© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Γιὰ σαρανταεφτὰ χρόνια ἡ Μνήμη αὐτὴ τὴ μέρα στέκει σιωπηλὴ καὶ μὲ φαρμακωμένη νοσταλγία ξαναγυρίζει στὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969, ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ τὸ μήνυμα ὅτι ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν ὁ Πατέρας.
Ἔτσι, κάθε χρόνο οἱ μέρες, ἕξη καὶ ἑφτὰ τοῦ Ἀπριλίου, εἶναι μέρες ἱεροῦ Μνημοσύνου γιὰ τὴν ψυχή του καὶ συνάμα μιὰ ἐπιστροφή. Ἐπιστροφὴ σὲ κάτι ποὺ βιώνει ἕνας ἔφηβος, ὅταν ξαφνικὰ χάνεται ἡ ἰσορροπία μέσα στὴν οἰκογένεια: Δηλαδὴ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ γονιοὺς νὰ ἐγκαταλείπει τὰ πάντα καὶ νὰ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο ἐτοῦτο δίχως ἐπιστροφή. Καὶ τὸ μόνο ποὺ ν᾿ ἀπομένει μέσα στὸ μισοφωτισμένο τὸ σπίτι νὰ εἶναι ὁ ἴσκιος του.
Γιατί, ναί μὲν ἀπουσίαζε στὴν Ἀμερική, ὅπου κι ἐργαζόταν - ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπιβιώσει κάποιος φτωχὸς στὸ μικρὸ ἀγροτικὸ χωριό- ὡστόσο ὑπῆρχε πάντα ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς, τὸ ξαναγέμισμα τοῦ ἄδειου του τόπου δίπλα στὸ τζάκι καὶ ἡ παρουσία του, ζωντανὴ παρουσία μέσα στὸ σπίτι. Μὲ τὸ θάνατο, λοιπόν, τῶν προσφιλῶν μας προσώπων ὅλ᾿ αὐτὰ χάνονται, ἀνατρέπονται οἱ ἰσορροπίες, ἀπομένει ἄδειος γιὰ πάντα ὁ τόπος ποὺ συνήθιζαν νὰ κάθονται καὶ νὰ ξαποσταίνουν κι ὅλα μέσα στὸ σπίτι νὰ παίρνουν μιὰ διαφορετικὴ τροπή.
Δὲ λησμονιέται, βλέπεις, τὸ πρῶτο μελαγχολικὸ ἀπόβραδο ὅταν ὅλοι ἔχουν φύγει κι ἀπομένει ἄδειο τὸ σπίτι καὶ πένθιμο, κι ἄς κλαδώνει ἔξω τὸν τόπο ἡ ἄνοιξη κι ἡ πασχαλινὴ εὐφροσύνη ποὺ ἔρχεται. Μήτε λησμονιέται τὸ πονεμένο βλέμμα τῆς Μάνας, ποὺ δὲ χάρηκε στὴ ζωή της, ἀφοῦ σχεδὸν ὅλα τὰ χρόνια ὁ ἄντρας της ἀπουσίαζε στὴν ξένη. Βλέμμα φορτισμένο ἀπὸ ὀδύνη ἀβασταχτη, γιατὶ στὰ πενηντα δυὸ ποὺ ἔφυγε ὁ Πατέρας πόσα προλάβανε νὰ ζήσουν κι οἱ δυό;
Ἔτσι σήμερα, ξαναγυρίζω στὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969 καὶ ξαναζῶ στιγμὲς κορυφαῖες στοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ πασχίζω, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ συλλαβίσω λίγες λέξεις εὐγνωμοσύνης, σεβασμοῦ καὶ συγκίνησης στὰ δυὸ πρόσωπα τῶν γονιῶν, τελώντας ἔτσι τὸ καθιεωμένο τους κοινὸ Μνήμόσυνο. Εἰς τιμὴν καὶ μνήμην, ἀλλὰ καὶ ὡς προσευχητάριο ταπεινό, γιὰ νἄναι ἀναπαμένες οἱ ψυχές τους .
6/7 Ἀπριλίου 2016

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Ανθούλας Δανιήλ: "Τα θαύματα στην ποίηση του Ελύτη, αλλιώς οι μεταμορφώσεις" [video]

Εισήγηση κατά το Μεγάλο Συνέδριο για τον Οδυσσέα Ελύτη στη Θεσσαλονίκη, των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, 1η Απριλίου 2016. 





Εκπαιδευτήρια Σύγχρονη Παιδεία (παρουσιάζουν οι μαθητές: Ν. Θεοδούλου, Μ. Καραγιάννη, Ν. Κονδυλάκης, Ι. Μαραβέλιας, Π. Μαραγκός, Β. Παναγιωτίδης, Α. Ρούκαλης • Υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί: Χ. Ζαφειρόπουλος, Φιλόλογος, Κ. Σιαχάμη, Φιλόλογος)

