© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) ΑΠΑΓΩΓΗ, ii) ΒΑΡΕΑ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ, iii) ΣΩΜΑ ΟΡΚΩΤΩΝ (ΑΠΟ)ΛΟΓΙΣΤΩΝ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»


       
       Απαγωγή

Ήταν ένας από κείνους τους λογισμούς που σε βρίσκουν
προς στιγμήν
καθώς περιμένεις το λεωφορείο
ή την απάντηση του συνομιλητή σου
ή την επόμενη κουταλιά

που εμφανίζονται άξαφνα
‘ως κλέπτης εν νυκτί’
και σε καλούν να τους ακολουθήσεις
και υπακούς

και επιστρέφεις στο σπίτι σου εικοσιτρία χρόνια μετά

αν επιστρέψεις ποτέ.


      Βαρέα και ανθυγιεινά

Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες
ότι ποτέ δεν εκπλήρωσαν εντελώς τον σκοπό τους

εφιάλτες τους οι τελετές παράδοσης-παραλαβής
μια ‘καινούργια εποχή’ ανατέλλει πάντα εις διαδοχήν τους
εγκαινιάζοντας την αμοιβαία ζηλοφθονία τους  

και όσοι πιστά τις υπηρέτησαν υποχρεωμένοι τώρα είναι
να επιδείξουν τα διαπιστευτήριά τους στους νέους καιρούς
να υποβληθούν σε νέες τομογραφίες
να βρουν καινούργιες άθικτες φλέβες για να μπει ο νέος ορός.

Υπάρχει ποτέ κάτι που λέγεται ‘ολόκληρη ζωή’;


      Σώμα ορκωτών (απο)λογιστών

Επικρατούσε νευρικός
πυρετός οιωνοσκόπος
στο συγκληθέν έκτακτο
συμβούλιο της επικρατείας του όντος

σαν έλεγχος βιβλίων σε μια ζημιογόνο
ακτοπλοΐα του αγνώστου

ώρα να ανακριθούν οι ανεμοδίαιτες
επιχειρήσεις που χρέωσαν άλλους
τους ανοχύρωτους
εκλύοντας καρδιενεργά ισότοπα γύρω τους

οι ιδιοκτήτες παρέστησαν δια πληρεξουσίου
με τις αναγκαίες εξηγήσεις στα χείλη
μα οι λυγμοί τους ήσαν με ζώνες δεμένες
και οι συνταγές τους για επίλυση άψογες
μα χωρίς μυριστικά
απ’ της ελευθερίας τους κήπους

γι’ αυτό και δεν στάθηκαν ικανές να σκεπάσουν
τον αντίλαλο του ροχαλητού της οικουμένης.

Η Γκιόστρα ενώνει πολιτισμούς και εκμηδενίζει αποστάσεις

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ




Για μια ακόμα φορά η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante” εκπροσώπησε το νησί και τη χώρα μας σε δύο σημαντικές ευρωπαϊκές εκδηλώσεις, γνωρίζοντας, έτσι, τον μακραίωνο πολιτισμό και την σημαντική παράδοσή μας και εκτός συνόρων και δίνοντας μιαν άλλη εικόνα, διαφορετική από αυτήν που τελευταία επικρατεί, η οποία δείχνει το πραγματικό πρόσωπο της Ζακύνθου και όχι αυτό το παραμορφωμένο, το οποίο συνηθίζουμε να προβάλουμε, πιστεύοντας πως θα κερδίσουμε.
  Πρώτα, μαζί με τον εκπρόσωπο του Δήμου μας, τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου, Γιώργο Αρμένη, ο οποίος συνόδευσε την αντιπροσωπεία μας σε όλο το ταξίδι της και συμμετείχε ενεργά στην αποστολή της, οι αντιπρόσωποι του Σωματείου επισκέφθηκαν το κρατίδιο του San Marino, με το οποίο, λόγω Γκιόστρας, όπως και με την Ιταλία, μας συνδέουν στενοί δεσμοί, με ετήσιες πολιτιστικές ανταλλαγές τις ημέρες των εκδηλώσεων των ιππικών αγώνων της Ζακύνθου και των δικών τους «Μεσαιωνικών Ημερών».
   Εκεί ήρθαν σε επαφή τόσο με τον Δήμαρχο του Καστέλο Sarravalle, όσο και με τον αρμόδιο υπουργό και προχώρησαν τις ενέργειες αδελφοποίησης των δύο Δήμων, οι οποίες είχαν αρχίσει από το νησί μας τον περασμένο Ιούνιο, όταν εκπρόσωπος του παραπάνω Δήμου του San Marino είχε επισκεφθεί την πόλη μας γι’ αυτό το σκοπό, αλλά και για να παρακολουθήσει τις τετραήμερες εκδηλώσεις της Γκιόστρας Ζακύνθου 2013, στις οποίες πήρε μέρος και το κρατίδιό του. Ανακοινώθηκε μάλιστα πως η αδελφοποίηση έχει εγκριθεί και πως προχωρούν οι ενέργειες.
   Εδώ πρέπει να τονίσουμε, προφταίνοντας και προλαβαίνοντας όλους αυτούς που αντιδρούν σε παρόμοιες περιπτώσεις, κοντόφθαλμα πολιτικά φερόμενοι ή εκφράζοντας την καταπίεση του επαρχιωτισμού τους, πως η αδελφοποίηση αυτή, όπως και η άλλη, η οποία έχει ήδη γίνει με την ιταλική πόλη της Sulmona, δεν έχει καμιά σχέση με αυτές που τελευταία ακούμε και διαβάζουμε, αλλά είναι η νομιμοποίηση μια αληθινής φιλίας, η οποία από χρόνια υπάρχει μεταξύ των σωματείων της δικής μας Γκιόστρας και των ανάλογων των δύο ευρωπαϊκών πόλεων. Όλοι μάλιστα οι Ζακυνθινοί το γνωρίζουν, μια και κάθε τετραήμερο της Πεντηκοστής βλέπουν τους εκπροσώπους των δύο χωρών στις εκδηλώσεις μας και όχι μόνο και πάντα τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου μαθαίνουν πως κάποιος δικός τους, συγγενής ή φίλος, ετοιμάζεται να πάει στην φίλη και γείτονα Ιταλία.
   Στη συνέχεια η ίδια αντιπροσωπεία, ενισχυμένη από άλλα τριάντα, περίπου άτομα, πήγε στην οικεία πια Sulmona, όπου πήρε μέρος στην Ευρωπαϊκή της Γκιόστρα. Στους δρόμους και τις γειτονιές της γραφικής αυτής πόλης ακούστηκαν οι μουσικοί ήχοι του νησιού μας, χορεύτηκαν οι χοροί μας και τέλος στο κατάμεστο στάδιο των αγώνων παρουσιάστηκε σε αναπαράσταση ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα του νησιού μας, ο ερχομός των Γάλλων Δημοκρατικών του Ναπολέοντα το Ιούλιο του 1797 και το κάψιμο του Libro d’ Oro.
   Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η στιγμή που ακούστηκε ο από τον συμπατριώτη μας Διονύσιο Σολωμό γραμμένος και μελοποιημένος από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο ύμνος της Ελλάδας, αλλά και που κάθε που γινόταν αναφορά σε μας, ο εκφωνητής, εκτός από τους επαίνους για τον πολιτισμό και τις φυσικές ομορφιές του νησιού μας, δεν παράλειπε να τονίσει πως το Zante είναι η πατρίδα του Ούγου Φώσκολου, του μεγάλου δημιουργού και επαναστάτη, τον οποίο όλοι οι Ιταλοί γνωρίζουν, αγαπούν και εκτιμούν, απαγγέλλοντας συχνά τους στίχους του σε μας τους συμπατριώτες του.
   Και όλα αυτά δεν τα άκουγαν μόνο οι απόγονοι του Ντάντε. Στην κεντρική πλατεία της Sulmona, η οποία είχε διαμορφωθεί σε χώρο αγώνων για την περίπτωση, συνυπήρχαν μαζί με τη Ζάκυνθο και άλλες οχτώ χώρες, οι οποίες γνώρισαν τον τόπο μας σε μια από τις πιο καλές του στιγμές και ήρθαν σε επαφή με τους κατοίκους του, καταργώντας σύνορα και εκμηδενίζοντας αποστάσεις.
   Αυτό είναι, πιστεύω, το σημαντικότερο που η Γκιόστρα της Ζακύνθου προσφέρει στο νησί. Εκτός από πόλος έλξης ποιοτικών τουριστών, γίνεται και σκάλα εκφράσεων και σταυροδρόμι ρευμάτων, όπως και παλιά, τότε που θεμελιωνόταν ο αξιοσημείωτος Ζακυνθινός ειδικότερα και Επτανησιακός γενικότερα πολιτισμός μας.
   Μπορεί να μην κέρδισε και φέτος η Ζάκυνθος το Palio, το οποίο πήρε η Αγγλία, αλλά σίγουρα κέρδισε πολλά στέκοντας ισάξια δίπλα στις σημαντικότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι καντάδες μας ακούστηκαν στις γειτονιές της πατρίδας του Οβίδιου και το «Συρτό Ζακυνθινό», το «Λεβαντίνικο», ο «Κυνηγός» και η «Άμοιρη» χορεύτηκαν στα πλακόστρωτα της πόλης. Η ελληνική γλώσσα ξανακούστηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου κι εμείς ήπιαμε καφέ με φίλους που μας έχουν από καιρό ανοίξει τις πόρτες των σπιτιών και της καρδιάς τους.
   Η συνέχεια στη Ζάκυνθο το τετραήμερο της Πεντηκοστής του 2014.

