© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Αχιλλέας Κατσαρός: ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΤΟΥΦΗ (μελέτημα)


Μια προοπτική προσέγγισης της ποιητικής συλλογής Νιρβάνα

Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή κρύβει πάντοτε πίσω του μια κλιμάκωση. Ζωή - Θάνατος οι δύο άξονες της φάρσας. Και φυσικά πάντοτε η κλιμάκωση ξεκινάει με μια προσμονή.
Η πρώτη αίσθηση ήταν όχι δύσκολη ποίηση, δύσκολος χορός. Χορός και μουσική με βήματα γυμνά πάνω σε καρφιά για να βγαίνει αίμα. Γυμνός χορός.
Ουσιαστικός χορός.
Το προφανές, η ειρωνεία στον τίτλο. Νιρβάνα. Η απόλυτη ευτυχία. Δε θα σταθώ στο προφανές. Η Νιρβάνα δε ξέρω πώς θα λεγόταν με αναγραμματισμό αλλά ας δοκιμάσουμε ένα όνομα. Αναβρίν.  Χάος. Μόλις δημιουργήθηκε κάτι αντίθετο της ευτυχίας.
Άραγε είναι αυτό που ορίζουμε ως δυστυχία; Πολλά ερωτήματα. Χορός με φαντάσματα. Ναι, κάποιοι κυνηγάμε φαντάσματα στο χρόνο που οι άλλοι κοιμούνται. Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στο φυσιολογικό όνομα. Νιρβάνα. Φιλοσοφική θεώρηση. Την παρακάμπτω τη φιλοσοφία για την ώρα.
Ας πιάσουμε το ποίημα Προσμονή. Δε θα σχολιάσω επίσης το φανερό της καλαισθησίας της έκδοσης με το πλαίσιο ή με το έντονο κόκκινο (χωρίς να σημαίνει πάντα το κόκκινο ότι τονίζεται συγκεκριμένο μέρος του ποιήματος). Η Προσμονή μοιάζει ερωτικό ποίημα. Δεν είναι. Είναι ποίημα θανάτου.
Ο ποιητής δεν περιμένει τη μούσα - οπτασία. Περιμένει το θάνατο να αναμετρηθεί μαζί του. Κεντρικό σημείο για μένα εδώ το δίστιχο της τελευταίας στροφής

 γιατί θα στεγάζομαι σε όστρακα κοχυλιών

 Προκύπτουν δύο θεωρήσεις : Η μια: γίνομαι τόσο μικρός όσο η σιωπή μου και χωράω στο όστρακο. Η δεύτερη: το όστρακο - κέλυφος σπάζει ή φθείρεται , άρα ουσιαστικά είμαι άνευ ασφάλειας. Και σε προσμένω.
Στο ποίημα Η Συνάντηση, αφιερωμένο στον Τάσο Λειβαδίτη. Το εύρημα του σκύλου - ανθρώπου απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση (Ξενοφάνης) , ωστόσο το να μιλά εδώ τρόπον τινά ο Λειβαδίτης για την προσωπική μου οπτική λειτουργεί ως ένας προπομπός ή ως ένα διάκενο με το εκεί ή με το επέκεινα. Ο ποιητής είναι προ της εισόδου ή της καταβυθίσεως στον Άδη. Ο σκύλος λειτουργεί συντροφικά ή ως ανάμνηση ή ακόμα ως πλεύση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Φυσικά ακούγεται εδώ και η Οδύσσεια, ιδωμένη από μια διαφορετική οπτική.
Στην καταβύθιση, λοιπόν, αυτή προβάλλει το ποίημα Η Μαρία και η Θάλασσα. Όχι 2 υποκείμενα. Ένα. Ένα και το αυτό. Στο όνομα δε Μαρία ακούγεται και το λατινικό mare ( η θάλασσα). Εδώ ο ποιητής διχοτομεί. Οφείλει να διχοτομήσει για να βρει το χρέος του. Να μετρήσει τα δε θέλω του και να αντιμετωπίσει τα θέλω του. Η Μαρία - Θάλασσα δεν έχει ιστορία. Είναι πριν την ιστορία και θα είναι και μετά. Η Μαρία - Θάλασσα είναι ένας κόσμος δίχως ηλικία απ' τον οποίο θηλάζουμε τον έρωτα. Θηλάζουμε. Προσέξτε το. Στη ζήση μας περνάμε και θηλάζουμε. Σώματα.
Μια στάση και στο ποίημα Ουρανία. Εδώ κάτω, λοιπόν, σε ένα χώρο νεκρών, το να βλέπεις λίγο ουρανό σε κάνει να πάρεις θέση απέναντι στο χάος. Σημειώνω εδώ 2 σημεία :

Το πρώτο :  Το χάος είναι ό, τι δεν είναι
                     και ό, τι είναι αδύνατο να φανταστούμε.

Το δεύτερο : Όλοι μας
                     υπάρχοντες και μη
                      είμαστε το ίδιο κάτοικοι του χάους.

Το Αμπέλι είναι ποίημα σχολείου. Όταν χρησιμοποιώ την έκφραση αυτή το θεωρώ σπουδαίο ποίημα, που αξίζει να διδαχθεί. Το Αμπέλι και το δίπολο γήρας νιότη ή μνήμη και λήθη έντονα διαμορφωμένο εδώ ως ανάγλυφη εικόνα.
Αύγουστος. Μήνας τελετουργίας.
Δε θα πάω ξανά στο προφανές (τρύγος, κρασί, να πιούμε εις ανάμνηση). Ποια ανάμνηση; Μα την ώρα που σηκώνεις το ποτήρι να πιεις εις ανάμνηση ο νεκρός είναι ήδη εκεί. Και σε φτύνει όχι γιατί δεν τον βλέπεις, αλλά γιατί νομίζεις ότι δε θυμάται να πίνει κρασί. Αυτό είναι το χάος. Και αυτή είναι η ομορφιά του χάους.
Δεύτερο μεγάλο ποίημα σ’ αυτή τη λιτή και ώριμη συλλογή (είμαστε 2003 και η πρώτη συλλογή του Ζαχαρία Στουφή είναι ήδη πίσω στο 1996). Το ποίημα Νιρβάνα. Ελεγείο ολόκληρο. Σιωπή. Δίχως σχόλια.
Για τη σχέση Ποιητή και ποιήματος ή για την αντίληψη της ποίησης δηλωτικό το συγκεκριμένο σχεδόν ομότιτλο ποίημα. Απομονώνω τους τελευταίους στίχους:

 Η αιωνιότητα του χάρισε στη ζωή τα προνόμια του θανάτου
έχει το ταλέντο να ζει νεκρός , και πεθαμένος να υπάρχει.
Για τον ποιητή δεν υπάρχει θάνατος
και η ζωή μοιάζει ξένη.

Το χάος. Τάξη ή αταξία; Κόσμος ή ά - κοσμος;  Εύ - σχημος ή ά - σχημος;

Το χάος είναι η πιο ζεστή αγκαλιά
αυτή του έρωτα και του θανάτου.

Άραγε τι παραπάνω να πεις;
Δύο σημεία . Δύο τελείες.
Σημείο Α΄  Πορεία προς τα εκεί.
Σημείο Β΄   Αντίστροφη πορεία προς τα εκεί.
Χάος.
Στην Εξομολόγηση επιχειρείται για μένα ένα προφανές κατηγορώ στον « Πατέρα » που ήδη υπάρχει κι ένα εντελώς αφανές κατηγορώ στον « Πατέρα » που δεν υπάρχει ή στον «Πατέρα» που θα γίνουμε. Κανείς «Πατέρας» δε «σκοτώνει» το παιδί του. Μα θα μου πεις πώς το σκοτώνεις ; Το βάζεις να μεταλάβει πραγματικότητα. Αν το μάθεις ή αν μάθεις κι εσύ να είσαι άνθρωπος , θα την αντέξουμε την πραγματικότητα.
Στο ποίημα Αυτοκτηνογραφία. Το εσωτερικό κτήνος. Πώς θα συμφιλιωθείς; Πώς θα το αποδεχτείς για να αποδεχτείς και τον άλλον;
Η έννοια της αγάπης είναι ακριβώς ετούτη. Να αγαπήσεις το Κτήνος σου για να μπορέσεις να αγαπήσεις το Κτήνος του άλλου. Τα υπόλοιπα είναι κοσμητικά επίθετα κι έρωτες γαρνιτούρες.
Στο Δυστυχία, το προφανές εδώ πάλι. Να θεωρήσουμε πεσιμισμό. Κανένας πεσιμισμός. Είναι η δυστυχία του να μην υπάρχει ευτυχία.

Η ευτυχία δεν έχει χώρα.

Δε χωράει η ευτυχία. Αυτό που λέμε ευτυχία και βλέπουμε φωτογραφίες και γελάμε (χαιρόμαστε) είναι συναισθήματα. Ανάλυση λέξης ετυμολογικά.
Ευ - τυχειν δηλ. καλή τύχη. Ποια είναι η καλή τύχη; Η θεώρηση των αρχαίων μας - για να μη τα ξεχνάμε - καλή τύχη ίσον καλός θάνατος. Αν στο ενδιάμεσο έχεις καλή ζωή είναι επίσης θέμα προβληματικής.
Ακολουθεί το ποίημα Αποχαιρετιστήρια επιστολή

Ποτέ δεν κατάλαβα τίποτα
και πάνε χρόνια που έχω να βάλω τα κλάματα.

Ένα σχεδόν « επιτύμβιο» με τη συνείδηση, προσπάθησα να απαντήσω, απάντησα άραγε; ακόμα έχω απορίες
 Στην Κόλαση, δεσπόζει η τραγική επίγνωση ο χρόνος περνάει αλλά μοιάζει τόσο ακίνητος.

Και καθώς ο χρόνος δεν περνούσε
όλο και πιο πολύ σκοτάδι γινόμουν
όλο και πιο πολύ τίποτα.

Και ως Nosferatu ο ποιητής θα πει:

 Έχει κι ο θάνατος λοιπόν το θάνατό του
γι' αυτό και οι νεκροί ξαναπεθαίνουν. 

Με άλλα λόγια , μεταξύ 2ου και 3ου θανάτου μεσολαβεί η πρώτη ζωή και ο πρώτος θάνατος να μεταφράσω. Η κλιμάκωση φτάνει στο τέλος (φτάνει άραγε;) με τη Φάρσα.

Η φάρσα είναι οτιδήποτε τελειώνει
ακόμα και το τέλος του τέλους.

Έρωτα πέθανες. Θάνατε πέθανες. Τέλος. Έρωτας και Θάνατος. Ζωή και Θάνατος. 2 σημεία. Φάρσα. Νιρβάνα. Ζαχαρίας Στουφής.

 *Η Νιρβάνα του Ζαχαρία Στουφή εκδόθηκε από το περιοδικό της Ζακύνθου ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ τον Νοέμβριο του 2003.


