τ πρώτ ρ τς μέρας, τ τρίτ, τ κτ, τ νάτ τ σπεριν κα τ ποδείπν» ( Τ Βακούφικα).

Τν χορείαν τν ναρέτων  τς Σκιάθου Κολλυβάδων κλείει κορυφαία Μορφ το πολιο Γέροντος Σωφρονίου Κεχαγιόγλου, ποος, τ προτροπ τν πνευματικν του δελφν κα φίλων, τν δύο λέξάνδρων, Μωραϊτίδη κα Παπαδιαμάντη, πανίδρυσε τν ερν το Εαγγελισμο Μον, παναφέρων τ ρχαον κάλλος της κα τν κολλυβαδικήν της παράδοσιν.

Δικαίως πιστεύω τι Σκιάθος νομάστηκε « τέρα, μετ τν Τνον, ερ νσος» ( μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος), διότι εχε τν ελογία ν φιλοξενήσει στ πάτερπνα ερά της καθιδρύματα ναν κανν ριθμν κ τν φιοφιλήτων κα σεμνν Κολλυβάδων πατέρων, ο ποοι μ τν θεάρεστον βιοτή τους σφράγισαν τν τόπο ατν τς γιοβαδίστου νήσου Σκιάθου, ποος οδεπότε πρέπει ν μετονομαστε σ «νησί» κα τ τοιατα. Διότι «ς φοβερς τόπος οτος»( βλ. Γεν. 28. 10) κα γιος. Διότι « γρ τόπος,  ν σ στηκας, γ γία στί» (ξ. 3, 5) κα θ εναι πάντοτε, ως τς συντελείας.   

φωτ. πο συνοδεύουν τ κείμενο εναι το φίλου Γιατρο Κων. Σπ. Τσιώλη)  

Related Posts with Thumbnails