© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ή, ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΠΑΛΙ


«Τοὺς διανύσαντας τὸν τοῦ βίου δρόμον πίστει εὐσεβεῖ... ἤτοι, ... δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν πάντων τῶν ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων χριστιανῶν... πατέρων, πάππων, προπάππων... διδασκάλων, συγγενῶν...»
Οἱ λέξεις, μέσα στὸ χειμωνιάτικο ἀπόβραδο, ἀκούγονται σὰν φτερουγίσματα πουλιῶν ποὺ σπεύδουν νὰ κουρνιάσουν σὲ πυκνὲς φυλλωσιές, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα. Κι ὄντως, φτερουγίζουν ἀπόψε αὐτὲς οἱ ἱερὲς οἱ λέξεις, ποὺ κομίζουν στὸν Οὐρανὸ τὴν κέσιο καὶ φορτωμένη κατάνυξη καὶ δέος ἱερὸ προσευχή μας. Προσευχὴ γιὰ ἐκείνη τὴν κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μας ποὺ μετοίκησαν γιὰ πάντα... Γιατὶ ἐλάχιστοι, δυστυχῶς, μποροῦν νὰ καταλάβουν τὸ εἰδικὸ βάρος ποὺ φέρει ἡ ἡμέρα αὐτή, τοῦ Ψυχοσάββατου ἡ θεοτίμητη ἡμέρα. Τοῦ Ψυχοσάββατου, ὅπου ἔχουν τὸ δικό τους τὸ Πανηγύρι οἱ Κεκοιμημένοι. Ναί, τὸ Πανηγύρι τους, τὸ ἰδιότυπο αὐτὸ Πανηγύρι μὲ τὸν χαρμολυπικό του τὸ χαρακτήρα. Τὸ Πανηγύρι μὲ τὴ σύναξη τῶν σων πιστῶν, ποὺ τὴν φωτίζει τὸ νέφος τῶν Κεκοιμημένων. Γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ Τὸν παρακαλοῦμε: «...Υἱοὺς ἀναστάσεώς σου ποίησον, Κύριε τῆς δόξης, τοὺς προκοιμηθέντας...». Ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν ἡμέρα πρέπει νὰ τὴ βλέπουμε ς προέκταση τοῦ δικοῦ μας βίου, γιατὶ κάποτε θὰ ἐπιθυμοῦμε οἱ ἐπίγονοί μας, αὐτὴν τὴν ἡμέρα νὰ δέονται μὲ τὴν Ἐκκλησία: «...Τοὺς ἀφυπνώσαντας ἐκ τῆς τοῦ βίου νυκτός, ἡμέρας υἱοὺς δεῖξον, Κύριε...».
Ὄντως, μεγάλη ἡ δωρεὰ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία στὸ πλήρωμά Της μὲ τὸ νὰ θεσπίσει αὐτὴν τὴν ἄχραντη Πανήγυρι πρὸς τιμὴν «πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κεκοιμημένων εὐσεβῶς πατέρων καὶ ἀδελφῶν...». Γιατὶ μὲ τὴν κίνησή Της αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία προτείνει στὸν κόσμο της νὰ θυμηθεῖ αὐτὴ τὴ μέρα. Νὰ θυμηθεῖ τοὺς κεκοιμημένους, ποὺ ἀσφαλῶς περιμένουν τὶς εὐχὲς καὶ προσευχές ὅλων μας. Ἐπειδὴ ὁ κόσμος λησμονεῖ εὔκολα, ἀντίθετα μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ θυμᾶται καὶ μνημονεύει. Δηλαδή, διασώζει καὶ μεταθέτει στὴν αἰωνιότητα τὰ ὀνόματα πάντων τῶν εὐσεβῶς κεκοιμημένων. Κι αὐτὸ γιατὶ ἀγαπᾶ καὶ τυλίγει σὲ νέφος στοργῆς τὰ παιδιά Της, γι᾿ αὐτὸ και προτρέπει τοὺς ζῶντες, μέσω τῶν σημαντικῶν αὐτῶν ἡμερῶν τοῦ ἱεροῦ Ψυχοσάββατου, νὰ θυμηθοῦν κι ἐκενοι τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους, νὰ τούς μνημονέψουν, νὰ προσευχηθοῦν γι᾿ αὐτούς. Καθὼς, μάλιστα, ξημερώνει ἡ Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω, ὅπου Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει νὰ θυμόμαστε «τῆς Δευτέρας καὶ ἀδεκαστου δευτερας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ». Βλέπεις, ἡ μιὰ ἡμέρα ἀκτινοβολεῖ τὸ νόημά της στὴν ἄλλη. Καὶ κάτι ἄλλο: δίχως ν᾿ ἀγαπᾶμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θυμόμαστε -καὶ παράλληλα νὰ προσευχηθοῦμε- τοὺς ἀνθρώπους μας καὶ τοὺς συναθρώπους μας.
Ἀλήθεια, ἔχουμε συνειδητὰ κατανοήσει τὸ μέγα νόημα αὐτῆς τῆς ἡμέρας; Ἡμέρας προετοιμασίας μας γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρησή μας ἀπὸ τὸ πρόσκαιρο τοῦ παρόντος βίου μας; Ἔχουμε, μὲ λίγα λόγια, καταλάβει ὅτι «ὄναρ ἡ ζωὴ ἡμῶν ἐστί»; Ποὺ σημαίνει ὅτι «ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ προέρχεται καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος...». Καὶ τονίζεται, μάλιστα, μετ’ ἐμφάσεως ἡ λέξη «πᾶς», γιὰ νὰ δείξει καὶ ἀποδείξει ὅτι μπορεῖ στὸν κοινωνικό μας περιβάλλον νὰ διαφέρουμε ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὅμως κι αὐτὴ ἡ διάκριση προσωρινὴ εἶναι καὶ πρόσκαιρη. Τὸ πλέον βέβαιο καὶ σταθερὸ εἶναι ἡ ἐφημερία μας. Ποὺ ἔρχεται τὸ Ψυχοσάββατο νὰ μᾶς τὴν ξαναθυμίσει, χαρίζοντάς την παράλληλα ὡς διδαχὴ πολύτιμη στὸ ταξίδι μας αὐτὸ μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Τριωδίου.
«Τὸ φοβερόν σου κριτήριον ἐνθυμούμενος, ὑπερένδοξε Κύριε, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, φρίττω καὶ πτοοῦμαι, ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τῆς ἐμῆς ἐλεγχόμενος... διό με ἐλέησον πρὸ τέλους, καὶ φεῖσαι μου, Κριτὰ δικαιότατε». Ἀμήν!
π. κ. ν. κ.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Βάρναλης: ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ (ποίημα + audio)



Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

(από τα Ποιητικά, εκδ. Kέδρος 1956)

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης: ΑΣΗΜΟΝ (ποίημα)

Έντεκα του Aυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Mήτε και σπίτι. Mόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη που ορμάει να φάει μαράζι απ' τα παλιά
    ορυχεία σου
Kείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο

Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η 
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
                    Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα 
    κυνηγετικά τους
             κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο. Kαι στρατός πολύς ύστερα, μαύρος
Σειρήνες. Tο νοσοκομειακό. Kαι δεξιά στο βάθος ένα 
Mέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Που πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται

Kάπως έτσι κι εμείς. Kι άλλοι επιστρέφουν. Aλλ'
Oύτ' ενός το άηχο σώμα με τ' αγγίγματα όσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Mονομιάς να πέσει
            όπως πέφτει το κακό
                                 η αλήθεια

Όμως φαίνεται ότι σαν αποσπασμένες
Aπό κοίλα παλαιών νεκρών ακόμη και όταν
Φως φέρνουν, σκοτεινές είναι οι θεότητες
Kαι ποτέ κανενός (όπως των ερωτευμένων κάποτε που εγγίζονται
    τα ματοτσίνορα
Mια στιγμή τούς εφάνηκε είδανε την ύφανση του πεπρωμένου)
Δεν εδόθηκε κάτι να διακρίνει
Όμορφο κι όλο ερείπια όπως ο πρώτος έρωτας

A τι να πεις που κι έναν μόνον
Aναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος

Γαβ η αγάπη· γαβ ο Iούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του
Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Kείνο που 'θελε ο Θεός
H ψυχή μου, η προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Kαι ξανά βρήκε το νόημα της υλακής του ο σκύλος

Nα τες τώρα που σιγά σιγά
Eπιστρέφουν οι στεριές. Yπόσταση λαβαίνουν οι άνθρωποι
Στην παλιά του θέση ξαναρχινάει ν' αναβοσβήνει ο φάρος
Kαι το σπίτι το κόκκινο αργοπορεμένο
Στ' ανοιχτά του κάβου στέκει αρόδο μ' αναμμένα φώτα
Mασουλάνε χόρτο σκοτεινό τα περιβόλια
Kαι θολή θωρείς μες στους αιθέρες να
Kατεβαίνει μ' ένα δίσκο φρέζιες τρέμουσες
H γυναίκα που τη λεν Γαλήνη.

