© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Το περιβόλι των Χαιρετισμών

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ
 
Έχω και άλλες φορές ξαναγράψει -και συγχωρέστε μου την εμμονή και την επανάληψη- πως πάνω απ’ όλα νοιώθω Ζακυνθινός ή έστω Επτανήσιος. Αυτό σημαίνει -και όποιος μπορεί να καταλάβει, κατάλαβε- πως κάπου μέσα μου αρνούμαι την προσαρμογή στην νεοελληνική πραγματικότητα, κλείνω τ’ αυτιά μου σε όλα αυτά τα ισοπεδωτικά, που γύρω μου καθημερινά και με ταχύτητα φωτός εξελίσσονται και αναζητώντας τις δικές μου ξεχωριστές ρίζες και την ιδιάζουσα προσωπική μου ταυτότητα, μ’ ερωτική μανία και αμετάκλητη προσδοκία, ψάχνω τον τρόπο συνέχισης της ιόνιας νοοτροπίας μου, η οποία θα μου δώσει λόγο υπόστασης και γνωρίζοντας, όσο γίνεται πιο σωστά το δικό μου παρελθόν, επιδιώκω να οικοδομήσω το ανάλογο σήμερα.

Σ’ αυτά τα πλαίσια κινούμενος, προσπαθώντας με πολλούς τρόπους, παρά τις υπάρχουσες, επίφοβες σειρήνες, να μην χαθώ στο χάος της ισοπέδωσης και την απλοποίηση της μετάφρασης, επιδιώκω, σαν τους προγόνους μου, αυτούς που για πέντε περίπου αιώνες αντιστάθηκαν και δημιούργησαν, ν’ αποκτήσω, εκτός των άλλων, τα δικά μου αντέτια και μ’ αυτά να βιώσω την επανάληψη μέσα στην αυθάδεια του χρόνου και την έστω επιφανειακή και πλάνα αίσθηση της νίκης της φθοράς, ευρισκόμενος στο ίδιο σημείο, κάθε φορά που ο καιρός πιστεύουμε πως επαναλαμβάνεται και βιώνοντας τις ίδιες συγκινήσεις, όταν η ανακύκλωση των ημερών επαληθεύει την και φέτος ύπαρξή μου.

Μα επειδή είναι δύσκολο πια και για πολλούς λόγους να επικοινωνήσεις, ακόμα και με τους συμπατριώτες σου, στην δική μας, την τοπική διάλεκτο, επειδή πολλοί παράγοντες ανάγκασαν τους Τζαντιώτες των αρχών του 21ου αιώνα συχνά να μην κατανοούν όχι μόνο τον «Χάση» του πολύ Δημητρίου Γουζέλη, αλλά και αυτόν ακόμα τον πρόσφατο -σχετικά- Ξενόπουλο, δίχως γλωσσάριο, αλλά και επειδή ο τηλεφωνικός κατάλογος -για να μην προεκταθούμε και σε άλλες λίστες- έχει από καιρό πάψει να διατηρεί τα επώνυμα των σε τοπικούς ήχους τονισμένων συνθέσεων, θα προσπαθήσω -μια και το θεωρώ πια εντελώς απαραίτητο- να εξηγήσω το τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «αντέτι» στην τοπική μας γλώσσα.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνήθεια επαναλαμβανόμενη -και μάλιστα με θρησκευτική ευλάβεια- μέσα στο χρόνο, που κυρίως είναι συνδεδεμένη με κάποιες μεγάλες γιορτές. Είναι ένα ακόμα δείγμα της ζακυνθινής ιδιοσυγκρασίας και ίσως και ένας τρόπος αντίστασης στην εξομοίωση της ανυπαρξίας. Η διαφορά της από το έθιμο ή την συνήθεια είναι ότι πρόκειται για κάτι κυρίως ατομικό και όχι για ομαδικό. Είναι μια δική σου, μια εντελώς προσωπική συνήθεια, η οποία ερμηνεύει άριστα αυτό το «και του χρόνου», που συχνά ευχόμαστε και δίνει χαρά στον πιστό της, πως μπόρεσε και πάλι να την τηρήσει και την ελπίδα πως ένα χρόνο μετά θα είναι εκεί να την ξαναβιώσει. Παράγωγό της η λέξη «αντεταδόρος», ο οποίος είναι αυτός που την εφαρμόζει και εκείνος ο οποίος ετήσια την επαναλαμβάνει.

Ένα από τα δικά μου αντέτια, που σχεδόν πρόσφατα έχω αποκτήσει, είναι και το να παρακολουθώ τους Τρίτους Χαιρετισμούς στην εκκλησία της ιστορικής Φανερωμένης της πόλης μας και εκεί να χαίρομαι τον ερχομό της Άνοιξης και την χαρά της μεστότητας της ποιητικής έκφρασης. Οι λόγοι αυτής μου της προτίμησης είναι πολλοί και ενδεικτικά αναφέρω τους βασικότερους. Ο πρώτος είναι ο μύθος, που έστω και ανακαινισμένος, κουβαλά αυτός ο ιερός χώρος. Το άκουσμα και μόνο το ονόματός του μου ξυπνά τις αναμνήσεις των παιδικών μου αναγνώσεων του ενορίτη της συγγραφέα του «Μυστικού της κοντέσας Βαλέραινας», αλλά και τις διασωστικές αναφορές των σελίδων των έργων του Λεωνίδα Ζώη και του Ντίνου Κονόμου. Σε μια πόλη ανοικοδομημένη, δυστυχώς, άναρχα και δίχως σεβασμό στην παράδοσή της, σε μια μπετόν βλασφημία, η εκκλησία αυτή με την ζεστασιά του πελεκητού αγκωναριού της, είναι μέσα μου μια αντίσταση και η είσοδός μου σ’ αυτήν, έστω και περιστασιακά, ελάχιστες φορές το χρόνο, μου δίνει την ψευδαίσθηση πως η θεομηνία δεν κατέστρεψε τα πάντα και πως όλα δεν έχουν γίνει μια τηλεοπτική προέκταση και συνέχεια.

Ο δεύτερος λόγος είναι η φιλοξενούμενη εκεί, με χρέη συχνά οικοδεσπότη, ομώνυμη χορωδία, η οποία πάντα από την παράδοση του γυναικωνίτη συνοδεύει τις τελετουργίες και δίνει χρώμα και πνοή στις ακολουθίες, επαναφέροντας τον Δοξαρά στην επικαιρότητα και σκεπάζοντας περίτεχνα τις καλλιτεχνικές έριδες για την ταυτότητα του δημιουργού των περίφημων και μοναδικών Προφητών.

Ο τρίτος και πλέον προσωπικός μου λόγος -γι’ αυτό και μιλάμε για αντέτι- είναι το ότι στο καλλικέλαδο αυτό σχήμα πρόεδρος είναι ο φίλος Σπύρος Ζούγρας, ο οποίος, όχι τυχαία, θέλω να πιστεύω, είναι και αντιπρόεδρος της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Ζante”, η οποία κάθε χρόνο, στα πλαίσια του Ζακυνθινού Καρναβαλιού, διοργανώνει το ιστορικά παραδομένο από τους καιρούς και λαοφιλές αγώνισμα των ιππικών αγώνων, την περίφημη ανά τους αιώνες Γκιόστρα. Σαν πρόεδρος, λοιπόν, του Δ. Σ. του παραπάνω Σωματείου, του αποδίδω την άοκνη εργατικότητά του και την απεριόριστη συμπαράστασή του στην προετοιμασία και την διενέργεια του δρώμενου και λίγες μέρες μετά, μια και οι συνθήκες όχι μόνο το επιτρέπουν, αλλά και το απαιτούν, τον χαίρομαι και σε μια επιπλέον πολιτιστική του δραστηριότητα.