Ερμηνευτικά και ανερμήνευτα

Θα μπορούσα να ξεκινήσω Ονειροπληξία μια τριλογία από τον Ζαχαρία Στουφή αλλά με παιδεύει αυτό το δαιμονικό γαλάζιο εξώφυλλο, που αν και μιλά για θάνατο, μήπως τελικά μιλάει για τη ζωή; Το να είσαι τόσο συνοπτικός και ουσιαστικός είναι προσόν. Ας επιχειρήσω όμως ένα ξεκίνημα. Τριλογία. Να υποθέσουμε ότι μιλούν 3 φωνές του ποιητή που ζει εξοικειωμένος με την έννοια του θανάτου.
Η Ονειροπληξία είναι αφιερωμένη στον Ορέστη Αλεξάκη, «το δάσκαλο του» όπως του αρέσει να τον αποκαλεί και μαζί η υπόδειξη του ποιητή ότι, η ονειροπληξία είναι η ανοιχτή συνομιλία με τη Νυχτοφιλία του «δασκάλου του».
Δυισμός : Ύλη – Πνεύμα σε 4 στίχους μια σύνοψη αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
2 τα υλικά του Πνεύματος. Το όνειρο κι ο θάνατος.
Έτσι είναι. Όνειρα που ξεκινούν, πορεύονται, τελειώνουν, αρχίζουν ξανά. Ο θάνατος είναι      η πραγματικότητα του ονείρου. Με άλλα λόγια, μια που πατάς στον αέρα και μια που πατάς στο χώμα. Κι όταν πατάς στο χώμα, αυτό το χώμα γίνεται και δικό σου. Του σκουληκιού σου. Τι να κάνουμε; Βλέπετε ο ουρανός δεν έχει ή δε χωρά σκουλήκια. Δεν έφτασαν ως εκεί. Δεν πετάνε. Ο ουρανός έχει μόνο όνειρα.

Είναι και κάποιοι / μ’ άλλη λογική / που επενδύουν / στην απάτη των ονείρων.

Απάτη δεν είναι μόνο το ξεγέλασμα. Δε μπορείς και να το πατήσεις το όνειρο. Μπορείς μόνο να πας προς τα εκεί. Και αν έστω και λίγο καταφέρεις να πορευθείς στην πορεία του, τότε ναι υπάρχει μια κάποια ευτυχία. Γιατί απόλυτη ευτυχία δεν υπάρχει ένεκα θανάτου.

Κι έχεις μετά δικιά σου όλη τη θλίψη:

Είναι η θλίψη που δεν πρόκειται να μου ή μας πάρει κανείς, όπως συνηθίζω να λέω. Ναι,  η θλίψη είναι δική μου, όπως ο θάνατός μου. Προσέξτε το μου , την κτητική αντωνυμία. Είναι ίσως το μόνο πράγμα (δεν είναι πράγμα ακριβώς) ο θάνατος που είναι απόλυτα δικό μας. Δε μπορεί να πεθάνει άλλος για μας όπως και δεν μπορεί να ζήσει άλλος για μας. Και δε μπορούμε να πάρουμε τα χρόνια του. Άλλωστε γινόμαστε νεκροί έτσι κι αλλιώς. Ποιος θα ήθελε για παρέα έναν επαναλαμβανόμενο νεκρό, που μάλιστα θα είχε και την εμπειρία του θανάτου ; Θα ξεχείλιζε αλήθειες και θα έκανες χαρακίρι. Ναι πιστεύω θα έβρισκες τιμή να κάνεις χαρακίρι.

Η εκφορά περίπατος στο σύμπαν.

Η εκφορά δεν έχει ίσκιο. Η εκφορά και συννεφιά να είναι, είσαι έξω (στον ήλιο ίσως), πάντως είσαι έξω , άρα εκτίθεσαι. Άρα, να περπατάς.
Το ζητιανεύει δάκρυα σα μοτίβο το βλέπω και στον Αλέξανδρο Δαμουλιάνο και επισημαίνω εδώ τις ομοιότητες , καθώς είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο ένας δεν έχει διαβάσει τον άλλον. Ζητιάνος θάνατος ως μοτίβο μου αρέσει επίσης και είναι από αυτά που επεξεργάζομαι. Σίγουρα απαντάει και αλλού.

Χορεύει ο τρελός στο πανηγύρι του.

Μοτίβο που απαντά και στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε ή άνθρωπο του Ρήνου όπως τον λέω. Θα δώσω το σχετικό κομμάτι σε μορφή link στο τέλος σα βιβλιογραφία. Βέβαια πριν το Ρίλκε καλό είναι να ξαναδούμε Σολωμό και πριν το Σολωμό (και αυτές είναι οι εκπλήξεις μου) ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Θα παραθέσω κι εδώ το συγκεκριμένο ποίημα στο τέλος.

Όσοι τη ρότα / του ονείρου ακολουθήσανε / βούλιαξαν στη σκληρή /πραγματικότητα.

Δεν είναι απαισιοδοξία ούτε μελαγχολία. Είναι το ίδιο το όνειρο που είναι εκ φύσεως σκληρό και άτεγκτο, εφόσον έχει και θάνατο μέσα του. Συνήθως είμαστε μόνο ρομαντικοί και το βλέπουμε μόνο με τη μια πλευρά το όνειρο. Ίσως το βλέπουμε μόνο Ύλη ή Σώμα. Είναι και Πνεύμα. Έχει και θάνατο μέσα. Το δικό του θάνατο. Δε χρειάζεται έξωθεν θάνατο. Αυτήν την αντίφαση οφείλουμε όχι να ερμηνεύσουμε γιατί τίποτα δε θα πούμε , αλλά να αποδεχτούμε και να επιχειρήσουμε να πορευθούμε. Άλλο αν θα μείνουμε ακίνητοι. Το πιθανότερο είναι αυτό.

Το όνειρο, το κιάλι που ο θεός / μας έδωσε να βλέπουμε το χάος.

Χάος τα ατελεύτητα όνειρα. Όνειρο η δεύτερη ζωή. Όνειρο η ζωή του Παραδείσου ή της Κολάσεως. Όνειρο η ζωή που θέλω να ζήσω. Όνειρο η ζωή που ζω.
Να βάλουμε κι άλλα όνειρα.
Θέλω να ζήσω ή ζω μόνος.
Θέλω να ζήσω με σένα.
Θέλω να ζήσω χωρίς εσένα.
Μου λείπεις ζωντανή ή νεκρή φαρμακολύτρια αγαπημένη.
Πώς είναι ο θάνατος με σένα; Χωρίς εσένα;
Προεκτάσεις ονείρων. Καλώδια παντού. Ηλεκτροπληξία. Γιατί τα όνειρα είναι γυμνά και σε σκοτώνουν.
Η Ονειροπληξία τελειώνει με το μοτίβο του «τέλους».
Ένα τέλος που έρχεται ή δεν έρχεται . Ένα τέλος που είναι μετά – τέλος ουσιαστικά, γιατί ποτέ δε σε βρίσκει έτοιμο, άρα περνάει για να σε ξαναβρεί (μετατίθεται) αλλά φυσικά ποτέ δε σε βρίσκει έτοιμο – το επαναλαμβάνω. Και δεν εννοώ εδώ το να είσαι στο κρεβάτι ήρεμος ή με πόνους, άντε να έχεις σταυρώσει και τα χέρια, να περιμένεις να ακούσεις τον ήχο του ρόγχου σου.
Δε σε βρίσκει έτοιμο γιατί θα φύγεις χωρίς να έχεις γράψει τα ωραιότερα ποιήματα. Και δυστυχώς το ξέρεις. Έχεις το γνώθι σαυτόν. Για μένα ωραιότερα ποιήματα είναι τα Αγαπώ που δεν είπαμε ή οι αγάπες – όνειρα που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν. Γιατί; Γιατί παρέμειναν Ονειρικές ή Άσπιλες. Και με αυτή την έννοια δεν πέθαναν.

Η Χαωδία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, αφιερωμένη στη μνήμη του Σωκράτη Καψάσκη όπου και εδώ η αφιέρωση λειτουργεί σαν υπόδιξη στη Σκάλα του συμπατριώτη του ποιητή, μιας και η Χαωδία είναι το «ημερολόγιο» που ο Ζ. Στουφής κρατούσε κατεβαίνοντας την Σκάλα του. Ελεγεία τη θεωρώ. Και εμβάθυνση στη θεωρία του Χάους όπως αναπτύσσεται στη Νιρβάνα.

Επιτύμβια κι επιγραμματικά:

Όλα συμβαίνουν στ’ όνειρο
ακόμα κι η πραγματικότητα.

Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο
μα είμαστε μόνοι στο χάος.

-Και το σύμπαν μοναξιά είναι
κι ο θάνατος.

-Η μνήμη είναι παγίδα.

-Κι αν φτάσαμε εδώ που φτάσαμε
είναι γιατί εκεί δεν ήμασταν καλά.

Σελ. 18-22 έχω πραγματικά δυσκολία να διαλέξω στίχους γιατί είναι Ανάσα ολόκληρη. Πώς να κόψω την Ανάσα;
Έρχομαι σε ένα φαινομενικά περίεργο σημείο. Ούτε η αυτοχειρία βάζει ΤΕΛΟΣ. Μου έρχεται το εξής σχόλιο. Ο ποιητής οφείλει να ζει ως αυτόχειρ. Όχι με την έννοια του ζω κάθε μέρα σα να πρόκειται να πεθάνω. Αλλά με την έννοια του δίνω 2 σπαθιά στον Έρωτα και το Θάνατο. Δε θα τους έδινα ισομεγέθη σπαθιά; Θα προτιμούσα κάποιον; Κι αν προτιμούσα κάποιον , δε θα με μάλωνε ο άλλος και με το δίκιο του; Γιατί δε μου έδωσες ίσο σπαθί;
Με αυτή την έννοια και υπό κρυπτόμενης αμφιβολίας ειπώθηκε πριν και είναι θέμα ευρύτερης φιλοσοφικής ανάλυσης. Ο θάνατός μου. Το ότι έχω την επιλογή να πεθάνω (αυτόχειρ) αυτό κάνει δικό μου τον θάνατο; Αυτό τον δεσμεύει; Προφανώς όχι.
Γι’ αυτό και η αυτοχειρία δεν είναι το τέλος. Και δε βάζει τέλος. Η αυτοχειρία σημαίνει ότι είσαι έτοιμος. Πότε έγινες έτοιμος;
Ποιος είσαι εσύ που με ξεγελάς ,θα σου έλεγε ο θάνατος , και θα σε κυνηγούσε. Κι άντε να βρεις νιρβάνα τότε. Γι’ αυτό και οι αυτόχειρες (ειδικά ποιητές) δε νομίζω ότι βρίσκουν ησυχία με έναν θάνατο να κυνηγάει. Όσοι δε( το δε επιτατικό με την έννοια του μάλιστα) κατορθώνουν να το ζουν αυτό ως μια έννοια καταστροφής μέσα τους,  αυτοί νομίζω είναι οι πραγματικά μεγάλοι… οι διαχρονικοί …και αυτοί των οποίων το έργο έμεινε και θα μείνει.
Να συναντήσω κάποτε κι εγώ το θάνατό μου λέει μια μαντινάδα. Συμπληρώνω: σε σεργιανίζει ο θάνατος στα γιασεμιά σου. Εκεί είναι. Βρες δικαιολογίες να πεις έζησα.

Τα Νεκρώσιμα, αφιερωμένα στη μνήμη ενός «άλλου» συμπατριώτη του, του Γιάννη Χρυσικόπουλου.
Στίχοι που μιλάνε:

-Ο θάνατος ποτέ δε βάζει τέλος,
Και οι νεκροί δεν πέφτουνε για ύπνο.

-Είναι σαν τάφοι ζωντανοί οι ποιητές,
Που όταν πεθαίνουν χάνουν τη σιωπή τους.