(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991) 

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Σολωμός: ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ (ποίημα)


Πρoς τὴν κυρὰ Ἄννα Μαρία Ἀναστασία Γουράτο Γεωργομίλα, ὅταν ἑντύθηκε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα εἰς τὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Θεοδώρου καὶ Γεωργίου εἰς Κέρκυρα τὴν 18 Ἀπριλίου 1829.

1
Ἀπὸ τὸν Θρόνο τ' Ἄπλαστου
οἱ Ἀγγέλοι ἐκατεβήκαν,
καὶ μὲς στοῦ μοσχολίβανου
τὸ σύγνεφον ἐμπήκαν,
νὰ ἰδοῦν ποὺ τὸ κοράσιο
κινάει στὴν ἐκκλησιά.

2
«Χριστὸς ἀνέστη» ἐψάλλανε
μὲ τὰ χρυσά τους χείλη,
«Χριστὸς ἀνέστη» ἐκάνανε
κι ἀστράφτανε σὰν ἥλιοι
καὶ λόγια ἐτραγουδούσανε
ἐγκάρδια καὶ θερμά.

3
Ἕνας Ἄγγελος
Χαῖρε, ἀδελφὴ ! Μ' ἀρέσουνε
τῆς ὄψης σου οἱ χλωμάδες.
εἰς τὰ περίσσια ἀνάμεσα
κεριὰ καὶ στὲς λαμπάδες
κάλλιο ἀπὸ ρόδα πιάνουνε
τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ.

4
Ἄλλος
Ἀφοῦ τὸν θάνατο ἔκλαψες
τῆς δόλιάς σου μητέρας
καὶ τοῦ πατρός, σοὺ ἀπόμεινε
μόνος Αὐτὸς πατέρας.
Ἄλλος
Πάντα περνάει τὰ σπλάχνα του
τὸ δάκρυ τοῦ ὀρφανοῦ.

5.
Ἄλλος
Γλυκὸ 'ναι τῆς Παράδεισος
νὰ μελετᾶς τὰ κάλλη.
Ἄλλος
Πικρὴ 'ναι ἡ φοβερότατη
τοῦ κόσμου ἀνεμοζάλη.
μον' ἐδῶ φθάνει ὁ ἀντίλαλος,
δὲ φθάνει ἡ τρικυμιά.

6
Ἄλλος
Ἐδῶ ὁ Χριστὸς στὰ ὀνείρατα
σ' ἐσένα κατεβαίνει.
Ἄλλος
Ἐκεῖ ταράζουν ἅρματα
καὶ θρόνοι αἱματωμένοι.
Ἄλλος
Ἐδῶ εὐτυχία καὶ θρίαμβος.
Ἄλλος
Ἐκεῖ 'ναι συμφορά.

7
Ἄλλος
Ὁ κόσμος ἐρωτεύτηκε
στὰ μάτια, στὴ φωνή σου,
τὰ μελετάει συχνότατα,
κι ἡ ἀγγελικὴ ψυχή σου
φωνὴ καὶ μάτια ἐγύρισε
κατὰ τὸν Οὐρανό.

8
Ἄλλος
Ὁ Πλάστης κατ' εἰκόνα του
τὸν ἄνθρωπο ἐποιοῦσε.
Ἄλλος
Μὲς στὰ κρυφία της γνώσης του
τὴ Χτίση ἐμελετοῦσε,
γιὰ νὰ 'ναι τοῦ λιγόζωου
ἀνθρώπου ἡ κατοικιά.

9.
Ἄλλος
Ἀπάνου ἀπάνου ἐχύθηκε
στὴν Ἄβυσσο ποὺ ἐσειότουν
καὶ μὲ τρομάρα ἐμούγκριζε,
κι αὐτὶ δὲν ἐσωζότουν.
ὁ Πλάστης ὁλομόναχος
ἀγρίκαε μὲ χαρά.

10.
Ἄλλος
Ἔρως καὶ Χάρος πάντοτε
δουλεύουν ἐδῶ κάτου,
ὥσπου ὁ Καιρὸς ὁ γέροντας
νὰ χάσει τὰ φτερά του.
Ἄλλος
Φριχτὴ 'ναι ἡ ὥρα ποὺ ἄνθρωπος
βαριὰ ψυχομαχᾶ.

11
Ἄλλος
Μὴ φοβηθεῖς νὰ 'σ' ἔρημη
τότε ἀπὸ κάθε μάτι.
ἰδοὺ ὁ Χριστὸς ποὺ γέρνοντας
στοῦ πόνου τὸ κρεβάτι
σοὺ σιάζει τὸ προσκέφαλο
καὶ σὲ παρηγορά.

12
Ἄλλος
Εὐτυχισμένο λείψανο,
θέλει σου δώσει πάλι
τὸν ἀρραβώνα ὁ ἴδιος
ὀποῦ σου πῆρε ἀγάλι
τὴν ὥρα ποὺ ἀπομείνανε
τὰ στήθια σου νεκρά.

13.
Ἄλλος
Τὰ κόκαλα ἐβαρέθηκαν,
στὸ μνῆμα καρτερώντας
καὶ τρίζουνε ἀκατάπαυτα
τὴν Κρίση ἀναζητώντας.
Ἄλλος
Ξύπνα, ἀδελφὴ ! Τὴ Σάλπιγγα
τὴν ὕστερη ἀγρικῶ.

14
Ἄλλος
Τὰ μάτια τῆς ἀστράψανε
τοῦ τάφου ἀπὸ τὴν κλίνη.
κοίτα, πετιέται ὁλόχαρη
καὶ μὲς στὸ λάκκο ἀφήνει
τοὺς μόσχους τοῦ Μαϊάπριλου
ποῦ δὲν ὑπάρχει πλιό!

15
Ὅλοι οἱ Ἄγγελοι
Τὰ μάτια τῆς ἀστράψανε
τοῦ τάφου ἀπὸ τὴν κλίνη.
κοίτα, πετιέται ὁλόχαρη
καὶ μὲς στὸ λάκκο ἀφήνει
τοὺς μόσχους τοῦ Μαϊάπριλου
ποῦ δὲν ὑπάρχει πλιό!