Μεγάλο Συνέδριο για τον Οδυσσέα Ελύτη στη Θεσσαλονίκη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι μεγάλες παρακαταθήκες των λαών είναι ο πολιτισμός τους. Η φήμη τους στον αιώνα. Η διατήρησή τους στην παγκόσμια μνήμη. Οι φάροι που δείχνουν το δρόμο. Αλλά η δημιουργία δεν είναι συλλογική εργασία, όχι πάντα, τουλάχιστον. Γιατί και εκείνα που λέμε πως έγραψε ο λαός, και σ’ εκείνα κάποιος ανώνυμος προικισμένος και ξεχωριστός πρέπει να κρατούσε την μπαγκέτα και να διηύθυνε. Εκείνος, ο κάποτε ξεχωριστός, ήρθαν καιροί που απέκτησε και όνομα και υπογραφή. Φέτος και πάντα και στους μέλλοντες χρόνους, τον λένε Οδυσσέα Ελύτη.
Υπάρχει πάντα η πίστη πως το θαύμα γίνεται μπροστά στα μάτια μας αλλά εμείς «μένουμε ασυρματοφόρα παρατημένα στην έρημο», κρατάμε την αναπνοή μας, πάμε σαν «βόνασοι κερασφόροι», απομυθοποιημένοι και απομυθοποιητές, ντυμένοι όλοι με τις στολές που κάπου σε κάποιο εργαστήριο, άλλοι ετοίμασαν για μας «κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες». Κι όμως πάντα υπάρχει «Κάτι Κάτι άλλο να βρεθεί» που μόνο ο ποιητής με τις αισθήσεις σε υπερδιέγερση, οσφραίνεται, ακούει, γεύεται, πιάνει. Και αυτό συμβαίνει όταν οι ουρανοί είναι ανοιχτοί, γιατί το μήνυμα έρχεται από ψηλά. Και είναι αυτό που ο απλός άνθρωπος λέει «ιδέα», ο ποιητής «έμπνευση», ο θρησκευόμενος «θεία χάρη» και ο εντεταλμένος «χρέος»: «Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος». Και μπορεί εμείς να μην ακούμε εκείνο το μήνυμα ούτε εκείνο το «Χαίρε Κεχαριτωμένε» αλλά ο ποιητής το άκουσε. Μπορεί εμείς να κωφεύουμε στα λόγια του αέρα, των φύλλων ή των κυμάτων, ο ποιητής όμως έχει μια άλλου είδους όραση και ακοή για να τα αντιλαμβάνεται. Και γίνεται Αυτός το μέσον για να προσκτηθούμε κι εμείς το δικό του «κτήμα ες αεί». Ας δίνεται η έμφαση στο έργο, ας είναι ταπεινός ο δημιουργός και προβάλλει την πατρίδα του μέσα από αυτό. Ο άνθρωπος πίσω από το έργο δεν παραβλέπεται.
Τέτοιος άνθρωπος, δημιουργός, ποιητής οραματιστής, πνεύμα που είδε και συνέλαβε τον κόσμο στην ολότητά του, που είδε το επερχόμενο, που μας προειδοποίησε για τη συμφορά μεταμφιεσμένη σε πρόοδο, εξέλιξη και μόδα, που ανέδειξε τη σημασία των απλών πραγμάτων, που είχε όραμα, πίστη στο αγαθό της ζωής και τις δυνάμεις του ανθρώπου, Τέτοιος, είναι ο Οδυσσέας Ελύτης.
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του. Ας πούμε καλύτερα από τη στιγμή που το σώμα του βρέθηκε στη γη και αφομοιώθηκε από το χώμα που αγάπησε, τον ήλιο και τον αέρα της Αττικής, την συμπερίληψη όλης της ελληνικής γης. Η ψυχή πήγε εκεί που βρίσκονταν πάντα οι άγγελοι, που τραγουδούσαν και μιλούσαν Ελληνικά. Από εκεί, την εξέδρα του ουρανού, σαν από μεσογειακό μπαλκόνι πάνω στη θάλασσα μας παρατηρεί, σαν «άγγελος φωτοσύνθεσης», σαν εκείνους που μας άφησε δείγμα στις συνεικόνες του, για να έχουμε ιδέα του παραδείσου, όπως Εκείνος τον αντιλαμβανόταν. Όμως το πνεύμα του, οι στίχοι, τα λόγια, οι φτερωμένες λέξεις του, είναι εδώ, στη γη μαζί μας, πάντα και παντού. Νέες γενιές ποιητών τον έχουν προσκέφαλο και οι άλλες που θα έρθουν, επίσης. Όχι, δεν τελειώνει ο κόσμος με το θάνατο, «μια μικρή φθινοπωρινή βροχή» είναι μόνο που πέφτει ελεητικά πάνω στο ηλιοψημένο χώμα και σώμα και ψυχή της Ελλάδας και του κόσμου όλου.
Στον Ελύτη, λοιπόν, ήταν αφιερωμένο το πέμπτο Συνέδριο που οργάνωσαν τα Εκπαιδευτήρια Ευάγγελου Μαντουλίδη, στη Θεσσαλονίκη, και το Ζωγράφειο Λύκειο, στην Κωνσταντινούπολη, υπό την αιγίδα του Παναγιώτατου Πατριάρχη μας κ.κ. Βαρθολομαίου. Μονάχη έγνοια και φροντίδα η γλώσσα μας, η γλώσσα του ποιητή που ανέδειξε την Ελλάδα, που έψαλε τα Πάθη της, που είδε πίσω από το μπλε που ξοδεύει ο Θεός για να μην τον βλέπουμε, που άκουσε πέρα από το φράγμα του ήχου των Σειρήνων και ό,τι είδε και άκουσε και ένοιωσε μας το μοίρασε σαν αντίδωρο, σε πολλούς ασημένιους στίχους και ποιήματα, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης και της Ποίησης. Ο Πατριάρχης μας είχε μελετήσει θεόπνευστα το έργο του ποιητή και με την ομιλία του απέδειξε τον πλούτο ενός έργου που έχει χίλιες διαφορετικές αστραψιές για να μας θαμπώσει.
Έπειτα ακολούθησαν τα σχολεία, Ελληνικά και «ξένα», φερμένα από παντού, από την κοντινή μας Κωνσταντινούπολη, από την μακρινή Νέα Υόρκη, και, σχεδόν, από κάθε μέρος της ελληνικής γης. Από κάθε μέρος που είχε τη δυνατότητα να λάβει μέρος. Και ήταν άπειρες οι ομάδες και μέγιστη η απόλαυση από τις ιδέες και τα θαύματα που τα παιδιά και οι επιβλέποντές τους, επιστημονικοί σύμβουλοι, ανέδειξαν, και τα τραγούδια που έπαιξαν και τραγούδησαν, και τις θεατροποιήσεις που έκαναν, και τους τεράστιους μουσικούς κυματισμούς που το Μουσικό Σχολείο του Βόλου με την ορχήστρα του δημιούργησε, και το Σχολείο της Κύπρου μας που τελείωσε με την παράκληση: «Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου», μη λησμονάτε την Κύπρο!, φώναξε ο Γιώργος Γεωργής και συμπαρέσυρε με τη συγκίνησή του πάντες τους συνόντες. Κι εδώ δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε το ρόλο που είχε η Μουσική, του Μίκη Θεοδωράκη κυρίως, ο οποίος, χωρίς να παραβλέπει το λειτουργικό χαρακτήρα του έργου, το μετέτρεψε και θούριο για μια Ελλάδα που ζητά ελπίδα.
Το Συνέδριο για τον Ελύτη συγκέντρωσε επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι γνωρίζουν και έχουν μελετήσει το έργο του, έχουν άποψη επ’ αυτού και με τη φυσική τους παρουσία και ομιλία πρόβαλαν μικρές ψηφίδες στο πολύχρωμο ψηφιδωτό των μελετών και προσεγγίσεων. Και ανάμεσα στους στίχους αυτής της γλώσσας που μας έδωσαν Ελληνική ακούστηκαν παράξενα και «αλλιώς ωραία» τα ποιήματα στη Γαλλική της Κατρίν Βελισσάρις, στην Αγγλική του Πήτερ Μάκριτζ, στην Ιταλική της Πάολα Μινούτσι. Κάθε ήχος και από ένα χελιδόνι για να μας φέρει την άνοιξη μέσα στο χειμώνα που ζούμε αυτόν τον καιρό.
Το Συνέδριο δεν είχε μόνο ομιλίες, απαγγελίες, μουσική, τραγούδια, θεατροποίηση (που εμπνευσμένα επιμελήθηκε η γνωστή ηθοποιός Φιλαρέτη Κομνηνού), έκθεση στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών των εικαστικών του Ελύτη (για τα οποία μας μίλησε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου). Είχε και κινηματογράφο. Κι εδώ θα κάνουμε μια στάση· στον ιστορικό χώρο που γίνεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εκεί, μέσα σ’ αυτόν τον εμβληματικό κινηματογράφο, ο γνωστός σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης, μεταξύ άλλων, είπε την εξής φράση: «Ο ποιητής εμπιστεύτηκε τη φυσική του παρουσία στον κινηματογραφιστή και παραγωγό Σγουράκη». Αυτή η φράση -«εμπιστεύτηκε τη φυσική του παρουσία»- είναι σημαίνουσα και δίνει το μέτρο της διαφοράς, ανάμεσα στους πολλούς που κρατούν στα χέρια τα βιβλία του ποιητή και στον έναν που στάθηκε απέναντί του με την κάμερα για να αποτυπώσει στο σελιλόιντ . το σώμα, το πνεύμα, την εικόνα, τη μορφή, την ιδέα του ποιητή, επειδή Εκείνος του την εμπιστεύτηκε. Ο ίδιος ο Παπαστάθης, με ένα δικό του φιλμ, μας έδειξε πώς αντέδρασε την ημέρα του θανάτου του ποιητή. Άρπαξε χαρτιά, έγραψε στίχους και βγήκε έξω με την κάμερα, σε δρόμους και πλατείες, σε μαγαζιά και καφενεία και μοίραζε τους στίχους και ζητούσε από απλούς ανθρώπους να τους διαβάσουν. Να πώς μπορεί κανείς να εκλάβει τους στίχους του Ελύτη: «Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει». Αυτό έγινε εκείνη την ημέρα. Και ήταν η ίδια η ψυχή του ποιητή γραμμένη στα χαρτιά και στα βιβλία που μας μοιραζόταν δωρεάν και που είκοσι χρόνια μετά, βλέποντας την ταινία, η φτωχή ύπαρξή μας εισέπραττε πάλι τη δωρεά του ποιητή μέσω του κινηματογραφιστή. Και το Συνέδριο τελείωσε με το στρογγυλό τραπέζι, στον Χώρο Τεχνών της Βέροιας, όπου οι μαθητές έθεσαν ερωτήματα σε επιφανείς συνέδρους σχετικά με το έργο του ποιητή.
Εκεί, λοιπόν, ήταν ο τόπος όπου το ποιητικό δράμα μιας άλλης ποικιλίας της ζωής παίχτηκε από ωρίμους και εφήβους, ερήμην της φοβέρας και της κακοκαιριάς του δαίμονα. Γιατί πίσω από το κακό λειτουργούσε ακόμη η πίστη του ποιητή ότι «ευθεία, μπροστά, και τραγουδώντας μόνον… Θα την φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι /Στο φως, στο φως, στο φως». Εκεί, οι άνθρωποι εργάζονταν για να γίνει πιο τρυφερό το γαλάζιο. Για να δείξουν πως αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα χρηματιστήρια του κόσμου, εξακολουθούν να πιστεύουν πως «έχει ο Θεός».
Είκοσι χρόνια πια κάτοικος της Ελλάδας της δεύτερης του απάνω κόσμου, που βγήκε από την πραγματική και χωρίς καμιά στιγμή να λείψει από την άλλη που χάραξε στο χαρτί για να τηνε βλέπει, ο Ελύτης τιμήθηκε στο Συνέδριο αυτό , όπου είχαν τιμηθεί πριν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, λογοτέχνες που με το έργο τους απόδειξαν πως η Ελλάδα «φορτώνει φρέσκο αέρα και από τις δυο μεριές». Τιμήθηκαν εκείνοι κι εμείς μεταλάβαμε από την τιμή τους.
Σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη από την ουσία του ποιητή και τη συναισθηματική αλληλεγγύη των συμμετεχόντων το πράγμα έπαιρνε και μια άλλη, παράπλευρη, αλλά πολύ ουσιαστική, βιοθεωρητική, εκδοχή· αυτήν της ανθρώπινης παρουσίας, της μέθεξης και συναναστροφής με ομοϊδεάτες, συνενόχους της αθωότητάς μας, καθώς θα έλεγε ο ποιητής και Επιβλέπων άγγελος από ψηλά.
Δεν άνθησαν ματαίως όλα αυτά, έχει πει ο Ανδρέας Εμπειρίκος και έχει επαναλάβει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Γιατί το Συνέδριο έκανε ρήγμα στον καιρό και κάπου, ανάμεσα στο πριν και στο μετά, στα τόσα δεινά που μας επεφύλαξε η σύγχρονη ζωή και τα τόσα δυσάρεστα απροσδόκητα, έριξε γαλάζιες σταλαγματιές τις αληθινές μας μέρες, εκείνες που θα μπορούσαμε να τις κατατάξουμε σε μια ουτοπία, όχι τόπου αλλά χρόνου, αν επιτρέπεται η παραδοξολογία.
Το συνέδριο περιελάμβανε και έναν πολύ ωραίο περίπατο στη Βεργίνα, στους βασιλικούς τάφους, εκεί που τα πολύτιμα κομψά στεφάνια των βασιλέων θα τα ζήλευαν οι καλύτεροι κοσμηματοπώλες. Είχε εκκλησιασμό στη Μονή Βλατάδων, όπου όλοι μαζί ψάλαμε «Τη Υπερμάχω», επίσκεψη στον Ι. Ν. Αγ. Νικολάου. Κι ακόμα, πλούσια φιλοξενία, πλούσια όλα τα ελέη του Θεού και των οικοδεσποτών. Υλικά και Πνευματικά αγαθά σε δαψίλεια. Και σε όλα άγγελοι εντεταλμένοι στην υπηρεσία όλων, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, η Οργανωτική Επιτροπή: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θοδωρής Γκόνης, Γιάννης Δερμιτζόγλου, Αικατερίνη Μαντουλίδη, Γιώργος Παπαλιάρης, Özcan Şabudak, Νικολέτα Σαρρή, Ελευθερία Στόικου, Ελισσάβετ Τσιρανίδου, Ασπασία Χασιώτη.
Και πέρα στον ορίζοντα η νύμφη του Θερμαϊκού Θεσσαλονίκη και πιο πέρα η Βασιλεύουσα στον Βόσπορο Κωνσταντινούπολη και από ψηλά ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ευωδιά καυκαλήθρας και μάραθου