-Ιόνιο πέλαγος υπάρχει και στον Άδη,
Γεμάτο καλοκαίρι και νεκρούς.

Είναι ωραία η παραλία των νεκρών. Την είπανε κι αγαπημένη Νεκύια. Μιλάς. Σου μιλάνε. Παίρνεις μαθήματα σιωπής. Έτσι γυρνάς σε αυτή την ονειρική ζωή κατά τα άλλα και προσπαθείς να γράψεις, να ζήσεις, να ερωτευθείς, να φτιάξεις σπίτια, να αγοράσεις, να πουλήσεις, να γίνεις ή να μη γίνεις, να φιλήσεις ή να μη φιλήσεις , να πετάξεις ή να μην πετάξεις.
Να κολυμπήσεις ή να μην κολυμπήσεις. Θάλασσα. Ο τόπος μου. Κοιμητήριο.
Τα μαλλιά μου είναι τα φύκια μου και τα όνειρά μου οι λευκοί γλάροι μου. Κι οι ταραχές των κυμάτων οι φωνές σας νεκροί μου.
Μη τρομάζετε. Θάνατος είναι. Μετά – τέλος. Ουσιαστική μελέτη. Ονειροπληξία. Τριλογία.


Εν είδει βιβλιογραφίας:

1. H Ονειροπληξία έχει εκδοθεί το 2001.

2.  Η Χαωδία από το 2003 ως το 2005. Εδώ με μικρές τροποποιήσεις.

3. Τα Νεκρώσιμα είναι έργο του 2006.

4. Το απόσπασμα του Γρηγορίου του Θεολόγου είναι αυτό και το παραθέτω ολόκληρο.

Γρηγόριος Θεολόγος: μες στη μαυρίλα αρμενίζω και φως πουθενά
Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω, Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. ";Ο πατήρ μου και μήτηρ μου εγκατέλειπόν με";, μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τί χρή παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μοι φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω"; [Επιστολή προς τον ρήτορα Ευδόξιο].
                                        
Μεταγραφή
Ρωτάς πώς τα πάω; άσε, πολλή πίκρα. Μού λείπει ο Βασίλειος, ο πνευματικός μου αδερφός, και ο Καισάριος, ο βιολογικός μου αδερφός. «Ο πατέρας και η μητέρα μου μ’ έχουν εγκαταλείψει», για να το πω με τα λόγια του Δαυίδ. Σωματικά δεν είμαι καλά, τα γηρατιά επικρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, οι υποχρεώσεις με εξαντλούν, τα προβλήματα συσσωρεύονται, οι φίλοι με προδίδουν, η Εκκλησία αποίμαντη. Χάθηκαν τα καλά, έμειναν τα στραβά, μέσα στη μαύρη νύχτα αρμενίζω, και φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Τι άλλο πρέπει πια να πάθω; μια μόνο λύση υπάρχει για τα βάσανά μου, ο θάνατος. Αλλά αν κρίνω με βάση τα εδώ, κι εκεί χάλια θα είναι.
Ζήστε όπως ο Ρίλκε του Αναστάση Βιστωνίτη.
6.      Ράινερ Μαρία Ρίλκε , Οι Ελεγείες του Ντουίνο.
Απόσπασμα από την πρώτη ελεγεία :
Παράξενο, ό, τι λαχταρούσες, να μην λαχταράς πια!
Παράξενο, όλα, το κάθε τι που ήταν δεμένο, τόσο ελεύθερο να βλέπεις να κυματίζει.
Κοπιαστικό ‘ναι και το νεκρός να ‘σαι κι είναι επανόρθωση γιομάτο,
 έτσι, ώστε , λίγο-λίγο λίγη να νιώσεις αιωνιότητα:
Μα οι ζωντανοί, όλοι, 
πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν.
Οι άγγελοι, (λένε) , δε θα ‘ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε 
ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους..
Το αιώνιο ρέμα, περνώντας κι απ’ τα δυο Βασίλεια, παρασέρνει, πάντα, 
όλες τις ηλικίες και, πάνω κι απ’ τα δύο Βασίλεια, δεσπόζει η φωνή του.

7.        Και από Διονύσιο Σολωμό από τα ιταλικά σχεδιάσματα εκεί που μιλά ο Πνευματικός
για μένα είναι λόγια προσέγγισης της ιδέας του θανάτου, παραθέτω το ακόλουθο:

Ἂν τύχει νὰ γίνει κάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ τώρα μοιάζει ἀνέφικτο, θὰ τὸ συνοδέψει τὸ μαρτύριο καὶ τὸ αἷμα. Γιατὶ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ μπορέσει νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ἕνας μόνο ἀπὸ μᾶς.

Ανέφικτη η κατανόηση του θανάτου. Μαρτύριο και αίμα. Σε σεργιανίζει. Να περάσεις απέναντι. Το προσπαθείς. Αν παλεύουμε να κατανοήσουμε κάτι σε αυτή τη ζωή είναι αυτή η προσπάθεια και αυτή η πάλη.

8.       Το δίνω ως παράλληλο δικό μου αν και δεν το συνηθίζω. Έρχεται από ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τίτλο « Ελεγεία για τα παιδιά του Ουρανού » γραμμένη το 2003.
                                                                  
Νεκρολογία 2003

Άραγε θα κάνω κάτι σωστό πριν το θάνατο ;
Ή κι ο θάνατος θα είναι το λάθος μου ;
Δεν έχει πατρίδες και σύνορα το λάθος.
Η μόνη πατρίδα σύνορο είναι η Αγάπη.
Πόσο μάλλον και να αγαπάς τα Λάθη σου.
Απόγονος και πρόγονος το λάθος
με σεργιανίζει από την πρώτη στιγμή
της πλάσης μου.
Η πλάση μου κι αυτή ένα λάθος.
Αλλά τι να με έκανε, αυτός ο Φτωχός,
που τον ονομάσαμε Θεό,
τι άλλο εκτός από άνθρωπο ;
Το γιασεμί ως επιλογή μου περπατάει
από λάθος σε σωστό
και πάλι λάθος βγαίνει.
Και πάλι ένα λάθος είμαι.
Όλος χάος. Όλος λάθος.
                                           Αχιλλέας Κατσαρός



«Μυστικό Νεκροταφείο»


Πρόκειται για 26 επιγράμματα σε ηλεκτρονική μορφή στο προσωπικό ιστολόγιο του ποιητή http://mystikonekrotafeio.gr .
Εδώ θα ξεκινήσω με τα μαθηματικά. Ο νεκρός – το εικονίδιο πάνω από το κρανίο φέρει τον αριθμό 7. Τώρα αν είναι 7 ζωές, 7 όνειρα, ιδού η απορία. 26 επιγράμματα. 2+6=8, το 8 είναι ο τυχερός αριθμός των Ιαπώνων. Φαινομενικά άσχετο. Όμως, αν αφαιρέσουμε έναν τον γράφοντα  -Ζαχαρία Στουφή- έχουμε πάλι τον νεκρό σκέτο με τα σκέτα 7άρια του. Κάτι σαν εξάσφαιρα δηλαδή.
Εδώ θα παραθέσω ολόκληρο το εισαγωγικό ποίημα της συγκεκριμένης συλλογής γιατί είναι ζηλευτό.

26 επιγράμματα του Ζαχαρία Στουφή

τα σχέδια στις ταφόπλακες φιλοτέχνησε η Βασιλική Γεροκώστα
τη μουσική έγραψαν οι
Διονύσης Μπουκουβάλας, Λευτέρης Παπαδημητρίου

Το έφτιαξα σε ανύπαρκτη ακρογιαλιά.
Το κάθε μνήμα είναι ένα μικρό περιβόλι με διαφορετικά δέντρα
που βρίσκονται σε περίοδο Άνοιξης και Φθινοπώρου ταυτόχρονα.
Εκεί έχω θάψει τους καλύτερούς μου φίλους
τους ωραιότερους έρωτες
και ό,τι παντοτινά έχει τελειώσει.
Ανοίγω μόνος μου τους τάφους με την τσάπα
και μετά από κάνα μέτρο βρίσκω το νερό της θάλασσας
δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους νεκρούς μου να πνιγούν.
Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιώ φέρετρα
αλλά σάπιες βάρκες που ανασύρω από βυθούς
για το αιώνιο ναυάγιο των χαμένων.
Κάθε απόγιομα ανάβω τα καντηλάκια
και περιποιούμαι τα δέντρα των παράλιων τάφων μου
μα σε όποια ταφόπλακα κι αν ακουμπήσω το αυτί μου
εκτός από τη σιωπή του θανάτου
ακούω και τον ήχο της θάλασσας.

Επισημαίνω και την προειδοποίηση, περιεχόμενο ακατάλληλο για κάτω των 18 και πάσα ομοιότητα αποτελεί σύμπτωση.

Στίχος σκληρός στον 1ο τάφο και το ερώτημα είναι πού το πάει. Διότι, δεν είναι δυνατόν φυσικά να αναιρεί τη σοβαρότητα και το ήθος τόσο των προηγούμενων συλλογών, όσο και το ήθος της προσωπικότητας. Προσωπική θεώρηση ότι στον Πρώτο Τάφο μιλάει η χώρα, ο τόπος, ίσως η γη, ίσως μάλιστα και η ίδια η Ελλάδα, που καθημερινά αυτοκτονεί.

Ο 2ος τάφος ακούει τον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου. Η γλώσσα φαινομενικά σκληρή ως βωμολοχική (αριστοφανική υπό μια έννοια) σαφώς με πρόθεση. Την πρόθεση όχι του να αυτοκτονήσουμε φυσικά (ίσως αυτό υποστηρίξουν περίεργων συμφερόντων άνθρωποι ότι προτρέπει σε αυτοκτονία). Ο Ζαχαρίας δε λέει αυτό φυσικά. Αναλύει αριστοφανικά -και εδώ είναι άκρως πολιτικός- την τάση της κοινωνίας μας (γονείς, εκπαιδευτικοί,  μ.μ.ε.) να καλλιεργούν στα παιδιά την έννοια της μετριότητας κι όχι του μέτρου. Είσαι μέτριος, μην προσπαθείς, αυτό προστάζουν οι σειρήνες της εποχής, για να σε και μας ελέγχουν. Αυτό που επισημαίνει λοιπόν ο ποιητής είναι πως είσαι ήδη νεκρός. Οπότε δράσε. Γίνε ζωή και πάρε τη ζωή στα χέρια σου. Αυτή φρονώ είναι η οπτική του και σε αυτό το σκοπό υποτάσσει τη βωμολοχική χρήση της γλώσσας.