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΝ ΟΙ ΑΦΑΝΕΡΩΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ


Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ νὰ καταλάβει τὸν κάθε ἱερέα, τὸ πόσο τὸν συγκινοῦν καὶ συνάμα τοῦ ἀφανίζουν κάθε κόπο οἱ στιγμὲς ἐκεῖνες κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ κάθε Πανήγυρις τοῦ ναοῦ του περατώνεται. Καὶ μιλᾶμε γιὰ τὰ μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅταν ὁ ναὸς ἀδειάζει πιά, ὅταν τὰ σύννεφα τοῦ θυμιάματος ἀραιώνουν κι ἡ φωτοβολία τῶν κεριῶν καὶ τῶν πολυελαίων χαμηλώνει αἰσθητά. Τότε, λοιπόν, εἶναι ποὺ κυκλώνουν τὸν νοῦ τοῦ ἱερέα ποικίλοι στοχασμοί. Στοχασμοὶ ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι προέκταση τῆς Πανηγύρεως. Γιατὶ ἄνθρωπος εἶναι κι ὁ παπᾶς μὲ ἀδυναμίες καὶ πάθη ποὺ πασχίζει νὰ τὰ φυτέψει στὴν «ἄφατόν Του φιλανθρωπίαν», γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν «καινά» (Ἀποκ. 21,5), ἀλλὰ καὶ μὲ εὐαισθησίες, ποὺ μεταμορφώνουν τὶς ταπεινές του βιωματικὲς στιγμές, σὲ κατανυκτικὰ προσόμοια θείας ἐπισκέψεως. Ἔτσι, καθὼς γυροφέρνει τὴ ματιά του στ’ ἀδειανὰ τὰ στασίδια ἀναλογίζεται τὰ πρόσωπα ποὺ φέτος ἔλειψαν. Ἀναλογίζεται ἐκεῖνα ποὺ ταξίδεψαν γιὰ πάντα, ἤ ἄλλα ποὺ εἶναι καθηλωμένα σὲ κάποιο κρεβάτι τοῦ πόνου, ἄλλα πάλι ποὺ μετοίκισαν σὲ μακρυνὲς πολιτεῖες κι σως ν᾿ ἀναθυμοῦνται τὴν παλιά τους ἐνοριακὴ οἰκογένεια τούτη τὴ σημαδιακὴ ἡμέρα... Ποιός ξέρει! Ναί, τὸν πληγώνουν τὸ παπᾶ αὐτὲς οἱ ἀπουσίες, γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἦταν οἱ πιστοί του σύντροφοι, «οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτῷ» (πρβλ. Μτθ. 27, 5), ὄχι μονάχα στὶς ἱ. Ἀκολουθίες, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις τοῦ βίου του μὲ τὴ φιλική τους ἐντιμότητα ὡς τεκμήριο ἀδιάψευστο. Γιατὶ ὅλοι μας χρειαζόμαστε τὴν ἀνθρώπινη παρουσία ὡς προέκταση τῆς θεϊκῆς, γιὰ νὰ φωτίσει τὸ κάθε σκοτάδι τῆς ἐπίγειας πορείας του.
Ὅμως στὸ περιθώριο τῶν ἱερατικῶν του στοχασμῶν ὁ παπᾶς παρατηρεῖ νὰ στέκει ἀγέρωχος κι ὁ Χρόνος. Ὁ Χρόνος ποὺ ἀλέθει μέσα του γεγονότα καὶ πρόσωπα, καὶ ποὺ φροντίζει νὰ πασπαλίζει μὲ στάχτη τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ ντύνεται τὸ γκρίζο τὸ χρῶμα της καὶ νὰ σπουδάζει τὴ βιοτή μας πάνω στὸ μεγαλο Μυστήριο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Γιατὶ καὶ τὸ ἕνα, δηλαδή, ἡ φθορὰ σιωπηλὰ ἁπλώνεται, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, καὶ τὸ ἄλλο -κι ἀσφαλῶς τὸ πιὸ κορυφαῖο- ὁ θάνατος δηλαδή, ὅλο καὶ παραμονεύει νὰ βρεῖ τὴν ἀναγκαία, γιὰ τὴν εσοδό του μέσα μας, Κερκόπορτα, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁ κυρίαρχος κι αὐτῆς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Στέκει, λοιπόν, παράμερα ὁ Χρόνος ποὺ συνεχίζει νὰ σωρεύει ἐμπειρίες. Ἐμπειρίες κάθε εἴδους, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ πληγώνουν ἀνεπανόρθωτα. Καὶ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἐκείνη ποὺ αὐτὲς τὶς ὧρες φορτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ἐπειδὴ βλέπει πὼς τὰ χρόνια μαζεύονται. Φορτώνονται στὴ ράχη, ποὺ ὅλο καὶ γέρνει, στὴν καρδιὰ ποὺ φτερουγίζει κι ἐπιθυμεῖ νὰ προσφέρει, ὅμως ἡ ἀδυναμία τοῦ κορμιοῦ δὲν τῆς ἐπιτρέπει παρὰ μονάχα νὰ σχεδιάζει... Τίποτε ἄλλο. Κ' ὕστερα, εἶναι καὶ τὸ μεγαλο τὸ ἐρώτημα ποὺ αἰωρεῖται αὐτὲς τὶς χαρμολυπικὲς στιγμὲς πάνω του. Ἐρώτημα ὁριακὸ καὶ συνάμα βαθύτατα ὑπαρξιακό. «ραγε, μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ ἔσχατη πανήγυρις ποὺ παρίσταμαι;» Ἤ τὸ πιὸ σύνηθες ἐρώτημα: «Πόσες πανηγύρεις, στ᾿ ἀλήθεια, μοῦ ἀπομένουν;».
Εὔλογα τὰ ἐρωτήματα καὶ πολὺ ὀρθά. Γιατὶ ὁ καθένας ὀφείλει νά ἐξετάζει τὸ πεπερασμένο τῆς ὑπαρκτικῆς του παρουσίας σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, σ᾿ αὐτὴ τὴν βιοτή, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα ἡ εἰκόνα τῶν ὅποιων ἐπισκέψεών μας. Πῶς, δηλαδή, πᾶμε ἕνα τάξίδι, μιὰ ἐκδρομή.... Γιατὶ «ἰδοὺ αἱ ἡμέραι, ἐνιαυτοὶ καὶ μῆνες, ὡς ὄναρ, παράγουσι καὶ ὡς σκιὰ δειλινή» (ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος). Καὶ δὲν εἶναι ὅτι «παράγεται» ὁ καιρός. Αὐτὸ εἶναι φυσικό. Τὸ κυριώτερο, γιὰ ἕνα συνειδητὸ παπᾶ, εἶναι τὸ ἄν μπόρεσε νὰ εὐαρεστήσει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους - τὸ κατὰ δύναμιν πάντα. Ἄν, δηλαδή, τὸ τάλαντο (βλ. Μτθ 25, 14-30) ποὺ τοῦ δόθηκε τῆς διακονίας τῶν Μυστηρίων Του, δὲν ἔμεινε ἀνεκμετάλλευτο. «Ἰδού, σοὶ τὸ τάλαντον ὁ Δεσπότης ἐμπιστεύει ψυχή μου· φόβῳ δέξαι τὸ χάρισμα· δάνεισαι τῷ δεδωκότι, διάδος πτωχοῖς καὶ κτῆσαι φίλον τὸν Κύριον...».
Καὶ τὸ τραγικὸ στὴν ἐποχή μας εἶναι πὼς, ἀποκλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, τὸ μόνο ποὺ δὲν μᾶς πολυνοιάζει εἶναι ἄν θὰ κάνουμε «φίλον τὸν Κύριον», ἀφοῦ ζοῦμε σὲ καιροὺς ἀφιλίας καὶ δίχως στοργή. Ὡστόσο οἱ Πανηγύρεις ἀκόμα ἐπιμένουν νὰ καλοῦν σὲ συνάξεις φιλίας καὶ φιλαδελφίας, μὲ σκοπό νὰ ἀλληλοκατανοήσουμε, πὼς μιὰ παρέα εἴμαστε. Μιὰ παρέα ποὺ κοιτάζει νὰ δημιουργήσει δεσμοὺς φιλίας ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, κι ὅλοι μαζὺ μὲ Ἐκεῖνον. Γιατὶ, ἀλλιῶς, ἄχαρη θὰ εἶναι ἡ ζωή μας καὶ δίχως νόημα. Ἀλήθεια, τὸ θέλουμε αὐτό;
π. κ. ν. κ.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Για το “Λεσβιακό Ημερολόγιο 2018. Γράμματα Τέχνες Πολιτισμός” του Παναγιώτη Σκορδά, Εκδ. Μύθος Εκδοτική ΕΠΕ