(Τῆς Σαρακοστῆς καὶ πάλι τὰ πρόσφορα)

Γράφει ὁ π. Κων. Ν. Καλλιανός 




Καθὼς μὲ τὴν ἔλευση τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας ἔχουμε καὶ τὰ εἰσόδια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τῆς κυρα-Σαρακοστῆς κατὰ τὸ λαό μας, μιὰν ἄλλη αὔρα ἔρχεται νὰ μᾶς χαριστεῖ καὶ νὰ πασπαλίσει τὴν καθημερινότητά μας μὲ ἄχνα αἰσιοδοξίας καὶ μορφιᾶς. Γιατὶ ἡ Σαρακοστή, παρ᾿ ὅλο ποὺ θεωρεῖται μιὰ περίοδος αὐστηρῆς νηστείας, πένθους καὶ κατήφειας, στὴν οὐσία εἶναι «χαροποιός καιρός», λαμπροφόρος καιρός, δηλαδή, εὐκαιρία, γιὰ πνευματικὴ καὶ σωματικὴ ἀποτοξίνωση ἀπὸ τὰ ὅσα βλαβερὰ καὶ ἄστοχα πράττουμε καὶ γευόμαστε: Πολλὲς φορὲς ἠθελημένα καὶ πεισματικά. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὰ κελεύσματα τῆς Ἐκκλησίας «Τὸν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα», μὲ διάθεση καὶ πειθαρχία χαρισματικὴ καὶ εἰλικρινῆ, ἀφοῦ οἱ τοξίνες ποὺ ἀποβάλλουμε δὲν εἶναι ἄλλες ἀπὸ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες.

Προνομιακός, λοιπόν, ὁ καιρὸς τῆς Σαρακοστῆς αὐτῆς, καί, προπάντων, διακριτικὰ ψυχοσωτήριος, ἀφοῦ ἀποφορτίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ κανὸ βάρος ἄχρηστων καὶ βλαβερῶν ἐνοχλήσεων, ποὺ σκοτίζουν τὸν νοῦ καὶ δημιουργοῦν στὸν ψυχισμὸ μπερδέματα διάφορα καὶ ἐν πολλοῖς ὀλέθρια.

Συνδρομὴ ἔντιμος στὸν τῆς νηστείας καιρὸν, λοιπόν, ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὰ εἰσόδια τῆς Σαρακοστῆς, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ποικίλα καὶ λιπαρὰ ἔδεσματα, (γαλακτοκομικά, ἰχθύες καὶ φυσικὰ κρέατα), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ λάδι γιὰ ὅσους ἀντέχουν νὰ διαπεράσουν τὸ νηστείας μέγα πέλαγος.

Εὐλογημένη, λοιπόν, δίαιτα γιὰ τὴν ἀντοχή μας καὶ τὴν ὑπομονή μας ἡ ἀπὸ αἰώνων θεσπισθεῖσα, μὲ ἐδέσματα ποὺ εὐωδιάζουν ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῆς Δημιουργίας, ὅπως τὰ λαχανικά, ποὺ μαζὺ μὲ τὰ ὀστρακοειδῆ καὶ τὸν ἀβγοτάραχο, προσφέρουν γεύσεις θεσπέσιες καὶ ἐξαιρετικές. Γιατὶ τὶς γαρνίρει ἡ μοσχοβολιὰ τῆς πανέμορφης καυκαλήθρας καὶ τοῦ πανευώδους μάραθου, ποὺ ἡ φύση τὰ προσφέρει δαψιλῶς αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες. Καὶ τὶ νὰ πρωτοθυμηθεῖ κανείς... Τὸ χταπόδι με τὰ μάραθα, τοὺς ὑπέροχους ταραμοκεφτέδες, τὶς λαχανόπιτες, ἀλλὰ καὶ βραστὰ τὰ λάχανα, τὰ χόρτα τοῦ ἀγροῦ δηλαδή, πού, καθὼς «χοχλάζανε» [βράζανε], χάριζαν στὸ σπίτι καὶ στὴ γειτονιὰ τὶς ἀσύγκριτες εὐωδιὲς ἀπὸ μάραθο, τὴν καυκαλήθρα, τὸ βραστάρι... Μὲ κορυφαία πάντα τὴ Μ. Παρασκευή, ποὺ βράζανε σκέτα μάραθα νὰ τὰ φᾶνε μὲ τὸ ξύδι ἀλάδωτα λόγω τῆς ἡμέρας.