Αυτή η προτίμησή μου, όμως, φαίνεται πως κάθε χρόνο αμείβεται και πάντα με κάποιο τρόπο επαινείται. Είναι που τίποτα δεν πάει χαμένο και όλα στον χρόνο και τον τόπο συνυπάρχουν και συνομιλούν. Πέρυσι, αν θυμάστε, με συγκίνησε κατά την επίσκεψή μου στην Φανερωμένη, η ύπαρξη εκεί της καλαίσθητης και παραδοσιακής «τόρτσας», η οποία, όπως διαπίστωσα με χαρά μου και φέτος, δεν έχει αντικατασταθεί από την εμπορική προχειρότητα και εξακολουθεί να υπάρχει και να παραδειγματίζει. Με το θέμα αυτό είχαμε ασχοληθεί και στο επίκαιρα σχετικό κείμενό μας, λίγες μέρες μετά.

Η φετινή αποκάλυψη ή μάλλον ο χαροποιός εντοπισμός, μια και πολλά πράγματα υπάρχουν και εμείς πρέπει να τα υπογραμμίσουμε για να ξεκινήσουν και πάλι την πορεία τους, είναι το μικρό, ελάχιστο στην πραγματικότητα, περιβολάκι, το οποίο αντιστέκεται στην οικοπεδοποίηση και την αυτοκρατορία - κυριαρχία του μπετόν, εκεί ανάμεσα από το πετρόχτιστο Ιερό Βήμα και το καμπαναριό της εκκλησίας. Έχω περάσει δεκάδες φορές από εκεί, το έχω δει σε άπειρες περιπτώσεις και γνώριζα την ύπαρξή του, αλλά φέτος, στην απαρχή του έαρος και στην μέση της προετοιμασίας της Ανάστασης, θλιμμένος αναμφίβολα από τις σπασμένες πλάκες της Πλατείας Ρούγας και την τσιμεντένια αυθάδεια της πόλης μου και πόλης μας, αληθινά και από ανάγκη το ανακάλυψα. Είναι μια παρηγορία στην απρόσωπή μας πραγματικότητα και μια ευλογία στην κατάρα της συνέχισης της από τις θεομηνίες και όχι μόνο προερχόμενης καταστροφής μας.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με την θέασή του, ήρθε στο νου μου ο παρακάτω κατοικών Γρηγόρης Ξενόπουλος, ο με το κλειστό του Μουσείο ακόμα εξόριστος από τον γενέθλιο τόπο του και κάποια νεανική ανάγνωση των σελίδων του, στην οποία, αν η μνήμη μου δεν έχει εξομοιωθεί μ’ αυτήν του νησιού μας, κάποιος παπάς κοιτάζει την πράσινη ευλογία του περιβολιού της εκκλησίας του και ξεκουράζει τα μάτια του από τις αναγνώσεις και την ψυχή του από τις εξομολογήσεις των ενοριτών του.

Αυτήν την αίσθηση μου δημιούργησαν εκείνα τα ελάχιστα εναπομείναντα, δίχως να χτιστούν ή να τσιμεντωθούν, μέτρα της γης, στα οποία μπορούν ακόμα να βλαστήσουν χόρτα και να υμνήσουν την Άνοιξη και το «Ρόδο το Αμάραντο» με το άνθισμα των δένδρων τους. Θα ήταν ευχής έργο να ήταν περισσότερα, συχνότερα και πιο πυκνά. Μα και αυτά αρκούν. Φτάνει να μην τα εκμοντερνίσουμε, να μην τα προσαρμόσουμε στην αυθάδεια της σημερινής μας πραγματικότητας.

Μέσα από αυτό το κατ’ ευφημισμόν καλούμενο περιβολάκι μπορεί ακόμα η Κυρά η Φανερωμένη να αναπνέει και οι Προφήτες της, έστω και στα ύψη των τοίχων του Μουσείου κρεμασμένοι, να συνομιλούν με όσους θέλουν να αντιστέκονται και να επιμένουν. Περιφερόμενη επιτάφια κάθε δειλινό Δεκαπενταύγουστου, έστω και δίχως τον πορφυρό της «ουρανό» -πού τέτοιες πολυτέλειες σε τουριστική σεζόν;- θα προσδοκά τις ευλογίες των νεραντζανθών, όταν ο Μονογενής της θα έχει πάρει την θέση της και αυτή θα ονομάζεται Mater Dolorosa. Τότε θα μυρίζουν περισσότερο τα δικά της μπουγαρίνια και τα τζαντζαμίνια της, τα φρεσκανοιγμένα. Αρκεί να υπάρχει το μικρό της περιβολάκι της. Έστω και στα λίγα μέτρα του.

Γιατί «στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι».

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Η πραγματικότητα στην δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα και η νέα υπουργός Παιδείας


Γράφει ο συνθέτης Νίκος Γράψας

Η νέα ελληνική κυβέρνηση ζητά συναίνεση στις "δύσκολες ώρες", αλλά η κυρία υπουργός Παιδείας προσπαθεί να διχάσει την κοινωνία. Προσπαθεί να στρέψει γονείς και μαθητές, και όχι μόνο, κατά των εκπαιδευτικών. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τα τόσο άκομψα και σκληρά λόγια που ξεστόμισε δημοσίως, που ούτε ένας ασκούμενος, άπειρος διπλωμάτης δεν θα το έκανε. Αλήθεια, ποιος σας είπε πως "οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να σταθούν μέσα στην τάξη";

* Μήπως οι Σχολικοί Σύμβουλοι έχουν ανάλογες εκθέσεις; Αν ναι, παρουσιάστε τις. Αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.
* Μήπως έγινε κάποια αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ποτέ και δεν το γνωρίζουμε; Αν ναι, να μας την παρουσιάσετε, αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.
* Μήπως τα Πανεπιστήμια απ’ όπου αποφοίτησαν οι εκπαιδευτικοί, δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους; Αν ναι, δώστε τα στοιχεία στη δημοσιότητα, αν όχι, , να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.
* Μήπως οι διαδικασίες επιλογής τους από το Υπουργείο Παιδείας και τον ΑΣΕΠ δεν ήταν αξιοκρατικές και αδιάβλητες; Αν ναι, καταθέστε το δημόσια,
* Μήπως δεν χρησιμοποιούν το πρόγραμμα σπουδών και την ύλη που σερβίρει το Υπουργείο Παιδείας και δεν ελέγχονται για την πρόοδο της διδασκαλίας κάθε μήνα; Αν ναι, ελέγξτε τους διοικητικούς μηχανισμούς του Υπουργείου Παιδείας, αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.


Σε κάθε περίπτωση, αναρωτιέμαι ως πολίτης, ως γονέας, ως εκπαιδευτικός:

* Οι πολιτικοί μπορούν να σταθούν στη χώρα μας;
Αν ναι, γιατί όλοι εσείς μιλάτε περί αποκατάστασης του κύρους της πολιτικής;

* Οι υπουργοί Παιδείας των τελευταίων κυβερνήσεων στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους;
Αν ναι, γιατί οι βαθμίδες της εκπαίδευσης έχουν δεκάδες τεράστια προβλήματα, που εσείς η ίδεια παραδέχεστε;

* Η διδακτέα ύλη , τα προγράμματα σπουδών, οι εξετάσεις, αποτέλεσαν εργαλείο σύγχρονης και χρήσιμης εκπαίδευσης κατά τις πρόσφατες δεκαετίες;
Αν ναι, τότε γιατί εξαγγείλατε πως θα τα αλλάξετε όλα;

* Η τεχνολογική και διοικητική υποστήριξη, γραμματείς, επιστάτες, πληροφορική κλπ, όπως προβλέπει ο νόμος, κατά πόσο υπάρχουν στα δημόσια Σχολεία; Ξέρετε κανένα ιδιωτικό Σχολείο χωρίς τέτοια οργάνωση;