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα… λέει ο μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης με την καταγωγή από το ωραίο νησί της Λέσβου· κι εμείς φυλλομετρώντας τις σελίδες αυτού του Ημερολογίου ψαρεύουμε πληροφορίες ιστορίας, αρχαιολογίας, μύθου, τέχνης, και από όλο το φάσμα της κοινωνίας, μπρός και πίσω από τα γραμμένα.
     Και το Λεσβιακό Ημερολόγιο, φυλλομετράει τα χρόνια. Έγινε πολυτελής τόμος, θησαυρός γνώσεων και πληροφοριών, έγινε θεσμός. Και αυτό οφείλεται στη σύνοδο πολλών αστέρων, αρχίζοντας από τους πρόθυμους χορηγούς, προχωρώντας στους επιφανείς καλλιτέχνες και επιστήμονες και καταλήγοντας στον ακαταπόνητο Παναγιώτη Σκορδά, που το φροντίζει, το επιμελείται και γράφει και τον Πρόλογο. Εκεί, στον Πρόλογο, ο Σκορδάς θα μιλήσει για τα πάθη του νησιού του. Για τον σεισμό που πήρε τη ζωή ενός ανθρώπου και ξεσπίτωσε πολλούς, την απώλεια συνεργατών και φίλων, τις καταστροφές του Αναγνωστηρίου στην Αγιάσο, τις ασταμάτητες και ανεξέλεγκτες αφίξεις προσφύγων, την ασθένεια που έπληξε τα ζώα. Αλλά από την άλλη το αντίβαρο: διακρίσεις και βραβεύσεις προϊόντων διεθνώς. Το Ημερολόγιο που κρατάμε στα χέρια μας είναι «ανάχωμα», «καταφύγιο ψυχής και πνεύματος», λυτρωτική δίοδος προς το φως των γραμμάτων και τεχνών του Λεσβιακού πολιτισμού», μας λέει.