Ὅμως μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ νὰ λή λησμονᾶμε καὶ τὰ πάλλευκα «ἀγριοκρουμ’δάκια», τοὺς βολβούς δηλαδή, ποὺ τὴ Μ. Σαρακοστὴ συνόδευαν, μὲ τὴ μισόπικρη γεύση τους τὰ λιτὰ τὰ γεύματα, μὲ ἐλιές, ταμοκεφτέδες ἤ σπρια.

Αὐτὲς οἱ εὐωδιές, λοιπόν, πλημμύριζαν κάποτε τὸ χωριὸ ὁλάκερο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τὸ Μ. Σάββατο, μὲ ἐξαίρεση τὶς γιορτὲς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῶν Βαΐων ποὺ καταλύονταν τὸ ψάρι. Εὐωδιὲς ποὺ συνόδευαν τὶς ἀρετὲς ἐκείνων τῶν ἁπλῶν χωρικῶν ποὺ ξέρανε ἀπὸ Γιορτὴ καὶ καθημερινή. Ποὺ καταλάβαιναν πὼς τὸ Πάσχα ἦταν πράγματι μιὰ διάβαση, ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὴν πένθιμο ἀσκητικὴ βιοτή, στὴν ἀνεκλάλητο χαρὰ τῆς Πανηγύρεως. Μὲ λίγα λόγια, κατανοοῦσαν μὲ βεβαιότητα καὶ πίστη ἀληθινὴ καὶ τὸ ἕνα, δηλαδή τὴν ἔγκοπο περίοδο τῆς νηστείας, ἀλλὰ καὶ ἀναστάσιμο χαρά καὶ εὐλογία. 

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Αντώνη Ν. Παπαβασιλείου: ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΜΑ


Πάλι (αυξάνει, δυσοίωνα, η συχνότητα) αραχνιάζει η καρδιά μας. Παγώνουμε.
Σκονίζει ο τρόμος την Ευρώπη. Βόμβες κροτίζουν απόγνωση.
Δεν χωράνε ούτε εξυπνάδες (ξέρω όλες τις συνομωσίες) ούτε το λεπίδι της δύναμης («αποδοτικά» βασανιστήρια).
2016 και κόσμος πεθαίνει σε εκλεπτυσμένα αεροδρόμια
ή στα παγωμένα νερά της θάλασσας της προσφυγιάς.
Υπάρχουν απαντήσεις;
Φυλλομετρώ την ποίηση για να πάρω ανάσες:


«Σκόπευση

Εκείνος είπε: Μονάχα με το στόχαστρο του σταυρού
αναποδογυρίζουν οι προοπτικές του κόσμου τούτου
και βλέπεις στην Εδέμ το Μέγα Θήραμα λαβωμένο». (Ελ. Μάινας).



Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Για το βιβλίο του π. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, “Ενιαύσιον. 365+1 Χαϊκού”

Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης 2015, σ.σ. 134
Γράφει ο π. Κων. Ν. Καλλιανός

Ἕνα καλαίσθητο καὶ ὑπέροχο βιβλίο ἦλθε νὰ μὲ συγκινήσει μὲ τὴν μορφιά, τὴν εὐαίσθητη γραφὴ καὶ φυσικὰ μὲ τὴν συνδρομὴ του στὴν ψυχικὴ καλλιέργεια ποὺ προσφέρει. Γιατὶ τὸ βιβλιο αὐτὸ τοῦ π. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη, δόκιμου ἐργάτη τοῦ λόγου καὶ φτασμένου ποιητῆ, εἶναι μιὰ τρυφερὴ ἀποκαλυψη τοῦ ψυχισμοῦ του. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ τὰ 365 (+1=366) μικρὰ ποιήματα, τὰ Χαϊκοὺ κατὰ πῶς τὰ λέει ( κι ἐξηγεῖ στὶς σελ. 5-7, τί εἶναι καὶ τί ἀντιπροσωπεύουν, τόσο γιὰ τὴν ποίηση, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο) εἶναι σὰν μικρὰ μορφα καὶ καλοχτισμένα σπιτάκια ποὺ στολίζουν μιὰ βουνίσια πλαγιὰ ἤ μιὰν ἀκρογιαλιά. Γιατὶ εἶναι τόσο μορφα καὶ μὲ χαριτωμένο τρόπο δομημένα, ὥστε τὰ χαίρεσαι καὶ τὰ ἐκτιμᾶς. Τὰ ἐκτιμᾶς δέ, ἐπειδὴ εἶναι μιὰ ὑπεύθυνη καὶ καλοδουλεμένη «ἄσκηση γλυπτικῆς τοῦ λόγου», ὅπως πολὺ εὔστοχα ὀνομάζει αὐτὰ τὰ ποιηματάκια ὁ ἐπίσης καλὸς ἀδελφὸς καὶ συλλειτουργός, ὁ π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ὁ τῆς Ζακύνθου γόνος.
ἀρ. 181.
Μιλῶ ἤρεμα,
μὲ χρώματα καὶ ἤχους,
τί εὐτυχία.
(σ. 71)
Κι ἀλλοῦ,
ἀρ. 290.
Ἐννοῶ πολλὰ
μὲ τὰ λίγα ποὺ λέω,
συνήθως σκόρπια.
(σ. 107)
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία καὶ χρειάζεται προσοχὴ εἶναι προσπάθεια τοῦ ποιητῆ νὰ μετουσιώσει τὸ λόγο του, τὸν ὄντως πυκνὸ καὶ πειθαρχημένο λόγο, σὲ προσευχή. Μιὰ προσευχὴ ὅμως δίχως ἀκατάσχετη ἀδολεσχία καὶ μὲ τὸν κίνδυνο νὰ γλιστρήσει πάνω στὶς ράγες τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἀλλὰ μιὰ προσευχὴ λιτή, ὡσὰν τὴ μονολόγιστη, ποὺ θυμίζει ἀπόβραδο σὲ μισοφωτισμένο Καθολικό, τὸ ὁποῖο εὐωδιαζει ἀπὸ ἁγιότητα καὶ παρουσία Θεοῦ.
ἀρ. 154.
Ἡ ἀνάσα Σου,
τοῦ Ἀμώμου ψαλτήρι,
τὸ μεσονύχτι.
(σ. 62)
κι ἀλλοῦ,
ἀρ. 178.
Ψυχή μου, τρέξε,
ὁ Νυμφίος ἔρχεται
λαμπάδα φωτός!
(σ. 70)
ἤ,
ἀρ. 199.
Ἡ προσευχή μου
βουβὸ θρηνολάλημα,
οἰκτείρησόν με.
(σ. 77),
***
ἀρ. 204.
Ἐλέησόν με·
νὰ προλάβω, Κύριε,
νὰ πῶ: σῶσον με!
(σ. 78)
Ὅμως μέσα στὶς 133 σελίδες τοῦ βιβλίου ὑπάρχουν κι ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ποιητῆ, καθὼς ἐκφράζεται μὲ παρρησία καὶ εἰλικρίνεια γιὰ κορυφαῖες ἐμβιώσεις, ποὺ θυμίζουν ἐξομολόγηση, ἀλλὰ καὶ προσπάθεια αὐτοβυθίσματος στὰ μύχια τῆς ψυχῆς.
ἀρ. 179.
Οἱ ἀποσκευὲς
ἀνώφελα πράγματα,
νεκρὲς ἐλπίδες.
(σελ. 70)
ἐπίσης,
ἀρ. 191.
Σὰν τὸ κρεμμύδι
ξεφυλλίζω τὴ ζωὴ
κι ὅλο δακρύζω.
(σ. 74)
***
ἀρ. 194.
Θέλω δὲν θέλω
μὲ τρυποῦν κατάστηθα
τὰ καρφιὰ τῶν φίλων.
(σ. 75)
Κι ὁ κατάλογος τῶν θεμἀτων δὲν ἔχει τέλος. Γιατὶ ἕνας ποιητὴς εἶναι πρωτίστως δέκτης καὶ παράλληλα ἐπεξεργαστὴς ὑλικοῦ ποὺ προσλαμβάνει καὶ βιώνει. Ὑλικό, φυσικά, ποὺ δὲν ἀφήνεται ἀνεκμετάλλευτο, ἀλλὰ εὐκαιρίας δοθείσης μεταποιεῖται σὲ χρήσιμη ὕλη, γιὰ τὸν ἴδιο πρῶτα κι ὕστερα γιὰ ὅποιον τὴ χρειάζεται.
ἀρ. 11.
Ὅ,τι κι ἄν γράφω,
σπόρους σκορπῶ στὸν δρόμο,
γιὰ τὰ σπουργίτια.
(σ. 14).
Μονάχα, καλέ μου π. Εὐάγγελε;