Κ. Π. Καβάφη: i) Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1903, ii) Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ


Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω -
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.



H δυναστεία

Του Φύσκωνος οι υιοί. Ο Λάθυρος διωγμένος
αισχρά απ’ την Αλεξάνδρεια πιαίνει στην Κύπρο. Κι ο
Παρείσακτος ευθύς βγαίνοντας απ’ την Κύπρο
την Αλεξάνδρεια αρπάζει. Τα ετοίμασε όλα αυτά
το κάθαρμα η Κόκκη. - Οι Αλεξανδρινοί,
οι περιγελασταί, τους έβγαλαν καλά
ονόματα τωόντι. Πιο ταιριαχτά τους είναι
«Παρείσακτος» και «Φύσκων», και «Λάθυρος» και «Κόκκη»
παρά το Πτολεμαίος, παρά το Κλεοπάτρα.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Ρούλας Καλούδη: ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Στρατός εδώ στρατός κι εκεί
Σύρματα ηλεκτροφόρα
Απομεινάρια συσσιτίου
Εγκαταλελειμμένα πέδιλα και πουκάμισα

Απόσταγμα πόνου
          Τουφεκισμένα πάθη
               Αιμοσταγή πρόσωπα
                     χρονιαίο ανίατο μίσος

Πατρίδα σε αεροστεγή συσκευασία.



ΜΙΑ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑ

Μια πεταλίδα αποκόλλησα
σφηνώθηκε στα δάχτυλά μου

Μια μαργαρίτα έκοψα
μάτωσε η παλάμη μου

Μια ηλιαχτίδα κοίταξα
κάηκε η ματιά μου

Μια μαριονέτα αντίκρισα
πάγωσε το αίμα μου

Δεκάδες νήματα μιας αργυρώνητης εξουσίας
κινούν το είναι μου

Θα λευτερωθώ

θέλω το είδωλο μου
ελεύθερο να το θωρώ

             

ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΩ
 
Ήθελα  να σου πω πόσο σ’ αγαπώ
Αλλά δε μ’ άφησε ο εγωισμός

ήθελα να σ’ αγγίζω τρυφερά
αλλά μ’ αρνιόσουνα - σ’ αρνιόμουνα πικρά
ήθελα να ‘σουνα πάντοτε κοντά
αλλά με μάτια και στόμα σφαλιστά
ήθελα να ‘σαι η μούσα η δικιά μου
αλλά όλο πέταγες
                                    έφευγες μακριά μου
Ήθελα να σου δώσω τους αιθέρες και τη συννεφιά
αλλά βροχή τα κλάματα σου αυλακωτά

Ναι, ήθελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ
Αλλά δε μ’ άφησε ο εγωισμός

Σε βασάνισα
όπως ο μαΐστρος ξεφυτρώνει τη φυτειά
Σε πόνεσα
όπως ο θάνατος ξεκάνει τη καρδιά
Σ’ εγκατέλειψα
όπως ο δειλός στρέφεται  σε σχέδια προδοτικά
Σε έκαψα
όπως η πυρκαγιά καίει τα δεντρικά
Σ’ έδιωξα
Σε πέταξα
Σ’ έλιωσα
σα να ‘σουνα  εσύ ο άτακτος υιός
κι όχι ΕΓΩ

Μα ναι ,ήθελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ
Αλλά δε μ’ άφησε ο εγωισμός

Και τώρα που είσαι σε άλλου την αγκαλιά
Κι εγώ ένας αοιδός στης τρέλας την λησμονιά
τώρα με μια κελαηδισιά θα σου το πω το Σ’ ΑΓΑΠΩ

Ναι… τώρα που δεν υπάρχει εγωισμός
Γιατί είμαι ένας νεκρός κορυδαλλός



ΕΥΔΟΚΙΑ

Μικρή χρυσαλίδα του δημιουργού
Φτερούγισμα τ’ αγέρα και της ροής
Ανάστεμα ψυχών
 μυστικών βουητών
 υπόγειων βρυχηθμών
Χαμόγελα
και μάτια τ’ ουρανού
Σπίθα τ’ αμονιού φωτεινή

Ευδοκία βασίλισσα ζωής



Η ΗΡΕΜΙΑ ΜΟΥ

 Ήρεμή μου ηρεμία με ηρεμείς
 Άστρο κοντινού γαλαξία με φωτίζεις
 Διπλό ουράνιο τόξο με γαληνεύεις


Αγάπη μου πόσο σ’ αγαπώ    
               

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

ΜΑΝΤΑΜΑ ΜΠΑΤΤΕΡΦΛΑΪ ΤΟΥ ΤΖΑΚΟΜΟ ΠΟΥΤΣΙΝΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Με κατάμεστο το θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στις 27-7-2013, παρακολουθήσαμε μια ακόμα λαμπερή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του Τζάκομο Πουτσίνι [1875-1924]. Μετά την πρόσφατη θριαμβική επιτυχία που γνώρισε ο «Ιπτάμενος Ολλανδός», σε σκηνοθεσία του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη και σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου, ένας άλλος σπουδαίος σκηνοθέτης, ο Αργεντινός Ούγκο ντε Άνα κλίθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής Μύρωνα Μιχαηλίδη να σκηνοθετήσει τη θρυλική όπερα «Μαντάμα Μπαττερλφλάι»! Ο σκηνοθέτης, γνώριμός μας από την  παράσταση της «Τόσκα», το περασμένο καλοκαίρι, με την ανανεωτική ματιά του ξανάφερε στο φως πράγματα χιλιοειπωμένα και μηδέποτε λυμένα, όπως ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία, η αγοραπωλησία ζωντανών ψυχών, η ταπείνωση ανθρώπου από άνθρωπο και προβλημάτισε ξανά τον κόσμο τού σήμερα που όχι μόνο, ένα μεγάλο μέρος του υφίσταται ακόμα τις συνέπειες, αλλά και ένα άλλο μεγάλο μέρος του, ακόμα, τις πρεσβεύει.