Κάθε σελίδα και μια έκπληξη. Τα καλλιτεχνήματα –έργα ζωγραφικής και γλυπτικής- της Μαρίας Καλλιπολίτη, δοσμένα με θαυμασμό, περισσή συνέπεια και χάρη από την Δώρα Φ. Μαρκάτου, μας οδηγούν μεγαλοπρεπώς στα ενδότερα. Και μετά από την απόλαυση των αισθήσεων έρχεται ή σειρά για των λόγων τα αντίδωρα, αγωγή του νου και της ψυχής.
     Το «Ψάρεμα» του Δήμου Κλαδίτη και η «Γιασεμούλα» του Βασίλη Ψαριανού είναι αφηγήματα που κεντρίζουν το φιλότιμό μας, απευθύνονται στο συναίσθημα στην ανθρωπιά μας και στην έκπτωσή της. Ακολουθούν ποιήματα εμπνευσμένα από τη συγκυρία της εποχής. Συνθέτες τους ο Ξενοφών Μαυραγάνης, Δημήτρης Καραμβάλης, Νίκος Βερβενιώτης, Αντώνης Σημαντήρης.
     Ο Βαγγέλης Γδοντέλης γράφει για την προσφορά του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Γώγου στο έθνος και στην γενέτειρά του. Ο Νίκος Παπαδέλλης γράφει για τους δυο μεγάλους Λέσβιους μεταφραστές, Θρασύβουλο και Δημήτριο Σταύρου. Ο Αλέκος Κιουρέλλης γράφει για τα χαϊμαλιά και ο Στρατής Μολινός για τις πάνδημες εορτές στην αρχαία Λέσβο. Ο Αριστείδης Κυριαζής και η Κωνσταντίνα Βακκά-Κυριαζή, γράφουν για την ιστορία και το μύθο της αρχαίας πόλης Ίσσα και τον μάντη Πρύλι που προφήτευσε τον Δούρειο ίππο. Παραθέτουν, μάλιστα, και εικόνα του ίππου από τον Γάλλο ζωγράφο Henri Morte, 1874. Η Αθηνά Δημοπούλου-Πηλιούνη γράφει για τη νομισματική πολιτική στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα για τη συνθήκη της Μυτιλήνης και της Φώκαιας.
     Από την σύγχρονη ιστορία αντλούν τα θέματά τους ο Στρατής Αναγνώστου, με τον Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων ‘‘Αγάπη’’». Η Βασιλική Κουρβανίου ασχολείται με την Αγιάσο, το όνομα και η οικονομία της. Ο Στρατής Χαραλάμπους γράφει για κάτι που είναι πάντα επίκαιρο, δηλαδή τον Κεφαλικό φόρο της Λέσβου και ο Στρατής Χατζηστυλιανού για τα 100 χρόνια της Μεραρχίας και της Εθνοφυλακής του Αρχιπελάγους. Ο Αθανάσιος Καλαμάτας ασχολείται με τη θρησκευτική Ιστορία.
     Στις Τέχνες, η Μαρία Μόσχου γράφει για τους φορητούς πίνακες και τους αυτοδίδακτους ζωγράφους· η Αναστασία Αρχοντή επιλέγει τους πίνακες. Η Μαρία Μόσχου συνεχίζει με την σπουδαία προσωπικότητα του μεγάλου Τάκη Ελευθεριάδη, σε μια εκτεταμένη και διεξοδική μελέτη, την οποία συμπληρώνει με πίνακες του καλλιτέχνη.
     Για τον Τεριάντ, έχουμε εμπεριστατωμένη μελέτη – «Ένας Τεριάντ πάντα επίκαιρος»- την οποία μας καταθέτει ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Γιάννης Κολοκοτρώνης που παρακολουθεί την πορεία του μεγάλου Λέσβιου καλλιτέχνη στη Γαλλία, τη συνεργασία του με τον Κριστιάν Ζερβός, τη μεταμόρφωσή του στην «υπερεθνική κοινότητα των ανθρώπων της τέχνης» που «αποκτούσε μεγαλύτερη συνείδηση οντότητας μέσω της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης». Δίνει ακόμα πληροφορίες για το περιοδικό Minotaure, με το περίφημο κολάζ του Πικασό και το μινώταυρο, έμβλημα της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης. Τη γνωριμία του με τον Κριστιάν Ντιόρ και την Κοκό Σανέλ, το περιοδικό Verve (σε γαλλική και αγγλική γλώσσα τα πέντε πρώτα τεύχη) που ήταν «λιγότερο επιθεώρηση κριτικής και περισσότερο θέαμα, καθώς κάθε τεύχος του σχεδιαζόταν σαν χορογραφία μπαλέτου». Το περιοδικό για τον Τεριάντ ήταν προσανατολισμένο σε κάθε είδους καλλιτεχνική έκφραση.
     Ο Μάκης και ο Στρατής Αξιώτης γράφουν για τις Κινστέρνες-Cisternae της Λέσβου. Υπόγειες, ημιυπόγειες, επιφανειακές, δημόσιες και ιδιωτικές στέρνες που μετέφεραν νερό από πηγές και ποτάμια. Το κείμενο συνοδεύεται με πλούσιο εικαστικό υλικό. Ο Σπύρος Πιπεράς γράφει για τα αρχαία θεατρικά, πολιτιστικά και αθλητικά στην Ερεσό. Ο Γιάννης Κουρτζελής μελετά τη σημασία του περιβάλλοντος στη δημιουργία του λεσβιακού πολιτισμού. Μας το έχει βροντοφωνάξει ο μέγας Οδυσσέας Ελύτης· ο τόπος γεννάει τον πολιτισμό του.
     Ο προηγούμενος, και επί πολλά χρόνια Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αναστάσιος Στέφος, αρχαιολάτρης, αρχαιογνώστης και όχι μόνον, μας ενημερώνει για τα «Ποιμενικά κατά Δάφνιν και Χλόην» του Λόγγου. Ο Λόγγος ήταν παιδί της Λέσβου. Ο συγγραφέας παραθέτει πολλές πηγές για τον συγγραφέα του 2ου μ. Χ. αιώνα, απεικονίσεις τοπίων που αναπαράγονται στην αφήγησή του, καθώς και το γοητευτικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται και εξελίσσεται το ειδύλλιο των δύο παιδιών. Πέρα όμως από το μυθιστόρημα το έργο είναι ύμνος στην Αρχαιότητα και το ιδανικό κάλλος, λέει ο συγγραφέας· ύμνος στη λιτότητα, την κομψότητα, την αττική χάρη, την ομαλή γλώσσα. Τέλος, επισημαίνει την αρχαία καταγωγή του έργου αλλά και την προέκτασή του σε ένα ποίημα του Γ. Δροσίνη.
     Ο Βάσος Βόμβας μας μιλάει για τον «Αγνοημένο ποιητή Γιάννη Αλύτη», ο οποίος Μεθύων έρωτι βουτάει στα νερά της ποιητικής παράδοσης του νησιού του». Ο Βόμβας ανατρέχει στην πρώτη εμφάνιση του ποιητή πατέρα του, παραθέτει ονόματα που πρωτοστατούσαν στην πνευματική κίνηση του τόπου, στίχους αποδεικτικούς του ταλέντου του ποιητή, ονόματα μελετητών του έργου του και μας βάζει μπροστά σε ένα γοητευτικό δίλημμα· παραθέτει δύο ποιήματα, το ένα του Αλύτη και το άλλο του Εμπειρίκου, τα οποία μιλούν για μια παρόμοια εικόνα και αίσθηση. Στο ρητορικό ερώτημα προς τον αναγνώστη, ποιο είναι τίνος, ο αναγνώστης απλώς θαυμάζει, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει.
     Με τη Φύση, και συγκεκριμένα με τον Κόλπο της Καλλονής, ασχολείται ο Γιάννης Καρατζάς, με την Εκπαίδευση και το «Παιδικόν συσσίτιον» Σκουτάρου ο Αθανάσιος Φραγκούλης, με την «Προκήρυξη του 1881» η Σταυρούλα Λυκιαρδοπούλου-Κονταρά, με το θέμα «Εκπαίδευση και ΕΑΜική εξουσία» ο Αριστείδης Σγάντζος. «Λες και ήταν χθες. Μια εποχή σαν σήμερα», ο Γιάννης Αγριτέλλης. «Λόγια του Κάμπου» μας ψιθυρίζει ο Βαγγέλης Σάλτας.
     Για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χρονιά που πέρασε γράφουν ο Στρατής Νικέλλης, «Η Βρίσα μετά τον σεισμό», και ο Στάθης Βαρβαγιάννης «Ένα ούζο πέντε γενεών». Τέλος, για τον ψηφιακό δίσκο, που συνοδεύει τον τόμο με την ωραία παραδοσιακή μουσική του νησιού, υπεύθυνος είναι ο Κλεάνθης Κορομηλάς.
     Αυτό λοιπόν το Λεσβιακό Ημερολόγιο του 2018, αυτός ο τόμος ο λαμπρός, που το Ημερολόγιο είναι μόνο 12 σελίδες, όσοι και οι μήνες, και ο τόμος συνολικά ξεπερνάει τις 500 είναι το αποτέλεσμα σπουδαίων συνεργασιών, για τις οποίες την ευθύνη έχει ο λαμπρός διδάκτορας και επιμελητής του, ο ακούραστος Παναγιώτης Σκορδάς που συνεχίζει τη ωραία παράδοση της αιώνιας Λεσβιακής Άνοιξης.
     Η δραστηριότητα του Παναγιώτη Σκορδά δεν σταματά στο Λεσβιακό Ημερολόγιο· επεκτείνεται και στο Ημερολόγιο της Μήθυμνας ή Εφταλούς, της πατρίδας του Αργύρη Εφταλιώτη δηλαδή, στον οποίο είναι αφιερωμένο και επί του οποίου καθ’ ύλην αρμοδιότερος παντός άλλου είναι ο διδάκτωρ του πανεπιστημίου Αθηνών Σκορδάς. Την έκδοση απεφάσισε η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Μηθύμνης, που φέρει και το όνομα του λογοτέχνη, «Αργύρης Εφταλιώτης», με διευθύντρια την Μαρία Γρηγορά και Πρόεδρο του εφορευτικού Συμβουλίου την Παναγιώτα Θηβαίου–Παπαθεράπων. Ο Εφταλιώτης τιμά τη γενέτειρά του και τα ελληνικά γράμματα γενικότερα, και η πατρίδα του τιμά με την επωνυμία της Βιβλιοθήκης της και αυτό το κομψό Ημερολόγιο τον λογοτέχνη που ενδιαφέρθηκε για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, διασώζοντας σελίδες με την παλιά ζωή της Λέσβου και όχι μόνο. Την επιμέλεια των κειμένων που ανθολογούνται, το φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, καθώς και την επιμέλεια του εντύπου γενικώς είχε ο Σκορδάς. Τον σχεδιασμό και τη σελιδοποίηση ο Τάκης Βαλάκος, την έκδοση έκανε η ΔΟΥΚΑ Ο.Β.Ε.Ε.
     Για την Μήθυμνα «Χθες…» και τα προνόμια που εκχώρησε στην πόλη ο Αβδούλ Μετζίτ Α΄, καθώς και για τη Μήθυμνα «Σήμερα…», γράφει η Παναγιώτα Θηβαίου–Παπαθεράπων. Ακολουθεί σύντομη, βιογραφία, εργογραφία και βιβλιογραφία του λογοτέχνη, αποσπάσματα από τα έργα του, φωτογραφίες του λογοτέχνη και φωτογραφίες εξωφύλλων, φωτοτυπία της Εστίας με κείμενά του, από όπου απομονώνω τη σκέψη: ο έρως είναι των νέων βασιλεύς και των γερόντων τύραννος! Πάντως ο «γέρων», στα εξήντα πέντε του, υπέγραφε στην παρατιθέμενη χειρόγραφη επιστολή του προς την «Αγαπητή Ευρυδίκη»: «Γέρασα. Σε φιλώ με βία καθώς και όλους. Αργύρης». 
     Ακολουθεί ένα χρήσιμο και πρακτικό στη σύνθεσή του ημερολόγιο.  


Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΡΙΩΔΙΟΥ ΕΙΣΟΔΙΑ “ΠΡΟΣ ΒΙΟΥ ΔΙΟΡΘΩΣΙΝ”


Ναί, «πρὸς διόρθωσιν βίου» ξανατοποθετήσαμε τὸ ἱερὸ Τριώδιο στὸ Ἀναλόγιο ἀπόψε, ἀφοῦ πρῶτα βάλαμε τριπλὴ μετάνοια στὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Ποὺ σημαίνει ὅτι πήραμε τὴν εὐλογία Του γιὰ νὰ ξεκινήσουμε ἕνα μακρὺ δρομολόγιο, διόλου εὔκολο, ὡστόσο πολὺ ὠφέλιμο καὶ γνήσια φιλάνθρωπο. Ἐπειδὴ καλούμεθα «Πρὸς ζῆλον [νὰ] ἔλθωμεν..., κατορθοῦντες τὸ πρᾷον, ταπεινώσει συζῶντες» ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ ἕως νὰ φθάσωμεν «προσκυνῆσαι τὸ Πάσχα τὸ σωτήριον».