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΠΟΥ (ΟΦΕΙΛΕΙΣ ΝΑ) ΘΥΜΑΣΑΙ...

Θεοκλήτου Μοναχοῦ Διονυσιάτου ἱερὸ Μνημόσυνο

Μπορεῖ τὸ ἡμερολόγιο νὰ μὴν ἔγραφε τὴν ἴδια μηνολογία, ὡστόσο τὸ περιεχόμενο, ποὺ διακρατεῖ ὡς ἄλλο εἰδικὸ βάρος ἡ ἡμέρα αὐτή, σημαδεύει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν κορυφαία ὀνομασία ποὺ φέρει: Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Κυριακή, ντυμένη ὅμως μὲ τὸ χαρμολυπικό της μανδύα. Κι ὕστερα εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν συντροφεύουν: πρόσωπα ποὺ ἄφησαν τὸ ἐκτύπωμα τῆς σφραγίδας τους νὰ ντύνει τὴν γυμνότητα τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ τὴν παραμυθεῖ, νὰ τῆς χαρίζει τὶς πρῶτες σταγόνες ἀπὸ μιὰν ἀλλόκοτη δροσιά. Δροσιὰ ποὺ ραντίζει τὰ πρόσωπα σὲ καιροὺς αὐχμηρούς.
Ἀλήθεια, τὶ θυμᾶσαι ἀπ’ αὐτὲς τὶς περασμένες Κυριακές; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ τὶς ψώνει μέσα σου καὶ τὶς διατηρεῖ μαζὶ με τὰ γεγονότα ποὺ τὶς σημάδεψαν;
Εἶναι δύσκολο νὰ θυμηθεῖς τὰ παλιότερα τὰ χρόνια, ἐκεῖνα δηλαδὴ τῆς παιδικῆς σου ἡλικίας, τὰ ὁποῖα τυλίγει μιὰν ὀμίχλη πυκνή, ἕνα σύννεφο, ἕνας περίεργος γνόφος, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, εἶναι τόσο ἑλκυστικός, τρυφερός, οἰκεῖος κι ἄς μὴν ἔχει καμμιά, μὰ καμμιὰ σημασία γιὰ κανένα... Γιὰ μένα ὅμως ἔχει μιὰν ἄλλη ὄψη, μιὰν ἰδιαιτερότητα, ἕνα φῶς περίεργο, ποὺ φωτίζει τὰ μονοπάτια μου ἀπό τότε. Κι ἄς μὴ θυμᾶσαι λεπτομέρειες, παρὰ μονάχα τὰ ἡλιοφωτισμένα Σάββατα πρὶν τὴν Κυριικὴ αὐτὴ μὲ τοὺς μποσταντζῆδες ἀπό τὴ Σκόπελο, ποὺ ἔφταναν στὸ χωριὸ νὰ πουλήσουν τὰ χιονοπράσινα κουνοπίδια καὶ τὶς βαθυπράσινες λαχανίδες. Ὅπως ἐπίθεσης καὶ τὴ «γκαμήλα» ποὺ ἔφτιαχναν τὰ μεγάλα τὰ παιδιὰ ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ «Κάγκελα», μὲ τὸ ἀπαράιτητο τὸ «καραμπάτσι»1 ἀπὸ κάποιο ψόφιο ζῶο: μουλαρι ἤ γαϊδουράκι. Ἀλλὰ καὶ τὸ βαθὺ τὸ ἄρωμα τῆς κολοκυθόπιττας ἤ τοῦ ρυζόγαλου....
Ἀργότερα, ὅταν πιὰ πέρασες τὰ σύνορα τῆς ἐφηβείας, τότε τὰ πραγματα διαφοροποιήθηκαν.
Οἱ Κυριακὲς ἐκεῖνες εἶναι χωνεμένες σὲ μιὰν τοιχογραφημένη, ἀχνοφωτισμένη βολιώτικη ἐκκλησιὰ ποὺ εὐωδίαζε θυμίαμα καὶ κατανυξη, μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως καὶ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ συγυρίζει τὸν μώβ μανδύα του, λὲς κι ἦθελε τὸ χρῶμα τοῦτο τῆς Σαρακοστῆς ν᾿ ἁπλωθεῖ παντοῦ μαζὶ μὲ τὸ συγκινητκὸ Μεγάλο Προκέιμενο, ποὺ ἄνοιγε δρόμους μέσα στὴ σκοτεινιά. Δρόμους φωτεινοὺς ὡστός γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἐπαναλαμβανόταν μὲ ἐπιμέλεια καὶ μουσικὴ ἁρμονία , τό, «Μὴ ἀποστρέψης τὸ Πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου ὅτι θλίβομαι...» γινόταν παραμυθία ποὺ παραμέριζε κάθε σκυθρωπότητα καὶ τὴν ὅποια ἀγωνία ὅτι δηλαδὴ ξεκινᾶ ὁ ακιρὸς τῆς νηστείας καὶ φυσικὰ τῆς κάθε ἐγκράτειας. Γιατὶ σιγουρευόσουν πιά, πὼς μὲ τὸν κέσιο αὐτὸ λόγο ἔνοιωθες μιὰ ἄλλη ἀσφάλεια. Ἀσφάλεια ποὺ προσπορίζει στὴν ψυχὴ ἡ Παρουσία Του. Κι αὐτὸ τὸ κατάλαβες καλύτεραπολὺ ἀργότερα, ἐκείνη τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς στὴν χιονοσκεπῆ καὶ πολιορκημένη ἀπὸ τὴν σφόδρα κυμαινομένη θάλασσα στὸ Ὄρος, στοῦ Σταυρονικήτα τὸ Μοναστήρι. Γιατὶ ἐκεῖ διδάχτηκες πολλὰ ἀπὸ τὴν ἡρεμία καὶ τὴν παντοειδῆ νοικοκυροσύνη τῶν πατέρων, ποὺ δὲν ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὸν καιρό, δὲν βιάζονταν, δὲ λιποψυχοῦσαν, δὲ λογάριαζαν τὸ ψῦχος, τὸ χιονιᾶ, τὴν διακοπὴ κάθε ἐπικοινωνίας μὲ τὸν κόσμο, παρὰ μονάχα σκύβανε ὑπομονετικά, ἀγόγγυστα καὶ μὲ περισσὴ εὐσυνηδησία ὁ καθένας. Καὶ μετανιζαν ὕστερα μὲ προσοχὴ ἀλλὰ καὶ σοβαρότητα, βιώνοντας πέρα γιὰ πέρα τὰ λόγια αὐτά: «Μὴ ἀποστρέψης...»
Σαράντα τόσα χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε. Κι ἀκόμα νομίζεις ὅτι θ᾿ ἀκούσεις ἐκεῖνο τὸ μελωδικὸ Μέγα Προκέιμενο καὶ θ᾿ ἀφουγκραστεῖς ὕστερα τὴ Σαρακοστὴ νὰ βηματίζει σιωπηλή, σοβαρή, ἤρεμη ὅμως καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας τῆς Προηγιασμένης νὰ παραμερίζει τὰ ὅποια σκοτάδια. Ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς...
Μ. Σαρακοστὴ 2013