Ο Πουτσίνι γοητευμένος από την παράσταση της «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του David Belasco, που είδε στο Λονδίνο το 1900, αποφάσισε να συνθέσει μια όπερα με το ίδιο θέμα. Ανέθεσε στους Τζουζέπε Τζακότα και Λουίτζι Ίλλικα να γράψουν το λιμπρέτο της όπερας, το οποίο είναι βασισμένο στο ομώνυμο έργο του John Luther Long και με στοιχεία από το έργο του Pierre Loti, “Madame Chrysanthème”. Η πρώτη παράσταση της Όπερας στη Σκάλα του Μιλάνου έγινε το Φεβρουάριο του 1904 και, παρά τους δημοφιλείς  αστέρες της εποχής, που ερμήνευσαν τους ρόλους και την εύλογη αυτοπεποίθηση του Συνθέτη για την ποιότητα της μουσικής του, βοηθούσης και της «κλάκας», ήταν μια πανωλεθρία, τόσο, που ο Συνθέτης απέσυρε αμέσως την όπερά του και αποζημίωσε τη Σκάλα του Μιλάνου με 20.000 λίρες. Το έργο έκτοτε τροποποιήθηκε πολλές φορές, ώσπου να φτάσει στην τελική του μορφή.

Μεταξύ των ετών 1915-1920 η μεγάλη Γιαπωνέζα σοπράνο Tamaki Miara έγινε παγκόσμια γνωστή τραγουδώντας την Τσο-Τσο-Σαν. Το άγαλμά της, μαζί με εκείνο του Πουτσίνι, βρίσκεται στο πάρκο Glove Garden του Ναγκασάκι, πόλη, στην οποία διαδραματίζεται η Όπερα!


Η σύγκρουση των δύο διαφορετικών πολιτισμών εμφανής από την αρχή, κυρίαρχο άλλωστε στοιχείο της έμπνευσης του Συνθέτη. Από τη μία πλευρά ο κυνικός, υποκριτής, υπερόπτης, εκμεταλλευτής Αμερικανός υποπλοίαρχος Πίνκερτον, με θεό του το χρήμα, που του επιτρέπει να αγοράζει ακόμα και ανθρώπους, όπως την ανυποψίαστη νεαρή Γιαπωνέζα Τσο-Τσο-Σαν, για να την παρασύρει στο κρεβάτι του σκηνοθετώντας το γάμο τους και την επομένη να την πετάξει ή, για να χρησιμοποιήσουμε το συμβολικό και σαφή υπαινιγμό του έργου, να την τρυπήσει, όπως ο συλλέκτης της πεταλούδας τρυπά με μια καρφίτσα την αέρινη αυτή ψυχή,  για να τη στερεώσει στον πίνακά του και να την προσθέσει στη συλλογή του. Έτσι κι εκείνος, θα την προσθέσει στη δική του συλλογή  και θα  πάει στην Αμερική, για να παντρευτεί την «καλή» Αμερικάνα! Από την άλλη, ο αγνός κόσμος των αυτοχθόνων Ιαπώνων με το σπουδαίο πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της πλούσιας παράδοσής του, αλλά και με τη βαριά πατρική κληρονομιά λαθών και αμαρτιών, μα και το κόστος των πράξεων της νεαρής Τσο-Τσο-Σαν, αφού απαρνιέται ακόμα και τους προγονικούς θεούς της για την άδολη αγάπη της. Η ηρωίδα του Πουτσίνι, παρά την αφέλεια, που φαίνεται να τη χαρακτηρίζει στην αρχή, αναδεικνύεται σε εμβληματική γυναικεία μορφή, που αίρεται σε μεγαλείο ψυχής, αφού τα δίνει όλα και δεν διαπραγματεύεται τίποτα ούτε καν το μεγάλο της ατού, το γιο της, τον οποίο  προσφέρει στον πατέρα του, ενώ εκείνη πεθαίνει για τον έρωτά της, όπως οι περισσότερες ηρωίδες της πινακοθήκης του Συνθέτη!


Το έργο ευτύχησε από την ευαισθησία και την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε άριστα το ανθρώπινο δυναμικό, που είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει η Λυρική Σκηνή και έστησε μια εξαιρετική παράσταση.

Η σκηνογραφία απλή, όπως η γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική, τρία δωμάτια στη σειρά με τη νυφική παστάδα στο κέντρο και δεξιά αριστερά τα δωμάτια εργασίας. Πλούσιες οι ενδυματολογικές προτάσεις, όπως τα εντυπωσιακά κιμονό με τα φανταχτερά χρώματα, οι περούκες και οι μάσκες που έμοιαζε να ξεπήδησαν από το παραδοσιακό θέατρο Νο ή το Καμπούκι. Αν και χρειάζεται εκπαίδευση και κάποια πείρα, η ισορροπία των τραγουδιστών πάνω στους κοθόρνους ήταν αξιοθαύμαστη. Δεν έλειψε ούτε η ξυλοπόδαρη μαριονέτα του «Μπάρμπα Σαμ», ούτε το ανέμισμα των σημαιών, ιαπωνικής και αστερόεσσας. Τα φαναράκια και οι ομπρέλες  συμπλήρωναν το λιτό σκηνικό, που όμως απέκτησε άλλη διάσταση με το videowall. Ο τοίχος του Ηρωδείου μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά. Επιλεκτικά αναφέρουμε τα ιδεογράμματα, τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που ξεχύθηκε από τον αριστουργηματικό πίνακα του Ιάπωνα ζωγράφου και χαράκτη Χοκουσάι, με την εκπληκτική  κίνηση των κυμάτων να υπογραμμίζει τη σαρωτική τρικυμία του ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Καθώς και τις φυλλοροούσες κερασιές, που, εκτός από τη μαγευτική, ρομαντική εικόνα τους, υποδήλωναν το στράγγισμα, σταγόνα-σταγόνα, της λεπτής ψυχής της Μπαττερφλάι.