Μιλάμε, λοιπόν, για ανεπαρκή, εγκαταλελειμμένα στη φιλοτιμία των εκπαιδευτικών, απαξιωμένα σχολεία εδώ και χρόνια και εσείς αποφαίνεστε για την ανεπάρκεια των εκπαιδευτικών;

Γνωρίζετε, κυρία μου, πόσα προσόντα των εκπαιδευτικών, πόσες δεξιότητες που έχουν αποκτήσει είτε πληρώνοντας είτε καταναλώνοντας ώρες πολλές, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στο δημόσιο Σχολείο, λόγω της στείρας, ανελαστικής και καταπιεστικής δομής του;

Έχει ποτέ ζητήσει κάποιος υπουργός το βιογραφικό των εκπαιδευτικών; Ξέρετε πόσοι εκπαιδευτικοί είναι συγγραφείς; Έχει οργανώσει ποτέ κανείς υπουργός νέα τμήματα ή έχει προτείνει νέους τομείς εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή όλοι εξυπηρετούμε τις άθλιες πανελλαδικές εξετάσεις εδώ και χρόνια; Γιατί δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί τα συγγράμματα, αλλά πάντα γνωστοί εκδοτικοί οίκοι; Έχουμε, τελικά, χρήματα;

Ποιος πρότεινε τις πανελλαδικές; Οι εκπαιδευτικοί; Τα παιδιά των εκπαιδευτικών δεν βασανίζονται; Δεν πληρώνουν φροντιστήρια; Τα παιδιά των εκπαιδευτικών, κυρίως, διαγωνίζονται. Τα πλούσια πάνε Ευρώπη και Αμερική. Λοιπόν;!! Κόβετε, ως κυβέρνηση τις αποδοχές των εκπαιδευτικών, και έχετε το θράσος να μιλάτε για "αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού"; Παραδέχεστε τα "άδικα μέτρα" που πήρατε. Αυτό να το θεωρήσουμε ως δήλωση των προθέσεών σας ή ως παραδοχή της ανικανότητάς σας να πάρετε δίκαια μέτρα όπως οφείλετε ως θεσμικά και νομικά όργανα;

Τόσα χρόνια οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν πάρει αυξήσεις γιατί εκ του πονηρού οι ελληνικές κυβερνήσεις μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων προώθησαν τα φροντιστήρια!, ώστε να συμπληρώνουν το εισόδημά τους και να μη ζητάνε αυξήσεις. Και τώρα τι ζητάτε από τους εκπαιδευτικούς; Να πληρώσουν την πολύχρονη ανεπάρκεια των πολιτικών και των υπουργών, τους οποίους υπουργούς, μη μου πείτε ότι τους εκλέγει ο λαός! Αλλά και έτσι να είναι, το πρόβλημα δεν είναι των εκπαιδευτικών, είναι ολόκληρης της κοινωνίας, και δικό μας και δικό σας.

Τέλος, ας ξαναθέσω ένα ερώτημα, που τώρα πρέπει να αναλογισθείτε: γνωρίζετε τις αμοιβές των ευρωπαίων εκπαιδευτικών; Και μη μου πείτε ότι έχουν λιγότερες διακοπές. Να περικόψετε τις διακοπές και να αυξήσετε τους μισθούς στα 3.000 και 4.000 ευρώ, όπως στην Ευρώπη, αφού βάλετε γραμματείς και επιστάτες στα Σχολεία, κι όχι να κάνουμε όλες τις γραφειοκρατικές εργασίες οι εκπαιδευτικοί, με απαρχαιωμένα μέσα και να μας κόβετε και τα επιδόματα!!

Εσάς, κυρία μου, σας έκοψε κανείς επιδόματα, σας υποχρέωσε να κάνετε και άλλη εργασία έξω από τις σπουδές και τα ενδιαφέροντά σας; Εσείς γιατί το κάνετε σε εμάς επί χρόνια; Για ποια αξιοπρέπεια μας μιλάτε; Ελάτε να μιλήσετε με τα παιδιά μας, αν έχετε τα κότσια. Ωραίοι οι τηλεοπτικοί μονόλογοι, αλλά άχρηστοι.

Και, επί τέλους, γιατί η Γερμανία διαθέτει 15% για την Παιδεία και εσείς ούτε 3%; Γιατί έχουμε το μεγαλύτερο πρόγραμμα εξοπλισμών στην Ευρώπη, 7% και δεν διαμαρτύρεστε, παρά το εγκρίνετε κυρία υπουργέ για την Παιδεία;

Άρα όχι προϊστάμενός μας, όχι εμπνευστής και καθοδηγητής μας, μάλλον εχθρός μας φαντάζετε, κυρία υπουργέ.

Ζάκυνθος 10.03.10

Με τιμή
Νίκος Γράψας, καλλιτέχνης, ανθρωπολόγος και ασταθής εκπαιδευτικός ΠΕ16

Τρικυμία

Γλυπτό της Φρόσως Μιχαλέα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Η εισαγωγή της όπερας «Ιπτάμενος Ολλανδός» του R. Wagner με την αίσθηση της τρικυμίας από στερεοφωνικό ήχο, θυελλώδης κι εκρηκτική μες την παραζάλη και το φόβο της κρίσης, οικονομικής και πολιτισμικής, συντρόφευε την απελπισία μου την επομένη των κυβερνητικών εξαγγελιών. Ταίριαζε στο κλίμα των ημερών και των συμβολισμών. Κατάλυση του τρία, στην ιερότητά του. Τρεις του Σεπτέμβρη η πολιτική διακήρυξη βελτίωσης της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού. Τρεις του Μάρτη σαν τη στροφή της φουρκέτας, η (με επίσημη κυβερνητική Πασοκική διακήρυξη) κατάλυση κάθε αίσθησης δικαίου με τη συνοδεία της πορνογραφικής εκδοχής του τρία στα περίπτερα της Τζούλιας. Ανέλπιδες προοπτικές παραγωγής στην κρατικοδίαιτη ελληνική ραστώνη.

Κλείδωσα τα βιβλία κι αφέθηκα στη βούληση των μυών να σύρουν το αυτοκινούμενο όχημά μου πάνω από το μικρό βράχο. Ήταν λιγότερες οι στάλες της βροχής από εκείνες της αφρισμένης θάλασσας του Αγίου Σώστη που ράντιζε το πρόσωπό μου και άφηνε την αλμύρα να περιλούζει τα σφιγμένα μου χείλη. Μπορούσα να διακρίνω, από το πλάι, τη λυσσαλέα ορμή των κυμάτων πάνω στα βράχια του μικρού ιδιόκτητου νησιού, ακριβώς έξω από το αλιευτικό καταφύγιο.

Έμοιαζε με καράβι που διαθέτει δύο πλώρες για να διατηρεί την ευστάθειά του ή αν το έβλεπες από ψηλά έμοιαζε με το ποδοπατημένο ευρώ που του χαρακώνουν τη νεόκοπη ευρωπαϊκή του λάμψη. Άλλοτε το έβλεπα σαν το καράβι που αντιστέκεται και θραύει τη σιγουριά των κυμάτων, κι εκείνα εκτινάσσονται στα ύψη πονεμένα από τα αιχμηρά εργαλεία, κι άλλοτε πάλι το έβλεπα να οπισθοχωρεί φοβισμένο και ανίκανο από την ελλειμματική ρήξη. Εκεί μέσα στα καφε-γάλανα νερά με το γκρι φόντο, μάς έβλεπα όλους μαζί ένα κουβάρι, σαν τη σχεδία του Οδυσσέα που συντρίβεται από τη θύελλα που έστειλε ο θυμός του Ποσειδώνα, να παρακαλάμε τη Λευκοθέα να μας δώσει το πέπλο της και να μας σώσει.