Τρίτος τάφος και εδώ θα μπορούσαμε να τον θεωρήσουμε μέχρι και αιρετικό. Αλλά μήπως αυτά που λέει συμβαίνουν; Γεγονότα. Μωρά πέθαναν αβάφτιστα και πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Άλλο ζήτημα. Αιμομιξίες. Πάμε λίγο πιο βαθιά. Δεν αγαπάμε ακόμα και το ίδιο μας το αίμα. Αν είχα μια αμφιβολία λίγο πριν να χαρακτηρίσω ποιος μιλάει – ποιος αφηγείται πέραν του Ζαχαρία, τώρα θα πω σίγουρα η Ελλάδα. Μα, μια αιμομιξία δεν είμαστε διαχρονικά; Τόσες φυλές, τόσο αίμα και σπέρμα χυμένο και χαμένο. Καμία ταυτότητα ή μάλλον μια. Ελλάδα. Έλληνας. Και αμέσως ακόμα και το ελάχιστο αρνητικό «αιμομιξία» το σκεπάζει ο «Ήλιος», η «Μυρσίνη», η «Θάλασσα».
Επανέρχομαι. Αιμομιξία. Θέμα διαχρονικό. Διαπραγμάτευση Αρχαίας Τραγωδίας. Οιδίπους του Σοφοκλή. Αιμομιξία. Τώρα μπορείς ν’ αυτοκτονήσεις. Κάτι έμαθες. Αιρετικός στη φράση «ο Θεός είναι GAY». Εδώ πρέπει υποχρεωτικά να τεθεί το ερώτημα τι θέλει να πει; Ο Θεός είναι κάτι υπέρτερο. Άρα, ίσως τα πράγματα που δε γνωρίζουμε, ας προσπαθήσουμε απλώς να τα αισθανόμαστε, κι ας μην τα ονοματίζουμε εμείς οι παντογνώστες.

4ος τάφος
Σία και υπαινιγμός σε δυο επίπεδα. Σία, Σούλα, Αθανασία. Ποια αθανασία;
Σία (χαφιές – πληροφοριοδότης)
Αντιγόνη ( σύμβολο αναρχίας ήδη από την αρχαία τραγωδία)
Η απομυθοποίηση της σύγχρονης ζωής. Μιας ζωής που δεν ορίζεις εσύ τα θέλω. Εσύ δεν επιτρέπεται να έχεις θέλω. Και αν έχεις θέλω θα είναι μόνο υλιστικά – ατομικιστικά , για να μην ενδιαφερθείς για τον δίπλα. Μια ζωή μπουρδέλο.
Γύρω από τη λέξη «κώλος» ενδεικτικά αναφέρω ότι ακούγεται κώλον ή κόλον ( τμήμα του παχέος εντέρου), επομένως είναι καλό να έχουμε υπόψη μας και την ιατρική σημασία της λέξης.

5ος τάφος
Γεγονότα ξανά. Τελευταίο παρόμοιο περιστατικό στην Αμερική ο νεαρός που σκότωσε πόσους συμμαθητές του. Με λόγια απλά. Το ηθικό και πνευματικό ή απλά τέλμα του σύγχρονου ανθρώπου.

6ος τάφος
Φυσικά δεν ειρωνεύεται τον Μακρυγιάννη. Άρα ; Η διαφορά του τότε και τώρα. Τότε ήταν εκείνο το λεβέντικο «για τούτες τις πέτρες πολεμήσαμε». Τώρα τι ; Για ποιες πέτρες ; Έχουμε πέτρες; Όσο για το πολεμήσαμε ρήμα από άλλο ανέκδοτο.
Πείτε το αυτό στα μικρά μεγάλα παιδάκια με το βλέμμα αγελάδας  - δε μου φταίει το συμπαθές τετράποδο -  και το πιο βαθύ βλέμμα του καφέ, το αραχτό. Την βολέψαμε και σήμερα. Τη βόλεψες. Αυτοκτόνησε ή άντε και γαμήσου.

7ος τάφος
Κι εδώ φυσικά ειρωνεία. Κι εδώ γεγονότα. Θα μπορούσε να μην είναι η Κρήτη και να ήταν οποιοσδήποτε άλλος τόπος, αλλά το γεγονός συνέβηκε στην Κρήτη. Το όνομα «Ηρακλής» για την παραπομπή στον μυθικό ήρωα. Εδώ επεξεργασία του μύθου σα να μην είναι ένας γνωστός μύθος. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει μομφή εναντίον των ομοφυλόφιλων εδώ. Ίσα ίσα που πεθαίνουν μαζί. Άρα πεθαίνουν εν αγάπη. Υπάρχει γενικότερη μομφή κατά των λανθασμένων προτύπων και ίσως του τρόπου προβολής τους από τα μ.μ.ε.

8ος τάφος
Ο Σωκράτης των 33 ετών με τον εμφανή συμβολισμό του 33. Ο Σωκράτης φαινομενικά προτρέπει τους νέους ν’ αυτοκτονήσουν. Είναι όμως έτσι ; Το κεφάλαιο δεν υπάρχουν ιδανικά ή επιτυχία έχει να κάνει με το εξής. Ανατινάξου. Να γίνεις ερείπιο. Να βγάλεις άνθη. Στα νέα αυτά άνθη θα βρεθούν ιδανικά. Φυσικά και υπάρχουν ιδανικά και αξίες. Να τα διαμορφώνει όμως ο προσωπικός και συλλογικός μόχθος και όχι η ευμάρεια.

9ος τάφος
Να τονίσω εδώ γιατί είναι εμφανές. Αξίζει να σταθούμε και στο εικαστικό κομμάτι – την εικόνα που συνοδεύει το κάθε επίγραμμα, διότι εδώ η εικόνα είναι σαφώς απόδειξη το ποιους ειρωνεύεται ο ποιητής. Ρήτορας ο κάθε «μέγας μικρός» πολιτικός που ψηφοθηρεί και τίποτε παραπέρα. Τίποτε πιο ουσιαστικό.

10ος τάφος
Μέχρι τώρα δεν είχε χρειαστεί να πω εδώ νομίζω, αλλά στο Μυστικό Νεκροταφείο, είναι ένα εκ των ων ουκ άνευ. Μιλά για τη σιωπή, ίσως και τη σιωπή της χώρας. Μια χώρα που παγώνει (παγωμένο μέλλον) και ομολογία της αποτυχίας.
«δεν κατάφερα να την αναστήσω
μα πριν τη θάψουν, κατάφερα
να κρυφτώ παντοτινά στο φέρετρό της».
Εδώ ακούγεται και Beckett :
«Προσπάθησες. Απέτυχες.
Άνευ σημασίας.
Να προσπαθήσεις ξανά.
Να αποτύχεις ξανά.
Να αποτύχεις καλύτερα».
Είναι ξεκάθαρη λοιπόν ότι υπάρχει μια εσωτερική αρχιτεκτονική στο ποίημα. Επιφανειακή βωμολοχία και ειρωνεία για να μπει στο πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα.

11ος τάφος
Η ευμάρεια καθαρή εδώ. Η υπερ-κατα-ν-άλωση (κούκλες, Βibibo, εκατομμύριο σκουλήκια).
Ερώτημα : Η ευμάρεια είναι το παν;
Η μοναξιά και στο θάνατο ακόμα είναι η 2η οπτική εδώ. Επιμένω όμως στη μηδαμινότητα του χρήματος και των υλικών αγαθών σε πρώτο πλάνο.

12ος τάφος
Εδώ υπάρχει συμβολισμός που δεν αναγνωρίζω. Τον εντοπίζω στα ονόματα Δημήτριο και Γεώργιο.

13ος τάφος
Η θέση του ποιητή απέναντι στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν ορισμένοι το AIDS. Ακούγεται για 2η φορά Σινόπουλος.

14ος τάφος
Δριμύ κατηγορώ στην υποκρισία των ανθρώπων της Εκκλησίας. Προσέξτε το αυτό. Των ανθρώπων. Όχι της Εκκλησίας καθεαυτής. Αυτή είναι ιερή.
«Σατανισμός» : η κυριολεκτική σημασία αναφορά στα γεγονότα εκείνα που είχαν ταράξει το πανελλήνιο τότε και η μεταφορική ό, τι μας πλάνεψε και συνεχίζει να μας δημιουργεί πλάνες ή ομίχλες ώστε να μην έχουμε πρότυπα.

15ος τάφος
Ακόμη πιο φανερή η αποδόμηση. Θα γκρέμιζα. Θα σκότωνα. Θα έκανα κακό. Γιατί ;
Για να φτάσω στα ερείπια μέσα μου. Για να μπορώ να χτίσω. Χτίζω ήδη σε μια πρώτη αντίληψη ότι ο παγκόσμιος πόλεμος του ελέγχου του πλήθους και του διαχωρισμού των λαών ποτέ δεν τελείωσε.

16ος τάφος
Πώς θα μιλούσε ένα παιδί ; Ένα παιδί νεκρό από τους ίδιους τους γονείς και «γονείς»;
Μάθημα αγάπης εδώ.
«Θα σας αγαπώ».

17ος τάφος
Το ιδιαίτερο περιβάλλον της Ζακύνθου και οι λυκοφιλίες μέχρι και διενέξεις με το λογοτεχνικό, χριστιανικό, μασονικό περιβάλλον τοπικά στο νησί.

18ος τάφος
Τι θα κάναμε για τη δημοσιότητα ;
Reality shows.
Mε απλά λόγια: Ξεγελάς έναν λαό με τα ριάλιτι, τον παίζεις σημαντική – ασήμαντη είδηση εναλλάξ. Του στερείς την ικανότητα αντίληψης και διαμαρτυρίας. Φανταστείτε να είχε συμβεί αυτό που περιγράφεται εδώ.
Μα γιατί αυτοκτόνησε η Κατερίνα; Εν κάμερα; 22 ετών.
Πού τη βρήκε τη χειροβομβίδα ; Μήπως ήταν μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης;
Πώς την έχωσε στα γεννητικά της όργανα ; Κι άλλα ερωτήματα. Και πόσο καιρό θα ασχολούμασταν ε ;

19ος τάφος
Φυσικά ύμνος στον Διονύσιο Σολωμό. Ναι περίεργος ύμνος γιατί αρχίζει με βωμολοχία πάλι. Αλλά :
«πήδηξα από τον έβδομο,
μα αντί να πέσω,
πέταξα όπως στα όνειρά μου.
Τώρα, ψηλά στον ουρανό
που βρίσκομαι…».
Είναι ολοφάνερος θαυμασμός και σεβασμός προς την παράδοση που εκφράζει ο Διονύσιος Σολωμός.

20ός τάφος
Εδώ διαφωνώ με έναν συγκεκριμένο στίχο και οι λόγοι είναι καθαρά προσωπικοί. Παρόλα αυτά επειδή κατανοώ  - θέλω να πιστεύω -  που το πάει νοηματικά ο Ζαχαρίας Στουφής θα πω αυτό : Mετανάστες είμαστε όλοι μας.
Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου με τίτλο «Ιερουσαλήμ» και το αναφέρω γιατί υπάρχει παράλληλο εδώ, θα πω :
Κάνεις Επανάσταση
Για να γίνεις δοχείο ή
Έστω ένα κάτι
Να τους χωράς λες όλους
Και φτάνεις στο σήμερα
Για να είσαι
Ξένος ξένη ξένο
Κι όχι ξένιος
Στο ίδιο δοχείο.

21ος τάφος
Ειρωνεία του γιατί να υπηρετήσει ένας Έλληνας ένας Λεωνίδας σε μια Γαλλική λεγεώνα. Ή πιο βαθιά ποιος ο λόγος να υπηρετήσεις ξένα συμφέροντα;

22ος τάφος
Ειρωνεία στον Αλέξανδρο, το γνωστό Μέγα Αλέξανδρο.

23ος τάφος
Εδώ θεωρώ ότι ειρωνεύεται ότι πέρασε ως δάνειο στον πολιτισμό μας από τους Εβραίους. Κυρίως η θρησκεία.

24ος τάφος
Το κλειδί ερμηνείας εδώ θεωρώ πως είναι το δίπολο Δίωξη – Εξαφανίσεις αλλά δε θα κάνω περαιτέρω ανάλυση του τι θέλει να πει. Είναι κάτι υποκειμενικό.