Η Ιταλίδα σοπράνο Μαρία Λουίτζα Μπόρσι απέδωσε ιδανικά την κεντρική ηρωίδα, αξιοποιώντας και προβάλλοντας, μέσα από την ωραία φωνή και τη θεατρικότητά της, όλα τα προτερήματα του ρόλου της. Ο Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακάρο ερμήνευσε επάξια τον δήθεν ερωτευμένο Αμερικανό υποπλοίαρχο Πίνκερτον, αναδεικνύοντας τον κυνισμό και τον αμοραλισμό του. Εκπληκτική ήταν η Ρωσίδα μεσόφωνος Ολέσυα Πέτροβα στο ρόλο της Σουτζούκι. Εξαιρετικός όπως πάντα ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, προσέδωσε στο ρόλο του Προξένου των ΗΠΑ Σάρπλες, ευγένεια και ήθος, ό,τι έλειπε από τον Πίνκερτον. Δυσκολευτήκαμε να αναγνωρίσουμε τον βαθύφωνο Τάσο Αποστόλου, αλλά τον «πρόδωσε» η σπάνια φωνή του, με την οποία ερμήνευσε θαυμάσια το δύσκολο, εκδικητικό χαρακτήρα του Μπόνζο, θείου της Μπαττερφλάι. 


Ο Αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης ανέδειξε τα λυρικά μέρη, αξιοποίησε τις δραματικές εντάσεις και εκμαίευσε άριστες ερμηνείες από τους Μονωδούς, τη Χορωδία και την Ορχήστρα του, αποσπώντας δίκαια το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού! 


π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ποίημα)


Στν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κύριον Εάγγελο, τν Ποιητ τς Πόλης
ταπειν εχαριστήριο.

Φωτειν σχήματα
Σ ρυτιδιασμένη θάλασσα
Μ θερινς καμπάνες κι εωδις
πό βασιλικ, θυμίαμα κι ρμύρα.
Κι στερα Χάρη Της
Σκέπη μας
Μ μαφόρι Παραμυθίας κα Χαρμολύπης...
«Κεχαριτωμένη, Χαρε»,
Μήπως κα σταλάξει Χαρά Σου
Στς φοβισμένες μας ψυχές...


1-8-2013

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) ΕΥΛΑΒΗΣ ΙΔΙΩΤΕΥΣΗ, ii) ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ, iii) «ΕΝΙ ΤΟΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ» [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»

     
      Ευλαβής ιδιώτευση

Όπως έμπαινε στην ιστορία του
αυτή ήταν ήδη στα Ειρηνικά μιας Λειτουργίας άλλης.
Θυμίαμα δικό του δεν έμαθε να προσφέρει
μια ζωή με ξένα την έβγαλε.
Του είπαν λαμπάδα να κρατά στο Ευαγγέλιο
μα κείνος προτίμησε με ατομικό φακό
να διαβάζει τις σημειώσεις του.

Ώστε σαν οι εξελίξεις τον κάλεσαν
‘μετά φόβου Θεού’ να προσέλθει
ήταν ήδη απασχολημένος
να σβήνει τα κεριά των άλλων.


       Επαγγελματικός προσανατολισμός

Μη λες πως δεν ξέρεις τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις.
Ιδού λοιπόν αφθονία να επιλέξεις:

Αγρότης στην πεδιάδα των ευγενών αισθημάτων.
Τεχνίτης του μέσα εργαστηρίου.
Χειρώναξ των μεταφορών αλήθειας.
Διακομιστής του εύσπλαγχνου ρίγους.
Καθηγητής για όσα δεν χώρεσαν στο σχολικό βιβλίο.
Ερευνητής των αρρήτων που υπονοούνται.
Ρήτορας της σιωπής.


«Ενί τούτων των ελαχίστων»
       
                                                     κατά Ματθαίον 25: 40

Αχαρτογράφητες χώρες
με τις ακτογραμμές της καρδιάς εκτεθειμένες
σε μποφόρ ασύδοτα,
σε βαρομετρικά χαμηλά.
Όπου επιτήδειοι σκαφάτοι επωφελούνται
και τρυγούν τις μυστικές της νησίδες,
γωνιές του αρρήτου με παράξενα ονόματα
κάτι σαν Ερείκουσα, Αντίμηλο, Θηρασία
και τα όμοια αυταίς.
Όπου διεκδικούν την πατρωνία τους
ένας άλλος Εμβέρ, ένας Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς.

Έζησαν ως ανυπεράσπιστοι
και πέθαναν ως απορούντες.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΑΧΝΕΣ ΣΠΙΘΕΣ (ποίημα)


Λευκό-χρυσες αφές στο σεληνόφως
ολόγιομο
στις είκοσι-μία και δεκαπέντε ακριβώς.

Αφρώδης ο Αλωνάρης
δροσίζει την κάψα της δαντέλλας
στις πατημασιές παρθένας άμμου.

Τώρα που σίμωσε η φτώχεια στα ενεχυρο-
δανειστήρια της θλίψης
πώς λάμπουν καθάρια τα ορυχεία στο γιοφύρι τ’ ουρανού!

Υψιπετή κι αλώβητα καλούν στη μέθη
με τ’ άνθη της νύχτας.
Για δες που ξεπροβάλλουν στις γωνιές με λευκό φόντο.
Στεναγκαλισμοί του κάλλους στα τρεχαντήρια του χρόνου.


[Αθήνα-Σκύρος,  Ιούλιος 2013]  

Άγγελου Καλογερόπουλου: Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ (διήγημα)