Διέκρινα τους μαφιόζους που πωλούν ουσίες κι οινοπνεύματα, καταπατούν τον καλλίγραμμο αιγιαλό, οπλοφορούν και πυροκροτούν τους νόμους και την αρετή. Τους επιχειρηματίες με τα διπλά λογιστικά βιβλία που κλέβουν την εφορία κι οι εφοριακοί κλείνουν τα μάτια στην αφή του «λαδωμένου» χρήματος στις βαθιές τους τσέπες. Τους αγρότες που εκλιπαρούν για επιδοτήσεις δίχως να αναπροσαρμόζουν τον τρόπο και τα είδη της καλλιέργειας συνεταιριζόμενοι και ανταγωνιζόμενοι στη σκληροτράχηλη φιλελεύθερη οικονομία. Τους μηχανικούς που εκδίδουν παράνομες άδειες μιας άναρχης οικοδομικής δραστηριότητας στο παιχνίδι της απληστίας των τετραγωνικών. Τους γιατρούς που σκίζουν προκλητικά τον όρκο του Ιπποκράτη στο νεκρικό κρεβάτι του ΕΣΥ και στα απαστράπτοντα δωμάτια των ιδιωτικών επιχειρήσεων υγείας. Την εκπαίδευση που παραδίδει μαθήματα ιδιωτικώς και εμφυτεύει το μίσος των νέων προς τους δασκάλους και τους γονείς τους μες την καταπίεση του παρωχημένου σχολείου. Τις αδιάφορες μανάδες και τους υπερ-απασχολημένους πατεράδες που στερούν τη φροντίδα και την αγάπη από τα παιδιά τους. Τη δικαιοσύνη που αθωώνει τους κλέφτες και τους κακοποιούς για να χειροφιλήσει υποτασσόμενη την πολιτική εξουσία. Τους υποκριτές μεγαλόσχημους ρασοφόρους που αρνούνται - και το καταφέρνουν- οποιασδήποτε φορολογικής επιβάρυνσης της εκκλησίας που απομυζεί πολλά από τον κρατικό κορβανά. Τους δημοσιογράφους που προπαγανδίζουν και τυφλώνουν την κοινή γνώμη. Τους αστυνομικούς που χτυπούν τους διαδηλωτές και παντρολογιούνται με τους νονούς της νύχτας. Τους σαστισμένους αναρχικούς που θέλουν ηρωισμό στην καταστροφική μανία μαζί με τους προβοκάτορες και τους νοσταλγούς των απόκρημνων άκρων.

Στην εξωτερική πλευρά χαιρόντουσαν το κολύμπι ανάμεσα στα βοθρολύματα του παρακείμενου κρυμμένου αγωγού πολιτικοί άρχοντες (δήμαρχοι, νομάρχες, βουλευτές, υπουργοί, πρωθυπουργοί και οι κάθε λογής πρόεδροι, διευθυντές και επαγγελματίες συνδικαλιστές ) σφιχταγκαλιασμένοι με τους ντόπιους και ξένους κερδοσκόπους τραπεζίτες και κεφαλαιούχους στη σκακιέρα του καπιταλισμού. Κάπου εκεί μέσα στο φουρτουνιασμένο θαλασσινό κουβάρι πρέπει να ΄μουνα κι εγώ δαγκωμένος από τις δικές μου αμαρτίες…

Το κουβάρι έπεφτε λυσσασμένο στον οξυγώνιο κυματοθραύστη για να διαλυθεί, να μοιραστεί σε μικρότερα κομμάτια για να ορμήσει ξανά και ξανά. Κι ενώ η τρικυμία φάνταζε να σπρώχνει το νησί όλο και πιο πίσω πιο κοντά στη στεριά άκουσα ξαφνικά το βρυχηθμό της ιστορίας . Έβαζε τις δικές της μηχανές να γυρίσουν τις προπέλες. Ξεσηκώθηκαν οι απολυμένοι μαζί με τους άνεργους, τους μισθοσυντήρητα πεινασμένους και τους άλλους τους σκεπτόμενους και προβληματισμένους. Μαζί με τους νέους που σιχάθηκαν να ζουν εικονικά και ονειροπολούν-μάχονται για τη μελλοντική ζωή τους, μαζί με όλους εκείνους που δε σκύβουν το κεφάλι στο σύγχρονο δυνάστη της δικτατορίας της δημοκρατίας. Μαζί με όλους εκείνους που δεν επιζητούν τα πλούτη και ψάχνουν τη γνώση ως δύναμη αναζωογονητική στις πλουτοπαραγωγικές πηγές του ελληνικού πολιτισμού και ψελίζουν τους στίχους του Ανακρέοντα:

Τα πλούτη του Γύγη μ΄ αφήνουν
αδιάφορο, του βασιλιά των Σαρδίων,
ούτε ο χρυσός με σκλαβώνει ,
και δεν ψάλλω τυράννους.
Εμένα με νοιάζει με μύρα
να λούζω το γένι,
εγώ θέλω με ρόδα
κεφάλια να στεφανώνω.
Το σήμερα μ΄ ενδιαφέρει,
Τ΄ αύριο ποιος το γνωρίζει;
(Ανακρέων 6ος π.Χ.)

Και το πλοίο άρχισε δειλά-δειλά να προχωρεί μπροστά, ν΄ αποφεύγει την προσάραξη στα ρηχά νερά. Η ποσειδώνια τρίαινα μέρεψε τα βλέμματά της κι οι θαλασσοσταλιές φωσφόρισαν την ελπίδα στα χορευτικά τους ύψη. Η ελληνική δημοκρατία ύψωσε ολοκαίνουργη σημαία στο πρυμναίο κατάρτι κι εκείνη ανέμιζε περήφανη ανάμεσα στις άλλες διακοσμημένη με τα στρασάκια των χρυσόμορφων ευρώ που μοιράζονταν σ΄ όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς μέσα από τους κοινούς αγώνες για τη δημοκρατία, τη συναδέλφωση και την ευημερία.

Η ιστορία του ελληνισμού με τους ηρωικούς αγώνες ενάντια σε κάθε μορφή αυταρχικής βίας και απληστίας φόρεσε καπέλο καπετανάτο κι έπιασε το πηδάλιο με ενισχυμένη την ιπποδύναμη των μηχανών του. Η καλλιέργεια του ωραίου και του αληθινού, του κάλλους και της αρμονίας, του μέτρου και της ισονομίας πρόβαλαν στο ουράνιο τόξο που βγήκε λαμπαδοφόρος κοινωνικής ειρήνης και συνοχής εξοστρακίζοντας την αδικία, την κερδοφορία και το σαδισμό στον πρωτογονισμό της υλοκρατίας σε μακρινές πολιτιστικές ερήμους.

Δεν κατάλαβα πόσο χρόνο κράτησε η τρικυμία και πόσο ταλαιπωρήθηκε από την καταιγίδα, όπως δεν μπορώ να υπολογίσω το χρόνο και την ένταση του ανέμου των αγώνων μέχρι να κοπάσει η ελληνική τρικυμία. Μα ούτε και από νούμερα καταλαβαίνω πεπερασμένος στην απεραντοσύνη του απείρου. Η κυματοειδής πορεία του σύμπαντος μας βρίσκει στη βαθιά του κοιλότητα και θέλει ψυχραιμία για ν΄ ανεβούμε στη κορυφή και να μην πνιγούμε. Το κεφάλαιο του ελληνικού πολιτισμού είναι η σανίδα σωτηρίας γιατί διδάσκει τον τρόπο του χρηστού βίου. Ας το διαβάσουμε για να διδαχθούμε και να σωθούμε.