1 Κρανίο δηλ.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Μοιραζόμαστε «Aντικλείδια», προσεγγίζοντας την ποιητική συλλογή «Ανακαλυπτήρια» του π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ

Παρακολουθούμε χρόνια την πολυεπίπεδη, εκλεπτυσμένη και πυκνή πνευματική προσφορά στον τόπο μας του αγαπητού π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Μνημονεύουμε, σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς ιδιαίτερα, την πορεία της ακριβής ποιητικής τέχνης του. Ζηλεύουμε αυτές τις τρυφερές, άγρυπνες και φίνες «ψιλοβελονιές» της ποίησής του, παρ’ όλο που δεν είμαστε πάντοτε αλληλέγγυοι των «κοσμολογικών μύθων» που την ορίζουν, προσπαθώντας οι ίδιοι, φυσικά, να καταργήσουν το μικρό και το εφήμερο. Παραμερίζουμε όμως το «ποιος έχει το δικαίωμα δια να ομιλεί» και διατηρούμε ακέραιη τη θέλησή μας να συναντάμε τη συγκίνησή μας, στη θέαση των στίχων του. Οι «μύθοι», εξάλλου, παραμένουν έως και σήμερα οι εκ των πλησιέστερων συγγενών των από αιώνων «κοσμοθεωριών», όσο και εάν ο άνθρωπος πίστευε ότι τους εγκατέλειψε ενωρίς, αντικαθιστώντας τα Τοτέμ που λάτρευαν οι πρωτόγονες φυλές με ανθρωπόμορφα όντα που κατ’ αυτόν κινούσαν τη φύση και τη ζωή του και αυτά με τη σειρά τους με φυσικά αίτια και φιλοσοφικούς στοχασμούς, αργότερα δε και με ‘‘έγκυρες’’ επιστημονικές ανακαλύψεις.

Στις μέρες μας, το ίδιο συμβαίνει με την ανίχνευση για πρώτη φορά των περίφημων βαρυτικών κυμάτων. Αυτά, με την εξαίσια μουσική τους, μας ταξίδεψαν 1,2 δις έτη φωτός μακριά από τη Γη μας. Τα γέννησε η εκτός ορίων σύγκρουση και συγχώνευση δύο μελανών υπέρπυκνων οπών, που δεν τη χωράει ο ανθρώπινος νους και την οποία ωστόσο είχε προβλέψει, προς δόξα της επιστήμης, ο Αϊνστάιν πριν εκατό περίπου χρόνια. (Δυστυχώς, οι γλώσσες πεθαίνουν ενώ οι μαθηματικές αλήθειες είναι παντοτινές!). Αυτές, λοιπόν, ενώ είχαν διάμετρο μόλις 150 χιλιόμετρα η κάθε μία, χωρούσαν αντίστοιχα μάζα 30 και 35 φορές μεγαλύτερη από την μάζα του δικού μας ήλιου και κατά την σύγκρουση κινούνταν σπειροειδώς η μία προς την άλλη με τη μισή ταχύτητα του φωτός! Από τη σύγκρουση αυτή, παρήχθη ενέργεια μεγαλύτερη από όση παράγουν στον ίδιο χρόνο όλα τα άστρα του ορατού σύμπαντος. Τα κύματα αυτά παραμορφώνουν και καμπυλώνουν τον χωρόχρονο στο γνωστό μας σύμπαν. Ωστόσο, τελολογικά, τι αξία έχουν όλα αυτά, όταν οι ειδικοί θριαμβολογούν λέγοντας ότι «Είναι μακράν η πιο ισχυρή έκρηξη που έχει καταγράψει ο άνθρωπος μετά τη Μεγάλη Έκρηξη»; Αυτό το «..που έχει καταγράψει ο άνθρωπος…» μας προβληματίζει και αποδεικνύει πως το γοητευτικό ταξίδι της επιστήμης, από το απόλυτα μικρό σωματίδιο στο απόλυτα μεγάλο χωρίς όρια σύμπαν, φαίνεται να μην έχει τέλος και παραμένει ένας ανεξόφλητος λογαριασμός, όπως άλλωστε και η ίδια η ποίηση της καρδιάς μας.

Εμείς, λοιπόν, αφήνοντας πίσω τα όποια κοσμολογικά μοντέλα και με τη σεμνότητα που αρμόζει στην περίσταση, θα συνεχίσουμε να διατηρούμε τη βασική υλιστική μαρξιστική κοσμοθεωρία, η οποία ορίζει ότι: Ο χώρος και χρόνος είναι οι βασικές μορφές της ύλης, δηλαδή του «είναι». Ένα «είναι» έξω από το χρόνο είναι ένας παραλογισμός τόσο μεγάλος, όσο ένα «είναι» έξω από το χώρο. Άρα, η αντικειμενική ύπαρξη της ύλης, που δεχόμαστε, προϋποθέτει την αντικειμενική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου, που με τη σειρά τους οι ίδιοι αντανακλώνται στη συνείδησή μας. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι «το πνεύμα είναι μια ανώτερη μορφή της ύλης», βρισκόμαστε αντίθετοι με τον ιδεαλισμό εκείνο, που φτάνει στο σημείο να αρνείται την αντικειμενικότητα της ύλης και δέχεται ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι προϊόντα της συνείδησης του ανθρώπου. Ο «ακραίος» αυτός ιδεαλισμός φυσικά δεν αφορά και δεν διατρέχει την ποίηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Ο ίδιος, εξάλλου, στο έργο του «Ο Μαντατοφόρος της ανάστασης (Δύο κείμενα κι ένα ποίημα για τον Ρίτσο)», αναφέρει ότι παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που θα μπορούσε σαν αναγνώστης να εκφράσει για την διαπιστωμένη παράδοση του Ρίτσου στην ευκολία (ή καλύτερα: παγίδα) της πολιτικοποίησης κάμποσων ποιημάτων του, συμμερίζεται και καλύπτεται από την απάντηση που έδωσε γι' αυτό το θέμα ο ίδιος ο ποιητής της ρωμιοσύνης: «Είναι λάθος να χωρίζουμε την ποίηση σε κατηγορίες. Η ποίηση είναι απέραντη σαν τη ζωή, ένα διαρκές γίγνεσθαι. Στο χώρο της δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις (…). Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος (…). Μια αναμέτρηση μ’ αυτή τη μορφή θανάτου είναι η πολιτική ποίηση (η τουλάχιστον η δική μου πολιτική ποίηση) μια μάχη για να φτάσουμε στο «αταξικό γαλάζιο», όπως γράφω σ’ ένα ποίημα μου για τον Νερούντα».