[Από το μόλις εκδοθέν νέο βιβλίο "Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου", εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 73-87]
Κάποτε σ’ἕνα μικρὸ νησὶ ἐμφανίστηκε ἕνας παράξενος τύπος. Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε σὲ ὅλους ἐντύπωση ἦταν ἀπὸ ποῦ ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, καθὼς δὲν ἦρθε μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς κι οὔτε φάνηκε κάποιο ἄλλο πλεούμενο ἐκεῖνες τὶς μέρες. Μὰ δὲν τὸν ἔφερε καὶ κάποιος βαρκάρης ντόπιος ἀπὸ πουθενά. Ὁ ἴδιος πάλι δὲν ἔδινε καμμιὰ ἐξήγηση. Φαινόταν μᾶλλον σὰ νὰ μὴ θυμᾶται. Ἔλεγε πὼς παλιὰ ἤτανε ἀγγελιοφόρος καὶ τώρα πιὰ ἔχει μείνει ἄνεργος. Ἀγγελιοφόρος; Μὰ ἔχει κάτι αἰῶνες ποὺ δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Νὰ ἔλεγε τοὐλάχιστον ταχυδρόμος, κάτι πάει κι ἔρχεται. Μὰ ἀγγελιοφόρος; Μήπως εἶναι πράκτορας; ἔλεγε κάποιος. Τί πράκτορας μωρέ. Δὲν τὸν βλέπεις; Βαρεμένος εἶναι, τοῦ ἀπαντοῦσε ὁ ἄλλος.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸς ὁ παράξενος ξένος πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ἀπὸ τὴν Χώρα τοῦ μικροῦ νησιοῦ. Ἔστησε μιὰ παράγκα στὶς παρυφές, λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὰ τελευταῖα σπίτια, ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε νὰ ὑψώνεται ἕνα βουνὸ ψηλότερο ἀπὸ τὸ ὕψωμα πάνω στὸ ὁποῖο εἶχε χτιστεῖ ἡ Χώρα. Ζοῦσε ἥσυχα καὶ μοναχικά. Μὲ ἐλάχιστα πράγματα. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶχε χρήματα καὶ ὅ,τι χρειαζόταν τὸ ἐξασφάλιζε εἴτε ἀπὸ καμμιὰ περιστασιακὴ δουλειά, εἴτε ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τῶν κατοίκων - ἀνάκατη μὲ μιὰ περιέργεια, καθὼς ὅταν κάποιος ἢ κάποια, κυρίως, τοῦ πήγαινε τίποτα, ἔβρισκε τὴν εὐκαιρία νὰ μάθει κάτι περισσότερο. Νὰ ρωτήσει, μᾶλλον. Γιατὶ γιὰ νὰ μάθει, δὲν μάθαινε. Ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν ρωτοῦσαν ἦταν γλυκομίλητος, ἀλλὰ πάντα λιγόλογος κι αἰνιγματικός.
Ἀφοῦ πολλοὶ νόμιζαν πιὰ πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶχε πάθει ἀλτσχάιμερ, ἂν καὶ ἦταν,σχετικά, νέος. Τέλος πάντων, ἀμνησία. Πάντως, δὲν πήγαινε καλά. Πολλοὺς ὅμως τοὺς ἀνησυχοῦσε αὐτὴ ἡ μυστηριώδης παρουσία τοῦ ξένου.
Ὁ ἴδιος σύχναζε στὰ καφενεῖα, χωρὶς νὰ παραγγέλνει τίποτα βέβαια. Καθόταν σ’ ἕνα τραπεζάκι καὶ παρακολουθοῦσε μὲ τὶς ὧρες τηλεόραση. Φαινόταν σὰ νὰ μὴν εἶχε ξαναδεῖ. Τοὔκανε μεγάλη ἐντύπωση. Στὶς ἀρχὲς μάλιστα κανὰ δυὸ φορὲς πῆγε καὶ κοίταξε πίσω ἀπὸ τὴν ὀθόνη.  Ἀλλὰ καὶ τὰ κινητά. Πάθαινε τὴν πλάκα του, ὄχι τόσο ποὺ τοὺς ἄκουγε νὰ μιλᾶνε μόνοι τους δυνατά, ὅσο, ὅταν μὲ ὕφος σοβαρό, διαβάζανε τὰ μηνύματά τους. Καμμιὰ φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κρυφοκοιτάξει. Οὕτως ἢ ἄλλως δὲν τὸν ἔνοιαζε νὰ εἶναι καὶ πολὺ διακριτικός. Πάντοτε ἔστηνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσει τὶς κουβέντες τῶν ἄλλων.
Πέρασαν ἔτσι κάμποσοι μῆνες. Κάποια μέρα ὅμως ὁ ἀγγελιοφόρος ἐξαφανίστηκε. Δὲν ἦταν στὴν καλύβα του, δὲν τὸν ἔβλεπαν στὴν ἀγορά, οὔτε στὴ θάλασσα. Τί νἄγινε; Οἱ κάτοικοι εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀνησυχοῦν. Νὰ ἀνησυχοῦν; Μὰ γιατί; Τι κακὸ μποροῦσε νὰ τοὺς κάνει; Κι ὅμως, ἡ δικιά του ἐξαφάνιση συνέπεσε μὲ τὴν ἐξαφάνιση ἑνὸς νέου παιδιοῦ. Πάνω στὶς προετοιμασίες ἑνὸς μεγάλου πανηγυριοῦ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει, αὐτὸ τὸ δωδεκάχρονο παιδί, κάπως ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς δικούς του κι ἀπὸ τότε χάθηκε χωρίς νὰ ἀφήσει πίσω του ἴχνη. Ἔψαξαν οἱ γονεῖς του, ἔψαξαν οἱ ἀστυνομικοί, ἔψαξαν ὅλοι μὰ τὸ παιδὶ ἤτανε ἄφαντο. Καὶ τότε διαπίστωσαν ὅτι καὶ ὁ ἀγγελιοφόρος λείπει. Οἱ ὑποψίες ἔπεσαν πάνω του.
Ὡστόσο, δὲν ἀνησυχοῦσαν μόνο οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ (ἄσε ποὺ μερικοὶ ἔλεγαν ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦταν οἱ πραγματικοί του γονεῖς) ἀλλὰ ἀνησυχοῦσαν κι ἔμοιαζαν τρομαγμένοι κυρίως οἱ ἄρχοντες τοῦ τόπου. Τὸ νὰ χαθεῖ ἕνα παιδὶ δὲν εἶναι μικρὸ πράγμα, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ ἀνησυχοῦσαν οἱ ἄρχοντες ἔκρυβε ἰδιαίτερη ἔνταση, ἀλλὰ καὶ φόβο.
*
Τὸ μικρὸ νησὶ ἔκρυβε ἕνα μεγάλο μυστικό. Αὐτὸ τὸ μυστικὸ τοὺς ἔκανε ν’ ἀνησυχοῦν τόσο πολύ. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα μὲ τὸ ποὺ θὰ πατοῦσε κανεὶς τὸ πόδι του ἐκεῖ πέρα, θὰ διαπίστωνε ἀμέσως ὅτι κυριαρχοῦσαν οἱ γέροι. Ἦταν ἐμφανῶς περισσότεροι. Καὶ μὴ νομίσετε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ σεβάσμια πρόσωπα ποὺ ἀπέπνεαν σεβασμὸ καὶ σοφία. Ἦταν κάτι γέροι ἀρνησίγεροι, νεάζοντες μὲ ἀθλητικὰ παπούτσια, μοντέρνα καπελάκια, σορτσάκια καὶ μπλουζάκια. Ὅσο γιὰ τὶς γηραιὲς κυρίες… Αὐτὲς νὰ δεῖς κοκεταρία καὶ μόδα καὶ ξετσιπωσιά. Ἀπολάμβαναν τὸ μπανάκι τους τὸ καλοκαίρι καὶ τὶς βόλτες τους τὸν χειμώνα. Κάθονταν στὰ μαγαζιά. Ἔτρωγαν, ἔπιναν, χασκογελοῦσαν καὶ μιλοῦσαν δυνατά καὶ ἀσύστολα. Οἱ νέοι ἄνθρωποι ἤσαντε κάτι σὰν σκλάβοι τῶν γέρων. Δούλευαν στὰ χωράφια, ἤσαντε μάγειροι καὶ σερβιτόροι στὰ μαγαζιά, περιποιόσαντε  τοὺς κήπους, καθάριζαν τοὺς δρόμους, ψάρευαν μὲ τὶς βάρκες. Οἱ νέες γυναῖκες ἦταν κυρίως καθαρίστριες, νοσοκόμες καὶ συνοδοὶ ἡλικιωμένων.
Τὰ παιδιὰ ἦταν ἕνα εἶδος ὑπὸ ἐξαφάνιση. Ἀλλὰ καθόλου προστατευόμενο, πλὴν κάποιων ἐπιλέκτων ἐξαιρέσεων. Τὰ παιδιὰ ποὺ εἶχαν συγγενικὴ σχέση μὲ τὴν ἄρχουσα τάξη τῶν γερόντων ἀπολάμβαναν τὴν ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ προστασία. Ἀλλὰ αὐτὰ ἦταν λίγα. Οἱ γέροι δὲν μποροῦσαν, φυσικά, νὰ τεκνοποιήσουν. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἤσαντε λίγα. Τεκνοποιοῦσαν ὅμως τὰ νεαρὰ ζευγάρια τῆς ἐργατικῆς -ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι- τάξης. Μὰ αὐτοὶ ἔκαναν πολλὰ παιδιά, πράγμα τὸ ὁποῖο οἱ γέροι δὲν τὸ ἤθελαν. Καὶ δὲν τὸ ἤθελαν διότι ἡ αὔξηση τοῦ παιδικοῦ πληθυσμοῦ ἀπειλοῦσε τὴ δική τους ἀπόλυτη κυριαρχία. Ἐδῶ λοιπὸν κρυβόταν τὸ μεγάλο μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ μικροῦ νησιοῦ.
            Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἔπαιρναν κάποια μικρὰ παιδιὰ -ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία μέχρι τὰ δώδεκα, κυρίως- κι ἀφοῦ ἀσελγοῦσαν πάνω στὰ ὄμορφα κορμάκια τους, κατόπιν τὰ καννιβάλιζαν. Ἦταν ἕνα εἶδος τελετουργίας. Καὶ τὸ σπουδαῖο ἦταν ὅτι αὐτὸ ὄχι μόνο πίστευαν ὅτι τοὺς μετέδιδε μιὰ ἀξεπέραστη ζωτικὴ ἐνέργεια  ἀλλὰ τοὺς προκαλοῦσε κι ἕνα τέτοιο ἀποκορύφωμα ἡδονῆς  ποὺ παρόμοιό του δὲν εἶχαν γνωρίσει ποτέ.
             Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο εἶχαν στὰ χέρια τους τὴν αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ ἀναπαραγωγὴ τοῦ εἴδους ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ καλύπτει τὶς ἀνάγκες τῆς γεροντικῆς ἄρχουσας τάξης σὲ ἐργατικὰ χέρια καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικό.
            Τὸ παράξενο εἶναι ὅτι ὅλοι ἀνεχόντουσαν αὐτὴ τὴν κατάσταση παρ’ὅλο ποὺ οἱ περισσότεροι ἤσαντε τὰ θύματά της. Ὁ λόγος ἦταν ὅτι ὅλοι ζοῦσαν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ καταφέρουν νὰ ἐνταχθοῦν κι αὐτοὶ σ’ αὐτὴ τὴν προνομιοῦχο χορεία τῶν γερόντων. Θὰ δυσκολευτοῦν στὰ λιγοστὰ χρόνια τῆς νεότητός τους καὶ θὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀτέλειωτα γεράματά τους.