Άλλαξα τα βρεμένα μου ρούχα και μπήκα στην πόλη να ενωθώ με τους άλλους και να διαδηλώσω. Περπάτησα στους έρημους δρόμους, τα φωτισμένα μαγαζιά με τους θλιμμένους ιδιοκτήτες να περιμένουν στωικά το πέρασμα κάποιου πελάτη, μέχρι να κλείσουν το ταμείο και να επιστρέψουν στην οικογενειακή εστία με άδεια πορτοφόλια. Αλήθεια πότε περιμένουν ν΄ αντιδράσουν, πόσο εύπιστοι κατάντησαν οι πολίτες για το «μονόδρομο» των μέτρων του πρωθυπουργού «ευθύνης» των συμφερόντων της πλουτοκρατίας. Δε βλέπουν τα φουσκωμένα σωσίβια στους λαϊκούς αγώνες; Κρίμα και το μοναδικό μας νοσοκομείο δε διαθέτει εντατική, δεν έχει, σχεδόν, ούτε και καρδιολογική!

Ζάκυνθος 10-3-2010

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Louis Coutelle: ΕΙΣΑΓΩΓΗ στο "Για την ποιητική διαμόρφωση του Διονυσίου Σολωμού (1815-1833)"

[Μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη. Έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2009. Επιμέλεια: Δημήτρης Αρβανιτάκης]

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ δεν λάμπουν στους πρώτους στίχους του Σολωμού. Μόνο γύρω στην ηλικία των τριάντα χρόνων, ο επιδέξιος και πληθωρικός στιχουργός των πρώτων χρόνων περνάει το στάδιο της μεταμόρφωσης που τον κάνει μεγάλο ποιητή. Για δέκα χρόνια, χειροκροτούμενος πάντα από έναν περιορισμένο κύκλο θαυμαστών, δοκιμάζεται στα πιο διαφορετικά είδη, στα ιταλικά και στα ελληνικά, στο πεζό και στην ποίηση, όταν το 1826, στην αποκορύφωση της παραγωγής αυτής, σταματά ξαφνικά το γράψιμο, παρατάει μάλιστα όσα έχει στα σκαριά και ρίχνεται στην αναζήτηση ενός «νέου είδους» — η έκφραση είναι δική του (1).

Τα τελευταία χρόνια της παραμονής του στη γενέτειρά του Ζάκυνθο (1827- 1828) είναι σχεδόν άγονα. Μόνον ο θάνατος του Ούγκο Φόσκολο (Οκτώβριος 1827) τον βγάζει από τη σιωπή του. Ύστερα, κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε χρόνων της διαμονής του στην Κέρκυρα (1829-1833), εκτός από μερικά σύντομα λυρικά ποιήματα, δεν συνθέτει σχεδόν τίποτα, βλέπουμε όμως να γεννιέται μια τέχνη περισσότερο συναρπαστική, που εχθρεύεται την παλιά ευκολία και η οποία θα δώσει σύντομα το πρώτο της αριστούργημα, τον «Κρητικό» (1833).

Τα κείμενα της δεύτερης αυτής περιόδου είναι σκοτεινά. Η αποσπασματική κατάστασή τους, ένδειξη μιας ανικανοποίητης αναζήτησης, δεν φαίνεται να είναι η μοναδική αιτία των ερμηνευτικών δυσκολιών που συναντούμε. Πράγματι, ακόμα και όταν διαθέτουμε μάλλον εκτεταμένα αποσπάσματα —τα οποία ο λ. Πολίτης ονομάζει εύστοχα «λυρικές ενότητες»— σκοντάφτουμε σε μια ποιητική γλώσσα που αποπροσανατολίζει, σ’ ένα ύφος δύσκολο κάτω από μιαν όψη απλότητας και ακόμα σε αφηγήσεις όπου η λογική μοιάζει να χάνεται.

Όταν πρωτογνώρισα τα ποιήματα αυτά, αισθανόμουν βέβαια τη μυστηριώδη δεξιοτεχνία του ποιητή, αλλά το νόημα των στίχων του μου διέφευγε. θέλησα τότε να βοηθηθώ από τα φώτα της κριτικής, για να διαπιστώσω ότι οι διάφοροι σχολιαστές δεν συμφωνούσαν πάντοτε ούτε στην κατά λέξη ερμηνεία. Έτσι, μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. Νόμισα πως κάτι βρήκα. Αυτό το βιβλίο διηγείται την έρευνά μου.

Στο πρώτο μέρος θα διηγηθώ πώς παρακολούθησα την εξέλιξη της λογοτεχνικής εμπειρίας του δημιουργού τους, από τη γνωριμία του με την ποίηση στο λύκειο ώς τη στιγμή όπου όλα τα προηγούμενα μαθήματα, είτε τα δέχεται ακόμα είτε τα απορρίπτει πια, τον οδηγούν να δημιουργήσει την πρωτότυπη τέχνη που προκαλεί την περιέργειά μας.

Μπόρεσα να διαπιστώσω ότι ο Σολωμός παραμένει κλασικιστής σ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της λογοτεχνικής του ζωής. Κλασική μόρφωση έλαβε στην Ιταλία και κλασικιστικοί είναι οι ιταλικοί στίχοι που γράφει στη Ζάκυνθο μετά την επιστροφή του (2). Αυτό θα αποδειχθεί εύκολα. Αλλά θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε επίσης ότι και οι στίχοι που γράφει την ίδια εποχή στα ελληνικά είναι κι αυτοί κλασικιστικοί, παρ’ όλο που ακούμε συχνά να τους χαρακτηρίζουν, πολύ άδικα, ρομαντικούς.

Ασφαλώς το ρομαντικό κίνημα θα κίνησε τότε το ενδιαφέρον του Σολωμού. Όμως η επίδρασή του πάνω στην τέχνη του ποιητή παραμένει πολύ περιορισμένη. Όπως φαίνεται, δεν δέχεται τις καινοτομίες της νέας σχολής, παρά μόνο σε ό,τι αφορά τη θεματολογία. Ας χρησιμοποιήσουμε, όπως κι εκείνος, την ορολογία της εποχής: τα θέματα μπορεί να είναι «σύγχρονα», όμως η μορφή πρέπει να παραμένει «αρχαία», δηλαδή κλασική. Αυτή είναι η άποψη που υπερασπίζεται, στη θεωρία και στην πράξη, ο Vincenzo Monti, πριν ακόμη και από τις πρώτες αψιμαχίες της μάχης των ρομαντικών. Δεν θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την άποψη αυτή επαναστατική. Εμείς ειδικά, που κυρίως θα αναζητήσουμε τους κανόνες στους οποίους υπάκουε ο Σολωμός, θα διαπιστώσουμε πως οι παραχωρήσεις που έκανε στη νέα τεχνοτροπία είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Θα μελετήσουμε την τοποθέτησή του πάνω στο θέμα αυτό, όταν φθάσουμε στο ποίημα Ο Λάμπρος (1826), χωρίς ν’ ασχοληθούμε με άλλα έργα που φαίνεται ν’ αξίζουν πράγματι να ονομαστούν ρομαντικά: Η «Τρελή Μάνα» (πριν από το 1821) και τα «Δύο Αδέλφια», μετριότατες «μπαλλάντες», που δεν έχουν να μας μάθουν τίποτε για την τέχνη του και κυρίως παραμένουν προσπάθειες δίχως συνέχεια.

Στο τέλος της πρώτης αυτής περιόδου, δύο χειρόγραφα φαίνονται άξια μελέτης. Είναι γεμάτα διορθώσεις, τις οποίες θέλησε να επιφέρει ο Σολωμός μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1828, στην πρώτη σύνταξη της ωδής «Εις το θάνατο του λορδ Μπάιρον» (1824). Οι διορθώσεις αυτές μας κάνουν να εισχωρήσουμε, ας το πούμε έτσι, στο εργαστήρι του ποιητή, την παραμονή των αλλαγών που εκδηλώνονται στην τέχνη του από το 1829 και πέρα. Μας διαβεβαιώνουν ότι, ώς τότε, δεν έχει χάσει καμιά από τις κλασικιστικές πεποιθήσεις του.