Εἰσόδια Τριωδίου, λοιπόν, ἀπόψε! Μὲ τὴν κατάνυξη νὰ κατευθύνει τὰ διαβήματά μας, ἀφοῦ ἡ ἀληθὴς τοῦ Τριωδίου ὀνομασία εἶναι «Τριώδιον τὸ κατανυκτικόν». Καὶ κατάνυξη δὲν εἶναι ἡ συναισθηματικὴ φόρτιση, ἀλλὰ ἡ συνειδητὴ ἐμβίωση τῆς ἀθλιότητάς μας, μέσα στὴν ὁποία φροντίζουμε νὰ ὑπάρχουμε. «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν ἐννοῶν ὁ τάλας...», ἀλήθεια, Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, «Κατάνυξις, ἴαμα ψυχῆς ἐστίν· ἁμαρτιῶν ἄφεσιν προξενεῖ ἡμῖν. Κατάνυξις, Υἱὸν μονογενῆ ἐνοικίζει ἐν ἡμῖν, ὅταν αὐτὸν ποθοῦμεν» (Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος). Ἑπομένως, κατανύξεως ὁδὸς ἀνοίγεται μπροστά μας μὲ τὰ εἰσόδια τοῦ ἱεροῦ τοῦ Τριωδίου, καθὼς ὁδηγοῦνται οἱ βηματισμοί μας σὲ μονοπάτια ποὺ τὰ φωτίζουν πάντιμες κι ἐνάρετες διδαχὲς, τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία προβάλλει, ὥστε «τῆς μετανοίας [μας νὰ ἀνοίξει τὰς] πύλας» ὁ ζωοδότης Κύριος. Νὰ ἀνοίξει τὶς πύλες καὶ νὰ μᾶς φανερώσει ὅτι, «Ἀρίστην ἔδειξεν, ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν Λόγος, ταπεινωθείς, μέχρι καὶ μορφῆς δουλικῆς, ἣν ἐκμιμούμενος ἅπας, ἀνυψοῦται ταπεινούμενος». Αὐτὴ ἡ ὁδός τῆς ταπεινώσεως, λοιπόν, εἶναι ποὺ διατρέχει μὲ τὸ νόημα καὶ τὴν ὑπεροχή της ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν ἑβδομάδων, τῶν ἡμερῶν, τῶν ὡρῶν καὶ λεπτῶν τῶν ἑβδομήντα περίπου ἡμερῶν τῆς εὐκατανύκτου διάρκειας τοῦ Τριωδίου, γιὰ νὰ σφραγιστεῖ ἐπίσημα πιὰ ἡ ὡς ἄνω φραση τοῦ Τροπαρίου τοῦ Κανόνος τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελωνου καὶ Φαρισαίου, τὴν Μεγάλη Πέμπτη, μὲ τὴν ἀπόλυση τῆς Θ. Λειτουργίας καὶ λίγο πρὶν ἀπό τὸ θεῖον Πάθος: «Ὁ δι’ ὑπερβάλλουσαν ἀγαθότητα ὁδὸν ἀρίστην τὴν ταπείνωσιν ὑποδείξας, ἐν τῷ νῖψαι τοὺς πόδας τῶν Μαθητῶν, καὶ μέχρι Σταυροῦ καὶ Ταφῆς συγκαταβὰς ἡμῖν, Χριστὸς...»

Φωτίζει τὴν ψυχή μας, λοιπόν, ἠ ἀκτινοβόλος ταπεινοφροσύνη, γιατὶ αὐτὴ γίνεται ἀπὸ τὸν ταξιδιώτη/πιστὸ βακτηρία στερά, ἀφοῦ -πάντα κατὰ τὴν πατερικὴ ἐμπειρία- ἡ ἀρετὴ αὐτὴ διδάσκει «τὸ ὑποφέρειν τὰς ὕβρεις, τὰς ἐξουδενώσεις, τὰς ζημίας μετὰ χαρᾶς· τὸ μισῆσαι τὴν ἀνάπαυσιν καὶ ἀγαπῆσαι τὸν κόπον· καὶ τὸ μὴ παροξύναι τινά, ἢ πλῆξαί τινος συνείδησιν» (ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος)... Μάθημα μέγιστο εὐπρεποῦς καὶ ἔνθεης συμπεριφορᾶς δηλαδή, ποὺ δηλώνει τὴν ἔγνοια τῆς Ἐκκλησίας νὰ σταθεῖ σιμὰ στὰ παιδιά Της μὲ στοργή, ὥστε νὰ κατορθώσουν νὰ διορθώσουν τὸν βίο τους, ὄχι μονάχα γιὰ νὰ «συμμετάσχουν τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως», ἀλλὰ καὶ νὰ φροντίσουν νὰ συστήσουν μιὰ κοινότητα ὅπου ὁ ἀλληλοσεβασμός, ἡ κατανόηση καὶ ἡ εἰλικρίνεια θὰ κυριαρχοῦν. Γιατὶ ἄν ἡ κάθε τῆς Ἐκκλησίας ἔκφραση καὶ δραστηριότητα δὲν εἶχε, ἐκτὸς τοῦ σωτηριολογικοῦ, καὶ κοινωνικὸ μήνυμα νὰ δώσει θὰ ἦταν ἀσφαλῶς χωλή. Ὅπως χωλὲς θὰ ἦταν κι οἱ παραβολὲς τοῦ Κυρίου, ἄν δὲν εἶχαν μέσα στὸν πυρήνα τους τὴν γνησιότητα ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ ἀνθρώπινη καθημερινότητα: αὐτὸ τὸ ἄλλο στάδιο ἀγώνων τοῦ καθένός μας, ὅπου δίνουμε τὶς ἐξετάσεις μας. Γιατὶ, ποιὸς ἀμφισβητεῖ ὅτι καθημερινοὶ χαρακτῆρες εἶναι ὁ Τελώνης, ὁ Φαρισαῖος, ὀ Ἄσωτος, οἱ ἄσπλαχνοι καὶ φιλαργυροι, οἱ ἀνελεήμονες καὶ ἀνθρωπάρεσκοι;

Τὰ παραπάνω βάζουμε στὸ νοῦ μας καὶ μὲ ἱερὴ συγκίνηση Τοῦ προσφέρουμε τὸν ἱκέσιο λόγο μας, καθὼς φυλλομετροῦμε τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου ποὺ ἀνοίξαμε, ἴσως, ποιός ξέρει, γιὰ στερνὴ φορά...

Ὁ δημιουργὸς τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω,
Τρισάγιον μὲν ὕμνον ἐκ τῶν Ἀγγέλων,
Τριῴδιον δὲ καὶ παρ' ἀνθρώπων δέχου.

Κι ἀκόμη,
«Τῆς σωτηρίας εθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε... [καθὼς] τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν ἐννοῶν ὁ τάλας [καὶ] ὡς ὁ Δαυΐδ βοῶ σοι. Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος». Ἀμήν.

Καλὸ Τριώδιο, Χριστιανοί!

27-1-2018
Τριώδιον 2018 π. κ. ν. κ.

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΛΙΓΟ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ ΑΡΚΕΙ (νέο ποίημα)

[Ζωγραφική Σταύρου Μπουράνη: Βόλτα στη βροχή]

Κάθε πρωί κηρύσσω πόλεμο στη φθορά
και κάθε βράδυ νικιέμαι.
Και το χειρότερο είναι που δεν ξέρω
αν πενθώ για το κτήνος που έγινα
ή απλώς γιατί δεν αποκτηνώθηκα κι άλλο.
Όμως λίγο να βρέξει αρκεί
για να στολίσουνε πένθιμα δέντρα μεμιάς
ζωντανά λαμπιόνια οι σταγόνες.
23.1.18

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ ΥΜΝΟΝ...»