Ωστόσο, πώς να ενοποιήσει κάποιος τις διαφορετικές εκδοχές του τί είναι ποίηση, όπως για παράδειγμα: «Η ποίηση πρέπει να είναι ένας οδηγός μάχης», με την ποίηση του «ιδιωτικού οράματος» της γενιάς του ’80, η οποία φυσικά, όση προσπάθεια και καλλιτεχνική αξία κι αν εμπεριέχει, εκφράζει μιαν εποχή ιδεολογικής αποπολιτικοποίησης που παραμερίζει τις περισσότερες φορές τα κοινωνικά οράματα και τα αντικαθιστά με μια αδιέξοδη, προσωποκεντρική, υπαρξιακή εσωστρέφεια και υποκειμενισμό; Ακόμη, τι σχέση μπορεί να έχει ο πρώτος ορισμός με τον απόλυτο φορμαλισμό με τον οποίο οριοθετεί σίγουρα «μεγαλόπρεπα» και πρωτότυπα την ποίηση, μια απλή ινδιάνικη φυλή: «Ποίηση είναι όταν δύο λέξεις συναντιούνται για πρώτη φορά»;

Ό,τι και να συμβαίνει, όσοι θέλουμε να ξορκίζουμε τη ρήση, ‘‘η ποίηση είναι η μορφή που παίρνει η ζωή στους ανθρώπους που δεν ζουν’’, ταξιδεύουμε με την ενότητα «ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΠΑΤΡΙΔΩΝ» του π. Παναγιώτη, η οποία ανασύρει οδοιπορώντας την υπόγεια σχέση των πραγμάτων. Άλλωστε κι εμείς επιζητούμε, όχι ελπίζουμε επί ματαίω, την οριοθέτηση μιας υπαινικτικής επικοινωνίας με την "μυσταγωγική" κοινότητα των περιηγητών. Αν είναι αλήθεια, λοιπόν, πως «στα ταξίδια αναζητούμε με πάθος τις νοσταλγίες μας», τότε οι αληθινές ιστορίες του ποιητή που αφορούν στους τόπους, την τέχνη και τα πρόσωπα, γίνονται η χειροπιαστή όψη των πραγμάτων. Ό,τι δηλαδή αναστατώνει τον νου και φέρνει τις ζωές μας σε μόνιμη τρικυμία.

Ιδιαίτερα στο ποίημα της σελίδας 67, «ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ», της προαναφερθείσας ενότητας, ο ποιητής έχει κάνει τις επιλογές του και δεν υπήρξε άδηλος.

ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

1.
Ὂχι δίπλα στό φρέαρ ὡς συνήθως
ἐδῶ θά κοιμηθῶ στήν ὀρχήστρα
καί σέ ὃποιον ἀρέσω -
ἐδῶ πλάι στή θυμέλη
ἐνώπιον τοῦ λαοῦ παντός
καί τοῦ φίλου Αἰσχύλου

στό κοῖλο ἐσεῖς κοιτᾶτε με
χαλάλι

ξυπνάω αὒριο ἐμπαθής
μά καί θεραπευμένος.


2.
Τόν Ὠτακουστή συλλάβετε πάραυτα.
Νά μήν έκπέσουν
τῶν Μυστηρίων καί τῶν πάνω κερκίδων
τά Πειστήρια.

Ἂσε τίς ντροπές
τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος.
Ἀντιπροτείνω εἰς ἐπήκοον ὃλων τ᾽ Αὐτονόητα.

(Σεπτέμβριος 2008)

Εδώ φαίνεται ο ποιητής να επιζητεί τη βοήθεια και της Τέχνης για να θεραπεύσει την ψυχή και τα πάθη του. Επιλέγει, καθόλου τυχαία βέβαια, το κατάλληλο περιβάλλον, ψυχολογικό και συναισθηματικό για να συναντήσει την «υπερατομική, ονειρική εμπειρία». Είναι το θέατρο της Επιδαύρου, το Ιερό Φρέαρ και η παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας, ενός έργου του Αισχύλου.

Απόλυτα νόμιμη η επιλογή του αυτή! Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είναι περίβλεπτο, εμβληματικό και φιλοξενεί την αρχαία θεατρική παράδοση. Είναι συγχρόνως αναπόσπαστο μέρος του ιερού του Ασκληπιού, που με τη σειρά του υπήρξε το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο της αρχαιότητας. Το Ιερό αυτό στην κοιλάδα της Επιδαύρου οργανώθηκε γύρω από το Ιερό Φρέαρ. Ο ασθενής, αφού εξαγνιζόταν με το νερό του ιερού πηγαδιού, πραγμάτωνε «εγκοίμηση» στο έδαφος, προκειμένου να είναι σε επαφή με τη χθόνια κατοικία του θεού. Ο Θεός εμφανιζόταν στον ύπνο του ασθενή, έβγαινε δηλαδή στη ζωή, στο φως και του υποδείκνυε τον τρόπο της εξειδικευμένης γι' αυτόν ατομικής θεραπείας. Αυτονόητο θεωρείτο τότε το γεγονός ότι: εάν επέρχετο η ίαση, ο ασθενής είχε δει το σωστό όνειρο. Από την άλλη μεριά ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας καταλήγει …. ''στην των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν''. Τέλος δε, και ο Αισχύλος υπήρξε όχι μόνο ο μέγιστος των αρχαίων Ελλήνων τραγικών ποιητών, αλλά και ιδιαίτερος αναλυτής των κοσμογονικών αρχέτυπων μύθων.

Εγκοίμηση πραγματώνει και ο ποιητής για να ιαθεί ψυχικά, μέσα από την Τέχνη και το Αρχαίο Πνεύμα. Όχι «δίπλα στο φρέαρ ὡς συνήθως», αλλά στο ιερό της Τέχνης θα εκτεθεί, παίρνοντας ο ίδιος ενεργό μέρος στα μυστήριά της, «ἐδῶ θά κοιμηθῶ στήν ὀρχήστρα ….. ἐδῶ πλάι στή θυμέλη». Φυσικά, γνωρίζει ότι εκεί λογοδοτεί, όμως δεν δειλιάζει «καί σέ ὃποιον ἀρέσω», απέναντι του «λαοῦ παντός» και του «φίλου Αἰσχύλου». Επιμένει και δεν τον πειράζει που θα εκτεθεί, «στό κοῖλο ἐσεῖς κοιτᾶτε με / χαλάλι». Παραμερίζει ο ποιητής την ταραχή και τον φόβο, τολμώντας να ξανακτίσει τον κόσμο και την ποιητική του. Είναι ώριμος πια, γνωρίζει ότι, επικοινωνώντας με την Αρχαία Τέχνη και με τους μύστες της τέχνης γενικότερα, βρίσκει τις πηγές από τις οποίες θα αντλήσει τη συγκίνηση και τα δάκρυά του. Αυτά που στάθηκαν από αμνημονεύτων χρόνων το απαραίτητο έναυσμα κάθε δημιουργίας. Η διαδικασία αυτή θα του επιτρέψει να θεραπευτεί, να έλθει σε αυτόν η κάθαρση και να ξυπνήσει συν - κινημένος:
«ξυπνάω αὒριο ἐμπαθής
μά καί θεραπευομένος».

Ωστόσο, το τόλμημα είναι δύσκολο, ο Ωτακουστής ποιητής δεν πρέπει να δειλιάσει και να κάνει πίσω, φοβούμενος μήπως δεν τα καταφέρει. Να υποχρεωθεί πρέπει, να παραμείνει στην ορχήστρα. Εάν φύγει, δεν θα πραγματοποιηθεί το μυστήριο, να γίνει δηλαδή και ίδιος με την σειρά του Μύστης της Τέχνης, ώστε:
«Νά μήν έκπέσουν
τῶν Μυστηρίων καί τῶν πάνω κερκίδων
τά Πειστήρια».

Σε πιάσαμε, μπήκες και εσύ στα μυστήρια της Τέχνης, επικοινώνησες με την Τέχνη του Αισχύλου, σου εδόθη η κάθαρση, αλλά αυτό δεν αρκεί, πρέπει να δημιουργήσεις την δική σου Τέχνη, να πεις τον δικό σου ψίθυρο. Τότε θα είναι αυτονόητο (κατ’ αντιστοιχία του αυτονόητου της ίασης στο Ιερό Φρέαρ) ότι έγινε η αυτοΐασή σου, αφού έχεις δημιουργήσει πλέον και εσύ τέχνη και μάλιστα σε αντιστοίχιση με την Αρχαία, στο βαθμό που ξύπνησες όχι μόνο θεραπευμένος, αλλά ονειρογέννητος και συγκινημένος.
«Ἂσε τίς ντροπές
τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος.
Ἀντιπροτείνω εἰς ἐπήκοον ὃλων τ᾽ Αὐτονόητα.»