Έτσι η μεταμόρφωση, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, το αναζητούμενο «νέο είδος», δεν θα φανερωθεί, τουλάχιστον ώς το 1833, παρά μόνο ως μια καθαρότερη συνειδητοποίηση αυτού που είναι το γόνιμο και το αιώνια σύγχρονο στην κλασική τέχνη. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας εργασίας, συντομότερο από το πρώτο, θα προσπαθήσουμε ν’ αποδείξουμε ότι μόνο με αναφορές στις αρχές και στη γλώσσα της τέχνης αυτής μπορούν να εξηγηθούν οι δυσερμήνευτοι στίχοι της δεύτερης περιόδου, μέχρι και τον «Κρητικό». Στοιχεία διαφορετικής προέλευσης, που βέβαια δεν απουσιάζουν από τους νέους αυτούς στίχους, συνηθέστατα δεν γίνονται αποδεκτά, παρά μόνον όταν μπορούν να ενσωματωθούν στο πλαίσιο της κλασικής σύνθεσης.

Θα ήταν απλό ν’ ακολουθήσουμε την ποιητική εξέλιξη, της οποίας χαράξαμε τις κατευθυντήριες γραμμές, αν δεν έπρεπε κατά την πορεία μας να προσεγγίσουμε και άλλα προβλήματα. Πολλές φορές θα πρέπει να προσδιορίσουμε τη χρονολογία και τη δομή ενός έργου και, αν παραστεί ανάγκη, ν’ ανασκευάσουμε λανθασμένες απόψεις. Μερικές φορές, αυτό θα πάρει χρόνο και, όσο διαρκεί, η κυρίως έρευνα θα καθυστερεί. Θεωρούμε όμως πως οι διευκρινίσεις αυτές είναι απαραίτητες, αν θέλουμε ν’ αποδώσουμε στα εξεταζόμενα έργα τη θέση που αληθινά τους ανήκει. Αφ’ ετέρου, όταν προσπαθήσουμε να ξαναζωντανέψουμε τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους διαμορφώθηκε ο Σολωμός, θα πρέπει ν’ αργοπορήσουμε, ξαναμαθαίνοντας ορισμένες συμβάσεις της ποιητικής τους γλώσσας και ανακαλύπτοντας, πίσω από το ιδιαίτερο αυτό λεξιλόγιο, τις θεωρίες και τις στερεότυπες ιδέες που συνιστούσαν τότε τις αποσκευές του διανοούμενου.

Οι γλωσσικές αυτές συμβάσεις είναι σημαντικές για τον στόχο μας. Θα διαπιστώσουμε πως παρέχουν το κλειδί των περισσότερων από τις «έμμονες ποιητικές ιδέες» του Σολωμού. Έτσι ονομάζει ο λ. Πολίτης τις εικονοπλαστικές εκφράσεις και τις μεταφορικές αναπαραστάσεις που αποτελούν ισάριθμα αινίγματα σε ποιήματα διαφορετικών εποχών, στα οποία ο ποιητής τις επαναλαμβάνει σχεδόν αναλλοίωτες.

Κάθε συγγραφέας προτιμά κάποιες λέξεις ή εκφράσεις, όμως ελάχιστοι συγγραφείς παρέμειναν τόσο συντηρητικοί στα εκφραστικά τους μέσα όσο ο Σολωμός καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αν αποδειχθεί ότι από τα πρώτα του ποιήματα δίνει στο συμβολικό αυτό λεξιλόγιο την πλήρη σημασία του, άραγε δεν θα είναι πιθανό πως θα συνεχίσει να το κάνει και στα επόμενα; Αν οι ιδέες, που συνήθως συνοδεύουν τις εκφράσεις αυτές στους κλασικούς συγγραφείς, παρέχουν εύλογη εξήγηση των δυσκολιών που συναντούμε στα τελευταία αυτά ποιήματα, άραγε δεν θα είναι βάσιμο να πιστέψουμε ότι αυτή είναι και η σωστή εξήγηση;

Η έρευνα αυτή πάνω στο νόημα των στίχων του Σολωμού θα μας οδηγήσει λοιπόν σε εκτενέστερη εξέταση των πρώτων ποιημάτων του, τα οποία συχνά έχουν ελάχιστη αξία, ενώ θα αγνοήσουμε ένα άλλο έργο της ίδιας εποχής, πολύ πιο ενδιαφέρον, τον «Διάλογο» (1824). Χωρίς να είναι εντελώς πρωτότυπο, είναι ζωηρό, άκρως ελκυστικό, και θα είχε πολλά να μάθει σ’ όποιον θα ήθελε να γνωρίσει την άποψη του Σολωμού πάνω στις θεωρίες του Διαφωτισμού. Όμως πρόκειται για υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας και όχι για Ποιητική. Εκτός από μερικές πληροφορίες για τις προτιμήσεις και τα αναγνώσματα του ποιητή, τις οποίες εξάλλου και άλλες πηγές μάς γνωρίζουν, το έργο τούτο δεν έχει πολλά να προσφέρει στη μελέτη μας. Ο Σολωμός πάντως έχει αφιερώσει μια παράγραφό του στην τέχνη του και στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή: θα την εξετάσουμε εκτενέστερα.

Για τους ίδιους λόγους δεν θα μελετήσω τα berneschi (3), ούτε τη στιχουργική, αφού αυτή δεν θα μας μάθαινε τίποτα για το νόημα των στίχων, τόσο ώστε τελικά θα κατηγορηθώ για τον τίτλο που επέλεξα.

Μαντεύει κανείς ότι από τα πρώτα ώς τα τελευταία κεφάλαια προτίθεμαι να χρησιμοποιήσω πολυάριθμα παραθέματα συγγραφέων, κυρίως Ιταλών, για ν’ αποδείξω ότι η τέχνη του Σολωμού και το λεξιλόγιό του είναι όπως τα περιγράφω. Ίσως κάποιοι μου προσάψουν την αφθονία αυτή και κατηγορηθώ ειδικά πως αποδίδω υπερβολική σπουδαιότητα στην ιταλική λογοτεχνία. Ας απαντήσω προκαταβολικά στην κατηγορία αυτή. Ο Σολωμός είχε λάβει σχεδόν αποκλειστικά ιταλική παιδεία. Είναι φυσικό να άντλησε τα πρότυπά του από τη χώρα αυτή, η οποία, κατ’ ομολογία του, «είχε εξευγενίσει τον βάρβαρο που αρχικά ήταν» (4). Και αν κάποιος, πολύ άδικα, φαντάζεται ότι επιθυμώ να υποβιβάσω τον Σολωμό στο επίπεδο του απλού μιμητή, ας στοχαστεί τα λόγια του ποιητή Κωστή Παλαμά, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέλει να μειώσει τη δόξα του: «Η φαντασία (του) δεν είναι άλλο τι παρά η μνήμη εις την μεγίστην αυτής έντασιν, η πρωτοτυπία του δεν είναι είδος τι εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, αλλ’ ο μετασχηματισμός των μυρίων εξαγομένων της γλώσσης και της μελέτης» (5).