Μιὰ ἄλλη προσέγγιση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ 
Σχέδιο γιὰ ἀπόδραση ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ καθημερινότητα εἶναι τελικὰ ἡ Ἑσπερινὴ Ἀκολουθία. Κι ἀλήθεια, πς δὲν τὸ ἔχουμε προσέξει; Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία σωστὰ τὰ ἔχει ὁριοθετήσει καὶ προσφέρει. Μονάχα πὼς ὁ κόσμος ἀγνοεῖ αὐτὰ ποὺ διδάσκει, καὶ πολὺ περισσότερο μήτε ποὺ νοιάζεται νὰ τὰ προσεγγίσει. Κι ἄς εἶναι γιὰ τὸ καλό του, γιὰ τὴν διδαχή του, ἡ ὁποία καὶ θὰ τὸν συνδράμει, ὥστε ν᾿ ἀποφορτιστεῖ ἡ ψυχή του ἀπὸ πολλὰ καὶ ποικίλα ποὺ τὴν πληγώνουν.
Ἀπὸ τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους, λοιπόν, ποὺ ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ, ὥστε νὰ βοηθήσει τὸν κάθε πιστό, εἶναι καὶ οἱ διάφορες ἱερὲς Ἀκολουθίες. Μιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ πολὺ σημαντικὴ θὰ τὴν ἔλεγα, εἶναι κι αὐτὴ τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ὄχι μόνο τοῦ πανηγυρικοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς κάθε ἡμέρας.
Ὅμως τί εἶναι καὶ γιατὶ τελεῖται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ; Ποιὰ ἡ χρησιμότητα καὶ ὁ σωτηριολογικός χαρακτήρας της;
Ὁ Ἑσπερινὸς, ὡς Ἀκολουθία τοῦ Νυχθημέρου, τελεῖται μετὰ τὴν λεγομένη Ἐνάτη Ὥρα, τὴν ἀκροτελεύτιο Ἀκολουθία τοῦ εἰκοσιτετραώρου, δηλαδή. Μάλιστα, ὁ Ἑσπερινὸς θεωρεῖται, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ πρώτη ἀκολουθία τοῦ νέας ἡμέρας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό, συνεχίζεται μὲ τὸ Ἀπόδειπνο, τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὴν πρώτη Ὥρα,γιὰ νὰ τελεσθεῖ στὴ συνέχεια ἡ Θεία Λειτουργία. Ἄρα ὁ Ἑσπερινὸς εἶναι τὸ εἰσοδικὸ στὴ νέα ἡμέρα ποὺ ἀνοίγεται. Παράλληλα εἶναι καὶ ἡ προετοιμασία τοῦ κάθε πιστοῦ γιὰ τὴν διέλευση τοῦ σταδίου τῆς νυκτὸς ποὺ πλησιάζει. Ἄλλωστε, γιὰ ποιὸ λογο θ’ ἀνάψουν οἱ λυχνίες, γιὰ τὴν παροχὴ φωτός; [ἐξ οὗ καὶ ἡ μετονομασία τοῦ Ἑσπερινοῦ σὲ Λυχνικό].
Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτὲ κανεὶς τὴν προνοητικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ φροντίδα Της, ὥστε τὸ «νυχτερινὸν στάδιον ἀμέμπτως» νὰ διέλθει ὁ πιστός. Δὲν εἶναι, μάλιστα, τυχαῖο ποὺ ὁ ἱερέας εὔχεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς τελέσεως τῆς Ἑσπερινῆς Ἀκολουθίας, ὅπως ὁ Κύριος παράσχει «τὴν παροῦσαν ἑσπέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα εἰρηνικήν... καὶ [ὅπως] ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ... [ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει] τὸν ὕπνον, ὅν εἰς ἀνάπαυσιν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῖν ἐδωρήσω...» (Ἑβδόμη εὐχὴ τοῦ Λυχνικοῦ). Ζωτικά, ὄντως καὶ ἀνθρώπινα τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα καὶ γαληνεύουν τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλάκερο καὶ τὸ ὁδηγοῦν «ἐπὶ λιμένα θελήματός» Του (Δευτέρα εὐχὴ τοῦ Λυχνικοῦ). Κι ὅλοι, φυσικά, ξέρουμε ποιὰ ἡ σημασία τὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας.
Ὅμως, ἄν ἡ ἀρχὴ τῆς νέας ἡμέρας ἀρχίζει ἀποβραδίς, μὲ τὸν Ἑσπερινό, αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸν πλήρη συντονισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ θεῖο θέλημα, τὸ Ὁποῖο κατὰ τὴν Δημιουργία τοῦ Κόσμου τήρησε τὴν ἀρχὴ αὐτή. «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγενετο πρωΐ ἡμέρα πρώτη...» (Γεν. 1: 5, 8, 13 κ.λ.π.). Κι ἄν τώρα σταθοῦμε μὲ μεγάλο σεβασμὸ ἀπέναντι στὸ μεγαλειῶδες τῆς θείας Δημιουργίας γεγονός, τότε θὰ κατανοήσουμε πλήρως ὅτι, ὅπως ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ποὺ διαλύεται σιγά-σιγά, ἐμφανίζεται τὸ φῶς, ἔτσι μαζί του ἀναδύονται ὅλα τὰ ὄσα συνθέτουν τὸν κόσμο: νερά, θαλασσες, πανίδα, χλωρίδα, ἥλιος, σελήνη, ἄστρα κ.λ.π. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ ἴδιο δὲ συμβαίνει στὸν άνθρώπινο βίο, ὅπου τὰ ὅποια (ἐσωτερικὰ) σκοτάδια διαλύονται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι ὀ ἴδιος ὁ Χριστός; Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος τὸ δήλωσε καὶ μάλιστα μετ᾿ ἐμφάσεως πολλῆς, ὅτι «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήση ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. 8, 12).
Ἑπομένως ἕνα πρέπει νὰ συμπεράνουμε: ὅτι ὁ Ἑσπερινὸς, αὐτὴ ἡ ἀκολουθία δηλαδή ποὺ τὴν ἀγνοοῦν οἱ περισσότεροι, δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἀνανέωση τοῦ μεγάλου καὶ σωτηριολογικοῦ μηνύματος τῆς Δημιουργίας τοῦ Κόσμου. Γιατὶ ὅπως ὁ Κόσμος δημιουργεῖται ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ, ὁ Ὁποῖος παραμερίζει τὸ Χάος καὶ τὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ τὸν βγάλει στὸ Φῶς, ἔτσι κι ὁ κάθε ἄνθρωπος, καὶ δὴ ὁ κάθε πιστός, ἀναμένει καθημερινὰ τὸ φῶς Χριστοῦ, ὥστε νὰ ἀνα-δημιουργηθεῖ. Ἤ κατὰ τὸν θεϊκὸ τὸ λόγο, «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα» (Ἀποκ. 21, 5), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ κάθε μέρα κάτι τὸ νέο ἐμφανίζει στὴ ζωή μας. Θεϊκὴ δωρεὰ ἀγάπης ἀπύθμενης κι αὐτό. Γιὰ τὴ σωτηρίας μας πάντα. Ἤ, μήπως ἀμφιβάλλει κανείς;
π. κ. ν. κ.   

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Για το βιβλίο της Ελένης Λόππα “Η ζωή είναι αλλού; (Requiem for a dream)”, εκδ. Ρώμη, 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Οι ιστορίες των έργων της Ελένης Λόππα είναι, κυρίως, ιστορίες γυναικών που έχουν βασανιστεί με ποικίλους τρόπους και έχουν πάρει το δρόμο της ελπίδας και ας μην ξέρουν πού θα φτάσουν. Για την παρούσα περίσταση, όνειρο μακρινό η Ευρώπη. Ιστορίες μεταναστριών, προσφύγων, ξεριζωμένων, νέων τραγικών Τρωάδων που υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τη στέγη τους με τα παιδιά στην αγκαλιά και άλλα στην κοιλιά, μια μέλλουσα γενιά που βγαίνει στο δρόμο της ξενιτιάς πριν ακόμα βγει στο δρόμο της ζωής. Χωρίς να παρακάμπτει τους άντρες αυτής της περιπέτειας, η ματιά της, επιλεκτικά πέφτει στις γυναίκες, οι οποίες, λόγω της χώρας προέλευσης, είναι εξαρτημένες με όλους τους τρόπους από τη δύναμη ενός πατέρα, αδελφού, συζύγου, γιου, κοινωνικού κανόνα και προκατάληψης. Κανένα δικαίωμα άλλο πλην της γέννησης και του πένθους.