25ος τάφος
Μασονία και φασισμός.
Είναι ξεκάθαρη εδώ η θέση του ποιητή. Και στα δυο αντιτίθεμαι.

26ος τάφος
Έχει γραφεί 27/5/2008 και ακούγεται 3η φορά ο Σινόπουλος. Και φυσικά η απέχθεια φανερή ή κρυφή που έχουμε όλοι μας για τους 300 της βουλής αλλά δεν κάνουμε και τίποτα για να βάλουμε τίμιους εκεί μέσα. Ναι υπάρχουν τίμιοι.
Θα δώσω παράλληλο και να μου επιτρέψεις ξανά να πω αυτό που λες με το δικό μου τρόπο.
2η συλλογή ετοιμάζεται για το 2014 και ποίημα με τίτλο «Μαινάδες».

Μαινάδες
300
ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΤΕ
ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΛΛΙΩΣ
ΕΝΑ ΑΣΤΡΟ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΕ ΦΩΤΙΣΕ
ΜΗ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΩΡΑ ΤΙ
ΤΩΡΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΕΤΑΙ Η ΣΙΩΠΗ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΟΙ
300
ΓΙΑ ΣΦΑΞΙΜΟ
ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΤΙΝΟΙ
ΛΕΞΕΙΣ ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΕΣ
ΠΕΡΑΣΑΝ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΤΣΙ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΜΕ ΕΦΙΑΛΤΕΣ
ΠΟΣΟΥΣ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΓΑΛΑΝΕ ΜΟΥ
ΠΟΣΟΥΣ ΑΚΟΜΑ

Επίλογος
Διαφωνώ ξεκάθαρα όχι με τις ιδέες και τα ζητήματα που θίγει το Μυστικό Νεκροταφείο. Διαφωνώ με την Αισθητική και μόνο. Είναι πολύ πιθανόν, αν ζούσα εποχή Αριστοφάνη να διαφωνούσα και με Αριστοφάνη. Για τα δικά μου κριτήρια την Ποίηση την έχω με ένα συγκεκριμένο ήθος.


«Γράμματα σε νεκρό ποιητή»

Όχι , δε θα ξεκινήσω με τα γράμματα. Απεκδύομαι τη γλωσσολογία των νεκρών ποιητών. Θα ξεκινήσω με τα Α-γράμματα. Πρόκειται για την 9η ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Στουφή (Ιανουάριος 2009) και τη θεωρώ την έως τώρα πιο ώριμη.
Αναρωτήθηκα αρχικά, πάλι Ρίλκε; Δεν ήταν η σωστή ερώτηση. Μα φυσικά Ρίλκε, αφού κι ο Ρίλκε διάβαζε Σολωμό. Η ερώτηση λοιπόν θα έπρεπε να είναι με αναφορά στον Σολωμό.
Αλλά ας γυρίσουμε στον Ρίλκε. Από τα «Γράμματα σε Νέο Ποιητή» διαλέγω ένα συγκεκριμένο απόσπασμα, σχετικά μικρό και εύστοχο, που θα το δώσω ως παράλληλο στο τέλος.
Πρέπει να δικαιολογήσω κάπως το πιο ώριμη. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι το προφανές εδώ περί έρωτος και θανάτου. Είναι ότι συνειδητά ο ποιητής εδώ γράφει λίγο πιο ερωτικά, όχι γιατί αποκρίνεται σε ένα υποκείμενο απαραίτητα, αλλά είναι ερωτευμένος ήδη με τη γραφή. Αυτό εξηγεί και η πρώτη λέξη : Γράμματα που ταυτόχρονα είναι και Α-γράμματα, διότι δεν απευθύνονται σε Νέο ή Ζώντα αλλά σε νεκρό, που σημαίνει ότι υπάρχουν 2 επιλογές. Ή ο νεκρός να μάθει να μιλάει ( ξέρει αλλά απαιτείται να μάθω κι εγώ τη γλώσσα του ) ή να γυρίσουν πίσω στον αποστολέα τα γράμματα. Λέξη κλειδί το ρήμα «έσκαβες», καθώς και η παρενθετική χρήση των δευτερευουσών υποθετικών προτάσεων. Φαινομενικά παρενθετική. Δομικά από την άποψη του νοήματος απόλυτα απαραίτητη η υπόθεση (επίθετο αμνήμων, ηχηρό εν σιωπή, στο κέντρο δεσπόζον).
Μνήμη και φαντασία ένας άξονας. Για μένα όνειρο και θάνατος ονείρου ή πιο απλά ζωή και αλλαγή ζωής. Στη σελ. 7, καθώς έχουμε μικρά, επιγραμματικά σχεδόν ποιήματα, δεσπόζει ο στίχος :
«στα μεγάλα κενά του λόγου σου / στην απουσία σου από τη γραφή». Εδώ ειδικά στο «απουσία από τη γραφή» είναι κόμβος. Περνάει το Είναι. Περνάει το Μη είναι. Περνάει ο Χρόνος. Περνάει η γραφή. Ναι, ακόμα κι αν λείπεις.
Η σελ. 8 θεωρώ επιβεβαιώνει αυτό που ειπώθηκε ( επιτηδευμένα ερωτικός όχι με υποκείμενο αλλά με την ίδια τη γραφή ) . Σημαντικό ρόλο βέβαια σε αυτό έχει και το β΄ενικό πρόσωπο, κάτι που δε μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα, και σίγουρα όχι σε τέτοια έκταση. 
Απομονώνω πάλι ορισμένους στίχους γιατί μου πιστοποιούν το ζήτημα των επιλογών στο οποίο αναφέρθηκα.
«ίσως γιατί δεν φτάνει εκεί ταχυδρόμος / δεν απαντάς στα γράμματά μου / ίσως γιατί δε σου τα στέλνω».
Η σελ.9 κι αν έχει σχολιασμό. Καταρχήν μου θυμίζει έντονα το ακόλουθο σύντομο ποίημα του Χένρι Ντέιβιντ Θόρο:
«Πήγα στα δάση, γιατί ήθελα να ζήσω λεύτερος, γιατί ήθελα ν' αντικρίζω μόνο την ουσία της ζωής, και ήθελα να δοκιμάσω, αν μπορώ να μάθω εκείνο που είχα χρέος να διδάξω. Και τότε ένοιωσα πως, ενώ πήγα να πεθάνω κοντά τους δεν είχα ακόμη ζήσει.»
Και ουσιαστικός στίχος για μένα εδώ «Τόσοι δάσκαλοι πνιγήκανε στο άρρητο». Μου θυμίζει αυτό που λέγανε στο χωριό μου αν είχα χωριό… πίνεις νερό νομίζεις / μα το νεράκι μέσα θε σου… Δάσκαλος μετανάστης με όνομα ή χωρίς όνομα. Δάσκαλος μετανάστης. Τι ποίημα να γράψεις μπροστά στο άρρητο;
«κι ο Δάντης»
Να σου κι η Θεία Κωμωδία. Και μαζί με το Δάντη, ίπταται αθόρυβα ένας Καβάφης «για να επιστρέφεις» ή το καβαφικό «επέστρεφε».
Ταΰγετος : επόμενος στίχος και συνεχίζονται οι απανωτές πιστολιές. Αναφορά σε ένα σύμβολο του Ν. Βρεττάκου. Γενικότερα, ο Ταύγετος, ενώ δεν είναι το ψηλότερο βουνό, ίσως είναι το πιο σκληρό της ελληνικής γης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που εδώ γυμνάζονταν οι Σπαρτιάτες.

1

Σύμφωνα με τη μυθολογία της φιλοσοφίας επίσης είναι και ο τόπος θανάτου του Εμπεδοκλή. Στη διαχρονία των συμβολισμών στο ίδιο βουνό τοποθετείται και ο θάνατος του τελευταίου ίσως μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, τον οποίο ευτύχησα να έχω καθηγητή. Να θυμηθώ μια ρήση που έχει άμεση σχέση με  τον σχολιασμό των παραπάνω στίχων. Είναι δε πιθανό να γράφηκε σε κάποιον από τους περιπάτους στο βουνό. Έλεγε λοιπόν ο καθηγητής «Να σέβεσαι ένα δέντρο περισσότερο από ένα βιβλίο». Κλείνω εδώ την παρένθεση για το άρρητο.                                                               
Από το «αφιέρωσε το πνεύμα σου στην κάθοδο» σελ.9 ως και ολόκληρη η σελ.10 , διαβάζει σωστά ο Ζαχαρίας τη ραψωδία Λ της Οδύσσειας ( Νέκυια) με την έννοια ότι η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ουσιαστική μελέτη της ιδέας του θανάτου. Ιδέα που δουλεύτηκε αρκετά εν συνεχεία κυρίως από την τραγική ποίηση στο σημείο μάλιστα να αναπαρίσταται ακόμα και ο θάνατος πάνω στη σκηνή όχι για να προκληθεί σοκ αλλά για να εξοικειωθεί ο θεατής και να προβληματιστεί στο τρίπτυχο πράξεις – επιλογές – θάνατος. Δεν επιλέγω στίχους  εδώ, ολόκληρη η σελ.10 είναι ένα άρτιο ποίημα. Σχεδόν το ίδιο για τη σελ.11 , εδώ απομονώνω 1 σημείο «ναυάγια ποιήματα κάτω από ποιήματα». Σελ.12 καβαφικού ήχου ανάγνωσμα «Να μ’ επισκέπτεσαι». Η σελ.13 επίσης άρτιο με έμφαση στους 3-4 πρώτους και τον ένα τελευταίο στίχο. Σελίδα 14 οι διπλοί άξονες Κορυφή – Κάθοδος, Ύψος – Πτώση, τόπος Καιάδας.
Και θ΄ αναρωτηθώ εδώ  η πτώση μας δεν ήταν πάντοτε το αρχικό σημείο ανάμνησης του πόνου για να ξεκινήσει η πορεία προς τη κορυφή και πάλι αμφίδρομα πίσω ;
Παγκόσμια γλώσσα όπως λες παγκόσμια καρδιά. Απόλυτη ποίηση. Η σελ.15 θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως τολμηρή αλλά για να τη συλλάβουμε πλήρως πρέπει να φτάσουμε στο τέλος και στη φράση από «λάθος σε λάθος». Δε θα πω εδώ θέλει να πει. Αυτό είναι ουτοπικό διότι δεν είναι μαθηματικά ή αρχαία να συντάξουμε απόλυτα. Όμως η ίδια η Ποίηση αφεαυτή είναι Απόλυτη. Και ως Απόλυτη θα μαστιγώσει, αν δεν πας με σιωπή. Ή αν δεν πας μ’ ένα  45αρι με πολλούς γεμιστήρες να εκτελείς αυτά που νομίζεις ότι ήξερες. Τίποτα δεν ξέρεις και τίποτα δε θα μάθεις.
Η σελ.17 άρτια. Δεν έχω λόγια και δεν είναι θαυμασμός. Και η σελ.18 το ίδιο δυνατή.
Η σελ.19 εμφανίζει για πρώτη φορά την λέξη έρωτα στο στίχο «καμένα χωράφια οι πληγές του έρωτα / κι εγώ ξυπόλητος».
Πλέει ο ποιητής στον έρωτα. Πλέει ο άνθρωπος. Δε μπορεί να μην αποδεχτεί την πλευστότητα του έρωτα. Ο έρωτας τον παρασύρει. Ωστόσο ο έρωτας είναι « πέλαγος απύθμενο», οπότε μάλλον θα ναυαγήσεις στη στεριά.
Η σελ.20 επίσης άρτια – παραβολή με τον Ιωνά «προφήτης ποιητής με κήτος τη σιωπή».        
Η σελ.22 … ο άξονας είναι το Φεύγω – Έρχομαι με άλλες μορφές είτε άσπρο και μαύρο είτε σε ρήματα – καλωσορίσω, καταπίνει. Έντονη χρήση αντιθέσεων.
Η σελ.23 «αυτό που ακούγεται είναι ο φόβος» δεσπόζων στίχος εδώ.
Η σελ.24 πραγματικά υπέροχη. Είναι κομμάτια που θα ήθελα να τα έχω γράψει. Σε αφήνει με την αίσθηση ότι αυτά δεν είναι ημερολόγια σιωπής.
Γιατί δεν είναι ;
Θα τα έλεγα ημερολόγια καταστρώματος όχι για να παραπέμψω στον Γ. Σεφέρη. Τι καταστρώνεται εδώ ; Όλα αυτά που δεν ολοκλήρωσα. Αυτό είναι το άρρητο. Αυτό είναι το απόλυτο. Αυτό είναι ο Έρωτας κι ο Θάνατος. Πώς να μην είναι ερωτευμένος με αυτό ο ποιητής;  Το   -δεν -  εδώ υπάρχει 7 φορές. Δεν είναι τυχαίο. Επτά. Κάθε μέρα δημιουργίας αντιστοιχεί σε ένα δεν.
Κάθε δεν και όλα τα δεν
Ενώνονται σε ένα δεν
Δεν έγραψα ( όχι δεν πρόλαβα να γράψω ή δεν τα κατάφερα λόγω δυνατοτήτων αλλά δεν έγραψα… με νίκησε το άρρητο).