Επιλέγουμε τελικά, σε αυτή την έστω διαγώνια προσέγγιση των στίχων της συλλογής «Ανακαλυπτήρια», να μοιραστούμε τα αναγκαία «Aντικλείδια» με τη φίλη, φιλόλογο Τίνα Πέττα. Γνωρίζουμε ότι ο δημιουργός λειτουργεί όσο σμιλεύει το έργο του, η συγκίνηση ύστερα αφορά ιδιαίτερα στον αναγνώστη, εκεί που προορίζεται να κατοικήσει το έργο του. Φυσικά δεν είμαστε αφελείς, οι λέξεις παραμένουν καστρόπορτες άδυτες, όσο και να πασχίζουμε εμείς να βρούμε τα έκδηλα των χρησμών τους. Αυτό το ανείπωτο της ποίησης παραμένει ο πυρήνας της ερωτικής μας σχέσης μαζί της.

Ας ορίσουν, λοιπόν, τον επίλογο αυτής της πρωτόλειας εργασίας μας τα παρακάτω λόγια της αγαπητής Τίνας, που αφορούν ιδέες, μουσικές και νοήματα αυτής της ποιητικής συλλογής.

Ανακαλυπτήρια ψυχής με επάρκεια ευαισθησίας και γλώσσας

«στίχους διαφυγόντες από το ποίημα
ενθυμού
Κι’ αν τόσους πια θυμάσαι,….
Αρκεί.
Εμένα ξέχνα με.»

''Στίχοι διαφυγόντες'' φτεροκοπούν σαν πουλιά και ταξιδεύουν ώς εμάς.
Ο ποιητής αναζητά εναγωνίως επικοινωνία μέσα στην παροδικότητα του βίου. Ο χρόνος δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί αυτή. Η αγάπη ίσα που ψηλαφίζει τις πληγές φευγαλέα «και όπου φύγει» και ο ποιητής εγκλωβισμένος αναζητά την ψυχή του. Αποκρίνεται στα καλέσματα με τη φωνή που δύναται να έχει, «καναρινίζει»
Τρέφει τον πόθο για «όλα τ’ άλλα».
Δύσκολη του πόθου η εκπλήρωση με αφές μόνο, αισθήσεις «ανεφάρμοστες» ή «τεθλασμένες».
Προσπαθεί ν’ ανασυνθέσει έναν κόσμο πολυκερματισμένο, σε κομμάτια όμως πολυεδρικά, που ιριδίζουν χρώματα και μας «οιακίζουν» από τα μέγιστα στα ελάχιστα. Ταυτόχρονα, ανασυνθέτει επώδυνα τον εαυτό του. Με το τραγούδι του αντιπαλεύει τη σιωπή. Τραγούδι αυτοπεριοριζόμενο, συγκρατημένο «ασθμαίνον» από αγωνία, στακάτο στη μουσική του.
Στίχος με πλούσιους εσωτερικούς ρυθμούς, λιτός αρμονικός σαν να κυλά μέσα σε ρείθρο συγκρατώντας την κανονικότητα του ρυθμού του.
Στίχοι που αναπνέουν στο φως, φως που διαχέεται και ανακλάται μέσα στη λευκότητα.
Εκεί οι σκιές αναφλέγονται, μαζί και οι τελευταίες μας αυταπάτες «ενώ τραχύς ο πόνος μέχρι τ’ ωμέγα».
Ο πόνος ενεδρεύει, «στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος» (Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός)
Όμως ο ποιητής μένει παρών προσφέροντας την ποίηση σαν τελευταία ελπίδα και καταφύγιο. Μας παρηγορεί παρηγορούμενος, μας «αγγελίζει τη χαρά» μέσα από την Τέχνη.


Υ.Γ.
Όσοι αγαπάμε τις ακριβές λέξεις της ποίησης, αγαπάμε και τους ποιητές. Αποστρεφόμαστε τους διχασμένους τόπους: «τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος»!


Ζάκυνθος, Μάρτης 2016

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Αριστομένη Λαγουβάρδου: ΩΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ (ποίημα)


Γιατί   μαλάσσουν   το  ψωμί,  γράφουν  ποιήματα,
παίζουν  το  βιολί,  την   κιθάρα,  το  πιάνο.

Γιατί  εκφράζουν  όλες  τις  λέξεις  του  λεξικού  μας,
και  είναι  αυτά  που  παίρνουν  την  αρχηγία,
όταν  τα  μάτια  είναι  στο  σκοτάδι.

Γιατί  το  έμβρυο  με  τα  χέρια  ερευνά  το  σώμα
της  μητέρας  πριν  έρθει  στον  κόσμο.

Γιατί  τα  χέρια  όταν  είναι  στο  στόμα  συγκρατούν
συγκινήσεις  και  όταν  ενώνονται  παρακαλούν
για  συχώριο.

Γιατί  καρφώθηκαν  στο  ξύλο  του  Σταυρού.

Γιατί  τα  χέρια  των  αγαπημένων  είναι  πηγή
ζεστασιάς  που  θερμαίνει  τις  κρύες  πλαγιές
της  καρδιάς  μας.

Γιατί  στολίζουν  το  φόρεμα  της  γης  μας
με  όλα  τα  δέντρα  και  άνθη.

Γιατί  ποτέ  δεν  μπορώ  να  ξεχάσω  πως  τρέμουν
από  το  άγχος  και  από  τα  νεύρα.

Γιατί  γελάνε  όταν  χειροκροτούν  και  νευριάζουν
όταν  σηκώνονται  απειλητικά  στον  αέρα.   

Γιατί  και  ο  δάσκαλος  των  Κλαζομενών  έλεγε  ότι,
είναι  τα  χέρια  που  ξεχωρίζουν  τον  άνθρωπο
από  τα  ζώα.   

Γιατί  τα  χέρια  είναι  το  φως  για  ένα  τυφλό
αλλά  και  το  φως  της  σιγουριάς  για  ένα  που  βλέπει.

Γιατί  με  τα  χέρια  ο  άνθρωπος  έρχεται  σε  επαφή 
με  την  σκληράδα  της  σκέψης. 

Γιατί  ποτέ  δεν  κατάλαβα  πώς  δύο  άνθρωποι
μπορούν  να  μιλούν  τόσο  καλά  με  τα  χέρια.

Γιατί  μια  θερμή  χειραψία  από  ''αληθινά  χέρια'',
δεν  διαφέρει  και  πολύ  από  ένα  ποίημα.

Γιατί  πολλές  φορές  ζητάνε  το  γιατί
και  σε  μια  στιγμή  δυστυχίας  ικετεύουν  βοήθεια.

Γιατί  κάποιες  στιγμές  μαζεύουν  σκέψεις,
για  να  ξανάβρουν  χαμένες  ελπίδες.

Γιατί  στην  απόγνωση  τρέμουν,  ζητάνε
άλλα  χέρια  και   πιάνονται  στα  αόρατα  σύρματα
της  ελπίδας.

Γιατί  τα  χέρια  χαιδεύουν,  χτυπούν,  δημιουργούν
και  ενώνουν.

Γιατί  και  ο  Αίσωπος  μας  φωνάζει  από  το  μακρινό
Παρελθόν: ''Συν  Αθηνά  και  συ  χείρα  κίνει''.

Από  την  συλλογή: ''Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς''

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ ΜΗΧ/ΚΟΣ του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. 
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση) 1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης Ηράκλειο) 2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι. 3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (υπό έκδοσιν).

Related Posts with Thumbnails