Αὐτὸ τὸ μυστικὸ τὸ εἶχε ἀνακαλύψει ὁ ἀγγελιοφόρος τῆς ἱστορίας μας. Κι ὄχι μόνο ἀπὸ φῆμες ἢ κρυφὲς κουβέντες, ἀλλὰ κατάφερε μὲ κάποιο τρόπο νὰ γίνει μάρτυρας τέτοιων ἀπίστευτων ἀνθρωποθυσιῶν. Ἡ ἀρχικὴ ὀργή του τότε, ἡ φρίκη καὶ ὁ πόνος ποὺ ἔνιωσε, ἔδωσαν τὴ θέση τους σὲ μιὰ σταθερὴ καὶ ἥρεμη ἀπόφαση. Κι ἐνῶ στὴν ἀρχὴ δὲν ἤξερε καλά-καλὰ γιατί καὶ πῶς βρέθηκε σ’ αὐτὸ τὸ νησὶ -σὰ νὰ εἶχε πάθει ἕνα εἶδος ἀμνησίας, ὅπως εἴπαμε, καὶ δὲ θυμόταν ἀπὸ ποῦ ἦρθε καὶ πῶς- τώρα καταλάβαινε πολὺ καλά. Ἔνιωθε σὰ νὰ τὸν ἔστειλε ὁ Θεὸς γιὰ μιὰ σημαντικὴ ἀποστολή. Γιατὶ καταλάβαινε πὼς ἂν ἄλλαζαν τὰ πράγματα σὲ τοῦτο τὸ νησί, τότε κι ὅλος ὁ κόσμος θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει.

Ἕνα βράδυ, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες τῶν γερόντων ἑτοίμαζαν ἕνα μεγάλο πάρτυ. Ἕνα μεγάλο φαγοπότι. Δὲν θὰ μποροῦσε ἑπομένως παρὰ νὰ συνδυαστεῖ αὐτὸ τὸ ραβαῒσι μὲ τὴν πιὸ μεγάλη θυσία παιδιῶν. Αὐτὸ θὰ ἦταν καὶ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς γιορτῆς. Ἕνα δικό τους Πάσχα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅμως, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν γέρων (κάτι σὰν Δήμαρχος, ἂς ποῦμε) εἶχε θορυβηθεῖ γιατὶ τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε δεῖ ἕνα κακὸ ὄνειρο. Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θυσιαστοῦν, τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ τὸ πιὸ καλό, παρουσιαζόταν συνεχῶς μπροστά του. Τὸ πρόσωπό του ἦταν θλιμμένο, ἀλλὰ συνάμα ἔκρυβε τέτοια δύναμη καὶ τέτοια ἀποφασιστικότητα ποὺ τὸν τρόμαζε. Τὸν κοιτοῦσε καὶ δὲν μίλαγε. Μιὰ φωνὴ ὅμως ἄκουγε συνέχεια στ’ ὄνειρό του: Αὐτὸς θὰ σοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Αὐτὸς θὰ σᾶς χαλάσει τὸ φαγοπότι.
            Θέλετε τὸ πιστεύετε, θέλετε ὄχι, αὐτὸ εἶδε στ’ ὄνειρό του κι ὁ ἀγγελιοφόρος. Δηλαδή, εἶδε στ' ὄνειρό του νὰ βλέπει στ' ὄνειρό του ὁ Δήμαρχος τὸ μικρὸ παιδὶ καὶ νὰ ἀκούει τὴ ἀπειλητικὴ φωνὴ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως.

Ἔτσι, λοιπόν, κατάφερε τὴν ἄλλη μέρα ν' ἁρπάξει τὸ παιδὶ καὶ νὰ χαθεῖ στὸ βουνό. Ὅταν λέμε ν' ἁρπάξει δὲν ἐννοοῦμε ὅτι τὸ ἔκλεψε. Πάνω στὴν προετοιμασία τοῦ πανηγυριοῦ, μέσα στὴν πολυκοσμία καθὼς τὸ παιδὶ ἀπομακρύνθηκε κάποια στιγμὴ ἀπὸ τοὺς δικούς του, τοῦ ἔκανε αὐτὸς ἕνα νεῦμα καὶ τὸ παιδὶ σὰ νἄτανε μιλημένο τὸν ἀκολούθησε ἀμέσως. Ἐκεῖ ἔμειναν γιὰ σαράντα μέρες. Ὁ ἀγγελιοφόρος τελείως νηστικός. Γιὰ τὸ παιδὶ ἐξασφάλιζε ὅ,τι μποροῦσε. Καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν τοῦ ἔλειψε τίποτα. Ὅλες αὐτὲς τὶς μέρες ὁ ἀγγελιοφόρος ἂν δὲν προσευχόταν μιλοῦσε στὸ παιδὶ καὶ τὸ δασκάλευε. Τὸ παιδὶ τὸν ἄκουγε καὶ ἔνιωθε ὅτι τὰ ἤξερε ὅλα αὐτά,  ἀλλὰ δὲν εἶχε τὰ λόγια νὰ τὰ πεῖ. Μάθαινε λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἀγγελιοφόρο τὰ λόγια, τὰ κρατοῦσε μέσα του κι ἔμενε σιωπηλός. Δὲν εἶχε ἀπορίες, δὲ ρωτοῦσε. Μόνο μιὰ φορὰ ρώτησε τὸν ἀγγελιοφόρο: Γιατί ἐμένα;
            Νὰ σοῦ πῶ, τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος. Δὲν τὸ διάλεξα ἐγώ. Εἶναι σὰ νὰ μοῦ τὸ ψιθύρισε κάποιος. Ἀλλὰ τώρα ποὺ σὲ εἶδα ἀπὸ κοντὰ κατάλαβα. Εἶσαι τόσο ὡραῖος καὶ τόσο καθαρός, ποὺ μοιάζει  σὰ νἄχει πέσει  ἕνα κομμάτι τοῦ Θεοῦ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ.
            Τὸ παιδὶ τὸν κοίταξε καὶ δὲν μίλησε.