2

Εδώ προστίθεται κι ένα Μετατέλος με ελάχιστα επιγραμματικά.
Στη σελ.26 η φράση « μόνο με πένθος προσεγγίζεις τη σιωπή» απηχεί βαθιά και ουσιαστική φιλοσοφία της ζωής, άρα και του θανάτου. Για να εξασκηθείς στη σιωπή , χρειάζεται θάνατος. Άρα κάτι ήξεραν οι αρχαίοι τραγωδοί που μιλούσαν για κάθαρση. Κάθαρση ο θάνατος. Πένθος. Και αρχίζεις να μελετάς τη σιωπή. Η τέλος μετά – τέλος περίοδος στη σελ.27 είναι η αρχή. Η επανάληψη. Ουσιαστικά δεν έχουμε γραφή. Έχουμε επ-ανα-γραφή. 
Κλείνοντας με τα υπέροχα ολοκληρωμένα από άποψη δαιμονικής πυρίτιδας ποιήματα των σελίδων 28-29 τα οποία και παραθέτω αυτούσια:

σελ.28

Στο μετατέλος δεν βγαίνουν δάκρυα
δεν υπάρχουν αξίες
Εκεί που τίποτα κανείς δεν περιμένει
τίποτα δεν κοστίζει σε κανέναν
Περιττές οι επαναστάσεις
Είναι το πιο ακίνητο ταξίδι
μέσα στις μαύρες τρύπες του μυαλού
εκεί που αναβλύζουν τα ποιήματα

Η σιωπή είναι η μόνη ένδειξή του

και σελ.29

Ενώ εσύ μπορεί να μη ζεις
εγώ μπορεί να μην έχω πεθάνει
βρισκόμαστε πάλι
στη μακρινή πατρίδα των χαμένων
Ό, τι τελειώνει δεν σημαίνει πως πεθαίνει

 σας αφήνω με τον επίλογο σκέψη κρυφοερώτηση αγωνία του Ζαχαρία Στουφή:

«Το τέλος δεν αρκεί να δοξαστούμε
 στο μετατέλος επενδύουμε το λαμπρό».

Πραγματικά εδώ αισθάνομαι ότι δε θέλω να μιλήσω άλλο. Μόνο να διαβάσω ξανά και ξανά, όχι ότι θα καταλάβω, αλλά να, κάπως έτσι περπατά γυμνοσάλιαγκας η σιωπή στο πέλαγο.


3

Δίνω και το σχετικό παράλληλο από το ποίημα Γράμμα σε Νέο Ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε για το συγκεκριμένο σημείο, στο οποίο αναφέρθηκα και όχι για ολόκληρο το έργο του Ζαχαρία.


«Πιστεύω πως όλες σχεδόν οι θλίψεις μας είναι στιγμές ψυχικής έντασης, που τις υπομένουμε σα να μας πέτρωσε κάποια παράλυση, τρομαγμένοι επειδή νοιώθουμε πως τα ξαφνιασμένα αισθήματά μας δε ζούνε πια· επειδή μείναμε μόνοι με το Ξένο εκείνο που εισχώρησε μέσα μας· επειδή στερηθήκαμε όλα κείνα που μας είχε δέσει μαζί τους η συνήθεια και η εμπιστοσύνη· επειδή στεκόμαστε καταμεσής σ' ένα πέρασμα, όπου δε μπορούμε να σταθούμε άλλο. Γ' αυτό περνάει η θλίψη από κει: το Καινούργιο, το Άγνωστο, πού χει σταλάξει εντός μας, εισχώρησε στην καρδιά μας, έφτασε ως τις πιο μύχιες γωνιές της, και μάλιστα δεν είναι πια εκεί, - είναι στο αίμα μας μέσα.
Κι έτσι δεν ξέρουμε τι έτρεξε. Εύκολα θα μπορούσαν να μας πείσουν πως δεν έτρεξε τίποτα, κι ωστόσο έχουμε αλλάξει όπως αλλάζει ένα σπίτι άμα μπει κάποιος ξένος μέσα. Δε μπορούμε να πούμε  π ο ι ο ς  ήρθε, δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ, πλήθος σημάδια όμως δείχνουν, πως έτσι, μ' αυτόν τον τρόπο, εισχώρησε εντός μας το Αύριο, για να μεταμορφωθεί μέσα στη δική μας υπόσταση πολύ πριν έρθει η ώρα του να πραγματωθεί στην εξωτερική μορφή του.                   
Να γιατί είναι τόσο σημαντική η μοναξιά και η αυτοσυγκέντρωση σαν είσαι θλιμμένος: επειδή η στιγμή αυτή που μοιάζει (επιφανειακά) άδεια και πετρωμένη, η στιγμή αυτή όπου το Αύριο σταλάζει εντός μας, είναι πολύ κοντύτερα στη ζωή από κείνη την άλλη στιγμή, όπου το Αύριο μας έρχεται μέσα στο θόρυβο, τυχαία και μοιραία λες, σα να μας το επιβάλλουν απ' έξω.                         
Όσο πιο σιωπηλοί, πιο καρτερικοί, πιο συγκεντρωμένοι είμαστε τις ώρες της θλίψης μας, τόσο εισχωρεί πιο βαθιά και πιο άσφαλτα το Καινούργιο, το Άγνωστο, εντός μας, τόσο το καταχτούμε πιο πλέρια, τόσο περισσότερο γίνεται, αυτό,  Μ ο ί ρ α  μας· κι όταν μια μέρα, αργότερα, η μοίρα μας «πραγματωθεί» (δηλαδή ξεφύγει από μέσα μας και «προβληθεί» στους άλλους), τότε θα νοιώσουμε πως συγγενεύει στενά με το εσώτατο Είναι μας. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει – κι αυτός είναι ο δρόμος που θα διαβεί η εξέλιξή μας – να μην ανταμώσουμε στην πορεία μας παρά μόνο εκείνο που μας ανήκει από πολύν καρό τώρα. Η επιστήμη αναγκάστηκε τόσες και τόσες φορές ν’ αλλάξει τις ιδέες της πάνω στην κίνηση·  έτσι κι εδώ, σιγά-σιγά θα διδαχτούμε πως αυτό που ονομάζεται Μοίρα δεν έρχεται απ’ έξω στον άνθρωπο, μα βγαίνει από τον άνθρωπο τον ίδιο.      
Επειδή τόσοι και τόσοι δεν «απορροφήσανε»  τη μοίρα τους, όταν ήταν ακόμα εντός τους, και δε μεταμορφωθήκανε στα μύχια τους – γι’ αυτό και μόνο, δεν την αναγνωρίσανε την ώρα που ξέφευγε από μέσα τους για να «πραγματωθεί». Τους φάνηκε, τότε, τόσο ξένη που, μέσα στην ταραχή και τον τρόμο τους, νόμισαν πως η μοίρα αυτή τους άγγιζε τώρα μόλις για πρώτη φορά – τώρα που θα μπορούσαν να ορκιστούν πως ποτέ πριν δεν είχαν ανταμώσει εντός τους κάτι όμοιό της. Όπως τόσον καιρό γελιόμαστε πάνω στην κίνηση του ήλιου, έτσι γελιόμαστε, ακόμα τώρα, πάνω στην πορεία των μελλούμενων. Το Αύριο στέκει ασάλευτο, (...), ε μ ε ί ς κινούμαστε αδιάκοπα μέσα στο απέραντο διάστημα...»

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Τα παπουτσάδικα, τα παπούτσια, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και ο πολιτισμός