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο αδελφός του Δημήτριος, ο οποίος έμελλε να παίξει σημαντικό πολιτικό ρόλο (6). Διαθέτουμε ελάχιστες εξακριβωμένες πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια των δύο αδελφών. Τρία ανέκδοτα, ίσως αληθινά, φαίνεται να δηλώνουν, από τα πρώτα του χρόνια, μια θρησκευτική και μάλιστα ενορατική τάση στον χαρακτήρα του μελλοντικού ποιητή. Ας τα θυμίσουμε, είναι αν μη τι άλλο χαριτωμένα. Του άρεσε να ψάλλει στην εκκλησία και η γλυκιά φωνή του, την οποία θα διατηρήσει και σε μεγαλύτερη ηλικία, ήδη εντυπωσιάζει. Μας λένε επίσης ότι η φλογέρα τον συγκινούσε και ότι κάποτε, ακούγοντάς την, ρώτησε ένα άλλο αγόρι «Τι αισθάνεσαι;» και απογοητεύθηκε όταν εκείνο είπε πως δεν αισθανόταν τίποτα. Τέλος, μια παιδική απάντηση: «Πριν από τη γέννησή σου πού βρισκόσουνα;» τον ρωτάει κάποιος ενήλικας, για να τον πειράξει. Αλλά το αγόρι βρίσκει την ερώτηση φυσική και του απαντάει: «Μέσα στο πνεύμα του θεού». Αληθινά ή όχι, τα ανέκδοτα αυτά έφθασαν ώς εμάς επειδή οι σύγχρονοι έβρισκαν πως ταίριαζαν στον Σολωμό. Δείχνουν ευαισθησία, θρησκευτικότητα, κλίση για το ωραίο και αίσθηση του αφηρημένου, τα οποία ο ποιητής μπορούσε να διαθέτει από την παιδική του ηλικία.

Όμως δεν γνωρίζουμε περισσότερα για τα πρώτα χρόνια των παιδιών της Αγγελικής Νίκλη. Μόνο μερικά γράμματα, που γράφτηκαν στην Παβία από τον Διονύσιο, μας κάνουν να διακρίνουμε έναν παππού από την πλευρά της μητέρας —τον οποίο ο νέος δεν ονομάζει παππού— και φανερώνουν τρυφερότητα για τον πατριό του Εμμανουήλ λεονταράκη. Δεν γνωρίζουμε τους συντρόφους της παιδικής ηλικίας. Άραγε αυτοί ανήκαν στην αριστοκρατία ή στον απλό λαό, απ’ όπου προέρχονταν τα παιδιά από τη μητέρα τους; Δεν ξέρουμε ούτε καν ποιος έμαθε ανάγνωση στον μελλοντικό ποιητή. Έχει προταθεί το όνομα του ποιητή Μαρτελάου, αλλά αυτό παραμένει μόνο εικασία. Ο Giovanni Canna αναφέρει, μεταξύ των Ιταλών δασκάλων που δίδασκαν στη Ζάκυνθο, τον Giovanni-Battista Moratelli (που πέθανε το 1818), «ο οποίος είχε τη συνήθεια να οδηγεί τους μαθητές του στην ακρογιαλιά και να τους δείχνει κλαίγοντας την απέναντι στεριά, που ήταν κι αυτή πατρίδα τους και που περίμενε να ελευθερωθεί από τον ζυγό των βαρβάρων». Ίσως ο Σολωμός να πήρε έτσι ένα πρώτο μάθημα πατριωτισμού. Από όλους όσοι μπόρεσαν τότε να πλησιάσουν το παιδί και να σημαδέψουν το νεανικό πνεύμα του με τα βαθιά αυτά ίχνη που θα θρέψουν, τα χρόνια της εφηβείας του, τους πρώτους σπόρους της νέας προσωπικότητας, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα παρά ένα πρόσωπο, που όμως προοριζόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στην ηθική και πνευματική εξέλιξη του μελλοντικού ποιητή. Πρόκειται για τον αββά Santo Rossi. Πολύ αργότερα, ο Σολωμός τον ονομάζει πρώτο αληθινό δάσκαλό του. Μιλάει συχνά γι’ αυτόν και, όπως μας λένε, πεθαίνει προφέροντας τ’ όνομά του. Καμιά έμφαση τον ρόλο του αββά ρόσσι δεν πρέπει ποτέ να θεωρηθεί υπερβολική. θα τον ξαναβρούμε στις επόμενες σελίδες, συνοδό του αγοριού που πηγαίνει να σπουδάσει στην Ιταλία, αργότερα στην Κρεμόνα, όπου έπαιζε τον ρόλο του κηδεμόνα του, κι ύστερα πάλι όταν εκείνος, νεαρός πια, θα παρακολουθεί το πανεπιστήμιο της Παβίας. Πέρα από αυτόν τον ρόλο, φαίνεται πως ο ρόσσι υπήρξε εκείνος που τον μύησε στη λογοτεχνική ζωή.

Σημειώσεις:

1. Γράμμα του Σεπτεμβρίου 1830 στον Γεώργιο Μαρκορά στην Κεφαλονιά, σε μετάφραση λ.Π. στο Σ.Γ., σ. 29.
2. Η Ζάκυνθος τότε δεν είναι παρά μια πνευματική επαρχία της Ιταλίας. Τα Επτάνησα παρέμειναν για αιώνες υπό την κυριαρχία της βενετίας. Η καλή κοινωνία μιλάει ιταλικά και στέλνει τα παιδιά της να σπουδάσουν στην Ιταλία.
3. Berneschi (από τον Francesco Berni, †1536). Έτσι ονόμαζαν οι σύγχρονοι του Σολωμού Ιταλοί ένα έμμετρο λογοτεχνικό είδος, ανάλογο με το burlesco (από το burlare: εμπαίζω), αλλά λιγότερο χυδαίο.
4. «La Navicella Greca» (1851) : «ove barbaro giunsi e tal non sono» (όπου βάρβαρος έφτασα και πια δεν είμαι).
5. Εφ. Άστυ, 9 Απριλίου 1898. (Σήμερα: Κ. Παλαμάς, Διονύσιος Σολωμός, εκδ. Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1970, σ. 52).
6. Όταν γεννήθηκε ο ποιητής, ο κόμης Νικόλαος, ο πατέρας του, ήταν 61 χρόνων. Η μητέρα του, μια υπηρέτρια, ήταν 14 χρόνων. Ένας γάμος, in articulo mortis, νομιμοποιεί την τύχη των παιδιών. Είναι βέβαιο ότι ο ποιητής υπέφερε από την οικογενειακή αυτή κατάσταση (Α.Ε., σ. 390 β 31-40), χωρίς πάντως να έχουμε ιδιαίτερους λόγους να διαπιστώσουμε κάποιους σχετικούς απόηχους στους στίχους του. Το 1798, ο κόμης Νικόλαος είχε δύο νόμιμα τέκνα, ηλικίας 30 και 28 χρόνων. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Διονύσιος στέλνεται από τον κηδεμόνα του κόμη Μεσσαλά στην Ιταλία. Είναι μαθητής στο λύκειο της Κρεμόνας από το 1808 ώς τον Νοέμβριο του 1815, ύστερα μεταβαίνει στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου γνωρίζει λογοτεχνικές διασημότητες της γειτονικής πρωτεύουσας. Εγκαταλείπει την Ιταλία στο τέλος του καλοκαιριού του 1818 και επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου παραμένει δέκα χρόνια. Ύστερα εγκαθίσταται στην Κέρκυρα, όπου περνάει μιαν απομονωμένη ζωή. Πεθαίνει εκεί το 1857, χωρίς να μεταβεί ποτέ στην Ελλάδα. Μέχρι τότε, από τα έργα του δεν είναι γνωστά παρά μόνο μία ολιγοσέλιδη συλλογή, Rime Improvvisate (Αυτοσχέδια Ποιήματα, 1822), ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1823) και μερικά σύντομα ποιήματα. Δεν έχει δημοσιευθεί, και πιθανότατα δεν έχει ολοκληρωθεί, κανένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του. Τα προσχέδια που βρίσκονται μετά τον θάνατό του βρίθουν «ενός πρωτοφανέρωτου λυρισμού που, ακόμα και σήμερα, φαίνεται τελείως νέος, και του οποίου το βάθος παραμένει ακόμα σε πολλά σημεία ανεξιχνίαστο» (λ. Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 5 [Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες], εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1964, σ. 7).