Μόλις πέρασαν οἱ σαράντα μέρες ὁ ἀγγελιοφόρος κατέβηκε ξανὰ στὴ Χώρα. Οἱ κάτοικοι μόλις τὸν εἶδαν ἄλλοι ἄρχισαν νὰ ἀποροῦν, νὰ χαζογελᾶνε, ἄλλοι νὰ ἀστειεύονται, νὰ τὸν πειράζουν. Οἱ πιὸ πολλοὶ τὸν εἶχαν γιὰ ἕναν ἄκακο τρελὸ καὶ γι’αὐτὸ ἀπέκλειαν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἔχει αὐτὸς κάποια σχέση μὲ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ. Ὡστόσο, κι αὐτὴ ἡ πολυήμερη ἀπουσία του τοὺς προκαλοῦσε ἔντονη ἀπορία ὅσο ἐξ ἄλλου καὶ ἡ ἀνεξήγητη παρουσία του. Ἀλλὰ τώρα αὐτὸς ἦταν σοβαρὸς κι ὅπου βρισκόταν, στὸ καφενεῖο, στὴν ἀγορά, στὴν πλατεία, μιλοῦσε δυνατὰ καὶ φανέρωνε τὰ φρικτὰ μυστικά τους ἕνα-ἕνα. Τἄβγαζε ὅλα στὴ φόρα.
 Ἄρχισαν τότε νὰ τὸν διώχνουν. Νὰ τὸν βρίζουν, νὰ τὸν πετροβολοῦν. Οἱ πιὸ φτωχοὶ κι οἱ πιὸ ἀδύναμοι, οἱ πιὸ πονεμένοι κι οἱ πιὸ βασανισμένοι ἀπὸ ἐκείνη τὴν κατάσταση τοῦ νησιοῦ τὸν ἄκουγαν μὲ εὐχαρίστηση. Χαίρονταν ποὺ κάποιος τολμοῦσε νὰ πεῖ ὅσα αὐτοὶ δὲν τολμοῦσαν. Καὶ μάλιστα χαιρόσαντε ἀκόμα πιὸ πολὺ ποὺ δὲν τὄβαζε κάτω. Μιὰ μὲ μπαταρισμένο τὸ κεφάλι, μιὰ μὲ ἐπιδέσμους στὰ χέρια ἢ στὰ πόδια, ὅπως καὶ νἄτανε, συνέχιζε νὰ φανερώνει τὴν ἀλήθεια. Γιὰ ὅλους. Καὶ γιὰ τοὺς ἄρχοντες καὶ γιὰ τὴ φτωχολογιά.

Τότε ὁ Δήμαρχος σκέφτηκε-σκέφτηκε καὶ εἶπε στοὺς ἄλλους. Γιατί νὰ τὸν κυνηγᾶμε, ρὲ παιδιά. Ὅσο τὸν κυνηγᾶμε ἐμεῖς τόσο περισσότερο αὐτὸς κερδίζει τὴ συμπάθεια. Ἤδη μαθαίνω πὼς μαζεύονται στὴν καλύβα του πολλοί. Ἂς τὸν κάνουμε δικό μας, λοιπόν.
            Σιγά-σιγὰ κάποιοι τὸν πλησιάζανε. Ἔδειχναν νὰ συμφωνοῦν μαζί του. Καὶ ὁ Δήμαρχος θέλει ν’ ἀλλάξουν τὰ πράγματα , τοῦ λέγανε. Ἀλλὰ δὲν ἔχει βρεῖ ἀκόμα τὸν τρόπο. Αὐτὸς βέβαια δὲν τοὺς πίστευε. Τοὺς ἄφηνε ὅμως νὰ λένε. Κάποια στιγμὴ ποὺ ἐκεῖνοι νόμισαν ὅτι τὸν εἶχαν κερδίσει, τὸν κάλεσαν σ’ ἕνα μεγάλο τραπέζι τοῦ Δημάρχου.
            Ἦταν ἐκεῖ μαζεμένη ὅλη ἡ γερουσία τοῦ νησιοῦ. Ἀστραφτερὲς γριὲς ποὺ γυαλίζανε ἀπὸ τὰ χρυσαφικὰ κι ἀπὸ τὶς κρέμες καὶ καλοζωισμένοι γέροι, οἱ περισσότεροι μὲ βαμμένες τὶς λιγοστές τους τρίχες στὸ φαλακρό τους κεφάλι. Ἡμίγυμνα ἀγόρια καὶ κορίτσια τοὺς σέρβιραν ὅλα τὰ καλὰ τοῦ κόσμου, ἐνῶ αὐτοὶ συζητοῦσαν διάφορα σοβαρὰ θέματα πετώντας ποὺ καὶ ποὺ κανένα χοντροκομμένο ἀστεῖο καὶ χωρὶς νὰ χάνουν εὐκαιρία  νὰ  ἀγγίξουν λιγάκι τὰ ἀγορια καὶ τὰ κορίτσια. Συχνὰ κουνοῦσαν συγκαταβατικὰ τὸ κεφάλι τους σὲ κάποιον ποὺ ἔλεγε: Μὰ κι ἐμεῖς γιὰ νὰ φτάσουμε ἐδῶ ποὺ εἴμαστε, λίγα τραβήξαμε; Γιὰ νὰ μποροῦμε τώρα νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ γεράματά μας -ὄχι ὅτι νιώθω γέρος, ἀλλὰ τέλος πάντων-  δὲν κουραστήκαμε, δὲν παλέψαμε; Στὸ κάτω-κάτω ἐδῶ ἔχουμε δημοκρατία καὶ ἐλευθερία. Ὁ καθένας κάνει τὶς ἐπιλογές του καὶ ἀναλόγως μπορεῖ ν’ἀνέβει…
            Κάποια στιγμὴ σταμάτησαν οἱ γέροι νὰ μιλᾱνε γιατὶ ἐμφανίστηκαν οἱ μουσικοί. Κι ἐνῶ ἐπρόκειτο ν’ἀρχίσει ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορός, ὁ ἀγγελιοφόρος ἄρχισε νὰ κλαίει γοερά. Κλάμα δυνατὸ μὲ ἀναφιλητά. Δὲν ἔμοιαζε νὰ τὸ κάνει ἐπίτηδες. Φαινόταν ἀξιολύπητος καθὼς κάθε φορὰ ποὺ πήγαινε νὰ συγκρατηθεῖ ξεσποῦσε σ’ἕνα νέο πιὸ δυνατὸ κλάμα. Προθυμοποιήθηκε  ἡ γυναίκα τοῦ Δημάρχου καί, κουδουνίζοντας τὰ χρυσαφικά της, σηκώθηκε, πῆγε στὸ πλάι του καὶ τὸν πῆρε παράμερα. Τὸν ρωτοῦσε παρηγορητικὰ τί τὸν ἔπιασε. Καὶ τότε τῆς κάνει ἐκεῖνος: Βλέπω πῶς καταντήσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ πιάνουν τὰ κλάματα. Ἄχ, καημένη, βαρεμένος εἶναι, τῆς λέει ἡ διπλανή της. Ἀλλὰ αὐτὴ σὰν κάτι νὰ τὴν τάραξε. Ἔφυγε καὶ πῆγε καὶ κλείστηκε στὸ δωμάτιό της.
            Μ’ αὐτὰ  καὶ μ’ αὐτὰ τὸ γλέντι χάλασε. Μαζευτήκανε ὅλοι στὰ σπίτια τους. Μαζεύτηκε κι ὁ Δήμαρχος. Μὰ θορυβήθηκε μόλις εἶδε τὴ γυναίκα του τόσο ἀναστατωμένη, νὰ κλαίει ἀσταμάτητα μὲ δάκρυα μετανοίας.
            Τὴν ἄλλη μέρα φώναξε τοὺς πιὸ πιστούς του φίλους καὶ κάνανε συμβούλιο. Ὁ ἀγγελιοφόρος ἔπρεπε νὰ φύγει. Δὲν πήγαινε ἄλλο. Σὲ λίγη ὥρα οἱ ἀστυνομικοὶ εἶχαν φτάσει στὴν καλύβα του. Ξέρεις, τοῦ λέει ὁ ἀστυνόμος κάπως μουδιασμένα, τὸ καλύτερο γιὰ σένα –καὶ γιὰ μᾶς, βέβαια- εἶναι νὰ φύγεις ἀπὸ ‘δῶ. Μᾶς ἔχεις φέρει μεγάλη ἀναστάτωση. Πολλοὶ σὲ κατηγοροῦν γιὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ. Ἔπειτα, κατηγορεῖς ὅλο τὸν κόσμο χωρὶς νὰ σοῦ φταίει κανεὶς τίποτα. Ὅλοι σὲ μισοῦν ἐδῶ πέρα, τώρα πιά. Μπορῶ νὰ σὲ τυλίξω σὲ μιὰ κόλλα χαρτὶ καὶ νὰ σὲ κλείσω φυλακή. Ἀλλὰ δὲν θέλω. Ἐγώ, νὰ μὴ σοῦ πῶ, σὲ ἔχω συμπαθήσει κιόλας.  Ἡ καλύτερη λύση, ἑπομένως, εἶναι νὰ σὲ πάρουμε αὔριο τὸ πρωὶ μὲ τὸ καΐκι μας καὶ νὰ γυρίσεις πίσω στὸν τόπο σου.
            Πράγματι, τὸ ἑπόμενο πρωὶ τὸ καΐκι ἔφευγε γιὰ νὰ μεταφέρει τὸν ἀγγελιοφόρο στὴν κοντινότερη στεριὰ γιὰ νὰ γυρίσει στὴν ἄγνωστη  πατρίδα  του.