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Κάθε χρόνο, τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, επιστρέφω στα ίδια και τις ρίζες μου. Μ’ άλλα λόγια «μπαίνω τη Χώρα» -κατά την προσφιλή ζακυνθινή έκφραση- και ξαναζώ όλα αυτά, που θεμελιώνουν, για εκείνη την περίοδο, τον πολιτισμό μας και στιγματίζουν την ζωοφόρο διαφορετικότητά μας.
   Έτσι έγινε και φέτος. Ξανά στα δικά μου, μια και, σαν καθαρά αστός, δεν μπορώ να καταλάβω αλλού την σημασία των ημερών και επιστρέφω εκεί που μεγάλωσα και πρωτογνώρισα την αξία των πραγμάτων.
   Κάποιο μεσημέρι, λοιπόν, εκεί προς την αρχή της εορταστικής αυτής περιόδου, που είναι, με την προσμονή της και η ουσία της υπόθεσης, όπως κάθε προεόρτια περίοδος, ανασκαλίζοντας την μνήμη μου, στράφηκα προς την βιβλιοθήκη μου, την οποία έχω αφήσει ανέπαφη, παρά την αυτοεξορία μου στην εξοχή, που εκεί έχει σχηματισθεί δεύτερη και μεγαλύτερη  και έβγαζα βιβλία, που τα ξεφύλλιζα, ή τα διάβαζα επιλεκτικά και αποσπασματικά.
   Εντελώς τυχαία, που λέτε, αν υπάρχει το τυχαίο και δεν είναι όλα προγραμματισμένα και επιζητούμενα, έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό τεύχος του αξιόλογου περιοδικού Οδός Πανός, το οποίο για χρόνια εκδίδει τακτικά και επιμελώς ο γνωστός ποιητής Γιώργος Χρονάς. Ήταν το τεύχος 32, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Μαρία Κάλλας, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα χρόνων από το θάνατο της μεγάλης ντίβας. Αυτός ήταν και ο λόγος που το διάλεξα απ’ όλα τα άλλα τεύχη και το ξεφύλλισα με προσοχή.
   Σημαντικά τα όσα ήταν στις σελίδες του γι’ αυτήν και πολύ ωραίες και αξιόλογες οι φωτογραφίες, που συνόδευαν τα κείμενα. Εκείνο, όμως, που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου και στάθηκε αφορμή για το σημερινό μου κείμενο, δεν ήταν η μεγάλη Ελληνίδα -τι Ζακυνθινός, εξάλλου, θα ήμουνα, αν ακολουθούσα τον κανόνα; - αλλά μια συνέντευξη του πολυσυζητημένου Αλέξανδρου Ιόλα, η οποία δημοσιεύεται, εκτός αφιερώματος, αλλά όχι και ύλης, προς το τέλος του τεύχους του περιοδικού.
   Εκεί, μεταξύ των πολλών άλλων ενδιαφερόντων, ο γνωστός συλλέκτης παρατηρεί εύστοχα και σωστά, απαντώντας στην ερώτηση του δημοσιογράφου, για το πώς βρίσκει «το ότι στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει μια μεγάλη κίνηση γύρω από τα καλλιτεχνικά, ενώ πολλές γκαλερί οργανώνουν περισσότερες εκθέσεις ακόμη και από αυτό το Παρίσι»: «Το Κολωνάκι είναι γεμάτο παπουτσάδικα, όμως στους δρόμους του δεν βλέπεις να φοριέται ούτε ένα ωραίο παπούτσι». Και μάλλον έχει απόλυτο δίκιο. Ας αντιδράσουν οι πολλοί. Γνώμη μπορεί να έχει μόνο ο γνώστης και ο ειδικός.
   Φλυάρησα τόσο, κάνοντας έναν αρκετά μεγάλο πρόλογο, τέτοιον, που θα με απέρριπταν οι φιλόλογοι, για να καταλήξω στα δικά μας και να μεταφέρω όλα τα παραπάνω στην πραγματικότητα του νησιού μας, το οποίο μπορεί εικονικά να προοδεύει, αλλά μάλλον φαίνεται να παραμένει στάσιμο, στο χώρο, τουλάχιστον, του πολιτισμού.
   Εκδηλώσεις σίγουρα γίνονται στον τόπο μας και μάλιστα πολλές και συχνές. Τόσες, που συχνά συμπίπτουν και το ίδιο βράδυ πραγματοποιούνται συγχρόνως δύο και τρεις, αρκετές φορές, από αυτές και το κοινό, που ευτυχώς, έστω και μιας κάποιας ηλικίας, υπάρχει, δεν ξέρει το ποια να πρωτοδιαλέξει. Υπάρχει, όμως, πολιτισμός; Υπάρχει καλλιέργεια και παιδεία σε τούτο τον τόπο ή απλά και μόνο γεμίζουμε το κενό μας και ικανοποιούμε την φιλοδοξία μας, με κάτι που το θεωρούμε εύκολο και απλό, ενώ στην πραγματικότητα είναι δύσκολο και πολυσύνθετο;
   Υπάρχει αναμφίβολα πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά τα Επτανησιακά Φύλλα έκλεισαν, μη έχοντας υποστηρικτές και κοινό ουσιαστικό, που θα τα στήριζαν και θα τα θεωρούσαν απαραίτητα και είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του νησιού μας, από τον καιρό της ελευθεροτυπίας, που μείναμε δίχως περιοδικό.
   Καθαρόαιμο, επίσης, βιβλιοπωλείο δεν υπάρχει, αλλά όσα βρίσκονται στο μέρος μας πουλούν γραφική ύλη, σάκες και γομολάστιχες, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
   Θεωρούμε πολιτισμό ένα χορευτικό συγκρότημα, αμφίβολης ποιότητας και άντε και μια μετάκληση «Ομιλίας», έτσι για να γεμίσουμε την ώρα. Αντιγράφουμε και δεν δημιουργούμε. Πιθηκίζουμε και μηρυκάζουμε. Αν κάτι πετύχει, εμείς δημιουργούμε ένα κακέκτυπο, για να βγάλουμε την κακία μας. Η ύπαρξη των διαφόρων συλλόγων είναι στο να αντιγράφουν, σαν κακές φωτοκόπιες, τους διπλανούς. Αναπαράγουμε μια χρυσή μετριότητα και καλλιεργούμε έναν έντονο επαρχιωτισμό. Γι’ αυτό, ενώ έχουμε πήξει στις πολιτιστικές εκδηλώσεις, στην ουσία παραμένουμε απολίτιστοι. Και αυτό επειδή λείπει η γνώση. Επειδή απουσιάζουν οι ειδικοί.
   Σήμερα η Ζάκυνθος έχει, όπως πάντα, αξιόλογους ποιητές, αλλά δεν διαβάζει, όπως παλιότερα, ποίηση. Έχει σημαντικούς ζωγράφους, αλλά οι πίνακες που κρέμονται στα σαλόνια των σπιτιών μας και σε διάφορους δημόσιους χώρους δείχνουν την ακαλαισθησία μας. Λέει πως έχει θεατρική παράδοση, αλλά το αστικό της κέντρο δεν διαθέτει καμιά σκηνή. Γι’ αυτό μάλιστα δεν φταίει η εξουσία και η διοίκηση, αλλά το κοινό που δεν ενδιαφέρεται ουσιαστικά.
   Μακάρι να είναι λιγότερα τα «παπουτσάδικα» και περισσότερα τα καλαίσθητα «παπούτσια». Τότε θα μπορούμε να μιλούμε υπεύθυνα και δεν θα κάνουμε πανηγυρικούς της πεντάρας, ούτε θα επιπλέουν οι φελλοί.
   Γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως «είμαστε το νησί του πολιτισμού» και να κινδυνεύουμε να πάμε από τροχαίο σε… πεζόδρομο.

    Ας σοβαρευτούμε!

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΒΙΒΙΑΝΝΑ (ποίημα)


Sculpture by Opy Zouni
Ζούσε σε ένα από εκείνα τα παλαϊκά διαμερίσματα της οδού Πατησίων. Όσοι την γνώριζαν στην όψιμη νεότητά της επισημαίνουν την περιφρόνησή της προς τους γόηδες που τη διεκδικούσαν. Πλούσιοι, συνήθως νέοι με ευρωπαϊκές σπουδές και αφομοιωμένους τους στίχους των ρομαντικών που γρήγορα λησμονούσαν το ενδιαφέρον τους και αποτραβιόνταν με τρόπο, εμπρός στην υποτιμητική της στάση.
Πάψαν να νοιάζονται οι νέοι εκείνοι, λοιπόν όταν την είδαν με μαχαιρωμένο το πρόσωπο και κυκλοφόρησε η φήμη πως μια ύποπτη φιλία στοίχισε την εφηβική της ομορφιά. Την λησμόνησαν, καθώς εκείνους που γερνούν αποφασισμένοι να σκοτωθούν κάτω από τις πρωινές, ηλιόλουστες τοπογραφίες. Κανείς δεν αναρωτήθηκε, κανείς δεν είπε, Βίβιαν, τι έχει πάθει το στόμα σου, ποιος στο χάραξε με το μαχαίρι; Ποτέ ξανά ο ολοζώντανος παλμός της Βίβιαν, ποτέ ξανά.
Μόνη, σαν κέρινο πρότυπο, συνιστά στο βάθος του ναού το τελευταίο, νεκρό μοντέλο της άλλοτε, καταξιωμένης φλαμανδικής σχολής. Σε όλη την Πατησίων χορεύουν τα κατάμαυρα πανιά και σ’ όλη την Πατησίων τα ακίνητα σπίτια, οι αρχαίοι Αχαιοί σε όλη την Πατησίων και οι άλλες φυλές.
Βίβιαν, λευκά υπόσχομαι θα κάνουν τα γόνατά σου οι ευλαβικοί μου ασπασμοί, όλο ομίχλη πια το πρόσωπό σου, σαν από γάζες, Βίβιαν. 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ


Το μεσημέρι ήρθαν εκείνοι της δημοτικής αρχής. Κοινοποίησαν την απόφαση του συμβουλίου. Μέχρι τον επόμενο χειμώνα τούτα τα ορφανά θα οδηγηθούν στις παλιές προσφυγικές κατοικίες της οδού Αλεξάνδρας. Εδώ, είπαν, θα κτιστεί ένα σπουδαίο κτίριο, ίσως να στεγαστεί μια δημόσια υπηρεσία, η πρόσοψή της θα φέρει μια ψυχική, χρωματική σύνθεση. Στην οροφή, είπαν θα υπάρχουν αντίγραφα των μουσών, χωμένα μες στις πτυχώσεις της σκεπής. Πάει να πει, καμιά θέση για τις μνήμες των πουλιών. Ύστερα φύγαν, χαμογέλασαν με ευγένεια, τα μάτια τους λένε κρέμονταν με καρφιά από τα πρόσωπα. Προδομένα βλέμματα. Όταν απομακρύνθηκαν ακούστηκε το φοβερό φτεροκόπημα των παιδιών, ξεχύνονταν από τις κάμαρες, γαντζώνονταν στις σκεπές και τους ανεμοδείκτες, οι μοναχές χειροκροτούσαν μέσα από τα θολά παράθυρα τα ανθρώπινα σώματα που είναι πάντα ένας πόνος βαθύς. Έτσι στριμωγμένα τα παιδιά το ένα μες στο άλλο, πετούσαν και άφηναν ψιλές, πουλίσιες φωνές και ξερνούσαν όλη τη σκόνη του κόσμου. Ως αργά γεύονταν το ωραίο γλυκό της ζωής, την ανυποψίαστη μοίρα του χρόνου που μας παρασέρνει, το φωταγωγημένο σταυρό του γειτονικού ναού. 

Έπειτα αποκοιμήθηκαν στα κλαδιά των δέντρων και πέρα ειρηνική η μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ με τις χρυσές πηγές, τα ανεξάντλητα μυστικά. Την ερημιά του ύπνου.

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική του Γιάννη Γούνα]

Άννα Τσουκαλά Κουφού: ΣΗΜΕΡΑ (ποίημα)


Σήμερα κιόλας
θα λαξέψω τα φύλλα της ελιάς
της πικροδάφνης τ’ άνθος
της καρυδιάς το περικάρπιο.
Κάθε ανατολή
θ’ αποτυπώνω
το χαμόγελο της μέρας
στο κορμί της θάλασσας,
όταν δελφίνια τραγουδάνε,
θα ζωγραφίζω
της καρδιάς τα χαμόγελα
μ’ ένα μαργαριτάρι
Στην άκρη των ματιών σου
μ’ ένα  στεφάνι αγριελιάς στην κατοχή σου
θα διώξεις την οδύνη
θα θέσεις  θρόνο στην ελπίδα!