Μια συνέντευξη του Δημήτρη Λάγιου στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια (1990)


[Πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης: Περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα 26 (2006) 677-692.
Το εισαγωγικό σημείωμα είναι του εκδότη του Περιοδικού και λογοτέχνη Διονύση Σέρρα.]

(...) είχε δοθεί στον εκλεκτό κληρικό, ποιητή και λογοτέχνη - δοκιμιογράφο της Ζακύνθου π. Παναγιώτη Καποδίστρια, γνώριμο του συνθέτη και ιδιαίτερα εκτιμώμενο από αυτόν, τόσο για το αξιόλογο συγγραφικό του έργο όσο και τη σοβαρή, ποιοτική και ουσιαστική - αναβαθμιστική ραδιοφωνική του παρουσία, όντας υπεύθυνος της εβδομαδιαίας εκπομπής "Από τα ρείθρα του Ιορδάνη στα κύματα των FM", που μεταδιδόταν από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό Ελεύθερη Ραδιοφωνία Ζακύνθου κάθε Σάββατο, ώρα 7-8 μ.μ., στο χρονικό διάστημα 1989-1994.

Η συγκεκριμένη de profundis (εκ βαθέων) συνέντευξη - εξομολόγηση του συνεχώς ανήσυχου και ευαίσθητου, ελεύθερου και ειλικρινή - αυθεντικού Δημήτρη Λάγιου μεταδόθηκε στις 28.4.1990, με παρόντα τον συνθέτη στο στούντιο του σταθμού Ε.Ρ.Ζ. (στο Ακρωτήρι Ζακύνθου, τότε).











Σημείωση: Όλες οι σελίδες μεγεθύνονται μ' ένα κλικ, για καλύτερη ανάγνωση του κειμένου. 

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Νίκου Εγγονόπουλου: ΥΜΝΟΣ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Π' ΑΓΑΠΟΥΜΕ


Dans les peuples vraiment libres, les femmes sont libres et adorées.
SAINT-JUST

T.

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία

(Από την ποιητική συλλογή Έλευσις, 1948)

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη: μια μεγάλη Ζακυνθινή καλλιτέχνις, που τιμά με τη ζωή και το έργο της τη μέρα της Γυναίκας


Της Κατερίνας Δεμέτη
Διευθύντριας του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

Οι επέτειοι, αν δεν έχουν σταθερές, συχνά περνούν αδιάφορα μέσα στη ροή του χρόνου. Γι’ αυτό, και σήμερα, 8 Μαρτίου, ημέρα που έχει καθιερωθεί να εορτάζεται σε όλο τον κόσμο η Γυναίκα, διαλέξαμε ν’ αναφερθούμε σε μία σπουδαία καλλιτέχνη, που πραγματικά τιμά με τη ζωή και το έργο της, τη μέρα αυτή.

Ο λόγος για την Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη (1911-1990), μία σπουδαία Ζακυνθινή ζωγράφο και λογοτέχνη, που της αξίζει ένα πραγματικό αφιέρωμα για να τιμηθεί το πολυδιάστατο έργο της, εδώ, στη γενέτειρά της.

Σήμερα θα περιοριστούμε απλά συσχετίζοντάς την με τον επίσημο εορτασμό, ν’ αναφέρουμε ότι, όταν η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε το 1975 ως Διεθνές Έτος Γυναικών, η Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη, εξέδωσε το περίφημο Λεύκωμα της εξορίας 1948-1952: «Γυναίκες από όλη την Ελλάδα», που ήταν αφιερωμένο στο παγκόσμιο έτος της Γυναίκας.

Σταθμοί στη ζωή της, σύμφωνα με το αναλυτικό χρονολόγιο που μας απέστειλε ο γιος της Χαρίλαος Σισμάνης, Αντιπρόεδρος του Μουσείου Εξορίας, αποτέλεσαν οι παρακάτω χρονολογίες:

1927-1931: Σπουδές στο Παρίσι, όπου διδάσκεται σχέδιο από τον G. Roux στην école de dessin abc.

1937: Γνωρίζει τον Γιώργο Μπουζιάνη και παραμένει μαθήτρια και φίλη του, μέχρι το θάνατο του, το 1959.

1938-1940: Εργάζεται στα εργαστήρια των Λουκά Γεραλή και Πάνου Σαραφιανού. Σχεδιάζει εμπριμέ για την Ελληνική Εριουργία και προμηθεύει μακέτες σε εργοστάσια υφασμάτων και χαρτιών.

1948-1952: Απολύεται από την Εθνική Τράπεζα και εξορίζεται στην Ικαρία, Χίο, Τρίκερι Βόλου και Μακρόνησο.

1952-1963: Συνεργάζεται με τους Γιάννη Τσαρούχη, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Μάνο Κατράκη, Αλέξη Δαμιανό, Δημήτρη Μυράτ, Κάρολο Κούν και άλλους, σε κατασκευές σκηνικών, πλαστικών, σκηνογραφίες, κοστούμια, μάσκες, κατασκευές για την Λυρική Σκηνή, το Εθνικό Θέατρο, Επίδαυρο και άλλα αθηναϊκά και πειραϊκά θέατρα. Από την περίοδο αυτή προκύπτουν οι ενότητες «Σκίτσα θεάτρου», «Μάσκες Λαϊκού Μεσαιωνικού Θεάτρου», «Μαριονέτες».

1964: Εκδίδει την μελέτη «Η Τέχνη στα Επτάνησα», αφιερωμένη στα 100 χρόνια της ένωσης (1864-1964).

1965: Ιδρυτικό μέλος της ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ και Γ. Γραμματέας της Ενώσεως από το 1965-1967.

1965: Από τα ιδρυτικά μέλη της Συνάντησης Λαϊκού και Μεσαιωνικού Θεάτρου, διδάσκει κατασκευή μάσκας σε σεμινάρια με τον D. Sartori. Κατασκευή μασκών με τη Μελίνα Μερκούρη. Δημοσιεύει άρθρα και μελέτες για το μεσαιωνικό θέατρο και τη μάσκα.

1969: Εκδίδει την συλλογή ποιημάτων «Χτύποι της καρδιάς».

1972: Εκθέτει για πρώτη φορά τα σκίτσα της περιόδου 1952-1967, που προκύπτουν από την θητεία της στο θέατρο.

1975: Έκδοση των σκίτσων της εξορίας 1948-1952 «Γυναίκες από όλη την Ελλάδα».

1980: «Το παραμύθι της Μαρούλας», παλιό ζακυνθινό παραμύθι.

1985: Έκδοση του «Μαθητεύοντας κοντά στο Μπουζιάνη», μαρτυρία, εκδ. Εστία.

1986: «Προπολεμικά Ειδύλλια», προσωπικό ημερολόγιο του 1936.

1992: «Δύο Ζακυνθινά Σαλόνια», μνήμες από την Ζάκυνθο των αρχών του 20ου αιώνα, εκδ. Εστία.

1996: Πεθαίνει στις 3 Απριλίου στην Αθήνα και σύμφωνα με την επιθυμία της κηδεύεται στον ιστορικό οικογενειακό τάφο στη Ζάκυνθο.

2000: Εκδίδεται το βιβλίο «Μπουζιάνης ο Δάσκαλος» του Αλ. Ξύδη, εκδ. Περίπλους, αφιερωμένο στη μνήμη της.


2006: Στο Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αη Στράτη (Αγ. Ασωμάτων 31, 105 53, Κεραμεικός και www.exile-museum.gr), βρίσκεται το αρχείο της εξορίας (επιστολές, αποφάσεις, κείμενα, φωτογραφικό αρχείο, σχέδια, μακέτες, γλυπτά, ελαιογραφίες, ακουαρέλες, συνθέσεις και χειροτεχνήματα, της περιόδου 1948-1952).

Έργα της βρίσκονται στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και σε ιδιωτικές συλλογές.



Related Posts with Thumbnails