Η κεντρική ηρωίδα, η Μυρτώ, στο μυθιστόρημα με τον ερωτηματικό τίτλο Η ζωή είναι αλλού; και με την διευκρινιστική απαισιόδοξη και πένθιμη προέκτασή του, «Requiem for a dream», πριν από όλα βιώνει μια ερωτική απογοήτευση. Ο πόνος της απώλειας ενός έρωτα μόνο με μια σημαντική προσφορά μπορεί να εξισορροπηθεί. Κι έτσι φεύγει· και πάει στη Λέσβο, εκεί που το ρεύμα των μεταναστών–προσφύγων έρχεται σαν βίαιο και ασυγκράτητο τσουνάμι. Σπρωγμένες από τον βίαιο άνεμο του πολέμου, οι γυναίκες, απωθημένες από μια χώρα που έγινε κόλαση, καταφθάνουν εκεί που οι εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη τους θησαυρίζουν, υποσχόμενοι έναν παράδεισο. Η ιδιοτέλεια, ο δόλος και η απάτη των μεσαζόντων και η νέα μορφή του ανελέητου παραεμπορίου είναι το ντεκόρ. Οι Τούρκοι λιμενικοί συνεργάζονται με τους διακινητές, λένε. Παραφορτώνουν τη βάρκα. Δίνουν ελαττωματικά σωσίβια, ταξιδεύουν νύχτα με φουρτούνα, επιβάλλουν τους όρους τους. Οι γυναίκες τσιρίζουν, τα παιδιά κλαίνε, οι διακινητές ουρλιάζουν και η θάλασσα χωρίς έλεος καταπίνει ανθρώπινες ζωές. «Πού είναι ο Θεός;», ούρλιαζε η Σαμίρα, κοιτάζοντας απελπισμένη τη θάλασσα, όπου ο άντρας και τα δυο αγόρια της είχαν πλέον βυθιστεί. «Ελάτε, κυρία, όλα θα πάνε καλά. Κοιτάξτε τα κοριτσάκια σας, με τη αγωνία σας περιμένουν! Είμαι η Μυρτώ…» και έπειτα «Κάτοικοι της Λέσβου πρόσφεραν σάντουιτς και νερό».

Η Ελένη Λόππα, είναι έμπειρη συγγραφέας, δοκιμασμένη και στη ζωή και στη λογοτεχνία. Βλέπει πάντα με τα μάτια μιας γυναίκας που νοιώθει τον ανθρώπινο πόνο. Το βιβλίο της δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι μυθοπλασία, δεν είναι ντοκουμέντο, δεν είναι δημοσιογραφική έρευνα. Είναι όλα αυτά μαζί και ακόμα κάτι. Είναι γραμμένο με αγάπη και συμπόνια για τις πάσχουσες γυναίκες, συμπληρωμένο με γνωστά ποιήματα και τραγούδια, ρήσεις σπουδαίων ανθρώπων και λόγια σοφά. Διότι, ακολουθώντας τη τεχνική της, που μας είναι γνωστή και από τα άλλα βιβλία της, διανθίζει την αφήγησή της με όλα τα είδη του λόγου, αντικειμενικού και υποκειμενικού, αντιπαρατάσσοντας στον λυρικό τόνο των ποιημάτων, σαν αντίβαρο, το βαρύ και πένθιμο των τραγικών γεγονότων και στο ψυχρό, αδιάφορο και μακάβριο των αριθμών: τόσοι πνιγμένοι, τόσα παιδιά, τόσες γυναίκες· «Τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες», έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης, με άλλη, αλλά παρόμοια, αφορμή. Δυστυχείς όσες πνίγηκαν. Τυχερές όσες σώθηκαν, αλλά αλίμονο στις όμορφες. Η ομορφιά είναι κατάρα γιατί οι όμορφες, αφού σωθούν, θα πέσουν στα νύχια των εκμεταλλευτών, θα πρέπει να εξαγοράσουν με πορνεία τη διάσωσή τους.

Τρεις χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα; «Πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;», Πλιάτσικο, εκμετάλλευση, ιδιοτέλεια. Και στη θάλασσα τα πτώματα που επισήμως είναι «θέματα», αλλά «πόσα θέματα να προλάβεις;». Τι γίνονται οι βάρκες μόλις φτάσουν; Άλλοι τις κλέβουν, άλλοι τις κρύβουν. Άλλοι βρίσκουν την ευκαιρία να θησαυρίσουν από τη συμφορά του συνανθρώπου τους· «η ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων», έγραφε ο ποιητής, και άλλοι γράφουν με μεγάλα γράμματα: ΌΧΙ ΞΕΝΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ, ΟΧΙ ΞΕΝΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ». Παράλληλα, το τελματωμένο, λόγω οικονομικής κρίσης, εμπόριο κινείται. Κι έτσι, ένα άλλο είδος «τουρισμού» ανθίζει στα νησιά μας και όλα μετριούνται με νούμερα. Νούμερα θαυμαστά που κάνουν την έκπληξη: Τριακόσιοι κάτοικοι της Τήλου, έσωσαν ως τώρα 4. 637 ψυχές και πρόσφεραν 10.000 μερίδες φαγητό! Η μία όψη. Και η άλλη: «Πού κοιμούνται τα παιδιά των προσφύγων;» ερωτά η Daily Mail στις 29-9-15. Πού κοιμούνται η 7χρονη Ralia, η 13χρονη Rahaz, ο 5ντάχρονος Abdulah, η 11χρονη Esma, ο 7χρονος Ahmad και τόσα άλλα παιδιά; Κοιμούνται σε χαρτόκουτα, σε βρώμικα στρώματα, σε πεζοδρόμια, νηστικά, βρώμικα και κουρασμένα, με ή χωρίς γονείς. Και η συγγραφέας ανθολογεί ένα απόσπασμα από την Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη στη Στοκχόλμη, στην απονομή του Νόμπελ: «Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκριση ήταν: Ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα».

Η Μυρτώ, παραμερίζοντας τη δική της, θα αντιμετωπίσει την ξένη δυστυχία και θα συνδεθεί με τις γυναίκες. Την Σαμίρα από τη Συρία και τα τρία από τα πέντε παιδιά της. Την Λάιλα από το Αφγανιστάν που είναι έγκυος και έχει και ένα δίχρονο κοριτσάκι στην αγκαλιά. Την Ράνια από την Ερυθραία, επίσης έγκυο και με μια μικρή κορούλα, τη Σάχαρ. Τη Σάχαρ που αρχίζει τη ζωή της μεταναστεύοντας. Η Μυρτώ σκέφτεται να την υιοθετήσει, αλλά τελικά το κοριτσάκι θα καταλήξει σε συγγενείς του στη Στοκχόλμη. Τη Λούφτα από το Ιράκ την εγκατέλειψε ο άντρας της με ένα μικρό παιδί και περπάτησε όλη την Τουρκία για να φτάσει στην Ελλάδα. Η Σαμίρα καταφέρνει με τα τρία παιδιά της, ένα ορφανό κι ένα ασυνόδευτο να φτάσει στη Γερμανία, όπου όμως δεν βρήκε ό,τι περίμενε ή ό,τι νόμιζε πως θα έβρισκε. Η Λάιλα ερωτεύεται τον λιμενικό που την έσωσε και έτσι παραμένει στη Λέσβο.

Οι κάτοικοι της Λέσβου απέδειξαν τι θα πει «άνθρωπος». Η Μυρτώ βρήκε τις ισορροπίες στα υπαρξιακά της αδιέξοδα και έμαθε πως η ζωή δεν πάει μπροστά παίρνοντας μόνο αλλά και δίνοντας και υποχωρώντας. Προσφέροντας. Στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος του βιβλίου, η συγγραφέας δεν θα απαντήσει. Θα το αφήσει ανοιχτό. Όμως θα καταλήξει στο ότι στη Λέσβο, «ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι τους πρόσφυγες ήταν μια πραγματική αποκάλυψη». Και αυτή η αποκάλυψη είναι μια σύγχρονη μορφή της χριστιανικής αλληλεγγύης. Αγαπάτε αλλήλους.

Related Posts with Thumbnails