[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική του Γεωργίου Χαζαρίδη]

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Τελευταία, έχω χάσει όλο μου το κέφι, έχω αφήσει όλες μου τις συνήθειες. Κι αλήθεια είναι τόσο βαριά η διάθεσή μου, που αυτό το ωραιότατο συγκρότημα, η γη, μου φαίνεται σαν ένα άγονο ξερό ακρωτήρι. Αυτός ο εξαίσιος πέπλος, ο αιθέρας, αυτό το δυνατό στερέωμα που κρέμεται από πάνω μας, αυτή η μεγαλόπρεπη σκεπή η κεντημένη με χρυσό φως - ε, σε μένα  φαίνονται μόνο σαν συμπυκνωμένοι αχνοί βρωμεροί και μολυσμένοι. Τι αριστούργημα ο άνθρωπος! Τι ευγενικό το πνεύμα του! Τι απεριόριστη η ικανότητά του! Η μορφή του, η κίνηση, τι έκφραση, τι θαύμα! Στην πράξη αγγελικό πλάσμα! Στη νόηση τι Θεός! Η ομορφιά του κόσμου! Το πρότυπο των ζώων! Και μολοντούτο τι  ΄ναι για μένα η πεμπτουσία αυτής της σκόνης;»
                                                                                                (Άμλετ)

Κάπως έτσι φαίνεται να μονολογεί ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως στους μελαγχολικούς μονόλογους της δυτικής λογοτεχνίας, όπου οι ήρωες έχουν την τάση να αυτοκατηγορούνται, γιατί δεν μπορούν να αντιληφθούν το μεγαλείο της θείας δημιουργίας…
Είναι άραγε η μελαγχολία πηγή θείας έμπνευσης, θανάσιμο αμάρτημα, ένδειξη ιδιοφυΐας ή νόσος; Είναι γεγονός ότι η μελαγχολία αποτελεί ένα από τα κύρια θέματα του δυτικού πολιτισμού. Από τον Αριστοτέλη και το Γαληνό ως τον Robert Burton και από τους πατέρες της εκκλησίας ως τον Φρόιντ, η δυτική σκέψη, προσπαθεί να περιγράψει και να ερμηνεύσει το φαινόμενο της μελαγχολίας, προβάλλοντας κάθε φορά μια διαφορετική πτυχή του. Παράλληλα, οι εικαστικές τέχνες και η λογοτεχνία αξιοποιούν δημιουργικά τον πολυδιάστατο λόγο περί μελαγχολίας, εμπλουτίζοντάς τον διαρκώς.
Ο  πολιτισμός μας φαίνεται να απορρίπτει το γκρίζο και το μαύρο και να υιοθετεί μόνο το χρωματισμό της ζωής όπως γίνεται και με τη μόδα του χρωματισμού των παλιών ασπρόμαυρων ταινιών… Μια κοινωνία που αμύνεται ενάντια στην τραγική αίσθηση της ζωής θεωρεί την κατάθλιψη  εχθρό της, μια νόσο χωρίς λύτρωση. Κι όμως σε μια  κοινωνία, αφιερωμένη στο φως, η κατάθλιψη είναι ασυνήθιστα ισχυρή ως αντιστάθμισμα.
Η ψυχή μας εμφανίζεται με μια ποικιλία χρωμάτων και η φροντίδα της απαιτεί να προσέξουμε τους τρόπους με τους οποίους παρουσιάζεται η ψυχή. Όταν λοιπόν έρθουμε αντιμέτωποι με τη μελαγχολία και την κατάθλιψη,   θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε «Τι δουλεία έχει εδώ; Μήπως παίζει κάποιο ρόλο απαραίτητο και πρέπει να ψάξουμε τις αποσκευές της;» Ιδιαίτερα δε με την κατάθλιψη  που είναι μια έννοια συγγενής προς το αίσθημα της θνητότητας, θα πρέπει να θωρακιστούμε ενάντια στην απόρριψη του θανάτου που πολύ εύκολα σήμερα υιοθετούμε.  Στις κυκλικές διαδρομές της ψυχής μας η κατάθλιψη φαίνεται να κατέχει σεβαστό θρόνο κρατώντας τις σκέψεις και τα συναισθήματα της σκοτεινής διάθεσης, που είναι πολύτιμα όσο και η έκφραση στοργής για τα συναισθήματα της αγάπης. Το κενό και η γκρίζα θωριά της κατάθλιψης  φέρνουν στην επιφάνεια και μας βοηθούν να αρθρώσουμε σκέψεις που διαφορετικά παραμένουν κρυμμένες πίσω από το παραπέτασμα μιας ελαφρύτερης διάθεσης. Έτσι η ζωή διευρύνει την οπτική της, ακολουθεί δρόμους μιας νέας φαντασίας που προκύπτει από την κενότητα, την έλλειψη ενθουσιασμού και την απώλεια των οικείων γνώσεων και δομών της ζωής.
Για την ψυχή, η κατάθλιψη είναι μια μύηση, μια ιεροτελεστία μετάβασης και ως τέτοια αποτελεί σημαντική αυταξία. Η κενότητα αυτή μπορεί να είναι μεστή συναισθημάτων, εικόνων κάθαρσης, και της αίσθησης της μετάνοιας και της απώλειας.
Κάποτε, πριν από  εξακόσια χρόνια η μελαγχολία ταυτιζόταν με τον Κρόνο. Το να έχει κανείς μελαγχολία ή κατάθλιψη σήμαινε ότι βρισκόταν «υπό την επήρεια του Κρόνου» κι ένα άτομο με χρόνια μελαγχολία ονομαζόταν «παιδί του Κρόνου». Στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης κινδυνεύουμε να γίνουμε  κι εμείς παιδιά του Κρόνου . Στις πόλεις μας και τα χωριά μας , τα κλειδαμπαρωμένα σπίτια και οι χρεοκοπημένες επιχειρήσεις σηματοδοτούν την οικονομική  και κοινωνική κατάθλιψη. Θεωρούμε  αυτή την ψυχολογική στάση ως κυριολεκτική αποτυχία και απειλή, ως δυσάρεστη έκπληξη που διακόπτει τα  υγιή σχέδια και τις προσδοκίες μας. Μήπως θα πρέπει να εξευμενίσουμε τον Κρόνο ενσωματώνοντας τις αξίες του στον τρόπο της ζωής μας;
Εάν αναγνωρίσουμε ότι η κατάθλιψη είναι μία από τις πλευρές της ψυχής μας και το εισαγάγουμε στις σχέσεις μας τότε καλλιεργούμε τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Το να κρυβόμαστε σε σκοτεινές γωνιές καταλήγει σε απώλεια της ψυχής και μάλλον την είχαμε χάσει όλα αυτά τα χρόνια της δανεισμένης ευμάρειας.
Όπως ο πόνος ευεργετεί, γιατί θωρακίζει τον άνθρωπο από παντοειδείς εγωισμούς και του θυμίζει τη θνητότητά του, έτσι και η κατάθλιψη -πόνος και αυτή- αποτελεί ανεκτίμητο δώρο της ζωής.
Ο Κρόνος θεωρείται ψυχρός λόγω της θέσης του (είναι ο πιο απομακρυσμένος πλανήτης από τον ήλιο) θεωρείται ως υπεύθυνος για την ψυχρή και εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία του μελαγχολικού. Ταυτόχρονα, ως ο πιο απομακρυσμένος πλανήτης από τη γη, εμπνέει πνευματικές αναζητήσεις, οι οποίες δηλώνονται με τα σύμβολα του ταξιδιού , της ανοιχτής θάλασσας… Ας αφιερώσουμε στον Κρόνο ένα κιόσκι, όπως είχαν μερικοί κήποι στους χρόνους της Αναγέννησης, ένα κιόσκι σκιερό, σκοτεινό, απομακρυσμένο μέρος όπου θα μπορεί κανείς ν΄ αποσυρθεί χωρίς να φοβάται ότι μπορεί να τον ενοχλήσουν. Θα μπορούσαμε ως φίλοι και σύμβουλοι να παραχωρήσουμε τον κατάλληλο χώρο για τέτοια αισθήματα, χωρίς να προσπαθήσουμε να τα αλλάξουμε ή να τα ερμηνεύσουμε.

«Η μελαγχολία είναι τόσο σημαντική, και τόσο βαθιά απλώνεται στη ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν είναι σκόπιμο να την παραχωρήσουμε στους ψυχιάτρους», έλεγε ο Romano Guardini.
Η προσωπική  κατάδυση στα μυστήρια της ψυχής θεραπεύει και λυτρώνει, και η θεραπευτική δύναμη της κατάθλιψης θα δημιουργήσει το καινούργιο που κυοφορείται, και ελπίζουμε να είναι διαφορετικό και καλύτερο από το πολύχρωμο και νοσηρό που απέρχεται ξεθωριασμένο. Άλλωστε, το γκρίζο στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες επανεκτιμάται ως κάτι ιδιαίτερο και διαβαθμισμένο στη σύγχρονη φωτο-προσέγγιση.

Ζάκυνθος, 28-5-2013

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Η λειτουργία του Φωτός στη Ζωγραφική / To Iόνιο Φως

Της Κατερίνας Δεμέτη
Αρχαιολόγου-Διευθύντριας στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

[Τρίτη, 28  Μαΐου 2013- Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου
Ομιλία για τη 2η Συνάντηση Τέχνης και Δημιουργίας]



Οι εικαστικές αναζητήσεις των δημιουργών που κινούνται μέσα στον Ιόνιο χώρο, είναι βαθιά επηρεασμένες από τη Φύση μέσα στην οποία ζουν. Το έργο των εξωτερικών δυνάμεων (της φωτιάς, του νερού, των σεισμών…), που στα μάτια του ανθρώπου φαίνεται σαν ακυβέρνητο, τυφλό και τυχαίο, είναι στο βάθος αυστηρά υπολογισμένο απ’ τη Φύση, γεγονός που επηρεάζει καταλυτικά την αισθητική των έργων τέχνης, που φιλοτεχνούνται στο χώρο αυτό.

Η επίδραση του Ιονίου φωτός, απογυμνώνει τις υλικές φόρμες και αναδεικνύει την πνευματικότητα του τοπίου, η οποία γίνεται αντιληπτή μέσα στη  διαδρομή διαφορετικών εποχών, ρυθμών, και δημιουργών. Το έργο τέχνης είναι το απόσταγμα που η Ζάκυνθος ανασύρει μέσα από κάθε δημιουργό, το Σολωμό, τον Κάλβο, τον Κουτούζη, το Δοξαρά, το Βεζιρτζή και φέρει μέσα της μνήμες από ένα παρελθόν αγνό, που πάντα ενυπήρχε μέσα της.

Ειδικότερα η αισθητική της επτανησιακής τέχνης, καθορίστηκε από τις δυτικές επιδράσεις που δέχτηκε τα τελευταία τετρακόσια χρόνια (Αναγέννηση, Μπαρόκ, Νεοκλασικισμός), και που με απόλυτο σεβασμό στο μέτρο έδωσε τη δική της εκδοχή στο ζακυνθινό σκηνικό, όπως αυτό αναπτύχθηκε μέσα στο δομημένο και φυσικό ζακυνθινό τοπίο.

Χαρακτηριστικό της Αισθητικής αυτής, η πόλη της Ζακύνθου, που δεν εξαναγκάστηκε σε παραξενιές του εκλεκτικισμού, παρότι της επιβλήθηκαν μορφές δανεισμένες από ανατολικά και δυτικά! Έπλασε το δικό της μοναδικό μορφικό περιβάλλον, καθόρισε τους ψυχολογικούς χώρους και τους ιστορικούς μύθους της και έμεινε ζωντανή σαν ένας ιδιαίτερος ρυθμός, μια πνευματική οικογένεια, που μπορεί να ξεθεμελιώθηκε ανεπιστρεπτί το 1953, ζει όμως σαν μια άλλη Ατλαντίδα και φωτίζει πνευματικά το σήμερα.

Μέσα από παραδείγματα συγκεκριμένων έργων τέχνης θα τεκμηριωθεί η πνευματικότητα του Ιονίου Φωτός και πώς αυτό επηρέασε παλιούς και σύγχρονους δημιουργούς.


Related Posts with Thumbnails