Ὅταν μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες σὲ μιὰν ἀκρογιαλιὰ ἡ θάλασσα ξέβρασε τὸ πτῶμα τοῦ ἀγγελιοφόρου, ὅλοι κατάλαβαν τί εἶχε πράγματι συμβεῖ. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὄκανε θέμα. Ἀνέθεσε ὁ Δήμαρχος σὲ κάτι ἐργάτες νὰ τὸν θάψουν ἄψαλτο μακριά, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ Χώρα. Μὰ ὅταν γύρισε στὸ σπίτι του, ἀντίκρισε  τὴ γυναίκα του νὰ τὸν κοιτάζει θλιμμένη. Τι ἄλλο θὰ κάνεις ἀκόμη; τοῦ λέει. Κι ἔφυγε.

Τὰ πραγματα στὸ νησὶ εἶχαν πιὰ ἀλλάξει γιὰ τὰ καλά. Οἱ ἄνθρωποι συζητοῦσαν ἔντονα. Μάλωναν μερικὲς φορές. Πολλοὶ γέροι ἄρχισαν νὰ συμμαζεύονται. Κι ἄλλοι πάλι συνέχιζαν μὲ βουλιμία τὶς ἀπολαύσεις τους. Οἱ νεώτεροι εἶχαν ἀρχίσει πλέον νὰ δυσανασχετοῦν καὶ νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία τῶν καλοζωισμένων γερόντων. Κάποιοι νεαροὶ μάλιστα ἄρχισαν νὰ πετροβολᾶνε κάποιους γέρους ὅταν τοὺς ἔβρισκαν κάπου ξεμοναχιασμένους. Ἄλλους τοὺς λήστευαν κι ἄλλους ἁπλῶς τοὺς κακοποιοῦσαν.
            Ἡ κατάσταση στὸ νησὶ μέσα σὲ λιγες μέρες εἶχε γίνει ἐκρηκτική. Ὥσπου ἕνα  δειλινό, πάνω σ’ἕνα ἄσπρο ἄλογο φάνηκε τὸ νέο παιδὶ ποὺ εἶχε χαθεῖ. Τὸν κοιτάζανε ὅλοι θαμπωμένοι καὶ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Κάποιοι περίμεναν ὅτι θὰ κηρύξει  ἐπανάσταση γιὰ νὰ ἀλλάξει ὅλα τὰ κακῶς κείμενα. Ἀλλὰ αὐτὸς κοιτοῦσε μ’ ἕνα βλέμμα σοβαρὸ καὶ πρᾶο. Τοὺς κοιτοῦσε ὅλους μὲ μιὰ ἐπίμονη ἔνταση. Ἀπὸ τὸ μέτωπό του ἄρχισαν νὰ στάζουν θρόμβοι αἵματος.

Καὶ τότε ξαφνικὰ σκοτείνιασε. Ἕνα μαῦρο σκοτάδι σκέπασε τὰ πάντα κι ἄρχισε ἕνας δυνατὸς σεισμός. Γκρεμίστηκαν τὰ σπίτια καὶ οἱ ναοί. Οἱ τάφοι ἄνοιξαν. Λέγεται μάλιστα πὼς βγῆκε κι ὁ ἀγγελιοφόρος ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ παιδιὰ ποὺ εἶχαν καννιβαλίσει οἱ γέροι ξαναβρῆκαν τὰ σώματά τους  κι ἄρχισαν νὰ ἀναλαμβάνονται στοὺς οὐρανούς. Μεγάλες ρωγμὲς τῆς γῆς κατάπιναν ὅσους βρισκόσαντε ἐκεῖ. Ὥσπου ἕνα μεγάλο κύμα ὑψώθηκε κι ὅλα τὰ σκέπασε ἡ θάλασσα.

Πάνω ἀπ’ τὴ θάλασσα φάνηκε πάλι τὸ νέο παιδί. Προχωροῦσε πάνω στὰ κύματα  καὶ τὸ ἀκολουθοῦσαν δώδεκα παιδιὰ ποὺ εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Ἕξι ἀγόρια ἀπ’ τὴ μιὰ κι ἓξι κορίτσια ἀπ’τὴν ἄλλη. Ὁ ἥλιος ἀνέτειλε ξανά. Κι ὅλους τοὺς τύλιγε τὸ φῶς τῆς νέας μέρας…

Related Posts with Thumbnails